| ||
| Κράτος δικαστών: φάντασμα ή πραγματική απειλή; Του Σωτηρη Χατζηγακη* Ο όρος «κράτος των δικαστών» εισήχθη το 1921 από τον καθηγητή Edouard Lambert, με σκοπό να αποδοκιμάσει αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου των Ηνωμένων Πολιτειών, που κατά την άποψη του Lambert υπεισήρχοντο στις πολιτικές επιλογές του νομοθέτη. Ο όρος έλαβε ιδιαίτερες διαστάσεις κατά τα χρόνια της δεκαετίας του '30 όταν ο Φρανκλίνος Ρούσβελτ, κατά την εφαρμογή του New Deal, συγκρούσθηκε με το Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών. Η διάδοση, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων από τα δικαστήρια -είτε στο πλαίσιο του συγκεντρωτικού συστήματος, όπου κυριαρχεί ένα συνταγματικό δικαστήριο, είτε στο πλαίσιο του συστήματος του διάχυτου ελέγχου, όπως το ελληνικό- επανέφερε (μερικές φορές μάλιστα με ιδιαίτερα αιχμηρό τρόπο) την απειλή του κράτους των δικαστών. Η αναγνώριση από τα μεταπολεμικά συντάγματα στη δικαστική εξουσία της δυνατότητας να καθιστά ανενεργείς διατάξεις τυπικών νόμων, διατάξεις δηλαδή που ψηφίσθηκαν από τους εκπροσώπους, τους φορείς της λαϊκής κυριαρχίας, προκάλεσαν τουλάχιστον τον σκεπτικισμό της πολιτικής τάξης και μέρους της επιστημονικής κοινότητας, ιδιαίτερα δε σε περιπτώσεις που οι διατάξεις που παραμερίσθηκαν, αναφέρονταν σε ζητήματα αιχμής του κυβερνητικού προγράμματος. Η εύκολη βέβαια απάντηση στο ότι πρόκειται περί φαντάσματος είναι ότι οι δικαστές δεν φτιάχνουν τους νόμους, παρά αρκούνται να τους εφαρμόζουν. Είναι βολική μεν απάντηση, πλην, δεν ανταποκρίνεται πάντα στην πραγματικότητα. Ο δικαστής για να εφαρμόσει τον νόμο πρέπει να τον ερμηνεύσει. Κατά την ερμηνεία, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να εμφιλοχωρήσουν εκ μέρους του δικαστή και στοιχεία αξιολογικά και ιδεολογικά. Ιδιαίτερα δε στις συνταγματικές διατάξεις, που εκ φύσεως είναι λακωνικές και ανοικτές σε περισσότερες ερμηνευτικές προσεγγίσεις. Από την άλλη πλευρά, βέβαια, τα δικαστήρια έχουν, κατ' αρχήν, επίγνωση του πειρασμού ότι ο έλεγχός τους, και κυρίως ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, μπορεί να μετεξελιχθεί σε έλεγχο των πολιτικών επιλογών της κυβέρνησης και του νομοθέτη, με πρόδηλο τον κίνδυνο να προκύψει σύγκρουση αρμοδιοτήτων μεταξύ των αμέσων οργάνων της Πολιτείας. Εχει διαμορφωθεί, ως εκ τούτου, αρχικώς από το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ (Supreme Court), η περίφημη θεωρία του «δικαστικού αυτοπεριορισμού» (judical self-restraint). Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, βασική μέριμνα του δικαστή πρέπει να είναι η διατήρηση του δικαστικού χαρακτήρα της κρίσης του και η μη διολίσθηση σε πολιτικές κρίσεις και κρίσεις προσφορότητας ως προς τις επιλογές του νομοθέτη, έτσι ώστε ο έλεγχός του να παραμένει αυστηρά νομικός. Στη χώρα μας, σε περιορισμένες περιπτώσεις, έχουν εκδηλωθεί τέτοια φαινόμενα «κράτους δικαστών» στη νομολογία των δικαστηρίων. Ετσι τα δικαστήρια -παραβιάζοντας την αρχή της διακρίσεως των λειτουργιών- εκφεύγουν των αρμοδιοτήτων τους και κρίνουν τις πολιτικές επιλογές και προτεραιότητες του νομοθέτη. Σε κάποιες περιπτώσεις, μάλιστα, κρίνουν και τα κίνητρα που τον οδηγούν στην άλφα ή βήτα νομοθετική επιλογή. Προσφάτως μάλιστα είχαμε και δείγματα μη δικαστικού αυτοπεριορισμού. Στην επιλογή του υπουργείου Δικαιοσύνης να συσταθεί νέο (7ο) δικαστικό τμήμα στο Συμβούλιο της Επικρατείας, με αντικείμενο τις διαφορές από τις δημόσιες συμβάσεις -με προφανή σκοπό την ταχύτερη έκδοση των αποφάσεων και συναφώς την ταχύτερη απορρόφηση των κοινοτικών χρηματοδοτήσεων- η πλειοψηφία της διοικητικής Ολομέλειας του δικαστηρίου θεώρησε τη ρύθμιση αντισυνταγματική, παρά τη ρητή διάταξη του Συντάγματος (άρθρο 93 παρ. 1), που αναθέτει στον νομοθέτη την οργάνωση των δικαστηρίων. Σεβαστή και συζητήσιμη θα ήταν η άποψη εάν και κατά πόσο η σύσταση νέου τμήματος θα μπορούσε να συμβάλει στην ταχύτερη απορρόφηση των κοινοτικών χρηματοδοτήσεων. Από το σημείο αυτό μέχρι του σημείου αυτή καθαυτή η επιλογή του νομοθέτη να θεωρείται δήθεν αντισυνταγματική, υπάρχει διαφορά. Είναι προφανές πως στην κρίση της πλειοψηφίας πρυτάνευσαν κριτήρια μη δικανικά, μη νομικά. Σημειωτέον ότι το προτεινόμενο από το υπουργείο Δικαιοσύνης σχέδιο νόμου δεν αναμειγνύεται στη σύνθεση των τμημάτων των Ανώτατων Δικαστηρίων, που είναι αποκλειστική αρμοδιότητα της οικείας Ολομέλειας. Αλλωστε, το πέμπτο και έκτο τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας ιδρύθηκαν, επίσης, με νόμο, χωρίς μάλιστα γνωμοδότηση ή αντίρρηση της Ολομέλειάς του, η οποία προχώρησε κανονικά στη στελέχωση και λειτουργία τους. Το αυτό ισχύει και για την επιλογή του υπουργείου Δικαιοσύνης να τεθεί -για ευνόητους λόγους- ανώτατο χρονικό όριο παραμονής των δικαστών στην ίδια θέση. Το όριο αυτό για μεν τα δικαστήρια της ουσίας καθορίζεται στα τέσσερα χρόνια, για όλα δε τα ανώτατα δικαστήρια (Αρειος Πάγος, Συμβούλιο της Επικρατείας, Ελεγκτικό Συνέδριο) στα πέντε χρόνια. Σε καμία περίπτωση, παρά μόνο με τη χρήση εξωνομικών κριτηρίων, η ανωτέρω ρύθμιση μπορεί να θεωρηθεί αντισυνταγματική. Είναι σαφές ότι πρόκειται για διολίσθηση του Συμβουλίου της Επικρατείας σε πολιτικές κρίσεις και κρίσεις προσφορότητας της ρυθμίσεως, οικειοποιούμενο κατ' ουσίαν τη σχετική αρμοδιότητα του νομοθέτη. Είναι, επίσης, σαφές ότι υπόλογος έναντι του εκλογικού σώματος για τυχόν καθυστερήσεις στην απορρόφηση των κοινοτικών χρηματοδοτήσεων ή στη δημιουργία δυσάρεστων για τη Δικαιοσύνη εντυπώσεων των πολιτών από την επ' αόριστον παραμονή των αυτών δικαστών στις ίδιες θέσεις είναι η κυβέρνηση και η κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Η άσκηση συνεπώς της αρμοδιότητας του νομοθέτη για τη διαρρύθμιση της οργανωτικής δομής των δικαστηρίων και τη διασφάλιση των όρων εύρυθμης λειτουργίας τους (π.χ. ίδρυση 7ου τμήματος και ανά 5ετία ανανέωση συνθέσεως των τμημάτων) με την ψήφιση γενικών και αφηρημένων κανόνων δικαίου σε καμία περίπτωση δεν θίγει την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Και βέβαια, ούτε κατά διάνοια είναι αντισυνταγματική. Εξάλλου, η επίκληση αντισυνταγματικότητας νόμου, που θεσπίζει όρια χρονικής παραμονής στο ίδιο τμήμα -και μάλιστα με αποφάσεις της Ολομέλειας των ιδίων αυτών δικαστών, η οποία άλλωστε καθορίζει αυτοβούλως την αρμοδιότητα του κάθε τμήματος- είναι εντελώς προσχηματική και έωλος, αλλά και συκοφαντική για τις προθέσεις του νομοθέτη: ότι δήθεν δηλαδή επιδιώκει τη στελέχωση των τμημάτων με πειθήνιους σε αυτή δικαστές («στημένες συνθέσεις»). Αραγε, αυτό δεν αποτελεί βαρύτατη ύβρη προς τους συναδέλφους τους εκείνους, οι οποίοι θα κληθούν να μετάσχουν στις μελλοντικές συνθέσεις των τμημάτων; Δηλαδή το σώμα των δικαστών του Συμβουλίου της Επικρατείας στο σύνολό του δεν στέκεται στο ύψος του; Και οι κατέχοντες επί πολλά χρόνια την ίδια θέση έχουν το «τεκμήριο της επάρκειας», ενώ οι καλούμενοι να τους αντικαταστήσουν είναι μήπως μειωμένων προσόντων; Αναρωτιέται, εξάλλου, κανείς: Ενισχύεται η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και εμπεδώνεται η συνταγματική αρχή του φυσικού δικαστή με τη «χρησικτησία» από ορισμένους δικαστές των ίδιων θέσεων επί δεκαετίες; Σε κάθε περίπτωση όμως, η αναγωγή της αποτελεσματικότητας των νομοθετικών επιλογών σε ζήτημα συνταγματικότητας αποτελεί κλασική περίπτωση εμφάνισης του «κράτους των δικαστών». Κράτους, που βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με το «κράτος δικαίου». Η Πολιτεία, όμως, έχει τη δύναμη με πολλούς τρόπους, νομοθετικούς και πειθαρχικούς, να οχυρώσει το «κράτος δικαίου». Γιατί οι 30.000 δίκες, που εκκρεμούν σήμερα στο Συμβούλιο της Επικρατείας, ούτε στην εύρυθμη λειτουργία αυτού του δικαστηρίου συμβάλλουν, αλλά ούτε παρέχουν τα απαραίτητα εχέγγυα στους πολίτες για ορθή και γρήγορη απονομή της δικαιοσύνης. * Ο κ. Σωτήρης Χατζηγάκης είναι υπουργός Δικαιοσύνης. |
ΝΟΜΙΚΗ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ- ΜΕΛΕΤΕΣ-ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ- ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΡΓΥΡΟΣ (c) argyros.office@gmail.com
04 Φεβρουαρίου 2008
ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΣΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ
ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ -ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΕΝ ΟΨΕΙ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ (4...
-
ΔΙΚΑΣΤΗΣ: Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ - Ο Δικαστής μέσα από την ματιά ενός δι... : Ο Δικαστής μέσα από την ματιά ενός δικηγόρου [1] Μελέτη ΑΝ...
-
ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΑ ΣΕΠΤΑ ΙΙ ΔΙΗΓΩΝΤΑΣ ΤΑ ΝΑ ΚΛΑΙΣ Σεβαστε κ.Προεδρε,για να μην ξεχνάμε την Αγία Ημέρα Στο κατά Ματθαίο Ευαγγέλιο (βλ ...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου