Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΡΟΝΟΜΙΑ ΔΗΜΟΣΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΡΟΝΟΜΙΑ ΔΗΜΟΣΙΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

10 Μαρτίου 2013

ΤΟ ΣΤΕ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ.......ΚΙ ΑΛΛΗ Αποφαση ΣΕ ΒΑΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Τουλάχιστον το 50% του φόρου, τελών, δασμών κλπ. -που τους καταλογίζει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο- θα πρέπει να καταβάλουν οι πολίτες και επιχειρήσεις που χάνουν την πρωτοβάθμια δίκη, σύμφωνα με σχετική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Η Επιτροπή Αναστολών της Ολομέλειας ΣτΕ άναψε το «πράσινο φως» για την άμεση πληρωμή των φόρων τελών, κλπ πριν από τη δευτεροβάθμια δίκη, κρίνοντας συνταγματικά ανεκτό τον περιορισμό της δυνατότητας αναστολής τέτοιων πληρωμών.

Το ανώτατο δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορεί να «παγώσει» η πληρωμή της οφειλής, θεωρώντας επαρκές το γεγονός ότι υπήρξε μια πρωτοβάθμια δικαστική απόφαση που μπορεί να αποτελέσει νόμιμο τίτλο για να εισπράξει το Δημόσιο τον φόρο ή τα τέλη που επιδικάζονται.

Σύμφωνα μάλιστα με το ΣτΕ, ο περιορισμός του δικαιώματος για «πάγωμα» της πληρωμής που είχε κάθε πολίτης επί δεκαετίες (εφόσον αποδείκνυε ότι υφίσταται μια βλάβη ανεπανόρθωτη ή δύσκολα επανορθώσιμη), είναι συνταγματικά ανεκτός. Και τούτο προκειμένου να μην καθυστερεί υπερβολικά η εκπλήρωση των νόμιμων υποχρεώσεων, με την παρέλκυση δικών, την παράταση εκκρεμοτήτων, αλλά και για να μπορέσει να εισπράξει το Δημόσιο οφειλόμενα ποσά από φορολογικές ή τελωνειακές δίκες που χρονίζουν. 

Στο εξής όποιος (πολίτης ή εταιρεία) χάνει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, για να μπορέσει να συζητηθεί η έφεσή του θα πρέπει να καταβάλει το 50% του φόρου ή των τελών που προσδιόρισε το δικαστήριο. Αν δεν πληρώσει, η έφεση θα απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Ο μόνος λόγος που θα μπορούσε να σταματήσει την πληρωμή, θα ήταν μόνο το ενδεχόμενο να κρίνει το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ότι η προσφυγή είναι ολοφάνερα βάσιμη, κάτι που θα ήταν εξαιρετικά σπάνιο και ασυνήθιστο, αφού στην πράξη θα σήμαινε ότι η κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ήταν παντελώς εσφαλμένη. 

20 Μαΐου 2008

Καταργηση των προνομιων του Δημοσίου-ΠΑΡΑΓΡΑΦΗ

Αναδρομικά πενταετίας
Η Ολομέλεια ΑΠ (11/08), έκρινε ότι το Σύνταγμα και η ΕΣΔΑ (Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου) επιβάλλουν την ίση μεταχείριση των διαδίκων, όσον αφορά τη δικαστική προστασία τους
Ανατρέποντας αντίθετη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου έκρινε αντισυνταγματική την προσπάθεια να επεκταθεί και υπέρ του ΟΣΕ η σύντομη διετής παραγραφή των αξιώσεων (από μισθούς, επιδόματα και κάθε είδους οικονομικές απαιτήσεις των εργαζομένων ή από αδικοπραξία κ.λπ.) που ισχύει για το Δημόσιο.

Σύμφωνα με το ανώτατο δικαστήριο, η επέκταση των προνομίων του Δημοσίου και στον ΟΣΕ, με τη λογική ότι το Δημόσιο κατέχει το σύνολο των μετοχών του, ενώ λειτουργεί ως ΑΕ αναπτύσσοντας επιχειρηματικές δραστηριότητες, οδηγεί σε παραβίαση των συνταγματικών αρχών που κατοχυρώνουν την ισότητα, την αποτελεσματική δικαστική προστασία και τη δίκαιη δίκη.

Η αρεοπαγιτική απόφαση αποτελεί ένα πρώτο σημαντικό βήμα για να «ξεκολλήσει» η δικαιοσύνη από την υπερπροστασία όλων των κρατικών επιχειρήσεων και φορέων, που ενώ λειτουργούν με καθαρά ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια «φορούν» τον κρατικό μανδύα μόνο και μόνο για να περιορίσουν τις οικονομικές αξιώσεις των εργαζομένων και άλλων πολιτών.

Η Ολομέλεια ΑΠ, έκρινε αντισυνταγματική την επέκταση της 2ετούς παραγραφής, καθώς δεν δικαιολογείται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος. Τέτοιο λόγο -σύμφωνα με τον ΑΠ- δεν μπορεί να αποτελέσει ούτε το γεγονός ότι το ελληνικό Δημόσιο κατέχει το σύνολο των μετοχών του ΟΣΕ ΑΕ.

