ΝΟΜΙΚΗ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ- ΜΕΛΕΤΕΣ-ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ- ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΡΓΥΡΟΣ (c) argyros.office@gmail.com
04 Φεβρουαρίου 2008
ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΓΙΑ καθε ΑΡΜΟΔΙΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΘΑ ΑΠΑΝΤΗΘΟΥΝ
2.-Οταν ένας Υπουργός και μάλιστα ο καθ' ύλη αρμόδιος, ο ίδιος παραβιάζει τη νομιμότητα και κτίζει "αυθαίρετες κατασκευές" ,μπορεί να εποπτεύει στον τομέα του,την προστασία του περιβάλλοντος?
3.- Είναι ψευδές ότι διέταχθη η εγγραφή κονδυλίου 500.000€ για αγορά τεθωρακισμένου υπερπολυτελούς αυτοκινήτου , για Υπουργό,μέσω του προϋπολογισμού εποπτευομένου οργανισμού (νπδδ). Ετσι προβλέπεται από τον κανονισμό προμηθειών του δημοσίου?
4.-Γιατι δεν αποκαλύπτεται ποιοι δικηγόροι πετυχαίνουν να παίρνουν και αντί ποιων ανταλλαγμάτων προσωρινές διαταγές σε εργατικές υποθέσεις,ποιος έκανε την έρευνα ,πότε θάφτηκε το πόρισμα της και γιατί?
5.-Ποιοι "δικηγόροι" και μέσω ποιων προσπαθούν να απαλλαγούν απο αμετάκλητες πειθαρχικές καταδίκες ?
6.-Ποιος θέλει και γιατί να εξευτελίσει το ΣτΕ(στο οποίο έτρωγε ψωμάκι),αυτός συμβουλεύει.....
Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟΝ Κ ΥΠΟΥΡΓΟ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ
| |
| Οχι στην απαξίωση του ΣτΕ Των Επ. Σπηλιωτοπουλου, Χριστου Πολιτη και Νικου Κ. Αλιβιζατου * Δεν είναι η πρώτη φορά, τα τελευταία χρόνια, που οι κυβερνώντες, με πρόσχημα την καθυστέρηση έργων ή τη βελτίωση της λειτουργίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, επιχειρούν να το απαξιώσουν. Ετσι, το 1993, είχε επιχειρηθεί να αποδυναμωθεί με νόμο το Ε΄ Τμήμα, που είχε ασκήσει ενοχλητική για ορισμένους γνωμοδοτική αρμοδιότητα και είχε αναπτύξει νομολογία αποφασιστική για την προστασία του περιβάλλοντος. Το 2001 πάλι, παρ’ ολίγον να περάσει με την αναθεώρηση του Συντάγματος διάταξη που θα επέτρεπε στην εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία να αφαιρεί κατά βούληση από το Συμβούλιο κρίσιμες αρμοδιότητές του. Τέλος, με την υπό εξέλιξη συνταγματική αναθεώρηση και την πρόταση να συσταθεί Συνταγματικό Δικαστήριο, επιδιώκεται να αφαιρεθεί από τα ανώτατα δικαστήρια και κυρίως από το Συμβούλιο η κορωνίδα των αρμοδιοτήτων του, δηλαδή ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων. Τώρα, η απαξίωση του Συμβουλίου επιδιώκεται εκ πλαγίου, με τα μέτρα που πρότεινε ο υπουργός Δικαιοσύνης, θύμα καθώς φαίνεται κακής πληροφόρησης. Τα μέτρα αυτά μοιάζουν εκ πρώτης όψεως ανώδυνα: από τη μια προτείνεται η σύσταση ενός καινούργιου Τμήματος, με αρμοδιότητα τον έλεγχο των δημόσιων συμβάσεων. Από την άλλη προτείνεται ένας δικαστής να μην μπορεί να υπηρετήσει στο ίδιο Τμήμα του Συμβουλίου περισσότερο από πέντε χρόνια. Για τα μέτρα αυτά, η διοικητική Ολομέλεια του Συμβουλίου γνωμοδότησε ότι αντίκεινται στο Σύνταγμα. Ο δε υπουργός Δικαιοσύνης, αντιδικώντας, δηλώνει δημόσια ότι η γνωμοδότηση προέρχεται από ιδιοτελή κίνητρα και ανεπίτρεπτο κομματισμό. Είναι όμως προφανές ότι τα μέτρα αυτά πλήττουν την ανεξαρτησία του δικαστηρίου. Ετσι, η δημιουργία ενός ακόμη Τμήματος, χωρίς το ίδιο το δικαστήριο να το έχει ζητήσει, συνιστά ανεπίτρεπτη παρέμβαση στα εσωτερικά του. Εν πάση περιπτώσει, η κοινή λογική λέει ότι δεν θα επιταχύνει από μόνη της τους ρυθμούς του δικαστηρίου, αν ταυτόχρονα δεν ληφθούν γενναία και ριζικά μέτρα για τη μείωση του φόρτου του. Η ανά πενταετία μετακίνηση των αντιπροέδρων, των συμβούλων και των παρέδρων από Τμήμα σε Τμήμα ώστε, σύμφωνα με τις ανοίκειες διατυπώσεις του κ. υπουργού, να αποτραπούν «παθογένειες» και «καθεστωτικές αντιλήψεις», δεν ανήκει ούτε στην κυβέρνηση ούτε στον νομοθέτη να την αποφασίζει, χωρίς τη γνώμη ή πρόταση του ίδιου του Συμβουλίου, διότι αποτελεί συστατικό στοιχείο της ανεξαρτησίας του και της άσκησης του δικαιοδοτικού του έργου. Ως εκ τούτου, ανήκει στο ίδιο το δικαστήριο να αποφασίζει γι’ αυτήν. Πολύ περισσότερο που η ρύθμιση, έτσι όπως προτείνεται, είναι φωτογραφική, αφού, καταλαμβάνοντας και τους ήδη υπηρετούντες, αποβλέπει στην άμεση απομάκρυνση συγκεκριμένων δικαστικών λειτουργών από τα Τμήματα στα οποία υπηρετούν σήμερα. Πού οφείλεται όμως η συνεχιζόμενη αυτή επίθεση; Γιατί όλες οι κυβερνήσεις τα βάζουν με το Συμβούλιο της Επικρατείας; Για λόγους που έχουν να κάνουν με τις ιδιομορφίες της σύγχρονης ιστορίας μας, το δικαστήριο αυτό αναδείχθηκε ως το πιο ανεξάρτητο δικαστήριο της νεότερης Ελλάδας. Γνωστότερο, όχι όμως και μοναδικό δείγμα της ανεξαρτησίας του ήταν η στάση που τήρησε κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας (1967-1974). Η τελευταία αυτή διαπίστωση για την ανεξαρτησία του δικαστηρίου έχει ιδιαίτερη σημασία αν αναλογισθεί κανείς ότι διάδικος σε όλες τις υποθέσεις είναι η Διοίκηση. Μια Διοίκηση νοσούσα, και λόγω της πανθομολογούμενης δυστυχώς αλλά και διαχρονικής διαφθοράς της. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι, για τον πολίτη που αδικείται από το κράτος, το Συμβούλιο της Επικρατείας αποτελεί το τελευταίο καταφύγιο. Ισως γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο να ενοχλεί ορισμένους πολιτικούς, που προσάπτουν στους λειτουργούς του ανύπαρκτες σκοπιμότητες. Αρκεί να υπενθυμίσει κανείς τις απαράδεκτες επιθέσεις που έκαναν εναντίον του οι περισσότεροι από τους κατά καιρούς υπουργούς Περιβάλλοντος και Δημοσίων Εργων. Αντί λοιπόν ο υπουργός Δικαιοσύνης, ως καθ’ ύλην αρμόδιος, να υπερασπισθεί το Συμβούλιο ως όφειλε, προτίμησε να ενταχθεί στους παραδοσιακούς επικριτές του. Και τούτο, χρησιμοποιώντας εξαιρετικά απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς, σαν να απευθυνόταν σε υφισταμένους του. Ως δικαιολογητικό λόγο της πρωτοβουλίας του επικαλείται τις 30.000 υποθέσεις που φαίνεται ότι εκκρεμούν σήμερα ενώπιον του δικαστηρίου, καθώς και τις καθυστερήσεις που σημειώνονται στην εκδίκασή τους. Ο λόγος αυτός είναι προσχηματικός, αν αναλογισθεί κανείς ότι τις μισές τουλάχιστον από τις υποθέσεις αυτές τις προκάλεσε το ίδιο το Δημόσιο, είτε άμεσα, με την αδικαιολόγητη άσκηση ένδικων μέσων ακόμη και όταν τα κρίσιμα νομικά θέματα έχουν ήδη λυθεί από τη νομολογία του Συμβουλίου, είτε έμμεσα, λόγω γραφειοκρατίας και προπάντων έλλειψης επαρκούς κατάρτισης και ευθυνοφοβίας των αρμόδιων υπαλλήλων. Και ακόμη αν λάβει κανείς υπ’ όψη ότι, περισσότερο από κάθε άλλο παράγοντα, η παρελκυστική τακτική του Δημοσίου (μη αποστολή ή καθυστέρηση της αποστολής του φακέλου) είναι εκείνη που προκαλεί τις μεγάλες καθυστερήσεις στην εκδίκαση των υποθέσεων. Δεν θα ήταν άσκοπο εν προκειμένω να υπομνησθεί ότι οι 5.000 αποφάσεις που το Συμβούλιο εκδίδει κατά μέσο όρο ετησίως είναι πολύ περισσότερες από τις αποφάσεις που εκδίδουν τα άλλα ανώτατα δικαστήρια της χώρας και οποιοδήποτε άλλο ευρωπαϊκό ανώτατο δικαστήριο, συμπεριλαμβανομένων του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στο Λουξεμβούργο και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στο Στρασβούργο. Ως δικηγόροι, οι υπογράφοντες έχουν την τιμή να παρίστανται στο Συμβούλιο της Επικρατείας επί αρκετές δεκαετίες. Υπό την ιδιότητά τους αυτή, αλλά και ως πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, δεν έχουν τον παραμικρό δισταγμό να βεβαιώσουν ότι το Συμβούλιο με τη νομολογία του έχει θεμελιώσει την αρχή του Κράτους Δικαίου και έχει εμμείνει στην εμπέδωσή του. Οση επιστημονική κριτική μπορεί να κάνει κανείς σε ορισμένες αποφάσεις, και όσα επιμέρους προβλήματα και αν προκαλούν οι σημειούμενες καθυστερήσεις, η διαπίστωση αυτή δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από κανέναν καλόπιστο σχολιαστή. Οταν η ανάγκη για σοβαρούς ελέγχους αναδεικνύεται ως άμεση προτεραιότητα για την εξυγίανση της δημόσιας ζωής του τόπου, η απαξίωση του Συμβουλίου της Επικρατείας από τον υπουργό Δικαιοσύνης, με προτάσεις που δεν συνάδουν προς το Σύνταγμα και με υβριστικό ύφος προς τους δικαστές του, προκαλεί λύπη και ανησυχία. * Ο κ. Επ. Σπηλιωτόπουλος είναι ακαδημαϊκός, επίτιμος καθηγητής Διοικητικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, δικηγόρος. Ο κ. Χρίστος Πολίτης είναι δικηγόρος Αθηνών. Ο κ. Νίκος Κ. Αλιβιζάτος είναι καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, δικηγόρος. |
ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΣΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
| ||
| Κράτος δικαστών: φάντασμα ή πραγματική απειλή; Του Σωτηρη Χατζηγακη* Ο όρος «κράτος των δικαστών» εισήχθη το 1921 από τον καθηγητή Edouard Lambert, με σκοπό να αποδοκιμάσει αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου των Ηνωμένων Πολιτειών, που κατά την άποψη του Lambert υπεισήρχοντο στις πολιτικές επιλογές του νομοθέτη. Ο όρος έλαβε ιδιαίτερες διαστάσεις κατά τα χρόνια της δεκαετίας του '30 όταν ο Φρανκλίνος Ρούσβελτ, κατά την εφαρμογή του New Deal, συγκρούσθηκε με το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών. Η διάδοση, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων από τα δικαστήρια -είτε στο πλαίσιο του συγκεντρωτικού συστήματος, όπου κυριαρχεί ένα συνταγματικό δικαστήριο, είτε στο πλαίσιο του συστήματος του διάχυτου ελέγχου, όπως το ελληνικό- επανέφερε (μερικές φορές μάλιστα με ιδιαίτερα