Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ν 3028/2002. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ν 3028/2002. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

10 Ιουνίου 2022

ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ,ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΣΤΗΝ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ , ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ,Ν 3028/2002,


                                                   


ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ,ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΣΤΗΝ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ , ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ,Ν 3028/2002


Αριθμός απόφασης:1449/2022


ΕΦ 3053/2020


ΤΟ


ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ


ΤΜΗΜΑ 3ο


ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ


Σ υ ν ε δ ρ ί α σ ε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2022, με δικαστή τον Άγγελο Σατλάνη, Εφέτη Διοικητικών Δικαστηρίων, και γραμματέα τη Βασιλική Καρακολτσίδου, δικαστική υπάλληλο,


γ ι α να δικάσει την έφεση με χρονολογία καταθέσεως 22.7.2020,


........

κ α τ ά του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών.

Η κρίση του Δικαστηρίου είναι η εξής:


1. Επειδή, με την κρινόμενη έφεση, για την οποία έχει καταβληθεί, κατ’ άρθρο 277 του Κ.Δ.Δ., παράβολο 100 € (βλ. σχετικά το με κωδικό πληρωμής 342041891950 0914 0065 e-παράβολο της ΓΓΠΣ), ο εκκαλών ζητά, παραδεκτώς, την εξαφάνιση της 6315/2020 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα 29ο). Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε η από 30.12.2014 αγωγή του κατά του εφεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του τελευταίου να του καταβάλει, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, το ποσό των 19.844,93 €, ως αποζημίωση κατ' άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ, για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη λόγω της παράνομης, κατά τους ισχυρισμούς του, μη καταβολής αποζημιώσεως κατά τις διατάξεις του ν.3028/2002 εξαιτίας της ουσιώδους στέρησης της χρήσης αγρού, εμβαδού 11.962,50 τ.μ., που βρίσκεται στην θέση «* εντός της κτηματικής περιφέρειας της Τοπικής Κοινότητας * Επικουρικώς, ο εκκαλών ζητούσε με την ως άνω αγωγή του να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εφεσιβλήτου να του καταβάλει το προαναφερθέν ποσό, ως αποζημίωση κατ΄ άρθρο 24 παρ.6 του Συντάγματος.


2. Επειδή, το Σύνταγμα ορίζει στο άρθρο 24 ότι: «1.Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξή του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας … 2. ... 6. Τα μνημεία, οι παραδοσιακές περιοχές και τα παραδοσιακά στοιχεία προστατεύονται από το Κράτος. Νόμος θα ορίσει τα αναγκαία για την πραγματοποίηση της προστασίας αυτής περιοριστικά μέτρα της ιδιοκτησίας, καθώς και τον τρόπο και το είδος της αποζημίωσης των ιδιοκτητών». Με τις διατάξεις αυτές του Συντάγματος καθιερώνεται ειδική αυξημένη προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος, δηλαδή των μνημείων και λοιπών στοιχείων, που προέρχονται από την ανθρώπινη δραστηριότητα και συνθέτουν την ιστορική, καλλιτεχνική, τεχνολογική και εν γένει πολιτιστική κληρονομιά της Χώρας. Η προστασία αυτή περιλαμβάνει αφενός, μεν, τη διατήρηση στο διηνεκές των εν λόγω πολιτιστικών στοιχείων, αφετέρου δε τη δυνατότητα επιβολής γενικών περιορισμών ή ιδιαιτέρων μέτρων για την αποφυγή οποιασδήποτε βλάβης, αλλοίωσης ή υποβάθμισης του περιβάλλοντος στα μνημεία χώρου. Οι περιορισμοί αυτοί, ερειδόμενοι στο άρθρο 24 του Συντάγματος, μπορεί να έχουν, κατ΄ αρχήν, ευρύτερο περιεχόμενο από τους γενικούς περιορισμούς της ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 17 του Συντάγματος, δημιουργούν, όμως, υποχρέωση αποζημίωσης του θιγομένου ιδιοκτήτη κατά το άρθρο 24 παρ.6 του Συντάγματος, όταν δεσμεύουν ουσιωδώς την ιδιοκτησία κατά τον προορισμό της χάριν της προστασίας του πολιτιστικού περιβάλλοντος. Εξάλλου, ναι μεν το άρθρο 24 παρ.6 του Συντάγματος προβλέπει την έκδοση ειδικού νόμου, ο οποίος θα προβλέπει τα αναγκαία για την πραγματοποίηση της προστασίας αυτής περιοριστικά μέτρα της ιδιοκτησίας και θα ρυθμίζει τον τρόπο και το είδος της αποζημίωσης των ιδιοκτητών, αλλά ελλείψει του νόμου αυτού, εγεννάτο ευθεία από το Σύνταγμα υποχρέωση της Διοίκησης να εξασφαλίσει, παραλλήλως προς την προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος στο διηνεκές και το δικαίωμα αποζημίωσης του θιγομένου ιδιοκτήτη, ο οποίος μπορούσε να εγείρει τη σχετική αξίωσή του με αγωγή (πρβλ. ΣτΕ 678/2021, 1277/2016, 1228/2016, 2165/2013 επταμ., 3224/2009 επταμ., 3146/1986 Ολομ.).


