Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

11 Ιουνίου 2022

ΕΝΑ ΘΕΣΜΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ Η ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΦΑΚΕΛΛΟΥ .

 ΕΝΑ ΘΕΣΜΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ 


Η ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΦΑΚΕΛΛΟΥ .

ΑΝΤΩΝΗ Π.ΑΡΓΥΡΟΥ

ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ ΑΠ

Αναβολή λόγω  μη αποστολής του φακέλου της  Πυροσβεστικής και Δήμων δόθηκε στη συζήτηση της πρώτης αγωγής 27 θυμάτων και συγγενών θυμάτων της καταστροφικής πυρκαγιάς στο Μάτι το 2018 δόθηκε από το Διοικητικό Πρωτοδικείο της Αθήνας για τις 25 Νοεμβρίου. Το γεγονός αυτό προκάλεσε εύλογα δυσμενή σχόλια και αγανάκτηση στα θύματα και τους συγγενείς θυμάτων και καμμιά ευθύνη δεν βαρύνει την δικαιοσύνη..

Η Ελληνική Δικαιοσύνη πάσχει, ιδίως λόγω της μεγάλης αργοπορίας στην απονομή της, που συχνά οδηγεί σε καταστάσεις αρνησιδικίας. Αυτό κλονίζει το περί δικαίου αίσθημα των πολιτών, αλλά αποτελεί και σημαντικό ανασχετικό παράγοντα της οικονομικής ανάπτυξης Δεκάδες οι καταδίκες της Ελλάδας από το ΕΔΔΑ για καθυστέρηση απονομής της Δικαιοσύνης. Χιλιάδες μελέτες έχουν γραφεί και συζητήσεις έχουν γίνει  για τα αίτια του φαινομένου. Μέτρα λαμβάνονται αλλά το φαινόμενο μεγαλώνει .Δυστυχώς το μεγαλύτερο αθεράπευτο πρόβλημα στην καθυστέρηση απονομής της διοικητικής δικαιοσύνης είναι η μη αποστολή του διοικητικού  φακέλου από την διοίκηση. Σύμφωνα με το Άρθρο 129 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ,το Δημόσιο και τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ,που έχουν καταστεί διάδικοι ,έχουν υποχρέωση να αποστείλουν στο δικαστήριο διοικητικό φάκελο της επίδικης υπόθεσης συνοδευόμενο από αναλυτική έκθεση απόψεων της για της διοίκησης για την διαφορά. Περαιτέρω ότι η έκθεση απόψεων πρέπει να βρίσκεται στο δικαστήριο 30 ημέρες πριν την δικάσιμο. Επίσης να αναφέρουμε ότι σχετική Κλήση κοινοποιείται έγκαιρα αρμοδίως.

Αν φάκελος δεν έχει αποσταλεί εγκαίρως το δικαστήριο που έχει επιληφθεί της υπόθεσης αναβάλει την εκδίκαση της μέχρι την ακριβώς την αποστολή διοικητικού φακέλου. Αν στη δικάσιμο που ορίζεται μετά την πρώτη αναβολή η αρχή δεν διαβιβάσει τον διοικητικό φάκελο, το δικαστήριο προβαίνει υποχρεωτικά σε συζήτηση της υπόθεσης και, εφόσον από τα στοιχεία που υπάρχουν στη δικογραφία μπορεί να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για την αλήθεια των ισχυρισμών των διαδίκων, αποφαίνεται κατ` ουσίαν επί της διαφοράς, εκδίδοντας οριστική Απόφαση. Οι αναβολές αυτές που είναι περίπου ο κανόνας προκειμένου μια υπόθεση εκδικαστεί πρωτοδίκως , ενώ αξίζει να αναφερθεί ότι τούτο γίνεται ενώ υπάρχει αυστηρή μνεία του δικαστηρίου στην σχετική Κλήση που λαμβάνει ο διάδικος δημόσιος φορέας και προβλέπονται  σοβαρές συνέπειες(πρόστιμο, πειθαρχική δίωξη κλπ.) που στην πράξη δεν εφαρμόζονται .

Η υπαίτια  μη αποστολή του φακέλου  πέραν από τις συνέπειες που προβλέπει η ανωτέρω διάταξη δημιουργεί  ευθύνη του Δημοσίου εκ των άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, όχι μόνον όταν με πράξη ή παράλειψη οργάνου τους παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης (ΣτΕ 609, 582/2020, 116/2019, βλ. ΣτΕ 2432-2433/2018, 2776/2016, 3793/2014, 4133/2011 επταμ. κ.ά.).Πολλές φορές για να επιτύχει η διοίκηση την αναβολή της υποθέσεως, αποστέλλει ελλιπή διοικητικό  φάκελο με τυπικές απόψεις ή αποστέλλει τον διοικητικό φάκελο την παραμονή της δικασίμου, ώστε οι υπερασπιστές να ζητήσουν αναβολή για ενημερωθούν. Εξ αιτίας ελλείψεως διοικητικού φακέλου και απόψεων της διοικήσεως πολλές φορές το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να αναβάλει την έκδοση οριστικής απόφασης και να διατάξει, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 159 επ. του Κ.Δ.Δ., τη συμπλήρωση των αποδείξεων καθώς και να διαταχθεί το δημόσιο  να προσκομίσει στο Δικαστήριο τα στοιχεία που αναφέρονται στο διατακτικό της απόφασης.

Μ’ αυτό τον τρόπο δεκάδες υποθέσεις λιμνάζουν στα διοικητικά δικαστήρια και παρουσιάζεται εντονότερα το φαινόμενο της καθυστέρησης απονομής της δικαιοσύνης. Διατάξεις υπάρχουν αλλά δεν εφαρμόζονται από την δημόσια διοίκηση που εύκολα και συνήθως επικαλείται ως ευθύνη της καθυστέρησης όχι της δικές της ευθύνες αλλά τις δήθεν ευθύνες της δικαιοσύνης. Προκειμένου η δικαιοσύνη να εκπληρώσει τη συνταγματική της αποστολή, δηλαδή την επίλυση των διαφορών, οφείλει όχι μόνο να είναι πλήρης και αποτελεσματική, αλλά και να απονέμεται σε εύλογο χρονικό διάστημα. Αλλά και όταν η Δικαιοσύνη επιτέλους δικαιώνει τον πολίτη η μονίμως και διαρκώς παρανομούσα διοίκηση περιφρονεί την διάταξη των άρθρων 94, 95 παρ 5 του Σ «Η διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής γεννά ευθύνη για κάθε αρμόδιο όργανο, όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης της διοίκησης». και τον ν 3068/2002  και δεν εφαρμόζει συστηματικά τις δικαστικές αποφάσεις ακόμη και μετά  την εξάντληση όλων των ενδίκων μέσων  και αυτό δεν τιμά την Διοίκηση. Αληθινά σήμερα στον τόπο μας διεκδικούμε, τα αυτονόητα, τα δεδομένα, τα προφανή, διεκδικούμε τα κεκτημένα!

Θα ήταν άμεση λύση των προβλημάτων που προανέφερα : 1.Όλα τα έγγραφα να συλλέγονται με ηλεκτρονική μορφή και να δημιουργηθούν οι ψηφιακές βάσεις δεδομένων της Δικαιοσύνης, όποτε με τη ίδια συλλογιστική θα γίνεται ο ηλεκτρονικός φάκελος της υποθέσεως.

2.Η Επικοινωνία των δικαστηρίων και των δικαστών με όλες τις δημόσιες υπηρεσίες θα γίνεται μόνον ηλεκτρονικά μέσω ηλεκτρονικής διεύθυνσης, όπως και η αποστολή του φακέλου των διοικητικών υποθέσεων, με τεράστια επιτάχυνση απονομής  της.




 

10 Ιουνίου 2022

ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ,ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΣΤΗΝ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ , ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ,Ν 3028/2002,


                                                   


ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ,ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΣΤΗΝ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ , ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ,Ν 3028/2002


Αριθμός απόφασης:1449/2022


ΕΦ 3053/2020


ΤΟ


ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ


ΤΜΗΜΑ 3ο


ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ


Σ υ ν ε δ ρ ί α σ ε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2022, με δικαστή τον Άγγελο Σατλάνη, Εφέτη Διοικητικών Δικαστηρίων, και γραμματέα τη Βασιλική Καρακολτσίδου, δικαστική υπάλληλο,


γ ι α να δικάσει την έφεση με χρονολογία καταθέσεως 22.7.2020,


........

κ α τ ά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών.

Η κρίση του Δικαστηρίου είναι η εξής:


1. Επειδή, με την κρινόμενη έφεση, για την οποία έχει καταβληθεί, κατ’ άρθρο 277 του Κ.Δ.Δ., παράβολο 100 € (βλ. σχετικά το με κωδικό πληρωμής 342041891950 0914 0065 e-παράβολο της ΓΓΠΣ), ο εκκαλών ζητά, παραδεκτώς, την εξαφάνιση της 6315/2020 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα 29ο). Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε η από 30.12.2014 αγωγή του κατά του εφεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του τελευταίου να του καταβάλει, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, το ποσό των 19.844,93 €, ως αποζημίωση κατ' άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ, για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη λόγω της παράνομης, κατά τους ισχυρισμούς του, μη καταβολής αποζημιώσεως κατά τις διατάξεις του ν.3028/2002 εξαιτίας της ουσιώδους στέρησης της χρήσης αγρού, εμβαδού 11.962,50 τ.μ., που βρίσκεται στην θέση «* εντός της κτηματικής περιφέρειας της Τοπικής Κοινότητας * Επικουρικώς, ο εκκαλών ζητούσε με την ως άνω αγωγή του να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εφεσιβλήτου να του καταβάλει το προαναφερθέν ποσό, ως αποζημίωση κατ΄ άρθρο 24 παρ.6 του Συντάγματος.


2. Επειδή, το Σύνταγμα ορίζει στο άρθρο 24 ότι: «1.Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξή του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας … 2. ... 6. Τα μνημεία, οι παραδοσιακές περιοχές και τα παραδοσιακά στοιχεία προστατεύονται από το Κράτος. Νόμος θα ορίσει τα αναγκαία για την πραγματοποίηση της προστασίας αυτής περιοριστικά μέτρα της ιδιοκτησίας, καθώς και τον τρόπο και το είδος της αποζημίωσης των ιδιοκτητών». Με τις διατάξεις αυτές του Συντάγματος καθιερώνεται ειδική αυξημένη προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος, δηλαδή των μνημείων και λοιπών στοιχείων, που προέρχονται από την ανθρώπινη δραστηριότητα και συνθέτουν την ιστορική, καλλιτεχνική, τεχνολογική και εν γένει πολιτιστική κληρονομιά της Χώρας. Η προστασία αυτή περιλαμβάνει αφενός, μεν, τη διατήρηση στο διηνεκές των εν λόγω πολιτιστικών στοιχείων, αφετέρου δε τη δυνατότητα επιβολής γενικών περιορισμών ή ιδιαιτέρων μέτρων για την αποφυγή οποιασδήποτε βλάβης, αλλοίωσης ή υποβάθμισης του περιβάλλοντος στα μνημεία χώρου. Οι περιορισμοί αυτοί, ερειδόμενοι στο άρθρο 24 του Συντάγματος, μπορεί να έχουν, κατ΄ αρχήν, ευρύτερο περιεχόμενο από τους γενικούς περιορισμούς της ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 17 του Συντάγματος, δημιουργούν, όμως, υποχρέωση αποζημίωσης του θιγομένου ιδιοκτήτη κατά το άρθρο 24 παρ.6 του Συντάγματος, όταν δεσμεύουν ουσιωδώς την ιδιοκτησία κατά τον προορισμό της χάριν της προστασίας του πολιτιστικού περιβάλλοντος. Εξάλλου, ναι μεν το άρθρο 24 παρ.6 του Συντάγματος προβλέπει την έκδοση ειδικού νόμου, ο οποίος θα προβλέπει τα αναγκαία για την πραγματοποίηση της προστασίας αυτής περιοριστικά μέτρα της ιδιοκτησίας και θα ρυθμίζει τον τρόπο και το είδος της αποζημίωσης των ιδιοκτητών, αλλά ελλείψει του νόμου αυτού, εγεννάτο ευθεία από το Σύνταγμα υποχρέωση της Διοίκησης να εξασφαλίσει, παραλλήλως προς την προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος στο διηνεκές και το δικαίωμα αποζημίωσης του θιγομένου ιδιοκτήτη, ο οποίος μπορούσε να εγείρει τη σχετική αξίωσή του με αγωγή (πρβλ. ΣτΕ 678/2021, 1277/2016, 1228/2016, 2165/2013 επταμ., 3224/2009 επταμ., 3146/1986 Ολομ.).


3. Επειδή, περαιτέρω, με τον επακολουθήσαντα ν.3028/2002 (Α΄ 153) θεσπίσθηκαν διεξοδικές ρυθμίσεις για την προστασία των αρχαιοτήτων και της εν γένει πολιτιστικής κληρονομιάς. Ο νόμος αυτός απέβλεψε, όπως συνάγεται από την οικεία εισηγητική έκθεση, στην ικανοποίηση, μεταξύ άλλων, της ανάγκης εισαγωγής ενιαίας και συστηματικής νομοθεσίας για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, την οποία ανέδειξε η θετική, κατά τα λοιπά, εξέλιξη της υιοθέτησης «ρηξικέλευθων» λύσεων προστασίας από τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας κατ’ ευθεία εφαρμογή του άρθρου 24 παρ.6 του Συντάγματος, στην αντιμετώπιση του κλίματος αντίθεσης μεταξύ της ανάγκης προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς και των ιδιωτικών συμφερόντων, το οποίο μειώνει την αποτελεσματικότητα της ισχύουσας αρχαιολογικής νομοθεσίας, στην εξεύρεση λύσεων προστασίας με τη συνεργασία και τη συναίνεση των ιδιωτών, στη θέσπιση ενιαίων κανόνων επιβολής περιορισμών στο δικαίωμα της ιδιοκτησίας για λόγους προστασίας των μνημείων και των χώρων, στην υιοθέτηση κανόνων επιβράβευσης των πολιτών για την εύρεση αρχαίων και αποζημίωσής τους για τις δαπάνες για σχετικές εργασίες στα ακίνητά τους, στην εισαγωγή κανόνων σχετικών με την ένταξη των μνημείων στο χώρο, την προστασία του περιβάλλοντος χώρου και τη δημιουργία ζωνών προστασίας, καθώς και στην εξειδίκευση του γενικού κανόνα ότι η ιδιοκτησία και τα συναφή δικαιώματα ως προς τα μνημεία ασκούνται κατά τρόπο που συνάδει με την προστασία των μνημείων. Στο πλαίσιο αυτό και εξειδικεύοντας ορισμένους από τους ανωτέρω σκοπούς ο ν.3028/2002 που ετέθη σε ισχύ, κατά το άρθρο 75 αυτού, από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (28.6.2002), ορίζει στο άρθρο 18 ότι: «1. Το Δημόσιο μπορεί να προβαίνει με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Πολιτισμού, ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου, είτε στην ολική ή τη μερική απαλλοτρίωση είτε στην απευθείας εξαγορά μνημείου ή οποιουδήποτε ακινήτου μέσα στο οποίο υπάρχουν μνημεία, καθώς και παρακείμενων ακινήτων ή μνημείων, εάν αυτό κρίνεται απαραίτητο για την προστασία των μνημείων. 2. Με όμοια απόφαση, που εκδίδεται με την ίδια διαδικασία, είναι δυνατή είτε η ολική ή μερική απαλλοτρίωση είτε η απευθείας εξαγορά ακινήτου, εάν αυτό κρίνεται απαραίτητο για την προστασία αρχαιολογικών χώρων ή ιστορικών τόπων ή για τη διενέργεια ανασκαφών… 6. Η εισήγηση της Υπηρεσίας για ολική ή μερική απαλλοτρίωση ή απευθείας εξαγορά ακινήτου περιλαμβάνει την αιτιολογημένη απόρριψη άλλων λύσεων προστασίας των μνημείων, αρχαιολογικών χώρων ή ιστορικών τόπων, καθώς και τις βασικές κατευθύνσεις για τον τρόπο διατήρησης και ανάδειξής τους μέσα στο προς απαλλοτρίωση ακίνητο. 7. … 8. Εφόσον συναινεί ο ιδιοκτήτης, είναι δυνατή η ανταλλαγή ιδιωτικού ακινήτου με ακίνητο ίσης αξίας του Δημοσίου ή του Ο.Τ.Α. ή η αποζημίωση με άλλο νόμιμο τρόπο. Στις περιπτώσεις αυτές εκδίδεται κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Πολιτισμού...» και στο άρθρο 19 ότι: «1. Για την προστασία μνημείων, αρχαιολογικών χώρων ή ιστορικών τόπων ή για τη διενέργεια ανασκαφών ο Υπουργός Πολιτισμού μπορεί να επιβάλλει προσωρινή ή οριστική στέρηση ή περιορισμό της χρήσης ακινήτου. 2. Σε περίπτωση ουσιώδους προσωρινού περιορισμού ή ουσιώδους προσωρινής στέρησης της κατά προορισμό χρήσης του όλου ακινήτου, καταβάλλεται αποζημίωση, η οποία υπολογίζεται με βάση τη μέση κατά προορισμό απόδοση του ακινήτου πριν τον περιορισμό ή τη στέρηση της χρήσης, λαμβανομένης υπόψη και της ιδιότητας του ακινήτου ως μνημείου, εφόσον αυτή συντρέχει. 3. Σε περίπτωση ουσιώδους οριστικού περιορισμού ή οριστικής στέρησης της κατά προορισμό χρήσης του όλου ακινήτου καταβάλλεται πλήρης αποζημίωση. Και στην περίπτωση αυτή λαμβάνεται υπόψη η ιδιότητα του ακινήτου ως μνημείου, εφόσον αυτή συντρέχει. 4. Σε περίπτωση προσωρινής στέρησης της κατά προορισμό χρήσης του όλου ή μέρους ακινήτου μέσα στο οποίο υπάρχουν μνημεία ή άλλων παρακείμενων ακινήτων, εάν κρίνεται απαραίτητο για την προστασία των μνημείων αυτών, κάθε θιγόμενος μπορεί να υποβάλει αίτηση για αποζημίωση, για τον προσδιορισμό της οποίας εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 2. 5. Σε περίπτωση ουσιώδους οριστικού περιορισμού ή οριστικής στέρησης της κατά προορισμό χρήσης τμήματος του ακινήτου, που απαιτείται για την προστασία του μνημείου, η αποζημίωση καταβάλλεται για το τμήμα αυτό, μόνο εάν ο περιορισμός ή η στέρηση δεν επιφέρει ουσιώδη οριστικό περιορισμό ή οριστική στέρηση της κατά προορισμό χρήσης του όλου ακινήτου, οπότε καταβάλλεται η αποζημίωση που προβλέπεται στην παράγραφο 3. 6. Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη επιτροπής, διαπιστώνεται εάν συντρέχει περίπτωση καταβολής αποζημίωσης κατά τις παραγράφους 1 έως 5, καθώς και το ύψος της. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Πολιτισμού καθορίζεται η συγκρότηση και οι αρμοδιότητες της επιτροπής, η διαδικασία κατά την οποία γνωμοδοτεί, τα στοιχεία που λαμβάνει υπόψη, το είδος και ο τρόπος καταβολής της αποζημίωσης και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια. 7. Σε περίπτωση κατά την οποία το ποσό που έχει ή προβλέπεται να καταβληθεί ως αποζημίωση λόγω στέρησης ή περιορισμού χρήσης ακινήτου, προσεγγίζει την αξία του ακινήτου τότε αυτό κηρύσσεται απαλλοτριωτέο. 8. ...». Κατ΄ επίκληση της διάταξης του άρθρου 19 παρ.6 του νόμου αυτού εκδόθηκε η ΥΠΠΟ/ΓΝΟΣ/91/26.2.2003 απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Πολιτισμού (Β΄ 229), με την οποία συνεστήθησαν οι προβλεπόμενες στην εν λόγω διάταξη επιτροπές.


4. Επειδή, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, οι οποίες περιέχουν ολοκληρωμένο πλέγμα ρυθμίσεων για το θέμα της αποζημίωσης του ιδιοκτήτη ακινήτου επί του οποίου επιβάλλονται μέτρα περιοριστικά της ιδιοκτησίας με σκοπό την προστασία των στοιχείων του πολιτιστικού περιβάλλοντος, για τη διεκδίκηση της αποζημίωσης με βάση τις διατάξεις αυτές απαιτείται η υποβολή σχετικού αιτήματος του ενδιαφερόμενου ιδιοκτήτη, επί του οποίου αποφαίνεται ο Υπουργός Πολιτισμού με πράξη εκδιδόμενη ύστερα από γνώμη της οικείας επιτροπής. Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις αυτές του ν. 3028/2002, αν υποβληθεί σχετικό αίτημα από τον ιδιοκτήτη του βαρυνόμενου ακινήτου, η Διοίκηση οφείλει να διαλάβει ειδική κρίση εάν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής μιας από τις προβλεπόμενες στις ως άνω διατάξεις δυνατότητες, δηλαδή απ’ ευθείας εξαγοράς, αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ή καταβολής αποζημίωσης, ενόψει και του ισχύοντος στην περιοχή του ακινήτου πολεοδομικού καθεστώτος. Η απόφαση δε του Υπουργού Πολιτισμού, με την οποία ολοκληρώνεται η διαδικασία αυτή, αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, η οποία προσβάλλεται με αίτηση ακυρώσεως, δεδομένου ότι δεν προβλέπεται άλλο ένδικο βοήθημα κατ’ αυτής (πρβλ ΣτΕ 678/2021, 1880/2016 7μ., 4627/2013 7μ., 1284, 1277, 1228/2016, 2127/2014). Εφόσον δε με τις διατάξεις αυτές αναγνωρίζεται πλέον ρητώς δικαίωμα προς αποζημίωση λόγω επιβολής περιορισμών στην ιδιοκτησία για την προστασία πολιτιστικών στοιχείων και θεσπίζεται σχετική διαδικασία, ο ενδιαφερόμενος οφείλει να ασκήσει το δικαίωμά του με την τήρηση της διαδικασίας αυτής και δεν δικαιούται, πλέον, όπως είχε γίνει δεκτό υπό το προϊσχύσαν νομοθετικό καθεστώς, να ασκήσει αγωγή ερειδόμενη ευθέως στο άρθρο 24 παρ. 6 του Συντάγματος. Τούτο δε, γιατί με τις ανωτέρω ρυθμίσεις του άρθρου 19 του ν. 3028/2002 εξέλιπε το νομοθετικό κενό, για την κάλυψη του οποίου είχε γίνει δεκτή η δυνατότητα ευθείας αγωγής για αποζημίωση, έτσι ώστε η παράλειψη του νομοθέτη να θεσπίσει διατάξεις σχετικές με την αποζημίωση ιδιοκτήτη για την επιβολή ουσιωδών περιορισμών στην ιδιοκτησία του κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς να μην οδηγεί σε αδρανοποίηση της ρητής συνταγματικής επιταγής για την καταβολή αυτής της αποζημίωσης (πρβλ ΣτΕ 678/2021, 1880/2016 7μ., 4627/2013 7μ., 1284, 1277, 1228/2016, 2127/2014). Εξάλλου, μέσω της διαδικασίας αυτής, ο ενδιαφερόμενος δικαιούται να απαιτήσει την ικανοποίηση κάθε είδους αξιώσεών του που πηγάζουν από τους ανωτέρω συγκεκριμένους περιορισμούς της ιδιοκτησίας του, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι απαιτήσεις για την κατά το παρελθόν στέρηση της χρήσης της. Αν δε τα αιτήματα αυτά αφορούν τόσο τον παρόντα όσο και τον διαδραμόντα χρόνο, δεν αποκλείεται να υποβληθούν και από κοινού (πρβλ. ΣτΕ 678/2021, 1709/2018, 1880/2016). Μπορεί όμως ο θιγόμενος ιδιοκτήτης αντί της αίτησης ακυρώσεως ή μετά την ακύρωση της πράξης αυτής να ασκήσει αγωγή αποζημίωσης με βάση το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (Εισ.Ν.Α.Κ.), ισχυριζόμενος ότι η εκδιδόμενη επί της αίτησής του εκτελεστή διοικητική πράξη, που δέχεται μόνο εν μέρει ή απορρίπτει την αίτηση αυτή, είναι παράνομη και ζημιογόνος για τον ίδιο (πρβλ. ΣτΕ 678/2021, 1709/2018, 1228/2016, 4627/2013). Επομένως, μετά τη θέσπιση των ανωτέρω ρυθμίσεων (του ν. 3028/2002 και της ως άνω κοινής υπουργικής απόφασης), απαραδέκτως ασκείται αγωγή αποζημίωσης κατ’ ευθεία επίκληση του άρθρου 24 παρ. 6 του Συντάγματος από τον θιγόμενο από μέτρα περιοριστικά της ιδιοκτησίας του χάριν της προστασίας πολιτιστικών αγαθών (πρβλ. ΣτΕ 678/2021, 1284/2016).


5. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (ΕισΝΑΚ, π.δ/μα 456/1984, Α΄ 164) ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης, που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. ...». Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ευθύνη προς αποζημίωση γεννάται από μη νόμιμες πράξεις ή παραλείψεις και από μη νόμιμες υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου ή από παραλείψεις οφειλόμενων νόμιμων ενεργειών αυτών, εφόσον οι πράξεις, οι υλικές ενέργειες ή παραλείψεις αυτές συνάπτονται με την οργάνωση και λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών (πρβλ. ΣτΕ 1369/2018, 7μ., 2837-9/2017, 2327, 2669/2015, 1190/2014, 4279/2013 κ.ά.). Πάντως, απαραίτητη προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημίωσης είναι και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας ή παράλειψης υλικής ενέργειας του οργάνου και της επελθούσας ζημίας. Αιτιώδης δε σύνδεσμος υπάρχει, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η πράξη ή η παράλειψη ή η υλική ενέργεια ή η παράλειψη υλικής ενέργειας είναι επαρκώς ικανή (πρόσφορη) και μπορεί αντικειμενικά, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία (πρβλ. ΣτΕ 717, 969/2018, 710/2016, 4097, 3696 /2015, 2429, 2224, 2202/2014 κ.ά.) και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (πρβλ. ΣτΕ 1532/2018, 3292/2017, 4097/2015, 1855/2014, 2271/2013 7μ.).


6. Επειδή, τέλος, στο άρθρο 197 του προαναφερθέντος ΚΔΔ ορίζεται ότι: «1. Δεδικασμένο δημιουργείται από τις τελεσίδικες και τις ανέκκλητες αποφάσεις, εφόσον οι τελευταίες δεν υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας, ως προς το, ουσιαστικό ή δικονομικό, διοικητικής φύσης ζήτημα που με αυτές κρίθηκε, εφόσον τούτο τελεί σε άμεση και αναγκαία συνάρτηση προς το συμπέρασμα που με τις ίδιες έγινε δεκτό. Δεδικασμένο δημιουργείται, επίσης, και όταν το, κατά την προηγούμενη περίοδο ζήτημα, κρίθηκε παρεμπιπτόντως, αν το δικαστήριο ήταν καθ’ ύλην αρμόδιο να το κρίνει, και εφόσον η απόφασή του γι’ αυτό ήταν αναγκαία προκειμένου τούτο να αποφανθεί για το κύριο ζήτημα. 2. … 3. Το αναφερόμενο στις προηγούμενες παραγράφους δεδικασμένο ισχύει υπέρ και κατά εκείνων που διατέλεσαν διάδικοι …» και στο άρθρο 5 ότι: «1. Τα δικαστήρια δεσμεύονται από τις αποφάσεις άλλων διοικητικών δικαστηρίων, κατά το μέρος που αυτές αποτελούν δεδικασμένο, σύμφωνα με όσα ορίζουν οι σχετικές διατάξεις. 2. … 3. … 4. Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το δεδικασμένο και αυτεπαγγέλτως, εφόσον τούτο προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας». Κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 197 του Κ.Δ.Δ., ως κριθέν ζήτημα θεωρείται εκείνο, το οποίο αποτελεί αναγκαίο στήριγμα του συμπεράσματος που διατυπώνεται στο διατακτικό της απόφασης, όχι δε και κάθε άλλη κρίση της απόφασης, η οποία δεν είναι αναγκαία για την στήριξη του διατακτικού της (πρβλ. ΣτΕ 2625/2013, 3223/2008, 2564/2004).


7....... Το Μονομελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών (Τμήμα 26ο), με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή, κατά το το μέρος που ασκείτο επικουρικά κατ΄ επίκληση του άρθρου 24 παρ.6 του Συντάγματος ως απαράδεκτη, και ως αβάσιμη κατά το μέρος που ασκείτο κατ' επίκληση των διατάξεων του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ. Ειδικότερα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι εφόσον με την από 3.6.2014 αίτηση του εκκαλούντος δεν είχαν συνυποβληθεί όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά που τεκμηρίωναν τη συνδρομή των προϋποθέσεων καταβολής του αιτούμενου ποσού λόγω ουσιώδους οριστικής στέρησης χρήσης ακινήτου, δεν στοιχειοθετήθηκε παράλειψη της Διοίκησης να επιληφθεί και να εξετάσει το, ατελώς υποβληθέν, αίτημα, η δε προσκόμιση ενώπιον του δικαστηρίου του ως άνω εντύπου Ε9 δεν μπορεί να θεραπεύσει την παράλειψη προσκόμισης ενώπιον της διοικήσεως των απαιτούμενων δικαιολογητικών.


8. Επειδή, ήδη, με την κρινόμενη έφεση, ο εκκαλών ζητά την εξαφάνιση της ως άνω πρωτοδίκου αποφάσεως, προβάλλοντας ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των εν γένει αποδεικτικών στοιχείων δεν συμμορφώθηκε με το δεδικασμένο που απορρέει από την 2923/2016 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας και απέρριψε την αγωγή του, δεδομένου ότι, σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση, κρίθηκε τόσο το νόμιμο της υποβολής από τον ίδιο της από 3.6.2014 αιτήσεως για καταβολή της αιτούμενης αποζημιώσεως μετά των απαιτούμενων δικαιολογητικών όσο και η παράνομη παράλειψη των οργάνων του εφεσίβλητου να αποφανθούν επί της αιτήσεως αυτής, στοιχεία τα οποία κρίθηκαν με δύναμη δεδικασμένου και τελούν σε άμεση συνάρτηση προς τα γενόμενα δεκτά με την απόφαση αυτή. Εξάλλου, κατά τον αυτό ισχυρισμό του εκκαλούντος, εφόσον το Συμβούλιο της Επικρατείας, με την ως άνω απόφασή του, εξέτασε την νομιμότητα της προαναφερθείσας αιτήσεως καθώς και το ότι με αυτή είχαν συνυποβληθεί όλα τα απαιτούμενα εκ του νόμου δικαιολογητικά που τεκμηριώνουν την συνδρομή των προϋποθέσεων καταβολής του αιτούμενου ποσού αποζημιώσεως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεσμευόμενο από το σχετικό δεδικασμένο ως προς τα διοικητικής φύσεως ζητήματα αυτά, όφειλε να κρίνει ως μη νόμιμη την σιωπηρή απόρριψη της από 3.6.2014 αιτήσεώς του και συνακόλουθα να κρίνει ότι στοιχειοθετείται εν προκειμένω ευθύνη του εφεσιβλήτου προς αποκατάσταση της επελθούσας ζημίας από την μη καταβολή της ένδικης αποζημιώσεως. Περαιτέρω, ο εκκαλών, προβάλλει ότι, πέραν των ανωτέρω, εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν είχε υποβάλει όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, καθόσον από το περιεχόμενο της υποβληθείσας αιτήσεως προέκυπταν όλα τα αναγκαία στοιχεία που θεμελίωναν την αξίωσή του για αποζημίωση κατά τις διατάξεις του ν.3028/2002, η μη προσκόμιση δε κάποιων από αυτά (εκκαθαριστικά σημειώματα, δηλώσεις ΟΣΔΕ, Ε-9) δεν καθιστούσε σε κάθε περίπτωση την αίτησή του ατελή, όπως τούτο ισχύει άλλωστε και αναφορικά με την μη προσκόμιση ειδικότερα του εντύπου Ε-9, το οποίο δεν ήταν αναγκαίο, καθώς το ζήτημα της κυριότητας του επίμαχου αγρού αποδεικνυόταν από μόνη την προσκόμιση του τίτλου ιδιοκτησίας, ήτοι της πράξεως αποδοχής κληρονομίας, σε συνδυασμό με το πιστοποιητικό μεταγραφής του τίτλου αυτού στο αρμόδιο υποθηκοφυλακείο. Συνακόλουθα, κατά τον ισχυρισμό αυτό, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένως έκρινε το αίτημά του ως ατελώς υποβληθέν, ενώ αντιθέτως, όφειλε να κρίνει επί της βασιμότητας της αξιώσεώς του προς καταβολή της ένδικης αποζημιώσεως.


9. Επειδή, το Δικαστήριο, κατόπιν των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών, λαμβάνοντας υπόψη: α) ότι σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην 6η σκέψη, ως κριθέν ζήτημα, για το οποίο δημιουργείται δεδικασμένο, θεωρείται εκείνο, το οποίο αποτελεί αναγκαίο στήριγμα του συμπεράσματος που διατυπώνεται στο διατακτικό της απόφασης, β) ότι με την προαναφερθείσα 2923/2016 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ακυρώθηκε η παράλειψη της Διοίκησης να αποφανθεί επί της από 2.6.2014 αιτήσεως του εκκαλούντος ως προς την συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων των άρθρων 18 και 19 του ν.3028/2002 και να κρίνει, περαιτέρω, αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες στις διατάξεις αυτές προϋποθέσεις εφαρμογής τους για την αναγκαστική απαλλοτρίωση ή την εξαγορά του αγρού, καθώς και για την αποζημίωση του εκκαλούντος λόγω στέρησης της εκμετάλλευσης του εν λόγω αγρού, κρίνοντας ότι η σιωπηρή άρνηση να αποφανθεί η Διοίκηση επί της αίτησης του εκκαλούντος συνιστά παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, γ) ότι από την ως άνω απόφαση δημιουργείται δεδικασμένο μόνο ως προς το ζήτημα της άρνησης της διοικήσεως να αποφανθεί επί της αιτήσεως του εκκαλούντος και όχι επί της νομιμότητας της αιτήσεως αυτής ή της πληρότητας των προσκομισθέντων από τον εκκαλούντα στοιχείων, ως προς τα οποία δεν παράγεται δεδικασμένο από την απόφαση αυτή, δεδομένου ότι με την ίδια απόφαση δεν κρίθηκε η νομιμότητα της αιτήσεως ούτε εάν τα προσκομισθέντα από τον εκκαλούντα, ενώπιον της διοικήσεως, στοιχεία ήταν τα προβλεπόμενα εκ του νόμου και σύμφωνα με τα αιτηθέντα από τη διοίκηση, όπως αυτά καθορίσθηκαν με το *΄ ΕΠΚΑ προς τον εκκαλούντα, δ) ότι ο τελευταίος με την προαναφερθείσα αίτησή του συνυπέβαλε αντίγραφο του δελτίου αστυνομικής ταυτότητας, αντίγραφο της* αποδοχής κληρονομίας της Συμβολαιογράφου * και αντίγραφο του *πιστοποιητικού μεταγραφής της κ. Υποθηκοφύλακ*, όχι όμως έντυπο Ε9 επικυρωμένο από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., εκκαθαριστικά σημειώματα φόρου εισοδήματος και επικυρωμένη δήλωση Ο.Σ.Δ.Ε. (εάν ο αγρός καλλιεργείται), στοιχεία τα οποία και είχαν αιτηθεί από τον ίδιο σύμφωνα με το ανωτέρω * έγγραφο, τα οποία είναι κρίσιμα για τον προσδιορισμό, μεταξύ άλλων, και της αξίας του επίδικου ακινήτου προκειμένου να προσδιορισθεί το ύψος της σχετικής αποζημιώσεως και ε) ότι η έλλειψη των τελευταίων αυτών στοιχείων δεν μπορεί να καλυφθεί από την προσκόμιση άλλων στοιχείων (αποδοχή κληρονομίας και πιστοποιητικό μεταγραφής), ούτε άλλωστε από την προσκόμισή τους το πρώτον ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κρίνει ότι νομίμως απορρίφθηκε σιωπηρώς το υποβληθέν με την από * αίτηση του εκκαλούντος αίτημα περί καταβολής αποζημιώσεως ύψους 19.844,93 € κατά τις διατάξεις του ν.3028/2002, καθόσον η εν λόγω αίτηση του εκκαλούντος δεν συνοδευόταν από όλα τα προβλεπόμενα στοιχεία (πρβλ. ΣτΕ 1461/2018). Συνεπώς, δεν στοιχειοθετείται ευθύνη της διοικήσεως, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ομοίως, ορθά εκτίμησε τα πραγματικά περιστατικά, απορριπτομένων ως αβασίμων των περί του αντιθέτου προβαλλόμενων με την υπό κρίση έφεση. 


10. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω και μη προβαλλόμενου άλλου λόγου κατά της εκκαλούμενης αποφάσεως, η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί και να καταπέσει υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου το καταβληθέν παράβολο (άρθρο 277 παρ.9 του ΚΔΔ). Τέλος, κατ' εκτίμηση των περιστάσεων, πρέπει να απαλλαγεί ο εκκαλών των δικαστικών εξόδων του εφεσίβλητου (άρθρο 275 παρ.1 του ΚΔΔ).


ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ


Απορρίπτει την έφεση.



28 Μαΐου 2022

Ευθύνη αποζημίωσης του δημοσίου από έλλειψη προστασίας της ζωής και περιουσίας των πολιτών από βίαια επεισόδια ή έλλειψη αναγκαίων αστυνομικών μέτρων προστασίας

 



Ευθύνη αποζημίωσης του δημοσίου από έλλειψη προστασίας

της ζωής και περιουσίας των πολιτών από βίαια επεισόδια

ή έλλειψη αναγκαίων αστυνομικών μέτρων προστασίας

Αντώνη Π. Αργυρού

Δικηγόρου, τ. Αν.Νομικού Συμβούλου του Εθνικού και Καποδιστριακού

Πανεπιστημίου Αθηνών

 

«Το Σύνταγμα δεν ανέχεται να παραμείνουν αναποζημίωτες ζημίες,

που κάποιος υφίσταται από ενέργειες οποιουδήποτε κρατικού οργάνου»

(ΣτΕ 2527/2019)

 


ΝοΒ 70                                                                                                                                                                                                   47

 
Ι. Εισαγωγικά

 

1.- Το δικαίωμα στη ζωή είναι θεμελιώδες δικαίωμα για την ανθρώπινη ύπαρξη.

 Οι συνταγματικές προβλέψεις των άρθρων 2§1 και 5§2 ορθώνουν αδιαπέραστο προστατευτικό πλέγμα για την ανθρώπινη αξία και ζωή. (ΣτΕ 445/2022). Το άρθρο 2 §1 Συντάγματος  καθιερώνει ως πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας τον σεβασμό και την προστασία της αξίας του ανθρώπου. Σύμφωνα με το Σύνταγμα (άρθρο 5 § 2 Σ: «Όλοι όσοι βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς διάκριση εθνικότητας, φυλής, γλώσσας, θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων».

Διεθνούς σημασίας κείμενα είναι η Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (1948), το Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και το Διεθνές Σύμφωνο για τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματα (1966) του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ), καθώς και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία συνήφθη στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης το 1950 και την οποία εφαρμόζει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ).

Ειδικότερα: α) το δικαίωμα στη ζωή προστατεύεται στο 2ο άρθρο του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην ενότητα της Αξιοπρέπειας: «1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στη ζωή. 2. Κανείς δεν μπορεί να καταδικασθεί στην ποινή του θανάτου ούτε να εκτελεσθεί».

β)Είναι αναγνωρισμένο το δικαίωμα στη ζωή, στο 3ο άρθρο της Οικουμενικής Διακήρυξης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα: «Κάθε άτομο έχει δικαίωμα στη ζωή, την ελευθερία και την προσωπική του ασφάλεια»[1].

γ)Στο άρθρο 6 της Διεθνούς Σύμβασης για τα Πολιτικά Δικαιώματα αναγνωρίστηκε το «εγγενές δικαίωμα κάθε ανθρώπου να ζήσει. Αυτό το δικαίωμα πρέπει να προστατεύεται από το νόμο. Κανείς δεν θα αποστερηθεί τη ζωή του αυθαίρετα».

δ)Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256), στο άρθρο 2 αυτής, ορίζει ότι: «1. Το δικαίωμα εκάστου προσώπου εις την ζωήν προστατεύεται υπό του νόμου (…)».

Συμπερασματικά: Όπως επεσήμανε ο Καθηγητής Αντ. Μανιτάκης: «Η ζωή του ανθρώπου αποτελεί πρωταρχική φροντίδα του Συντάγματος. Όχι μόνον ως ατομικό δικαίωμα, όπως είναι το δικαίωμα να ζει καθένας τη ζωή του όπως θέλει, να ζει “ως βούλεταί τις”, αλλά και η ζωή ως αξία, που ο σεβασμός της “αποτελεί την πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας” (άρθρο 2 παρ.1 Σ)»[2].

 

 

2.-Το δικαίωμα ιδιοκτησίας:

Στο άρθρο 17 § 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, στο δε άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, το οποίο κυρώθηκε, μαζί με την Σύμβαση, με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/ 1974 (Α΄ 256) ορίζεται ότι: «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του ...». Με τις ανωτέρω διατάξεις προστατεύεται η περιουσία του ατόμου, στην οποία περιλαμβάνονται, κατ’ αρχήν, και τα ενοχικά δικαιώματα (Βλ.ΟλΣτΕ 1116/2014, 2115/2014 Ολ.). Η προστασία της περιουσίας των πολιτών από βίαια επεισόδια που εκδηλώνονται στο πλαίσιο οποιασδήποτε μορφής μαζικής κινητοποίησης αποτελεί υποχρέωση των αστυνομικών οργάνων, ενώ διακριτική ευχέρεια διαθέτουν μόνο ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα ενεργήσουν. Πότε συντρέχει υπέρβαση των άκρων ορίων της διακριτικής ευχέρειας. Αν τα αστυνομικά όργανα, αν και επεμβαίνουν και επιχειρούν, επιλέγουν την αποχή τους από κάθε ενέργεια ειδικώς προς το σκοπό της προστασίας της περιουσίας, αυτή είναι παράνομη.(βλ:ΣτΕ19641966,1971/2021,1049/2016 952/2010)

3.- Δικαίωμα του συνέρχεσθαι :

α)Στο άρθρο 11 του Συντάγματος  ορίζεται: «1. Οι Έλληνες έχουν το δικαίωμα να συνέρχονται ήσυχα και χωρίς όπλα. 2. Μόνο στις δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις μπορεί να παρίσταται η αστυνομία. Οι υπαίθριες συναθροίσεις μπορούν να απαγορευτούν με αιτιολογημένη απόφαση της αστυνομικής αρχής, γενικά, αν εξαιτίας τους επίκειται σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια, σε ορισμένη δε περιοχή, αν απειλείται σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής, όπως νόμος ορίζει».

β)Στο Άρθρο 11 της Ευρωπαϊκής Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου – (Ελευθερία του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι) 1. «Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν του συνέρχεσθαι ειρηνικώς και εις την ελευθερίαν συνεταιρισμού συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος ιδρύσεως μετ' άλλων συνδικάτων και προσχωρήσεως εις συνδικάτα επί σκοπώ προασπίσεως των συμφερόντων του. 2. Η άσκησις των δικαιωμάτων τούτων δεν επιτρέπεται να υπαχθή εις ετέρους περιορισμούς πέραν των υπό του νόμου προβλεπομένων και αποτελούντων αναγκαία μέτρα εν δημοκρατική κοινωνία, δια την εθνικήν ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν, την προάσπισιν της τάξεως και πρόληψιν του εγκλήματος, την προστασίαν της υγείας και της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων. Το παρόν άρθρον δεν απαγορεύει την επιβολήν νομίμων περιορισμών εις την άσκησιν των δικαιωμάτων τούτων υπό μελών των ενόπλων δυνάμεων, της αστυνομίας ή των διοικητικών υπηρεσιών του Κράτους. Το συνταγματικό δικαίωμα της συνάθροισης (ή του συνέρχεσθαι) περιλαμβάνει την ελευθερία οργάνωσης, διεξαγωγής, και συμμετοχής σε δημόσια, προγραμματισμένη ή αυθόρμητη, συγκέντρωση ιδιωτών, σε κλειστό ή υπαίθριο χώρο, με τον κοινό σκοπό είτε να εκφράσουν ή να ανταλλάξουν γνώμες ή πληροφορίες είτε να εκδηλώσουν ή να προβάλουν γνώμες, φρονήματα ή αιτήματα. Φορείς του σχετικού δικαιώματος είναι τα πρόσωπα που διοργανώνουν και συμμετέχουν στη συνάθροιση, η δε παρεχόμενη σ’ αυτά συνταγματική προστασία νοείται μόνο έναντι του κράτους και των λοιπών φορέων δημόσιας εξουσίας. Η κατοχύρωση της ελευθερίας συναθροίσεων από το άρθρο 11 παρ. 1 του Συντάγματος δεν υποβάλλεται κατά την άποψη μας σε επιφύλαξη νόμου, αλλά η άσκησή της υπάγεται στους γενικούς περιορισμούς της κειμένης ποινικής και λοιπής νομοθεσίας, ώστε να μη θίγονται προστατευόμενα δικαιώματα ή έννομα αγαθά τρίτων (ζωή, τιμή, περιουσία κλπ.).(Βλ ΑΠ 913/2015). Το Κράτος είναι υποχρεωμένο να προστατεύει όλα τα έννομα αγαθά των πολιτών και να διασφαλίζει την ακώλυτη άσκηση όλων των δικαιωμάτων τους. (Σ.τ.Ε. 28/2000, 3919/2001, 307/2007, 648, 1364, 1677/2008) Μεταξύ δε των υπό του Συντάγματος προστατευόμενων ατομικών δικαιωμάτων είναι και εκείνο του συνέρχεσθαι, με βάση το οποίο οι πολίτες δύνανται να συμμετέχουν ελεύθερα σε πορείες και διαδηλώσεις, το δικαίωμα όμως αυτό πρέπει να ασκείται ειρηνικά και χωρίς όπλα. (βλ. ΓΝΜΔ Εισ, ΑΠ 14/2007).

 γ)Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως(ΦΕΚ 131/Α/10.7.2020) ο Νόμος 4703/ 2020 «Δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις και άλλες διατάξεις». Ρυθμίζει θέματα που αφορούν τις δημόσιες συναθροίσεις προσώπων, υποχρέωση γνωστοποίησης, οργάνωση, υποχρεώσεις οργανωτή, πραγματοποίηση, διακοπή – απαγόρευση διεξαγωγής δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης, Υποχρεώσεις της αστυνομικής και λιμενικής αρχής.  Επισημαίνεται ότι στο άρθρο 13 του νόμου ορίζεται ότι «Ο οργανωτής δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης ευθύνεται για την αποζημίωση όσων υπέστησαν βλάβη της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας και της ιδιοκτησίας από τους συμμετέχοντες στη δημόσια υπαίθρια συνάθροιση. Από την ευθύνη αυτή απαλλάσσεται, εάν είχε γνωστοποιήσει εγκαίρως τη διεξαγωγή της συνάθροισης και αποδεικνύει ότι έχει τηρήσει τις υποχρεώσεις του, όπως αυτές αναφέρονται περιοριστικά στις περ. α΄, β΄ και γ΄ του άρθρου 4».

 

IΙ.-To δικαίωμα αποζημιώσεως:

Ο Εισαγωγικός Νόμος του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α΄ 164) στο άρθρο 105 ορίζει ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος …».

1.-Κατά την έννοια του προαναφερθέντος άρθρου, γεννάται ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση για ζημία, η οποία προκλήθηκε από την πλημμελή εκτέλεση ή την παράλειψη εκτελέσεως από τα όργανά του επιβεβλημένου σ’ αυτά εκ του νόμου καθήκοντος[3]. Περαιτέρω, κατά την έννοια της αυτής ως άνω διατάξεως, η υποχρέωση του Δημοσίου προς αποζημίωση αίρεται στην περίπτωση που η γενεσιουργός της ζημίας πράξη ή παράλειψη[4] ή υλική ενέργεια ή παράλειψη υλικής ενέργειας έλαβε χώρα κατά παράβαση διατάξεως, η οποία έχει θεσπισθεί αποκλειστικά χάριν του γενικού συμφέροντος, όχι όμως και στην περίπτωση που η παραβιασθείσα διάταξη αποβλέπει, παραλλήλως με την προστασία του γενικού συμφέροντος, και στην προστασία δικαιώματος ή συμφέροντος των κατ’ ιδίαν προσώπων. Επίσης, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση γεννάται όχι μόνον από την έκδοση μη νόμιμης εκτελεστής διοικητικής πράξης ή από τη μη νόμιμη παράλειψη έκδοσης τέτοιας πράξης, αλλά και από μη νόμιμες υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου ή από παραλείψεις οφειλόμενων νόμιμων υλικών ενεργειών αυτών, εφόσον οι υλικές αυτές ενέργειες ή παραλείψεις συνάπτονται με την οργάνωση και λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών. Εξάλλου, υπάρχει ευθύνη του Δημοσίου, τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, όχι μόνον όταν με πράξη ή παράλειψη οργάνου του παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου, αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης (βλ. ΣτΕ 1048-1049/ 2016, 4283/2014, 1590/2010, 1364/2008, 648/2008, 307/2007, 3706/2001, 3919/2001, 28/2000 κ.ά.).

 

2. Η αποζημίωση

 

2.1.- Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικος, γεννάται ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση για ζημία, η οποία προκλήθηκε από την πλημμελή εκτέλεση ή την παράλειψη εκτελέσεως από τα όργανά του του επιβεβλημένου σ’ αυτά εκ του νόμου καθήκοντος. Η υποχρέωση του Δημοσίου προς αποζημίωση αίρεται στην περίπτωση που η γενεσιουργός της ζημίας πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια ή παράλειψη υλικής ενέργειας έλαβε χώρα κατά παράβαση διατάξεως, η οποία έχει θεσπισθεί αποκλειστικά χάριν του γενικού συμφέροντος, όχι όμως και στην περίπτωση που η παραβιασθείσα διάταξη αποβλέπει, παράλληλα με την προστασία του γενικού συμφέροντος, και στην προστασία δικαιώματος ή συμφέροντος των κατ’ ιδίαν προσώπων. (Βλ. ΣτΕ 1491/2010 1677/2008, 648/2008, 307/20

2.2.- Υπάρχει ευθύνη του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου[5], τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, όχι μόνον όταν με πράξη ή παράλειψη οργάνου των νομικών αυτών προσώπων παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου, αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κειμένη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστεως (ΣτΕ 2796/2006 7μ., 2741/2007, 1019/2008, 4133/2011 7μ, 2669/2015, 1608/2016)

2.3.-Δεν υφίσταται υποχρέωση αποζημίωσης όταν πρόκειται περί ασυνήθων περιπτώσεων που υπερβαίνουν τις δυνατότητες της αστυνομικής δυνάμεως και ανάγονται έτσι στην έννοια της ανωτέρας βίας (ΣτΕ 952/2010, 2741/2007, 1048-1049/2016, βλ. όμως ΣτΕ 2875/2020, επίσης, ΑΠ 106/1969, 1616/198).

Με τις με αριθμούς 2874, 2875 και 2876/2020 Αποφάσεις του ΣτΕ, κρίθηκε σε περίπτωση μεγάλης πυρκαγιάς ότι δεν θεμελιωνόταν στην συγκεκριμένη  περίπτωση  ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου στην προκειμένη περίπτωση και ότι οι ζημίες που υπέστησαν οι ενάγοντες οφείλονταν σε ανωτέρα βία και όχι σε ολιγωρία των οργάνων της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

2.4.- Η πράξη ή η παράλειψη ή υλική ενέργεια ή παράλειψη υλικής ενέργειας αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος[6], περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΣτΕ 334/2008 7μ.,1019/2008, 1243/2010, 424, 1219/2012, 3362/2013, 2668/2015, 710/2016, 2091/2017 κ.ά.).

2.5.- Στην περίπτωση κατά την οποία τα αστυνομικά όργανα, αν και επεμβαίνουν και επιχειρούν, δεν λαμβάνουν κανένα συγκεκριμένο μέτρο για να προστατεύσουν την περιουσία του πολίτη, η επιλογή της αποχής τους από κάθε ενέργεια ειδικώς προς τον σκοπό της προστασίας του ανωτέρω αγαθού συνιστά υπέρβαση των άκρων ορίων της διακριτικής ευχέρειάς τους και για τον λόγο αυτό είναι παράνομη (ΣτΕ 944/2005, 1677/2008, 1972/2021).

ΙΙΙ. Η ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ:

3.- Η ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΖΗΜΙΕΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ[7]  ΑΠΟ ΔΙΑΔΗΛΩΣΕΙΣ :

Ειδικότερα η νομολογία έχει δεχθεί:

3.1.- Στις 24 Σεπτεμβρίου 1998, ομάδες διαδηλωτών, αφού πραγματοποίησαν συγκέντρωση και πορεία διαμαρτυρίας, κατέλαβαν το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και, ακολούθως, κατά τις βραδινές ώρες, προκλήθηκαν σοβαρά επεισόδια, με αποτέλεσμα να υποστούν σημαντικές καταστροφές πολλά από τα καταστήματα της περιοχής, μεταξύ των οποίων και το κατάστημα ** εταιρείας (επιχείρηση πωλήσεως ενδυμάτων) επί της οδού Σ.** Το ΣτΕ με την με αριθ. 28/2000 Απόφαση του έκρινε ότι σύμφωνα με το άρθρο 4 § 1 και 3 του ν. 1481/ 1984 (φ. 152), ο κλάδος αστυνομίας τάξης (ο οποίος, κατά το άρθρο 2 του νόμου αυτού, ανήκει στις κεντρικές υπηρεσίες του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως) έχει ως ειδικότερη αποστολή, εκτός άλλων, την «απρόσκοπτη κοινωνική διαβίωση των πολιτών» καθώς και την «προστασία των ατομικών ελευθεριών του πολίτη», μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 17 του Συντάγματος, και το δικαίωμα της ιδιοκτησίας. Έτσι, η διάταξη αυτή, παράλληλα με την προστασία του γενικού συμφέροντος, αποβλέπει και στην προστασία των περιουσιών των καθ’ έκαστον ατόμων, ως εκ τούτου δε, η παραβίασή της από κρατικά όργανα, με πράξεις ή παραλείψεις τους κατά την ενάσκηση της δημόσιας εξουσίας τους, δύναται να στοιχειοθετήσει, υποχρέωση του Δημοσίου προς αποζημίωση, κατά το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα[8] (πρβλ. ΣτΕ 1364/2008, 1677/2008).

3.2.-Με την απόφαση 1364/2008 του ΣτΕ αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του Δημοσίου να καταβάλει αποζημίωση, κατ’ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, για τις προκληθείσες ζημίες στην περιουσία εταιρείας από τις επιθέσεις των διαδηλωτών, κατά την επέτειο του Πολυτεχνείου, την 17η.11.1989.

3.3.- Με τις 1964 έως 1972/2021 Αποφάσεις του ΣτΕ επισημαίνεται ότι: «Η προστασία της περιουσίας των πολιτών από βίαια επεισόδια που εκδηλώνονται στο πλαίσιο οποιασδήποτε μορφής μαζικής κινητοποίησης πολιτών αποτελεί υποχρέωση των αστυνομικών οργάνων, η εκπλήρωση της οποίας δεν εναπόκειται στην διακριτική τους ευχέρεια. Επομένως, αν τα αστυνομικά όργανα παραλείψουν παντελώς να επέμβουν για να προστατεύσουν την περιουσία του πολίτη η οποία απειλείται, υπό τις ανωτέρω περιστάσεις, η παράλειψη αυτή είναι παράνομη και συνεπώς συντρέχει η απαιτούμενη για την θεμελίωση αστική ευθύνη του Δημοσίου». Οι Αποφάσεις αυτές έκριναν ότι: «διακριτική ευχέρεια διαθέτουν τα αστυνομικά όργανα μόνο ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα ενεργήσουν, δηλαδή ως προς την επιλογή του είδους των μέτρων που πρέπει να λάβουν προς εκπλήρωση της υποχρέωσης τους, δυνάμενα -κατόπιν εκτίμησης- να επιλέξουν και να εφαρμόσουν το καταλληλότερο για την συγκεκριμένη περίπτωση επιχειρησιακό σχέδιο. Στην ειδικότερη περίπτωση κατά την οποία τα αστυνομικά όργανα αν και επεμβαίνουν και επιχειρούν, δεν λαμβάνουν κανένα συγκεκριμένο μέτρο για να προστατεύσουν την περιουσία του πολίτη, η επιλογή της αποχής τους από κάθε ενέργεια, ειδικώς προς το σκοπό του αγαθού της περιουσίας, συνιστά υπέρβαση των άκρων ορίων της ευχέρειας τους και για το λόγο αυτό είναι παράνομη».

Η προβληματική μας είναι ότι τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται για την προστασία της περιουσίας, να μην αφορούν ασυνήθεις περιπτώσεις, όπως έχει κριθεί σε άλλες αποφάσεις του ΣτΕ

Οι με αριθ. 1964 έως 1972/2021 Αποφάσεις του ΣτΕ αναφέρονται στα στοιχεία που συνιστούν την προβλεψιμότητα των βίαιων επεισοδίων μεγάλης έντασης και έκτασης με ζημιογόνες συνέπειες. Βίαια επεισόδια, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και ιδίως με βάση τις κρατούσες κάθε φορά κοινωνικές συνθήκες, «αποτελούν συνήθη ή τουλάχιστον δεν αποτελούν ασυνήθη κατάσταση» τη στιγμή μάλιστα που υπάρχουν πληροφορίες ή σοβαρές ενδείξεις για «μαζική κινητοποίηση εξαγριωμένων ή αγανακτισμένων πολιτών ή κοινωνικών ομάδων».

Κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, προσθέτουν οι με αριθ. 1964 έως 1972/2021 Αποφάσεις του ΣτΕ, «η είδηση θανάτου ανηλίκου στην περιοχή των Εξαρχείων από πυροβολισμό αστυνομικού είναι λίαν πιθανό έως αναμενόμενο να προκαλέσει έντονη κοινωνική αντίδραση, να οδηγήσει σε άμεση μαζική κινητοποίηση πολιτών στα αστικά κέντρα και συνακόλουθα να πυροδοτήσει ανά πάσα στιγμή κοινωνική έκρηξη». Αναφέρεται στις 1964 έως 1972/2021 Αποφάσεις του ΣτΕ, ότι «πολλώ μάλλον δεν συνιστούν περίπτωση ανωτέρας βίας, βίαια επεισόδια και βανδαλισμοί που λαμβάνουν χώρα στο πλαίσιο προγραμματισμένης πορείας διαμαρτυρίας όταν για το ίδιο γεγονός που πυροδότησε την διαμαρτυρία έχουν ήδη λάβει χώρα βίαια περιστατικά μεγάλης έντασης και έκτασης, καθώς και εκτεταμένες φθορές και καταστροφές είτε στην ίδια περιοχή είτε σε άλλη, εφόσον ανά πάσα στιγμή μια τέτοια εξέλιξη είναι αναμενόμενη με μεγάλη πιθανότητα και άρα είναι δυνατόν να προβλεφθεί και να αποτραπεί με άμεση ενέργεια και λήψη όλων των ενδεδειγμένων μέτρων, λαμβανομένης υπόψη της εξουσίας των αστυνομικών οργάνων να επιβάλλουν περιορισμούς στην διεξαγωγή συγκεντρώσεων ή συναθροίσεων ή να διυλίσουν συγκεντρώσεις και συναθροίσεις οι οποίες εκ του ότι εκτρέπονται σε πράξεις βίας κατά προσώπων είναι παράνομες».

Παρατηρούμε στην νομολογία που προαναφέρθηκε ότι: α) υφίσταται ευθύνη της Ελληνικής Πολιτείας για την αποζημίωση των πολιτών από ζημίες που υπέστη η περιουσία τους, συνεπεία βίαιων γεγονότων, διότι η από το Σύνταγμα προστατευόμενη περιουσία των πολίτων αποτελεί υποχρέωση των αστυνομικών οργάνων, η εκπλήρωση της οποίας δεν εναπόκειται στην διακριτική τους ευχέρεια β) η επιλογή της αποχής των αστυνομικών οργάνων από κάθε ενέργεια, προς το σκοπό προστασίας του αγαθού της περιουσίας, συνιστά υπέρβαση των άκρων ορίων της ευχέρειας τους και για το λόγο αυτό είναι παράνομη και γ) δεν συνιστούν περίπτωση ανωτέρας βίας, βίαια επεισόδια και βανδαλισμοί που λαμβάνουν χώρα στο πλαίσιο προγραμματισμένης πορείας διαμαρτυρίας.

4.- Ο ν. 4703/2020 [9]

4.1. Η εκτίμηση των συγκεκριμένων περιστατικών εξετάζεται σε συνάρτηση με την προβλεψιμότητα των γεγονότων και τον τρόπο αντιμετωπίσεως τους από τις αστυνομικές αρχές, σύμφωνα με τον πρόσφατο νόμο 4703/2020 (ΦΕΚ Α΄ 131/10.07.2020) με τίτλο: «Δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις και άλλες διατάξεις». Το πρώτο κεφάλαιο περιλαμβάνει γενικές διατάξεις σχετικά με τους σκοπούς και τις υποχρεώσεις του οργανωτή και της αστυνομικής και λιμενικής αρχής. Στο δεύτερο κεφάλαιο προβλέπονται οι περιπτώσεις απαγόρευσης, περιορισμών και διάλυσης των δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων, στο τρίτο κεφάλαιο περιγράφονται οι διαδικαστικές εγγυήσεις και στο τέταρτο κεφάλαιο προσδιορίζονται οι ποινικές και αστικές κυρώσεις. Τέλος, με το δεύτερο μέρος του άνω νόμου, ρυθμίζονται ζητήματα αρμοδιότητας της γενικής γραμματείας δημόσιας τάξης. Σκοπός του νόμου η διασφάλιση της άσκησης του δικαιώματος του συνέρχεσθαι δημοσίως σε υπαίθριο χώρο, σύμφωνα με το άρθρο 11 του Συντάγματος και το άρθρο 11 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), κατά τρόπον ώστε να μην εκτίθεται σε σοβαρό κίνδυνο η δημόσια ασφάλεια και να μην διαταράσσεται υπέρμετρα η κοινωνικοοικονομική ζωή ορισμένης περιοχής. Επισημαίνεται ότι στο άρθρο 13 του νόμου προβλέπεται ότι: «Όσοι αλλοιώνουν ή επιχειρούν να αλλοιώσουν με βιαιοπραγίες τον ειρηνικό χαρακτήρα δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών.»

4.2. Ο οργανωτής δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης ευθύνεται για την αποζημίωση όσων υπέστησαν βλάβη της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας και της ιδιοκτησίας από τους συμμετέχοντες στη δημόσια υπαίθρια συνάθροιση. Από την ευθύνη αυτή απαλλάσσεται, εάν είχε γνωστοποιήσει εγκαίρως τη διεξαγωγή της συνάθροισης και αποδεικνύει ότι έχει τηρήσει τις υποχρεώσεις του, όπως αυτές αναφέρονται περιοριστικά στις περ. α', β' και γ' του άρθρου 4».

Η διάταξη αυτή θα κριθεί αν είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα και την ΕΔΔΑ, αφού δημιουργεί θέμα αντικειμενικής ποινικής και αστικής ευθύνης στον οργανωτή[10]. Το ζήτημα έχει αντιμετωπίσει το ΕΔΔΑ στην υπόθεση EZELIN c. FRANCE (Requête no11800/85)[11]. Η υπόθεση αφορούσε την επιβολή πειθαρχικής ποινής στον προσφεύγοντα, ο οποίος ήταν τότε αντιπρόεδρος του Συνδικάτου δικηγόρων της Γουαδελούπης, για τη συμμετοχή του σε διαδήλωση - κατά τη διάρκεια της οποίας διατυπώθηκαν προσβλητικά σχόλια - που είχε διοργανωθεί από κινήματα για την ανεξαρτησία της Γουαδελούπης και συνδικαλιστικές οργανώσεις στην Basse-Terre (ως διαμαρτυρία κατά δύο δικαστικών αποφάσεων που επέβαλλαν ποινές φυλάκισης και πρόστιμα σε τρεις ακτιβιστές, για καταστροφές σε δημόσια κτίρια), και την άρνησή του να καταθέσει ως μάρτυρας ενώπιον του ανακριτή.Παραβίαση του Άρθρου 11 κατά το ΕΣΔΑ: Παρόλο που η ποινή είχε κατά βάση ηθικό χαρακτήρα, το Δικαστήριο θεώρησε ότι «η ελευθερία συμμετοχής σε ειρηνική συνάθροιση – εν προκειμένω σε διαδήλωση που δεν είχε απαγορευθεί - είναι τόσο σημαντική που δεν μπορεί να περιορισθεί με κανένα τρόπο, ακόμη και για ένα δικηγόρο, στο μέτρο που το εν λόγω πρόσωπο δεν διαπράττει το ίδιο μεμπτές πράξεις υπό αυτή την περίσταση».

5.- Η ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ( Θανάσιμος τραυματισμός από αστυνομικούς)

 To δικαίωμα στη ζωή σε επίπεδο διεθνούς δικαίου, προστατεύεται με το άρθρο 2 § 1 της κυρωθείσης με το ν.δ. 53/1974 (Α 256) Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), σύμφωνα με το οποίο «το δικαίωμα εκάστου προσώπου εις την ζωήν προστατεύεται υπό του νόμου», με το άρθρο 6 § 1 του κυρωθέντος με το ν. 2462/1997 (Α 25) Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, του Προαιρετικού Πρωτοκόλλου στο Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και του Δευτέρου Προαιρετικού Πρωτοκόλλου στο Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα σχετικού με την κατάργηση της ποινής του θανάτου, σύμφωνα με το οποίο «Το δικαίωμα στη ζωή είναι εγγενές στον άνθρωπο. Το δικαίωμα αυτό πρέπει να προστατεύεται από το νόμο».

