ΑΤΟΜΙΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΑΙ
ΠΡΑΞΕΙΣ, ΕΚΔΟΘΕΙΣΑΙ ΚΑΤΑ ΠΑΡΑΒΑΣΙΝ ΝΟΜΟΥ, ΕΥΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΚΛΗΣΗ ΧΡΟΝΟΣ, Η ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΝΑΚΛΗΤΙΚΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΠΡΑΞΗΣ, Η ΕΦΕΣΗ ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ, ΜΟΝΟΝ ΟΤΑΝ ΠΡΟΒΑΛΛΕΤΑΙ
ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΙΑΔΙΚΟ, ΜΕ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟΥΣ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΥΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΣΧΕΤΙΚΟ
ΔΙΚΟΓΡΑΦΟ, ΟΤΙ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ Η ΟΤΙ
ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΒΑΛΛΟΜΕΝΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ Η ΑΛΛΟΥ ΑΝΩΤΑΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΕΙΤΕ ΠΡΟΣ ΑΝΕΚΚΛΗΤΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ, ΖΗΤΗΜΑ
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΚΟΥ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ, ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 58 ΠΑΡ. 1 ΤΟΥ Π.Δ.
18/1989, ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΤΕΘΕΙ ΜΟΝΟΝ ΕΦΟΣΟΝ ΕΧΕΙ ΑΠΟΦΑΝΘΕΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΣΕ ΥΠΟΘΕΣΗ
ΜΕ ΟΜΟΙΑ Η ΠΑΡΕΜΦΕΡΗ ΝΟΜΙΚΑ ΚΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ»
Αριθμός 3578/2014
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Ε΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 30 Μαΐου 2012, με
την εξής σύνθεση: Κ. Μενουδάκος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Ε΄ Τμήματος, Ι.
Μαντζουράνης, Μ. Γκορτζολίδου, Σύμβουλοι, Δ. Βασιλειάδης, Χρ. Παπανικολάου,
Πάρεδροι. Γραμματέας η Π. Νικολοπούλου.
Για να δικάσει την από 29 Σεπτεμβρίου 2011 έφεση:
του …..), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Προκόπιο
Παυλόπουλο (Α.Μ. 7107), που τον διόρισε στο ακροατήριο,
κατά των: 1….. παρέστησαν
με τον δικηγόρο Αλέξιο Δημητρακόπουλο (Α.Μ. 22215), που τον διόρισαν με
πληρεξούσιο
και κατά της υπ’ αριθμ. 228/2011 αποφάσεως του Διοικητικού
Εφετείου Πειραιά.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή,
Παρέδρου Δ. Βασιλειάδη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του
εκκαλούντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους εφέσεως
και ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεση και τον πληρεξούσιο των εφεσιβλήτων, ο οποίος
ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη
σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
3. Επειδή, με το άρθρο μόνον παρ. 1 του α.ν. 261/1968 (Α΄
12) ορίσθηκε ότι «Ατομικαί διοικητικαί πράξεις, εκδοθείσαι κατά παράβασιν
νόμου, ανακαλούνται υπό της Διοικήσεως ελευθέρως και άνευ οιασδήποτε διά το
Δημόσιον συνεπείας, εντός ευλόγου από της εκδόσεως αυτών χρόνου.
Επιφυλασσομένων των ειδικώς, άλλως οριζουσών, διατάξεων της κειμένης
νομοθεσίας, χρόνος ήσσων της 5ετίας τουλάχιστον από της εκδόσεως των κατά τα
άνω ανακλητέων πράξεων, εν ουδεμιά περιπτώσει δύναται να θεωρηθή ως μη εύλογος
προς ανάκλησιν, ανεξαρτήτως τυχόν κτήσεως υπό τρίτων βάσει αυτών οιουδήποτε
δικαιώματος». Εξάλλου, η αρχή της νομιμότητας επιβάλλει στη Διοίκηση την
ανάκληση κάθε παράνομης διοικητικής πράξης, ενώ η αρχή της προστασίας της
δικαιολογημένης εμπιστοσύνης απαιτεί τη διατήρηση της ισχύος της ευμενούς για
τον καλόπιστο διοικούμενο πράξης. Σύνθεση των αρχών αυτών συνιστούν οι γενικές
αρχές ανάκλησης των διοικητικών πράξεων, σύμφωνα με τις οποίες και οι ευμενείς
διοικητικές πράξεις ανακαλούνται εάν είναι παράνομες, μέσα σε εύλογο χρόνο από
την έκδοσή τους, ενώ επιτρέπεται η ανάκλησή τους και μετά την παρέλευση ευλόγου
χρόνου, για λόγους δημοσίου συμφέροντος (Σ.τ.Ε. 3906/2008, 2403/1997 Ολομ.), ή
όταν η έκδοση της ανακαλούμενης πράξης προκλήθηκε από δόλια ενέργεια του
διοικουμένου (Σ.τ.Ε. 303/2002 κ.ά.). Περαιτέρω, κατά γενική επίσης αρχή, η
ανάκληση διοικητικής πράξης επιτρέπεται, εντός ευλόγου χρόνου από την έκδοσή
της, μόνο για λόγους νομιμότητας και όχι για διαφορετική εκτίμηση των αυτών
πραγματικών περιστατικών (Σ.τ.Ε. 2815/1990 7μ.), πλην, κατ’ εξαίρεση της αρχής
αυτής, η διοικητική πράξη μπορεί να ανακληθεί για τον λόγο ότι εκτιμώνται ήδη
με διαφορετικό τρόπο τα αυτά πραγματικά περιστατικά εφόσον συντρέχουν λόγοι
δημοσίου συμφέροντος (Σ.τ.Ε. 1712/2002, 4284/1999, 1223/1993, 4084/1988).
Εξάλλου, η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου μόνου του α.ν. 261/1968 προβλέπει
ότι ανάκληση διοικητικής πράξης σε χρόνο μικρότερο της πενταετίας από την
έκδοσή της θεωρείται ότι γίνεται εντός ευλόγου χρόνου, χωρίς να ορίζει, πάντως,
ότι με τη συμπλήρωση της πενταετίας εξαντλούνται τα όρια του ευλόγου χρόνου,
πέραν των οποίων η ανάκληση απαγορεύεται. Εάν η πάροδος ορισμένου χρόνου, από
την έκδοση της ανακαλούμενης πράξης, υπερβαίνει τον εύλογο για την ανάκληση
χρόνο, είναι ζήτημα που κρίνεται από το δικαστήριο, σύμφωνα με τις γενικές
αρχές που διέπουν την ανάκληση των διοικητικών πράξεων, κατά περίπτωση, βάσει
των δεδομένων που συντρέχουν στη συγκεκριμένη υπόθεση (Σ.τ.Ε 3906/2008, πρβλ.
Σ.τ.Ε 1501/2008, 227/2006, 2566/2002 κ.ά.). Περαιτέρω, η νομιμότητα της
ανακλητικής διοικητικής πράξης, κρίνεται από το δικαστήριο ενώπιον του οποίου
προσβάλλεται εν όψει των περιεχομένων σ' αυτήν αιτιολογιών ανάκλησης που
μπορεί, κατ’ αρχήν, να συμπληρώνονται από τα στοιχεία του φακέλου (πρβλ. Σ.τ.Ε.
2233/1977 Ολομ.), χωρίς όμως να επιτρέπεται σε αυτό να υποκαταστήσει τις μη
νόμιμες αιτιολογίες με άλλη αιτιολογία, την οποία δεν επικαλέσθηκε η αρχή που
την εξέδωσε, αλλά τη διατυπώνει η διάδικη διοικητική αρχή με την έκθεση των
απόψεών της και τα υποβληθέντα υπομνήματα προς το δικαστήριο, ισχυριζόμενη ότι
η ανωτέρω αιτιολογία μπορεί να παράσχει νόμιμο έρεισμα στην προσβαλλόμενη
ανακλητική πράξη (πρβλ. Σ.τ.Ε 3318/1999, 6428/1995, 312/1994).
4. Επειδή, στο άρθρο 58 παρ. 1 (εδάφιο δεύτερο) του π.δ.
18/1989 (Α΄ 8), το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3900/2010 (Α΄
213) ορίζεται ότι «Η έφεση επιτρέπεται, μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο,
με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο σχετικό δικόγραφο, ότι δεν
υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της
προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή
άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού
δικαστηρίου». Σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, ο εκκαλών βαρύνεται δικονομικώς
με την υποχρέωση, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της έφεσής του, να
τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο
εισαγωγικό δικόγραφο για καθέναν από τους προβαλλόμενους λόγους είτε ότι δεν
υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί συγκεκριμένου νομικού
ζητήματος, δηλαδή επί ζητήματος ερμηνείας διάταξης νόμου ή γενικής αρχής του
ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, η οποία είναι κρίσιμη για την επίλυση της
ενώπιον του Δικαστηρίου αγόμενης διαφοράς, είτε ότι οι παραδοχές της
εκκαλούμενης απόφασης επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, η επίλυση του οποίου
ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της οικείας υπόθεσης, έρχονται σε αντίθεση προς
παγιωμένη ή πάντως μη ανατραπείσα νομολογία, επί του αυτού νομικού ζητήματος
και υπό τους αυτούς όρους αναγκαιότητας για τη διάγνωση των σχετικών υποθέσεων,
ενός τουλάχιστον εκ των τριών ανωτάτων δικαστηρίων (Σ.τ.Ε., Α.Π., Ελ.Σ) ή του
Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου.
Στην τελευταία περίπτωση, οι αποφάσεις, προς τις οποίες προβάλλεται αντίθεση
της εκκαλουμένης, πρέπει να μνημονεύονται ειδικώς και το κριθέν με αυτές νομικό
ζήτημα θα πρέπει να ήταν ουσιώδες για την επίλυση των ενώπιον των δικαστηρίων
εκείνων διαφορών (πρβλ. Σ.τ.Ε. 4987/2012, 3933/2012). Ειδικότερα, ως αντίθεση
σε νομολογιακό προηγούμενο κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης δεν νοείται η
αναφερόμενη σε ζητήματα αιτιολογίας συνδεόμενα με το πραγματικό της κρινόμενης
υπόθεσης, αλλά εκείνη που αφορά στην ερμηνεία διάταξης νόμου ή γενικής αρχής,
δυνάμενης να έχει γενικότερη εφαρμογή, ανεξαρτήτως εάν αυτή η ερμηνεία
διατυπώνεται στη μείζονα ή στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της
εκκαλουμένης και των λοιπών αποφάσεων, προς τις οποίες προβάλλεται ότι
υφίσταται αντίθεση. Εξάλλου, ο εύλογος χρόνος που συναρτάται με τη δυνατότητα
ανάκλησης διοικητικής πράξης κατά τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη σκέψη,
αποτελεί νομική έννοια και στοιχείο του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ήτοι των
γενικών αρχών ανάκλησης των διοικητικών πράξεων, προσδιορίζεται δε με βάση τα
πραγματικά δεδομένα κάθε υπόθεσης, όπως το χρονικό διάστημα που παρήλθε από την
έκδοση της πράξης, ο συγκεκριμένος λόγος για τον οποίο χωρεί η ανάκληση, οι
ιδιαίτερες συνθήκες που θεμελιώνουν λόγο δημόσιου συμφέροντος και τα τυχόν
αποκτηθέντα δικαιώματα καλόπιστων τρίτων. Επομένως, στην περίπτωση αυτή ζήτημα
νομολογιακού προηγουμένου, κατά την έννοια του άρθρου 58 παρ. 1 του π.δ.
18/1989, μπορεί να τεθεί μόνον εφόσον έχει αποφανθεί το Δικαστήριο σε υπόθεση
με όμοια ή παρεμφερή νομικά και πραγματικά γεγονότα, διότι τότε μόνο μπορεί να
θεωρηθεί ότι έχει επιλυθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας το ίδιο νομικό
ζήτημα.