3. Επειδή, περαιτέρω, με τον επακολουθήσαντα ν.3028/2002 (Α΄ 153) θεσπίσθηκαν διεξοδικές ρυθμίσεις για την προστασία των αρχαιοτήτων και της εν γένει πολιτιστικής κληρονομιάς. Ο νόμος αυτός απέβλεψε, όπως συνάγεται από την οικεία εισηγητική έκθεση, στην ικανοποίηση, μεταξύ άλλων, της ανάγκης εισαγωγής ενιαίας και συστηματικής νομοθεσίας για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, την οποία ανέδειξε η θετική, κατά τα λοιπά, εξέλιξη της υιοθέτησης «ρηξικέλευθων» λύσεων προστασίας από τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας κατ’ ευθεία εφαρμογή του άρθρου 24 παρ.6 του Συντάγματος, στην αντιμετώπιση του κλίματος αντίθεσης μεταξύ της ανάγκης προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς και των ιδιωτικών συμφερόντων, το οποίο μειώνει την αποτελεσματικότητα της ισχύουσας αρχαιολογικής νομοθεσίας, στην εξεύρεση λύσεων προστασίας με τη συνεργασία και τη συναίνεση των ιδιωτών, στη θέσπιση ενιαίων κανόνων επιβολής περιορισμών στο δικαίωμα της ιδιοκτησίας για λόγους προστασίας των μνημείων και των χώρων, στην υιοθέτηση κανόνων επιβράβευσης των πολιτών για την εύρεση αρχαίων και αποζημίωσής τους για τις δαπάνες για σχετικές εργασίες στα ακίνητά τους, στην εισαγωγή κανόνων σχετικών με την ένταξη των μνημείων στο χώρο, την προστασία του περιβάλλοντος χώρου και τη δημιουργία ζωνών προστασίας, καθώς και στην εξειδίκευση του γενικού κανόνα ότι η ιδιοκτησία και τα συναφή δικαιώματα ως προς τα μνημεία ασκούνται κατά τρόπο που συνάδει με την προστασία των μνημείων. Στο πλαίσιο αυτό και εξειδικεύοντας ορισμένους από τους ανωτέρω σκοπούς ο ν.3028/2002 που ετέθη σε ισχύ, κατά το άρθρο 75 αυτού, από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (28.6.2002), ορίζει στο άρθρο 18 ότι: «1. Το Δημόσιο μπορεί να προβαίνει με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Πολιτισμού, ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου, είτε στην ολική ή τη μερική απαλλοτρίωση είτε στην απευθείας εξαγορά μνημείου ή οποιουδήποτε ακινήτου μέσα στο οποίο υπάρχουν μνημεία, καθώς και παρακείμενων ακινήτων ή μνημείων, εάν αυτό κρίνεται απαραίτητο για την προστασία των μνημείων. 2. Με όμοια απόφαση, που εκδίδεται με την ίδια διαδικασία, είναι δυνατή είτε η ολική ή μερική απαλλοτρίωση είτε η απευθείας εξαγορά ακινήτου, εάν αυτό κρίνεται απαραίτητο για την προστασία αρχαιολογικών χώρων ή ιστορικών τόπων ή για τη διενέργεια ανασκαφών… 6. Η εισήγηση της Υπηρεσίας για ολική ή μερική απαλλοτρίωση ή απευθείας εξαγορά ακινήτου περιλαμβάνει την αιτιολογημένη απόρριψη άλλων λύσεων προστασίας των μνημείων, αρχαιολογικών χώρων ή ιστορικών τόπων, καθώς και τις βασικές κατευθύνσεις για τον τρόπο διατήρησης και ανάδειξής τους μέσα στο προς απαλλοτρίωση ακίνητο. 7. … 8. Εφόσον συναινεί ο ιδιοκτήτης, είναι δυνατή η ανταλλαγή ιδιωτικού ακινήτου με ακίνητο ίσης αξίας του Δημοσίου ή του Ο.Τ.Α. ή η αποζημίωση με άλλο νόμιμο τρόπο. Στις περιπτώσεις αυτές εκδίδεται κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Πολιτισμού...» και στο άρθρο 19 ότι: «1. Για την προστασία μνημείων, αρχαιολογικών χώρων ή ιστορικών τόπων ή για τη διενέργεια ανασκαφών ο Υπουργός Πολιτισμού μπορεί να επιβάλλει προσωρινή ή οριστική στέρηση ή περιορισμό της χρήσης ακινήτου. 2. Σε περίπτωση ουσιώδους προσωρινού περιορισμού ή ουσιώδους προσωρινής στέρησης της κατά προορισμό χρήσης του όλου ακινήτου, καταβάλλεται αποζημίωση, η οποία υπολογίζεται με βάση τη μέση κατά προορισμό απόδοση του ακινήτου πριν τον περιορισμό ή τη στέρηση της χρήσης, λαμβανομένης υπόψη και της ιδιότητας του ακινήτου ως μνημείου, εφόσον αυτή συντρέχει. 3. Σε περίπτωση ουσιώδους οριστικού περιορισμού ή οριστικής στέρησης της κατά προορισμό χρήσης του όλου ακινήτου καταβάλλεται πλήρης αποζημίωση. Και στην περίπτωση αυτή λαμβάνεται υπόψη η ιδιότητα του ακινήτου ως μνημείου, εφόσον αυτή συντρέχει. 4. Σε περίπτωση προσωρινής στέρησης της κατά προορισμό χρήσης του όλου ή μέρους ακινήτου μέσα στο οποίο υπάρχουν μνημεία ή άλλων παρακείμενων ακινήτων, εάν κρίνεται απαραίτητο για την προστασία των μνημείων αυτών, κάθε θιγόμενος μπορεί να υποβάλει αίτηση για αποζημίωση, για τον προσδιορισμό της οποίας εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 2. 5. Σε περίπτωση ουσιώδους οριστικού περιορισμού ή οριστικής στέρησης της κατά προορισμό χρήσης τμήματος του ακινήτου, που απαιτείται για την προστασία του μνημείου, η αποζημίωση καταβάλλεται για το τμήμα αυτό, μόνο εάν ο περιορισμός ή η στέρηση δεν επιφέρει ουσιώδη οριστικό περιορισμό ή οριστική στέρηση της κατά προορισμό χρήσης του όλου ακινήτου, οπότε καταβάλλεται η αποζημίωση που προβλέπεται στην παράγραφο 3. 6. Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη επιτροπής, διαπιστώνεται εάν συντρέχει περίπτωση καταβολής αποζημίωσης κατά τις παραγράφους 1 έως 5, καθώς και το ύψος της. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Πολιτισμού καθορίζεται η συγκρότηση και οι αρμοδιότητες της επιτροπής, η διαδικασία κατά την οποία γνωμοδοτεί, τα στοιχεία που λαμβάνει υπόψη, το είδος και ο τρόπος καταβολής της αποζημίωσης και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια. 7. Σε περίπτωση κατά την οποία το ποσό που έχει ή προβλέπεται να καταβληθεί ως αποζημίωση λόγω στέρησης ή περιορισμού χρήσης ακινήτου, προσεγγίζει την αξία του ακινήτου τότε αυτό κηρύσσεται απαλλοτριωτέο. 8. ...». Κατ΄ επίκληση της διάταξης του άρθρου 19 παρ.6 του νόμου αυτού εκδόθηκε η ΥΠΠΟ/ΓΝΟΣ/91/26.2.2003 απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Πολιτισμού (Β΄ 229), με την οποία συνεστήθησαν οι προβλεπόμενες στην εν λόγω διάταξη επιτροπές.


