Του Γιωργου Γεραπετριτη*
Στις εσωτερικές σελίδες των φύλλων των εφημερίδων στις 10 Οκτωβρίου, ανάμεσα στα άρθρα νομικοπολιτικού χαρακτήρα για το ζήτημα της Μονής Βατοπεδίου, συμπιέστηκε μία είδηση χαμηλού ενδιαφέροντος. Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Σανιδάς, το πιο καυτό όνομα της επικαιρότητας, ζήτησε τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης κατά παντός υπευθύνου και ιδιαίτερα κατά των μελών της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας (ΡΑΕ) με το ερώτημα της τέλεσης αξιόποινων πράξεων, όπως παράβαση καθήκοντος και απιστία, για θέματα που αφορούν την απελευθέρωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Η εξέταση αφορά απόφαση της ΡΑΕ για τον τρόπο προσδιορισμού της οριακής τιμής του συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας, με το σκεπτικό ότι από την απόφαση βλάπτεται η ΔΕΗ και τελικά το κοινωνικό σύνολο, και γνωμοδότηση της ίδιας Αρχής για την τροποποίηση άδειας λειτουργίας ηλεκτροπαραγωγικής μονάδας με το σκεπτικό ότι η Αρχή γνωμοδότησε στον αρμόδιο υπουργό να γίνει δεκτή αίτηση για μετατροπή άδειας αυτοπαραγωγού σε άδεια ανεξάρτητου παραγωγού, με εικαζόμενη συνέπεια να επιτυγχάνει ο κάτοχος της άδειας χαμηλότερες τιμές προμήθειας και ψηλότερες τιμές πώλησης ηλεκτρικού ρεύματος.
Είναι πράγματι αξιοσημείωτος ο τρόπος με τον οποίο η εισαγγελική αρχή αντιμετωπίζει την Ανεξάρτητη Αρχή. Σκοπός της ΡΑΕ είναι η διασφάλιση κανόνων υγιούς ανταγωνισμού στο πλαίσιο του εθνικού και, ιδίως, του κοινοτικού δικαίου, ώστε ο τέως μονοπωλιακός πάροχος, η ΔΕΗ, με τον εν πολλοίς αυθαίρετο και πολιτικά ελεγχόμενο τρόπο καθορισμού τιμολογίων, να παραχωρήσει μερίδιο αγοράς σε εναλλακτικούς παρόχους και να υπάρξουν συνθήκες συμπίεσης του κέρδους προς όφελος των καταναλωτών. Κατά τούτο, ο περιορισμός των προσόδων της ΔΕΗ είναι όχι μόνο αναγκαίος αλλά και σκόπιμος στο περιβάλλον της απελευθέρωσης. Κρίσιμο στοιχείο δεν είναι αν βλάπτεται η ΔΕΗ, αλλά αν η επίμαχη πράξη της ΡΑΕ είναι εντός των ορίων της ευχέρειας που της παρέχει ο νόμος. Διαφορετικά υπάρχει η δυνατότητα στους θιγόμενους να επιδιώξουν ακύρωση των επιβλαβών για τα συμφέροντά τους πράξεων στα διοικητικά δικαστήρια, όπως και το έπραξαν εν προκειμένω. Σε καμία όμως περίπτωση δεν μπορεί μια τέτοια πράξη να καθίσταται αντικείμενο ποινικής έρευνας εκ μόνο του λόγου ότι βλάπτεται μία επιχείρηση. Είναι δε τουλάχιστον περίεργη η διαφορετική μεταχείριση που επιφυλάσσει η εισαγγελική αρχή στη ΡΑΕ έναντι άλλων ανεξάρτητων αρχών με αντίστοιχη ρυθμιστική λειτουργία, όπως ιδίως η Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων, η οποία στο πλαίσιο της απελευθέρωσης των τηλεπικοινωνιών εκδίδει συστηματικά μονομερείς πράξεις καταναγκασμού έναντι του ΟΤΕ χωρίς ουδέποτε να έχει τεθεί θέμα ποινικού κολασμού των μελών της.