5.1.- Στην απόφαση 320/2022 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών που αφορά την υπόθεση αποζημίωσης της οικογένειας του άτυχου 11χρονου Μ Σ που έχασε τη ζωή του από αδέσποτη σφαίρα, ενώ βρισκόταν στο προαύλιο του σχολείου στις 8 Ιουνίου του 2017, κρίθηκε ότι η παράλειψη μέτρων προστασίας από τα αστυνομικά όργανα και λήψης προληπτικών μέτρων για τον έλεγχο της εγκληματικότητάς στοιχειοθετεί, εν προκειμένω, ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου, κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ βλ. σκ. 10. «… Επειδή, με δεδομένα τα ανωτέρω εκτεθέντα, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη ότι το ένδικο τραγικό συμβάν συνέβη κατά τη διάρκεια σχολικής εκδήλωσης στο 6ο Δημοτικό σχολείο, το οποίο βρίσκεται σε περιοχή αυξημένης επικινδυνότητας, γεγονός που δεν αμφισβητείται από το εκκαλούν, αφού γειτνιάζει με τις δυο χαρτογραφημένες ως πλέον επικίνδυνες περιοχές του Δήμου Αχαρνών, η εγκληματικότητα των οποίων μάλιστα εκφεύγει των ορίων τους (βλ. σχετικώς την αναφερόμενη στη Δ.Ε. Αχαρνών περιγραφή της κατάστασης, στα προαναφερθέντα επιχειρησιακά σχέδια της αστυνομίας), κρίνει ότι το εναγόμενο παρέλειψε να λάβει, δια των αστυνομικών οργάνων του, τα προσήκοντα αποτελεσματικά μέτρα προστασίας της περιοχής, όπου βρισκόταν το σχολικό συγκρότημα. Ειδικότερα, τα αστυνομικά όργανα παρέλειψαν ή σε κάθε περίπτωση, δεν εφάρμοσαν ορθά και αποτελεσματικά, τα προληπτικά μέτρα για τον έλεγχο της εγκληματικότητας της περιοχής, που είχαν εκπονηθεί με τους ανωτέρω Επιχειρησιακούς Σχεδιασμούς με σκοπό να αποθαρρύνουν την εκδήλωση εγκληματικών ενεργειών, μεταξύ των οποίων και την παράνομη και άσκοπη χρήση όπλων. Ήτοι, να διαθέσουν ικανό αριθμό αστυνομικών μονάδων κατάλληλα εκπαιδευμένων σε ενισχυμένες εποχούμενες και πεζές περιπολίες καθόλη τη διάρκεια του 24ώρου, με εντατικοποίηση κατά τη διάρκεια των νυχτερινών ωρών, και ειδικότερα πλησίον σχολικών μονάδων, ενόψει και του γεγονότος ότι υπήρχαν ήδη σχετικά εγκληματικά περιστατικά από αδέσποτες βολίδες, ώστε να είναι πρόσφορα και ικανά να αποτρέψουν ένα ακόμα εγκληματικό περιστατικό. Τα μέτρα που λήφθηκαν, κατά του ισχυρισμούς του εκκαλούντος, αποδείχθηκαν ανεπαρκή. Περαιτέρω, η ανωτέρω παράλειψη εντός και περιμετρικά των Τομέων αυξημένης εγκληματικότητας Α΄ και Β΄, συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο συμβάν, καθόσον η αστυνόμευση και φύλαξη της περιοχής θα ήταν ικανή και πρόσφορη, κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας και τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να αποθαρρύνει την εκδήλωση εγκληματικών ενεργειών, μεταξύ των οποίων και την παράνομη και άσκοπη χρήση όπλων, πλησίον των σχολείων της επίμαχης περιοχής, και επομένως να αποτρέψει το ένδικο τραγικό συμβάν. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος Δημοσίου, ότι δεν συντρέχει η παρανομία την οποία δέχθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, καθόσον τα αστυνομικά όργανα, έλαβαν στο πλαίσιο της διακριτικής τους ευχέρειας, τα ενδεδειγμένα, κατά την κρίση τους, μέτρα προς αντιμετώπιση των εγκληματικών περιστατικών της περιοχής, χωρίς να αποδεικνύεται ότι έκαναν κακή χρήσης της ευχέρειας αυτής, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, η αναγκαιότητα λήψης αστυνομικών μέτρων πρόσφορων και αποτελεσματικών για την προστασία της περιοχής αυτής και ειδικά των σχολικών συγκροτημάτων, που, όπως είναι κοινώς γνωστό, αποτελούν χώρο συγκέντρωσης ατόμων με παραβατική συμπεριφορά (όπως διάθεση ναρκωτικών ουσιών, επίλυση θεμάτων «αντίπαλων ομάδων»), ενόψει της ύπαρξης παρόμοιων βίαιων περιστατικών στο πρόσφατο παρελθόν, της ανθεκτικότητας που παρουσίαζε η εγκληματικότητα τα τελευταία χρόνια παρά τα εκπονηθέντα επιχειρησιακά μέτρα, αλλά και το φαινόμενο της ευρείας κατοχής και χρήσης όπλων στην περιοχή, είναι προφανής, καθιστώντας παράνομη την παράλειψη λήψης αυτών, ως τελούμενη καθ’ υπέρβαση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στην αστυνομία προς επιλογή των εκάστοτε ενδεικνυόμενων μέτρων αστυνόμευσης. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί περί έλλειψης αιτιώδους συνδέσμου, ανωτέρας βίας, μεσολάβησης αναπότρεπτης ενέργειας τρίτου και θεμελίωσης ευθύνης εκ του αποτελέσματος τυγχάνουν ομοίως απορριπτέοι, ενόψει όλων των ανωτέρω. Εξάλλου, και τα λοιπά περιστατικά εγκληματικότητας, αποδεικνύουν έλλειψη κατάλληλου σχεδιασμού και πλημμελή άσκηση των καθηκόντων των οργάνων της Ελληνικής Αστυνομίας και όχι τη συνδρομή τυχαίου γεγονότος ή γεγονότος που οφείλεται σε ανώτερη βία. Η πλημμελής αυτή άσκηση των καθηκόντων των αστυνομικών οργάνων οδήγησε ευθέως και αμέσως στο ένδικο γεγονός και συνεπώς τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς το τραγικό συμβάν. Συνεπώς, ενόψει όλων των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι στοιχειοθετείται, εν προκειμένω, ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου, κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, όπως ορθά, αν και με άλλη αιτιολογία, έκρινε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση, απορριπτόμενων ως αβάσιμων, όλων των περί του αντιθέτου λόγων του εκκαλούντος …».

Θεωρούμε άξιο επισήμανσης, ότι στο πλαίσιο της «υπερασπιστικής του γραμμής» το ΝΣΚ[12] ισχυρίστηκε ότι η αγωγή πρέπει να απορριφθεί μεταξύ άλλων γιατί «εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δε στάθμισε: 1) ότι ο θανάσιμος τραυματισμός του ΜΣ δεν προκλήθηκε από ενέργεια οργάνου του ελληνικού Δημοσίου 2) το γεγονός ότι δεν έλαβαν εν προκειμένω χώρα παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των αστυνομικών οργάνων 3) ο σκοπός της χρηματικής ικανοποίησης είναι ηθική παρηγοριά και η ψυχική ανακούφιση και όχι η αποζημίωση του παθόντος και πολύ περισσότερο ο πλουτισμός του και 4) την παγκοσμίως γνωστή δριμεία δημοσιονομική κρίση της χώρας που διαμορφώνει το γενικότερο οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον και η οποία επιδρά αναπόφευκτα στο ποσό που κατ’ εύλογη κρίση απαιτείται για την ηθική παρηγοριά και ψυχική άνω ανακούφιση του ζημιωθέντος προσώπου, αφού το πρόσωπο αυτό εντάσσεται στο συγκεκριμένο ως άνω περιβάλλον».

5.2 Στις αποφάσεις ΤρΔΕφΑθηνών 3527-3528/ 2020 που αφορά επιδίκαση αποζημιώσεως από θανάσιμο τραυματισμό αμέτοχου πολίτη που επήλθε από πυροβολισμούς αστυνομικού οργάνου κατά τη διάρκεια συμπλοκής κρίθηκε ότι προήλθε από αποκλειστική υπαιτιότητα του αστυνομικού οργάνου το ζημιογόνο γεγονός και ότι υφίσταται ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου[13] λόγω παράνομης πράξης του αστυνομικού οργάνου «(ανταπόδοση πυροβολισμών)» «…διότι θα μπορούσε να αποτραπεί, αν ο αστυνομικός επεδείκνυε επιμέλεια και σύνεση…» «…ανεξαρτήτως του αν τα αστυνομικά όργανα ενήργησαν, προκειμένου να αντιμετωπίσουν την προβαλλόμενη από μέρους των κακοποιών αντίσταση, μέσα στα όρια της νόμιμης διοικητικής δράσης τους, δηλαδή της διαφύλαξης της κοινωνικής γαλήνης και της προστασίας των πολιτών, εν προκειμένω έλαβε χώρα παράνομη πράξη του προαναφερομένου αστυνομικού οργάνου, η οποία είχε ως αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό του και, ως εκ τούτου, στοιχειοθετείται ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου, κατ' άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ».

Με την απόφαση ΤρΔΠρΠειρ 1031/2009 έγινε δεκτή εν μέρει αγωγή αστυνομικού της ΕΛ.ΑΣ. και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να του καταβάλει, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, ως χρηματική ικανοποίηση κατ’ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, το ποσό των ** για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη εξαιτίας τραυματισμού του, ο οποίος επήλθε από παράνομες πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου που έλαβαν χώρα κατά την αστυνομική επιχείρηση καταδίωξης. Εν προκειμένω κρίθηκε ότι «…αποτελούσε παραβίαση του γενικότερου υπηρεσιακού καθήκοντος των αστυνομικών οργάνων να διαφυλάττουν, κατά την εκτέλεση της ανατιθέμενης υπηρεσίας τους, τα υπέρτερης αξίας συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας των πολιτών και των λοιπών αστυνομικών οργάνων.».

5.3.- Στην απόφαση 2951/2020 του ΣτΕ κρίθηκε ότι «…το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα, δηλαδή ο θανάσιμος τραυματισμός του Κ Β, συνδέεται αιτιωδώς με τις ως άνω παράνομες παραλείψεις των ανωτέρω οργάνων του Δημοσίου, οι οποίες γεννούν ευθύνη του προς αποζημίωση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ …». Σαν παράνομες παραλείψεις δέχθηκε τα εξής: «α) O αναπληρωτής Διοικητής του Τ.Μ.Δ. ** παρόλο που είχε ενημερωθεί για την επικινδυνότητα του κρατούμενου ** από τους αρμόδιους υπαλλήλους των Φυλακών Κέρκυρας, καθόσον στην εξωτερική πλευρά του φακέλου που τον συνόδευε είχε αναγραφεί η ένδειξη «προσοχή λίαν επικίνδυνος – ύποπτος απόδρασης» με τη λέξη «λίαν» να έχει συμπληρωθεί χειρόγραφα από τον αρμόδιο υπάλληλο (γραμματέα) των Φυλακών Κέρκυρας και να έχει υπογραμμισθεί δύο φορές από τον ίδιο, δεν ενήργησε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 23 και 144 § 9 και 10 του π.δ. 141/1991, δηλαδή δεν έλαβε τα ανάλογα με τον απειλούμενο κίνδυνο μέτρα και συγκεκριμένα δεν διέθεσε δύο συνοδούς αστυνομικούς για τη μεταγωγή των ανωτέρω κρατουμένων, δεν εφοδίασε τον αρχιφύλακα ΚΒ με αλεξίσφαιρο γιλέκο, ούτε έλαβε πρόσθετα μέτρα λόγω της επικινδυνότητας του κρατούμενου **, όπως π.χ. να εφοδιάσει τους συνοδούς με πρόσθετο οπλισμό και β) ο ανθυπαστυνόμος, ο οποίος στις 30.12.2005 εκτελούσε χρέη αξιωματικού υπηρεσίας στο Τ.Μ.Δ. **, δεν επιβεβαίωσε, όπως όφειλε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 60 § 3 του π.δ. 141/1991, ότι ο αριθμός των συνοδών ήταν κανονικός, δηλαδή ο προβλεπόμενος από τον νόμο, δεδομένης της επικινδυνότητας του κρατούμενου **, καθώς και το αν είχαν ληφθεί όλα τα απαιτούμενα για τη συγκεκριμένη περίπτωση πρόσθετα μέτρα ασφαλείας, ούτε έλαβε οποιοδήποτε μέτρο για την πρόληψη της αποδράσεως των μεταγομένων».

Στην με αριθ. 948/2020 Απόφαση του ΣτΕ κρίθηκε ότι ο τραυματισμός του αστυνομικού οφειλόταν σε παραλείψεις του Διοικητή Ι Λ κατά τον σχεδιασμό της επιχείρησης, οι οποίες τελούσαν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την επελθούσα ζημία.

IV.Επίλογος

 

1.-Σύμφωνα με την έννοια του άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, ευθύνη προς αποζημίωση[14] γεννάται όχι μόνο από την έκδοση μη νόμιμης εκτελεστής διοικητικής πράξεως ή από τη μη νόμιμη παράλειψη εκδόσεως εκτελεστής διοικητικής πράξεως, αλλά και από υλικές ενέργειες των οργάνων των δημοσίων υπηρεσιών, στις περιπτώσεις βεβαίως που οι υλικές αυτές ενέργειες απορρέουν από την οργάνωση και λειτουργία των υπηρεσιών αυτών, όχι δε και όταν συνάπτονται με την ιδιωτική διαχείριση του Δημοσίου ή οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου, που ενήργησε έξω από τον κύκλο των υπηρεσιακών καθηκόντων του (βλ.ΣτΕ 842/98, 3045/92 Ολ 2172/2000, 2774/99, 3308/96). Ευθύνη του Δημοσίου συντρέχει, τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, όχι μόνον όταν διά σχετικής πράξεως ή παραλείψεως οργάνου της Διοικήσεως παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου αλλά και όταν παραλείπονται τα εκ της κειμένης εν γένει νομοθεσίας και κανονισμών αλλά και τα κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστεως προσιδιάζοντα σε συγκεκριμένη υπηρεσία ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις (πρβλ. ΣτΕ 4776, 347/97). Απαραίτητη, πάντως, προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημίωσης είναι, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας ή παράλειψης υλικής ενέργειας του δημοσίου οργάνου και της ζημίας που επήλθε. Αιτιώδης δε σύνδεσμος υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια ή παράλειψη αυτής εκ μέρους του οργάνου του Δημοσίου είναι επαρκώς ικανή (πρόσφορη) και μπορεί αντικειμενικά κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού να επιφέρει την ζημία που επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΣτΕ 4410/ 2015, 2271/2013 7μ, 877/2013 7μ, 473/2011, 322/ 2009 7μ, 1002/2008, 334/2008 7μ, πρβλ. ΑΠ 425/ 2006, 394/2002).

2.- Ως όργανο του Κράτους θεωρείται  η Ελληνική Αστυνομία(Βλ ΣτΕ 1970/2021), αποστολή της   οποίας είναι η εξασφάλιση της απρόσκοπτης κοινωνικής διαβίωσης των πολιτών, καθώς και η προστασία των ατομικών ελευθεριών του πολίτη (βλ .ΣτΕ 1590/2010, 3919/2001), και το Πυροσβεστικό σώμα (βλ ΣτΕ 2876/2020).

3.-H νομολογία που προαναφέρθηκε δέχθηκε την ευθύνη αποζημιώσεως από ζημιογόνο δράση των οργάνων του της δημοσίας τάξεως και ασφαλείας, ευθύνη όμως  κρίθηκε ότι γεννάται όχι μόνο με πράξη ή παράλειψη οργάνου όταν παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου, αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις (βλ.ΣτΕ 347, 5776/1997, 3102/1999). που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης.

(βλ.ΣτΕ424/2012,4133/2011,2796/200640,1019/2008,2741/2007) Υπέρβαση των άκρων ορίων της διακριτικής ευχέρειας συντρέχει αν τα αστυνομικά όργανα, καθ’ ον χρόνο επιχειρούν προς εκπλήρωση της εκ του νόμου υποχρέωσής τους, λαμβάνουν μεν μέτρα για να προστατεύσουν την ιδιωτική περιουσία, τα μέτρα όμως αυτά δεν είναι τα αναγκαία και πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού (βλ. Σ.τ.Ε. 1672/2021, 1677/2008, 322/2009 7μελούς, 1590/2010)

 

 

 

 

 



[1]Βλ. Απόφαση ΕΔΔΑ : « Υπόθεση Μακαρατζής κατά Ελλάδας (προσφυγή αριθ. 50385/99, απόφαση της 20ης Δεκεμβρίου 2004)».Υπόθεση (Rahimi κατά Ελλάδας, αριθ. προσφυγής 8687/08, απόφαση της 5ης Απριλίου 2011). Υπόθεση Σιδηρόπουλος και Παπακώστας κατά Ελλάδας (προσφυγή αριθ. 33349/10, απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2018)

[2] Αντώνης Μανιτάκης «Η ζωή ως Πάθος συνταγματικό» σε https://www.constitutionalism.gr/2020-04-16-manitakis-zoi-syntagmatiko-pathos/

[3]. Το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, με την με αριθμό 2953/2015 απόφασή του, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση (Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών 17419/ 2014) και επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν, στους συγγενείς του  αστυνομικού διευθυντή Γ.Β, υπασπιστή του πρώην υπουργού Δημόσιας Τάξης , από τον θάνατό του, όταν ανοίγοντας μια παγιδευμένη επιστολή εξερράγη, με αποτέλεσμα να βρει τραγικό θάνατο. Κρίθηκε ότι υπάρχει «παράλειψη οφειλόμενης υλικής ενέργειας των αρμοδίων ελεγκτικών οργάνων, η οποία συνδέεται αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα του θανάτου».

[4]. Βλ την ΣτΕ 1438/2021. Βλάβη της υγείας από τραυματισμό σε τροχαίο ατύχημα, οφειλόμενο, , σε παράνομες πράξεις και παραλείψεις οργάνων του  Δήμου και, ειδικώτερα, σε παράλειψη τοποθετήσεως προστατευτικών μέσων σε γέφυρα και καταλλήλου σημάνσεως οδού.

[5] Έχει κριθεί ότι υφίσταται αστική ευθύνη Δήμου για θανάσιμο τραυματισμό από πτώση κλαδιών δέντρου και χρηματική ικανοποίηση συγγενών του θανόντος (ΤρΔΕφΘεσσ204/2021).

[6] Με την υπ’ αριθμόν 6816/2021 απόφαση του το Διοικητικό Πρωτοδικείο της Αθήνας έκρινε, πως τόσο η Περιφέρεια Αττικής όσο και η Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας αλλά και η Ελληνική Αστυνομία φέρουν ευθύνες για τον θάνατο του 29χρονου και θα πρέπει να αποζημιώσουν την οικογένεια του για ψυχική οδύνη, αφού ο θάνατος του 29χρονου ήταν «απρόσμενα τραγικός», ενώ «τα συντρέχοντα περιστατικά του ατυχήματος ήταν ιδιαίτερα ψυχοφθόρα για τους ενάγοντες (την οικογένειά του)». Στην ίδια απόφαση γίνεται λόγος και για σοβαρές παραλείψεις της Ελληνικής Αστυνομίας.

[7] Προστασία από το άρθρο 17 Σ.

[8]. Με την 322/2009 Απόφαση του ΣτΕ έκρινε το ζήτημα του δικαιώματος αποζημιώσεως από το δημόσιο, απαχθέντος επιχειρηματία για την απελευθέρωση του οποίου κατελήφθησαν λύτρα.

 

[9]. Βλ. και α) π.δ. 73/2020, Ρύθμιση δημοσίων υπαιθρίων συναθροίσεων.

β) π.δ. 75/2020, Χρήση συστημάτων επιτήρησης με τη λήψη ή καταγραφή ήχου ή εικόνας σε δημόσιους χώρους.

 

[10]. Ανακοίνωση της Συντονιστικής Επιτροπής της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος για το σχέδιο νόμου για τις «Δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις» 8.7.2020.

[11] Βλ Δήλωση της Διεθνούς Αμνηστίας 9εφημερία ΤΑ ΝΕΑ 9.7.2020: «…Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων διαπίστωσε ότι οι κυρώσεις που επιβάλλονται σε έναν/μία διοργανωτή/ρια είναι παράνομες όταν το κράτος δεν είναι σε θέση να αποδείξει την ευθύνη ενός ατόμου για τα εγκλήματα για τα οποία κατηγορείται. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι κυρώσεις εναντίον των διοργανωτών/ριών δεν μπορούν να επιβληθούν «αρκεί ο/η ενδιαφερόμενος/η να μη διαπράξει ο/η ίδιος/α οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη σε μια τέτοια περίσταση…»

[12]. Η Δικαιοσύνη αποτελεί διαρκή και επιτακτική ανθρώπινη ανάγκη. Δεν απορρέει αποκλειστικά από τη Νομική Επιστήμη και τους κανόνες του Δικαίου, ούτε αφορά μόνον την τήρηση των νόμων και την επιβολή κυρώσεων στους παραβάτες. Η Δικαιοσύνη ως ανώτερη έννοια εκπηγάζει από δύο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τα οποία πρέπει να διακρίνουν και τους φορείς της: την ηθική και τη συνείδηση. Καμία έννοια δικαιοσύνης δεν μπορεί να σταθεί, εάν δεν την υπαγορεύει το μέτρο της αγάπης προς τον συνάνθρωπο και ειδικά σε ένα 11 χρόνο  παιδί που σκοτώθηκε στο προαύλιο του σχολείου του. «Το Κράτος δεν έχει καρδιά» Πώς αλλιώς να χαρακτηρίσω τους  παραπάνω ισχυρισμούς που συντάραξαν την Ελληνική κοινωνία και οδήγησαν  

 

[13]. Αξίζει να επισημάνουμε ότι όπως αναφέρει η Απόφαση «… το Ελλ. Δημόσιο, με την έκθεση των επί της αγωγής απόψεων και με το υπόμνημα που κατέθεσε, αρνήθηκε την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των ενεργειών των αστυνομικών οργάνων και του θανάτου του ..., υποστήριξε ότι ο θάνατός του οφειλόταν σε συνυπαιτιότητά του κατά ποσοστό 95%»!!!

 

[14] Βλ αναλυτικά Αντώνη Αργυρού. «Αστική ευθύνη του Δημοσίου και το δικαίωμα αποζημίωσης (έκδοση της «Νομική Βιβλιοθήκη») 2021



ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

  ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ -ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΕΝ ΟΨΕΙ   ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ (4...