5. Επειδή, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη
από την άποψη του παραδεκτού της κρινόμενης έφεσης το ζήτημα που τίθεται στην
παρούσα υπόθεση είναι αν η εκκαλούμενη απόφαση ερμήνευσε ορθώς τις γενικές
αρχές ανάκλησης των διοικητικών πράξεων, δεχόμενη ότι η πάροδος 15 ετών από την
κύρωση της πράξης προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης σε συνδυασμό με τις
λοιπές περιστάσεις υπερβαίνει τον εύλογο χρόνο εντός του οποίου ήταν δυνατή η
ανάκληση της κυρωτικής πράξης για λόγους νομιμότητας, συναφώς δε και αν υφίσταται
νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας με την οποία προσδιορίζεται η, κατά
τις γενικές αυτές αρχές, έννοια του ευλόγου χρόνου υπό τα αυτά ή παραπλήσια
γεγονότα που κρίθηκαν από το δικάσαν. Εν προκειμένω, στο δικόγραφο της έφεσης
παρατίθενται οι κρίσεις της εκκαλουμένης και στη συνέχεια προβάλλεται ότι η
ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων για την ανάκληση των παράνομων διοικητικών
πράξεων από το Διοικητικό Εφετείο Πειραιώς είναι εσφαλμένη καθώς και ότι δεν
υφίσταται, «… καθ’ οιονδήποτε τρόπο, διαμορφωμένη ad hoc νομολογία του
Δικαστηρίου …». Αντιθέτως, οι εφεσίβλητες με το από 23.5.2012 υπόμνημα
ισχυρίζονται ότι με το δικόγραφο της έφεσης ο εκκαλών δεν προβάλλει
συγκεκριμένους ισχυρισμούς που καθιστούν παραδεκτή την άσκηση της έφεσης
σύμφωνα με το άρθρο 58 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 και παραθέτουν νομολογία του
Συμβουλίου της Επικρατείας σχετική με την ανάκληση των διοικητικών πράξεων (βλ.
σελ. 3 του υπομνήματος στην οποία μνημονεύονται οι αποφάσεις Σ.τ.Ε. 289/1993,
1974/1994, 2880/1997, 3959/1998, 2051/1999, 2595/2001, 3447/2007). Ο
προαναφερθείς ισχυρισμός του εκκαλούντος για το παραδεκτό της ασκηθείσας έφεσης
παραδεκτώς και βασίμως προβάλλεται, διότι υπό τα αυτά νομικά και πραγματικά
γεγονότα που έκρινε η εκκαλουμένη καθ’ ερμηνεία των γενικών αρχών ανάκλησης των
διοικητικών πράξεων δεν υφίσταται νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας,
δοθέντος και ότι οι αποφάσεις τις οποίες μνημονεύει στη μείζονα πρόταση του
δικανικού συλλογισμού η εκκαλούμενη απόφαση, κατά την ερμηνεία των γενικών
αρχών ανάκλησης των διοικητικών πράξεων (βλ. σκ. 7 εκκαλουμένης), αφορούν την
ανάκληση οικοδομικής άδειας και άλλων αδειών, ενώ και η 2819/1997 απόφαση του
Σ.τ.Ε., που παρατίθεται στην ελάσσονα, και με την οποία κρίθηκε ότι είναι
νόμιμη η ανάκληση και ανασύνταξη, λόγω πλάνης, πράξης τακτοποίησης και
αναλογισμού αποζημίωσης 16 έτη μετά την έκδοσή της (βλ. σκ. 4 της 2819/1997
απόφασης), υπό διαφορετικά δεδομένα σε σχέση με το πραγματικό της κρινόμενης
υπόθεσης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί νομολογία του Σ.τ.Ε. η οποία στηρίζει
την κρίση της εκκαλουμένης και ότι επιλύει το τιθέμενο εν προκειμένω ζήτημα.
Κατόπιν τούτου, είναι απορριπτέος και ο ισχυρισμός των εφεσιβλήτων περί
απαραδέκτου της έφεσης, αφού και οι αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας
που μνημονεύονται στο από 23.5.2012 υπόμνημά τους, δεν αφορούν την ανάκληση
πράξεων προσκύρωσης και αναλογισμού αποζημίωσης λόγω ρυμοτομίας.