Με αφορμή την επίμαχη προκαταρκτική εξέταση, σε συνδυασμό με τα όσα ανακύπτουν για τις διαδικασίες ποινικής ευθύνης μελών της κυβέρνησης, διακρίνεται μια τάση της Δικαιοσύνης να μεταφέρει ένα σημαντικό κομμάτι ευθύνης από το επίπεδο της κυβέρνησης στο επίπεδο της διοίκησης υπό ευρεία έννοια. Του λόγου το αληθές αποδεικνύει ο μεγάλος αριθμός δικαστικών παραγγελιών εις βάρος μελών διοικητικών συμβουλίων εταιρειών, επιχειρήσεων και οργανισμών για αποφάσεις που λαμβάνονται στο πλαίσιο εταιρικής διαχείρισης, όπου μάλιστα ο ίδιος ο νομοθέτης έχει φροντίσει με τρόπο εντελώς δυσανάλογο να αναβιβάσει το αδίκημα της απιστίας εις βάρος του Δημοσίου υπεράνω των 15.000 ευρώ σε κακούργημα. Εν προκειμένω, είναι αδιανόητο μια ανεξάρτητη αρχή που καταθέτει απλή γνώμη, την οποία το τελικά αποφασιστικό όργανο μπορεί να αποδεχτεί ή όχι, να ενέχεται για απιστία και παράβαση καθήκοντος. Παρά ταύτα διατάσσεται προκαταρκτική εξέταση εις βάρος των μελών του γνωμοδοτούντος οργάνου, η οποία εξ ορισμού δεν προκαλεί ζημία. Η γνώμη δεν βλάπτει, η απόφαση βλάπτει.
Μετά την αποκάλυψη του παραδικαστικού κυκλώματος και τον κλονισμό τής παράστασης της δικαστικής λειτουργίας στην κοινωνία, οι εισαγγελείς και οι ποινικοί δικαστές επιδεικνύουν υπερβάλλοντα ζήλο στην άσκηση του έργου τους, είτε στη διενέργεια εξέτασης είτε στην άσκηση δίωξης είτε στην επιβολή ποινών. Αυτό πιθανώς συνδέεται με την επιθυμία τους να μην τους χρεωθεί οποιαδήποτε πλημμέλεια, η οποία θα μπορούσε μεταγενέστερα να εγείρει θέμα αμεροληψίας τους. Η αυστηρότητα αυτή όμως δεν θα πρέπει να αγνοεί ορισμένους βασικούς κανόνες στην απονομή της δικαιοσύνης, όπως την αρχή της επιείκειας και το τεκμήριο αθωότητας. Πρωτίστως, όμως, οι διωκτικές αρχές οφείλουν να λαμβάνουν υπ’ όψιν τους ότι ακόμη και η προκαταρκτική εξέταση, πολλώ δε μάλλον η ποινική δίωξη, συνιστά διαδικασία που φέρει στους εμπλεκόμενους σημαντικό ψυχολογικό βάρος, ενίοτε δε και στίγμα, πέρα από την υποχρέωση που μπορεί να τους επιβάλλεται για αποκάλυψη δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Το σκεπτικό να διερευνηθεί δικαστικά μια υπόθεση και ας τεθεί αργότερα στο αρχείο είναι στρεβλή και επικίνδυνη σε μια εποχή όπου η παράσταση έχει αυτοτελή αξία. Η προκαταρκτική εξέταση ή η ποινική δίωξη γίνεται πρωτοσέλιδο, η θέση της υπόθεσης στο αρχείο δεν συνιστά καν είδηση.
Περισσότερο από όσο στο παρελθόν, είναι σήμερα υποχρέωση της Δικαιοσύνης να διατηρήσει το μαντίλι που καλύπτει τα μάτια της Θέμιδας. Και αυτό γιατί διαφαίνεται μια διαφοροποίηση στον τρόπο μεταχείρισης αναλόγως του υποκειμένου μιας διαδικασίας. Εντούτοις, στο πλαίσιο των νόμων και του Συντάγματος, έστω με τις όποιες ερμηνευτικές στρεβλώσεις του, ο υπουργός, ο βουλευτής, το μέλος μιας Αρχής, ένας δημόσιος υπάλληλος και ένας απλός πολίτης οφείλουν να απολαμβάνουν τις ίδιες εγγυήσεις δικαστικής προστασίας και, κυρίως, σεβασμού της αξιοπρέπειάς τους.
* Ο κ. Γιώργος Γεραπετρίτης είναι επίκουρος καθηγητής της Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών.