Υπέρβαση εύλογης διάρκεια δίκης,ΣτΕ 610/2022,ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ
Αριθμός 610/2022
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Ε΄ (ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ)
Προεδρεύουσα: Μ.-Ε. Παπαδημήτρη, Πάρεδρος του ΣτΕ
Υπέρβαση εύλογης διάρκεια
δίκης. Οικοδομική άδεια. Η όλη διαδικασία ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας
διήρκεσε εννέα (9) έτη, έντεκα (11) μήνες και είκοσι έξι (26) ημέρες. Εν
προκειμένου δεν προκύπτει ότι ο αιτών ή η Διοίκηση συνέβαλαν με τη συμπεριφορά
τους στην καθυστέρηση εκδικάσεως της υπόθεσης, δεδομένου ότι οι αναβολές
συζήτησης της υπόθεσης, εκτός από δύο, δόθηκαν από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως.
Όμως, προκύπτει ότι το πραγματικό της υπόθεσης παρουσίαζε ιδιαιτερότητες,
κατέστη δε περίπλοκο μετά την δημοσίευση της προσβληθείσας με έφεση απόφασης
2389/2009 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την έκδοση της απόφασης
αναδάσωσης της 25ης.1.2010 του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, εξαιτίας
της οποίας δημιουργήθηκαν αμφιβολίες ως προς την ακριβή θέση και το καθεστώς
της επίμαχης εκτάσεως και συνακόλουθα ως προς τη νομιμότητα της προσβληθείσας
με αίτηση ακυρώσεως ανακλητικής πράξεως της οικοδομικής άδειας. Τούτο οδήγησε
στην έκδοση αναβλητικής απόφασης, μετά από δύο διασκέψεις, προκειμένου να
δοθούν διευκρινίσεις και στοιχεία, ως προς την ακριβή θέση της επίμαχης
ιδιοκτησίας και τη σχέση αυτής με τις αναδασώσεις που κηρύχθηκαν με τις
αποφάσεις του 1982 και του 2010. Οι ισχυρισμοί περί αδυναμίας ολοκληρώσεως της
κατοικίας και αξιοποιήσεως αυτής πρέπει να απορριφθούν, καθ’ ο μέρος συνδέονται
με την πρόοδο της δίκης επί της ασκηθείσας αγωγής αποζημίωσης ενώπιον του
Διοικητικού Πρωτοδικείου. Εξάλλου η αδυναμία αποπεράτωσης και αξιοποίησης της
κατοικίας δε συνδέεται αιτιωδώς με την καθυστέρηση εκδίκασης της υπόθεσης από
το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο εξέδωσε απορριπτική επί της εφέσεως απόφαση,
αλλά με την ανάκληση της οικοδομικής άδειας για λόγους νομιμότητας, η οποία,
πάντως, κρίθηκε νόμιμη σε πρώτο βαθμό από το Διοικητικό Εφετείο. Η επίδικη
καθυστέρηση εκδίκασης της υπόθεσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας
προκάλεσε ηθική βλάβη στον αιτούντα, για την αποκατάσταση της οποίας παρίσταται
δικαιολογημένη η επιδίκαση σε αυτόν εύλογου χρηματικού ποσού ως δίκαιη
ικανοποίησή του (αρ. 53 έως 58 του ν. 4055/2012, αρ. 18 του ν. 4684/2020,
αρ. 3 του ΚΔΔ, αρ. 6 παρ. 1 και 13 της ΕΣΔΑ).
(…) Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση ο αιτών ζητεί να
επιδικασθεί σε αυτόν το ποσό των 20.000 ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις των
άρθρων 53 έως 58 του ν. 4055/2012 (Α΄51), ως δίκαιη ικανοποίηση, για την ηθική
βλάβη που υπέστη από την καθυστέρηση εκδίκασης της υπόθεσής του, επί της οποίας
εκδόθηκε η 1140/2020 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, καθώς και να του
καταβληθεί οποιοσδήποτε φόρος επιβάλλεται στο ποσό της δίκαιης ικανοποίησης. Με
την ανωτέρω απόφαση, όπως εκτίθεται αναλυτικά κατωτέρω, απορρίφθηκε η από 3.6.2010
έφεση του αιτούντος κατά της υπ’ αριθμ. 2389/2009 απορριπτικής απόφασης του
Διοικητικού Εφετείου Αθηνών επί αιτήσεως ακυρώσεως του αιτούντος κατά ανάκλησης
οικοδομικής άδειας στην περιοχή του Αγίου Στεφάνου Αττικής.
Επειδή, η κρινόμενη αίτηση κατατέθηκε στη γραμματεία του
Δικαστηρίου στις 9.12.2020, μετά τη συμπλήρωση της προβλεπόμενης στο άρθρο
4055/2012 εξάμηνης προθεσμίας, η οποία άρχισε από την επομένη της δημοσίευσης
της απόφασης 1140/2020 του Συμβουλίου της Επικρατείας (ημερομηνία δημοσίευσης 3.6.2020),
δηλαδή από 4.6.2020 και συμπληρώθηκε στις 4.12.2020 (ημέρα Παρασκευή). Όμως, η
κρινόμενη αίτηση είναι εμπρόθεσμη, ενόψει της αναστολής της προθεσμίας κατά το
διάστημα των δικαστικών διακοπών, από 16.7.2020 έως 31.8.2020 [βλ. άρθρο 18 του
ν. 4684/2020 (Α΄86)] και της αναστολής των προθεσμιών για τη διενέργεια
διαδικαστικών πράξεων και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων για το
διάστημα από 7.11 2020 έως 14.12.2020, δυνάμει των κοινών υπουργικών αποφάσεων
Δ1α/Γ.Π.οικ. 71342/6.11.2020 (Β 4899), Δ1α/Γ.Π.οικ. 76629/27.11.2020 (Β΄5255),
Δ1α/Γ.Π.οικ. 78363/5.12.2020 (Β΄5350), στο πλαίσιο της λήψης έκτακτων μέτρων
προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του
κορωνοϊού COVID -19. (ΣτΕ μον. 123/2022, 1/2022).
Επειδή, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των
Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που υπεγράφη στη
Ρώμη στις 4.11.1950 και κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256), ορίζει, μεταξύ
άλλων, στο άρθρο 6 παρ. 1 ότι «παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του
δικασθή δικαίως … εντός λογικής προθεσμίας υπό … δικαστηρίου … το οποίον θα
αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του
αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής
φύσεως. …» και στο άρθρο 13 ότι «παν πρόσωπον του οποίου τα αναγνωριζόμενα εν
τη … Συμβάσει δικαιώματα και ελευθερίαι παρεβιάσθησαν, έχει το δικαίωμα
πραγματικής προσφυγής ενώπιον εθνικής αρχής, έστω και αν η παραβίασις διεπράχθη
υπό προσώπων ενεργούντων εν τη εκτελέσει των δημοσίων καθηκόντων των». Με τις
διατάξεις των άρθρων 53 έως 58 του ν. 4055/2012 (A΄ 51) θεσμοθετήθηκε ως νέο
ένδικο βοήθημα η αίτηση για δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπέρβασης της εύλογης
διάρκειας της διοικητικής δίκης, η οποία ασκείται ανά βαθμό δικαιοδοσίας και
από κάθε διάδικο και στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, εκπροσωπουμένου από
τον Υπουργό Οικονομικών. Όπως προκύπτει και από τη σχετική αιτιολογική έκθεση,
οι εν λόγω ρυθμίσεις θεσπίσθηκαν κατ’ επίκληση των άρθρων 6 παρ. 1 και 13 της
ΕΣΔΑ, καθώς και σε συμμόρφωση προς την «απόφαση - πιλότο» («arrêt pilote») του
Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) Αθανασίου και λοιποί
κατά Ελλάδας της 21.12.2010, με την οποία διαπιστώθηκε η ύπαρξη «συστημικού»
προβλήματος στην ελληνική διοικητική δικαιοσύνη, λόγω του σημαντικού αριθμού
παραβιάσεων των ως άνω άρθρων της ΕΣΔΑ και ιδίως του άρθρου 6 παρ. 1 αυτής, με
την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης, κλήθηκε δε η Ελλάδα
να υιοθετήσει αποτελεσματική προσφυγή ή συνδυασμό προσφυγών σε εθνικό επίπεδο
για την αντιμετώπιση του προβλήματος σύμφωνα με τα κριτήρια της νομολογίας του
ΕΔΔΑ. Αντικείμενο της αίτησης είναι η δίκαιη ικανοποίηση των διαδίκων με την
επιδίκαση εύλογου χρηματικού ποσού για την αποκατάσταση της ηθικής, κατά κύριο
λόγο, βλάβης που υπέστησαν από την προσβολή του δικαιώματός τους σε ταχεία
απονομή της διοικητικής δικαιοσύνης. Περαιτέρω, στην παράγραφο 1 του άρθρου 57
του ν. 4055/2012 απαριθμούνται τα κριτήρια με βάση τα οποία εκτιμάται αν
συντρέχει υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης· τα κριτήρια
αυτά, τα οποία, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση, είναι αντίστοιχα με εκείνα
που έχει διαπλάσει η νομολογία του ΕΔΔΑ, αφορούν τη συμπεριφορά των διαδίκων
κατά την εξέλιξη της επίμαχης διαδικασίας, την πολυπλοκότητα της υπόθεσης (τόσο
από δικονομική όσο και από ουσιαστική άποψη), τη στάση των αρμοδίων κρατικών
αρχών και το διακύβευμα (δηλαδή τη σημασία) της υπόθεσης για τον συγκεκριμένο
αιτούντα. Κατά τα οριζόμενα δε στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, η κρίση του
δικαστηρίου περιλαμβάνει τρία (3) στάδια: Στο πρώτο στάδιο το δικαστήριο
αποφαίνεται, με βάση τα προαναφερόμενα κριτήρια της παραγράφου 1, αν συντρέχει
παραβίαση του δικαιώματος του αιτούντος σε ταχεία απονομή της δικαιοσύνης λόγω
υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης. Σε καταφατική περίπτωση,
το δικαστήριο –λαμβάνοντας υπόψη ότι η υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης
αποτελεί ισχυρό, αν και μαχητό, τεκμήριο ότι προκλήθηκε ηθική βλάβη στον
αιτούντα (βλ. αποφάσεις ΕΔΔΑ Keaney κατά Ιρλανδίας της 30.4.2020 σκ. 131,
Marshall και λοιποί κατά Μάλτας της 11.2.2020 σκ. 83, Rutkowski και λοιποί κατά
Πολωνίας της 7.7.2015 σκ. 182, Αθανασίου και λοιποί κατά Ελλάδας της 21.12.2010
σκ. 56, Apicella κατά Ιταλίας της 29.3.2006 σκ. 93, Scordino κατά Ιταλίας της
29.3.2006 σκ. 204, κ.ά.)– αποφαίνεται, σε δεύτερο στάδιο, αν πρέπει να
καταβληθεί χρηματικό ποσό για τη δίκαιη ικανοποίηση του αιτούντος ή αν,
αντιθέτως, μόνη η διαπίστωση της παραβίασης του ανωτέρω δικαιώματος σε ταχεία
απονομή της δικαιοσύνης μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση και κατά την
αιτιολογημένη σχετική κρίση του δικαστηρίου, να θεωρηθεί επαρκής ικανοποίηση
(βλ. αποφάσεις ΕΔΔΑ Αναστασιάδης και λοιποί κατά Ελλάδας της 18.4.2013 σκ. 43,
Φεργαδιώτη - Ριζάκη κατά Ελλάδας της 18.4.2013 σκ. 27, ΣτΕ μον. 1 -2 /2022,
735, 532, 271/2021 κ.ά.). Εάν, κατά το δεύτερο στάδιο, το δικαστήριο κρίνει ότι
πρέπει να επιδικασθεί χρηματικό ποσό για τη δίκαιη ικανοποίηση του αιτούντος,
προβαίνει, στο τρίτο και τελευταίο στάδιο, κατά τα οριζόμενα στις παραγράφους 2
και 3 του άρθρου 57 του ν. 4055/2012, αφενός μεν, στον καθορισμό του ύψους του
εν λόγω ποσού, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τη χρονική περίοδο που υπερβαίνει τον
εύλογο χρόνο για την εκδίκαση της υπόθεσης, καθώς και την ενδεχόμενη
ικανοποίηση του αιτούντος από άλλα μέτρα προβλεπόμενα στην κείμενη νομοθεσία,
αφετέρου δε, στην επιβολή στο Δημόσιο των εξόδων του αιτούντος [βλ. ΣτΕ μον.
