Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΓΥΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΓΥΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

03 Νοεμβρίου 2017

Ν ΑΡΜΑΤΩΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ





«Ν’ αρματώσουμε τη Δικαιοσύνη …»
Η μόνη ελπίδα για τον ανυπεράσπιστο πολίτη

(Αφιέρωμα στη γιορτή της Δικαιοσύνης 3.10.2017)
Αντώνη Π. Αργυρού
Δικηγόρου, Αν. Νομικού Συμβούλου του Εθνικού
και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

«Τι μπορεί να κάμει, πως μπορεί να προκόψει η δικαιοσύνη
σ’ έναν κόσμο άδικο κι άτιμο, αν δεν είναι αρματωμένη;
Θ’ αρματώσουμε τη δικαιοσύνη...»
Νίκος Καζαντζάκης, «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται»




1.- Θα ήταν ανάξιο της ημέρας[1] να μην αναφερθούμε στην εφιαλτική πραγματικότητα που βιώνει το σύνολο τού λαού μας σχετικά με την δύσκολη κατάσταση που επικρατεί στην Δικαιοσύνη[2] του Τόπου μας.
Η Ελληνική Δικαιοσύνη και οι λειτουργοί της πρέπει να υπερασπίζονται σταθερά διαχρονικά: την δημοκρατία[3], την δικαιοσύνη[4], την κοινωνική αλληλεγγύη, την ελευθερία και την ισότητα στην ουσία της. Τα βασικά προβλήματα και μάλιστα σε καιρό «εκτάκτων συνθηκών»[5] είναι η αυστηρή τήρηση του Συντάγματος και η προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων[6] και το δημόσιον συμφέρον, αυτά είναι στόχος α­νυ­ποχώρητος κάθε δημοκρατικής κοινωνίας. Η «νομολογία της κρίσης»[7]δημιουργεί αναμφισβήτητα, σημαντικά ρήγματα[8] σε ουσιώδη ζητήματα λειτουργίας του Κράτους Δίκαιου[9].
2.- Οι συνεχείς καταδίκες της Ελλάδας από το ΕΔΔΑ αποδεικνύουν την ύπαρξή σημαντικού ζητήματος αποτελεσματικής λειτουργίας της Δικαιοσύνης. Παρατηρώντας όλες τις αποφάσεις που εξέδωσε το ΕΔΔΑ (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου) κατά της Ελλάδας, διακρίνουμε ένα ανησυχητικό μοτίβο. Σε σχεδόν όλες τις αποφάσεις έχει κριθεί ότι η χώρα μας παραβιάζει το Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ (Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου), που περιέχει το δικαίωμα κάθε ατόμου σε Δίκαιη Δίκη[10].
Περισσότερες από 400 καταδίκες μετρά το ελληνικό κράτος από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης[11]. Για την αντιμετώπιση του ζητήματος θεσμοθετήθηκε με τις διατάξεις των άρθρων 53 έως 58 του Ν. 4055/2012 το ένδικο βοήθημα της αίτησης[12] για δίκαιη ικανοποίηση των πολιτών στις περιπτώσεις υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης.[13] Το ΣτΕ από το 2012 έχει εκδώσει μέχρι σήμερα 161 αποφάσεις[14], εκ των οποίων έχουν γίνει εν ολω ή εν μέρει δεκτές 147.
Το ζήτημα αυτό είναι πρώτης προτεραιότητας για την Ελληνική Πολιτεία και πρέπει άμεσα να ληφθούν μέτρα και να επιταχυνθεί η διαδικασία της εξωδικαστικής επίλυσης των διαφορών[15] με την εμπέδωση της διαιτησίας, της διαμεσολάβησης και της δικαστικής διαμεσολάβησης.
Ο σημαντικότερος παράγοντας της καθυστέρησης απονομής της Δικαιοσύνης στα Διοικητικά Δικαστήρια είναι η άρνηση συμμόρφωσης στις δικαστικές αποφάσεις[16] και η άσκηση αβάσιμων και στρεψόδικων ενδίκων μέσων από το Δημόσιο[17], ενώ τις περισσότερες φορές το ζήτημα έχει λύσει πάγια η νομολογία.
3.- Το θέμα υπεράσπισης της ισονομίας και της ισοπολιτείας κατά την απονομή δικαιοσύνης[18] αποτελεί ακόμα ένα εκ των συνταγματικών, ευρωπαϊκών και διεθνώς κατοχυρωμένων ανθρώπινων δικαιωμάτων[19]. Η δυνατότητα πρόσβασης όλων των πολιτών στη Δικαιοσύνη[20] και όχι μόνον των προνομιούχων, όπως το Δημόσιο, είναι το ζητούμενο αφού σήμερα στη Δικαιοσύνη δεν μπορεί να φθάσει κανείς, αν δεν έχει την οικονομική άνεση δεδομένης της εξαιρετικά δύσκολης οικονομικής συγκυρίας, αλλά και των τεράστιων παράβολων[21] και τελών που έχουν επιβληθεί νομοθετικά[22] σ’ όσους θέλουν να προσφύγουν στην Δικαιοσύνη. Παράλληλα κάθε νέος νόμος που ψηφίζεται επιβάλλει νέες αβάστακτες υποχρεώσεις στους πολίτες και αντίθετα διευκολύνει την στρεψοδικία του Δημοσίου[23] σε βάρος των πολιτών και των αδυνάτων[24]. Περισσότερες από 13.000 επιχειρήσεις και φυσικά πρόσωπα έχουν προσφύγει τα τελευταία τρία χρόνια στη δικαιοσύνη, καταγγέλλοντας την εφορία για τα υπερβολικά πρόστιμα που τους έχουν επιβληθεί. Το σημαντικό είναι πως επτά στους δέκα φορολογούμενους κερδίζουν τις υποθέσεις τους. Από τον Αύγουστο του 2013 μέχρι και τα τέλη Σεπτεμβρίου 2016 εκδόθηκαν 604 αποφάσεις δικαστηρίων, εκ των οποίων οι 440 ήταν υπέρ των φορολογουμένων. Δηλαδή επτά στους δέκα φορολογούμενους που προσέφυγαν στα δικαστήρια κέρδισαν την υπόθεση τους.
4.- Όλοι οι παράγοντες και συλλειτουργοί απονομής της Δικαιοσύνης βιώνουν παράλληλα με την τραγικότητα που επικρατεί στην καθυστέρηση απονομής της δικαιοσύνης και τις συνεχείς επιθέσεις που δέχεται αυτή. Παράλληλα με αγωνία βλέπει κανείς και την καθημερινή  πλήρη εξουθένωση και θεσμική υποβάθμιση του δικηγορικού Σώματος[25] αλλά και την συνεχή υποβάθμιση του έργου της Δικαιοσύνης.Υπάρχουν δικαστικές Αποφάσεις που διαφωνεί κανείς ακόμα και απορεί για το περιεχόμενο τους. Ενίοτε όταν οι Αποφάσεις της Δικαιοσύνης είναι αρεστές σε συγκεκριμένους κύκλους, τότε έρχεται πλήθος επαινετικών δημοσιευμάτων και δηλώσεων ισχυρών παραγόντων. Αν οι Αποφάσεις δεν είναι αρεστές, τότε η επίθεση είναι αφάνταστη, αφόρητη, συκοφαντική και χυδαία. Υπάρχουν πολλά τραγικά αποτελέσματα αυτής της απαράδεκτης κατάστασης, άδικες διώξεις, πειθαρχικά αλλά και προσωπικά δράματα και όλα αυτά χωρίς καμιά  τελική δικαίωση των θυμάτων. Δυστυχώς κάποιοι ονειρεύονται διακαώς, να καταργήσουν το Συμβούλιο της Επικρατείας[26], γιατί δεν είναι αρεστή η νομολογία του και ιδίως σε υποθέσεις που αφορούν στην προστασία του περιβάλλοντος! Κανείς δεν είναι αλάνθαστος, γι’ αυτό υπάρχουν τα ένδικα μέσα και βοηθήματα που μετά μανίας προσπαθεί η Πολιτεία να περιορίσει[27].
Υπάρχει ισχυρός αντίλογος, δηλαδή δεν θα ελέγχονται όσοι λειτουργοί της Δικαιοσύνης παραβιάζουν τον νόμο και την συνείδηση τους; Όχι βέβαια, οι πάντες πρέπει να ελέγχονται, κανείς δεν μπορεί να μένει ατιμώρητος για την παραβίαση της νομιμότητος, αλλά ο έλεγχος πρέπει γίνεται σύμφωνα με τους κανόνες του νομικού μας πολιτισμού[28] και όχι μέσω εξωθεσμικών κέντρων. Την απάντηση στο πρόβλημα έδωσε ο μέγας Δημητρακόπουλος που συμμετείχε στην πρώτη κυβέρνηση Βενιζέλου αναλαμβάνοντας υπουργός Δικαιοσύνης στις 6 Οκτωβρίου (1910): «Ο δικαστικός κλάδος παραμένει μεμονωμένος και αφρούρητος να υπονομεύηται πανταχόθεν και να δολοφονείται εκ των πλευρών»
5.- Είναι γεγονός αναμφισβήτητο, ότι η διοίκηση αρνείται πεισματικά να συμμορφωθεί[29] στις δικαστικές αποφάσεις, παρά τις σχετικές πρόνοιες του Συντάγματος. Γι’ αυτό το λόγο  έχουν εκδοθεί από το Συμβούλιο Συμμόρφωσης του Σ,τ.Ε 568 Πρακτικά και 966 Αποφάσεις! αφότου ίσχυσε  ο ν 3058/2002! Ο Δημοσθένης για το ζήτημα αναφέρει; «Τα δεδικασμεν’ ακυραποιείν, δεινόν, ανόσιον και δήμου κατάλυσις».
Είναι τραγική η κακή νομοθέτηση. Οι νομικές αστοχίες, οι κακοδιατυπωμένες διατάξεις, οι ασάφειες που παρατηρούνται συχνά σε νομοθετήματα είναι επακόλουθα της προχειρότητας με την οποία αντιμετωπίζεται η όλη διαδικασία της νομοθέτησης αλλά και της κωδικοποίησης των υφιστάμενων νόμων. Το 50% των εργατικών αποφάσεων αναιρούνται λόγω αντικρουόμενων διατάξεων. Οι αντιφατικές ρυθμίσεις, οι διατάξεις σε αχρηστία, τα νομοσχέδια «σκούπα» που παρέχουν πρόσκαιρες λύσεις, οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου και οι χιλιάδες εγκύκλιοι επιδεινώνουν την ήδη επιβαρυμένη κατάσταση και είναι πληγές που δεν κλείνουν, αλλά επιτείνουν την ανασφάλεια που υπάρχει. Τα τελευταία χρόνια ψηφίστηκαν, πάνω από 40 νόμοι για την επιτάχυνση απονομής της Δικαιοσύνης, αλλά το πρόβλημα δεν λύθηκε, αφού οι όποιες δικονομικές ρυθμίσεις δεν πλήττουν την ρίζα του προβλήματος.
6.- Άλλωστε το κυρίαρχο πρόβλημα στην απονομή της δικαιοσύνης δεν είναι μόνον οι κακοί νόμοι, αλλά η απαξίωση των θεσμών και η περιφρόνηση τους. Ο σεβασμός στη Δικαιοσύνη και στον δικαστικό λειτουργό δεν εξασφαλίζεται με κανένα άλλο τρόπο παρά μόνο με την ευσυνειδησία του στην άσκηση των καθηκόντων του και την αδέκαστη και απρόσκοπτη απόδοση της δικαιοσύνης. Αυτός είναι σήμερα ο κανόνας, η πλειοψηφία των λειτουργών της δικαιοσύνης μοχθεί χωρίς μέσα και με οικονομικά προβλήματα που βασανίζουν άλλωστε γενικότερα την κοινωνία μας. Η δικαιοσύνη στάθηκε στο ύψος της τις περισσότερες φορές, με υψηλό κόστος για τους λειτουργούς της[30]. Κάθε Πολιτεία αποφασίζει το επίπεδο δικαιοσύνης που επιθυμεί να έχει και προβαίνει στους ανάλογους προγραμματισμούς. Οι προγραμματισμοί που έγιναν μέχρι σήμερα ήταν ανεπαρκείς σε όλα τα επίπεδα, διαχρονικά η Πολιτεία θεωρούσε τα δικαστήρια μη παραγωγικό τομέα, με αποτέλεσμα να μην ξοδεύει τα απαιτούμενα κονδύλια για ενίσχυσή του. Η Δικαστική Αστυνομία υπάρχει μεν στα χαρτιά από το 1993, αλλά παραμένει 24 χρόνια στα συρτάρια του Υπ. Δικαιοσύνης. Ο «απονεκρωμένος» νόμος 2145/1993 που προβλέπει την σύσταση και λειτουργία της Δικαστικής Αστυνομίας ψηφίστηκε στην Βουλή όταν υπουργός Δικαιοσύνης ήταν η Άννα Ψαρούδα Μπενάκη. Έκτοτε παραμένει γράμμα κενό παρά τις διάφορες προσπάθειες που έγιναν για να λάβει σάρκα και οστά. Στο μεσοδιάστημα των 24 ετών έχουν γίνει αρκετές προσπάθειες για την ενεργοποίηση του νόμου 2145/1993 για την Δικαστική Αστυνομία, καθώς τόσο δικαστές και εισαγγελείς, όσο και δικηγόροι αλλά και ο νομικός κόσμος γενικότερα, θεωρούν αναγκαία την ύπαρξη και λειτουργίας της.
Τα αίτια της ανομίας, είναι μεταξύ άλλων:  η κακή νομοθέτηση[31], η πολυνομία, η κουλτούρα της ανοχής στην παραβατικότητα, οι πολύπλοκες κρατικές διαδικασίες και η διαφθορά . Σήμερα, υπάρχει τεράστια ανάγκη να απλουστευτούν και να επιταχυνθούν οι διαδικασίες απονομής της δικαιοσύνης, αλλά και να διαμορφωθεί ένα σύγχρονο νομικό οπλοστάσιο, το οποίο θα αναγνωρίζει τις κοινωνικές ανάγκες και δεν θα προκαλεί το κοινό αίσθημα.Διερωτώμαι ποιος θα ήθελε εξουθενωμένους δικαστές και έντρομους δικηγόρους; Είναι καθήκον, όμως, όλων μας σε καιρό οικονομικής, πολιτικής και θεσμικής κρίσης, να απαιτήσουμε μια γρήγορη και αποτελεσματική δικαιοσύνη που πρέπει να προστατεύσουμε και θωρακίσουμε, γιατί όπως είπε ο Ιερός Αυγουστίνος: «Αν απουσιάζει η δικαιοσύνη, τι άλλο είναι η πολιτική εξουσία, παρά οργανωμένη ληστεία;»
ΕΠΙΛΟΓΟΣ: ΑΚΟΜΑ ΕΝΑ ΑΘΩΟ ΘΥΜΑ.
Το δικηγορικό Σώμα θρηνεί τον άδικα δολοφονημένο  δικηγόρο Μιχάλη Ζαφειρόπουλο ,τον τίμιο μαχητή και εξαίρετο φίλο  και συνάδελφο που έπεσε στο καθήκον. Ένα είναι βέβαιο οι σφαίρες των δολοφόνων στέρησαν άδικα την ζωή απο έναν άξιο  υπερασπιστή  του δικαίου, έναν τίμιο οικογενειάρχη και έτσι έπληξαν την δικαιοσύνη.
ΑΝΤΙΟ ΦΙΛΕ.

.








[1] Στις 3 Οκτωβρίου εορτάζεται η μνήμη του Αγίου Διονυσίου Αρεοπαγίτου, πολιούχου αγίου της πόλης των Αθηνών,με το άρθρο 25 του ν. 1941/1991 καθιερώθηκε ως η «ημέρα της  Δικαιοσύνης»  και  είναι  υποχρεωτική αργία για τις δικαστικές υπηρεσίες και τα δικαστήρια ολόκληρης της Χώρας.
[2]. Βλ. Μελέτη Αντώνη Π. Αργυρού, «Η Ελληνική Δικαιοσύνη σε δοκιμασία και ο αναγκαίος εκσυγχρονισμός της», σε ΝοΒ 2008, 2701 επ.
[3]. Ήταν 28 Μαΐου του 1968, όταν η δικτατορία απέλυσε από το δικαστικό σώμα τριάντα δικαστές, εκδίδοντας την ΚΔ' της 28.5.1968 Συντακτική Πράξη «Περί Εξυγιάνσεως της Τακτικής Δικαιοσύνης» (βλ. εφημερίδα «Μακεδονία» της 30.5.1968).Το Συμβούλιο της Επικρατείας, έκανε δεκτές τις αιτήσεις ακυρώσεως των δικαστών και ακύρωσε την απόλυσή τους, με τις υπ’ αριθ. 1811/1969 έως 1831/1969 αποφάσεις του. Πρόεδρος του ΣτΕ  στην «δική των Δικαστών», που εκδιώχθηκε κι ίδιος από το δικαστικό σώμα  γιαυτον το λόγο, ήταν τότε ο μέγας νομομαθής και διανοητής Μιχαήλ Στασινόπουλος, ο οποίος, όπως είναι γνωστό, υπήρξε πανεπιστημιακός καθηγητής, ακαδημαϊκός, συγγραφέας νομικών, λογοτεχνικών και ιστορικών βιβλίων, και πρώτος Πρόεδρος της Δημοκρατίας, μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας το έτος 1974.
[4]. Μετά το τέλος της περίφημης δίκης του Κολοκοτρώνη (Ναύπλιο 1834), το παλάτι πιέζει τους δικαστές Τερτσέτη και Πολυζωΐδη να υπογράψουν τη θανατική του καταδίκη, εκείνοι αρνούνται. Ο υπουργός Σχινάς και ο Μάσον τους παρέπεμψαν σε δίκη Η νέα δίκη έγινε στο ίδιο τζαμί του Ναυπλίου, «ενώπιον του Εγκληματικού Δικαστηρίου», στις 27 Σεπτεμβρίου 1834.
[5]. Βλ. Παναγιώτη Πικραμμένου, «Δημόσιο Δίκαιο σε έκτακτες συνθήκες από την οπτική της ακυρωτικής διοικητικής διαδικασίας», σε ΘΠΔΔ, τευχ. 2/2012, σ. 97-100.και ΕΔΔΑ :(Πρώτο Τμήμα), Ιωάννα ΚΟΥΦΑΚΗ κατά Ελλάδας και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδας, Προσφυγές υπ’ αρ. 57665/12 και 57657/12, 07/05/2013
[6]. Βλ. European Court of Human Rights: η ετησία έκθεση του δικαστηρίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων 2016.
[7]. Βλ. Μελέτη Αντώνη Π. Αργυρού, Έξι χρόνια «δικαίου της ανάγκη», σε ΝοΒ 64. 2212 επ.
[8]. Βλ. Κωνσταντίνου Γιαννακόπουλου, Το δημόσιο συμφέρον υπό το πρίσμα της οικονομικής κρίσης. Σκέψεις με αφορμή τις αποφάσεις ΣτΕ Β’, 693/2011, ΣτΕ Στ’ 1620/2011 και ΣτΕ Α’, 2094/2011 σε ΕφημΔΔ, τευχ. 1/2012, σελ. 100-112.
[9]. Βλ Απόφαση ΔΕΚ Απόφαση στην υπόθεση C-589/15 P Αλέξιος Αναγνωστάκης κατά Επιτροπής, Δια­γραφή του δημοσίου χρέους των χωρών που βρίσκονται σε κατάσταση ανάγκης.
[10]. Βλ: ΕΔΔΑ: CASE OF SHULI v. GREECE (Appli­cation no. 71891/1, 13 /7/2017. ΕΔΔΑ ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ κατά ΕΛΛΑΔΟΣ (22.7.2010), Παραβίαση του άρθρου 6 § 1 και του άρθρου 13 της ΕΣΔΑ (καθυστέρηση εκδίκασης υπόθεσης στο Ελεγκτικό Συνέδριο). ΕΔΔΑ: ΥΠΟΘΕΣΗ ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ κ.α. ΚΑΤΑ ΕΛΛΑΔΟΣ της 27.7.2006, ΕΔΔΑ: απόφαση Μιχελιουδάκης κατά Ελλάδας της 03.04.2012, §§ 19, 20, 27. ΕΔΔΑ: απόφαση Αγά κατά Ελλάδας Νο 1 της 25.01.2000 (αριθ. προσφ. 37439/ 1997), § 25. ΕΔΔΑ: απόφαση Τσουκαλάς κατά Ελλάδας της 22.07.2010 § 51, ΕΔΔΑ: απόφαση Μυλλιώνης κατά Ελλάδας της 24.04.2008 § 57.
[11]. Η κατάσταση στην Ελλάδα (2012)(στοιχεία του Υπουργείου Δικαιοσύνης)
Εκκρεμούν στο ΣτΕ, 27.975 υποθέσεις, Μέσος όρος εκδίκασης: 5 χρόνια
 Εκκρεμούν στα Διοικητικά Εφετεία, 60.394 υποθέσεις, Μέσος όρος εκδίκασης:  3,5 χρόνια
 Εκκρεμούν στα Διοικητικά Πρωτοδικεία. 376.629 υποθέσεις, Μέσος όρος εκδίκασης:  5 χρόνια
 Εκκρεμούν στο Ελεγκτικό Συνέδριο 30.365 υποθέσεις. Μέσος όρος εκδίκασης: 3 χρόνια
 Εκκρεμούν στον ΑΠ, 2.692 υποθέσεις, Μέσος όρος εκδίκασης: 1 χρόνος
Εκκρεμούν στα Πολιτικά Εφετεία (21), 36.304 υποθέσεις, Μέσος όρος εκδίκασης:  3 χρόνια
Εκκρεμούν στα Πρωτοδικεία (64), 255.382 υποθέσεις, Μέσος όρος εκδίκασης:  3 χρόνια στις πολιτικές υποθέσεις, 4 χρόνια στις ποινικές
Εκκρεμούν στα Ειρηνοδικεία (301), 445.689 υποθέσεις, Μέσος όρος εκδίκασης: 2,5 χρόνια + σημαντική αύξηση λόγω εκουσίας δικαιοδοσίας.
Σήμερα (2017) η κατάσταση έχει επιδεινωθεί: Στα διοικητικά δικαστήρια εκκρεμούν σήμερα 288.229 υποθέσεις, από τις οποίες 245.795 εκκρεμούν στα Πρωτοδικεία και 42.434 στα Εφετεία. Από αυτές, το σύνολο των εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων που κατά κανόνα προκαλούν το ενδιαφέρουν είναι 58.082, ενώ οι εκκρεμείς υποθέσεις που αφορούν άλλα αντικείμενα είναι 230.147.
Πηγή: Ασφυξία στη διοικητική Δικαιοσύνη: 288.229 εκκρεμείς υποθέσεις! iefimerida.gr
[12]. Το ΣτΕ έχει εκδώσει 160 αποφάσεις για δίκαιη ικανοποίηση 2014-2017.
[13]. Βλ: Αργυρός Αντώνης Π., «Η δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας της δίκης»(ν. 4055/2012, 4239/2014). Πρόλογος: Παναγιώτης Ο. Πικραμμένος, εκδ. ΣΑΚΚΟΥΛΑΣ 2015.
[14] Βλ: ενδεικτικώς, ΣτΕ μονομ. 3517/2013, 4467/2012, 2510/2016, 214/2014, 2045/2017.
[15]. Βλ: http://ec.europa.eu/civiljustice/adr/adr_ gre_el.htm «Εναλλακτικοί τρόποι επίλυσης των διαφορών – Ελλάδα», Με το Νόμο 3898/2010 ενσωματώνεται στην ελληνική έννομη τάξη η Οδηγία 2008/52/ΕΚ «για ορισμένα θέματα διαμεσολάβησης σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις» και εισάγεται στη χώρα μας ο θεσμός της διαμεσολάβησης Με το υπ’ αριθ. Φ.1000.2/26683/ 4.7.2013 έγγραφό του με θέμα «Εξωδικαστική επίλυση διαφορών στους ΟΤΑ α΄ βαθμού», ο Συνήγορος του Πολίτη επανέρχεται σε ζητήματα που αφορούν τη χρήση, από τους δήμους της χώρας, της δυνατότητας που τους παρέχει η κείμενη νομοθεσία να προχωρούν σε εξωδικαστική επίλυση διαφορών..
[16]. Βλ και Διβάνη Χ. Η συμμόρφωση της διοίκησης με τις δικαστικές αποφάσεις κατά τη νομολογία ΘΠΔΔ 12/2010.1269 και Κτιστάκη, «Η συμμόρφωση της Διοίκησης στις αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων μετά την αναθεώρηση του 2001, ΤοΣ 2007. 828.
[17]. Βλ. ΣτΕ Ολ. 1780/2006
[18]. Βλ. ενδεικτικά ΕΔΔΑ «Dombo B. V . κατά Ολλανδίας «(27-10-1993) και ΕΔΔΑ «Αnkerl κατά Ελβε­τίας», 23.10.1996, όπου το Δικαστήριο συνάγει και βασίζει την αρχή της δικονομικής ισότητας στη δίκαιη δίκη.
[19]. Για το ουσιαστικό ζήτημα της διαφοροποιημένης παραγραφής για τις αξιώσεις του Δημοσίου και του ιδιώτη βλ. ενδεικτικά ΑΕΔ 1/2012 και ΑΕΔ 2012 δημοσιευμένες σε ΘΠΔΔ 2012 και παρατηρήσεις Τσιρωνά Αθ. σε ΕΔΔΑ «Γιαβή κατά Ελλάδος» ΘΠΔΔ 2013. 935.
[20]. Ειδικά για το «δίκαιο της ανάγκης» βλ και Λαζαράτου Π., Δημοσιονομικό συμφέρον και δίκαιο της ανάγκης, ΘΠΔΔ 2013. 686.
[21]. 1619/2012 ΣΤΕ (Ολ.) Προϋποθέσεις για την παραδεκτή άσκηση έφεσης. Συνταγματική κρίνεται η ρύθμιση κατά την οποία ο φορολογούμενος υποχρεούται να καταβάλει το 50% του οφειλομένου κατά την πρωτόδικη απόφαση φόρου για την παραδεκτή άσκηση της έφεσης, καθώς και η υποχρέωση καταβολής παραβόλου ύψους 2% επί του αντικειμένου της διαφοράς.
[22]. Στο Φύλλο της 22ας Δεκεμβρίου 2016 της Εφημερίδας Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α’ 240/22.12.2016) δημοσιεύθηκε ο ν. 4446/2016, με τον οποίο επέρχονται τροποποιήσεις στον Πτωχευτικό Κώδικα, αλλά και σειρά μεταβολών όπως: Αλλαγή στα ποσά των παραβόλων για άσκηση όλων των ενδίκων μέσων σε όλα τα δικαστήρια, Αύξηση Μεγαροσήμων, Παράβολα για χορήγηση αναβολής κ.λπ.
[23]. Είπε ο υπουργός Δικαιοσύνης Αντώνης Ρουπακιώτης, στις προγραμματικές δηλώσεις στη Βουλή (8 Ιούλ. 2012). «Το δημόσιο είναι ο καλύτερος και ο χειρότερος πελάτης. Ασκεί κατά κόρον όλα τα ένδικα μέσα. Ενδεικτικά αναφέρω ότι στο Β’ Τμήμα του ΣτΕ, το 2010 είχαν κατατεθεί εκ μέρους του δημοσίου 808 αναιρέσεις και το 2011, 2.184 αναιρέσεις. Η άσκηση αυτή οφείλεται είτε σε ευθυνοφοβία είτε κυρίως στην εφαρμογή μιας ιδιότυπης δημοσιονομικής πολιτικής σύμφωνα με την οποία το δημόσιο για να μην εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του ασκεί ένδικα μέσα ώστε να μακραίνει ο χρόνος εξόφλησης. Άρα υπάρχει συνευθύνη …»
[24]. Βλ.Αντ. Π. Αργυρού «Τα προνόμια του Δημοσίου και το δίκαιο της ανάγκης στο κράτος Δικαίου» σε ΝοΒ 60, σελ. 2795 επ.
[25]. Βλ. Αντώνη Π. Αργυρού, Μελέτη: «Ο δικηγόρος μαχητής και υπερασπιστής των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, ως πότε όμως;», σε ΝοΒ 63, σελ. 2326 επ.
[26] Μεγάλη συζήτηση έχει αρχίσει  εν όψει της Συνταγματικής Αναθεωρήσεως με στόχο την ι ριζική αλλαγή του χάρτη της Δικαιοσύνης, ειδικά στα ανώτατα δικαστήρια της χώρας, στο Συμβούλιο της Επικρατείας και το Ελεγκτικό Συνέδριο (βλ Προτεινόμενο Σύνταγμα των: Ν. Αλιβιζάτου, Π. Βουρλούμη,  Γ. Γεραπετρίτη, Γ. Κτιστάκι, Στ. Μάνου, Φ. Σπυρόπουλου ( 5 Ιουνίου 2016 )
[27]. Με τη αύξηση των παραβόλων, αλλά και τον ν. 3900/2010 «Εξορθολογισμός διαδικασιών και επιτάχυνση της διοικητικής δίκης και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α 21317 Δεκεμβρίου 2010), βλ. και ΣτΕ 3008/2013 και ΣτΕ 266/2014.
[28] Βλ. Ιστορική Απόφαση ΣτΕ Ολ1501/2014 : Η  ευθύνη του Δημοσίου σε αποζημίωση από πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, υφίσταται μόνο για πρόδηλο σφάλμα του δικαστικού λειτουργού.
[29]. Α. Ράντου/Ν. Παπασπύρου, «Η συμμόρφωση της διοίκησης στις δικαστικές αποφάσεις», Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 2006, Αρναούτογλου, Φίλης (1990), «Μια προσπάθεια ελέγχου της συμμορφώσεως της Διοικήσεως στις αποφάσεις του ΣτΕ: Η Επιτροπή του άρθρου 5 του ν. 1470/1984», Νομικό Βήμα τόμος 38 τεύχος 7. 139.
[30]. Βλ. 41/2017 Απόφαση Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων ΝοΒ 65. 1187.
[31]. Αποτελεί πρόβλημα άλυτο ότι 66 στους 115 νόμους που ψηφίστηκαν τα τελευταία χρόνια δεν είχαν την προβλεπόμενη από το σύνταγμα εκτίμηση κόστους - έχουν δηλαδή ψηφιστεί πράγματα χωρίς κανείς να ξέρει τις οικονομικές τους συνέπειες.

09 Οκτωβρίου 2017

ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ, ΈΝΑ ΕΓΚΛΗΜΑ ΧΩΡΙΣ ΤΙΜΩΡΙΑ:ΤΟ ΑΡΘΡΟ 13 TOY N 4387/2016






ΈΝΑ  ΕΓΚΛΗΜΑ ΧΩΡΙΣ ΤΙΜΩΡΙΑ:
ΕΚ ΝΕΟΥ «Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΣΤΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ»
ΤΟ ΑΡΘΡΟ 13 TOY N 4387/2016.-
«Τι μπορεί να κάμει, πως μπορεί να προκόψει η δικαιοσύνη σ' έναν κόσμο άδικο κι άτιμο, αν δεν είναι αρματωμένη; Θ' αρματώσουμε τη δικαιοσύνη...»[1]
ΑΝΤΩΝΗ Π.ΑΡΓΥΡΟΥ
Δικηγόρου ΑΠ,Αν Νομικού Συμβούλου του ΕΚΠΑ[2]
1.  ΕΙΣΑΓΩΓΗ:
Σ’εφαρμογή της ρύθμισης του άρθρου 13 του Ν. 4387/2016 από της καταβολής (28-09-2017) της σύνταξης του μήνα Οκτωβρίου 2017, ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου θα λαμβάνει μηνιαία σύνταξη 1.451 ευρώ. Ανάλογες θα είναι οι περικοπές και των υπολοίπων (κατωτέρων) βαθμών.Ετσι με την αντισυνταγματική αυτή ρύθμιση, πλήτεται βάνυσα η δικαστική Ανεξαρτησία και καταλύεται κάθε έννοια δικαίου, σε συνέχεια της γνωστής πλέον επίκλησης[3] του «δικαίου της ανάγκης»[4] που οδηγεί πλέον σε τραγικά αδιέξοδα την κοινωνία μας[5] .
2.  Η ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ
2.1.-Eίναι γεγονός αναμφισβήτητο, ότι η Δικαιοσύνη δεν μπορεί να υπάρχει ως υψίστη λειτουργία του πολιτεύματος αν δεν είναι Ανεξάρτητη, πράγμα που κατοχυρώνεται στο άρθρο 26 του Συντάγματος. Με τις διατάξεις των άρθρων 26, 87 παρ. 1 και 88 παρ. 2 του Συντάγματος καθιερώνεται, ως ουσιώδες χαρακτηριστικό της δικαστικής λειτουργίας, η προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των φορέων της, η οποία αποτελεί ταυτοχρόνως και το κύριο στοιχείο που την καθιστά ισότιμη προς τις δύο άλλες λειτουργίες. Η συνταγματική αυτή προστασία καλύπτει τον ευρισκόμενο στην ενέργεια δικαστή, του οποίου διασφαλίζει, μεταξύ άλλων, και το συνταξιοδοτικό καθεστώς ως εγγύηση της προσωπικής και λειτουργικής του ανεξαρτησίας[6]
2.2.-Την Δικαιοσύνη όλοι  θεωρητικά την τιμούν και την σέβονται και την θέλουν Ανεξάρτητη, αλλά  όταν οι Αποφάσεις της δεν είναι αρεστές ,ξεχνούν αμέσως τις διακηρύξεις τους και καταγγέλλουν τις αποφάσεις που δεν είναι αρεστές ,σαν «διατεταγμένες»
2.3.-Ολα τα Ελληνικά Συντάγματα, από την Επανάσταση του 1821 μέχρι σήμερα, υπηρέτησαν την ιδέα του Κράτους Δικαίου και η Δικαιοσύνη, θεμελιωμένη στην αρχή του διάχυτου ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων, που καθιερώθηκε με την 3/1897 Απόφαση του Αρείου Πάγου και αποτελεί πλέον συνταγματική παράδοση[7], παρείχε μέχρι σήμερα αποτελεσματική προστασία στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα.  Είναι χαρακτηριστική η άποψη  του Καθηγητού Γ. Μπαλή[8]: : «Εάν το περιεχόμενον του νόμου αντιβαίνει εις συνταγματικάς ή άλλας συντακτικού χαρακτήρος διατάξεις, τα δικαστήρια υποχρεούνται διά την συγκεκριμένην περίπτωσιν να μη εφαρμόσουν τούτο»
3.ΤΑ ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΑ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ[9]
3.1. Η ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ :  
3.1.1.-Με το προσωρινό Πολίτευμα της Ελλάδος, που ψηφίσθηκε στην Επίδαυρο την 1/1/1822, θεσμοθετήθηκε η Αρχή της διακρίσεως των Εξουσιών. Με το άρθρο 87 του Συντάγματος του 1844 οι τακτικοί δικαστές κατέστησαν ισόβιοι, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 5 του Συντάγματος του 1927 ορίσθηκε ότι: «η Δικαστική Εξουσία ασκείται υπό Δικαστηρίων ανεξαρτήτων - υποκειμένων μόνον εις τους Νόμους».
3.1.2.-Η μετά την Εθνική μας Απελευθέρωση συσταθείσα Επιτροπή[10] προς αναθεώρηση του Συντάγματος, έκρινε ότι το θέαμα της «ρακένδυτου δικαιοσύνης» έπρεπε να σταματήσει και ότι για να στηριχθεί το κύρος της, αλλά κυρίως η Ανεξαρτησία της, είναι ανάγκη να δοθούν στους Δικαστές τα μέσα μιας ανέτου σχετικώς ζωής και ομοφώνως απεφάσισε και εισηγήθηκε όπως δια συνταγματικής διατάξεως καθορισθεί: «ότι το σώμα των δικαστικών λειτουργών είναι ίδιον σώμα και δεν έχει καμμίαν σχέσιν με τα άλλα σώματα των δημοσίων υπαλλήλων και ότι απαγορεύεται οιαδήποτε διαβάθμιση; μισθολογική ή βαθμολογική και η εξομοίωσις υπαλλήλων του κράτους οιουδήποτε άλλου κλάδου, προς τους δικαστικούς λειτουργούς» (βλ. πρακτικά της επιτροπής αναθεωρήσεως συντάγματος της Δ' Αναθεωρητικής Βουλής σ. 1668 και επ. και ιδία την αγόρευση του βουλευτή Γ. Μαύρου).
3.1.3.-Επί του ζητήματος των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών,  ο Ν.Δημητρακοπουλος που διετέλεσε υπουργός δικαιοσύνης (6 Οκτωβρίου 1910) του Ελευθερίου Βενιζελου απέδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα, χωρίς να αναμένει πρώτοι οι δικαστές να υποβάλλουν σχετικό αίτημα. Υποστηρίζοντας την ανάγκη της αύξησής των διευκρίνιζε: «τούτο απαιτείται προς κρείττονα συγκρότησιν της δικαιοσύνης της χώρας και όχι χάριν των υπηρετούντων προσώπων», συμπληρώνοντας για τις απαιτούμενες προς τούτο δαπάνες «ή πρέπει εκ παντός τρόπου και δι΄ οιουδήποτε μέσου οι προς κάλυψιν των δαπανών τούτων πόροι να ευρεθώσι, ή πρέπει το Κράτος να αποβάλη πάντα λόγον ύπαρξης.»[11] Έτσι κατόρθωσε να εισάγει στη Βουλή και να ψηφιστεί νόμος με προβλεπόμενη σταδιακή αύξηση των αποδοχών κατά 50% εντός μιας τριετίας.
3.1.4.-Υπό το πνεύμα των ανωτέρω απόψεων, στο Σύνταγμα του 1952 και με πλήρη διακομματική συμφωνία προστέθηκε η διάταξη του άρθρου 87, η οποία για πρώτη φορά όριζε ότι οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών πρέπει να είναι ανάλογες[12] προς το λειτούργημά τους και ότι τα θέματα που αφορούν τη βαθμολογική και μισθολογική τους κατάσταση προσδιορίζονται με ειδικούς νόμους. Η μισθολογική αυτή «υπεροχή» των δικαστικών λειτουργών έναντι των οργάνων της εκτελεστικής εξουσίας που καθιερώθηκε με το Σύνταγμα του 1952, αποτελεί ουσιώδες στοιχείο στον κορμό των Ελληνικών Συνταγματικών ρυθμίσεων που αφορούν την απονομή της Δικαιοσύνης και τους λειτουργούς της[13].
3.1.5.-Προηγήθηκε των συνταγματικών ρυθμίσεων του 1952, η απόφαση της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας  2080/1950 που έκρινε επί της μισθολογικής διαφοράς μεταξύ δικαστικών λειτουργών και δημοσίων υπαλλήλων. Το δικαστήριο έκρινε ότι δεν είναι νόμιμη η εξίσωση μισθών των ανωτέρω κατηγοριών, και επειδή στο Σύνταγμα του 1911 δεν υπήρχε διάταξη για τις αποδοχές των δικαστικών λειτουργών, βάσισε την κρίση του στην υπεροχή των δικαστικών λειτουργών έναντι των οργάνων της εκτελεστικής λειτουργίας και στην ιδιαίτερη και εξαιρετική φύση του δικαστικού λειτουργήματος.
3.1.6.-Η Πολιτεία, δεν έστερξε να ρυθμίσει το ζήτημα, πράγμα που έπραξε τελικά με τη συνταγματική ρύθμιση του 1952. Όμως η Συνταγματική ρύθμιση έμεινε γράμμα κενό, αφού δεν υλοποιήθηκε
Οι δικηγορικοί σύλλογοι της χώρας στο Πανελλήνιο Συνέδριό τους που συνήλθε στην Πάτρα τον Ιούλιο του έτους 1956, επεσήμαναν τους κινδύνους και ζήτησαν με ψήφισμά τους την άμεση ρύθμιση του θέματος που αφορά στην εύρυθμη λειτουργία της δικαιοσύνης. Οι δικηγορικοί σύλλογοι δεν έτυχαν καμιάς απαντήσεως στο αίτημά τους και έτσι επακολούθησε σε ένδειξη διαμαρτυρίας καθολική αποχή από τα καθήκοντα των δικηγόρων όλης της Ελλάδος από τα δικαστήρια, με αίτημα την αύξηση των αποδοχών των Δικαστών, στα πλαίσια του άρθρου 87 του Συντάγματος του 1952[14] .
Η κατάσταση που προαναφέρθηκε συνεχίστηκε και έτσι, τελικώς, η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου έλαβε την με αριθμό 40/18-9-1958 απόφαση[15]: «Δια της διατάξεως ταύτης, ως προκύπτει και εκ των ενώπιον της επιτροπής αναθεωρήσεως του Συντάγματος συζητήσεων, προβλέπεται ότι αι αποδοχαί των δικαστικών λειτουργών πρέπει να είναι ανώτεροι των υπαλλήλων της διοικήσεως και ότι δεν συγχωρείται βαθμολογική και μισθολογική εξίσωσις ή εξομοίωσις των υπαλλήλων της διοικήσεως προς τους δικαστικούς λειτουργούς. Η τοιαύτη δια συνταγματικής διατάξεως πρόνοια της Πολιτείας υπέρ των δικαστικών λειτουργών, αποτελούσα επί μέρους εφαρμογήν της περί ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας αρχής του Συντάγματος, οφείλεται εις την ιδιάζουσαν φύσιν του δικαστικού λειτουργήματος. Ούτω, δια τους δικαστικούς λειτουργούς δεν υπάρχει, ως διά τους άλλους υπαλλήλους, ωράριον υποχρεωτικής εργασίας. Εργάζονται ούτοι, ως εκ της φύσεως της εργασίας των, και κατά τας ημέρας αργίας και κατά την νύκτα… . Παρά ταύτα ουδεμία ελήφθη υπέρ των δικαστικών λειτουργών πρόνοια, μη εκδοθέντος εισέτι του υπό της άνω διατάξεως του Συν/τος προβλεπόμενου ειδικού νόμου, ενώ άλλων υπαλλήλων της διοικήσεως ή οργάνων του κράτους ηυξήθησαν, εν τισί δε περιπτώσεσι σημαντικώς, αι αποδοχαί είτε υπό τον τύπον αποζημιώσεως (ως επί παραδείγματι των τεχνικών, εκπαιδευτικών, νομαρχών, βουλευτών). Το γεγονός ότι οι δικαστικοί λειτουργοί δεν δύνανται να επιδιώξωσι διά μέσων, άτινα μετέρχονται οι άλλοι υπάλληλοι, την βελτίωσιν των αποδοχών των, έδει να εκτίμηση ή Πολιτεία και να προέλθη εις την επιβαλλομένην και υπ' αυτής αναγνωρισθείσα δια της ως άνω διατάξεως του Συν/τος μισθολογική κατάταξιν αυτών, ώστε να παρέχωνται εις αυτούς, εν όψει των κρατουσών οικονομικών συνθηκών, τα μέσα αξιοπρεπούς διαβιώσεως. …Εν όψει των εκτεθέντων η Ολομέλεια θεωρεί υποχρέωσίν της να επισημάνει τους δια την εύρυθμον λειτουργίαν της Δικαιοσύνης κινδύνους, εάν και εφ' όσον δεν ήθελε επιδειχθεί υπό της Πολιτείας το ανάλογον δι' αυτήν ενδιαφέρον
3.1.7.-Η κρίση για το ζήτημα των αποδοχών[16] συνεχίσθηκε αμείωτη μέχρι την οριστική επίλυση του ζητήματος των μισθών των Δικαστών από τον τότε Πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου το 1964. Μάλιστα, η αύξηση των αποδοχών των δικαστών τότε, έφθασε ακόμη και στο διπλασιασμό τους και ιδιαίτερης σημασίας υπήρξε η αιτιολόγησή της, αφού ο τότε Πρωθυπουργός θεώρησε αφενός μεν την Δικαιοσύνη «οχυρόν της Δημοκρατίας», αφετέρου δε ότι οι «Δικαστές δεν μπορούν να πένονται».
Η ανώμαλη κατάσταση[17] που επακολούθησε και η ανατροπή της Συνταγματικής τάξεως επιδείνωσε και πάλι το πρόβλημα, μέχρι του έτους 1974. Όλα όσα είχαν επιτευχθεί εξαφανίσθηκαν από το δικτατορικό καθεστώς,που κατέλυσε μαζύ με την Δημοκρατία και την Δικαστική Ανεξαρτησία[18].
4. ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ του 1975
4.1.-Ο Συνταγματικός Νομοθέτης του 1975 όρισε στο άρθρο 26 του Συντάγματος ότι: «1. Η νομοθετική λειτουργία ασκείται από τη Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. 2. Η εκτελεστική λειτουργία ασκείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την Κυβέρνηση. 3. Η δικαστική λειτουργία ασκείται από τα δικαστήρια‧ οι αποφάσεις τους εκτελούνται στο όνομα του ελληνικού λαού». Περαιτέρω, το Σύνταγμα ορίζει στο μεν άρθρο 87 παράγραφος 1, ότι: «Η δικαιοσύνη απονέμεται από δικαστήρια συγκροτούμενα από τακτικούς δικαστές, που απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία[19]», στο δε άρθρο 88 παρ. 2 ότι: «Οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών είναι ανάλογες[20] με το λειτούργημά τους. Τα σχετικά με τη βαθμολογική και μισθολογική τους εξέλιξη και με την κατάστασή τους γενικά καθορίζονται με ειδικούς νόμους».
4.2. ΤΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟ ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΟ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΩΝ
Σύμφωνα με το άρθρο 89 του Συντάγματος: «1. Απαγορεύεται στους δικαστικούς λειτουργούς να παρέχουν κάθε άλλη μισθωτή υπηρεσία καθώς και να ασκούν οποιοδήποτε επάγγελμα. 2. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται στους δικαστικούς λειτουργούς να εκλέγονται μέλη της Ακαδημίας Αθηνών ή του διδακτικού προσωπικού ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, καθώς και να μετέχουν σε συμβούλια ή επιτροπές που ασκούν αρμοδιότητες πειθαρχικού, ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα και σε νομοπαρασκευαστικές επιτροπές, εφόσον η συμμετοχή τους αυτή προβλέπεται ειδικά από το νόμο... 3. Η ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς απαγορεύεται. Καθήκοντα σχετικά με την εκπαίδευση των δικαστικών λειτουργών θεωρούνται δικαστικά. Επιτρέπεται η ανάθεση σε δικαστικούς λειτουργούς των καθηκόντων εκπροσώπησης της Χώρας σε διεθνείς οργανισμούς. Η διενέργεια διαιτησιών από δικαστικούς λειτουργούς επιτρέπεται μόνο στο πλαίσιο των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, όπως νόμος ορίζει».
Τέλος, το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 23 του Συντάγματος ορίζει ότι: «Απαγορεύεται η απεργία με οποιαδήποτε μορφή στους δικαστικούς λειτουργούς και σ' αυτούς που υπηρετούν στα σώματα ασφαλείας».
Η φύση του λειτουργήματος του δικαστικού λειτουργού και η απαγόρευση ασκήσεως οποιουδήποτε άλλου έργου[21] ή επαγγέλματος αποτελεί σημαντική ιδιαιτερότητα έναντι των άλλων δημοσίων λειτουργών[22]. Θα ήθελα να επισημάνω ότι ο Συνταγματικός νομοθέτης του 2001 έθεσε στο άρθρο 57 Σ απόλυτο επαγγελματικό ασυμβίβαστο[23] και για τους Έλληνες βουλευτές. Με το Η Ψήφισμα της 27.5.3008 της Αναθεωρητικής Βουλής[24] ,το επαγγελματικό ασυμβίβαστο καταργήθηκε αφού όλοι ή σχεδόν όλοι συμφώνησαν για την κατάργησή του. Η διάταξη του άρθρου 89 του Συντάγματος εντάσσεται στις προσωπικές εγγυήσεις της δικαστικής ανεξαρτησίας και αποτελεί ενιαία συνέχεια με τη διάταξη του άρθρου 88 παρ 2 Σ. Όμως, η ιδιαιτερότητα που οι δικαστές ασκούν τα καθήκοντά τους και ιδίως η απαγόρευση ασκήσεως άλλου έργου, συνάπτεται απολύτως με τη φύση των καθηκόντων τους και ιδίως με την δικαστική Ανεξαρτησία. Ενόψει των ανωτέρω, η διάταξη του άρθρου 88 παρ 2 Σ, σύμφωνα με την οποία οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών είναι ανάλογες με το λειτούργημά τους, αποτελεί μέρος αδιάσπαστο της φύσεως του λειτουργήματός τους, όπως αυτό αναφέρεται στη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 3 του Συντάγματος.
5.-Η ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ 2001 ΚΑΙ Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 88 ΠΑΡ. 2 ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
5.1.    -Το προβλεπόμενο από το άρθρο 88 παρ. 2 του Συντάγματος ειδικό δικαστήριο έχει δικαιοδοσία επί των διαφορών που αναφύονται από ένδικα βοηθήματα, τα οποία ασκούνται μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 3038/2002 (Α' 180), δηλαδή μετά τις 7.8.2002 (άρθρα 13 και 16 του ν. 3038/2002).
Το Δικαστήριο εξεδωσε την 6 Δεκεμβρίου 2005  την πρωτη αποφασητου με  1/2005[25] και μέχρι  σημερα εχει δημοσιεύσει 1955 Αποφασεις ( τελευταία137/2017[26]).
5.2.-Η πρώτη ιστορική αποφαση 1/2005 τοθ Δικαστηρίου του αρθρου 88Σ, μεταξυ αλλων εκρινε: «..εάν κάποιος δικαστικός λειτουργός εξαιτίας παράνομης πράξεως της Διοικήσεως, όπως είναι η αντίθετη με το Σύνταγμα νομοθέτηση, υποστεί αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, προκειμένου να αποκατασταθεί με αυτόν τον τρόπο η αρχή της ισότητας, δικαιούται να αξιώσει από το Ελληνικό Δημόσιο αποζημίωση προς αποκατάσταση της ζημίας, την οποία υπέστη. Η αποζημίωση αυτή πρέπει να είναι πλήρης, έτσι ώστε να ικανοποιείται πλέον η επιταγή του άρθρου 88 του Συντάγματος, στο σύνολο των αποδοχών του. Στο σύνολο δε των αποδοχών περιλαμβάνονται και τα πάσης φύσεως και οιασδήποτε μορφής επιδόματα, τα οποία καταβάλλονται στους λοιπούς υπαλλήλους του Κράτους που βρίσκονται σε ενεργό υπηρεσία και προς τους οποίους επιφυλάσσεται νομοθετικά ευνοϊκότερη μισθολογική μεταχείριση από αυτή των δικαστικών λειτουργών, έστω και αν τα επιδόματα αυτά συναρτώνται, είτε κατά το νόμο είτε κατά τη φύση τους, προς ενεργό υπηρεσία, υπό μόνη την προϋπόθεση ότι καταβάλλονται παγίως και κατά τακτά χρονικά διαστήματα στους τελούντες σε ενεργό υπηρεσία (ΣτΕ 3214/04, 2431/04, 3303/2001, 2171/2000, πρβλ. και 3570/2003, 915/2001).»
Από την νομολογία του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ. 2 του Σ προέκυψαν τα ακόλουθα:
1.-Οι αποφάσεις του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ. 2 του Σ είναι αμετάκλητες και δεν υπόκεινται στον έλεγχο άλλου δικαστηρίου.
2.-Σχεδόν στο σύνολό τους, οι υποθέσεις που επελήφθη το Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 88 παρ. 2 του Σ ήταν αγωγές αποζημιώσεως του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ σε βάρος του Δημοσίου, σύμφωνα με τις οποίες οι ενάγοντες δικαστικοί λειτουργοί προέβαλαν ότι, προκύπτει ευθύνη προς αποζημίωση του Ελληνικού Δημοσίου, από την εκ μέρους της Ελληνικής Πολιτείας νομοθέτηση με τα αρμόδια κατά το Σύνταγμα της όργανα, όταν η νομοθέτηση αυτή γίνεται σε αντίθεση προς υπερκείμενους και επικρατούντες κανόνες δικαίου (ΣτΕ 3587/97, 1141/99, 5/2001).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 105 ΕισΝΑΚ, 914, 298 και 937 ΑΚ, προκύπτει ότι, επί αδικοπραξίας, από την εκδήλωση του ζημιογόνου γεγονότος, γεννιέται, υπέρ εκείνου που ζημιώθηκε, αξίωση αποζημίωσης, για όλη, και τη μέλλουσα, προβλεπτή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ζημία (ΑΠ 1921/1988, ΝοΒ 1989. 1035, ΑΠ 317/1958, ΝοΒ 1958. 980, πρβλ. ΑΠ 316/1986, ΝοΒ 1987. 26).
Προκειμένου περί αδικοπραξίας που δημιουργεί παράνομη κατάσταση, η διάρκεια της παράνομης αυτής κατάστασης δεν ανάγεται στους όρους υπό τους οποίους γεννιέται το δικαίωμα αποζημίωσης, αλλά έχει σημασία μόνο για τον προσδιορισμό του ποσού της αποζημίωσης, συνεπώς, υφίσταται μία και όχι περισσότερες κατ' εξακολούθηση (παράνομες) πράξεις (ΑΠ 317/1958).
Όπως παγίως κρίθηκε: Η θέσπιση κανόνων δικαίου που έρχονται σε αντίθεση με υπερκειμένους, καθιερωμένους και επικρατούντες κανόνες δικαίου και ιδίως του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος όπως έχει ερμηνευθεί, ή των κανόνων δικαίου που έχουν αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των κοινών νόμων, δημιουργεί αντικειμενική ευθύνη προς αποζημίωση του Δημοσίου από τις διατάξεις του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ (Ολ. ΑΠ 13/1991, ΣτΕ 3587/1997, 1141/1999).
5. 3.-«Με τις υπ' αριθ. 89/2013 και 6/2015 αποφάσεις του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος (Μισθοδικείου), εκ των οποίων η πρώτη αφορά σε εν ενεργεία και η δεύτερη σε συνταξιούχους δικαστικούς λειτουργούς, κρίθηκε, με τις παρατιθέμενες σε αυτές ειδικότερες αιτιολογίες, ότι ο οφειλόμενος φόρος εισοδήματος (εν ενεργεία και συνταξιούχων) δικαστικών λειτουργών πρέπει να υπολογίζεται και να επιβάλλεται μετά την αφαίρεση ποσοστού 25% από τις ακαθάριστες αποδοχές τους (εν ενεργεία και συντάξιμων).
5. 4.-Ως αποδοχές δε των δικαστικών λειτουργών, ανάλογες προς το λειτούργημά τους, με τις οποίες αντιστοιχούν πλήρως και οι αποδοχές των μελών του ΝΣΚ, νοούνται, κατά τις διατάξεις του άρθρου 88 του Συντάγματος, τόσο οι συνολικές κάθε φύσης αποδοχές, οι οποίες δεν πρέπει να υπολείπονται των συνολικών αποδοχών άλλων δημοσίων υπαλλήλων ή λειτουργών του δημοσίου τομέα γενικά, όσο και οι συντάξιμες, εκείνες δηλαδή που, κατά τη σχετική συνταξιοδοτική νομοθεσία, τηρουμένης και της αρχής της σταθερής αναλογίας, μεταξύ συντάξιμων αποδοχών και αποδοχών ενεργείας, λαμβάνονται υπόψη για τον κανονισμό της σύνταξης των εξερχόμενων από την υπηρεσία δικαστικών λειτουργών (βλέπ. Ολομ.ΕλΣυν 6/2008, Ειδ.Δικ. 75/2007, η οποία εκδόθηκε επί αγωγής μέλους του Ν.Σ.Κ. και με την οποία κρίθηκε ότι οι αποδοχές των μελών του ΝΣΚ αντιστοιχούν πλήρως στις αποδοχές των δικαστικών λειτουργών). Περαιτέρω, ως αποδοχές νοούνται οι καθαρές αποδοχές που χορηγούνται σε όργανα των άλλων δύο λειτουργιών του Κράτους με οποιοδήποτε τρόπο, περιλαμβανομένης και της θεσπίσεως ιδιαίτερης φορολογικής μεταχειρίσεως των, όπως π.χ. με την χορήγηση φορολογικών απαλλαγών στη φορολογία εισοδήματος (βλ. Ειδ.Δικ. 89/2013 - σκέψη 8 - πρβλ. ΟλΣτΕ 3670/1994 και Ειδ.Δικ. 13, 21/2006,1/2005 5.5- Η φορολογική μεταχείριση των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών (εν ενεργεία και συνταξιούχων), η υλοποίηση της οποίας αποφασίσθηκε με τις υπ' αριθμ. ΠΟΛ.1147/29.9.2016 και ΠΟΛ.1161/1.11.2016 εγκυκλίους του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων (ΓΓΔΕ) του Υπουργείου Οικονομικών, προκειμένου να αποφευχθεί η άσκοπη επιβάρυνση των διοικητικών υπηρεσιών και των δικαστηρίων, πρέπει να εφαρμοσθεί και στους λειτουργούς του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (εν ενεργεία και συνταξιούχους), καθώς και στα μέλη των οικογενειών των αποβιωσάντων δικαστικών λειτουργών και λειτουργών του ΝΣΚ, τα οποία συνταξιοδοτούνται κατά μεταβίβαση, σύμφωνα με τις διατάξεις του συνταξιοδοτικού νόμου, λόγω του θανάτου των λειτουργών αυτών και μόνο για το τμήμα που αφορά τις κατά μεταβίβαση συντάξεις (όχι δηλαδή και για τα λοιπά εισοδήματα αυτών)».(βλ ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ Ν.Σ.Κ. ΑΡ. 288/2016)
6.-Ο Ν. 4387(ΦΕΚ Α 85/12 Μαΐου 2016) «Ενιαίο Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλειας-Μεταρρύθμιση-ασφαλιστικού-συνταξιοδοτικού συστήματος -Ρυθμίσεις φορολογίας εισοδήματος και τυχερών παιγνίων και άλλες διατάξεις» στο άρθρο 13[27] ορίζει την περικοπή των συντάξεων, με τη μορφή αναστολής καταβολής μεγάλου μέρους αυτών.Αποτέλεσμα της ρυθμισης ειναι η σύνταξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου και των αντιστοίχων του, μειώνεται εκ νέου, κατά το καθαρό ποσό των 924 Ευρώ τον μήνα (μετά την αφαίρεση των κρατήσεων) και μάλιστα αναδρομικά από  1-6-2016.Έτσι από της καταβολής (28-09-2017) της σύνταξης του μήνα Οκτωβρίου 2017,ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου,θα λαμβάνει μηνιαία σύνταξη 1.451 ευρώ. Ανάλογες θα είναι οι περικοπές και των υπολοίπων (κατωτέρων) βαθμών.
7.- Η ρύθμιση είναι προφανώς αντίθετη με το Σύνταγμα[28] και την πάγια νομολογία των Δικαστηρίων και ιδίως του Δικαστηρίου του άρθρου 88 του Συνταγματος.Μεταξύ πολλών Αποφασεων υου δικαστηρίου του αρθρου 88 του Συνταγματος αναφέρεται ότι  στην  6/2015 εχει κριθεί ότι : «…ο συνταγματικός νομοθέτης για την εξασφάλιση της ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας, αναγνωρίζει λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία στους δικαστές που συγκροτούν τα δικαστήρια και ταυτίζει την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, μέσω δε αυτής την ισοτιμία της με τις άλλες δύο λειτουργίες (νομοθετική και εκτελεστική), με την ανεξαρτησία των δικαστών. Εγγύηση για την εξασφάλιση της ανεξαρτησίας αυτής αποτελεί και η ιδιαίτερη μισθολογική μεταχείριση των δικαστών, την οποία μάλιστα καθιερώνει ευθέως, επιτάσσοντας τη χορήγηση σε αυτούς αποδοχών ανάλογων προς το λειτούργημά τους, ήτοι προς την άσκηση της δικαστικής λειτουργίας. Η συνταγματική αυτή προστασία, η οποία αναφέρεται στον εν ενεργεία δικαστή, διασφαλίζει, μεταξύ άλλων, το συνταξιοδοτικό του καθεστώς, διότι και αυτό αποτελεί εγγύηση της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας του δικαστού. Η ευχέρεια, συνεπώς, του κοινού νομοθέτη να καθορίζει τις συντάξιμες αποδοχές των δικαστικών λειτουργών, τελεί υπό τους περιορισμούς των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων. Ειδικότερα, ο προσδιορισμός του περιεχομένου τους και του ύψους τους δεν μπορεί να γίνεται κατά τρόπο που να αποκλίνουν αυτές ουσιωδώς από τις, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος, καθοριζόμενες αποδοχές ενεργείας κατά το μέρος που κάτι τέτοιο θα μπορούσε να επηρεάσει την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία του δικαστικού λειτουργού κατά τη διάρκεια της άσκησης του λειτουργήματός του. Συνεπώς, πρέπει να διατηρείται μια σταθερή αναλογία μεταξύ των συντάξιμων αποδοχών και των αποδοχών ενεργείας των δικαστικών λειτουργών, όπως προκύπτουν μετά την φορολόγησή τους. Η σταθερή αυτή αναλογία αφορά τις παροχές που συναρτώνται με το παρεχόμενο δικαιοδοτικό έργο και αποτελούν εγγύηση της προσωπικής και λειτουργικής τους ανεξαρτησίας, όχι δε και εκείνες που χορηγούνται ως αντιστάθμισμα δαπανών, στις οποίες υποβάλλονται για την αποτελεσματική άσκηση του λειτουργήματός τους (πρβλ. την απόφαση 4/2006 του παρόντος Δικαστηρίου).»
8.-ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Είναι προφανές ότι η ρύθμιση του άρθρου 13 του Ν. 4387(ΦΕΚ Α 85/12 Μαΐου 2016) «Ενιαίο Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλειας-Μεταρρύθμιση-ασφαλιστικού-συνταξιοδοτικού συστήματος -Ρυθμίσεις φορολογίας εισοδήματος και τυχερών παιγνίων και άλλες διατάξεις»,είναι αντίθετη με τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος,αφού η εφαρμογή της επηρεάζει την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία του δικαστικού λειτουργού κατά τη διάρκεια της άσκησης του λειτουργήματός του αφού,όπως εχει κριθεί,ανατρέπει αναντίρρητα την σταθερή (και οπωσδήποτε εύλογη) αναλογία μεταξύ των συντάξιμων αποδοχών και των αποδοχών ενεργείας των δικαστικών λειτουργών.
8/10/2017.-




[1] Νίκος Καζαντζάκης, «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» 
[2] Εισηγητή στις 1/2005 και 13/2006 Απογάσεις του Δικαστηρίου του αρθρου 88παρ 2 Σ
[3] Βλ. Μελέτη ΑΝΤΩΝΗ Π. ΑΡΓΥΡΟΥ: «ΕΞΙ ΧΡΟΝΙΑ «ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ»,σε ΝοΒ 64 σελ 2212 επ
[4] Βλ  Παναγιώτη Πικραμμένου, Δημόσιο Δίκαιο σε έκτακτες συνθήκες από την οπτική της ακυρωτικής διοικητικής διαδικασίας, σε ΘΠΔΔ, τευχ. 2/2012, σελ. 97-100
[5] Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ενιαίου Δικτύου Συνταξιούχων, οι συνταξιούχοι θα χάσουν επιπλέον τρεις συντάξεις μέχρι το 2019, από τις μειώσεις των λεγόμενων «προσωπικών διαφορών» σε κύριες και επικουρικές συντάξεις, από την κατάργηση επιδομάτων, το «πάγωμα» των αυξήσεων και την κατάργηση του ΕΚΑΣ.
[6]Βλ: 604/2007 ΕΣ (ΕΔΔΔΔ 2007/923), 1445/2007 ΔΠΡ ΑΘ (ΔΔΙΚΗ 2007/514), 1/2005,4,5/2006,13/2006 ΕΙΔ ΔΙΚ ΑΡΘ 88 Σ,Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ),  ΣΤΕ597/2007 ΣΤΕ (Α`  ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ
[7] Που επικυρώθηκε με τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 3 του Συντάγματος. Βλ. Α. Μανιτάκη, στα Πρακτικά της εκδήλωσης του ΔΣΑ «Συνταγματικό Δικαστήριο» της 30.3.2006 σελ. 7.
[8]  Γ.Μπαλή ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΡΧΑΙ ΤΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ, Εκδόσεις Π. Σάκκουλα 1961, σελίδες 5,6,7)
[9] βλ Α.ΑΡΓΥΡΟΣ(ΕΕΡΓΔ 2007/769Οι μισθοί των δικαστών. Επισκόπηση νομολογίας του "Μισθοδικείου" και η συνταγματική αναθεώρηση.~
[10] Δυνάμει του ΞΗ/1949 Ψηφίσματος.
[11]  Βλ.Δημητρακόπουλος "Πολιτικά" τομ.Α΄ , σελ.393
[12] Βλ ΣΤΕ:833/2000 ΣΤΕ3150/1999,ΣΤΕ5238/1995
[13][13] Είναι δεδομένο ότι, η διάταξη του άρθρου 88 παρ. 2α του ισχύοντος Συντάγματος, που καθορίζει το ύψος των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών, αποτελεί, όπως κρίθηκε από την παγία νομολογία όλων των δικαστηρίων, τη βάση της δικαστικής Ανεξαρτησίας, άνευ της οποίας δεν μπορεί να υφίσταται Δικαιοσύνη και είναι αναγκαίο και αναπόσπαστο συμπλήρωμα των άρθρων 20 παρ. 1 και 26 του Συντάγματος, ενώ είναι αμφίβολο αν μπορεί να αναθεωρηθεί.
[14] Οι δικηγόροι συμπαρασταθήκαν πάντοτε μαχητικά στους δικαστές, με αίτημα την αποκατάσταση αξιοπρεπών μισθολογικών συνθηκών, σύμφωνα με τις σχετικές συνταγματικές ρυθμίσεις.
[15] ΝοΒ 6/1958. 1035 - 1036.
[16] Βλ ΑΠ Ολ 275/1959, ΝοΒ 7/1959. 953, επιστολή Δικαστή Χ. Καθάρειου, ΝοΒ 7/1959. 929, επιστολή Δικαστή Γ. Αρβανίτη, ΝοΒ 15/1967. 90, όπου διεκτραγωδείται η μισθολογική κατάσταση των δικαστών της εποχής και γίνονται συγκρίσεις με άλλους κλάδους.
[17] Με το β.δ. 269/1966, το ν. 4507/1966, τα β.δ. 955/1966, ν.δ. 4532/64 και 4548/1966, όλα όσα είχαν επιτευχθεί με την αύξηση του 1965 εμειώθησαν (βλ. σημείωμα ΚΙΠ, ΝοΒ 15/1967. 90).
[18] Ήταν 28 Μαΐου του 1968, όταν η δικτατορία απέλυσε από το δικαστικό σώμα τριάντα δικαστές, εκδίδοντας την ΚΔ' της 28.5.1968 Συντακτική Πράξη «Περί Εξυγιάνσεως της Τακτικής Δικαιοσύνης». (βλ. εφημερίδα "Μακεδονία" της 30.5.1968). Το Συμβούλιο της Επικρατείας, έκανε δεκτές τις αιτήσεις ακυρώσεως των δικαστών και ακύρωσε την απόλυσή τους, με τις υπ' αριθμούς 1811/1969 έως 1831/1969     αποφάσεις του. Πρόεδρος που εκδιώχθηκε από το δικαστικό σώμα  ήταν  τότε ο  μέγας νομομαθής και διανοητής Μιχαήλ  Στασινόπουλος,  ο οποίος, όπως είναι γνωστό, υπήρχε  πανεπιστημιακός καθηγητής , ακαδημαϊκός, συγγραφέας νομικών , λογοτεχνικών και ιστορικών βιβλίων, ακαδημαϊκός και πρώτος Πρόεδρος της Δημοκρατίας, μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας το έτος 1974.
[19] Βλ Κ. Χιώλος, «Η λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών», ΑρχΝ 2002. 132.
[20] Η νομολογία σχετικά με το τι ακριβώς ο Συνταγματικός νομοθέτης θεωρεί «ανάλογες αποδοχές» είναι σταθερή και χωρίς καμία απολύτως παρέκκλιση από το 1950. Βλ: ΟλΣτΕ 2080/1950, 2928/1986, ΣτΕ 1688/1991, 2030/1991, 3124/1991, 1145/1992, 1148/1992, 1148/1992, 130/1992, 541/1992, 736/1992, 886/1992, 2458/1993, 2591/1993, 2592/1993, 2681/1993, 1840/1994, 470/1996, 472/1996, 1651/1997, 3458/1997, 3925/1998, 2381/1999, 436/2006.
[21]ΒλΣτΕ490/2008,989/2007,1881/2007,Γνδ ΝΣΚ: (ΟΛΟΜ)202/2006,135/2005,Γνωμ ΕιΣΑΠ 8/2002
[22] Υπάρχουν δημόσιοι λειτουργοί και υπάλληλοι οι οποίοι λαμβάνουν, κατά παράβαση του Συντάγματος και των νόμων, συνολικές αποδοχές κατά πολύ πολλαπλάσιες όχι μόνο του Πρωθυπουργού, του Προέδρου της Βουλής αλλά και του Προέδρου του ΑΠ, ακόμη και του Προέδρου της Δημοκρατίας. Μάλιστα, Πρόεδρος Ανώτατου Δικαστηρίου δήλωσε ότι λαμβάνει κατά πολύ ολιγότερα από την Γραμματέα του δικαστηρίου που προεδρεύει, και χωρίς τον υπολογισμό των πλασματικών υπερωριών.
[23] Βλ. ΑΕΔ 5/2006, 12/2003, 11/2003.
[24] ΦΕΚ Α 102/2.6.2008
[25] Αποτελούμενο από τους :Ρωμύλο Κεδίκογλου, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Πρόεδρο, Γεώργιο Φώσκολο, Αρεοπαγίτη, τακτικό μέλος, Μαρία Αθανασοπούλου, Σύμβουλο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, τακτικό μέλος, Σωτήριο Λύτρα, Καθηγητή της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, τακτικό μέλος, Νικόλαο Σκανδάμη, Καθηγητή της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, τακτικό μέλος, Γλυκερία Σιούτη, Καθηγήτρια της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, τακτικό μέλος, Κων. – Δημ. Τριανταφυλλόπουλο, δικηγόρο, τακτικό μέλος, Παύλο Ιωαννίδη, δικηγόρο, τακτικό μέλος, και Αντώνιο Αργυρό – Εισηγητή, δικηγόρο, τακτικό μέλος
[26]«Διαπιστώνει ότι το αναφυόμενο στο πλαίσιο της κρινομένης προσφυγής νομικό ζήτημα, το οποίο εμπίπτει στην δικαιοδοσία του παρόντος Ειδικού Δικαστηρίου, έχει ήδη επιλυθεί με την 89/2013 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου»,
`Αρθρο 13 Ανώτατο όριο καταβολής σύνταξης
 «1. Μέχρι 31.12.2018 αναστέλλεται η καταβολή κάθε ατομικής μηνιαίας σύνταξης των προσώπων που είχαν ήδη καταστεί συνταξιούχοι μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος, κατά το μέρος που υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ. Για την εφαρμογή του ανώτατου αυτού ορίου, λαμβάνονται υπόψη το καταβαλλόμενο ποσό συνυπολογιζόμενης της εισφοράς υγειονομικής περίθαλψης υπέρ ΕΟΠΥΥ και της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων του άρθρου 38 του Ν. 3863/2010 (Α΄ 115), όπως ισχύει, και των παραγράφων 11 και 12 του άρθρου 44 του Ν. 3986/2011 (Α΄ 152), όπως ισχύει.
2. Κατά την ίδια περίοδο, το άθροισμα του καθαρού ποσού των συντάξεων των παραπάνω προσώπων, που δικαιούται κάθε συνταξιούχος από οποιαδήποτε αιτία από το Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. ή οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα κύριας ή επικουρικής ασφάλισης δεν μπορεί να υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ. Στον υπολογισμό του ανώτατου ορίου καταβολής σύνταξης που αφορά στα άτομα με αναπηρία ή χρόνια πάθηση και των οικογενειών που έχουν μέλη τους άτομα με αναπηρία δεν λαμβάνονται υπόψη τα πάσης φύσεως προνοιακά επιδόματα και επιδόματα αναπηρίας.
3. Από 1.1.2019 καταβάλλεται το τυχόν υπερβάλλον ποσό που προκύπτει σε σχέση με ανώτατο όριο των παραγράφων 1 και 2 και το νέο ύψος των συντάξεων όπως θα προκύψει, σύμφωνα με την κατά το άρθρο 14 αναπροσαρμογή τους.»
[28] ΒΛ Δρ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΡΚΑΛΗΣ, Αντεπίτροπος Επικρατείας «ΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΟ &ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ: ΟΡΙΣΜΕΝΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ» σε «ΜΕΛΕΤΕΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΜΝΗΜΟΝΙΟΥ» -ΝoB-2012-60.

ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

  ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ -ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΕΝ ΟΨΕΙ   ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ (4...