Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΕ 2447/2021. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΤΕ 2447/2021. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

27 Μαΐου 2022

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ: ΣΤΕ 2447/2021

ΕΣΦΑΛΜΕΝΗ ΙΑΤΡΙΚΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ - ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΑ ΜΕΣΑ ΕΠΙΤΡΕΠΟΜΕΝΑ -ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ  ΠΑΘΩΝ ΚΛΗΡΩΤΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ  

Αριθμός 2447/2021


ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Α΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2018, με την εξής σύνθεση: Σπ. Χρυσικοπούλου, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Π. Μπραΐμη, Κ. Κονιδιτσιώτου, Σύμβουλοι, Αικ. Ρωξάνα, Σ. Κωνσταντίνου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Αικ. Ιγγλέση.



1. Επειδή, με την αίτηση αυτή, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται κατά νόμον, καταβολή παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της 1685/2011 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά (μεταβατική έδρα Μυτιλήνης), με την οποία απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 51/2010 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Μυτιλήνης. Με την πρωτόδικη απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή αγωγή του αναιρεσιβλήτου και αναγνωρίστηκε, κατόπιν μετατροπής του αιτήματός του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, η υποχρέωση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου να του καταβάλει, συνεπεία παράνομων πράξεων και παραλείψεων των οργάνων του, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, το συνολικό ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ και συγκεκριμένα, 200.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του, κατ’ άρθρο 932 Α.Κ., και 100.000 ευρώ ως πρόσθετη αποζημίωση, κατ’ άρθρο 931 Α.Κ., εξαιτίας βλάβης της υγείας του (αναπηρία σε ποσοστό 90%), την οποία υπέστη κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας σε μονάδα της Μυτιλήνης.

2. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων των παρ. 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως οι παράγραφοι αυτές αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) και, περαιτέρω, η παρ. 3 συμπληρώθηκε με το άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 4446/2016 (Α΄ 240/22.12.2016), η ισχύς του οποίου άρχισε, σύμφωνα με το άρθρο 32 του νόμου αυτού, από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αν πρόκειται για διαφορά με χρηματικό αντικείμενο τουλάχιστον 40.000 ευρώ, για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης απαιτείται προβολή ισχυρισμών με το περιεχόμενο που επιβάλλει η παρ. 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (ΣτΕ 131/2018443/20181034/20181563/2018 κ.ά.). Στην περίπτωση αυτή ο αναιρεσείων βαρύνεται, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της αίτησής του, να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιλαμβάνει στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι με καθέναν από τους προβαλλόμενους λόγους τίθεται συγκεκριμένο νομικό ζήτημα, δηλαδή ζήτημα ερμηνείας διάταξης νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, κρίσιμο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγομένης διαφοράς, επί του οποίου είτε δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, είτε οι σχετικές κρίσεις και παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης έρχονται σε αντίθεση προς μη ανατραπείσα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου (ΣτΕ 131/20181563/20182763/2018 κ.ά.). Οι αποφάσεις προς τις οποίες προβάλλεται αντίθεση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης πρέπει να μνημονεύονται ειδικώς και το κριθέν με αυτές νομικό ζήτημα πρέπει να είναι ουσιώδες για την επίλυση των διαφορών που έταμαν τα δικαστήρια αυτά (ΣτΕ 1633/20181634/2018 κ.ά.). Εξάλλου, ως νομολογία νοείται η διαμορφωθείσα επί του ίδιου κρίσιμου νομικού ζητήματος που επιλύθηκε σε υπόθεση με τα ίδια ή ουσιωδώς παρεμφερή πραγματικά περιστατικά και όχι επί ανάλογου ή παρόμοιου (ΣτΕ 618/20191034/20181633/20181634/2018 κ.ά.). Σε περίπτωση δε επίκλησης εκ μέρους του αναιρεσείοντος αντίθεσης προς τη νομολογία ή έλλειψης νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, πρέπει η αντίθεση ή η έλλειψη αυτή να μην αναφέρεται σε ζητήματα επάρκειας της αιτιολογίας συνδεόμενα με το πραγματικό της κρινόμενης υπόθεσης, αλλά να αφορά αποκλειστικά την ερμηνεία διάταξης νόμου ή γενικής αρχής, δυναμένης να έχει γενικότερη εφαρμογή, ανεξαρτήτως εάν αυτή η ερμηνεία διατυπώνεται στη μείζονα ή στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (ΣτE 1013/2014, 1015-6/2014 κ.ά.).

3. Επειδή, στο άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (Εισ.Ν.Α.Κ., π.δ. 456/1984, Α΄ 164) ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή παράλειψη, έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος ...». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, ευθύνη προς αποζημίωση γεννάται όχι μόνο από την έκδοση παράνομης εκτελεστής διοικητικής πράξης ή από την παράνομη παράλειψη έκδοσης τέτοιας πράξης, αλλά και από παράνομες υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου ή από παραλείψεις οφειλόμενων νομίμων υλικών ενεργειών αυτών, εφόσον αυτές συνάπτονται με την οργάνωση και λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών. Εξάλλου, ευθύνη του Δημοσίου υφίσταται, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του νόμου, όχι μόνον όταν παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου με σχετική πράξη ή παράλειψη οργάνου του Δημοσίου, αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα ή υποχρεώσεις που προβλέπει η κείμενη νομοθεσία, καθώς και εκείνα που, κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας και της καλής πίστης, προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη δημόσια υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης (ΣτΕ 1704/20191819/20182838/2017573/2013 κ.ά.). Ο κατά τα ανωτέρω παράνομος χαρακτήρας της ζημιογόνου πράξης, παράλειψης ή υλικής ενέργειας αρκεί για να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη του Δημοσίου, χωρίς να απαιτείται και η διαπίστωση πταίσματος του οργάνου του (ΣτΕ 1704/20192838/2017 κ.ά.). Απαραίτητη, πάντως, προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημίωσης είναι, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας ή της παράλειψης υλικής ενέργειας του δημόσιου οργάνου και της ζημίας που επήλθε. Αιτιώδης δε σύνδεσμος υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η πράξη ή η παράλειψη ή η υλική ενέργεια ή η παράλειψη αυτής εκ μέρους του οργάνου του Δημοσίου είναι επαρκώς ικανή (πρόσφορη) και μπορεί αντικειμενικά κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού να επιφέρει τη ζημία την οποία και επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΣτΕ 1704/20194410/2015877/2013 7μ., 573/2013322/2009 7μ. κ.ά.).

4. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 298 του Αστικού Κώδικα (Α.Κ.) ορίζεται ότι: «Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία, καθώς και το διαφυγόν κέρδος). …» και στο άρθρο 299 του Α.Κ. ορίζεται ότι: «Για μη περιουσιακή ζημία οφείλεται χρηματική ικανοποίηση στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος». Σύμφωνα δε με το άρθρο 932 εδ. α΄ και β΄ του Α.Κ.: «Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του». Από τη διάταξη αυτή (σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ.) συνάγεται ότι, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 932 του Α.Κ., να επιδικάσει σε βάρος του Δημοσίου εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (ΣτΕ 3539/20152202/20141782/20134714/20124133/2011 7μ. κ.ά.). Ειδικότερα, με το άρθρο 932 του Α.Κ. παρέχεται στο δικαστήριο της ουσίας η εξουσία, αφού εκτιμήσει τους ειδικότερους ισχυρισμούς των διαδίκων που προβάλλονται ενώπιόν του και τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης (συνθήκες γενικά της προσβολής, είδος, ένταση και συνέπειες της βλάβης του παθόντος, ηλικία του παθόντος, οικονομική και κοινωνική κατάσταση αυτού, βαρύτητα του πταίσματος του οργάνου του υποχρέου κ.λπ., συνεκτιμώντας και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος στην πρόκληση της ζημίας ή την έκταση αυτής, βλ. σχετικά ΣτΕ 3292/2017, 3539/2015 και ΑΠ 1527/2001), και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό αυτής, αν κρίνει ότι επήλθε στον προσβληθέντα ηθική βλάβη (ΣτΕ 842/20194737/2014877/2013 7μ., 4133/2011 7μ. κ.ά.).

5. Επειδή, στο άρθρο 929 του Α.Κ. ορίζεται ότι: «Σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του. ...» και στο άρθρο 930 του Α.Κ. ορίζεται ότι: «Η αποζημίωση των δύο προηγούμενων άρθρων που αναφέρεται στο μέλλον καταβάλλεται σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα. Όταν υπάρχει σπουδαίος λόγος, η αποζημίωση μπορεί να επιδικαστεί σε κεφάλαιο εφάπαξ. ...». Περαιτέρω, στο άρθρο 931 του Α.Κ. ορίζεται ότι: «Η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του». Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 298, 299, 932 του Α.Κ. και 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., συνάγεται ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενείται στον παθόντα, ανεξάρτητα από το φύλο του, εκτός από την επίδραση που μπορεί να ασκήσει στις παροχές που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 του Α.Κ., είναι δυνατόν να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση, σύμφωνα με το άρθρο 931 του Α.Κ., αν επιδρά στο μέλλον του, δηλαδή στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής στο μέλλον του προσώπου, αλλά αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Η διατύπωση της διάταξης του άρθρου 931 του Α.Κ. παρέχει βάση για τέτοια αξίωση, αν και εφόσον η αναπηρία ή η παραμόρφωση επιδρά στο μέλλον (οικονομικό, επαγγελματικό, κοινωνικό) του παθόντος, που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 του Α.Κ. Επομένως, για τη θεμελίωση της αυτοτελούς αυτής αξίωσης απαιτείται να συντρέξουν περιστατικά πέρα από εκείνα που απαιτούνται για τη θεμελίωση αξιώσεων με βάση τα άρθρα 929 και 932 του Α.Κ., τα οποία συνθέτουν την έννοια της επίδρασης της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης στο μέλλον του παθόντος, δηλαδή να συντρέξουν ιδιάζοντα περιστατικά, εκτός και πέραν εκείνων που χρειάζονται για τη στοιχειοθέτηση αξιώσεων κατά τα άρθρα 929 και 932 του Α.Κ., περιστατικά από τα οποία θα πρέπει να προκύπτουν οι ιδιαίτεροι λόγοι, εξαιτίας των οποίων επέρχονται δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική, επαγγελματική, κοινωνική πλευρά της μελλοντικής ζωής του. Ως εκ τούτου, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ., επιδικάζεται στον παθόντα την αναπηρία ή την παραμόρφωση ένα εύλογο χρηματικό ποσό χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, το ύψος δε του επιδικαζόμενου εύλογου χρηματικού ποσού καθορίζεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, την ηλικία του παθόντος, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού τυχόν συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ., αξίωσης για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (ΣτΕ 1636/20172775/20164097/2015877/2013 7μ., 1437/20112937/20093463/2004 κ.ά.). Η αξίωση του άρθρου 931 του Α.Κ. είναι διαφορετική από α) την αξίωση του άρθρου 929 του Α.Κ. για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος που, κατ’ ανάγκη, συνδέεται με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία λόγω ανικανότητας προς εργασία και β) την κατά το άρθρο 932 του Α.Κ. χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης˙ οι αξιώσεις αυτές είναι δυνατόν να ασκηθούν είτε σωρευτικώς είτε μεμονωμένα, αφού είναι αυτοτελείς και η θεμελίωση καθεμιάς από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη μιας από τις υπόλοιπες (ΣτΕ 1636/20171541/2013 κ.ά.). Επομένως, για τον υπολογισμό της χρηματικής παροχής του άρθρου 931 του Α.Κ. δεν έχουν εφαρμογή τα ισχύοντα για την αξίωση του άρθρου 929 του Α.Κ. -όπου για τον καθορισμό αυτής προσδιορίζεται πρώτα το ύψος της θετικής και αποθετικής ζημίας αυτού που έπαθε βλάβη του σώματος ή της υγείας και το ποσό αυτής μειώνεται κατά το ποσοστό της τυχόν συνυπαιτιότητάς του- αφού η χρηματική παροχή του άρθρου 931 του Α.Κ. δεν αποτελεί αποζημίωση προς ανόρθωση συγκεκριμένης μελλοντικής περιουσιακής ζημίας, αλλά δίδεται για το γεγονός και μόνο της αναπηρίας ή παραμόρφωσης και καθορίζεται κατά την εύλογη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας με βάση τους αναφερόμενους ως άνω προσδιοριστικούς παράγοντες (ΣτΕ 1636/20172775/20162668/20151437/20112937/2009 κ.ά.).

6. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 13 του α.ν. 1565/1939 «Περί κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος» (Α΄ 16) ορίζεται ότι: «Ο ιατρός οφείλει να ασκή ευσυνειδήτως το επάγγελμα αυτού και να συμπεριφέρεται τόσον εν τη ασκήσει του επαγγέλματος, όσον και εκτός αυτής κατά τρόπον αντάξιον της αξιοπρεπείας και εμπιστοσύνης τας οποίας απαιτεί το ιατρικόν επάγγελμα», στο δε άρθρο 24 του ίδιου αναγκαστικού νόμου ορίζεται ότι: «Ο ιατρός οφείλει να παρέχη μετά ζήλου ευσυνειδησίας και αφοσιώσεως την ιατρικήν αυτού συνδρομήν, συμφώνως προς τας θεμελιώδεις αρχάς της ιατρικής επιστήμης, και της κτηθείσης πείρας, τηρών τας ισχυούσας διατάξεις περί διαφυλάξεως των ασθενών και προστασίας των υγιών». Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικος (άρθρο 47 Εισ.Ν.Α.Κ.), σε συνδυασμό με τα άρθρα 330, 652, 914 ΑΚ, ο ιατρός ευθύνεται σε αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη ασθενής του από κάθε αμέλεια αυτού, ακόμη και ελαφρά, αν, κατά την εκτέλεση των ιατρικών του καθηκόντων, παρέβη την υποχρέωσή του να ενεργήσει σύμφωνα με τις αρχές και τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, επιδεικνύοντας την δέουσα επιμέλεια, δηλαδή, αυτήν που αναμένεται από τον μέσο εκπρόσωπο του κύκλου του (ΣτΕ 1594/20201580/20181414/20172669/20152224/2014572/2013 κ.ά.).

7. Επειδή, εξάλλου, στην παρ. 1 του άρθρου 145 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α΄ 97) ορίζεται ότι: «Κάθε διάδικος υποχρεούται να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που επικαλείται για να στηρίξει τους ισχυρισμούς του, εκτός αν ο νόμος που διέπει τη σχέση ορίζει διαφορετικά. Οι άλλοι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να ανταποδείξουν». Στο άρθρο 146 του πιο πάνω Κώδικα ορίζεται ότι: «Η απόδειξη στηρίζεται στα στοιχεία του, κατά το άρθρο 149, διοικητικού φακέλου, καθώς και σε εκείνα που προέκυψαν από την ενώπιον του δικαστηρίου αποδεικτική διαδικασία». Στην παρ. 1 του άρθρου 147 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι: «Αποδεικτικά μέσα είναι: α) η αυτοψία, β) η πραγματογνωμοσύνη, γ) τα έγγραφα, δ) η ομολογία του ιδιώτη διαδίκου, ε) οι εξηγήσεις των διαδίκων, στ) οι μάρτυρες και ζ) τα δικαστικά τεκμήρια» και στο άρθρο 148 του Κώδικα αυτού ορίζονται τα εξής: «Το δικαστήριο χρησιμοποιεί τα αποδεικτικά μέσα κατά την κρίση του και τα εκτιμά ελευθέρως, αυτοτελώς ή σε συνδυασμό μεταξύ τους, εκτός αν ειδική διάταξη νόμου ορίζει διαφορετικά». Περαιτέρω, στην παρ. 1 του άρθρου 149 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι: «Ο διοικητικός φάκελος, τον οποίο και υποχρεούται η Διοίκηση να διαβιβάζει, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 129, στο δικαστήριο αποτελείται από τα, σχετικά με την ένδικη υπόθεση, στοιχεία». Στην παρ. 1 του άρθρου 159 του Κώδικα ορίζεται ότι: «Το δικαστήριο, αν κρίνει ότι ανακύπτουν ζητήματα για τη διάγνωση των οποίων απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, διατάζει πραγματογνωμοσύνη και διορίζει, για τη διεξαγωγή της, έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες». Στην παρ. 1 του άρθρου 160 του ανωτέρω Κώδικα ορίζεται ότι: «Οι λόγοι οι οποίοι ισχύουν για τον αποκλεισμό και την εξαίρεση των δικαστών ισχύουν αναλόγως και για τους πραγματογνώμονες» και στο άρθρο 161 του Κώδικα ορίζονται τα εξής: «1. Οι πραγματογνώμονες γνωμοδοτούν για τα θέματα που τους τίθενται από το δικαστήριο. 2. Η άσκηση των καθηκόντων του πραγματογνώμονα είναι υποχρεωτική. 3. Οι πραγματογνώμονες οφείλουν, πέρα από τα κύρια καθήκοντά τους, όταν καλούνται από το δικαστήριο, να παρευρίσκονται κατά τη διενέργεια άλλων διαδικαστικών πράξεων, καθώς και κατά τη μετά την απόδειξη συζήτηση της υπόθεσης, για την παροχή επεξηγήσεων ή πληροφοριών». Περαιτέρω, στο άρθρο 162 του ως άνω Κώδικα ορίζεται ότι: «Οι πραγματογνώμονες ορκίζονται ενώπιον του δικαστηρίου που τους διόρισε ή του εισηγητή δικαστή…». Στο άρθρο 163 του προαναφερθέντος Κώδικα ορίζεται ότι: «1…2. Οι πραγματογνώμονες μπορούν: α) να λαμβάνουν γνώση των στοιχείων της δικογραφίας… β) να ζητούν πληροφορίες από τους διαδίκους ... 3. … 4. Οι διάδικοι μπορούν να υποβάλλουν προς τους πραγματογνώμονες υπομνήματα με τις απόψεις τους για το αντικείμενο της πραγματογνωμοσύνης, καθώς και κάθε άλλο συναφές με αυτό στοιχείο και να παρευρίσκονται κατά την εξέταση ή τη θεώρηση του αντικειμένου της». Στην παρ. 1 του άρθρου 164 του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι: «Για τη διεξαγωγή και το συμπέρασμα της πραγματογνωμοσύνης οι πραγματογνώμονες συντάσσουν έκθεση…». Ακολούθως, στο άρθρο 165 του Κώδικα ρυθμίζεται το θέμα των δαπανών της πραγματογνωμοσύνης και της αμοιβής των πραγματογνωμόνων και στο άρθρο 166 προβλέπονται κυρώσεις σε βάρος του πραγματογνώμονα, που δεν εκτελεί τα καθήκοντά του. Περαιτέρω, στο άρθρο 167 του Κώδικα ορίζονται τα εξής: «1. Αν το δικαστήριο αποφασίσει το διορισμό πραγματογνώμονα, κάθε διάδικος μπορεί να ορίσει, με δαπάνη του, έναν τεχνικό σύμβουλο, ο οποίος πρέπει να είναι πρόσωπο που έχει την ικανότητα να διοριστεί πραγματογνώμονας. 2. Ο ορισμός γίνεται με έγγραφη δήλωση του διαδίκου, η οποία κατατίθεται στη γραμματεία ή και προφορικώς στο δικαστήριο ή στον εισηγητή - δικαστή ενώπιον των οποίων διενεργείται η πραγματογνωμοσύνη. Για τον ορισμό, αναλόγως με την περίπτωση, συντάσσεται έκθεση ή πρακτικό, αντίστοιχα. 3. Οι Τεχνικοί Σύμβουλοι βοηθούν τους διαδίκους με τις τεχνικές γνώσεις τους, μπορούν δε να παρευρίσκονται σε όλες τις διαδικαστικές πράξεις, στις οποίες είναι δυνατόν να παρευρίσκονται και οι πραγματογνώμονες, να λαμβάνουν γνώση της δικογραφίας και να λαμβάνουν απλά αντίγραφα των αναγκαίων για την επιτέλεση του έργου τους εγγράφων. 4. Οι Τεχνικοί Σύμβουλοι μπορούν να υποβάλλουν εγγράφως ή να διατυπώσουν προφορικώς στο ακροατήριο, τις παρατηρήσεις τους για την έκθεση της πραγματογνωμοσύνης …». Στο άρθρο 168 του ως άνω Κώδικα ορίζεται ότι: «Γνωμοδοτήσεις προσώπων τα οποία έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, για ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, τα οποία δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της πραγματογνωμοσύνης, λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, εφόσον ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά». Τέλος, στα άρθρα 182 έως 185 του προαναφερόμενου Κώδικα περιέχονται διατάξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της μαρτυρικής απόδειξης, οι οποίες ορίζουν ότι η απόδειξη αυτή ενεργείται ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εισηγητή-δικαστή, κατά δε την προδικασία ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας του μάρτυρα, μετά από την τήρηση συγκεκριμένων διαδικαστικών διατυπώσεων και εγγυήσεων που ορίζονται στις διατάξεις αυτές.

*** Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Μυτιλήνης με την 51/2010 οριστική απόφασή του, αφού εκτίμησε το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, έκρινε ότι η εσφαλμένη αξιολόγηση της κλινικής εικόνας, η μη έγκαιρη διακομιδή του αναιρεσιβλήτου στο *Νοσοκομείο Αθηνών για τη χορήγηση της αναγκαίας ιατρικής φροντίδας προς αποτροπή άμεσου κινδύνου της υγείας του, η καθυστέρηση στη διενέργεια εξειδικευμένων εξετάσεων, για αρκετές ημέρες, και, τέλος, η διενέργειά τους όταν η συγχυτική κατάσταση του ασθενούς ήταν, πλέον, πλήρης τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς τη ραγδαία εξέλιξη της ασθένειας και την πρόκληση αναπηρίας σε ποσοστό 90%. Με τις σκέψεις αυτές, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή κρίνοντας ότι θεμελιώνεται ευθύνη του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου: α) για το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (932 Α.Κ.), και β) για το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, ως εύλογο χρηματικό ποσό (931 Α.Κ.) λόγω της δυσμενούς επίδρασης της επελθούσας αναπηρίας του αναιρεσιβλήτου στην οικονομική και κοινωνική του ζωή (επαγγελματική αποκατάσταση, σύναψη σχέσεων με το άλλο φύλο, δημιουργία οικογένειας), τα δε ως άνω ποσά επιδίκασε νομιμοτόκως από την επίδοση της εν λόγω αγωγής, ύστερα από μετατροπή του αιτήματός της από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό. Κατά της πρωτόδικης απόφασης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά την από *έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, το δικαστήριο, όπως βεβαιώνεται στην απόφασή του, έλαβε υπόψη «ιδιαιτέρως» ότι από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης και τις εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων προέκυπτε ότι κλινικές εκδηλώσεις της εγκεφαλίτιδας που επιβάλλουν την άμεση και εξειδικευμένη νοσηλεία είναι ο επίμονος πυρετός με κεφαλαλγία και η διαταραχή του επιπέδου συνείδησης και ότι σύμφωνα με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης «… η ιογενής εγκεφαλίτιδα είναι πολύ πιθανή σε ασθενή με αιφνίδιο πυρετό κεφαλαλγία και προοδευτικό επηρεασμό της εγκεφαλικής λειτουργίας». Έλαβε επίσης υπόψη ότι στην προκειμένη περίπτωση η εμπύρετη κλινική εικόνα του αναιρεσιβλήτου, συνοδευόταν εξ αρχής από έντονες κεφαλαλγίες, κατάσταση που επιβεβαιώνεται και από την μαρτυρική κατάθεση του *, νοσηλευτή, στο *, ενώ σύμφωνα με την ίδια μαρτυρική κατάθεση, ακόμη και κατά το διήμερο *, κατά το οποίο υποχώρησε ο πυρετός, μετά την αντικατάσταση της πρώτης αναποτελεσματικής φαρμακευτικής αγωγής, η κεφαλαλγία παρέμεινε σταθερή. Περαιτέρω, όπως δέχθηκε το διοικητικό εφετείο, όταν στις * επανήλθε η εμπύρετη κατάσταση, συνοδευόμενη πάντα από κεφαλαλγία, εκδηλώθηκαν και τα πρώτα συμπτώματα διαταραχής του επιπέδου της συνείδησης (συγχυτική κατάσταση, βυθιότητα και ελαφρά δυσκαμψία του αυχένα, κρίσεις παροδικής απώλειας συνείδησης) όπως βεβαιώνεται και από την προαναφερόμενη, μαρτυρική κατάθεση του *. Όλο αυτό το χρονικό διάστημα από τις *, ο αναιρεσίβλητος με επίμονο πυρετό και κεφαλαλγία έμεινε στο αναρρωτήριο της μονάδας του, η οποία, επειδή δεν είχε όλες τις ιατρικές ειδικότητες ούτε διέθετε πλήρη εργαστηριακό εξοπλισμό και μέσα, υποστηριζόταν ιατρικά και εργαστηριακά από το Πολιτικό Νοσοκομείο *. Και ναι μεν στην από * ιατρική πραγματογνωμοσύνη - έκθεση τεχνικού συμβούλου του Ελληνικού Δημοσίου, Επιμελητή νευρολογικής κλινικής * αναφέρεται ότι «… η σταδιακή βελτίωση της πυρετικής κίνησης του ασθενή από * έως απυρεξία στι*, δεν ταιριάζει με την εξαρχής παρουσία προσβολής του εγκεφάλου όπου θα αναμέναμε μη ανταπόκριση του πυρετού στην χορηγηθείσα αγωγή», όμως το δικαστήριο δέχθηκε ότι η παρατεταμένη κεφαλαλγία και η μη επιτυχής αντιμετώπιση του πυρετού θα έπρεπε να οδηγήσει στην άμεση εισαγωγή του ασθενούς, αν όχι πάραυτα στο 401 στρατιωτικό νοσοκομείο, τουλάχιστον στο πολιτικό νοσοκομείο* όπου, αφού υπάρχει πεπειραμένο προσωπικό, θα συνεκτιμώνταν και άλλα συμπτώματα, τα οποία, άλλωστε κατά το δικαστήριο, ενδεχομένως υπήρχαν αλλά δεν μπορούσαν να αξιολογηθούν από τον στερούμενο σχετικής εμπειρίας εφημερεύοντα οπλίτη γιατρό και η ιστορούμενη περίπτωση πιθανότατα θα αντιμετωπιζόταν χωρίς τόση αργοπορία. Άλλωστε, κατά το δικαστήριο, τις αμφιβολίες του περί του ότι δεν υπήρχαν άλλα συμπτώματα πλην του πυρετού και της κεφαλαλγίας διατυπώνει στην από * ιατρική πραγματογνωμοσύνη - έκθεση τεχνικού συμβούλου ο Καθηγητής * όπου αναφέρει ότι θεωρεί «... λιγότερο πιθανό το ενδεχόμενο να παρουσιάστηκαν διαταραχές του επιπέδου της συνείδησης για πρώτη φορά μόλις στις *». Τέλος, το δικαστήριο έλαβε υπόψη ότι η επιληψία του αναιρεσιβλήτου και η αναπηρία του σε ποσοστό 90% είναι αποτέλεσμα της εγκεφαλίτιδας, η δε έγκαιρη διάγνωση της νόσου ήταν αποφασιστικής σημασίας για την εξέλιξή της, διότι η χορήγηση κατάλληλων αντιβιοτικών την επηρεάζουν ευνοϊκότατα. Με τα δεδομένα αυτά το διοικητικό εφετείο δέχθηκε ότι τα πρώτα συμπτώματα συγχυτικής κατάστασης του αναιρεσιβλήτου που εμφανίστηκαν στις *, σε συνδυασμό με την παρατεταμένη από τις 18.1.1999 εμπύρετη κατάσταση και τη μόνιμη κεφαλαλγία, «έπρεπε να προϊδεάσουν, τον θεράποντα ιατρό της στρατιωτικής μονάδας, σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, ότι ο ασθενής παρουσιάζει λοίμωξη του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος και όχι πυώδη αμυγδαλίτιδα». Περαιτέρω, το ως άνω διοικητικό εφετείο έκρινε ότι η εσφαλμένη αξιολόγηση των κλινικών ευρημάτων, η καθυστερημένη διάγνωση της ασθένειας και η μη έγκαιρη διακομιδή του ασθενούς αναιρεσιβλήτουστο*, με σκοπό τη χορήγηση της αναγκαίας ιατρικής φροντίδας, προς αποτροπή άμεσου κινδύνου της υγείας του και τη διενέργεια εξειδικευμένων εξετάσεων, τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη ραγδαία εξέλιξη της ασθένειας του αναιρεσιβλήτου και την πρόκληση αναπηρίας σε ποσοστό 90%. Ενόψει δε αυτού, το δικαστήριο δέχθηκε ότι εξαιτίας των ανωτέρω παράνομων παραλείψεων των οργάνων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, θεμελιώνεται πλήρης ευθύνη του Ελληνικού Δημόσιου κατά το άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ» για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη ο αναιρεσίβλητος. Αφού δε έλαβε υπόψη το μέγεθος και τη σοβαρότητα της βλάβης της υγείας του αναιρεσιβλήτου (αναπηρία σε ποσοστό 90% και γενικευμένες επιληπτικές κρίσεις), την παρατεταμένη (οκτάμηνη) νοσηλεία του, κατά τη διάρκεια της οποίας αυτός βρισκόταν διασωληνωμένος με διάγνωση «κατάσταση επιληψίας», την αποδεικνυόμενη, ακολούθως, ανάγκη περιοδικής νοσηλείας του σε διάφορα νοσηλευτικά ιδρύματα, την επίδραση στην προσωπικότητά του και την ψυχική του υγεία, καθώς και το εξαιρετικά νεαρό την ηλικίας του (έφηβος 19 ετών κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο), την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διάδικων μερών και την έλλειψη υπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου, την ψυχική και συναισθηματική επιβάρυνση του ιδίου αλλά και του οικογενειακού και κοινωνικού περιβάλλοντός του, που προήλθε από την κατά τα ανωτέρω ετήσια σχεδόν ταλαιπωρία του σε μονάδες εντατικής θεραπείας νοσηλευτικών ιδρυμάτων, τις επισκέψεις σε εξειδικευμένα κέντρα, ιατρούς και φυσιοθεραπευτές για την αντιμετώπιση της μη επανορθώσιμης (σύμφωνα με όσα είναι σήμερα γνωστά στην επιστήμη) βλάβης του αναιρεσιβλήτου, επιδίκασε ποσό χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, κατ’ άρθρο 932 Α.Κ. ύψους, διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ. Περαιτέρω, δε, το δικάσαν δικαστήριο ενόψει του ότι ο αναιρεσίβλητος κατέστη ανάπηρος, χωρίς υπαιτιότητά του, σε πολύ νεαρή ηλικία (19 ετών), δηλαδή πριν καν προλάβει να αρχίσει την επαγγελματική του σταδιοδρομία και να δημιουργήσει τις βάσεις της οικονομικής του αυτοτέλειας, ώστε να είναι εφικτός ο συγκεκριμένος προσδιορισμός της ζημίας που θα υποστεί συνολικά στο μέλλον από την εν λόγω αναπηρία, και ότι, περαιτέρω, το σοβαρότατο ποσοστό αναπηρίας του, που ανέρχεται σε 90%, θα έχει ως συνέπεια να στερηθεί τις προσιδιάζουσες σε νέους αθλητικές και κοινωνικές δραστηριότητες και θα τον οδηγήσει σε περιορισμό των κινήσεων και ενδιαφερόντων του σε όλους τους τομείς, ότι θα λαμβάνει εφ’ όρου ζωής αντιεπιληπτική αγωγή, ότι η ισόβια αναπηρία του, κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας, θα επιδράσει δυσμενώς στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική του ζωή και εξέλιξη, ενώ εξαιτίας της μειώνονται δραματικά οι πιθανότητες τέλεσης γάμου και δημιουργίας οικογένειας ώστε να έχει στο μέλλον την αναγκαία, στις περιπτώσεις αυτές, ηθική και κοινωνική υποστήριξη, όταν οι γονείς του, που ανταποκρίνονται σήμερα στο καθήκον αυτό, θα έχουν πλέον καταστεί υπέργηροι, συνεκτιμώντας και την αποκλειστική υπαιτιότητα των οργάνων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και την οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών, επιδίκασε ποσό αποζημίωσης κατ’ άρθρο 931 Α.Κ., ύψους εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ. Αμφότερα δε τα ως άνω ποσά (200.000 και 100.000 ευρώ, σύνολο 300.000 ευρώ) επιδικάσθηκαν νομιμοτόκως από τις 23.9.2003, ημέρα επίδοσης, επιμελεία του αναιρεσιβλήτου, αντιγράφου της ασκηθείσας από τον αναιρεσίβλητο αγωγής.

9. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Διοικητικού Εφετείου Πειραιά στις 14.5.2012 και, επομένως, εμπίπτει, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην τρίτη σκέψη, στο πεδίο εφαρμογής της παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 3900/2010. Με την αίτηση δε αυτή άγεται κατ’ αναίρεση διαφορά με αμιγώς χρηματικό αντικείμενο, το οποίο αντιστοιχεί, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στο ποσό των 300.000 ευρώ που επιδικάστηκε στον αναιρεσίβλητο και, ως εκ τούτου, υπερβαίνει το ποσό των 40.000 ευρώ. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση ασκείται παραδεκτώς από την άποψη του ποσού. Επομένως, κατά τα εκτεθέντα στην 4η σκέψη, για το παραδεκτό της υπό κρίση αίτησης απαιτείται η προβολή και η τεκμηρίωση εκ μέρους του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς περιλαμβανόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο, της συνδρομής των προϋποθέσεων της παρ. 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως αυτή ισχύει. Με το εισαγωγικό δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης προβάλλεται ως πρώτος λόγος αναίρεσης ότι το διοικητικό εφετείο κατά παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας και, ειδικότερα, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 146, 149, 159 έως 168 και 182 έως 185 του Κ.Δ.Δ., στήριξε την κρίση του σε μη νόμιμα αποδεικτικά μέσα. Και τούτο διότι, όπως προβάλλεται, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρέθεσε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του και έλαβε υπόψη του «μια σειρά βεβαιώσεων και τεχνικών εκθέσεων», δηλαδή, μεταξύ άλλων, τις από * βεβαιώσεις και την από * ιατρική πραγματογνωμοσύνη του Καθηγητή της Νευρολογικής Κλινικής του νοσοκομείου * *, καθώς και την από * βεβαίωση του Ειδικού Παθολόγου, *η, οι οποίες δεν αποτελούν νόμιμα, κατά το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, αποδεικτικά μέσα, διότι «αποτελούν μαρτυρίες ή εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, για τις οποίες δεν τηρήθηκαν οι απαιτούμενες από τον Κ.Δ.Δ. διατυπώσεις για την εγκυρότητά τους, ενώ έχουν συνταγεί ενόψει ή επ’ ευκαιρία της ανοιγείσης με την ένδικη αγωγή διοικητικής δίκης και με σκοπό να χρησιμοποιηθούν στα πλαίσια του ελέγχου που διενεργήθηκε από αυτήν, ώστε να καταστούν στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης». Για τη θεμελίωση του παραδεκτού του ως άνω προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης το Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι επί του νομικού αυτού ζητήματος αν μπορεί να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τέτοιου είδους βεβαιώσεις τρίτων ή τεχνικές εκθέσεις υπάρχει αντίθετη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, και, ειδικότερα, μεταξύ άλλων, η 1349/2011 απόφαση αυτού. Ο ισχυρισμός αυτός είναι βάσιμος, όπως εκτίθεται κατωτέρω, διότι πράγματι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση σε ότι αφορά τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας των βεβαιώσεων τρίτων που συντάχθηκαν σε χρόνο μεταγενέστερο της αγωγής για τη συγκεκριμένη δίκη είναι αντίθετη προς την 1349/2011 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Συνεπώς, ο σχετικός προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που αφορά τις ως άνω βεβαιώσεις είναι παραδεκτός και η κρινόμενη αίτηση ασκείται παραδεκτώς ως προς το τιθέμενο με τον πρώτο λόγο αναίρεσης νομικό ζήτημα από την άποψη της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010. Δεδομένου δε ότι η αίτηση αυτή ασκείται παραδεκτώς και κατά τα λοιπά, πρέπει να εξεταστεί ως προς το βάσιμο αυτής.

10. Επειδή, από τις αναφερόμενες στη σκέψη 7 διατάξεις των άρθρων συνάγεται ότι οι προσκομιζόμενες από τους διαδίκους εξώδικες δηλώσεις, επιστολές ή βεβαιώσεις τρίτων προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις ή εμπειρία επί ορισμένου αντικειμένου δεν είναι νόμιμα αποδεικτικά μέσα και δεν επιτρέπεται να ληφθούν νομίμως υπόψη, γιατί αποτελούν είτε μαρτυρίες (ΣτΕ 2152/20171327/2012 κ.ά.) είτε εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης (ΣτΕ 1580/20181019/2014 κ.ά.), για τις οποίες δεν τηρήθηκαν οι απαιτούμενες από τον Κ.Δ.Δ. διατυπώσεις για την εγκυρότητά τους (ΣτΕ 1580/20181019/20141327/2012 κ.ά.). Αποτελούν όμως οι εν λόγω δηλώσεις ή βεβαιώσεις νόμιμα αποδεικτικά μέσα, αν είναι προγενέστερες της προσφυγής ή της αγωγής (ΣτΕ 1580/2018) και δεν έχουν συνταχθεί ενόψει ή επ’ ευκαιρία της διοικητικής δίκης ή με σκοπό να χρησιμοποιηθούν στο πλαίσιο της δίκης αυτής, αλλά είναι άσχετες προς αυτήν (ΣτΕ 3592/2009) ή αν έχουν τεθεί υπόψιν της Διοίκησης, κατά τη διαδικασία ενώπιόν της, ώστε να καταστούν στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης (βλ. ΣτΕ 618/2019, 1580/2018, 2152/2017, 1327/2012, 1349/2011, 3592/2009 κ.ά.).

11. Επειδή, η κρίση του διοικητικού εφετείου ότι στοιχειοθετείται ευθύνη του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημόσιου με βάση το άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. προς αποζημίωση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη ο αναιρεσίβλητος, δεν είναι νόμιμη. Τούτο δε, διότι από το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για να σχηματίσει πλήρη και βέβαιη δικανική πεποίθηση έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αναφερόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα και την προαναφερόμενη από* βεβαίωση του Καθηγητή της Νευρολογικής Κλινικής του νοσοκομείου *, καθώς και την από *6 βεβαίωση του Ειδικού Παθολόγου,*, κρίνοντας εσφαλμένα ότι πρόκειται για επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα, αν και οι βεβαιώσεις αυτές, οι οποίες δεν είχαν εκδοθεί σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 159 και επ. του Κ.Δ.Δ., είχαν συνταχθεί μετά την άσκηση της ένδικης αγωγής και δεν προκύπτει ότι δεν συντάχθηκαν για να χρησιμοποιηθούν στη συγκεκριμένη δίκη ως αποδεικτικά μέσα (πρβ. Σ.τ.Ε. 1580/20182915/20153745/1998). Με τα δεδομένα αυτά ο ως άνω λόγος αναίρεσης προβάλλεται βασίμως. Για τον λόγο λοιπόν αυτόν, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί, παρέλκει δε ως αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης. Περαιτέρω, η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί στο ίδιο δικαστήριο για νέα κρίση.

12. Επειδή, το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, κρίνει ότι ο αναιρεσίβλητος πρέπει να απαλλαγεί από τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 39 παρ. 1 εδάφιο δεύτερο του π.δ. 18/1989).

Δ ι ά τ α ύ τ α

Δέχεται την αίτηση.

Αναιρεί την 1685/2011 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά, στο οποίο παραπέμπει την υπόθεση, σύμφωνα με το αιτιολογικό. Και



ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

  ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ -ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΕΝ ΟΨΕΙ   ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ (4...