Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΣΘΟΔΙΚΕΙΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΣΘΟΔΙΚΕΙΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

09 Οκτωβρίου 2017

ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ, ΈΝΑ ΕΓΚΛΗΜΑ ΧΩΡΙΣ ΤΙΜΩΡΙΑ:ΤΟ ΑΡΘΡΟ 13 TOY N 4387/2016






ΈΝΑ  ΕΓΚΛΗΜΑ ΧΩΡΙΣ ΤΙΜΩΡΙΑ:
ΕΚ ΝΕΟΥ «Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΣΤΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ»
ΤΟ ΑΡΘΡΟ 13 TOY N 4387/2016.-
«Τι μπορεί να κάμει, πως μπορεί να προκόψει η δικαιοσύνη σ' έναν κόσμο άδικο κι άτιμο, αν δεν είναι αρματωμένη; Θ' αρματώσουμε τη δικαιοσύνη...»[1]
ΑΝΤΩΝΗ Π.ΑΡΓΥΡΟΥ
Δικηγόρου ΑΠ,Αν Νομικού Συμβούλου του ΕΚΠΑ[2]
1.  ΕΙΣΑΓΩΓΗ:
Σ’εφαρμογή της ρύθμισης του άρθρου 13 του Ν. 4387/2016 από της καταβολής (28-09-2017) της σύνταξης του μήνα Οκτωβρίου 2017, ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου θα λαμβάνει μηνιαία σύνταξη 1.451 ευρώ. Ανάλογες θα είναι οι περικοπές και των υπολοίπων (κατωτέρων) βαθμών.Ετσι με την αντισυνταγματική αυτή ρύθμιση, πλήτεται βάνυσα η δικαστική Ανεξαρτησία και καταλύεται κάθε έννοια δικαίου, σε συνέχεια της γνωστής πλέον επίκλησης[3] του «δικαίου της ανάγκης»[4] που οδηγεί πλέον σε τραγικά αδιέξοδα την κοινωνία μας[5] .
2.  Η ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ
2.1.-Eίναι γεγονός αναμφισβήτητο, ότι η Δικαιοσύνη δεν μπορεί να υπάρχει ως υψίστη λειτουργία του πολιτεύματος αν δεν είναι Ανεξάρτητη, πράγμα που κατοχυρώνεται στο άρθρο 26 του Συντάγματος. Με τις διατάξεις των άρθρων 26, 87 παρ. 1 και 88 παρ. 2 του Συντάγματος καθιερώνεται, ως ουσιώδες χαρακτηριστικό της δικαστικής λειτουργίας, η προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των φορέων της, η οποία αποτελεί ταυτοχρόνως και το κύριο στοιχείο που την καθιστά ισότιμη προς τις δύο άλλες λειτουργίες. Η συνταγματική αυτή προστασία καλύπτει τον ευρισκόμενο στην ενέργεια δικαστή, του οποίου διασφαλίζει, μεταξύ άλλων, και το συνταξιοδοτικό καθεστώς ως εγγύηση της προσωπικής και λειτουργικής του ανεξαρτησίας[6]
2.2.-Την Δικαιοσύνη όλοι  θεωρητικά την τιμούν και την σέβονται και την θέλουν Ανεξάρτητη, αλλά  όταν οι Αποφάσεις της δεν είναι αρεστές ,ξεχνούν αμέσως τις διακηρύξεις τους και καταγγέλλουν τις αποφάσεις που δεν είναι αρεστές ,σαν «διατεταγμένες»
2.3.-Ολα τα Ελληνικά Συντάγματα, από την Επανάσταση του 1821 μέχρι σήμερα, υπηρέτησαν την ιδέα του Κράτους Δικαίου και η Δικαιοσύνη, θεμελιωμένη στην αρχή του διάχυτου ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων, που καθιερώθηκε με την 3/1897 Απόφαση του Αρείου Πάγου και αποτελεί πλέον συνταγματική παράδοση[7], παρείχε μέχρι σήμερα αποτελεσματική προστασία στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα.  Είναι χαρακτηριστική η άποψη  του Καθηγητού Γ. Μπαλή[8]: : «Εάν το περιεχόμενον του νόμου αντιβαίνει εις συνταγματικάς ή άλλας συντακτικού χαρακτήρος διατάξεις, τα δικαστήρια υποχρεούνται διά την συγκεκριμένην περίπτωσιν να μη εφαρμόσουν τούτο»
3.ΤΑ ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΑ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ[9]
3.1. Η ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ :  
3.1.1.-Με το προσωρινό Πολίτευμα της Ελλάδος, που ψηφίσθηκε στην Επίδαυρο την 1/1/1822, θεσμοθετήθηκε η Αρχή της διακρίσεως των Εξουσιών. Με το άρθρο 87 του Συντάγματος του 1844 οι τακτικοί δικαστές κατέστησαν ισόβιοι, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 5 του Συντάγματος του 1927 ορίσθηκε ότι: «η Δικαστική Εξουσία ασκείται υπό Δικαστηρίων ανεξαρτήτων - υποκειμένων μόνον εις τους Νόμους».
3.1.2.-Η μετά την Εθνική μας Απελευθέρωση συσταθείσα Επιτροπή[10] προς αναθεώρηση του Συντάγματος, έκρινε ότι το θέαμα της «ρακένδυτου δικαιοσύνης» έπρεπε να σταματήσει και ότι για να στηριχθεί το κύρος της, αλλά κυρίως η Ανεξαρτησία της, είναι ανάγκη να δοθούν στους Δικαστές τα μέσα μιας ανέτου σχετικώς ζωής και ομοφώνως απεφάσισε και εισηγήθηκε όπως δια συνταγματικής διατάξεως καθορισθεί: «ότι το σώμα των δικαστικών λειτουργών είναι ίδιον σώμα και δεν έχει καμμίαν σχέσιν με τα άλλα σώματα των δημοσίων υπαλλήλων και ότι απαγορεύεται οιαδήποτε διαβάθμιση; μισθολογική ή βαθμολογική και η εξομοίωσις υπαλλήλων του κράτους οιουδήποτε άλλου κλάδου, προς τους δικαστικούς λειτουργούς» (βλ. πρακτικά της επιτροπής αναθεωρήσεως συντάγματος της Δ' Αναθεωρητικής Βουλής σ. 1668 και επ. και ιδία την αγόρευση του βουλευτή Γ. Μαύρου).
3.1.3.-Επί του ζητήματος των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών,  ο Ν.Δημητρακοπουλος που διετέλεσε υπουργός δικαιοσύνης (6 Οκτωβρίου 1910) του Ελευθερίου Βενιζελου απέδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα, χωρίς να αναμένει πρώτοι οι δικαστές να υποβάλλουν σχετικό αίτημα. Υποστηρίζοντας την ανάγκη της αύξησής των διευκρίνιζε: «τούτο απαιτείται προς κρείττονα συγκρότησιν της δικαιοσύνης της χώρας και όχι χάριν των υπηρετούντων προσώπων», συμπληρώνοντας για τις απαιτούμενες προς τούτο δαπάνες «ή πρέπει εκ παντός τρόπου και δι΄ οιουδήποτε μέσου οι προς κάλυψιν των δαπανών τούτων πόροι να ευρεθώσι, ή πρέπει το Κράτος να αποβάλη πάντα λόγον ύπαρξης.»[11] Έτσι κατόρθωσε να εισάγει στη Βουλή και να ψηφιστεί νόμος με προβλεπόμενη σταδιακή αύξηση των αποδοχών κατά 50% εντός μιας τριετίας.
3.1.4.-Υπό το πνεύμα των ανωτέρω απόψεων, στο Σύνταγμα του 1952 και με πλήρη διακομματική συμφωνία προστέθηκε η διάταξη του άρθρου 87, η οποία για πρώτη φορά όριζε ότι οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών πρέπει να είναι ανάλογες[12] προς το λειτούργημά τους και ότι τα θέματα που αφορούν τη βαθμολογική και μισθολογική τους κατάσταση προσδιορίζονται με ειδικούς νόμους. Η μισθολογική αυτή «υπεροχή» των δικαστικών λειτουργών έναντι των οργάνων της εκτελεστικής εξουσίας που καθιερώθηκε με το Σύνταγμα του 1952, αποτελεί ουσιώδες στοιχείο στον κορμό των Ελληνικών Συνταγματικών ρυθμίσεων που αφορούν την απονομή της Δικαιοσύνης και τους λειτουργούς της[13].
3.1.5.-Προηγήθηκε των συνταγματικών ρυθμίσεων του 1952, η απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας  2080/1950 που έκρινε επί της μισθολογικής διαφοράς μεταξύ δικαστικών λειτουργών και δημοσίων υπαλλήλων. Το δικαστήριο έκρινε ότι δεν είναι νόμιμη η εξίσωση μισθών των ανωτέρω κατηγοριών, και επειδή στο Σύνταγμα του 1911 δεν υπήρχε διάταξη για τις αποδοχές των δικαστικών λειτουργών, βάσισε την κρίση του στην υπεροχή των δικαστικών λειτουργών έναντι των οργάνων της εκτελεστικής λειτουργίας και στην ιδιαίτερη και εξαιρετική φύση του δικαστικού λειτουργήματος.
3.1.6.-Η Πολιτεία, δεν έστερξε να ρυθμίσει το ζήτημα, πράγμα που έπραξε τελικά με τη συνταγματική ρύθμιση του 1952. Όμως η Συνταγματική ρύθμιση έμεινε γράμμα κενό, αφού δεν υλοποιήθηκε
Οι δικηγορικοί σύλλογοι της χώρας στο Πανελλήνιο Συνέδριό τους που συνήλθε στην Πάτρα τον Ιούλιο του έτους 1956, επεσήμαναν τους κινδύνους και ζήτησαν με ψήφισμά τους την άμεση ρύθμιση του θέματος που αφορά στην εύρυθμη λειτουργία της δικαιοσύνης. Οι δικηγορικοί σύλλογοι δεν έτυχαν καμιάς απαντήσεως στο αίτημά τους και έτσι επακολούθησε σε ένδειξη διαμαρτυρίας καθολική αποχή από τα καθήκοντα των δικηγόρων όλης της Ελλάδος από τα δικαστήρια, με αίτημα την αύξηση των αποδοχών των Δικαστών, στα πλαίσια του άρθρου 87 του Συντάγματος του 1952[14] .
Η κατάσταση που προαναφέρθηκε συνεχίστηκε και έτσι, τελικώς, η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου έλαβε την με αριθμό 40/18-9-1958 απόφαση[15]: «Δια της διατάξεως ταύτης, ως προκύπτει και εκ των ενώπιον της επιτροπής αναθεωρήσεως του Συντάγματος συζητήσεων, προβλέπεται ότι αι αποδοχαί των δικαστικών λειτουργών πρέπει να είναι ανώτεροι των υπαλλήλων της διοικήσεως και ότι δεν συγχωρείται βαθμολογική και μισθολογική εξίσωσις ή εξομοίωσις των υπαλλήλων της διοικήσεως προς τους δικαστικούς λειτουργούς. Η τοιαύτη δια συνταγματικής διατάξεως πρόνοια της Πολιτείας υπέρ των δικαστικών λειτουργών, αποτελούσα επί μέρους εφαρμογήν της περί ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας αρχής του Συντάγματος, οφείλεται εις την ιδιάζουσαν φύσιν του δικαστικού λειτουργήματος. Ούτω, δια τους δικαστικούς λειτουργούς δεν υπάρχει, ως διά τους άλλους υπαλλήλους, ωράριον υποχρεωτικής εργασίας. Εργάζονται ούτοι, ως εκ της φύσεως της εργασίας των, και κατά τας ημέρας αργίας και κατά την νύκτα… . Παρά ταύτα ουδεμία ελήφθη υπέρ των δικαστικών λειτουργών πρόνοια, μη εκδοθέντος εισέτι του υπό της άνω διατάξεως του Συν/τος προβλεπόμενου ειδικού νόμου, ενώ άλλων υπαλλήλων της διοικήσεως ή οργάνων του κράτους ηυξήθησαν, εν τισί δε περιπτώσεσι σημαντικώς, αι αποδοχαί είτε υπό τον τύπον αποζημιώσεως (ως επί παραδείγματι των τεχνικών, εκπαιδευτικών, νομαρχών, βουλευτών). Το γεγονός ότι οι δικαστικοί λειτουργοί δεν δύνανται να επιδιώξωσι διά μέσων, άτινα μετέρχονται οι άλλοι υπάλληλοι, την βελτίωσιν των αποδοχών των, έδει να εκτίμηση ή Πολιτεία και να προέλθη εις την επιβαλλομένην και υπ' αυτής αναγνωρισθείσα δια της ως άνω διατάξεως του Συν/τος μισθολογική κατάταξιν αυτών, ώστε να παρέχωνται εις αυτούς, εν όψει των κρατουσών οικονομικών συνθηκών, τα μέσα αξιοπρεπούς διαβιώσεως. …Εν όψει των εκτεθέντων η Ολομέλεια θεωρεί υποχρέωσίν της να επισημάνει τους δια την εύρυθμον λειτουργίαν της Δικαιοσύνης κινδύνους, εάν και εφ' όσον δεν ήθελε επιδειχθεί υπό της Πολιτείας το ανάλογον δι' αυτήν ενδιαφέρον
3.1.7.-Η κρίση για το ζήτημα των αποδοχών[16] συνεχίσθηκε αμείωτη μέχρι την οριστική επίλυση του ζητήματος των μισθών των Δικαστών από τον τότε Πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου το 1964. Μάλιστα, η αύξηση των αποδοχών των δικαστών τότε, έφθασε ακόμη και στο διπλασιασμό τους και ιδιαίτερης σημασίας υπήρξε η αιτιολόγησή της, αφού ο τότε Πρωθυπουργός θεώρησε αφενός μεν την Δικαιοσύνη «οχυρόν της Δημοκρατίας», αφετέρου δε ότι οι «Δικαστές δεν μπορούν να πένονται».
Η ανώμαλη κατάσταση[17] που επακολούθησε και η ανατροπή της Συνταγματικής τάξεως επιδείνωσε και πάλι το πρόβλημα, μέχρι του έτους 1974. Όλα όσα είχαν επιτευχθεί εξαφανίσθηκαν από το δικτατορικό καθεστώς,που κατέλυσε μαζύ με την Δημοκρατία και την Δικαστική Ανεξαρτησία[18].
4. ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ του 1975
4.1.-Ο Συνταγματικός Νομοθέτης του 1975 όρισε στο άρθρο 26 του Συντάγματος ότι: «1. Η νομοθετική λειτουργία ασκείται από τη Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. 2. Η εκτελεστική λειτουργία ασκείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την Κυβέρνηση. 3. Η δικαστική λειτουργία ασκείται από τα δικαστήρια‧ οι αποφάσεις τους εκτελούνται στο όνομα του ελληνικού λαού». Περαιτέρω, το Σύνταγμα ορίζει στο μεν άρθρο 87 παράγραφος 1, ότι: «Η δικαιοσύνη απονέμεται από δικαστήρια συγκροτούμενα από τακτικούς δικαστές, που απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία[19]», στο δε άρθρο 88 παρ. 2 ότι: «Οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών είναι ανάλογες[20] με το λειτούργημά τους. Τα σχετικά με τη βαθμολογική και μισθολογική τους εξέλιξη και με την κατάστασή τους γενικά καθορίζονται με ειδικούς νόμους».
4.2. ΤΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΟ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ
Σύμφωνα με το άρθρο 89 του Συντάγματος: «1. Απαγορεύεται στους δικαστικούς λειτουργούς να παρέχουν κάθε άλλη μισθωτή υπηρεσία καθώς και να ασκούν οποιοδήποτε επάγγελμα. 2. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται στους δικαστικούς λειτουργούς να εκλέγονται μέλη της Ακαδημίας Αθηνών ή του διδακτικού προσωπικού ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, καθώς και να μετέχουν σε συμβούλια ή επιτροπές που ασκούν αρμοδιότητες πειθαρχικού, ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα και σε νομοπαρασκευαστικές επιτροπές, εφόσον η συμμετοχή τους αυτή προβλέπεται ειδικά από το νόμο... 3. Η ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς απαγορεύεται. Καθήκοντα σχετικά με την εκπαίδευση των δικαστικών λειτουργών θεωρούνται δικαστικά. Επιτρέπεται η ανάθεση σε δικαστικούς λειτουργούς των καθηκόντων εκπροσώπησης της Χώρας σε διεθνείς οργανισμούς. Η διενέργεια διαιτησιών από δικαστικούς λειτουργούς επιτρέπεται μόνο στο πλαίσιο των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, όπως νόμος ορίζει».
Τέλος, το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 23 του Συντάγματος ορίζει ότι: «Απαγορεύεται η απεργία με οποιαδήποτε μορφή στους δικαστικούς λειτουργούς και σ' αυτούς που υπηρετούν στα σώματα ασφαλείας».
Η φύση του λειτουργήματος του δικαστικού λειτουργού και η απαγόρευση ασκήσεως οποιουδήποτε άλλου έργου[21] ή επαγγέλματος αποτελεί σημαντική ιδιαιτερότητα έναντι των άλλων δημοσίων λειτουργών[22]. Θα ήθελα να επισημάνω ότι ο Συνταγματικός νομοθέτης του 2001 έθεσε στο άρθρο 57 Σ απόλυτο επαγγελματικό ασυμβίβαστο[23] και για τους Έλληνες βουλευτές. Με το Η Ψήφισμα της 27.5.3008 της Αναθεωρητικής Βουλής[24] ,το επαγγελματικό ασυμβίβαστο καταργήθηκε αφού όλοι ή σχεδόν όλοι συμφώνησαν για την κατάργησή του. Η διάταξη του άρθρου 89 του Συντάγματος εντάσσεται στις προσωπικές εγγυήσεις της δικαστικής ανεξαρτησίας και αποτελεί ενιαία συνέχεια με τη διάταξη του άρθρου 88 παρ 2 Σ. Όμως, η ιδιαιτερότητα που οι δικαστές ασκούν τα καθήκοντά τους και ιδίως η απαγόρευση ασκήσεως άλλου έργου, συνάπτεται απολύτως με τη φύση των καθηκόντων τους και ιδίως με την δικαστική Ανεξαρτησία. Ενόψει των ανωτέρω, η διάταξη του άρθρου 88 παρ 2 Σ, σύμφωνα με την οποία οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών είναι ανάλογες με το λειτούργημά τους, αποτελεί μέρος αδιάσπαστο της φύσεως του λειτουργήματός τους, όπως αυτό αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 3 του Συντάγματος.
5.-Η ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ 2001 ΚΑΙ Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 88 ΠΑΡ. 2 ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
5.1.    -Το προβλεπόμενο από το άρθρο 88 παρ. 2 του Συντάγματος ειδικό δικαστήριο έχει δικαιοδοσία επί των διαφορών που αναφύονται από ένδικα βοηθήματα, τα οποία ασκούνται μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 3038/2002 (Α' 180), δηλαδή μετά τις 7.8.2002 (άρθρα 13 και 16 του ν. 3038/2002).
Το Δικαστήριο εξεδωσε την 6 Δεκεμβρίου 2005  την πρωτη αποφασητου με  1/2005[25] και μέχρι  σημερα εχει δημοσιεύσει 1955 Αποφασεις ( τελευταία137/2017[26]).
5.2.-Η πρώτη ιστορική αποφαση 1/2005 τοθ Δικαστηρίου του αρθρου 88Σ, μεταξυ αλλων εκρινε: «..εάν κάποιος δικαστικός λειτουργός εξαιτίας παράνομης πράξεως της Διοικήσεως, όπως είναι η αντίθετη με το Σύνταγμα νομοθέτηση, υποστεί αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, προκειμένου να αποκατασταθεί με αυτόν τον τρόπο η αρχή της ισότητας, δικαιούται να αξιώσει από το Ελληνικό Δημόσιο αποζημίωση προς αποκατάσταση της ζημίας, την οποία υπέστη. Η αποζημίωση αυτή πρέπει να είναι πλήρης, έτσι ώστε να ικανοποιείται πλέον η επιταγή του άρθρου 88 του Συντάγματος, στο σύνολο των αποδοχών του. Στο σύνολο δε των αποδοχών περιλαμβάνονται και τα πάσης φύσεως και οιασδήποτε μορφής επιδόματα, τα οποία καταβάλλονται στους λοιπούς υπαλλήλους του Κράτους που βρίσκονται σε ενεργό υπηρεσία και προς τους οποίους επιφυλάσσεται νομοθετικά ευνοϊκότερη μισθολογική μεταχείριση από αυτή των δικαστικών λειτουργών, έστω και αν τα επιδόματα αυτά συναρτώνται, είτε κατά το νόμο είτε κατά τη φύση τους, προς ενεργό υπηρεσία, υπό μόνη την προϋπόθεση ότι καταβάλλονται παγίως και κατά τακτά χρονικά διαστήματα στους τελούντες σε ενεργό υπηρεσία (ΣτΕ 3214/04, 2431/04, 3303/2001, 2171/2000, πρβλ. και 3570/2003, 915/2001).»
Από την νομολογία του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ. 2 του Σ προέκυψαν τα ακόλουθα:
1.-Οι αποφάσεις του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ. 2 του Σ είναι αμετάκλητες και δεν υπόκεινται στον έλεγχο άλλου δικαστηρίου.
2.-Σχεδόν στο σύνολό τους, οι υποθέσεις που επελήφθη το Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 88 παρ. 2 του Σ ήταν αγωγές αποζημιώσεως του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ σε βάρος του Δημοσίου, σύμφωνα με τις οποίες οι ενάγοντες δικαστικοί λειτουργοί προέβαλαν ότι, προκύπτει ευθύνη προς αποζημίωση του Ελληνικού Δημοσίου, από την εκ μέρους της Ελληνικής Πολιτείας νομοθέτηση με τα αρμόδια κατά το Σύνταγμα της όργανα, όταν η νομοθέτηση αυτή γίνεται σε αντίθεση προς υπερκείμενους και επικρατούντες κανόνες δικαίου (ΣτΕ 3587/97, 1141/99, 5/2001).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 105 ΕισΝΑΚ, 914, 298 και 937 ΑΚ, προκύπτει ότι, επί αδικοπραξίας, από την εκδήλωση του ζημιογόνου γεγονότος, γεννιέται, υπέρ εκείνου που ζημιώθηκε, αξίωση αποζημίωσης, για όλη, και τη μέλλουσα, προβλεπτή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ζημία (ΑΠ 1921/1988, ΝοΒ 1989. 1035, ΑΠ 317/1958, ΝοΒ 1958. 980, πρβλ. ΑΠ 316/1986, ΝοΒ 1987. 26).
Προκειμένου περί αδικοπραξίας που δημιουργεί παράνομη κατάσταση, η διάρκεια της παράνομης αυτής κατάστασης δεν ανάγεται στους όρους υπό τους οποίους γεννιέται το δικαίωμα αποζημίωσης, αλλά έχει σημασία μόνο για τον προσδιορισμό του ποσού της αποζημίωσης, συνεπώς, υφίσταται μία και όχι περισσότερες κατ' εξακολούθηση (παράνομες) πράξεις (ΑΠ 317/1958).
Όπως παγίως κρίθηκε: Η θέσπιση κανόνων δικαίου που έρχονται σε αντίθεση με υπερκειμένους, καθιερωμένους και επικρατούντες κανόνες δικαίου και ιδίως του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος όπως έχει ερμηνευθεί, ή των κανόνων δικαίου που έχουν αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των κοινών νόμων, δημιουργεί αντικειμενική ευθύνη προς αποζημίωση του Δημοσίου από τις διατάξεις του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ (Ολ. ΑΠ 13/1991, ΣτΕ 3587/1997, 1141/1999).
5. 3.-«Με τις υπ' αριθ. 89/2013 και 6/2015 αποφάσεις του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος (Μισθοδικείου), εκ των οποίων η πρώτη αφορά σε εν ενεργεία και η δεύτερη σε συνταξιούχους δικαστικούς λειτουργούς, κρίθηκε, με τις παρατιθέμενες σε αυτές ειδικότερες αιτιολογίες, ότι ο οφειλόμενος φόρος εισοδήματος (εν ενεργεία και συνταξιούχων) δικαστικών λειτουργών πρέπει να υπολογίζεται και να επιβάλλεται μετά την αφαίρεση ποσοστού 25% από τις ακαθάριστες αποδοχές τους (εν ενεργεία και συντάξιμων).
5. 4.-Ως αποδοχές δε των δικαστικών λειτουργών, ανάλογες προς το λειτούργημά τους, με τις οποίες αντιστοιχούν πλήρως και οι αποδοχές των μελών του ΝΣΚ, νοούνται, κατά τις διατάξεις του άρθρου 88 του Συντάγματος, τόσο οι συνολικές κάθε φύσης αποδοχές, οι οποίες δεν πρέπει να υπολείπονται των συνολικών αποδοχών άλλων δημοσίων υπαλλήλων ή λειτουργών του δημοσίου τομέα γενικά, όσο και οι συντάξιμες, εκείνες δηλαδή που, κατά τη σχετική συνταξιοδοτική νομοθεσία, τηρουμένης και της αρχής της σταθερής αναλογίας, μεταξύ συντάξιμων αποδοχών και αποδοχών ενεργείας, λαμβάνονται υπόψη για τον κανονισμό της σύνταξης των εξερχόμενων από την υπηρεσία δικαστικών λειτουργών (βλέπ. Ολομ.ΕλΣυν 6/2008, Ειδ.Δικ. 75/2007, η οποία εκδόθηκε επί αγωγής μέλους του Ν.Σ.Κ. και με την οποία κρίθηκε ότι οι αποδοχές των μελών του ΝΣΚ αντιστοιχούν πλήρως στις αποδοχές των δικαστικών λειτουργών). Περαιτέρω, ως αποδοχές νοούνται οι καθαρές αποδοχές που χορηγούνται σε όργανα των άλλων δύο λειτουργιών του Κράτους με οποιοδήποτε τρόπο, περιλαμβανομένης και της θεσπίσεως ιδιαίτερης φορολογικής μεταχειρίσεως των, όπως π.χ. με την χορήγηση φορολογικών απαλλαγών στη φορολογία εισοδήματος (βλ. Ειδ.Δικ. 89/2013 - σκέψη 8 - πρβλ. ΟλΣτΕ 3670/1994 και Ειδ.Δικ. 13, 21/2006,1/2005 5.5- Η φορολογική μεταχείριση των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών (εν ενεργεία και συνταξιούχων), η υλοποίηση της οποίας αποφασίσθηκε με τις υπ' αριθμ. ΠΟΛ.1147/29.9.2016 και ΠΟΛ.1161/1.11.2016 εγκυκλίους του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων (ΓΓΔΕ) του Υπουργείου Οικονομικών, προκειμένου να αποφευχθεί η άσκοπη επιβάρυνση των διοικητικών υπηρεσιών και των δικαστηρίων, πρέπει να εφαρμοσθεί και στους λειτουργούς του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (εν ενεργεία και συνταξιούχους), καθώς και στα μέλη των οικογενειών των αποβιωσάντων δικαστικών λειτουργών και λειτουργών του ΝΣΚ, τα οποία συνταξιοδοτούνται κατά μεταβίβαση, σύμφωνα με τις διατάξεις του συνταξιοδοτικού νόμου, λόγω του θανάτου των λειτουργών αυτών και μόνο για το τμήμα που αφορά τις κατά μεταβίβαση συντάξεις (όχι δηλαδή και για τα λοιπά εισοδήματα αυτών)».(βλ ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ Ν.Σ.Κ. ΑΡ. 288/2016)
6.-Ο Ν. 4387(ΦΕΚ Α 85/12 Μαΐου 2016) «Ενιαίο Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλειας-Μεταρρύθμιση-ασφαλιστικού-συνταξιοδοτικού συστήματος -Ρυθμίσεις φορολογίας εισοδήματος και τυχερών παιγνίων και άλλες διατάξεις» στο άρθρο 13[27] ορίζει την περικοπή των συντάξεων, με τη μορφή αναστολής καταβολής μεγάλου μέρους αυτών.Αποτέλεσμα της ρυθμισης ειναι η σύνταξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου και των αντιστοίχων του, μειώνεται εκ νέου, κατά το καθαρό ποσό των 924 Ευρώ τον μήνα (μετά την αφαίρεση των κρατήσεων) και μάλιστα αναδρομικά από  1-6-2016.Έτσι από της καταβολής (28-09-2017) της σύνταξης του μήνα Οκτωβρίου 2017,ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου,θα λαμβάνει μηνιαία σύνταξη 1.451 ευρώ. Ανάλογες θα είναι οι περικοπές και των υπολοίπων (κατωτέρων) βαθμών.
7.- Η ρύθμιση είναι προφανώς αντίθετη με το Σύνταγμα[28] και την πάγια νομολογία των Δικαστηρίων και ιδίως του Δικαστηρίου του άρθρου 88 του Συνταγματος.Μεταξύ πολλών Αποφασεων υου δικαστηρίου του αρθρου 88 του Συνταγματος αναφέρεται ότι  στην  6/2015 εχει κριθεί ότι : «…ο συνταγματικός νομοθέτης για την εξασφάλιση της ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας, αναγνωρίζει λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία στους δικαστές που συγκροτούν τα δικαστήρια και ταυτίζει την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, μέσω δε αυτής την ισοτιμία της με τις άλλες δύο λειτουργίες (νομοθετική και εκτελεστική), με την ανεξαρτησία των δικαστών. Εγγύηση για την εξασφάλιση της ανεξαρτησίας αυτής αποτελεί και η ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση των δικαστών, την οποία μάλιστα καθιερώνει ευθέως, επιτάσσοντας τη χορήγηση σε αυτούς αποδοχών ανάλογων προς το λειτούργημά τους, ήτοι προς την άσκηση της δικαστικής λειτουργίας. Η συνταγματική αυτή προστασία, η οποία αναφέρεται στον εν ενεργεία δικαστή, διασφαλίζει, μεταξύ άλλων, το συνταξιοδοτικό του καθεστώς, διότι και αυτό αποτελεί εγγύηση της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας του δικαστού. Η ευχέρεια, συνεπώς, του κοινού νομοθέτη να καθορίζει τις συντάξιμες αποδοχές των δικαστικών λειτουργών, τελεί υπό τους περιορισμούς των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων. Ειδικότερα, ο προσδιορισμός του περιεχομένου τους και του ύψους τους δεν μπορεί να γίνεται κατά τρόπο που να αποκλίνουν αυτές ουσιωδώς από τις, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος, καθοριζόμενες αποδοχές ενεργείας κατά το μέρος που κάτι τέτοιο θα μπορούσε να επηρεάσει την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία του δικαστικού λειτουργού κατά τη διάρκεια της άσκησης του λειτουργήματός του. Συνεπώς, πρέπει να διατηρείται μια σταθερή αναλογία μεταξύ των συντάξιμων αποδοχών και των αποδοχών ενεργείας των δικαστικών λειτουργών, όπως προκύπτουν μετά την φορολόγησή τους. Η σταθερή αυτή αναλογία αφορά τις παροχές που συναρτώνται με το παρεχόμενο δικαιοδοτικό έργο και αποτελούν εγγύηση της προσωπικής και λειτουργικής τους ανεξαρτησίας, όχι δε και εκείνες που χορηγούνται ως αντιστάθμισμα δαπανών, στις οποίες υποβάλλονται για την αποτελεσματική άσκηση του λειτουργήματός τους (πρβλ. την απόφαση 4/2006 του παρόντος Δικαστηρίου).»
8.-ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Είναι προφανές ότι η ρύθμιση του άρθρου 13 του Ν. 4387(ΦΕΚ Α 85/12 Μαΐου 2016) «Ενιαίο Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλειας-Μεταρρύθμιση-ασφαλιστικού-συνταξιοδοτικού συστήματος -Ρυθμίσεις φορολογίας εισοδήματος και τυχερών παιγνίων και άλλες διατάξεις»,είναι αντίθετη με τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος,αφού η εφαρμογή της επηρεάζει την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία του δικαστικού λειτουργού κατά τη διάρκεια της άσκησης του λειτουργήματός του αφού,όπως εχει κριθεί,ανατρέπει αναντίρρητα την σταθερή (και οπωσδήποτε εύλογη) αναλογία μεταξύ των συντάξιμων αποδοχών και των αποδοχών ενεργείας των δικαστικών λειτουργών.
8/10/2017.-