4. Επειδή, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, οι οποίες περιέχουν ολοκληρωμένο πλέγμα ρυθμίσεων για το θέμα της αποζημίωσης του ιδιοκτήτη ακινήτου επί του οποίου επιβάλλονται μέτρα περιοριστικά της ιδιοκτησίας με σκοπό την προστασία των στοιχείων του πολιτιστικού περιβάλλοντος, για τη διεκδίκηση της αποζημίωσης με βάση τις διατάξεις αυτές απαιτείται η υποβολή σχετικού αιτήματος του ενδιαφερόμενου ιδιοκτήτη, επί του οποίου αποφαίνεται ο Υπουργός Πολιτισμού με πράξη εκδιδόμενη ύστερα από γνώμη της οικείας επιτροπής. Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις αυτές του ν. 3028/2002, αν υποβληθεί σχετικό αίτημα από τον ιδιοκτήτη του βαρυνόμενου ακινήτου, η Διοίκηση οφείλει να διαλάβει ειδική κρίση εάν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής μιας από τις προβλεπόμενες στις ως άνω διατάξεις δυνατότητες, δηλαδή απ’ ευθείας εξαγοράς, αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ή καταβολής αποζημίωσης, ενόψει και του ισχύοντος στην περιοχή του ακινήτου πολεοδομικού καθεστώτος. Η απόφαση δε του Υπουργού Πολιτισμού, με την οποία ολοκληρώνεται η διαδικασία αυτή, αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, η οποία προσβάλλεται με αίτηση ακυρώσεως, δεδομένου ότι δεν προβλέπεται άλλο ένδικο βοήθημα κατ’ αυτής (πρβλ ΣτΕ 678/2021, 1880/2016 7μ., 4627/2013 7μ., 1284, 1277, 1228/2016, 2127/2014). Εφόσον δε με τις διατάξεις αυτές αναγνωρίζεται πλέον ρητώς δικαίωμα προς αποζημίωση λόγω επιβολής περιορισμών στην ιδιοκτησία για την προστασία πολιτιστικών στοιχείων και θεσπίζεται σχετική διαδικασία, ο ενδιαφερόμενος οφείλει να ασκήσει το δικαίωμά του με την τήρηση της διαδικασίας αυτής και δεν δικαιούται, πλέον, όπως είχε γίνει δεκτό υπό το προϊσχύσαν νομοθετικό καθεστώς, να ασκήσει αγωγή ερειδόμενη ευθέως στο άρθρο 24 παρ. 6 του Συντάγματος. Τούτο δε, γιατί με τις ανωτέρω ρυθμίσεις του άρθρου 19 του ν. 3028/2002 εξέλιπε το νομοθετικό κενό, για την κάλυψη του οποίου είχε γίνει δεκτή η δυνατότητα ευθείας αγωγής για αποζημίωση, έτσι ώστε η παράλειψη του νομοθέτη να θεσπίσει διατάξεις σχετικές με την αποζημίωση ιδιοκτήτη για την επιβολή ουσιωδών περιορισμών στην ιδιοκτησία του κατ’ εφαρμογή της νομοθεσίας για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς να μην οδηγεί σε αδρανοποίηση της ρητής συνταγματικής επιταγής για την καταβολή αυτής της αποζημίωσης (πρβλ ΣτΕ 678/2021, 1880/2016 7μ., 4627/2013 7μ., 1284, 1277, 1228/2016, 2127/2014). Εξάλλου, μέσω της διαδικασίας αυτής, ο ενδιαφερόμενος δικαιούται να απαιτήσει την ικανοποίηση κάθε είδους αξιώσεών του που πηγάζουν από τους ανωτέρω συγκεκριμένους περιορισμούς της ιδιοκτησίας του, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι απαιτήσεις για την κατά το παρελθόν στέρηση της χρήσης της. Αν δε τα αιτήματα αυτά αφορούν τόσο τον παρόντα όσο και τον διαδραμόντα χρόνο, δεν αποκλείεται να υποβληθούν και από κοινού (πρβλ. ΣτΕ 678/2021, 1709/2018, 1880/2016). Μπορεί όμως ο θιγόμενος ιδιοκτήτης αντί της αίτησης ακυρώσεως ή μετά την ακύρωση της πράξης αυτής να ασκήσει αγωγή αποζημίωσης με βάση το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (Εισ.Ν.Α.Κ.), ισχυριζόμενος ότι η εκδιδόμενη επί της αίτησής του εκτελεστή διοικητική πράξη, που δέχεται μόνο εν μέρει ή απορρίπτει την αίτηση αυτή, είναι παράνομη και ζημιογόνος για τον ίδιο (πρβλ. ΣτΕ 678/2021, 1709/2018, 1228/2016, 4627/2013). Επομένως, μετά τη θέσπιση των ανωτέρω ρυθμίσεων (του ν. 3028/2002 και της ως άνω κοινής υπουργικής απόφασης), απαραδέκτως ασκείται αγωγή αποζημίωσης κατ’ ευθεία επίκληση του άρθρου 24 παρ. 6 του Συντάγματος από τον θιγόμενο από μέτρα περιοριστικά της ιδιοκτησίας του χάριν της προστασίας πολιτιστικών αγαθών (πρβλ. ΣτΕ 678/2021, 1284/2016).


5. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (ΕισΝΑΚ, π.δ/μα 456/1984, Α΄ 164) ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης, που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. ...». Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ευθύνη προς αποζημίωση γεννάται από μη νόμιμες πράξεις ή παραλείψεις και από μη νόμιμες υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου ή από παραλείψεις οφειλόμενων νόμιμων ενεργειών αυτών, εφόσον οι πράξεις, οι υλικές ενέργειες ή παραλείψεις αυτές συνάπτονται με την οργάνωση και λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών (πρβλ. ΣτΕ 1369/2018, 7μ., 2837-9/2017, 2327, 2669/2015, 1190/2014, 4279/2013 κ.ά.). Πάντως, απαραίτητη προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημίωσης είναι και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας ή παράλειψης υλικής ενέργειας του οργάνου και της επελθούσας ζημίας. Αιτιώδης δε σύνδεσμος υπάρχει, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η πράξη ή η παράλειψη ή η υλική ενέργεια ή η παράλειψη υλικής ενέργειας είναι επαρκώς ικανή (πρόσφορη) και μπορεί αντικειμενικά, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία (πρβλ. ΣτΕ 717, 969/2018, 710/2016, 4097, 3696 /2015, 2429, 2224, 2202/2014 κ.ά.) και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (πρβλ. ΣτΕ 1532/2018, 3292/2017, 4097/2015, 1855/2014, 2271/2013 7μ.).


6. Επειδή, τέλος, στο άρθρο 197 του προαναφερθέντος ΚΔΔ ορίζεται ότι: «1. Δεδικασμένο δημιουργείται από τις τελεσίδικες και τις ανέκκλητες αποφάσεις, εφόσον οι τελευταίες δεν υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας, ως προς το, ουσιαστικό ή δικονομικό, διοικητικής φύσης ζήτημα που με αυτές κρίθηκε, εφόσον τούτο τελεί σε άμεση και αναγκαία συνάρτηση προς το συμπέρασμα που με τις ίδιες έγινε δεκτό. Δεδικασμένο δημιουργείται, επίσης, και όταν το, κατά την προηγούμενη περίοδο ζήτημα, κρίθηκε παρεμπιπτόντως, αν το δικαστήριο ήταν καθ’ ύλην αρμόδιο να το κρίνει, και εφόσον η απόφασή του γι’ αυτό ήταν αναγκαία προκειμένου τούτο να αποφανθεί για το κύριο ζήτημα. 2. … 3. Το αναφερόμενο στις προηγούμενες παραγράφους δεδικασμένο ισχύει υπέρ και κατά εκείνων που διατέλεσαν διάδικοι …» και στο άρθρο 5 ότι: «1. Τα δικαστήρια δεσμεύονται από τις αποφάσεις άλλων διοικητικών δικαστηρίων, κατά το μέρος που αυτές αποτελούν δεδικασμένο, σύμφωνα με όσα ορίζουν οι σχετικές διατάξεις. 2. … 3. … 4. Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το δεδικασμένο και αυτεπαγγέλτως, εφόσον τούτο προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας». Κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων της παρ. 1 του άρθρου 197 του Κ.Δ.Δ., ως κριθέν ζήτημα θεωρείται εκείνο, το οποίο αποτελεί αναγκαίο στήριγμα του συμπεράσματος που διατυπώνεται στο διατακτικό της απόφασης, όχι δε και κάθε άλλη κρίση της απόφασης, η οποία δεν είναι αναγκαία για την στήριξη του διατακτικού της (πρβλ. ΣτΕ 2625/2013, 3223/2008, 2564/2004).