09 Ιουνίου 2007

Ο ΤΟΚΟΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΟΦΕΙΛΕΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ

Η επικρατούσα σύγχρονη αρχή είναι η εξάλειψη της προνομιούχου θέσης του Δημοσίου, των οργάνων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των ΔΕΚΟ απέναντι στον ιδιώτη αντίδικό τους. Κύριες πλευρές της αρχής αυτής είναι α) η αναγκαστική εκτέλεση αποφάσεων κατά του Δημοσίου, των οργάνων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των ΔΕΚΟ, β) η απαρέγκλιτη συμμόρφωση της διοίκησης στις δικαστικές αποφάσεις και γ) η εξίσωση του τόκου υπερημερίας που υποχρεούνται να καταβάλλουν αφενός το Δημόσιο και αφετέρου οι ιδιώτες
Το Μισθοδικείο με την 1/2005 Αποφαση του εκρινε:Από τη διάταξη του άρθρου 21 του ισχύοντος Κώδικα Δικών Δημοσίου, η οποία δεν διακρίνει μεταξύ αναγνωριστικής και καταψηφιστικής αγωγής και τις διατάξεις των άρθρων 73 παρ. 3 και 197 του Κ.Διοικ.Δ. που ορίζουν ότι το αίτημα της αγωγής μπορεί να είναι καταψηφιστικό ή αναγνωριστικό και ότι οι τελεσίδικες αποφάσεις αποτελούν δεδικασμένο, συνάγεται,κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη στο Δικαστήριο αυτό, ότι με την ασκούμενη ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων αναγνωριστική αγωγή, η οποία έχει αντικείμενο την αυθεντική διάγνωση κάποιας χρηματικής αξιώσεως από σχέση δημοσίου δικαίου κατά το άρθρο 71 του Κ.Διοικ.Δ. παρέχεται από τον Κ.Διοικ.Δ. ισότιμη προστασία με εκείνη της καταψηφιστικής αγωγής. Και τούτο, διότι η αναγνωριστική αγωγή δεν έχει επικουρικό χαρακτήρα έναντι της καταψηφιστικής (Κεραμέως, Σχέσεις αναγνωριστικής και καταψηφιστικής αγωγής, Τιμητικός Τόμος Μιχαηλίδη-Νουάρου, 1987, τομ. Α΄, σελ. 502 ), η κατάθεσή της διακόπτει την παραγραφή της αξιώσεως (άρθρο 75 παρ. 2 του Κ.Διοικ.Δ.) και τέμνεται η διαφορά με δύναμη δεδικασμένου και έτσι, η ασφάλεια του δικαίου, στην οποία εκτός των άλλων αποβλέπει η δίκη, πραγματώνεται πλήρως και με την απλή αναγνώριση της χρηματικής αξιώσεως. Το γεγονός ότι επί αναγνωριστικής αγωγής δεν αποκτάται τίτλος εκτελεστός δεν αναιρείται, αφού η απόφαση αποτελεί δεδικασμένο για το δικαστήριο που θα επιληφθεί της καταψηφιστικής αγωγής. Εξ άλλου δεν αίρονται όμως και οι συνέπειες της επιδόσεως ως οχλήσεως, η οποία καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 340 και 345 ΑΚ., δεδομένου ότι η επίδοση στον εναγόμενο αγωγής για την επιδίκαση χρηματικής απαιτήσεως δεν είναι μόνο σύνθετη διαδικαστική πράξη, αλλά έχει και το χαρακτήρα οιονεί δικαιοπραξίας οχλήσεως του οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής (Ολ. ΑΠ,13/1994).
Περαιτέρω κρίνεται κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη στο Δικαστήριο αυτό , ότι η ανωτέρω διάταξη περί του ύψους του νόμιμου και της υπερημερίας τόκου πάσης του δημοσίου οφειλής σε 6% ετησίως, αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας και στα άρθρα 4 παρ 1 και 20 παρ 1 του Συντάγματος 6 και 14 της Ε.Σ.Δ.Α και 2 παρ 3α και β ,14 παρ 1 και 26 του διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (ν2462/97),διότι θεσπίζει προνομιακή μεταχείριση του δημοσίου σε σχέση με τους ιδιώτες αντιδίκους του, χωρίς να δικαιολογείται τούτο από λόγους δημοσίου συμφέροντος (ΑΠ 252/2005, ΣτΕ3651/2002).
Συνεπώς,το δικαστήριο κρίνει ότι και στην υπό κρίση αναγνωριστική αγωγή οφείλονται τόκοι επιδικίας, από της επιδόσεως του δικογράφου στο Δημόσιο (μειοψηφία σε ΟλΑΠ 7/2000, πλειοψηφία στην Δ.Ε.Α. 2795/200, ΔιΔικ. 2002 σελ. 1350, πρβλ. ΣτΕ 34/2003 ΕΔΚΑ 2003 σελ. 42, ΣτΕ 2897/1995 ΕΔΚΑ 1996, σελ. 20, 2537/1997, ΟλΑΠ 13/1994, ΕΔΚΑ 1995 σελ. 106, έτσι και Κεραμέως ανωτ. σελ. 516-517)το ύψος δε των τόκων αυτών ανέρχεται στον εκάστοτε ισχύοντα τόκο υπερημερίας, μη εφαρμοζομένων των διατάξεων του άρθρου 21 του Δ/τος της 26.6/10.7.1944 (Κώδιξ Δικών Δημοσίου).

ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

  ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ -ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΕΝ ΟΨΕΙ   ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ (4...