2507, 2107, 735, 532, 421, 271/2021 κ.ά., πρβλ. και απόφαση ΕΔΔΑ επί του
παραδεκτού –décision– Τεχνική Ολυμπιακή Α.Ε. κατά Ελλάδας της 1.10.2013, καθώς
και απόφαση ΕΔΔΑ Ξυνός κατά Ελλάδας της 9.10.2014 αναφορικά με τις αντίστοιχου
περιεχομένου διατάξεις των άρθρων 1 έως 7 του ν. 4239/2014 (Α΄ 43) για την
υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης στα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια
και στο Ελεγκτικό Συνέδριο· εξ άλλου, με τη Résolution finale CM/ResDH(2015)230
της 9.12.2015 της Επιτροπής των Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης (άρθρ. 46
παρ. 2 ΕΣΔΑ) διαπιστώθηκε ότι η Ελλάδα συμμορφώθηκε προς τις υποχρεώσεις της
σχετικά με την εκτέλεση της προαναφερθείσας «απόφασης - πιλότου» του ΕΔΔΑ
Αθανασίου και λοιποί κατά Ελλάδας της 21.12.2010].
Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα
στοιχεία του φακέλου, με την άδεια οικοδομής 12…/28.12.2005 του Τμήματος
Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών Καπανδριτίου της Νομαρχιακής
Αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής επετράπη στον δικαιοπάροχο του αιτούντος, η
ανέγερση δύο νέων τριώροφων κατοικιών με υπόγειο και στέγη επί της οδού… στον Άγιο Στέφανο Αττικής, υπό την αντίληψη
ότι το ακίνητο ενέπιπτε εντός των ορίων του προϋφιστάμενου του έτους 1923
οικισμού του Αγίου Στεφάνου, όπως αυτός είχε οριοθετηθεί με την απόφαση Υ.Π. 30…/29…/28.9.1976
του Αναπληρωτή Νομάρχη Αττικής (Δ …). Όμως, η απόφαση αυτή είχε κριθεί με σειρά
αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας, μεταξύ των οποίων και με την απόφαση
264/2005, ότι στερείται κύρους, ως εκδοθείσα βάσει της ανίσχυρης απόφασης Ε 35…/6.12.1975
του Υπουργού Δημοσίων Έργων. Με την προαναφερθείσα απόφαση 264/2005 του
Συμβουλίου της Επικρατείας ακυρώθηκε άλλη οικοδομική άδεια, εκδοθείσα υπό την
αντίληψη της Πολεοδομίας ότι το ακίνητο, στο οποίο αφορούσε, ευρισκόταν εντός
των ορίων του, προϋφιστάμενου του 1923, οικισμού Αγίου Στεφάνου, με την
αιτιολογία ότι η πολεοδομική αρχή δεν προέβη στον αναγκαίο ειδικό συσχετισμό
των υποβληθέντων στοιχείων για την έκδοση της άδειας προς τα όρια της περιοχής
(επιφάνειας 550 στρεμμάτων) που είχε κηρυχθεί αναδασωτέα στη θέση «Μ…» της
Κοινότητας Αγίου Στεφάνου με την απόφαση 8…/22.3.1982 απόφαση του Ναμάρχη
Ανατολικής Αττικής. Η απόφαση 264/2005 του Συμβουλίου της Επικρατείας κατέληξε
στην κρίση αυτή, αφού δέχθηκε ότι η αρμόδια πολεοδομική αρχή επί υποβολής
άδειας ανέγερσης οικοδομής σε ακίνητο, το οποίο κατά τους υποβάλλοντες την
αίτηση εμπίπτει εντός των ορίων οικισμού προϋφιστάμενου του 1923, (χωρίς να
υφίσταται έγκυρος καθορισμός των ορίων, όπως με την προαναφερθείσα 30…/29…/28.9.-7.10.1976
απόφαση για τον Άγιο Στέφανο Αττικής), οφείλει να προβεί σε δική της έρευνα ,
αν το εν λόγω ακίνητο κείται ή μη εντός των ορίων τέτοιου οικισμού και να
διατυπώσει περί του ζητήματος τούτου ίδιαν κρίση, πλήρως και ειδικώς
αιτιολογημένη. Κατά την έρευνα δε του ζητήματος τούτου, όπως έγινε δεκτό με την
απόφαση 264/2005, η πολεοδομική αρχή, δεν μπορεί να αγνοήσει τυχόν εκδοθείσα
διοικητική πράξη, με την οποία ορισμένη έκταση, εμφανιζόμενη ως περιλαμβάνουσα
και το ακίνητο στο οποίο αφορά η αίτηση χορήγησης οικοδομικής άδειας,
κηρύσσεται αναδασωτέα ούτε εξάλλου μπορεί να χωρήσει σε παρεμπίπτοντα έλεγχο
του κύρους της τελευταίας αυτής πράξεως. Σε περίπτωση διαπιστώσεως ότι το
ακίνητο κείται εντός των ορίων της αναδασωτέας έκτασης, κρίθηκε ότι η Διοίκηση
είναι υποχρεωμένη να απορρίψει την αίτηση χορήγησης οικοδομικής άδειας, ενόψει
του ότι κατά τις κείμενες συνταγματικές και νομοθετικές διατάξεις απαγορεύεται
η δόμηση αναδασωτέας περιοχής, ενώ, σε περίπτωση διαπιστώσεως ότι το ακίνητο,
στο οποίο αφορά η αίτηση χορήγησης οικοδομικής άδειας κείται εκτός των ορίων
της κηρυχθείσας ως αναδασωτέας περιοχής, έγινε δεκτό ότι η Διοίκηση οφείλει να
αιτιολογήσει πλήρως και ειδικώς την σχετική πραγματική κρίση της, συσχετίζοντας
τα υποβληθέντα για την έκδοση της οικοδομικής άδειας στοιχεία με τα όρια της
αναδασωτέας περιοχής, όπως προσδιορίζεται στην πράξη κηρύξεως της αναδασώσεως
και στα διαγράμματα που τη συνοδεύουν και να χωρήσει, περαιτέρω, στον έλεγχο
του ζητήματος αν πληρούνται και οι λοιπές προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ότι το
ανωτέρω ακίνητο κείται εντός των ορίων οικισμού προϋφιστάμενου του 1923.
Κατόπιν της κοινοποιήσεως της απόφασης 264/2005 του Συμβουλίου της Επικρατείας
στο Τμήμα Πολεοδομίας Καπανδριτίου έγινε επανέλεγχος του φακέλου της
οικοδομικής άδειας 12…/28.12.2005 του δικαιοπαρόχου του αιτούντος και
διαπιστώθηκε ότι η επίμαχη έκταση βρίσκεται εντός της περιοχής που κηρύχθηκε
αναδασωτέα με την υπ’ αριθμ. 8…/22.3.1982 απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής
Αττικής, καθώς επίσης και ότι για τον έλεγχο και τη χορήγηση της άδειας εκ
παραδρομής θεωρήθηκαν όροι δόμησης στην ανωτέρω έκταση. Κατόπιν τούτου,
εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 98…/25.10.2006 πράξη της Προϊσταμένης του Τμήματος
Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών Καπανδριτίου, με την οποία έγινε
ανάκληση της οικοδομικής άδειας 12…/28.12.2005, με την αιτιολογία ότι, βάσει
του υπ’ αριθμ. Υ/Σ 6…/25.10.2006 εγγράφου του Γραφείου Τοπογραφικών Σχεδίων και
Εφαρμογών του Τμήματος Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών Καπανδριτίου της
Ν.Α. Ανατολικής Αττικής, η ως άνω οικοδομική άδεια εκδόθηκε εκ παραδρομής σε
περιοχή, η οποία, βάσει της απόφασης 8…/22.3.1982 έχει κηρυχθεί αναδασωτέα. Με
την απόφαση 2389/2009 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκε αίτηση
ακυρώσεως του ήδη αιτούντος, ειδικού διαδόχου του δικαιούχου της οικοδομικής
άδειας στρεφόμενη κατά της ανακλητικής πράξης 98…/25.10.2006 και της
θεωρηθείσας ως συμπροσβαλλόμενης, απόφασης 43…/29.1.2007 του Γενικού Γραμματέα
Αττικής, με την οποία απορρίφθηκε προσφυγή του αιτούντος κατά της ανακλητικής
πράξης. Κατά της ανωτέρω απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών ο αιτών
άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε τελικώς με την οριστική απόφαση 1140/2020 του
Ε΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, αφού προηγήθηκε η έκδοση της
αναβλητικής απόφασης 2085/2018, με την οποία υποχρεώθηκε η Διοίκηση να δώσει
διευκρινίσεις, οι οποίες κρίθηκαν αναγκαίες για την επίλυση της διαφοράς.
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο τόσο της οριστικής απόφασης
1140/2020, όσο και της αναβλητικής απόφασης 2085/2018 του Συμβουλίου της
Επικρατείας, μετά την έκδοση της απόφασης 2389/2009 του Διοικητικού Εφετείου
Αθηνών και πριν από την άσκηση έφεσης κατά αυτής από τον ήδη αιτούντα, εκδόθηκε
η πράξη 2…/25.1.2010 του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής σχετικά με την
κήρυξη ως αναδασωτέας έκτασης 4.917,252 στρεμμάτων εντός των διοικητικών ορίων
Περιφέρειας των Δήμων Μαραθώνα, Αγίου Στεφάνου, Σταμάτας, Ροδόπολης, Δροσιάς,
Νέας Μάκρης, Πικερμίου, Παλλήνης, Ανθούσας, Διονύσου, Κηφισιάς, Γέρακα, Νέας
Πεντέλης, Πεντέλης του νομού Αττικής, η οποία κάηκε από την πυρκαγιά της 21 ης
– 24 ης Αυγούστου 2009 (Δ΄…). Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, στο περίγραμμα της
πυρκαγιάς περιλαμβάνονταν επίσης και εκτάσεις εμβαδού 78.377, 593 στρεμμάτων
για τις οποίες είχαν εκδοθεί αποφάσεις κήρυξης αναδάσωσης, μεταξύ των οποίων
και η απόφαση 8…/22.3.1982 απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής. Με την πράξη
2…/25.1.2010 του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής επανακηρύχθηκε ως
αναδασωτέα η ανωτέρω έκταση 78.377,593 στρεμμάτων. Η έκδοση της νεώτερης αυτής
πράξης αναδάσωσης προέκυψε από το έγγραφο 1190/23…/20.3.2017 του Δασαρχείου
Πεντέλης προς το Δικαστήριο και τη Διεύθυνση Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου
Διονύσου, όπως διευκρινίσθηκε και συμπληρώθηκε με έγγραφο ηλεκτρονικού
ταχυδρομείου υπαλλήλου του αυτού Δασαρχείου. Κατ’ εκτίμηση των εγγράφων αυτών,
το Δικαστήριο έκρινε με την αναβλητική απόφαση 2085/2018 ότι η έκταση του ΟΤ
306, εντός του οποίου βρίσκεται η οικοδομή του ήδη αιτούντος, περιλαμβάνεται
μεν εντός των ορίων της απόφασης αναδάσωσης της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής 8…/1982,
όχι, όμως, και εντός των ορίων της μεταγενέστερης αναδάσωσης που κηρύχθηκε με
την ως άνω απόφαση 2…/25.1.2010, όπως αυτά αποτυπώνονται σε χάρτη που
συνδημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ενώ για τις υπόλοιπες εκτάσεις
εντός των ορίων του οικισμού Αγίου Στεφάνου, ισχύουν όσα αναφέρονται στην από
16.11.2009 εισηγητική έκθεση δασολόγων του εν λόγω Δασαρχείου και ότι, εν
κατακλείδι, “οι επίδικες εκτάσεις δεν προτάθηκαν, ούτε κηρύχθηκαν αναδασωτέες”.
Ενόψει των ανωτέρω εγγράφων του Δασαρχείου Πεντέλης προς το Δικαστήριο, σε
συνδυασμό με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω, από 16.11.2009 εισηγητική έκθεση,
δημιουργήθηκε αμφιβολία στο Δικαστήριο, ως προς το αν η επίδικη έκταση, επί της
οποίας κατασκευάσθηκε η οικοδομή του αιτούντος περιλαμβάνεται στην αναδάσωση
που κηρύχθηκε με την μεταγενέστερη απόφαση 2…/25.1.2010 του Γενικού Γραμματέα
Περιφέρειας Αττικής και ειδικότερα στην επανακήρυξη της έκτασης των 78.377, 593
στρεμμάτων ως αναδασωτέας, ή αν, αντιθέτως , δεν εμπίπτει σε αυτήν, λόγω του
ότι η Διοίκηση έκρινε επ’ ευκαιρία της επανακήρυξης παλαιότερων αναδασώσεων σε
εκτάσεις που βρίσκονται στο περίγραμμα της πυρκαγιάς του Αυγούστου του 2009,
ότι δεν πρέπει να περιληφθεί στη νεώτερη αναδάσωση το τμήμα του προϋφιστάμενου
του 1923 οικισμού του Αγίου Στεφάνου που είχε κηρυχθεί αναδασωτέο με την
παλαιότερη απόφαση 8…/1982 του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής, η οποία δεν μπορεί μεν
, ως ατομική διοικητική πράξη, να ελεγχθεί παρεμπιπτόντως, πλην, κατά το χρόνο
άσκησης και εκδίκασης της έφεσης , όπως έγινε δεκτό με την αναβλητική απόφαση
2085/2018 του Συμβουλίου της Επικρατείας, είχε ανατραπεί εν μέρει αναδρομικώς,
ως προς το επίδικο ακίνητο. Και τούτο διότι, η Διοίκηση διαπίστωσε ότι, στο
παρελθόν με την πράξη 8…/1982 είχε μη νομίμως περιλάβει εντός των ορίων
αναδασωτέας περιοχής, τμήμα οικισμού προϋφιστάμενου του έτους 1923, μη δυνάμενο
να κηρυχθεί αναδασωτέο, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 6 ε του ν. 998/1979 και, για
τον λόγο αυτό, όπως αναφέρεται στο προαναφερθέν έγγραφο του Δασαρχείου Πεντέλης
προς το Δικαστήριο, “οι επίδικες εκτάσεις (ενν. του ήδη αιτούντος) δεν
προτάθηκαν, ούτε κηρύχθηκαν αναδασωτέεες” με τη μεταγενέστερη αναδάσωση, ενώ,
αντιθέτως, με τη νεώτερη πράξη του έτους 2010, επανακηρύχθηκε και επιβεβαιώθηκε
η αναδάσωση άλλων εκτάσεων που περιλαμβάνονται εντός των ορίων της πράξης 8…/1982
και στο περίγραμμα της πυρκαγιάς της 21ης -24ης Αυγούστου 2009. Με τα δεδομένα
αυτά κρίθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας ότι είναι ενδεχόμενο το νεώτερο
αυτό στοιχείο να κλονίσει αναδρομικώς την αιτιολογία της ανάκλησης της
οικοδομικής άδειας που αμφισβητήθηκε με την αίτηση ακυρώσεως, ότι δηλαδή η
οικοδομή του αιτούντος βρίσκεται εντός αναδασωτέας έκτασης. Κατόπιν τούτων, το
Δικαστήριο, με την ως άνω, αναβλητική απόφαση, έκρινε ότι έπρεπε να αναβληθεί η
έκδοση οριστικής απόφασης, προκειμένου εντός διμήνου από την κοινοποίηση της
απόφασης αυτής: α) να εντοπισθεί από τη Διοίκηση η ιδιοκτησία του αιτούντος επί
του σχεδιαγράμματος αμφοτέρων των αναδασώσεων (ετών 1982 και 2010), β) να
αποσαφηνισθεί αν η επίμαχη έκταση εμπίπτει στα 78.377,59 στρέμματα για τα οποία
εκδόθηκαν αποφάσεις αναδάσωσης, μεταξύ των οποίων και η υπ’ αριθμ. 8…/22.3.1982
απόφαση Νομάρχη Ανατολικής Αττικής, ή στην έκταση των 6.624,154 στρεμμάτων που
αναφέρονται στην από 16.11.2009 εισηγητική έκθεση του Τμήματος Δασοπροστασίας
του Δασαρχείου Πεντέλης και ειδικότερα στο τμήμα αυτής που αποτυπώνεται με
κόκκινη γραμμή, με την οποία εμφανίζονται τα όρια οικισμών προϋφιστάμενων του
1923 στις περιοχές Αγίου Στεφάνου και Άνοιξης, όπως αυτά καθορίσθηκαν με τις
30628/…/1976 απόφαση του Νομάρχη Αττικής και γ) να διευκρινισθεί από τη
Διοίκηση το καθεστώς της έκτασης του αιτούντος μετά την κήρυξη της αναδάσωσης
του έτους 2010. Κατόπιν τούτων διατάχθηκε η κοινοποίηση της αναβλητικής
απόφασης στους διαδίκους και ορίσθηκε νέα δικάσιμος ενώπιον του Ε΄ Τμήματος του
Συμβουλίου της Επικρατείας η 16η Ιανουαρίου 2019. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία
του φακέλου, μετά την κοινοποίηση στους διαδίκους της αναβλητικής απόφασης,
απεστάλησαν προς το Δικαστήριο τα εξής έγγραφα: 1) το με αριθμ. πρωτ. 5340/10…/18/7.1.2019
του Δασαρχείου Πεντέλης, 2) τα με αριθμ. πρωτ. 1547/25…/12.3.2019, 1978/37…/
10.4.2019 έγγραφα του ιδίου Δασαρχείου. Το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων
συνεκτιμήθηκε από το Δικαστήριο, όπως προκύπτει από την οριστική επί της
εφέσεως απόφαση 1140/2020, το οποίο δέχθηκε ότι, βάσει των εγγράφων αυτών,
προκύπτει ότι η έκταση του Ο.Τ 306 εμπίπτει εξ ολοκλήρου εντός των ορίων της
νομαρχιακής απόφασης 8…/1982, ότι έχει κηρυχθεί αναδασωτέα με αυτήν και ότι η
έκταση αυτή δεν επλήγη από την πυρκαγιά της 21ης – 24ης Αυγούστου 2009, για την
οποία εκδόθηκε η απόφαση 2…/2010 του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής,
αλλά είναι εκτός των ορίων αυτής και, ως εκ τούτου, δεν καταλαμβάνεται από τις
ρυθμίσεις της νεώτερης αυτής απόφασης, η οποία, εξάλλου, δεν εμπεριέχει καθ’
οιονδήποτε τρόπο ανάκληση της νομαρχιακής απόφασης 8…/1982 ή άλλων
προγενέστερων αποφάσεων αναδάσωσης. Εξάλλου, σύμφωνα με το σκεπτικό της
απόφασης 1140/2020 του Συμβουλίου της Επικρατείας, δεν προκύπτει από τα πιο
πάνω έγγραφα ούτε αποδεικνύεται από άλλα στοιχεία του φακέλου ότι κάποιες από
τις εκτάσεις που είχαν κηρυχθεί αναδασωτέες με την απόφαση 8…/1982 της
Νομαρχίας Αττικής (στην οποία υπάγεται η ιδιοκτησία του αιτούντος) κάηκαν μεν
εκ νέου κατά την πυρκαγιά της 21ης –24ης Αυγούστου 2009, αλλά, επειδή
διαπιστώθηκε ότι περιλαμβάνονταν εντός των ορίων του οικισμού του Αγίου
Στεφάνου, δεν επανακηρύχθηκαν αναδασωτέες με την απόφαση 244/25.1.2010 του
Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής. Με τα δεδομένα αυτά κρίθηκε ότι η πράξη
αναδάσωσης 8…/1982 της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής, η οποία καταλαμβάνει και
το Ο.Τ 306, ουδόλως επηρεάζεται από τις ρυθμίσεις της νεώτερης απόφασης 2…/25.1.2010
του Γενικού Γραμματέα Αττικής. Κατόπιν τούτων, το Δικαστήριο προχώρησε στην
εξέταση των λοιπών λόγων εφέσεως, του οποίους απέρριψε, όπως προκύπτει από το
σκεπτικό της οριστικής απόφασης 1140/2020, κατ’ επίκληση της υφιστάμενης
νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως προς τα τιθέμενα με τους λόγους
αυτούς νομικά ζητήματα, αλλά και αφού έλαβε υπόψη το περιεχόμενο των
προαναφερθέντων εγγράφων του Δασαρχείου Πεντέλης που εστάλησαν στο Δικαστήριο
κατόπιν της αναβλητικής απόφασης 2085/2018, με τα οποία διευκρινίσθηκε ότι η
επίδικη έκταση περιλαμβάνεται εξ ολοκλήρου εντός της κηρυχθείσας με την απόφαση
8…/1982, ως αναδασωτέας, έκτασης.
Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου (βλ.
ιδίως το με αριθ. πρωτ Γ. 7…/21 έγγραφο του Ε΄ Τμήματος του Συμβουλίου της
Επικρατείας προς το Γραφείο Νομικού Συμβούλου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και
Ενέργειας), σε συνδυασμό με τα τηρούμενα στην ηλεκτρονική βάση του Δικαστηρίου
στοιχεία, το δικόγραφο της έφεσης του αιτούντος κατατέθηκε στη γραμματεία του
Διοικητικού Εφετείου Αθηνών στις 8.6.2010 και περιήλθε στο Συμβούλιο της
Επικρατείας στις 24.6.2010. Η συζήτηση της υπόθεσης προσδιορίσθηκε ενώπιον της
πενταμελούς σύνθεσης του Ε΄ Τμήματος του Δικαστηρίου, αρχικώς για τη δικάσιμο
στις 4.4.2012. Η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε διαδοχικά αυτεπαγγέλτως στις
ακόλουθες δικασίμους: 12.12.2012, 22.5.2013, 15.1.2014, 28.5.2014, 10.12.2014,
6.5.2015, 14.10.2015, 10.2.2016. Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο η συζήτηση
της υπόθεσης αναβλήθηκε εκ νέου λόγω της αποχής δικηγόρων για την δικάσιμο στις
25.5.2016, οπότε αναβλήθηκε για τον ίδιο λόγο, για την δικάσιμο στις 7.12.2016.
Εν συνεχεία, συζήτηση αναβλήθηκε διαδοχικά, αυτεπαγγέλτως, για τη δικάσιμο στις
1.2.2017, στις 15.3.2017 και στις 22.3.2017, οπότε η υπόθεση συζητήθηκε. Στις
10.10.2018 δημοσιεύθηκε η 2085/2018 αναβλητική απόφαση του Συμβουλίου της
Επικρατείας, κατόπιν δύο διασκέψεων που έλαβαν χώρα στις 9 Μαΐου 2017 και στις
25 Απριλίου 2018. Με την απόφαση αυτή ορίσθηκε νέα δικάσιμος ενώπιον του Ε΄
Τμήματος του Δικαστηρίου η 16η Ιανουαρίου 2019, κατά την οποία η εκδίκαση
αναβλήθηκε εκ νέου αυτεπαγγέλτως για τη δικάσιμο της 17ης Απριλίου 2019, οπότε
και συζητήθηκε. Η διάσκεψη πραγματοποιήθηκε στις 24.4.2019, ενώ η 1140/2020
απόφαση επί της εφέσεως δημοσιεύθηκε στις 3.6.2020.
Επειδή, η χρονική περίοδος που πρέπει να ληφθεί υπόψη,
προκειμένου να κριθεί αν συντρέχει ή όχι υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της
δίκης στην κρινόμενη περίπτωση, άρχισε στις 8.6.2010 με την κατάθεση της έφεσης
του αιτούντος στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών και έληξε στις 3.6.2020, με τη
δημοσίευση της 1140/2020 απορριπτικής απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας,
όπως το καταληκτικό σημείο της διαδικασίας προσδιορίζεται, καθ’ ερμηνεία του
δικογράφου, από τον ίδιο τον αιτούντα (ΣτΕ μον. 123/2022, 1/2022, 2107/2021,
735/2021, 532/2021). Σε κάθε πάντως περίπτωση, το επιπλέον χρονικό διάστημα που
απαιτήθηκε για την καθαρογραφή και θεώρηση της απόφασης αυτής, εντός του
Σεπτεμβρίου του 2020, όπως διηγηματικά αναφέρεται στην αίτηση, δεν ασκεί καμία
επιρροή, δεδομένου ότι η η εν λόγω απόφαση, ως απορριπτική της έφεσης του
αιτούντος, δεν έθετε ζήτημα εκτέλεσης ούτε απαιτούσε τη λήψη συγκεκριμένων
μέτρων (ΣτΕ μον. 123/2022, 1/2022, 2107/2021, 2639/2020). Ενόψει αυτών, η όλη διαδικασία
ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας διήρκεσε εννέα (9) έτη, έντεκα (11)
μήνες και είκοσι έξι (26) ημέρες.
Επειδή, όσον αφορά στα κατά το άρθρο 57 παρ. 1 του ν.