αιχμηρό τρόπο) την απειλή του κράτους των δικαστών. Η αναγνώριση από τα μεταπολεμικά συντάγματα στη δικαστική εξουσία της δυνατότητας να καθιστά ανενεργείς διατάξεις τυπικών νόμων, διατάξεις δηλαδή που ψηφίσθηκαν από τους εκπροσώπους, τους φορείς της λαϊκής κυριαρχίας, προκάλεσαν τουλάχιστον τον σκεπτικισμό της πολιτικής τάξης και μέρους της επιστημονικής κοινότητας, ιδιαίτερα δε σε περιπτώσεις που οι διατάξεις που παραμερίσθηκαν, αναφέρονταν σε ζητήματα αιχμής του κυβερνητικού προγράμματος. Η εύκολη βέβαια απάντηση στο ότι πρόκειται περί φαντάσματος είναι ότι οι δικαστές δεν φτιάχνουν τους νόμους, παρά αρκούνται να τους εφαρμόζουν. Είναι βολική μεν απάντηση, πλην, δεν ανταποκρίνεται πάντα στην πραγματικότητα. Ο δικαστής για να εφαρμόσει τον νόμο πρέπει να τον ερμηνεύσει. Κατά την ερμηνεία, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να εμφιλοχωρήσουν εκ μέρους του δικαστή και στοιχεία αξιολογικά και ιδεολογικά. Ιδιαίτερα δε στις συνταγματικές διατάξεις, που εκ φύσεως είναι λακωνικές και ανοικτές σε περισσότερες ερμηνευτικές προσεγγίσεις. Από την άλλη πλευρά, βέβαια, τα δικαστήρια έχουν, κατ' αρχήν, επίγνωση του πειρασμού ότι ο έλεγχός τους, και κυρίως ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, μπορεί να μετεξελιχθεί σε έλεγχο των πολιτικών επιλογών της κυβέρνησης και του νομοθέτη, με πρόδηλο τον κίνδυνο να προκύψει σύγκρουση αρμοδιοτήτων μεταξύ των αμέσων οργάνων της Πολιτείας. Εχει διαμορφωθεί, ως εκ τούτου, αρχικώς από το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ (Supreme Court), η περίφημη θεωρία του «δικαστικού αυτοπεριορισμού» (judical self-restraint). Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, βασική μέριμνα του δικαστή πρέπει να είναι η διατήρηση του δικαστικού χαρακτήρα της κρίσης του και η μη διολίσθηση σε πολιτικές κρίσεις και κρίσεις προσφορότητας ως προς τις επιλογές του νομοθέτη, έτσι ώστε ο έλεγχός του να παραμένει αυστηρά νομικός. Στη χώρα μας, σε περιορισμένες περιπτώσεις, έχουν εκδηλωθεί τέτοια φαινόμενα «κράτους δικαστών» στη νομολογία των δικαστηρίων. Ετσι τα δικαστήρια -παραβιάζοντας την αρχή της διακρίσεως των λειτουργιών- εκφεύγουν των αρμοδιοτήτων τους και κρίνουν τις πολιτικές επιλογές και προτεραιότητες του νομοθέτη. Σε κάποιες περιπτώσεις, μάλιστα, κρίνουν και τα κίνητρα που τον οδηγούν στην άλφα ή βήτα νομοθετική επιλογή. Προσφάτως μάλιστα είχαμε και δείγματα μη δικαστικού αυτοπεριορισμού. Στην επιλογή του υπουργείου Δικαιοσύνης να συσταθεί νέο (7ο) δικαστικό τμήμα στο Συμβούλιο της Επικρατείας, με αντικείμενο τις διαφορές από τις δημόσιες συμβάσεις -με προφανή σκοπό την ταχύτερη έκδοση των αποφάσεων και συναφώς την ταχύτερη απορρόφηση των κοινοτικών χρηματοδοτήσεων- η πλειοψηφία της διοικητικής Ολομέλειας του δικαστηρίου θεώρησε τη ρύθμιση αντισυνταγματική, παρά τη ρητή διάταξη του Συντάγματος (άρθρο 93 παρ. 1), που αναθέτει στον νομοθέτη την οργάνωση των δικαστηρίων. Σεβαστή και συζητήσιμη θα ήταν η άποψη εάν και κατά πόσο η σύσταση νέου τμήματος θα μπορούσε να συμβάλει στην ταχύτερη απορρόφηση των κοινοτικών χρηματοδοτήσεων. Από το σημείο αυτό μέχρι του σημείου αυτή καθαυτή η επιλογή του νομοθέτη να θεωρείται δήθεν αντισυνταγματική, υπάρχει διαφορά. Είναι προφανές πως στην κρίση της πλειοψηφίας πρυτάνευσαν κριτήρια μη δικανικά, μη νομικά. Σημειωτέον ότι το προτεινόμενο από το υπουργείο Δικαιοσύνης σχέδιο νόμου δεν αναμειγνύεται στη σύνθεση των τμημάτων των Ανώτατων Δικαστηρίων, που είναι αποκλειστική αρμοδιότητα της οικείας Ολομέλειας. Αλλωστε, το πέμπτο και έκτο τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας ιδρύθηκαν, επίσης, με νόμο, χωρίς μάλιστα γνωμοδότηση ή αντίρρηση της Ολομέλειάς του, η οποία προχώρησε κανονικά στη στελέχωση και λειτουργία τους. Το αυτό ισχύει και για την επιλογή του υπουργείου Δικαιοσύνης να τεθεί -για ευνόητους λόγους- ανώτατο χρονικό όριο παραμονής των δικαστών στην ίδια θέση. Το όριο αυτό για μεν τα δικαστήρια της ουσίας καθορίζεται στα τέσσερα χρόνια, για όλα δε τα ανώτατα δικαστήρια (Αρειος Πάγος, Συμβούλιο της Επικρατείας, Ελεγκτικό Συνέδριο) στα πέντε χρόνια. Σε καμία περίπτωση, παρά μόνο με τη χρήση εξωνομικών κριτηρίων, η ανωτέρω ρύθμιση μπορεί να θεωρηθεί αντισυνταγματική. Είναι σαφές ότι πρόκειται για διολίσθηση του Συμβουλίου της Επικρατείας σε πολιτικές κρίσεις και κρίσεις προσφορότητας της ρυθμίσεως, οικειοποιούμενο κατ' ουσίαν τη σχετική αρμοδιότητα του νομοθέτη. Είναι, επίσης, σαφές ότι υπόλογος έναντι του εκλογικού σώματος για τυχόν καθυστερήσεις στην απορρόφηση των κοινοτικών χρηματοδοτήσεων ή στη δημιουργία δυσάρεστων για τη Δικαιοσύνη εντυπώσεων των πολιτών από την επ' αόριστον παραμονή των αυτών δικαστών στις ίδιες θέσεις είναι η κυβέρνηση και η κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Η άσκηση συνεπώς της αρμοδιότητας του νομοθέτη για τη διαρρύθμιση της οργανωτικής δομής των δικαστηρίων και τη διασφάλιση των όρων εύρυθμης λειτουργίας τους (π.χ. ίδρυση 7ου τμήματος και ανά 5ετία ανανέωση συνθέσεως των τμημάτων) με την ψήφιση γενικών και αφηρημένων κανόνων δικαίου σε καμία περίπτωση δεν θίγει την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Και βέβαια, ούτε κατά διάνοια είναι αντισυνταγματική. Εξάλλου, η επίκληση αντισυνταγματικότητας νόμου, που θεσπίζει όρια χρονικής παραμονής στο ίδιο τμήμα -και μάλιστα με αποφάσεις της Ολομέλειας των ιδίων αυτών δικαστών, η οποία άλλωστε καθορίζει αυτοβούλως την αρμοδιότητα του κάθε τμήματος- είναι εντελώς προσχηματική και έωλος, αλλά και συκοφαντική για τις προθέσεις του νομοθέτη: ότι δήθεν δηλαδή επιδιώκει τη στελέχωση των τμημάτων με πειθήνιους σε αυτή δικαστές («στημένες συνθέσεις»). Αραγε, αυτό δεν αποτελεί βαρύτατη ύβρη προς τους συναδέλφους τους εκείνους, οι οποίοι θα κληθούν να μετάσχουν στις μελλοντικές συνθέσεις των τμημάτων; Δηλαδή το σώμα των δικαστών του Συμβουλίου της Επικρατείας στο σύνολό του δεν στέκεται στο ύψος του; Και οι κατέχοντες επί πολλά χρόνια την ίδια θέση έχουν το «τεκμήριο της επάρκειας», ενώ οι καλούμενοι να τους αντικαταστήσουν είναι μήπως μειωμένων προσόντων; Αναρωτιέται, εξάλλου, κανείς: Ενισχύεται η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και εμπεδώνεται η συνταγματική αρχή του φυσικού δικαστή με τη «χρησικτησία» από ορισμένους δικαστές των ίδιων θέσεων επί δεκαετίες; Σε κάθε περίπτωση όμως, η αναγωγή της αποτελεσματικότητας των νομοθετικών επιλογών σε ζήτημα συνταγματικότητας αποτελεί κλασική περίπτωση εμφάνισης του «κράτους των δικαστών». Κράτους, που βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με το «κράτος δικαίου». Η Πολιτεία, όμως, έχει τη δύναμη με πολλούς τρόπους, νομοθετικούς και πειθαρχικούς, να οχυρώσει το «κράτος δικαίου». Γιατί οι 30.000 δίκες, που εκκρεμούν σήμερα στο Συμβούλιο της Επικρατείας, ούτε στην εύρυθμη λειτουργία αυτού του δικαστηρίου συμβάλλουν, αλλά ούτε παρέχουν τα απαραίτητα εχέγγυα στους πολίτες για ορθή και γρήγορη απονομή της δικαιοσύνης. * Ο κ. Σωτήρης Χατζηγάκης είναι υπουργός Δικαιοσύνης. |
ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑΣ ΑΠ
Η ολομέλεια του Αρείου Πάγου απεφάνθη ότι είναι «εκτός νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως» η νομοθετική διάταξη που προβλέπει ότι, οι τραγουδιστές, μουσικοί, σερβιτόροι για να εργαστούν σε νυκτερινά κέντρα πρέπει προηγουμένως να πάρουν άδεια από την αστυνομία. Η ολομέλεια του ΑΠ έκανε δεκτές τις αγωγές τραγουδίστριας και μουσικού, των οποίων οι συμβάσεις εργασίας κρίθηκαν άκυρες καθώς δεν είχαν άδεια από την αστυνομία, με αποτέλεσμα να μην μπορούν επιπρόσθετα να διεκδικήσουν και μισθούς υπερημερίας λόγω της άκυρης απόλυσής τους
02 Φεβρουαρίου 2008
Εισήγηση για την κατάργηση των γεωγραφικών περιορισμών στους δικηγόρους
Η Επιτροπή Ανταγωνισμού πρότεινε την κατάργηση των γεωγραφικών περιορισμών στην άσκηση της δικηγορίας εντός των ελληνικών συνόρων, που οδηγούν στην αύξηση του κόστους των δικηγορικών υπηρεσιών για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις. Η εισήγηση της γενικής διεύθυνσης Ανταγωνισμού κρίνει μη συμβατούς με το κοινοτικό δίκαιο τους περιορισμούς στους οποίους υπόκεινται οι δικηγόροι για την εκπροσώπηση πελατών εκτός της έδρας του δικηγορικού τους συλλόγου. Η λειτουργία του ανταγωνισμού κατά την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος στην Ελλάδα είναι προβληματική, σύμφωνα με την εισήγηση, καθώς επιβάλλει επιπλέον κόστος - ή απαγορεύει τελείως στην περίπτωση σύναψης συμβολαίων - στην παράσταση των δικηγόρων σε πολιτικά και διοικητικά δικαστήρια εκτός της περιφέρειας που καλύπτει ο δικηγορικός σύλλογος στον οποίο ανήκουν. Με εισήγησή της προς την Επιτροπή Ανταγωνισμού η γενική διεύθυνση ζητεί από την Επιτροπή να προχωρήσει στη μη εφαρμογή των νομοθετικών διατάξεων που θέτουν περιορισμούς και προϋποθέσεις στους δικηγόρους για την εκπροσώπηση των πελατών τους ενώπιον δικαστηρίων που βρίσκονται εκτός της περιφέρειας του δικηγορικού συλλόγου στον οποίο είναι μέλη. Το ίδιο ζητεί και για το ισχύον καθεστώς σύναψης συμβολαίων, όπου όλοι οι δικηγορικοί σύλλογοι της χώρας εφαρμόζουν μηχανισμούς απαγόρευσης των δικηγόρων άλλων συλλόγων, στους οποίους δεν επιτρέπεται να παρίστανται στη σύνταξη και υπογραφή συμβολαίων εκτός της έδρας τους.
Περισσότερα...
31 Ιανουαρίου 2008
ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΥΠΟΥΡΓΟΥ
"Ελλιπής ο φάκελος Σουφλιά"
http://www.skai.gr/Ο φάκελος που κατέθεσε ο Γιώργος Σουφλιάς ήταν ελλιπής
Ο φάκελος που κατέθεσε ο κ. Σουφλιάς ήταν ελλιπής και ο υπουργός καλείται τώρα εντός της ερχόμενης εβδομάδας να προσκομίσει παραστατικά που να αποδεικνύουν ότι είχε ολοκληρώσει το σκελετό της οικοδομής πριν από τη λήξη της οικοδομικής άδειας.
Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ο κ. Σουφλίας θα πρέπει να αποδείξει ότι "έριξε" μπετά το αργότερο έως τα τέλη Ιουλίου 2005.
Δύο πράγματα έχουν συμβεί, σύμφωνα με τους μηχανικούς: Ή ότι ο κ. Σουφλιάς δεν έχει παραστατικά, άρα δεν "έριξε" – όπως διατείνεται – τα μπετά έως τον Ιούλιο του 2005, είτε υπέβαλε τα παραστατικά την τελευταία στιγμή, προσπαθώντας να προλάβει τις προθεσμίες, αποφεύγοντας λεπτομερέστερους ελέγχους.
Στο Ευρωδικαστήριο για απόβλητα
Η ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει δικαστική διαδικασία κατά της Ελλάδας σε δύο υποθέσεις στις οποίες παραβιάζονται οι κοινοτικοί κανόνες για την προστασία του περιβάλλοντος. Οι υποθέσεις αυτές αφορούν τη διαχείριση των επικίνδυνων αποβλήτων και τη διατήρηση των πτηνών.
Η Επιτροπή παραπέμπει την Ελλάδα στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) για την παράλειψή της να θεσπίσει και να εφαρμόσει την κατάλληλη νομοθεσία για την επεξεργασία των επικίνδυνων αποβλήτων, καθώς και για μια άλλη παράλειψη, ότι δεν έχει ενσωματώσει πλήρως στην ελληνική νομοθεσία τη νομοθεσία της Ε.Ε. για την προστασία των άγριων πτηνών.
H αδιαφορία του ΥΠΕΧΩΔΕ για τη προστασία του περιβάλλοντος είναι τοις πάσι γνωστή. Ομως,υπάρχει το πρωτοφανές ,ο Υπουργός ΠΕΧΩΔΕ να κτίζει αυθαίρετο ΣΠΙΤΙ και κανείς να μήν συγκινείται ,ούτε η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ.
ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ
ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ -ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΕΝ ΟΨΕΙ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ (4...
-
ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ - Ο Δικαστής μέσα από την ματιά ενός δι... : Ο Δικαστής μέσα από την ματιά ενός δικηγόρου [1] Μελέτη ΑΝ...
-
ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΑ ΣΕΠΤΑ ΙΙ ΔΙΗΓΩΝΤΑΣ ΤΑ ΝΑ ΚΛΑΙΣ Σεβαστε κ.Προεδρε,για να μην ξεχνάμε την Αγία Ημέρα Στο κατά Ματθαίο Ευαγγέλιο (βλ ...