Η επικρατούσα σύγχρονη αρχή είναι η εξάλειψη της προνομιούχου θέσης του Δημοσίου, των οργάνων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των ΔΕΚΟ απέναντι στον ιδιώτη αντίδικό τους. Κύριες πλευρές της αρχής αυτής είναι α) η αναγκαστική εκτέλεση αποφάσεων κατά του Δημοσίου, των οργάνων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των ΔΕΚΟ, β) η απαρέγκλιτη συμμόρφωση της διοίκησης στις δικαστικές αποφάσεις και γ) η εξίσωση του τόκου υπερημερίας που υποχρεούνται να καταβάλλουν αφενός το Δημόσιο και αφετέρου οι ιδιώτες
Το Μισθοδικείο με την 1/2005 Αποφαση του εκρινε:Από τη διάταξη του άρθρου 21 του ισχύοντος Κώδικα Δικών Δημοσίου, η οποία δεν διακρίνει μεταξύ αναγνωριστικής και καταψηφιστικής αγωγής και τις διατάξεις των άρθρων 73 παρ. 3 και 197 του Κ.Διοικ.Δ. που ορίζουν ότι το αίτημα της αγωγής μπορεί να είναι καταψηφιστικό ή αναγνωριστικό και ότι οι τελεσίδικες αποφάσεις αποτελούν δεδικασμένο, συνάγεται,κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη στο Δικαστήριο αυτό, ότι με την ασκούμενη ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων αναγνωριστική αγωγή, η οποία έχει αντικείμενο την αυθεντική διάγνωση κάποιας χρηματικής αξιώσεως από σχέση δημοσίου δικαίου κατά το άρθρο 71 του Κ.Διοικ.Δ. παρέχεται από τον Κ.Διοικ.Δ. ισότιμη προστασία με εκείνη της καταψηφιστικής αγωγής. Και τούτο, διότι η αναγνωριστική αγωγή δεν έχει επικουρικό χαρακτήρα έναντι της καταψηφιστικής (Κεραμέως, Σχέσεις αναγνωριστικής και καταψηφιστικής αγωγής, Τιμητικός Τόμος Μιχαηλίδη-Νουάρου, 1987, τομ. Α΄, σελ. 502 ), η κατάθεσή της διακόπτει την παραγραφή της αξιώσεως (άρθρο 75 παρ. 2 του Κ.Διοικ.Δ.) και τέμνεται η διαφορά με δύναμη δεδικασμένου και έτσι, η ασφάλεια του δικαίου, στην οποία εκτός των άλλων αποβλέπει η δίκη, πραγματώνεται πλήρως και με την απλή αναγνώριση της χρηματικής αξιώσεως. Το γεγονός ότι επί αναγνωριστικής αγωγής δεν αποκτάται τίτλος εκτελεστός δεν αναιρείται, αφού η απόφαση αποτελεί δεδικασμένο για το δικαστήριο που θα επιληφθεί της καταψηφιστικής αγωγής. Εξ άλλου δεν αίρονται όμως και οι συνέπειες της επιδόσεως ως οχλήσεως, η οποία καθιστά τον οφειλέτη υπερήμερο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 340 και 345 ΑΚ., δεδομένου ότι η επίδοση στον εναγόμενο αγωγής για την επιδίκαση χρηματικής απαιτήσεως δεν είναι μόνο σύνθετη διαδικαστική πράξη, αλλά έχει και το χαρακτήρα οιονεί δικαιοπραξίας οχλήσεως του οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής (Ολ. ΑΠ,13/1994).
Περαιτέρω κρίνεται κατά την πλειοψηφήσασα γνώμη στο Δικαστήριο αυτό , ότι η ανωτέρω διάταξη περί του ύψους του νόμιμου και της υπερημερίας τόκου πάσης του δημοσίου οφειλής σε 6% ετησίως, αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας και στα άρθρα 4 παρ 1 και 20 παρ 1 του Συντάγματος 6 και 14 της Ε.Σ.Δ.Α και 2 παρ 3α και β ,14 παρ 1 και 26 του διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (ν2462/97),διότι θεσπίζει προνομιακή μεταχείριση του δημοσίου σε σχέση με τους ιδιώτες αντιδίκους του, χωρίς να δικαιολογείται τούτο από λόγους δημοσίου συμφέροντος (ΑΠ 252/2005, ΣτΕ3651/2002).
Συνεπώς,το δικαστήριο κρίνει ότι και στην υπό κρίση αναγνωριστική αγωγή οφείλονται τόκοι επιδικίας, από της επιδόσεως του δικογράφου στο Δημόσιο (μειοψηφία σε ΟλΑΠ 7/2000, πλειοψηφία στην Δ.Ε.Α. 2795/200, ΔιΔικ. 2002 σελ. 1350, πρβλ. ΣτΕ 34/2003 ΕΔΚΑ 2003 σελ. 42, ΣτΕ 2897/1995 ΕΔΚΑ 1996, σελ. 20, 2537/1997, ΟλΑΠ 13/1994, ΕΔΚΑ 1995 σελ. 106, έτσι και Κεραμέως ανωτ. σελ. 516-517)το ύψος δε των τόκων αυτών ανέρχεται στον εκάστοτε ισχύοντα τόκο υπερημερίας, μη εφαρμοζομένων των διατάξεων του άρθρου 21 του Δ/τος της 26.6/10.7.1944 (Κώδιξ Δικών Δημοσίου).