[1] Νίκος Καζαντζάκης, «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» 
[2] Εισηγητή στις 1/2005 και 13/2006 Απογάσεις του Δικαστηρίου του αρθρου 88παρ 2 Σ
[3] Βλ. Μελέτη ΑΝΤΩΝΗ Π. ΑΡΓΥΡΟΥ: «ΕΞΙ ΧΡΟΝΙΑ «ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ»,σε ΝοΒ 64 σελ 2212 επ
[4] Βλ  Παναγιώτη Πικραμμένου, Δημόσιο Δίκαιο σε έκτακτες συνθήκες από την οπτική της ακυρωτικής διοικητικής διαδικασίας, σε ΘΠΔΔ, τευχ. 2/2012, σελ. 97-100
[5] Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ενιαίου Δικτύου Συνταξιούχων, οι συνταξιούχοι θα χάσουν επιπλέον τρεις συντάξεις μέχρι το 2019, από τις μειώσεις των λεγόμενων «προσωπικών διαφορών» σε κύριες και επικουρικές συντάξεις, από την κατάργηση επιδομάτων, το «πάγωμα» των αυξήσεων και την κατάργηση του ΕΚΑΣ.
[6]Βλ: 604/2007 ΕΣ (ΕΔΔΔΔ 2007/923), 1445/2007 ΔΠΡ ΑΘ (ΔΔΙΚΗ 2007/514), 1/2005,4,5/2006,13/2006 ΕΙΔ ΔΙΚ ΑΡΘ 88 Σ,Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ),  ΣΤΕ597/2007 ΣΤΕ (Α`  ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ
[7] Που επικυρώθηκε με τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 3 του Συντάγματος. Βλ. Α. Μανιτάκη, στα Πρακτικά της εκδήλωσης του ΔΣΑ «Συνταγματικό Δικαστήριο» της 30.3.2006 σελ. 7.
[8]  Γ.Μπαλή ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΡΧΑΙ ΤΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ, Εκδόσεις Π. Σάκκουλα 1961, σελίδες 5,6,7)
[9] βλ Α.ΑΡΓΥΡΟΣ(ΕΕΡΓΔ 2007/769Οι μισθοί των δικαστών. Επισκόπηση νομολογίας του "Μισθοδικείου" και η συνταγματική αναθεώρηση.~
[10] Δυνάμει του ΞΗ/1949 Ψηφίσματος.
[11]  Βλ.Δημητρακόπουλος "Πολιτικά" τομ.Α΄ , σελ.393
[12] Βλ ΣΤΕ:833/2000 ΣΤΕ3150/1999,ΣΤΕ5238/1995
[13][13] Είναι δεδομένο ότι, η διάταξη του άρθρου 88 παρ. 2α του ισχύοντος Συντάγματος, που καθορίζει το ύψος των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών, αποτελεί, όπως κρίθηκε από την παγία νομολογία όλων των δικαστηρίων, τη βάση της δικαστικής Ανεξαρτησίας, άνευ της οποίας δεν μπορεί να υφίσταται Δικαιοσύνη και είναι αναγκαίο και αναπόσπαστο συμπλήρωμα των άρθρων 20 παρ. 1 και 26 του Συντάγματος, ενώ είναι αμφίβολο αν μπορεί να αναθεωρηθεί.
[14] Οι δικηγόροι συμπαρασταθήκαν πάντοτε μαχητικά στους δικαστές, με αίτημα την αποκατάσταση αξιοπρεπών μισθολογικών συνθηκών, σύμφωνα με τις σχετικές συνταγματικές ρυθμίσεις.
[15] ΝοΒ 6/1958. 1035 - 1036.
[16] Βλ ΑΠ Ολ 275/1959, ΝοΒ 7/1959. 953, επιστολή Δικαστή Χ. Καθάρειου, ΝοΒ 7/1959. 929, επιστολή Δικαστή Γ. Αρβανίτη, ΝοΒ 15/1967. 90, όπου διεκτραγωδείται η μισθολογική κατάσταση των δικαστών της εποχής και γίνονται συγκρίσεις με άλλους κλάδους.
[17] Με το β.δ. 269/1966, το ν. 4507/1966, τα β.δ. 955/1966, ν.δ. 4532/64 και 4548/1966, όλα όσα είχαν επιτευχθεί με την αύξηση του 1965 εμειώθησαν (βλ. σημείωμα ΚΙΠ, ΝοΒ 15/1967. 90).
[18] Ήταν 28 Μαΐου του 1968, όταν η δικτατορία απέλυσε από το δικαστικό σώμα τριάντα δικαστές, εκδίδοντας την ΚΔ' της 28.5.1968 Συντακτική Πράξη «Περί Εξυγιάνσεως της Τακτικής Δικαιοσύνης». (βλ. εφημερίδα "Μακεδονία" της 30.5.1968). Το Συμβούλιο της Επικρατείας, έκανε δεκτές τις αιτήσεις ακυρώσεως των δικαστών και ακύρωσε την απόλυσή τους, με τις υπ' αριθμούς 1811/1969 έως 1831/1969     αποφάσεις του. Πρόεδρος που εκδιώχθηκε από το δικαστικό σώμα  ήταν  τότε ο  μέγας νομομαθής και διανοητής Μιχαήλ  Στασινόπουλος,  ο οποίος, όπως είναι γνωστό, υπήρχε  πανεπιστημιακός καθηγητής , ακαδημαϊκός, συγγραφέας νομικών , λογοτεχνικών και ιστορικών βιβλίων, ακαδημαϊκός και πρώτος Πρόεδρος της Δημοκρατίας, μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας το έτος 1974.
[19] Βλ Κ. Χιώλος, «Η λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών», ΑρχΝ 2002. 132.
[20] Η νομολογία σχετικά με το τι ακριβώς ο Συνταγματικός νομοθέτης θεωρεί «ανάλογες αποδοχές» είναι σταθερή και χωρίς καμία απολύτως παρέκκλιση από το 1950. Βλ: ΟλΣτΕ 2080/1950, 2928/1986, ΣτΕ 1688/1991, 2030/1991, 3124/1991, 1145/1992, 1148/1992, 1148/1992, 130/1992, 541/1992, 736/1992, 886/1992, 2458/1993, 2591/1993, 2592/1993, 2681/1993, 1840/1994, 470/1996, 472/1996, 1651/1997, 3458/1997, 3925/1998, 2381/1999, 436/2006.
[21]ΒλΣτΕ490/2008,989/2007,1881/2007,Γνδ ΝΣΚ: (ΟΛΟΜ)202/2006,135/2005,Γνωμ ΕιΣΑΠ 8/2002
[22] Υπάρχουν δημόσιοι λειτουργοί και υπάλληλοι οι οποίοι λαμβάνουν, κατά παράβαση του Συντάγματος και των νόμων, συνολικές αποδοχές κατά πολύ πολλαπλάσιες όχι μόνο του Πρωθυπουργού, του Προέδρου της Βουλής αλλά και του Προέδρου του ΑΠ, ακόμη και του Προέδρου της Δημοκρατίας. Μάλιστα, Πρόεδρος Ανώτατου Δικαστηρίου δήλωσε ότι λαμβάνει κατά πολύ ολιγότερα από την Γραμματέα του δικαστηρίου που προεδρεύει, και χωρίς τον υπολογισμό των πλασματικών υπερωριών.
[23] Βλ. ΑΕΔ 5/2006, 12/2003, 11/2003.
[24] ΦΕΚ Α 102/2.6.2008
[25] Αποτελούμενο από τους :Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Πρόεδρο, Γεώργιο Φώσκολο, Αρεοπαγίτη, τακτικό μέλος, Μαρία Αθανασοπούλου, Σύμβουλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, τακτικό μέλος, Σωτήριο Λύτρα, Καθηγητή της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, τακτικό μέλος, Νικόλαο Σκανδάμη, Καθηγητή της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, τακτικό μέλος, Γλυκερία Σιούτη, Καθηγήτρια της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, τακτικό μέλος, Κων. – Δημ. Τριανταφυλλόπουλο, δικηγόρο, τακτικό μέλος, Παύλο Ιωαννίδη, δικηγόρο, τακτικό μέλος, και Αντώνιο Αργυρό – Εισηγητή, δικηγόρο, τακτικό μέλος
[26]«Διαπιστώνει ότι το αναφυόμενο στο πλαίσιο της κρινομένης προσφυγής νομικό ζήτημα, το οποίο εμπίπτει στην δικαιοδοσία του παρόντος Ειδικού Δικαστηρίου, έχει ήδη επιλυθεί με την 89/2013 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου»,
`Αρθρο 13 Ανώτατο όριο καταβολής σύνταξης
 «1. Μέχρι 31.12.2018 αναστέλλεται η καταβολή κάθε ατομικής μηνιαίας σύνταξης των προσώπων που είχαν ήδη καταστεί συνταξιούχοι μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος, κατά το μέρος που υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ. Για την εφαρμογή του ανώτατου αυτού ορίου, λαμβάνονται υπόψη το καταβαλλόμενο ποσό συνυπολογιζόμενης της εισφοράς υγειονομικής περίθαλψης υπέρ ΕΟΠΥΥ και της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων του άρθρου 38 του Ν. 3863/2010 (Α΄ 115), όπως ισχύει, και των παραγράφων 11 και 12 του άρθρου 44 του Ν. 3986/2011 (Α΄ 152), όπως ισχύει.
2. Κατά την ίδια περίοδο, το άθροισμα του καθαρού ποσού των συντάξεων των παραπάνω προσώπων, που δικαιούται κάθε συνταξιούχος από οποιαδήποτε αιτία από το Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. ή οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα κύριας ή επικουρικής ασφάλισης δεν μπορεί να υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Στον υπολογισμό του ανώτατου ορίου καταβολής σύνταξης που αφορά στα άτομα με αναπηρία ή χρόνια πάθηση και των οικογενειών που έχουν μέλη τους άτομα με αναπηρία δεν λαμβάνονται υπόψη τα πάσης φύσεως προνοιακά επιδόματα και επιδόματα αναπηρίας.
3. Από 1.1.2019 καταβάλλεται το τυχόν υπερβάλλον ποσό που προκύπτει σε σχέση με ανώτατο όριο των παραγράφων 1 και 2 και το νέο ύψος των συντάξεων όπως θα προκύψει, σύμφωνα με την κατά το άρθρο 14 αναπροσαρμογή τους.»
[28] ΒΛ Δρ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΡΚΑΛΗΣ, Αντεπίτροπος Επικρατείας «ΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΟ &ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ: ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ» σε «ΜΕΛΕΤΕΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΜΝΗΜΟΝΙΟΥ» -ΝoB-2012-60.

17 Δεκεμβρίου 2013

Stop από το Μισθοδικείο στις μειώσεις των δικαστικών


Stop από το Μισθοδικείο στις μειώσεις των δικαστικών

Stop από το Μισθοδικείο στις μειώσεις των δικαστικών
Αντισυνταγματικές κρίθηκαν, σύμφωνα με πληροφορίες , με ψήφους 7 υπέρ και 2 κατά, οι μειώσεις των αμοιβών των δικαστών.
Το πρώτο και σοβαρό πλήγμα δέχεται το μνημόνιο με αποφάσεις του Μισθοδικείου, κατά το  σκέλος που οδήγησε στη  μείωση των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών, εξομοιώνοντας τους με τους  υπαλλήλους.
Δύο διαφορετικά τμήματα του Μισθοδικείου που έκριναν τις προσφυγές  δικαστικών λειτουργών της  Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης και της Διοικητικής Δικαιοσύνης κατέληξαν σε αποφάσεις κατά των διατάξεων με τις οποίες μειώθηκαν κατά 20% οι αμοιβές των δικαστικών λειτουργών στο πλαίσιο εφαρμογής των μνημονίων και της πολιτικής λιτότητας.
Το τμήμα του Μισθοδικείου με πρόεδρο την αντιπρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας κ. Μαίρη Σάρπ,   έκρινε πως οι μειώσεις αντίκεινται στις συνταγματικές διατάξεις που προβλέπουν και απαιτούν ειδική  μισθολογική μεταχείριση  για τους δικαστικούς λειτουργούς.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η κ. Σάρπ , ως σύμβουλος Επικρατείας ήταν η μία εκ των δύο εισηγητών προς την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας που έκρινε το πρώτο μνημόνιο συνταγματικό. 
Η μάχη για την αντισυνταγματικότητα των μειώσεων που υπέστησαν οι δικαστές δόθηκε στο γεγονός ότι οι αποδοχές τους πρέπει να είναι ανάλογες με τις αποδοχές των βουλευτών. Η μειοψηφία υποστήριξε ότι οι βουλευτές δεν παίρνουν  μισθό, αλλά αποζημίωση, δεν είναι μόνιμοι και ισόβιοι.  Άποψη που δεν έγινε δεκτή από την πλειοψηφία.
Ειδικότερα οι μειώσεις που υπέστησαν οι δικαστικοί λειτουργοί υποστηρίζεται ότι αντίκεινται  στα άρθρα 17, 26, 87, 88 και 100Α του Συντάγματος, όπως και το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Οι αποφάσεις αυτές που ελήφθησαν σε διάσκεψη των καθ ύλην αρμοδίων τμημάτων αναμένεται να προκαλέσουν θύελλα αντιδράσεων καθώς θα αποδοθεί στο Μισθοδικείο πρόθεση να <ευλογήσουν> οι δικαστές τα γένια τους, αν και η πλειοψηφία των μελών του Μισθοδικείου συγκροτείται από μη δικαστές.
Στο τμήμα που έκρινε τις προσφυγές των δικαστικών λειτουργών της Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης προεδρεύει η αντιπρόεδρος του ΣτΕ κ. Σάρπ και μετέχουν ο σύμβουλος επικρατείας Διονύσης Μαρινάκης, η σύμβουλος του Ε.Σ. Μαυρουδή , οι καθηγητές Δημ, Παπαδόπουλος,Φίλιππος Σπυρόπουλος,Ν.  Ιντζεσίλογλου και οι δικηγόροι Φ.Κρεμμύδας, Παν. Βασιλακόπουλος και Ιωάννης Δριλεράκης.
Στο τμήμα που έκρινε τις προσφυγές των Διοικητικών Δικαστών προεδρεύει ο αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου κ. Χρυσικός και μετέχουν ο αρεοπαγίτης Παν. Πετρόπουλος, η σύμβουλος του Ε.Σ.Βιργινία Σκεύη, οι καθηγητές Φιλ.Σπυρόπουλος, Χαρ. Παμπούκης,Ν.  Ιντζεσίλογλου και οι δικηγόροι Δημ. Γιότσας, Ν.Μαυρομμάτης και Ιωάννης Δριλεράκης .
Οι σχετικές αποφάσεις αναμένεται να δημοσιευθούν έως το τέλος Δεκεμβρίου καθώς λήγει στο τέλος του χρόνου η θητεία των μελών των τμημάτων του Μισθοδικείου.

Μάχη και στο Ελεγκτικό Συνέδριο

Μάχη και για τις μειώσεις στις συντάξεις των δικαστικών λειτουργών , αλλά και άλλων κατηγοριών όπως πανεπιστημιακών  και ανωτάτων λειτουργών πρόκειται να δοθεί στις 5 Φεβρουαρίου ενώπιον του  Ελεγκτικού  Συνέδριου , το οποίο στο πλαίσιο της πρότυπης δίκης θα εξετάσει  τη συνταγματικότητα ή μη των διατάξεων με τις οποίες μειώθηκαν συντάξεις και στη συνέχεια η απόφαση του θα αποτελέσει τον οδηγό για να κριθούν όλες οι σχετικές προσφυγές που εκκρεμούν τα κατώτερα δικαστήρια.
Το Ελεγκτικό Συνέδριο, ωστόσο,  στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του να γνωμοδοτεί σε νομοσχέδια που επιφέρουν οικονομικές συνέπειες, έχει ήδη ταχθεί  υπέρ της αντισυνταγματικότητας των μειώσεων σε συντάξεις σε ειδικά μισθολόγια(δικαστών, στρατιωτικών, καθηγητών πανεπιστημίων κλπ.).
Συγκεκριμένα έχει δεχθεί ότι είναι αντισυνταγματική και αντίθετη στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ)  η αναδρομική από 1 Αυγούστου 2012 περικοπή των συντάξεων των υπαγομένων στα ειδικά μισθολόγια .
Και αυτό γιατί θίγουν «το νομίμως αναγνωρισμένο περιουσιακής φύσεως δικαίωμα των εν λόγω συνταξιούχων του Δημοσίου για μη μείωση των συντάξεών τους για το χρονικό σημείο πριν από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου και έως την 1.8.2012, χωρίς περαιτέρω να προκύπτει ότι η εν λόγω αναδρομική μείωση υπαγορεύθηκε από λόγους γενικότερου δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος κατόπιν βεβαίως τηρήσεως των αρχών της ισότητας και της ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών και της αναλογικότητας, ενόψει και του γεγονότος ότι όμοια ρύθμιση δεν θεσπίστηκε και για τους λοιπούς εν γένει συνταξιούχους του Δημοσίου, οι οποίοι σημειωτέον υπέστησαν μόνον τις μέχρι τούδε ποσοστιαίες μειώσεις επί των συντάξεών τους».


Πηγή:www.reporter.gr

09 Ιουνίου 2007

Ο ΤΟΚΟΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΟΦΕΙΛΕΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ

Η επικρατούσα σύγχρονη αρχή είναι η εξάλειψη της προνομιούχου θέσης του Δημοσίου, των οργάνων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των ΔΕΚΟ απέναντι στον ιδιώτη αντίδικό τους. Κύριες πλευρές της αρχής αυτής είναι α) η αναγκαστική εκτέλεση αποφάσεων κατά του Δημοσίου, των οργάνων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των ΔΕΚΟ, β) η απαρέγκλιτη συμμόρφωση της διοίκησης στις δικαστικές αποφάσεις και γ) η εξίσωση του τόκου υπερημερίας που υποχρεούνται να καταβάλλουν αφενός το Δημόσιο και αφετέρου οι ιδιώτες
Το Μισθοδικείο με την 1/2005 Αποφαση του εκρινε:Από τη διάταξη του άρθρου 21 του ισχύοντος Κώδικα Δικών Δημοσίου, η οποία δεν διακρίνει μεταξύ αναγνωριστικής και καταψηφιστικής αγωγής και τις διατάξεις των άρθρων 73 παρ. 3 και 197 του Κ.Διοικ.Δ. που ορίζουν ότι το αίτημα της αγωγής μπορεί να είναι καταψηφιστικό ή αναγνωριστικό και ότι οι τελεσίδικες αποφάσεις αποτελούν δεδικασμένο, συνάγεται,κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη στο Δικαστήριο αυτό, ότι με την ασκούμενη ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων αναγνωριστική αγωγή, η οποία έχει αντικείμενο την αυθεντική διάγνωση κάποιας χρηματικής αξιώσεως από σχέση δημοσίου δικαίου κατά το άρθρο 71 του Κ.Διοικ.Δ. παρέχεται από τον Κ.Διοικ.Δ. ισότιμη προστασία με εκείνη της καταψηφιστικής αγωγής. Και τούτο, διότι η αναγνωριστική αγωγή δεν έχει επικουρικό χαρακτήρα έναντι της καταψηφιστικής (Κεραμέως, Σχέσεις αναγνωριστικής και καταψηφιστικής αγωγής, Τιμητικός Τόμος Μιχαηλίδη-Νουάρου, 1987, τομ. Α΄, σελ. 502 ), η κατάθεσή της διακόπτει την παραγραφή της αξιώσεως (άρθρο 75 παρ. 2 του Κ.Διοικ.Δ.) και τέμνεται η διαφορά με δύναμη δεδικασμένου και έτσι, η ασφάλεια του δικαίου, στην οποία εκτός των άλλων αποβλέπει η δίκη, πραγματώνεται πλήρως και με την απλή αναγνώριση της χρηματικής αξιώσεως. Το γεγονός ότι επί αναγνωριστικής αγωγής δεν αποκτάται τίτλος εκτελεστός δεν αναιρείται, αφού η απόφαση αποτελεί δεδικασμένο για το δικαστήριο που θα επιληφθεί της καταψηφιστικής αγωγής. Εξ άλλου δεν αίρονται όμως και οι συνέπειες της επιδόσεως ως οχλήσεως, η οποία καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 340 και 345 ΑΚ., δεδομένου ότι η επίδοση στον εναγόμενο αγωγής για την επιδίκαση χρηματικής απαιτήσεως δεν είναι μόνο σύνθετη διαδικαστική πράξη, αλλά έχει και το χαρακτήρα οιονεί δικαιοπραξίας οχλήσεως του οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής (Ολ. ΑΠ,13/1994).
Περαιτέρω κρίνεται κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη στο Δικαστήριο αυτό , ότι η ανωτέρω διάταξη περί του ύψους του νόμιμου και της υπερημερίας τόκου πάσης του δημοσίου οφειλής σε 6% ετησίως, αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας και στα άρθρα 4 παρ 1 και 20 παρ 1 του Συντάγματος 6 και 14 της Ε.Σ.Δ.Α και 2 παρ 3α και β ,14 παρ 1 και 26 του διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (ν2462/97),διότι θεσπίζει προνομιακή μεταχείριση του δημοσίου σε σχέση με τους ιδιώτες αντιδίκους του, χωρίς να δικαιολογείται τούτο από λόγους δημοσίου συμφέροντος (ΑΠ 252/2005, ΣτΕ3651/2002).
Συνεπώς,το δικαστήριο κρίνει ότι και στην υπό κρίση αναγνωριστική αγωγή οφείλονται τόκοι επιδικίας, από της επιδόσεως του δικογράφου στο Δημόσιο (μειοψηφία σε ΟλΑΠ 7/2000, πλειοψηφία στην Δ.Ε.Α. 2795/200, ΔιΔικ. 2002 σελ. 1350, πρβλ. ΣτΕ 34/2003 ΕΔΚΑ 2003 σελ. 42, ΣτΕ 2897/1995 ΕΔΚΑ 1996, σελ. 20, 2537/1997, ΟλΑΠ 13/1994, ΕΔΚΑ 1995 σελ. 106, έτσι και Κεραμέως ανωτ. σελ. 516-517)το ύψος δε των τόκων αυτών ανέρχεται στον εκάστοτε ισχύοντα τόκο υπερημερίας, μη εφαρμοζομένων των διατάξεων του άρθρου 21 του Δ/τος της 26.6/10.7.1944 (Κώδιξ Δικών Δημοσίου).

ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

  ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ -ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΕΝ ΟΨΕΙ   ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ (4...