4055/2012 κριτήρια, από τα προεκτεθέντα περιστατικά και το σύνολο των στοιχείων
του φακέλου δεν προκύπτει ότι ο αιτών ή η Διοίκηση συνέβαλαν με τη
συμπεριφορά τους στην καθυστέρηση εκδικάσεως της υπόθεσης, δεδομένου ότι οι
αναβολές συζήτησης της υπόθεσης, εκτός από δύο, δόθηκαν από το Δικαστήριο
αυτεπαγγέλτως. Εξάλλου, οι δύο αναβολές εκδίκασης της υπόθεσης λόγω αποχής
των δικηγόρων, οι οποίες προκάλεσαν συνολική καθυστέρηση εννέα (9) μηνών και
είκοσι επτά (27) ημερών, δεν επιβράδυναν σημαντικά τη διαδικασία, λαμβανομένου
υπόψη του συνολικού χρόνου εκδίκασης της υπόθεσης και του χρόνου που διέδραμε
πριν και μετά τις αναβολές αυτές (πρβλ ΣτΕ μον. 2507/2021, 1015/2021,
2991/2020, 2639/2020, ΕΔΔΑ Τερζής κατά Ελλάδας της 29.1.2004 σκ. 27, 29).
Εξάλλου, δεν ασκεί επιρροή στην διάρκεια της όλης διαδικασίας το γεγονός ότι
απεστάλησαν στο Δικαστήριο, μετά την ορισθείσα με την αναβλητική απόφαση
2085/2018, δικάσιμο της 16ης Ιανουαρίου 2019, τα έγγραφα του Δασαρχείου με
αριθμό πρωτ. 1547/25…/12.3.2019 και 1978/37…/10.4.2019, τα οποία συνεκτίμησε το
Δικαστήριο για τη διαμόρφωση της κρίσης του, όπως προκύπτει από την απόφαση
1140/2020, δεδομένου ότι και στην περίπτωση αυτή, λαμβάνεται υπόψη ο συνολικός
χρόνος εκδίκασης της υπόθεσης, καθώς και ο διαδραμών από την κατάθεση της
έφεσης χρόνος. Περαιτέρω, ως προς το κριτήριο της πολυπλοκότητας της υπόθεσης, τα
τιθέμενα με τους λόγους εφέσεως νομικά ζητήματα ήταν πράγματι ευκρινώς
οριοθετημένα και υπήρχε ως προς αυτά σχετική νομολογία, όπως βασίμως
προβάλλεται, στην οποία άλλωστε γίνεται παραπομπή με την απόφαση 1040/2020 του
Συμβουλίου της Επικρατείας. Όμως, από όσα εκτίθενται σε προηγούμενες σκέψεις,
προκύπτει ότι το πραγματικό της υπόθεσης παρουσίαζε ιδιαιτερότητες, κατέστη δε
περίπλοκο μετά την δημοσίευση της προσβληθείσας με έφεση απόφασης 2389/2009 του
Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την έκδοση της απόφασης αναδάσωσης 2…/25.1.2010
του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, εξαιτίας της οποίας δημιουργήθηκαν
αμφιβολίες ως προς την ακριβή θέση και το καθεστώς της επίμαχης εκτάσεως και
συνακόλουθα ως προς τη νομιμότητα της προσβληθείσας με αίτηση ακυρώσεως ανακλητικής
πράξεως της οικοδομικής άδειας. Τούτο οδήγησε στην έκδοση αναβλητικής απόφασης,
μετά από δύο διασκέψεις, προκειμένου να δοθούν διευκρινίσεις και στοιχεία, ως
προς την ακριβή θέση της επίμαχης ιδιοκτησίας και τη σχέση αυτής με τις
αναδασώσεις που κηρύχθηκαν με τις αποφάσεις 8…/1982 και 2…/2010. Η αποσαφήνιση
δε των ζητημάτων αυτών, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασης, ήταν
κρίσιμη για την επίλυση της διαφοράς συνολικά, η οποία, κατά τα ανωτέρω,
εμφάνιζε έναν βαθμό δυσκολίας. Όσον αφορά στο διακύβευμα της υπόθεσης, για τον
αιτούντα, προβάλλεται ότι αυτό ήταν σημαντικό, καθώς, όπως αναφέρεται στην
κρινόμενη αίτηση, επί δέκα έτη, δηλαδή για το διάστημα που διήρκεσε η
διαδικασία ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, παρέμεινε σε αμφιβολία ως προς
τη νομιμότητα της οικοδομικής του άδειας, ενώ δεν κατέστη δυνατή η εκδίκαση της
από 16/4/2010 αγωγής αποζημίωσης που είχε ασκήσει ο αιτών ενώπιον του
Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αττικής για
την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από την ανάκληση της οικοδομικής άδειας,
άλλως από τη μη έγκαιρη εξέταση εκ μέρους τους Διοικήσεως της συνδρομής των
νομίμων προϋποθέσεων για την έκδοση της εν λόγω οικοδομικής άδειας και την
διάψευση της εμπιστοσύνης του. Τελικώς επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε, κατόπιν
σειράς αναβολών που χορηγήθηκαν σε αναμονή εκδόσεως της αποφάσεως του
Συμβουλίου της Επικρατείας, η υπ’ αριθμ. απόφαση 13363/2019 του Τριμελούς
Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ανεστάλη η πρόοδος της δίκης
ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού έως τη δημοσίευση οριστικής απόφασης του
Συμβουλίου της Επικρατείας επί της από 3.6.2010 εφέσεως του αιτούντος. Ενόψει
της αβεβαιότητάς του ως προς τη νομιμότητα της άδειας και της μη εκδικάσεως της
αγωγής αποζημίωσης, ο αιτών προβάλλει ότι, κατά την διάρκεια των δέκα περίπου
ετών που διήρκεσε η διαδικασία ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, δεν
κατάφερε να ολοκληρώσει την κατοικία του και να κατοικήσει σε αυτήν ούτε να την
πουλήσει ή να τη μισθώσει. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί περί αδυναμίας ολοκληρώσεως
της κατοικίας και αξιοποιήσεως αυτής πρέπει να απορριφθούν, καθ’ ο μέρος
συνδέονται με την πρόοδο της δίκης επί της ασκηθείσας αγωγής αποζημίωσης
ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου. Εξάλλου η αδυναμία αποπεράτωσης και
αξιοποίησης της κατοικίας δε συνδέεται αιτιωδώς με την καθυστέρηση εκδίκασης
της υπόθεσης από το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο εξέδωσε απορριπτική επί
της εφέσεως απόφαση, αλλά με την ανάκληση της οικοδομικής άδειας για λόγους
νομιμότητας, η οποία, πάντως, κρίθηκε νόμιμη σε πρώτο βαθμό από το Διοικητικό
Εφετείο. Όσον αφορά στον ισχυρισμό του αιτούντος ότι το διακύβευμα της
υπόθεσης ήταν για αυτόν σημαντικό λόγω της καθυστέρησης εκδίκασης της
ασκηθείσας από αυτόν, από 16.4.2010 αγωγής αποζημίωσης, πρέπει να απορριφθεί.
Και τούτο, διότι, ανεξαρτήτως του ότι ο συνολικός χρόνος εκδίκασης της ανωτέρω
αγωγής ενδέχεται να οφείλεται σε άλλους λόγους που αφορούν αποκλειστικά στη
διαδικασία ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου, οι οποίοι όμως δεν δύνανται να
εξετασθούν στο πλαίσιο της παρούσας δίκης, πάντως , η απόφαση περί της
αναστολής προόδου της δίκης επί της αγωγής αποζημίωσης ανάγεται στην κρίση του
αρμόδιου δικαστηρίου, εν προκειμένω του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, επί τη
βάσει των προϋποθέσεων του άρθρου 3 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν.
2717/1999, Α΄97), δεν αποτελεί δε αυτόθροη συνέπεια της καθυστέρησης της
διαδικασίας ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Eπειδή, με τα δεδομένα αυτά και κατ’ εκτίμηση του συνόλου
των περιστάσεων της υπόθεσης, με βάση τα προαναφερθέντα νόμιμα κριτήρια, το
Δικαστήριο κρίνει ότι το χρονικό διάστημα που διήρκεσε η εκδίκαση της
προκείμενης υπόθεσης δεν ικανοποιεί τις απαιτήσεις της «εύλογης διάρκειας» της
δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 57 του ν. 4055/2012, ούτε, άλλωστε, τις απαιτήσεις
της «λογικής προθεσμίας», κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. Η
κατά τα ανωτέρω καθυστέρηση εκδίκασης της υπόθεσης ενώπιον του Συμβουλίου της
Επικρατείας προκάλεσε ηθική βλάβη στον αιτούντα, όπως βασίμως προβάλλεται, η
οποία συνίσταται στην αβεβαιότητα και την αγωνία για την έκβαση της υπόθεσής
του, για την αποκατάσταση της οποίας παρίσταται δικαιολογημένη η επιδίκαση σε
αυτόν εύλογου χρηματικού ποσού ως δίκαιη ικανοποίησή του. Το προβαλλόμενο
δε αίτημα να καταβληθεί το εν λόγω ποσό στον αιτούντα «πλέον οποιουδήποτε φόρου
μπορεί να επιβληθεί επί του ποσού αυτού» εκτός από αόριστο, δεν βρίσκει έρεισμα
στις εφαρμοστέες εν προκειμένω διατάξεις των άρθρων 53 – 58 του ν. 4055/2012
και επομένως, πρέπει για τους λόγους αυτούς να απορριφθεί (ΣτΕ μον. 1918/2014,
213/2014).
Επειδή, η θέσπιση με το ν. 4055/2012 ειδικού ένδικου
βοηθήματος για τη δίκαιη ικανοποίηση των διαδίκων, λόγω υπέρβασης της εύλογης
διάρκειας διοικητικής δίκης, δικαιολογεί την επιδίκαση στον αιτούντα ποσού
μειωμένου σε σχέση με εκείνο που θα επιδίκαζε το ΕΔΔΑ, εάν η υπόθεση είχε αχθεί
ενώπιόν του, εφόσον το ποσό που θα επιδικασθεί δεν θα είναι πολύ κατώτερο ενός
ευλόγου ορίου (“unreasonable”), θα στοιχεί προς τη νομική παράδοση και το
βιοτικό επίπεδο (“standard living”) της Χώρας και η απόφαση θα εκτελεσθεί
αμέσως (βλ. απόφαση ΕΔΔΑ της 19.10.2004 Dubjakova κατά Σλοβακίας και της
29.3.2006 Scordino κατά Ιταλίας). Στο πλαίσιο αυτό, συνεκτιμάται η προκύπτουσα
από τα διαθέσιμα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής πτώση του βιοτικού
επιπέδου στην Ελλάδα κατά τα τελευταία έτη, η οποία συνδέεται με τον σοβαρότατο
κλονισμό της δημοσιονομικής ισορροπίας του Ελληνικού Κράτους λόγω εκτινάξεως
του δημοσίου ελλείμματος και του δημοσίου χρέους σε πρωτοφανή επίπεδα και η
οποία αντικατοπτρίζεται στην οικονομική ύφεση και μείωση του ακαθαρίστου
εγχωρίου προϊόντος (βλ. ενδεικτικώς ΣτΕ μονομ.123/2022, 2507/2021, 1015/2021,
2991/2020). Με τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο, συνεκτιμώντας το σύνολο των
περιστάσεων της υπόθεσης, κρίνει, κατά μερική αποδοχή της κρινόμενης αίτησης,
ότι πρέπει να επιδικασθεί στον αιτούντα ως δίκαιη ικανοποίηση για ηθική βλάβη
το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων (4.000) ευρώ.
Επειδή, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 57 παρ. 3
εδ. Α΄ του ν. 4055/2012, σε περίπτωση μερικής αποδοχής της αίτησης για δίκαιη
ικανοποίηση, η δικαστική δαπάνη συμψηφίζεται μεταξύ των διαδίκων (ΣτΕ μον.
532/2021,271/2021, 230-1/2020). Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, πρέπει να
συμψηφισθεί η δικαστική δαπάνη του αιτούντος, του οποίου γίνεται εν μέρει δεκτή
η κρινόμενη αίτηση, και του Δημοσίου. Τέλος, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να
αποδοθεί στον αιτούντα το καταβληθέν παράβολο (ΣτΕ 532/2021, 271/2021).
Δ ι ά τ α ύ τ α
Δέχεται εν μέρει την αίτηση.
Υποχρεώνει το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στον αιτούντα το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων (4.000) ευρώ.
