Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

30 Οκτωβρίου 2020

ΔΙΚΑΣΤΗΣ: ΕΔΔΑ: Καταδίκη για ανθρωποκτονία εξ αμελείας και π...





ΔΙΚΑΣΤΗΣ: ΕΔΔΑ: Καταδίκη για ανθρωποκτονία εξ αμελείας και π...:   Η καταδίκη για ανθρωποκτονία εξ αμελείας δεν παραβίασε την αρχή ne bis in idem επειδή προγενέστερα υπήρξε καταδί...

17 Δεκεμβρίου 2018

Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΤΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

Αριθμός 2615/2018 ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Δεκεμβρίου 2018, με την εξής σύνθεση: Αικ. Σακελλαροπούλου, Πρόεδρος, Δ. Σκαλτσούνης, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, Ι. Μαντζουράνης, Αικ. Χριστοφορίδου(εισηγήτρια), Δ. Αλεξανδρής, Π. Ευστρατίου, Γ. Ποταμιάς, Ε. Αντωνόπουλος, Γ. Τσιμέκας, Π. Καρλή, Μ. Παπαδοπούλου, Ά. Καλογεροπούλου, Ό. Ζύγουρα, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Κουσούλης, Θ. Αραβάνης, Τ. Κόμβου, Π. Μπραΐμη, Α.-Μ. Παπαδημητρίου, Χρ. Ντουχάνης, Δ. Εμμανουηλίδης, Ό. Παπαδοπούλου, Μ. Σωτηροπούλου, Ι. Σύμπλης, Α. Γαλενιανού-Χαλκιαδάκη, Α. Μίντζια, Χρ. Σιταρά, Σύμβουλοι, Σ. Κωνσταντίνου, Δ. Τομαράς, Π. Χαλιούλιας, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Ι. Σύμπλης και Α. Γαλενιανού-Χαλκιαδάκη, καθώς και ο Πάρεδρος Δ. Τομαράς μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008 


 ΠΕΡΙΛΗΨΗ : . οι προσβαλλόμενη πράξεις( η από 17 Ιουνίου 2018 συμφωνία των Πρέσπων καο η 16.10.2018 αποφάση του Υπουργού Εξωτερικών «Συγκρότηση του Ελληνικού Τμήματος της Μεικτής Διεπιστημονικής Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων (ΜΔΕΕ) Ελλάδας-πΓΔΜ για ιστορικά, αρχαιολογικά και εκπαιδευτικά θέματα») είναι πράξεις διαχειρίσεως της πολιτικής εξουσίας στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής και συνδέονται ευθέως με τη διαχείριση των διεθνών σχέσεων της Χώρας. Ως εκ τούτου, έχουν κυβερνητικό χαρακτήρα, μη υποκείμενες στον ακυρωτικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 45 παρ. 5 του π.δ. 18/1989 


 Δικηγόροι: Ειρήνη Μαρούπα ,Χρήστος Παπασωτηρίου ,Ευσταθία Τσαούση ΝΣΚ, Γεωργία Παπαδάκη ΝΣΚ,

. …………………. Με την αίτηση αυτή οι αιτούσες επιδιώκουν να ακυρωθεί η από 17.6.2018 διοικητική πράξη υπογραφής από τον Υπουργό Εξωτερικών της «Τελικής Συμφωνίας για την επίλυση των διαφορών οι οποίες περιγράφονται στις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών 817 (1993) και 845 (1993), τη λήξη της Ενδιάμεσης Συμφωνίας του 1995 και την εδραίωση Στρατηγικής Εταιρικής Σχέσης μεταξύ των μερών» και κάθε άλλη, αμέσως ή εμμέσως, συναφής προγενέστερη ή μεταγενέστερη πράξη ή παράλειψη, καθώς και πράξη εκτελέσεως. ……. 

3. Επειδή, η αόριστη ως άνω μνεία στο δικόγραφο της κρινόμενης αιτήσεως ως συμπροσβαλλόμενης και «κάθε άλλης, αμέσως ή εμμέσως, συναφούς προγενεστέρας ή μεταγενεστέρας πράξεως ή παραλείψεως, καθώς και πράξεως εκτελέσεως» δεν υποχρεώνει το Δικαστήριο να ερευνήσει την υπόθεση από την άποψη αυτή, ενώ η προσβολή με το δικόγραφο πρόσθετων λόγων της από 16.10.2018 αποφάσεως του Υπουργού Εξωτερικών «Συγκρότηση του Ελληνικού Τμήματος της Μεικτής Διεπιστημονικής Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων (ΜΔΕΕ) Ελλάδας-πΓΔΜ για ιστορικά, αρχαιολογικά και εκπαιδευτικά θέματα» είναι απαράδεκτη, προεχόντως λόγω ανεπίτρεπτης διεύρυνσης του αντικειμένου της δίκης. Τούτο δε, ανεξαρτήτως αν αυτή αποτελεί ή όχι πράξη συναφή με τις αρχικώς προσβαλλόμενες (ΣτΕ 1164, 1166/2018 Ολ.).

 4. Επειδή, οι αιτούντες …. δεν νομιμοποίησαν τον υπογράφοντα το δικόγραφο δικηγόρο … συνεπώς, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. 5. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, μετά τη διάλυση της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας, η πρώην Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας ζήτησε να ενταχθεί στον ΟΗΕ ως «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Από την ελληνική κυβέρνηση εκφράσθηκαν αντιρρήσεις σχετικά με την ονομασία αυτή. Με την απόφαση 817 (1993) του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, αφού ελήφθη υπόψη η διαφωνία που προέκυψε σε σχέση με το όνομα του υπό ένταξη κράτους, προτάθηκε στη Γενική Συνέλευση να γίνει αποδεκτή η αίτηση ένταξης στα Ηνωμένα Έθνη του εν λόγω κράτους, αναφερομένου προσωρινά και για όλους τους σκοπούς εντός του ΟΗΕ ως «Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας» [πΓΔΜ], μέχρι την οριστική διευθέτηση του ζητήματος της ονομασίας. Με την απόφαση 845 (1993), το Συμβούλιο Ασφαλείας προέτρεψε τις δύο πλευρές να συνεχίσουν τις προσπάθειές τους για ταχεία διευθέτηση του ζητήματος. Στο πλαίσιο αυτό, στις 13 Σεπτεμβρίου 1995 υπεγράφη στη Νέα Υόρκη από τους Υπουργούς Εξωτερικών των δύο κρατών Ενδιάμεση Συμφωνία, η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 13 Οκτωβρίου του ίδιου έτους, σύμφωνα με το άρθρο 23 αυτής. Με τη συμφωνία αυτή επιβεβαιώθηκαν τα υπάρχοντα διεθνή σύνορα μεταξύ των δύο κρατών ως διαρκή και απαραβίαστα (άρθρο 2), απαγορεύθηκε η χρήση του συμβόλου του ήλιου της Βεργίνας στη σημαία της πΓΔΜ (άρθρο 7 παρ. 2, σε συνδυασμό με την συνημμένη στο κείμενο της συμφωνίας από 13 Σεπτεμβρίου 1995 επιστολή του Υπουργού Εξωτερικών της Ελλάδας), συμφωνήθηκε η συνέχιση των διαπραγματεύσεων σχετικά με την ονομασία του κράτους της πΓΔΜ (άρθρο 5) και ανέλαβε η Ελληνική Δημοκρατία να μην αντιταχθεί σε αίτηση εισδοχής ή στη συμμετοχή της πΓΔΜ ως μέλους σε διεθνείς, πολυμερείς και περιφερειακούς οργανισμούς και θεσμούς στους οποίους η Ελληνική Δημοκρατία είναι μέλος, εκτός εάν -και στο μέτρο που- η πΓΔΜ πρόκειται να αναφέρεται στους οργανισμούς αυτούς με άλλο όνομα από το ορισθέν στην 817 (1993) απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ (άρθρο 11 παρ. 1). Τέλος, τα μέρη συμφώνησαν ότι η εξελισσόμενη οικονομική ανάπτυξη της πΓΔΜ θα πρέπει να υποστηριχθεί μέσω της διεθνούς συνεργασίας, όσο το δυνατόν περισσότερο μέσω στενής σχέσης της πΓΔΜ με τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο και την Ευρωπαϊκή Ένωση (άρθρο 11 παρ. 2). Στη σύνοδο κορυφής του Οργανισμού της Συνθήκης του Βόρειου Ατλαντικού (ΝΑΤΟ) στις 2 και 3 Απριλίου 2008 στο Βουκουρέστι, η Ελληνική Κυβέρνηση δεν συναίνεσε στην υποψηφιότητα της πΓΔΜ, γεγονός που κρίθηκε αντίθετο προς το άρθρο 11 παρ. 1 της Ενδιάμεσης Συμφωνίας από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (απόφαση της 5.12.2011). 6. Επειδή, στις 17 Ιουνίου 2018 υπεγράφη στις Πρέσπες από τους Υπουργούς Εξωτερικών των δύο κρατών κείμενο «Τελική[ς] Συμφωνία[ς] για την επίλυση των διαφορών οι οποίες περιγράφονται στις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών 817 (1993) και 845 (1993), τη λήξη της Ενδιάμεσης Συμφωνίας του 1995 και την εδραίωση στρατηγικής εταιρικής σχέσης μεταξύ των μερών». Με τη συμφωνία αυτή ορίζεται ως επίσημο όνομα του δεύτερου μέρους το όνομα «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας», εν συντομία δε «Βόρεια Μακεδονία», ως ιθαγένεια η «Μακεδονική/πολίτης της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας» και ως γλώσσα η «Μακεδονική Γλώσσα» (άρθρο 1 παρ. 3), επιβεβαιώνεται δε το υφιστάμενο κοινό σύνορο ως ισχυρό και απαραβίαστο διεθνές σύνορο (άρθρο 3). Για τη θέση σε ισχύ της συμφωνίας, αποφασίστηκε να ακολουθηθούν ορισμένα στάδια, πρώτα από το δεύτερο μέρος (κύρωση της συμφωνίας από το κοινοβούλιο, ενημέρωση της Ελληνικής Δημοκρατίας, δημοψήφισμα, εφόσον τούτο αποφασιστεί, συνταγματικές τροποποιήσεις μέχρι το τέλος του 2018, ενημέρωση της Ελληνικής Δημοκρατίας επί όλων των ανωτέρω) και στη συνέχεια από την Ελληνική Δημοκρατία (κύρωση της συμφωνίας) [άρθρο 1 παρ. 

4]. Τα μέρη μετά την ολοκλήρωση των εσωτερικών τους διαδικασιών οφείλουν να ενημερώσουν σχετικά το ένα το άλλο γραπτώς εντός δύο εβδομάδων (άρθρο 20 παρ. 3). Η συμφωνία τίθεται σε ισχύ κατά την ημερομηνία λήψεως της τελευταίας γνωστοποίησης από το οικείο μέρος (άρθρο 20 παρ. 3). Στο άρθρο 20 παρ. 4 προβλέπονται τα εξής: Το άρθρο 8 παρ. 5 θα εφαρμόζεται προσωρινά, ενόσω εκκρεμεί η θέση σε ισχύ της παρούσας Συμφωνίας. Εάν η Συμφωνία δεν τεθεί σε ισχύ, αυτή, στο σύνολό της και ως προς τις διατάξεις της ξεχωριστά, δεν θα έχει περαιτέρω ισχύ ή εφαρμογή, προσωρινή ή άλλη, και δεν θα δεσμεύει οποιοδήποτε από τα μέρη με οποιονδήποτε τρόπο. Στο εν λόγω άρθρο 8 παρ. 5 προβλέπεται η συγκρότηση Κοινής Διεπιστημονικής Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων προκειμένου να εξεταστούν και να αναθεωρηθούν, εφόσον θεωρηθεί κατάλληλο, σχολικά εγχειρίδια και βοηθητικό σχολικό υλικό. Τέλος, αναφορικά με τις διαδικασίες ένταξης του δεύτερου μέρους στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ, η Ελληνική Δημοκρατία ανέλαβε, με τη λήψη της γνωστοποίησης της κύρωσης της συμφωνίας από το κοινοβούλιο του δεύτερου μέρους, να γνωστοποιήσει αφενός στον Πρόεδρο του Συμβουλίου της ΕΕ αφετέρου στον Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ ότι υποστηρίζει την έναρξη ενταξιακών στην ΕΕ διαπραγματεύσεων και την πρόσκληση ένταξης του δεύτερου μέρους στο ΝΑΤΟ, αντίστοιχα, επιφυλασσόμενη να φέρει προς κύρωση το Πρωτόκολλο για την ένταξη του δεύτερου μέρους στο ΝΑΤΟ μετά την ολοκλήρωση και των συνταγματικών τροποποιήσεων στο Σύνταγμα του δεύτερου μέρους (άρθρο 2 παρ. 4). 

 7. Επειδή, υπό τα δεδομένα αυτά, οι προσβαλλόμενες πράξεις συνιστούν καθεαυτές πράξεις διαχειρίσεως της πολιτικής εξουσίας στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής και συνδέονται ευθέως με τη διαχείριση των διεθνών σχέσεων της Χώρας. Ως εκ τούτου, έχουν κυβερνητικό χαρακτήρα, μη υποκείμενες στον ακυρωτικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 45 παρ. 5 του π.δ. 18/1989. Η κατά τα ανωτέρω δε μη υπαγωγή των κυβερνητικών πράξεων σε δικαστικό έλεγχο, που αφορά σε ελάχιστες κατηγορίες πράξεων, προσδιοριζόμενες, άλλωστε, εκάστοτε από το ίδιο το δικαστήριο, δεν τελεί υπό την αρνητική προϋπόθεση της ελλείψεως αντανακλαστικών συνεπειών από την εφαρμογή των πράξεων αυτών στην άσκηση ατομικών δικαιωμάτων. Οι πράξεις αυτές μπορούν να έχουν, όπως κάθε πράξη, επίπτωση σε συνταγματικώς προστατευόμενα ατομικά δικαιώματα ή σε πολιτικά δικαιώματα. Η μη υπαγωγή τους σε δικαστικό έλεγχο υπαγορεύεται και δικαιολογείται μόνον από τη φύση τους, δεν συναρτάται δε με τις τυχόν επιπτώσεις και συνέπειές τους και δεν συνδέεται με την βαρύτητα καθεμιάς απ’ αυτές. Εξ άλλου, η μη υπαγωγή των πράξεων αυτών σε ευθύ ακυρωτικό έλεγχο ούτε συνεπάγεται την αποδέσμευση του οργάνου που τις εκδίδει από την υποχρέωση τηρήσεως των οικείων συνταγματικών διατάξεων ούτε αποκλείει την ανόρθωση ενδεχόμενων δυσμενών επιπτώσεών τους σε ιδιώτες κατά τρόπους και διαδικασίες που, κατά περίπτωση, προβλέπονται από την έννομη τάξη. Έχει απλώς την έννοια ότι, για τους προεκτεθέντες λόγους, οι πράξεις αυτές δεν υπόκεινται στον συγκεκριμένο έλεγχο. Το γεγονός δε της, υπό τις ως άνω συνθήκες, αδυναμίας ακυρωτικού ελέγχου των εν λόγω πράξεων δεν προσκρούει στις διατάξεις που κατοχυρώνουν το δικαίωμα πλήρους και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, δεδομένου ότι το δικαίωμα αυτό δεν είναι απόλυτο, αλλά υπόκειται και σε περιορισμούς, μεταξύ των οποίων και οι εν προκειμένω κρίσιμοι, δηλαδή εκείνοι που δικαιολογούνται από τον νόμιμο σκοπό του σεβασμού των κανόνων του διεθνούς δικαίου [ΣτΕ 22/2007 Ολ. σκ. 6, 3669/2006 Ολ. σκ. 6, 1209/2014 σκ. 5-6, 1393-5/2004, ΕΔΔΑ (Μείζων Σύνθεση) απόφαση της 14.12.2006, Markovic και άλλοι κατά Ιταλίας, αριθμός προσφυγής 1398/03, ΕΔΔΑ απόφαση επί του παραδεκτού – décision – της 16.4.2009, Βλαστός κατά Ελλάδας, αριθμός προσφυγής 28803/07, απόφασή του επί του παραδεκτού - décision – της 12.12.2002, Καλογεροπούλου και λοιποί κατά Ελλάδας (αριθμός προσφυγής 59021/00)]. Συνεπώς, τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα ως προς τη φύση των προσβαλλόμενων πράξεων, καθώς και ως προς την αντισυνταγματικότητα της διατάξεως του άρθρου 45 παρ. 5 του π.δ. 18/1989 και την αντίθεσή της προς το άρθρο 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Κατά τη γνώμη όμως του Συμβούλου Γ. Ποταμιά, η έννοια των κυβερνητικών πράξεων αποτελούσε κατάλοιπο του πρώιμου σταδίου του δικαστικού ελέγχου της διοικητικής δράσεως και συνεπαγόμενη αδυναμία του ακυρωτικού δικαστού να ελέγξει τη συμφωνία ορισμένου εμπειρικώς διαμορφωμένου καταλόγου διοικητικών πράξεων προς τον νόμο και το Σύνταγμα δεν δύναται να θεωρηθεί υφιστάμενη υπό την πλήρη ισχύ του συνταγματικού κράτους δικαίου θεμέλιο του οποίου είναι η αρχή της νομιμότητας της διοικήσεως και ο ακυρωτικός έλεγχος των πράξεών της. Τούτο άλλωστε προκύπτει και εκ του συνδυασμού των συνταγματικών διατάξεων των άρθρων 20 παρ. 1, 82 παρ. 1, 87 παρ. 2 και 95 παρ. 1 του Συντάγματος, επί τη βάσει των οποίων δεν καταλείπεται στη διοίκηση στάδιο αυθαιρέτου δράσεως ούτε παρέχεται στον δικαστή ευχέρεια όπως, αυτοπεριοριζόμενος, απέχει του ελέγχου πράξεων, τις οποίες ήθελε χαρακτηρίσει κυβερνητικές. Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη πράξη αποτελεί μία συμφωνία που υπεγράφη από τους Υπουργούς Εξωτερικών των δύο κρατών σχετικά με την Τελική Συμφωνία για την επίλυση των διαφορών, οι οποίες περιγράφονται στις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών για τη λήξη της Ενδιάμεσης Συμφωνίας του 1995. Όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 1 παρ. 2 της Συμφωνίας τα μέρη αναγνωρίζουν ως δεσμευτικό το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων που διεξήχθησαν υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών. Σε συνέχεια αυτών των διαπραγματεύσεων έχουν γίνει αμοιβαίως αποδεκτά και συμφωνήθηκαν, μεταξύ άλλων, α) ότι το επίσημο όνομα του δευτέρου μέρους θα είναι «Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας» και θα χρησιμοποιείται erga omnes, β) η ιθαγένεια του δευτέρου μέρους θα είναι «μακεδονική/πολίτης της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας», γ) η επίσημη γλώσσα του δευτέρου μέρους θα είναι η «μακεδονική γλώσσα». Περαιτέρω, στο άρθρο 2 παρ. 4 γίνεται αναφορά στις διαδικασίες ενσωμάτωσης του δευτέρου μέρους στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στον Οργανισμό Βορειοατλαντικού Συμφώνου (ΝΑΤΟ). Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της Συμφωνίας της 17 Ιουνίου 2018 τα μέρη θέλησαν μέσω αυτής και πριν κυρωθεί με νόμο από την ελληνική Βουλή να έχει έννομες συνέπειες τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Εν όψει του περιεχομένου της επίδικης συμφωνίας, σύμφωνα με το άρθρο 18 της Συνθήκης της Βιέννης (ν.δ. 402/1974, ΦΕΚ Α΄ 141), με τις δεσμεύσεις που αναλήφθηκαν με την επίδικη συμφωνία όλα τα όργανα της ελληνικής πολιτείας οφείλουν να απέχουν από ενέργειες οι οποίες αντιβαίνουν στο περιεχόμενο της συμφωνίας. Με τα ως άνω δεδομένα, η προσβαλλόμενη πράξη υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο ως εκτελεστή διοικητική πράξη κατ’ άρθρα 20 παρ. 1 και 95 παρ. 1 του Συντάγματος και άρθρο 45 παρ. 1 του π.δ. 18/1989. 8. Επειδή, κατόπιν τούτου, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση. ΣΗΜΕΙΩΣΗ : Όμοια και 2616/2018 Απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ.-

05 Σεπτεμβρίου 2017

ΕΔΔΑ,ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ,ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ

εδδα: παρακολούθηση του επαγγελματικού λογαριασμού email του εργαζομένου από τον εργοδότη


Το ΕΔΔΑ με απόφαση του Τμήματος Ευρείας Σύνθεσης έκρινε ότι η παρακολούθηση του επαγγελματικού λογαριασμού email του εργαζομένου από τον εργοδότη, η οποία οδήγησε σε απόλυση του πρώτου, λόγω χρήσης του email και για προσωπική επικοινωνία με τον αδερφό του και την αρραβωνιαστικιά του, παρά τη σχετική ρητή απαγόρευση από τον εσωτερικό κανονισμό της εταιρίας, προσέβαλε το δικαίωμα του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και αλληλογραφίας. (υπόθεση Bărbulescu v. Romania, αρ. 61496/08 Τμήμα Ευρείας Σύνθεσης, 5.09.2017)
Αντίθετα το Τμήμα (12-01-2016) είχε κρίνει ότι «δεν είναι παράλογο ο εργοδότης να θέλει να εξακριβώσει αν οι εργαζόμενοι ολοκληρώνουν τα επαγγελματικά τους καθήκοντα κατά τη διάρκεια των ωρών εργασίας».



31 Μαρτίου 2017

ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΕΚΤΕΛΕΣΕΩΣ: ΣΥΝΕΧΙΣΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΙΟΥ





ΠΕΡΙΛΗΨΗ : ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΕΚΤΕΛΕΣΕΩΣ: ΣΥΝΕΧΙΣΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΙΟΥ
Αριθμός 43/2017

Η Επιτροπή Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας

(άρθρο 52 του π.δ/τος 18/1989, όπως ισχύει)

___________________
Συνεδρίασε σε συμβούλιο στις 17 Μαρτίου 2017, με την εξής σύνθεση: Ν. Μαρκουλάκης, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Δ΄ Τμήματος, που είχε κώλυμα, Ο. Παπαδοπούλου, Σύμβουλος, Δ. Μαυροπόδη, Πάρεδρος. Ως Γραμματέας έλαβε μέρος η Ι. Παπαχαραλάμπους.
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναστολή εκτελέσεως της υπ' αριθμ. …… αποφάσεως του Αντιπεριφερειάρχη της Περιφερειακής Ενότητας …..της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων, με την οποία ανακλήθηκαν οι άδειες ιδρύσεως και λειτουργίας του φαρμακείου του αιτούντος. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αιτών είχε ασκήσει αίτηση ακυρώσεως, η οποία απερρίφθη με την …..απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πατρών, κατ’ αυτής δε άσκησε ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας έφεση, δικάσιμος της οποίας έχει ορισθεί η ……..

3. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Με τις υπ’ αριθμ. ….. και ….. αποφάσεις του Νομάρχη…… χορηγήθηκαν στον αιτούντα άδειες ιδρύσεως και λειτουργίας φαρμακείου στο ……. Με την με αρ. πρωτ. …… αίτησή του προς την Περιφερειακή Ενότητα ……. ο αιτών, ο οποίος είχε ήδη συμπληρώσει το 70ο έτος της ηλικίας του, ζήτησε την παράταση λειτουργίας του φαρμακείου του, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 11 παρ. 6 του ν. 5607/1932 (Α΄ 300), ως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, μέχρι να λάβει ο υιός του, τελειόφοιτος του Τμήματος Φαρμακευτικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, το πτυχίο και την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος του φαρμακοποιού. Επί του αιτήματος αυτού δεν υπήρξε απάντηση, με την δε υπ’ αριθμ…… απόφαση του Αντιπεριφερειάρχη της Περιφερειακής Ενότητας ……..ανακλήθηκαν λόγω υπέρβασης του ορίου ηλικίας οι προαναφερθείσες άδειες ιδρύσεως και λειτουργίας του ως άνω φαρμακείου. Κατά της αποφάσεως αυτής, καθώς και της σιωπηρής απορρίψεως της αιτήσεως παράτασης, ο αιτών άσκησε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου…., με την οποία προέβαλε ότι το όριο ηλικίας είχε καταργηθεί με το άρθρο 36 του ν. 3918/2011 (Α΄ 31) και, επικουρικώς, ότι οι ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 6 του ν. 5607/1932, που επέτρεπαν την παράταση λειτουργίας φαρμακείου φαρμακοποιού με τέκνο που σπουδάζει σε φαρμακευτική σχολή, εφαρμόζονται και μετά τη θέσπιση με το άρθρο 11 παρ. 3 του ν. 2956/2001 του 70ου έτους ως ορίου ηλικίας των φαρμακοποιών. Με την 99/2012 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου …… έγινε δεκτή αίτηση αναστολής του αιτούντος κατά της αποφάσεως περί ανακλήσεως των αδειών ιδρύσεως και λειτουργίας του φαρμακείου του και διατάχθηκε ως ασφαλιστικό μέτρο η συνέχιση λειτουργίας αυτού μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αιτήσεως ακυρώσεως. Με την υπ’ αριθμ. ….. απόφασή του το ως άνω δικαστήριο απέρριψε την αίτηση ακυρώσεως, κατά της αποφάσεως δε αυτής ο αιτών έχει ασκήσει έφεση, η οποία ήδη εκκρεμεί, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην δεύτερη σκέψη. Εν τω μεταξύ, ο υιός του αιτούντος, μετά τη λήψη του πτυχίου του και της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος του φαρμακοποιού, με τη με αρ. πρωτ. ……. αίτησή του ζήτησε άδεια ιδρύσεως φαρμακείου στον Δήμο Αργοστολίου μετά συστεγάσεως με το φαρμακείο του πατέρα του, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 12 παρ. 6 του ν. 5607/1932, η οποία απερρίφθη με την υπ’ αριθμ. ……. απόφαση του Αντιπεριφερειάρχη της Περιφερειακής Ενότητας ……ς της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων. Αίτηση ακυρώσεως κατά της απορρίψεως του αιτήματος αυτού απερρίφθη με την …… απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πατρών, κατά της οποίας έχει ασκηθεί έφεση με ορισθείσα δικάσιμο την …….
4. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση ο αιτών προβάλλει ότι η άμεση εκτέλεση της αποφάσεως περί ανακλήσεως των αδειών ιδρύσεως και λειτουργίας θα του επιφέρει δυσχερώς επανορθώσιμη βλάβη, η οποία συνίσταται στη διακοπή λειτουργίας του φαρμακείου και την, εντεύθεν, αδυναμία του να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις προς τους προμηθευτές, αλλά και να καλύψει τις στοιχειώδεις βιοτικές ανάγκες του ιδίου και της οικογένειάς του, δεδομένου μάλιστα ότι και ο υιός του, μετά τη λήψη της άδειας άσκησης επαγγέλματος, εργάζεται στο ίδιο φαρμακείο, το οποίο αποτελεί τη βασική πηγή εσόδων τους.

5. Επειδή, η Επιτροπή Αναστολών, συνεκτιμώντας αφ’ ενός την δυσχερώς επανορθώσιμη βλάβη που θα υποστεί ο αιτών από τη διακοπή λειτουργίας του επί μακρό χρονικό διάστημα λειτουργούντος φαρμακείου του και αφ’ ετέρου τη σύντομη δικάσιμο που έχει ορισθεί για την εκδίκαση της εφέσεως ……. η οποία δεν είναι προδήλως απαράδεκτη ή αβάσιμη, κρίνει ότι πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να διαταχθεί ως κατάλληλο ασφαλιστικό μέτρο η συνέχιση λειτουργίας του εν λόγω φαρμακείου μέχρι να δημοσιευθεί η απόφαση επί της ασκηθείσης εφέσεως, εφ’ όσον, άλλωστε, ούτε η Διοίκηση επικαλείται λόγους δημοσίου συμφέροντος ούτε από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τέτοιοι λόγοι που θα επέβαλλαν την άμεση εκτέλεση της αποφάσεως περί ανακλήσεως των αδειών ιδρύσεως και λειτουργίας του φαρμακείου του αιτούντος (πρβλ. Ε.Α. 284/2009, 701/2010, 956/2010, 167/2016).
Δέχεται την κρινόμενη αίτηση.
Διατάσσει ως κατάλληλο ασφαλιστικό μέτρο τη συνέχιση λειτουργίας του φαρμακείου του αιτούντος.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου.
Επιβάλλει στην καθ’ ης Περιφέρεια Ιονίων Νήσων τη δικαστική δαπάνη του αιτούντος, η οποία ανέρχεται στο ποσό των ……. ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2017 και εκδόθηκε στις 23 του ίδιου μήνα και έτους.


08 Ιανουαρίου 2017

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ, Δικαστικοί Λειτουργοί– Άδεια ανατροφής τέκνου –




Αριθμός 2511/2016
ΜΕ  ΣΧΟΛΙΟ 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
 ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Δικαστικοί Λειτουργοί– Άδεια ανατροφής τέκνου 

………
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή η αιτούσα, Πρωτοδίκης Διοικητικών Δικαστηρίων, ζητεί να ακυρωθεί η * πράξη της Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Στρατηγικού Σχεδιασμού, Οργάνωσης και Λειτουργίας Δικαιοσύνης του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με την οποία απορρίφθηκε αίτημά της να της χορηγηθεί άδεια εννέα μηνών, με αποδοχές, για την ανατροφή του τέκνου της.

3. Επειδή, στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 του Συντάγματος ορίζεται ότι «Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου». Περαιτέρω, στις παραγράφους 1 και 5 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το Ψήφισμα της 6.4.2001 της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζονται τα εξής: «1. Η οικογένεια ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους, καθώς και ο γάμος, η μητρότητα και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του Κράτους. 2. … 5. Ο σχεδιασμός και η εφαρμογή δημογραφικής πολιτικής, καθώς και η λήψη των αναγκαίων μέτρων αποτελεί υποχρέωση του Κράτους». Τέλος, στην παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το ως άνω Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζονται τα εξής: «Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. … Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας».

4. Επειδή, η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως διαμορφώθηκε με τη Συνθήκη της Λισαβόνας της 13.12.2007, η οποία κυρώθηκε με το ν. 3671/2008 (Α΄ 129) και ισχύει από 1.12.2009 (βλ. ενοποιημένη απόδοση της Συνθήκης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2010/C 83/01), ορίζει στο άρθρο 6 (πρώην άρθρο 6 Συνθήκης Ε.Ε.) ότι: «Η Ένωση αναγνωρίζει τα δικαιώματα, τις ελευθερίες και τις αρχές που περιέχονται στο Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης … ο οποίος έχει το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες». Περαιτέρω, στο άρθρο 20 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2010/C 83/02) ορίζεται ότι: «Όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι έναντι του νόμου». Στο άρθρο 24 του ίδιου Χάρτη ορίζεται ότι: «1. Τα παιδιά έχουν δικαίωμα στην προστασία και τη φροντίδα που απαιτούνται για την καλή διαβίωσή τους. … 2. Σε όλες τις πράξεις που αφορούν τα παιδιά, είτε επιχειρούνται από δημόσιες αρχές είτε από ιδιωτικούς οργανισμούς, πρωταρχική σημασία πρέπει να δίνεται στο υπέρτατο συμφέρον του παιδιού. 3. …». Τέλος, στο άρθρο 33 του ίδιου ως άνω Χάρτη ορίζεται ότι: «1. Εξασφαλίζεται η νομική, οικονομική και κοινωνική προστασία της οικογένειας. 2. Κάθε πρόσωπο, προκειμένου να μπορεί να συνδυάζει την οικογενειακή με την επαγγελματική ζωή του, έχει … δικαίωμα αμειβόμενης άδειας μητρότητας και γονικής άδειας μετά τη γέννηση ή την υιοθεσία παιδιού».

5. Επειδή, με τα άρθρα 48 έως 54 του ν. 4075/2012 (Α΄ 89) ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο η οδηγία 2010/18/ΕΕ του Συμβουλίου της 8ης Μαρτίου 2010 (EE L 68 της 18.3.2010), σχετικά με την εφαρμογή της αναθεωρημένης συμφωνίας - πλαίσιο για τη γονική άδεια, που συνήφθη από τις οργανώσεις BUSINESSEUROPE, UEAPME, CEEP και ETUC και την κατάργηση της οδηγίας 96/34/ΕΚ. Στο άρθρο 49 του νόμου αυτού (ρήτρα 1 της συμφωνίας - πλαίσιο Παράρτημα της οδηγίας) ορίζονται τα εξής: «Πεδίο εφαρμογής. 1. … 2. (όπως η παρ. αυτή τροποποιήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 39 του ν. 4144/2013, Α΄ 88) Οι διατάξεις των άρθρων 48 έως 54 του παρόντος Κεφαλαίου εφαρμόζονται σε όλους τους εργαζόμενους γονείς, φυσικούς, θετούς ή ανάδοχους, που απασχολούνται στον ιδιωτικό, το δημόσιο τομέα, τα Ν.Π.Δ.Δ., τους Ο.Τ.Α. και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, …, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας ή μορφή απασχόλησης, … 3.…». Ακολούθως, στο άρθρο 50 (ρήτρες 2 έως 4 της συμφωνίας - πλαίσιο Παράρτημα της οδηγίας) ορίζονται τα εξής: «Γονική άδεια ανατροφής - Δικαιούχοι. Όροι και προϋποθέσεις. 1. Ο εργαζόμενος γονέας έχει δικαίωμα γονικής άδειας ανατροφής του παιδιού μέχρις ότου συμπληρώσει την ηλικία των έξι (6) ετών, … 2. … 3. Η γονική άδεια ανατροφής είναι άνευ αποδοχών, χορηγείται εγγράφως για περίοδο τουλάχιστον τεσσάρων (4) μηνών και αποτελεί ατομικό δικαίωμα κάθε γονέα, χωρίς δυνατότητα μεταβίβασης. 4. … 8. …». Περαιτέρω, στο άρθρο 54 (ρήτρα 8 της συμφωνίας - πλαίσιο Παράρτημα της Οδηγίας) ορίζονται τα εξής: «Τελικές διατάξεις. 1. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη που ρυθμίζει δυσμενέστερα τα θέματα του παρόντος, καθώς και οι διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του ν. 1483/1984 (Α΄ 153) και του άρθρου 25 του ν. 2639/1998 (Α΄ 205). 2. Δεν θίγονται με τον παρόντα νόμο ειδικές διατάξεις νόμων, διαταγμάτων, κανονισμών, Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, Διαιτητικών Αποφάσεων ή συμφωνιών εργοδοτών και εργαζομένων που ρυθμίζουν ευνοϊκότερα θέματα γονικής άδειας ανατροφής παιδιών. 3. … 4. …». Παρόμοιες διατάξεις περιείχε και η παρ. 1 του άρθρου 5 του προηγούμενου ν. 1483/1984 (Α΄ 153), όπως η παράγραφος αυτή είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 25 του ν. 2639/1998 (Α΄ 205), προκειμένου να μεταφερθούν στην ελληνική έννομη τάξη οι διατάξεις της προηγούμενης οδηγίας 96/34/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 1996, σχετικά με τη συμφωνία - πλαίσιο για τη γονική άδεια, που είχε συναφθεί από την UNICE, τη CEEP και τη CES, (EE L 145 της 19.6.1996), όπως η οδηγία αυτή είχε τροποποιηθεί με την οδηγία 97/75/ΕΚ του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997 (EE L 10 της 16.1.1998) και η οποία καταργήθηκε από 8.3.2012 με το άρθρο 4 της οδηγίας 2010/18/ΕΕ. Κατά τη ρήτρα 2 της συμφωνίας - πλαίσιο του Παραρτήματος Α της οδηγίας 96/34/ΕΚ, «παρέχεται ατομικό δικαίωμα γονικής άδειας στους εργαζόμενους άνδρες και γυναίκες, λόγω γέννησης ή υιοθεσίας παιδιού, ώστε να μπορέσουν να ασχοληθούν με το παιδί αυτό τουλάχιστον επί τρεις μήνες», κατά την παρ. 1 δε του άρθρου 5 του ν. 1483/1984, όπως το άρθρο αυτό είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 25 του ν. 2639/1998, «Ο γονέας που έχει τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 1 και έχει συμπληρώσει ένα (1) χρόνο εργασίας στον ίδιο εργοδότη δικαιούται να λάβει γονική άδεια ανατροφής του παιδιού, στο χρονικό διάστημα από τη λήξη της άδειας μητρότητας μέχρις ότου το παιδί συμπληρώσει ηλικία τριών και μισό (3 ½) ετών. Η άδεια αυτή είναι χωρίς αποδοχές, η διάρκειά της μπορεί να φθάσει τους τρεις και μισό (3 ½) μήνες για κάθε γονέα και δίνεται από τον εργοδότη, με βάση τη σειρά προτεραιότητας των απασχολούμενων στην επιχείρηση για κάθε ημερολογιακό έτος. Οι ρυθμίσεις της παρούσας παραγράφου ισχύουν και για τους απασχολούμενους στο Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ. και τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης. …».

6. Επειδή, εξάλλου, κατά την παράγραφο 20 του άρθρου 44 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 1756/1988 (Α΄ 35), «Η δικαστική λειτουργός που κυοφορεί έχει δικαίωμα άδειας πριν και μετά τον τοκετό, κατά τις διατάξεις που ισχύουν για τους πολιτικούς διοικητικούς υπαλλήλους του κράτους». Με την απόφαση 3216/2003 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι η διάταξη αυτή, ερμηνευόμενη ενόψει του άρθρου 21 του Συντάγματος που θέτει τη μητρότητα και την παιδική ηλικία υπό την προστασία του κράτους και αποσκοπεί στην αντιμετώπιση του οξυμένου δημογραφικού προβλήματος της Χώρας, έχει την έννοια ότι παραπέμπει στις εκάστοτε ισχύουσες για τους δημοσίους υπαλλήλους διατάξεις, οι οποίες προβλέπουν όχι μόνο τις άδειες μητρότητας (κύησης και λοχείας, βλ. και άρθρο 105 του προϊσχύσαντος Υπαλληλικού Κώδικα - π.δ. 611/1977, Α΄ 198), αλλά και κάθε άλλη άδεια που αποβλέπει στην προστασία της μητρότητας και της παιδικής ηλικίας. Περαιτέρω, με την ανωτέρω απόφαση κρίθηκε ότι η ερμηνεία αυτή επιβάλλεται και από το γεγονός ότι ο έλληνας νομοθέτης δεν έχει προβλέψει ειδικά ρυθμίσεις για την ανατροφή των τέκνων των δικαστικών λειτουργών που προσιδιάζουν στις συνθήκες άσκησης του λειτουργήματός τους, όπως έχει θεσπίσει για τις περισσότερες κατηγορίες δημοσίων υπαλλήλων, σε εκπλήρωση της υποχρέωσης η οποία απορρέει τόσο από το άρθρο 21 του Συντάγματος όσο και από την αρχή του κοινοτικού δικαίου περί συμφιλιώσεως της οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής, που εκφράζεται και με τις διατάξεις της οδηγίας 96/34/ΕΚ του Συμβουλίου, με τις οποίες προβλέπεται η χορήγηση γονικής άδειας σε όλους τους εργαζόμενους. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η ανωτέρω διάταξη του Κώδικα, ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα των ανωτέρω διατάξεων του Συντάγματος και του κοινοτικού δικαίου, έπρεπε να θεωρηθεί ότι παρέπεμπε όχι μόνο στη διάταξη του άρθρου 52 παρ. 1 του τότε ισχύοντος Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 2683/1999, Α΄ 19), που προέβλεπε άδεια μητρότητας δύο μήνες πριν και τρεις μήνες μετά τον τοκετό, αλλά και στη διάταξη του άρθρου 53 παρ. 2 αυτού, που προέβλεπε δικαίωμα εννεάμηνης ειδικής άδειας με αποδοχές για ανατροφή τέκνου, κατά το μέρος που ήταν εφικτή η εφαρμογή της στις μητέρες δικαστικές λειτουργούς. Λίγους μήνες πριν από τη δημοσίευση της απόφασης αυτής της Ολομέλειας του Δικαστηρίου (στις 7.11.2003), με την παρ. 2 του άρθρου 58 του ν. 3160/2003 (Α΄ 165) είχε προστεθεί στο άρθρο 44 του πιο πάνω Κώδικα η εξής παράγραφος 22: «Οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν. 1483/1984, όπως αντικαταστάθηκαν από τις διατάξεις του άρθρου 25 του ν. 2639/1998, ισχύουν και για τους δικαστικούς λειτουργούς».

7. Επειδή, μετά την προαναφερόμενη απόφαση 3216/2003 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας δημοσιεύθηκε ο ν. 3258/2004 (Α΄ 144), με το άρθρο 1 του οποίου θεσπίστηκαν ειδικές διατάξεις για τη χορήγηση άδειας ανατροφής τέκνου με αποδοχές στις δικαστικές λειτουργούς. Ειδικότερα, με το άρθρο αυτό προστέθηκαν στο άρθρο 44 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών μετά την παράγραφο 20 οι παράγραφοι 21 και 22 με το εξής περιεχόμενο: «21. Στη μητέρα δικαστικό λειτουργό χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και ύστερα από αίτησή της, άδεια εννέα (9) μηνών με αποδοχές για ανατροφή παιδιού. Η ημερομηνία έναρξής της ορίζεται: α) … 22. Στις Ειρηνοδίκες και Πταισματοδίκες η άδεια της προηγούμενης παραγράφου χορηγείται: 1) …». Κατόπιν αυτού, με το ίδιο άρθρο 1 του ν. 3258/2004 οι παράγραφοι 21 και 22 αριθμήθηκαν ως παράγραφοι 23 και 24 του άρθρου 44 του ανωτέρω Κώδικα. Όπως κρίθηκε (Σ.τ.Ε. 1113/2014 7μελούς, 794/2014, 845/2013 7μελούς, 3331/2013, 4519/2012 7μελούς), μετά τη θέσπιση, με το άρθρο 1 του ν. 3258/2004, της χορήγησης και στις δικαστικές λειτουργούς της άδειας ανατροφής τέκνου, με αποδοχές, πρέπει να θεωρηθεί ότι, κατά την έννοια της παρ. 20 του άρθρου 44 του Κώδικα, είναι πλέον συμπληρωματικώς, κατά παραπομπή, εφαρμοστέες, και εφόσον προσιδιάζει η εφαρμογή τους και στους δικαστικούς λειτουργούς, οι λοιπές σχετικές διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντος Υπαλληλικού Κώδικα, οι οποίες ρυθμίζουν συναφή με τη χορήγηση της γονικής άδειας θέματα, για τα οποία δεν υπάρχει ρύθμιση στις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 3258/2004. Μεταξύ των διατάξεων αυτών κρίθηκε (Σ.τ.Ε. 1113/2014 7μελούς) ότι περιλαμβάνεται και η διάταξη του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 53 του ισχύοντος Υπαλληλικού Κώδικα (ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3528/2007, Α΄ 26). Σύμφωνα δε με τη διάταξη αυτή «Αν η σύζυγος του υπαλλήλου δεν εργάζεται ή δεν ασκεί οποιοδήποτε επάγγελμα, ο σύζυγος δεν δικαιούται να κάνει χρήση των διευκολύνσεων της παραγράφου 2 [που προβλέπει μείωση του χρόνου εργασίας του γονέα υπαλλήλου ή δικαίωμα εννέα μήνες άδειας με αποδοχές για ανατροφή παιδιού, αν δεν κάνει χρήση του μειωμένου ωραρίου], εκτός αν λόγω σοβαρής πάθησης ή βλάβης κριθεί ανίκανη να αντιμετωπίζει τις ανάγκες ανατροφής του παιδιού, σύμφωνα με βεβαίωση της Δευτεροβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής στην αρμοδιότητα της οποίας υπάγεται ο υπάλληλος».

8. Επειδή, μεταγενεστέρως, δημοσιεύθηκε ο ν. 4055/2012 (Α΄ 51) με έναρξη ισχύος στις 2.4.2012. Με το άρθρο 89 του νόμου αυτού όπως αναφέρεται στην οικεία αιτιολογική έκθεση, «αναπροσαρμόζονται και στοιχούνται προς τις διατάξεις που ισχύουν για τους πολιτικούς διοικητικούς υπαλλήλους του Κράτους οι διατάξεις που αναφέρονται στην άδεια πριν και μετά τον τοκετό, καθώς και της άδειας για ανατροφή παιδιού». Συγκεκριμένα, με το άρθρο αυτό επήλθαν, μεταξύ άλλων οι εξής τροποποιήσεις στο άρθρο 44 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών: η παρ. 21 του άρθρου αυτού του Κώδικα αντικαταστάθηκε ως εξής: «Στο γονέα δικαστικό λειτουργό χορηγείται, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και ύστερα από αίτησή του, άδεια πέντε (5) μηνών με αποδοχές για ανατροφή παιδιού. Η ημερομηνία έναρξης ορίζεται: α) …». Η διάταξη όμως αυτή δεν επηρεάζει την κρινόμενη περίπτωση, αφού κατά τον κρίσιμο χρόνο της απόρριψης του αιτήματος της αιτούσας η παρ. 21 του άρθρου 44 του Κώδικα είχε ήδη αντικατασταθεί με το άρθρο 8 παρ. 1.Α. του ν. 4239/2014 (Α΄ 43), το οποίο ορίζει ότι: «Στο γονέα δικαστικό λειτουργό χορηγείται, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και ύστερα από αίτησή του, άδεια εννέα (9) μηνών με αποδοχές για ανατροφή τέκνου. …». Επίσης, με το άρθρο 89 του προαναφερθέντος νόμου (4055/2012) προστέθηκε στο άρθρο 44 του Κώδικα παράγραφος με αριθμό 24, η οποία έχει ως εξής: «Αν ο σύζυγος δικαστικού λειτουργού δεν εργάζεται ή δεν ασκεί οποιοδήποτε επάγγελμα, ο δικαστικός λειτουργός δεν δικαιούται να κάνει χρήση της άδειας ανατροφής παιδιού, εκτός αν λόγω σοβαρής πάθησης ή βλάβης κριθεί ο σύζυγος του δικαστικού λειτουργού ανίκανος να αντιμετωπίζει τις ανάγκες ανατροφής του παιδιού, σύμφωνα με βεβαίωση της Δευτεροβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής στην αρμοδιότητα της οποίας υπάγεται ο δικαστικός λειτουργός».

9. Επειδή, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την απόφαση της 16ης Ιουλίου 2015 (C-222/14, Κωνσταντίνος Μαϊστρέλλης), η οποία εκδόθηκε, κατά το άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), επί προδικαστικού ερωτήματος που υπέβαλε στο Δικαστήριο το Συμβούλιο της Επικρατείας με την προαναφερόμενη 1113/2014 απόφαση της επταμελούς σύνθεσης του Γ΄ Τμήματος [ως προς την ερμηνεία των οδηγιών 96/34/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 1996, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/75/ΕΚ του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997, καθώς και 2006/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2006 (EE L 204)] ενόψει της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 44 παρ. 20 και 21 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών και 53 παρ. 3 εδάφιο τρίτο του Υπαλληλικού Κώδικα, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης κατά την εκδίκαση συναφούς με την ένδικη υπόθεση αίτησης ακυρώσεως, αποφάνθηκε ως εξής: «τόσο από το γράμμα της συμφωνίας - πλαίσιο όσο και από τους σκοπούς και το πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται συνάγεται ότι καθένας από τους γονείς έχει δικαίωμα γονικής αδείας, στοιχείο που συνεπάγεται ότι τα κράτη μέλη δεν δύνανται να θεσπίζουν ρύθμιση βάσει της οποίας ο πατέρας δημόσιος υπάλληλος στερείται του δικαιώματος τέτοιας αδείας σε περίπτωση κατά την οποία η σύζυγός του δεν εργάζεται ή δεν ασκεί κανένα επάγγελμα» (σκέψη 41) και, συνεπώς, «αντιβαίνει στις διατάξεις της οδηγίας 96/34/ΕΚ, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/75/ΕΚ εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει ότι δημόσιος υπάλληλος δεν έχει δικαίωμα γονικής αδείας σε περίπτωση κατά την οποία η σύζυγός του δεν εργάζεται ή δεν ασκεί οποιοδήποτε επάγγελμα, εκτός αν, λόγω σοβαρής πάθησης ή βλάβης, κριθεί ανίκανη να αντιμετωπίσει τις ανάγκες ανατροφής του παιδιού». Εξάλλου, μετά την κίνηση της διαδικασίας παράβασης κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας και προτού δημοσιευθεί η ανωτέρω απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 4210/2013 (Α΄ 254) καταργήθηκε η διάταξη του τρίτου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 53 του Υπαλληλικού Κώδικα, όχι όμως και η συναφής διάταξη της παρ. 24 του άρθρου 44 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 89 του ν. 4055/2012.
10. Επειδή, από το άρθρο 21 του Συντάγματος, που αποσκοπεί στην αντιμετώπιση του οξυμένου δημογραφικού προβλήματος της χώρας και θέτει τη μητρότητα και την παιδική ηλικία υπό την προστασία του κράτους, απορρέει υποχρέωση του κοινού νομοθέτη να θεσπίζει ρυθμίσεις για τη χορήγηση άδειας με σκοπό την ανατροφή των τέκνων των εργαζομένων, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και οι δικαστικοί λειτουργοί. Η υποχρέωση αυτή απορρέει, επίσης, από το άρθρο 33 παρ. 2 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποτελεί δε αρχή του ενωσιακού δικαίου περί συμφιλιώσεως της οικογενειακής και της επαγγελματικής ζωής, η οποία εκφράσθηκε αρχικά με τις διατάξεις της οδηγίας 96/34/ΕΚ του Συμβουλίου και ήδη με τις διατάξεις της οδηγίας 2010/18/ΕΕ του Συμβουλίου. Προς εκπλήρωση αυτής της συνταγματικής και ενωσιακής επιταγής ο νομοθέτης διαθέτει ευρεία ευχέρεια ως προς τον καθορισμό των προϋποθέσεων χορήγησης της άδειας ανατροφής τέκνου, της χρονικής διάρκειάς της, με μόνη δέσμευση το ελάχιστο όριο των τεσσάρων μηνών που θέτει η οδηγία 2010/18/ΕΕ, καθώς και του τρόπου χορήγησής της (βλ. Σ.τ.Ε. Ολομ. 3590 - 3591/2013).
11. Επειδή, το θέμα της χορήγησης στους δικαστικούς λειτουργούς άδειας ανατροφής τέκνου με αποδοχές συνδέθηκε από το νομοθέτη με τις ισχύουσες κάθε φορά ρυθμίσεις για τους δημοσίους πολιτικούς υπαλλήλους. Συγκεκριμένα, όπως έχει εκτεθεί, μετά την απόφαση 3216/2003 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο νομοθέτης καθιέρωσε ειδικές ρυθμίσεις, με το ν. 3258/2004, για την άδεια ανατροφής τέκνου με αποδοχές στις μητέρες δικαστικές λειτουργούς, και, αφού έλαβε υπόψη τη φύση των καθηκόντων και τις ιδιαίτερες συνθήκες άσκησης του δικαστικού λειτουργήματος, όρισε την ίδια χρονική διάρκεια με αυτήν που προβλέπει ο Υπαλληλικός Κώδικας για τους δημοσίους υπαλλήλους, δηλαδή εννέα μήνες (βλ. άρθρο 1 του ν. 3258/2004 και ήδη άρθρο 8 παρ. 1.Α. του ν. 4239/2014), κατ’ επίκληση της συνταγματικής επιταγής του άρθρου 21 για την προστασία της μητρότητας, προκειμένου να αντιμετωπισθεί το οξύ δημογραφικό πρόβλημα της Χώρας. Τούτο, μάλιστα, έθεσε ο νομοθέτης παραλλήλως προς τις διατάξεις των άρθρου 25 του προγενέστερου νόμου 2639/1998 (οδηγία 96/34/ΕΚ) (βλ. και άρθρο 58 παρ. 2 του ν. 3160/2003) και ήδη προς τις διατάξεις των άρθρων 48 έως 54 του νεότερου νόμου 4075/2012 (οδηγία 2010/18/ΕΕ) σχετικά με την παροχή σε κάθε γονέα ατομικού και αμεταβίβαστου δικαιώματος γονικής άδειας ανατροφής χωρίς αποδοχές. Λαμβάνοντας δε υπόψη ο νομοθέτης την ανάγκη ομαλής λειτουργίας των δικαστηρίων καθώς και τις ιδιαίτερες συνθήκες άσκησης του δικαστικού λειτουργήματος, εισήγαγε διαφορετική ρύθμιση για τις δικαστικές λειτουργούς, σε σχέση με τις γυναίκες δημοσίους υπαλλήλους, μόνο ως προς τον χρόνο έναρξης της άδειας ανατροφής τέκνου με αποδοχές, για τον οποίο όρισε ότι πρέπει να προσδιορίζεται το συντομότερο δυνατόν, ήτοι εντός δύο μηνών από το πέρας της άδειας κυοφορίας. Η τελευταία αυτή ρύθμιση επαναλαμβάνεται, κατά βάση, στις διατάξεις των άρθρων 89 του ν. 4055/2012 και 8 παρ. 1.Α. του ν. 4239/2014, τόσο για τη μητέρα όσο και για τον πατέρα δικαστικό λειτουργό, δικαιολογείται δε από τους προεκτεθέντες λόγους δημοσίου συμφέροντος (πρβ. Σ.τ.Ε. 3590 - 3591/2013 Ολομ.). Περαιτέρω, ο νομοθέτης με τις διατάξεις του άρθρου 89 του ν. 4055/2012, συστοίχως προς τις ρυθμίσεις που ισχύουν για τους πολιτικούς διοικητικούς υπαλλήλους του Κράτους σχετικά με την άδεια για ανατροφή τέκνου, εισήγαγε και στον Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, μεταξύ άλλων, ρύθμιση (παρ. 24 του άρθρου 44) παρόμοια με εκείνη του τρίτου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 53 του Υπαλληλικού Κώδικα. Ακολούθως όμως, ο νομοθέτης με την παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 4210/2013 (Α΄ 254) κατάργησε μόνο τη διάταξη αυτή του Υπαλληλικού Κώδικα, ενώ δεν έθιξε, με οποιοδήποτε τρόπο, τη συναφή διάταξη της παρ. 24 του άρθρου 44 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, με την οποία καταργήθηκε για ορισμένη κατηγορία δικαιούχων γονέων και συγκεκριμένα, για τους γονείς δικαστικούς λειτουργούς των οποίων οι σύζυγοι δεν εργάζονται ή δεν ασκούν οποιοδήποτε επάγγελμα, το δικαίωμα άδειας ανατροφής τέκνου με αποδοχές. Εξάλλου, στις προπαρασκευαστικές εργασίες του ν. 4055/2012 δεν γίνεται επίκληση λόγων δημοσίου συμφέροντος σχετικά με προβλήματα εύρυθμης λειτουργίας κατά την απονομή της δικαιοσύνης, οι οποίοι θα δικαιολογούσαν τη μη χορήγηση άδειας ανατροφής τέκνου με αποδοχές στη συγκεκριμένη κατηγορία δικαστικών λειτουργών (πρβ. Σ.τ.Ε. 3590 - 3591/2013 Ολομ.). Επομένως, η επίμαχη διάταξη της παρ. 24 του άρθρου 44 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 89 του ν. 4055/2012, αντίκειται στο άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος.

12. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, με την από 10.10.2014 αίτησή της προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (με αριθ. πρωτ.: *), η αιτούσα, Πρωτοδίκης Διοικητικών Δικαστηρίων, ζήτησε, κατ’ εφαρμογή των παρ. 21 και 22 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 1756/1988), όπως το άρθρο αυτό είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 1 του ν. 3258/2004, σε συνδυασμό με το άρθρο 53 παρ. 2 του προϊσχύσαντος Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 2683/1999, Α΄ 19), να της χορηγηθεί άδεια εννέα μηνών, με αποδοχές, για την ανατροφή του τέκνου της, που είχε γεννηθεί στις **. Με το */έγγραφο της Αναπληρώτριας Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Λειτουργίας Δικαστηρίων και Δικαστικών Λειτουργών κλήθηκε η αιτούσα να υποβάλει δικαιολογητικά ως προς το σύζυγό της και συγκεκριμένα, αν αυτός ασκούσε ιδιωτική εργασία ή ήταν δημόσιος υπάλληλος. Στη συνέχεια, μετά την υποβολή των δικαιολογητικών αυτών, με την προσβαλλόμενη *./17.11.2014 πράξη η Προϊσταμένη της Διεύθυνσης Στρατηγικού Σχεδιασμού, Οργάνωσης και Λειτουργίας Δικαιοσύνης του ως άνω Υπουργείου απάντησε στην αιτούσα ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 21 και 24 του άρθρου 44 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, όπως ισχύουν, το αίτημά της δεν ήταν δυνατόν να ικανοποιηθεί και η αίτησή της τέθηκε στο αρχείο της υπηρεσίας, δεδομένου ότι ο σύζυγός της «δεν εργάζεται (βάσει της από 15.10.2014 υπεύθυνης δήλωσής του … είναι συνταξιούχος)». Με νεότερη δε αίτησή της (με αριθ. πρωτ. *) η αιτούσα ζήτησε και πάλι να της χορηγηθεί άδεια ανατροφής τέκνου λόγω αδυναμίας του συζύγου της να αντιμετωπίζει τις ανάγκες ανατροφής του τέκνου, συνυποβάλλοντας την *.2015 γνωμάτευση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Αθηνών, σύμφωνα με την οποία ο σύζυγός της «κρίνεται ανίκανος προσωρινά δεδομένης της απαρχής τενοντίτιδας για διάστημα ενός μηνός». Με το * έγγραφο της Προϊσταμένης της ίδιας Διεύθυνσης του ως άνω Υπουργείου ζητήθηκαν από τη Δευτεροβάθμια Επιτροπή Αθηνών σχετικές διευκρινίσεις. Τελικώς, στη νεότερη αυτή αίτηση της αιτούσας καμιά απάντηση δεν έδωσε η Διοίκηση. Σύμφωνα όμως με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη σκέψη, η προσβαλλόμενη πράξη, με την οποία, όπως συνάγεται από το περιεχόμενό της, απορρίφθηκε η αίτηση της αιτούσας να της χορηγηθεί άδεια ανατροφής τέκνου κατ’ επίκληση της αντισυνταγματικής διάταξης της παρ. 24 του άρθρου 44 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, που προστέθηκε με το άρθρο 89 του ν. 4055/2012, δεν είναι νόμιμη. Για το λόγο αυτόν, που βασίμως προβάλλεται, η προσβαλλόμενη πράξη πρέπει να ακυρωθεί, παρέλκει δε ως αλυσιτελής η έρευνα των λοιπών λόγων ακυρώσεως. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή.
Δέχεται την κρινόμενη αίτηση.
Ακυρώνει την 93019οικ./17.11.2014 πράξη της Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Στρατηγικού Σχεδιασμού, Οργάνωσης και Λειτουργίας Δικαιοσύνης του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, σύμφωνα με το σκεπτικό.




ΣΧΟΛΙΟ: «ΚΑΙ ΟΙ ΔΙΚΑΣΤΕΣ ΕΙΝΑΙ ΣΚΛΗΡΑ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΥΝΤΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ  ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΟΥ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ»
1.-Η σχολιαζομένη Απόφαση αποτελεί λαμπρό παράδειγμα δικαστικής Αποφάσεως που επιβεβαιώνει τον κανόνα ότι το ΣτΕ ακολουθώντας την ιστορική παράδοση υπερασπίζεται  με πάθος τά ανθρώπινα δικαιώματα.
Με το νόμο 4055/2012 προστέθηκε στον Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (Ν 1756/88) , στο άρθρο 44 η παράγραφος 24, η οποία αναφέρει: «Αν ο σύζυγος δικαστικού λειτουργού δεν εργάζεται ή δεν ασκεί οποιοδήποτε επάγγελμα, ο δικαστικός λειτουργός δεν δικαιούται να κάνει χρήση της άδειας ανατροφής παιδιού, εκτός αν λόγω σοβαρής πάθησης ή βλάβης κριθεί ο σύζυγος του δικαστικού λειτουργού ανίκανος να αντιμετωπίζει τις ανάγκες ανατροφής του παιδιού». Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την σχολιαζομένη  απόφασή της, έκρινε ότι ολοι οι δικαστικοί λειτουργοί δικαιούνται την άδεια ανατροφής παιδιού και η σχετική διάταξη νόμου που θέτει προϋποθέσεις για τη χορήγησή της, είναι αντίθετη στο άρθρο 21 του Συντάγματος, που προστατεύει τη μητρότητα και την παιδική ηλικία.
 Η κρίση αυτή απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων του Συντάγματος(4 παρ.1 και 2), αλλά και το Ενωσιακό Δίκαιο  «περί της Εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας, που είναι άμεσα εφαρμοστέες από τα εθνικά δικαστήρια και διέπουν την πρόσβαση σε δημόσιες θέσεις, θεσπίζεται η αρχή της ισότητας των δύο φύλων κατά την πρόσβαση στα διάφορα επαγγέλματα. Μία θεμιτή μορφή απόκλισης είναι η λήψη θετικών μέτρων για την προστασία της γυναίκας, ιδίως όσον αφορά την εγκυμοσύνη και την μητρότητα, Η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (Σ.Ε.Ε.), όπως διαμορφώθηκε με τη Συνθήκη της Λισσαβώνας της 13.12.2007, η οποία κυρώθηκε με τον ν. 3671/2008 (ΕτΚ Α΄, φ. 129) και ισχύει από την 1.12.2009, [βλ. ενοποιημένη απόδοση της Συνθήκης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης C 83/30.3.2010] ορίζει στο άρθρο 6 (πρώην άρθρο 6 Συνθήκης Ε.Ε.) ότι: «Η Ένωση αναγνωρίζει τα δικαιώματα, τις ελευθερίες και τις αρχές που περιέχονται στο Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης … ο οποίος έχει το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες». Περαιτέρω, στο άρθρο 20 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2010/C 83/02) ορίζεται ότι: «Όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι έναντι του νόμου». Στο άρθρο 24 του ίδιου Χάρτη ορίζεται ότι: «1. Τα παιδιά έχουν δικαίωμα στην προστασία και τη φροντίδα που απαιτούνται για την καλή διαβίωσή τους… 2. Σε όλες τις πράξεις που αφορούν τα παιδιά, είτε επιχειρούνται από δημόσιες αρχές είτε από ιδιωτικούς οργανισμούς, πρωταρχική σημασία πρέπει να δίνεται στο υπέρτατο συμφέρον του παιδιού. 3. …». Τέλος, στο άρθρο 33 του ίδιου ως άνω Χάρτη ορίζεται ότι: «1. Εξασφαλίζεται η νομική, οικονομική και κοινωνική προστασία της οικογένειας. 2. Κάθε πρόσωπο, προκειμένου να μπορεί να συνδυάζει την οικογενειακή με την επαγγελματική ζωή του, έχει … δικαίωμα αμειβόμενης άδειας μητρότητας και γονικής άδειας μετά τη γέννηση ή την υιοθεσία παιδιού.». Η  Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε αντισυνταγματική την επίμαχη διάταξη καταλήγοντας πως στο νόμο 4055/2012 «δεν γίνεται επίκληση λόγων δημοσίου συμφέροντος σχετικά με προβλήματα εύρυθμης λειτουργίας κατά την απονομή της Δικαιοσύνης, οι οποίοι θα δικαιολογούσαν τη μη χορήγηση άδειας ανατροφής τέκνου με αποδοχές στη συγκεκριμένη κατηγορία δικαστικών λειτουργών». Ετσι ορθά κρίθηκε  ότι  «απορρέει η υποχρέωση του νομοθέτη να θεσπίζει ρυθμίσεις για τη χορήγηση άδειας με σκοπό την ανατροφή των τέκνων των εργαζομένων, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και οι δικαστικοί λειτουργοί». Η ίδια υποχρέωση απορρέει στο  Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που αποτελεί αρχή του ενωσιακού δικαίου περί «συμφιλιώσεως της οικογενειακής και της επαγγελματικής ζωής».
2.1- Με την απόφαση ΣτΕ 569/2010  κρίθηκε ότι: «..οι διατάξεις της παρ. 21 του άρθρου 44 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών (ν. 1756/1988, Α` 35) που προστέθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3258/2004 (Α`144/29.7.2004) σε συνδυασμό με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 53 του Υ.Κ., ερμηνευόμενες υπό το φως τόσο της συνταγματικά κατοχυρωμένης αρχής της ισότητας των δύο φύλων όσο και των προαναφερθεισών αρχών του κοινοτικού δικαίου περί της ίσης μεταχείρισης μεταξύ ανδρών και γυναικών αλλά και της εναρμόνισης (συμφιλίωσης) μεταξύ της επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής, έχουν εφαρμογή όχι μόνο για τη μητέρα δικαστική λειτουργό αλλά και για τον πατέρα δικαστικό λειτουργό, ο οποίος μπορεί επίσης να ζητήσει να του χορηγηθεί ειδική άδεια μετ` αποδοχών διάρκειας εννέα μηνών, προκειμένου να ασχοληθεί με την ανατροφή του τέκνου του (βλ. ΣτΕ 2, 1550, 2357, 2358/2006). Περαιτέρω, από τη διάταξη της παρ. 21 του άρθρου 44 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών προβλέπεται, μεταξύ άλλων, εν όψει της ιδιαιτερότητας των συνθηκών εργασίας των δικαστικών λειτουργών και προς αποφυγή της δημιουργίας σημαντικών προβλημάτων κατά τη λειτουργία των δικαστηρίων της χώρας συνεπεία της χορηγήσεως μεγάλου αριθμού σχετικών αδειών, κατ` απόκλιση των προβλεπομένων για τους δημόσιους και τους δικαστικούς υπαλλήλους (βλ. και την εισηγητική έκθεση του ν. 3258/2004), ότι η ημερομηνία έναρξης της εν λόγω άδειας ανατροφής τέκνου, όταν το σχετικό αίτημα υποβάλλεται από μητέρα δικαστικό λειτουργό, «πρέπει να προσδιορίζεται το συντομότερο δυνατόν οπωσδήποτε όμως μέσα σε δύο (2) μήνες από το πέρας της άδειας που έλαβε η ίδια δικαστική λειτουργός λόγω της κυοφορίας της». Από την ίδια διάταξη συνάγεται, επίσης, ότι η σχετική αίτηση για τη χορήγηση της ανωτέρω άδειας σε πατέρα δικαστικό λειτουργό για την ανατροφή του τέκνου του πρέπει να υποβάλλεται το συντομότερο δυνατό μετά τη λήξη της χορηγηθείσας στην εργαζόμενη μητέρα του τέκνου του άδειας λόγω κυοφορίας (βλ. ΣτΕ 2/2006), σε περίπτωση δε που η σύζυγος του δικαστικού λειτουργού δεν λαμβάνει άδεια λόγω κυοφορίας, η αίτηση πρέπει να υποβάλλεται το συντομότερο δυνατό μετά την ημερομηνία κατά την οποία θα έληγε η άδεια λόγω κυοφορίας, την οποία, με βάση το χρόνο του τοκετού, θα ελάμβανε η μητέρα δικαστική λειτουργός (ΣτΕ 437/2007, 893/2007 κ.α.).»
2.2.- Με την απόφαση 845/2013 ΣτΕ κρίθηκε ότι, είναι δυνατή η  χορήγηση εννεάμηνης άδεια σε δικαστές με αποδοχές, για την ανατροφή τέκνων. Σε περίπτωση πολύδυμης κύησης, η άδεια προσαυξάνεται, κατ’ ανάλογη εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 52 του Υπαλληλικού Κώδικα, κατά τρεις μήνες, για κάθε τέκνο πέραν του ενός.
2.3..- Με την απόφαση. 4088/2015 του Γ΄ Τμήματος. ΣτΕ κρίθηκε ότι, οι δικαστικοί λειτουργοί, ως  γονείς υιοθετημένων παιδιών δικαιούνται να λάβουν 9μήνη άδεια ανατροφής τέκνου με αποδοχές. ««σε περίπτωση υιοθεσίας από δικαστικό λειτουργό,  με την ίδια δικαστική απόφαση, δυο τέκνων διαφορετικής ηλικίας, ο θετός γονέας δικαστικός λειτουργός δικαιούται να λάβει πέραν της άδεια ανατροφής 9 μηνών, με αποδοχές, για το πρώτο θετό τέκνο και επιπλέον άδεια ανατροφής 6 μηνών, με αποδοχές για το δεύτερο τέκνο».
2.4.- Με την απόφαση ΣτΕ 1/2006 του Γ΄ Τμήματος. ΣτΕ κρίθηκε ότι, Οι σχετικές διατάξεις, ερμηνευόμενες υπό το φως τόσο της συνταγματικά κατοχυρωμένης αρχής της ισότητας των δύο φύλων όσο και των αρχών του κοινοτικού δικαίου περί της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών, αλλά και της εναρμονίσεως μεταξύ της επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής, πρέπει να θεωρηθεί ότι έχουν εφαρμογή όχι μόνο για την μητέρα δικαστική λειτουργό αλλά και για τον πατέρα δικαστικό λειτουργό, ο οποίος δικαιούται επίσης να ζητήσει να του χορηγηθεί η ειδική άδεια μετ' αποδοχών διαρκείας εννέα μηνών προκειμένου να ασχοληθεί με την ανατροφή του τέκνου του
ΑΝΤΩΝΗΣ Π.ΑΡΓΥΡΟΣ
argyros.office@gmail.com


10 Νοεμβρίου 2014

Ο ΦΑΠ ΣΤΟ ΣΤΕ

 Ο ΦΑΠ ΣΤΟ ΣΤΕ 
Η αυξημένη, 7μελής σύνθεσης του Β΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας με την υπ' αριθμ. 3833/2014 απόφασή της έκρινε ότι για τον καθορισμό του ύψος του Φόρου Ακίνητης Περιουσίας (ΦΑΠ) φυσικών προσώπων πρέπει για λόγους φορολογικής ισότητας να συνακτιμάται και η φορολογητέα αξία των ακινήτων όμορων περιοχών.
Αναλυτικότερα, ο υπουργός Οικονομικών στις 5.6.2013 προσδιόρισε για τα έτη 2011, 2012 και 2013 στα 620 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο τον ΦΑΠ φυσικών προσώπων στο Δήμο Νέας Μάκρης, όπου δεν εφαρμόζεται το αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού του ΦΑΠ.
Κατόπιν αυτού κάτοικοι της Νέας Μάκρης προσέφυγαν στο ΣτΕ ζητώντας να ακυρωθεί η επίμαχη υπουργική απόφαση ως αντίθετη στην συνταγματική αρχή της ισότητας, αλλά και σε άλλες Συνταγματικές διατάξεις, καθώς είχε καθοριστεί η τιμή των οικοπέδων σε 620 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ενώ οι αντικειμενικές αξίες των όμορων περιοχών κυμαίνονται από 180 έως 250 ευρώ/τ.μ.
Το ΣτΕ έκρινε ότι έκρινε ότι ο υπουργός των Οικονομικών οφείλει μεν να λαμβάνει υπόψη κατά νόμο την «κατώτερη τιμή» ανά τετραγωνικό μέτρο, «δεν μπορεί όμως να μην συνεκτιμά και τις φορολογητέες αξίες των ακινήτων όμορων περιοχών στις οποίες εφαρμόζεται το αντικειμενικό σύστημα, τις οποίες (αξίες) ο ίδιος έχει προηγουμένως κανονιστικά καθορίσει, κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 41 του νόμου 1249/1982».
Και αυτό, για «λόγους φορολογικής ισότητας, ώστε να αποφεύγονται περιπτώσεις ευρείας απόκλισης μεταξύ των πραγματικών αγοραίων αξιών ακινήτων που βρίσκονται στον ίδιο ευρύτερο χώρο εξαιτίας της παράλληλης εφαρμογής των δύο ανωτέρω διαφορετικών συστημάτων που, αμφότερα, απολήγουν στον κανονιστικό προσδιορισμό των φορολογητέων αξιών των ακινήτων εκ μέρους του ίδιου υπουργού».

 

22 Ιουνίου 2014

ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΚΑΤΑΘΕΣΕΩΝ ΧΩΡΙΣ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ ΣΤΟΝ ΟΦΕΙΛΕΤΗ!

ΣτΕ 2080/2014 (Τμήμα Στ΄, Επταμελής Σύνθεση): Νόμιμη η διάταξη του άρθρου 30 του ν.δ/τος 356/1974 (ΚΕΔΕ) δυνάμει του οποίου, γίνεται κατάσχεση εις χείρας τρίτων απαιτήσεως οφειλέτου του Δημοσίου, χωρίς να απαιτείται η κοινοποίηση στον τελευταίο του κατασχετηρίου εγγράφου.

Αριθμός 2080/2014
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Στ΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου 2014, με την εξής σύνθεση: Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Στ΄ Τμήματος, Μ. Παπαδοπούλου, Β. Αραβαντινός, Κ. Φιλοπούλου, Α. Χλαμπέα, Σύμβουλοι, Δ. Τομαράς, Π. Χαλιούλιας, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ελ. Γκίκα, Γραμματέας του Στ΄ Τμήματος.
Για να δικάσει την από 28 Δεκεμβρίου 2011 αίτηση:
του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρέστη με τη Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
κατά του ___________ του ___________, κατοίκου Αμαρουσίου Αττικής (___________, Ν. Φιλοθέη), ο οποίος δεν παρέστη.
Με την αίτηση αυτή το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 1347/2011 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Η αντιπρόσωπος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου δήλωσε, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσει.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Δ. Τομαρά.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά το Νόμο

1. Επειδή, δια την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως δεν απαιτείται κατά νόμον καταβολή παραβόλου.  
 2. Επειδή, δια της κρινομένης αιτήσεως ζητείται η αναίρεση της υπ’ αρ. 1347/2011 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, δια της οποίας απερρίφθη έφεση του αναιρεσείοντος Δημοσίου κατά της υπ’ αρ. 1942/2009 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεχθέν την από 19.06.2007 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, ακύρωσε την υπ’ αρ. 13512/08.08.2006 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Β.Ε. Αθηνών, δια της οποίας είχε επιβληθεί κατάσχεση χρηματικών απαιτήσεων του αναιρεσιβλήτου κατά του Ι.Κ.Α. εκ συντάξεων, για την είσπραξη χρεών προς το Δημόσιο ύψους 565.392,73 ευρώ.
 4. Επειδή, νομίμως συζητείται η υπό κρίση αίτηση και μη παρισταμένου του καθ’ ού, δοθέντος ότι προκύπτει εκ των στοιχείων της δικογραφίας (βλ. το από 17.03.2014 αποδεικτικό επιδόσεως) νομότυπη επίδοση προς αυτόν της υπ’ αρ. 366/2014 παραπεμπτικής αποφάσεως μετά μνείας της νέας δικασίμου.
 5. Επειδή, δια του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 213), που άρχισε να ισχύει σύμφωνα με το άρθρο 70 του ιδίου νόμου από 1.1.2011, αντικατεστάθησαν οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ/τος 18/1989 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 8) ως εξής: «3. Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. 4. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως, όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ,……». Εξ άλλου, κατ’ άρθρον 2 του ιδίου νόμου : «Κατ’ αποφάσεως διοικητικού δικαστηρίου που κρίνει διάταξη τυπικού νόμου αντισυνταγματική ή αντίθετη σε άλλη υπερνομοθετική διάταξη, χωρίς το ζήτημα αυτό να έχει κριθεί με προηγούμενη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, χωρεί ενώπιον αυτού, κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη, αίτηση αναιρέσεως, αν πρόκειται για διαφορά ουσίας,…».
 6. Επειδή, το αντικείμενο της διαφοράς, το οποίον εισάγεται δια της κρινομένης αιτήσεως, κατατεθείσης (02.01.2012) μετά την ισχύν του ν. 3900/2010 (01.01.2011), είναι ανώτερο των 40.000 ευρώ. Περαιτέρω, δια του εισαγωγικού δικογράφου το αναιρεσείον προβάλλει ότι η κρινομένη αίτηση ασκείται παραδεκτώς, συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 2 του ν. 3900/2010, δεδομένου ότι δια της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως εκρίθη ότι η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 του Κ.Ε.Δ.Ε. αντίκειται στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, χωρίς το ζήτημα αυτό να έχει κριθεί με προηγουμένη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να γίνει δεκτός ως βασίμως προβαλλόμενος και, επομένως, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να εξετασθεί ως προς τον αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως και κατ’ ουσίαν.
 7. Επειδή, κατ’ άρθρον 1 του ν.δ/τος 356/1974 περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε. – Φ.Ε.Κ. Α΄ 90) : «1. Η είσπραξις των εκ πάσης αιτίας δημοσίων εσόδων ενεργείται κατά τας διατάξεις του παρόντος νομοθετικού διατάγματος. 2……», ενώ κατ’ άρθρον 2 αυτού : «1. Η είσπραξις των δημοσίων εσόδων ανατίθεται εις τα Δημόσια Ταμεία, τα λοιπά επί της εισπράξεως όργανα και τους ειδικούς ταμίας, εις ούς έχει ανατεθή η είσπραξις ειδικών εσόδων, ενεργείται δε δυνάμει νομίμου τίτλου………..2. Νόμιμος τίτλος είναι : α) Η κατά τους κειμένους νόμους βεβαίωσις και ο υπό των αρμοδίων Διοικητικών ή ετέρων αρμοδίων κατά νόμον Αρχών προσδιορισμός του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας δι’ ήν οφείλεται……». Περαιτέρω, κατ’ άρθρον 4 παρ. 1 του ιδίου νομοθετήματος : «Άμα τη βεβαιώσει ποσού τινος εις το Δημόσιον Ταμείον ως δημοσίου εσόδου ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται … να αποστείλη προς τον οφειλέτην ατομικήν ειδοποίησιν, … περιέχουσαν τα στοιχεία του οφειλέτου, το είδος και το ποσόν του χρέους, το οικονομικόν έτος εις ό ανήκει τούτο, τον αριθμόν και την χρονολογίαν του τριπλοτύπου βεβαιώσεως και την χρονολογίαν πληρωμής του χρέους ή εκάστης δόσεως εις περίπτωσιν καταβολής εις δόσεις….».Επίσης, κατ’ άρθρον 7 αυτού : «Από της επομένης ημέρας καθ’ ήν κατά το άρθρον 5 του παρόντος νομοθετικού διατάγματος τα χρέη προς το Δημόσιον καθίστανται ληξιπρόθεσμα ο Διευθυντής του Ταμείου δικαιούται εις την λήψιν αναγκαστικών μέτρων κατά των οφειλετών δια το καθυστερούμενον μέρος του χρέους». Εκ δε του άρθρου 10 παρ. 2 και 6 αυτού προκύπτει ότι, επί κατασχέσεως κινητών εις χείρας του οφειλέτου, συντάσσεται έκθεσις κατασχέσεως, αντίγραφο της οποίας, εάν ο οφειλέτης είναι παρών, του παραδίδεται υπό του κατασχόντος, ενώ εάν ο οφειλέτης είναι απών, του επιδίδεται εντός τεσσάρων ημερών από της ημέρας της κατασχέσεως. Εξ άλλου, κατ’ άρθρον 30 του ιδίου ν.δ/τος : «1. Η κατάσχεσις εις χείρας τρίτων των εις χείρας αυτών ευρισκομένων χρημάτων, καρπών και άλλων κινητών πραγμάτων του οφειλέτου του Δημοσίου ή των οφειλομένων εν γένει προς αυτό, ενεργείται υπό του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου διά κατασχετηρίου εγγράφου μη κοινοποιουμένου εις τον οφειλέτην, περιέχοντος δε : α) το όνομα, επώνυμον, όνομα πατρός του οφειλέτου, β) το ονοματεπώνυμον του τρίτου εις χείρας του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεσις, γ) πίνακα χρεών του οφειλέτου και δ) χρονολογίαν και υπογραφή του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου. 2. Διά του κατασχετηρίου εγγράφου προσκαλείται ο τρίτος όπως τα μεν υπ` αυτού εις τον οφειλέτην του Δημοσίου οφειλόμενα χρήματα, καταθέση εντός οκτώ ημερών εις το Δημόσιον Ταμείον, τα δε παρ` αυτώ ευρισκόμενα κινητά πράγματα παραδώση εις τον εν τω κατασχετηρίω οριζόμενον συμβολαιογράφον ή φύλακα, εφαρμοζομένων περαιτέρω των εν άρθροις 14 -19 και επόμενα του παρόντος Ν. Διατάγματος οριζόμενα…..3. Από της ημέρας κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου εις τον τρίτον δεν δύναται ούτος να αποδώση προς τον οφειλέτην του Δημοσίου τα κατασχεθέντα χρήματα ή πράγματα……4……5……6…..». Τέλος, κατ’ άρθρον 217 παρ. 1 του Κώδικος Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ., ν. 2717/1999 – Φ.Ε.Κ. Α΄ 97) : «Ανακοπή χωρεί κατά κάθε πράξης που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης και, ιδίως, κατά : α) της πράξης της ταμειακής βεβαίωσης του εσόδου, β) της κατασχετήριας έκθεσης, γ) του προγράμματος πλειστηριασμού, δ) της έκθεσης πλειστηριασμού και ε) του πίνακα κατάταξης». Με τις ανωτέρω διατάξεις οργανώνεται συνεκτικό σύστημα εισπράξεως δημοσίων εσόδων, με σκοπό το μεν να καθίσταται δυνατή και να μη ματαιώνεται η, συνταγματικώς άλλωστε επιβαλλομένη (άρθρο 4 παράγραφος 5 του Συντάγματος), είσπραξη των χρεών προς το Δημόσιο, με παράλληλη, όμως, έγκαιρη ενημέρωση του οφειλέτη του Δημοσίου, ο οποίος δύναται να ασκεί επικαίρως τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που του παρέχει ο νόμος. Στο πλαίσιο αυτό, ο οφειλέτης του Δημοσίου, εις βάρος του οποίου έχει ήδη γίνει η εν ευρεία εννοία βεβαίωση του οφειλομένου ποσού, την οποία μπορεί, κατά κανόνα, να αμφισβητήσει δικαστικώς, με την διεξαγωγή διαγνωστικής δίκης, πληροφορείται, με κοινοποίηση προς αυτόν της ταμειακής βεβαιώσεως του χρέους ή της ατομικής ειδοποιήσεως, την νομιμότητα της οποίας δύναται, βεβαίως, να αμφισβητήσει δικαστικώς, με την διεξαγωγή δίκης περί την εκτέλεση, ότι υπάρχει πλέον εις βάρος του νόμιμος τίτλος (εν στενή εννοία βεβαίωση) και ότι έχει ήδη καταστεί οφειλέτης. Εννοείται ότι, χωρίς την κοινοποίηση αυτή, δεν μπορεί να χωρήσει εγκύρως η περαιτέρω διαδικασία (βλ. ΣτΕ 1566/2012, 4417/2011). Έννομη συνέπεια τούτου είναι το μεν ότι ο οφειλέτης γνωρίζει ευθέως εκ του νόμου (άρθρο 5 ΚΕΔΕ) πότε το βεβαιωμένο χρέος του καθίσταται ληξιπρόθεσμο, το δε, ευθέως πάλι εκ του νόμου (άρθρο 7 ΚΕΔΕ), ότι από την επομένη της ημέρας κατά την οποία το χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο, είναι δυνατή η λήψη εις βάρος του αναγκαστικών μέτρων για την είσπραξη του χρέους. Ένα από τα αναγκαστικά αυτά μέτρα είναι, κατά το άρθρο 9 του ΚΕΔΕ, η κατάσχεση κινητών και απαιτήσεων του οφειλέτη του Δημοσίου εις χείρας τρίτου. Η διαδικασία λήψεως του μέτρου αυτού οργανώνεται στα άρθρα 30 και επόμενα του ΚΕΔΕ. Προς τούτο συντάσσεται κατασχετήριο έγγραφο, κοινοποιούμενο στον τρίτο και όχι στον οφειλέτη. Η μη κοινοποίηση στον οφειλέτη οφείλεται στον προφανή λόγο ότι, αν αυτός επληροφορείτο την επικειμένη λήψη του μέτρου, θα έσπευδε να εισπράξει από τον τρίτο τα οφειλόμενα σ’ αυτόν χρήματα ή απαιτήσεις ή θα ανελάμβανε τα εις χείρας τρίτου κινητά του, με συνέπεια, βεβαίως, να καθίσταται αδύνατη η εξ αυτών ικανοποίηση της αξιώσεως του Δημοσίου. Κατά παρόμοιο, άλλωστε, τρόπο οργανώνεται στον ΚΕΔΕ και η διαδικασία κατασχέσεως εις χείρας του ιδίου του οφειλέτη (άρθρα 10 και επόμενα ΚΕΔΕ), αφού η κατάσχεση αυτή διενεργείται από δικαστικό επιμελητή, δυνάμενο να εισέρχεται και στην οικία του οφειλέτη (άρθρο 11), χωρίς να προηγείται νέα κοινοποίηση σ’ αυτόν για την επικειμένη κατάσχεση, για τον αυτό, προδήλως, λόγο. Βεβαίως, ο οφειλέτης δεν παραμένει ούτε κατά το στάδιο αυτό απροστάτευτος, αφού δύναται να ασκεί κατά των πράξεων της διαδικασίας κατασχέσεως, τις οποίες εκ των υστέρων πληροφορείται, την ανακοπή που προβλέπει το άρθρο 217 του Κ. Δ. Δ. και το άρθρο 73 παρ. 2 του ΚΕΔΕ για την περίπτωση αρξαμένης ήδη εκτελέσεως.
Εξ άλλου, με το άρθρο 228 του Κ. Δ. Δ. οργανώνεται σύστημα αποτελεσματικής προσωρινής προστασίας στην κατηγορία αυτή διαφορών, αφού παρέχεται, με τις εκτιθέμενες στο νόμο προϋποθέσεις, η δυνατότητα αναστολής εκτελέσεως από δικαστήριο των πράξεων της εν λόγω διαδικασίας. Το όλο αυτό σύστημα διατηρεί μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στην αξίωση του Δημοσίου να μπορεί να εισπράττει τα οφειλόμενα σε αυτό ποσά με αποτελεσματικό τρόπο και στην αξίωση του οφειλέτη για παροχή έγκαιρης και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, τόσο πριν όσο και μετά την κατάσχεση των οφειλομένων εις χείρας τρίτου. Συνεπώς, η μη πρόβλεψη στο νόμο και πρόσθετης υποχρεώσεως για μία τρίτη, ενδιάμεση, κοινοποίηση προς τον οφειλέτη πριν από την ενεργοποίηση του δικαιώματος του Δημοσίου να λάβει εις βάρος του μέτρα αναγκαστικής εκτελέσεως, δεν παραβιάζει συνταγματικές διατάξεις ούτε, ειδικώτερον, την διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος, αφού καθιδρύεται, πάντως, στο νόμο πλήρες και αποτελεσματικό σύστημα έννομης προστασίας του οφειλέτη του Δημοσίου. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την πρόβλεψη, στο άρθρο 30 παράγραφος 3 του ΚΕΔΕ, της υποχρεώσεως του τρίτου να μην αποδίδει, από την ημέρα κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου σ’ αυτόν, τα κατασχεθέντα στον οφειλέτη, διότι η ρύθμιση αυτή συνιστά μία πρόσθετη απλώς εξασφάλιση για το Δημόσιο, που δεν αναιρεί την δυνατότητα του νομοθέτη να εισαγάγει το προπεριγραφέν σύστημα, πολλώ μάλλον αφού η τυχόν κοινοποίηση του κατασχετηρίου στον οφειλέτη πριν από την αντίστοιχη κοινοποίηση στον τρίτο ή τυχόν ακυρότητες της κοινοποιήσεως στον τρίτο θα μπορούσαν να οδηγήσουν, κατά τα ήδη εκτεθέντα, στην ανάληψη των οφειλομένων, αφού ο τρίτος δεν θα δεσμευόταν, στην περίπτωση αυτή, από υποχρέωση μη αποδόσεως, και στην, κατ’ αυτό τον τρόπο, ματαίωση της ικανοποιήσεως του συνταγματικού σκοπού της εισπράξεως των οφειλομένων στο Δημόσιο ποσών. Αν και κατά την γνώμη του Παρέδρου Δ. Τομαρά, εκ της διατάξεως του άρθρου 30 παρ. 1 ΚΕΔΕ συνάγεται ότι, εν περιπτώσει κατασχέσεως εις χείρας τρίτων απαιτήσεως οφειλέτου του Δημοσίου, αποκλείεται παντελώς η κοινοποίηση του κατασχετηρίου εγγράφου στον οφειλέτη. Όμως η διάταξη αυτή είναι ανίσχυρη ως αντικειμένη στην διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι η παράλειψη αυτή έχει ως συνέπεια ο οφειλέτης να μη λαμβάνει γνώση ή να λαμβάνει τυχαίως και καθυστερημένα γνώση της εις βάρος του επισπευδομένης αναγκαστικής εκτελέσεως, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να αμυνθεί αποτελεσματικώς προ της ολοκληρώσεως της εκτελεστικής διαδικασίας, λαμβάνοντας τα κατάλληλα μέτρα είτε για την ακύρωση είτε για την αναστολή της πράξεως εκτελέσεως. Η κοινοποίηση του κατασχετηρίου εγγράφου στον οφειλέτη ουδαμώς βλάπτει τα συμφέροντα του Δημοσίου, αφού κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 30 ΚΕΔΕ, από της κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου εις τον τρίτον ο τελευταίος δεν δύναται να αποδώσει προς τον οφειλέτη του Δημοσίου τα κατασχεθέντα.
 8. Επειδή, εν προκειμένω, ως προκύπτει εκ της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δια της υπ’ αρ. ____/08.08.2006 εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Β.Ε. Αθηνών επεβλήθη εις χείρας του Ι.Κ.Α. ως τρίτου και επί της υπ’ αυτού χορηγουμένης στον αναιρεσίβλητο μηνιαίας συντάξεως αναγκαστική κατάσχεση υπέρ του Δημοσίου για την ικανοποίηση απαιτήσεων τούτου έναντι του αναιρεσιβλήτου, ως τελευταίου διευθύνοντος συμβούλου της ήδη λυθείσης ανωνύμου εταιρείας υπό την επωνυμία «Μίστερ Τσιπς», μέχρι του ποσού των 565.392,73 ευρώ, το οποίον είχε βεβαιωθεί εις το όνομα αυτού με αντίστοιχες πράξεις ταμειακής βεβαιώσεως. Το Ι.Κ.Α. δια της υπ’ αρ. ____/07.09.2006 δηλώσεώς του ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών γνωστοποίησε την απόφασή του να προβεί δυνάμει του προαναφερομένου κατασχετηρίου εγγράφου στην παρακράτηση ποσοστού ¼ της μηνιαίας συντάξεως λόγω γήρατος του αναιρεσιβλήτου, ανερχομένης εις το ποσό των 17.683,37 ευρώ μέχρι καλύψεως του ποσού της οφειλής. Κατά της πράξεως αυτής ο αναιρεσίβλητος άσκησε την από 19.06.2007 ανακοπή, ως αυτή συνεπληρώθη δια του από 31.07.2008 δικογράφου των προσθέτων λόγων, δια της οποίας ζήτησε την ακύρωσή της, ισχυριζόμενος, μεταξύ άλλων, ότι εξ αιτίας της μη κοινοποιήσεως εις αυτόν της επιδίκου πράξεως, της οποίας έλαβε γνώση τυχαίως μετά την εκτέλεσή της και συγκεκριμένα τον Μάϊο του έτους 2007, όταν μετέβη στην τράπεζα ΑΛΦΑ ΜΠΑΝΚ Α.Ε., όπου διατηρούσε λογαριασμό συντάξεώς του από το Ι.Κ.Α., προκειμένου να πραγματοποιήσει ανάληψη ποσού, απώλεσε στάδιο δικονομικής προστασίας. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ερμηνεύον τις διατάξεις του άρθρου 30 παρ. 1 του Κ.Ε.Δ.Ε. υπό το φως του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, εδέχθη ότι η έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως εις χείρας τρίτου και εις βάρος οφειλέτου του Δημοσίου πρέπει να κοινοποιείται και στον καθ’ ού η εκτέλεση, ούτως ώστε αυτός να δυνηθεί να στραφεί με τα ένδικα μέσα που του παρέχει ο νόμος κατά της οικείας πράξεως, επιδιώκων την ακύρωση ή την μεταρρύθμιση αυτής ή να προβεί στην ρύθμιση του χρέους και ότι ενδεχομένη παράλειψη της κοινοποιήσεως αυτής οδηγεί στην ακύρωση της πράξεως εκτελέσεως, εφ’ όσον ο οφειλέτης επικαλεσθεί το γεγονός της μη εγκαίρου περιελεύσεως εις γνώση του τού περιεχομένου αυτής και ακύρωσε την ανωτέρω έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως. Έφεση του Δημοσίου κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως απερρίφθη δια της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως με την αυτή αιτιολογία. Η κρίση αυτή του δικάσαντος Εφετείου είναι, κατά την ανωτέρω εκτεθείσα κρατήσασα γνώμη, μη νόμιμη και για τον λόγο αυτόν πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, η δε υπόθεση, της οποίας το πραγματικό χρήζει περαιτέρω διευκρινίσεως, να παραπεμφθεί ενώπιον του δικάσαντος Εφετείου για νέα νόμιμη κρίση.

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
 Δέχεται την υπό κρίση αίτηση
 Αναιρεί την υπ’ αρ. 1347/2011 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, εις το οποίον και παραπέμπει την υπόθεση για νέα νόμιμη κρίση.
 Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο την δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος Δημοσίου, η οποία ανέρχεται στο ποσό των εννιακοσίων είκοσι (920) ευρώ.
 Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2014 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 4ης Ιουνίου του ίδιου έτους.
Ο Πρόεδρος του Στ' Τμήματος  Η Γραμματέας του Στ' Τμήματος
Αθ. Ράντος           Ελ. Γκίκα
Σχολιο: Δυστυχώς το ΣτΕ μας εξεπληξε δυσαρεστα για μια ακόμη φορα τελευταίως.

ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

  ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ -ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΕΝ ΟΨΕΙ   ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ (4...