7....... Το Μονομελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών (Τμήμα 26ο), με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή, κατά το το μέρος που ασκείτο επικουρικά κατ΄ επίκληση του άρθρου 24 παρ.6 του Συντάγματος ως απαράδεκτη, και ως αβάσιμη κατά το μέρος που ασκείτο κατ' επίκληση των διατάξεων του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ. Ειδικότερα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι εφόσον με την από 3.6.2014 αίτηση του εκκαλούντος δεν είχαν συνυποβληθεί όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά που τεκμηρίωναν τη συνδρομή των προϋποθέσεων καταβολής του αιτούμενου ποσού λόγω ουσιώδους οριστικής στέρησης χρήσης ακινήτου, δεν στοιχειοθετήθηκε παράλειψη της Διοίκησης να επιληφθεί και να εξετάσει το, ατελώς υποβληθέν, αίτημα, η δε προσκόμιση ενώπιον του δικαστηρίου του ως άνω εντύπου Ε9 δεν μπορεί να θεραπεύσει την παράλειψη προσκόμισης ενώπιον της διοικήσεως των απαιτούμενων δικαιολογητικών.


8. Επειδή, ήδη, με την κρινόμενη έφεση, ο εκκαλών ζητά την εξαφάνιση της ως άνω πρωτοδίκου αποφάσεως, προβάλλοντας ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών και των εν γένει αποδεικτικών στοιχείων δεν συμμορφώθηκε με το δεδικασμένο που απορρέει από την 2923/2016 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας και απέρριψε την αγωγή του, δεδομένου ότι, σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση, κρίθηκε τόσο το νόμιμο της υποβολής από τον ίδιο της από 3.6.2014 αιτήσεως για καταβολή της αιτούμενης αποζημιώσεως μετά των απαιτούμενων δικαιολογητικών όσο και η παράνομη παράλειψη των οργάνων του εφεσίβλητου να αποφανθούν επί της αιτήσεως αυτής, στοιχεία τα οποία κρίθηκαν με δύναμη δεδικασμένου και τελούν σε άμεση συνάρτηση προς τα γενόμενα δεκτά με την απόφαση αυτή. Εξάλλου, κατά τον αυτό ισχυρισμό του εκκαλούντος, εφόσον το Συμβούλιο της Επικρατείας, με την ως άνω απόφασή του, εξέτασε την νομιμότητα της προαναφερθείσας αιτήσεως καθώς και το ότι με αυτή είχαν συνυποβληθεί όλα τα απαιτούμενα εκ του νόμου δικαιολογητικά που τεκμηριώνουν την συνδρομή των προϋποθέσεων καταβολής του αιτούμενου ποσού αποζημιώσεως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεσμευόμενο από το σχετικό δεδικασμένο ως προς τα διοικητικής φύσεως ζητήματα αυτά, όφειλε να κρίνει ως μη νόμιμη την σιωπηρή απόρριψη της από 3.6.2014 αιτήσεώς του και συνακόλουθα να κρίνει ότι στοιχειοθετείται εν προκειμένω ευθύνη του εφεσιβλήτου προς αποκατάσταση της επελθούσας ζημίας από την μη καταβολή της ένδικης αποζημιώσεως. Περαιτέρω, ο εκκαλών, προβάλλει ότι, πέραν των ανωτέρω, εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν είχε υποβάλει όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, καθόσον από το περιεχόμενο της υποβληθείσας αιτήσεως προέκυπταν όλα τα αναγκαία στοιχεία που θεμελίωναν την αξίωσή του για αποζημίωση κατά τις διατάξεις του ν.3028/2002, η μη προσκόμιση δε κάποιων από αυτά (εκκαθαριστικά σημειώματα, δηλώσεις ΟΣΔΕ, Ε-9) δεν καθιστούσε σε κάθε περίπτωση την αίτησή του ατελή, όπως τούτο ισχύει άλλωστε και αναφορικά με την μη προσκόμιση ειδικότερα του εντύπου Ε-9, το οποίο δεν ήταν αναγκαίο, καθώς το ζήτημα της κυριότητας του επίμαχου αγρού αποδεικνυόταν από μόνη την προσκόμιση του τίτλου ιδιοκτησίας, ήτοι της πράξεως αποδοχής κληρονομίας, σε συνδυασμό με το πιστοποιητικό μεταγραφής του τίτλου αυτού στο αρμόδιο υποθηκοφυλακείο. Συνακόλουθα, κατά τον ισχυρισμό αυτό, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένως έκρινε το αίτημά του ως ατελώς υποβληθέν, ενώ αντιθέτως, όφειλε να κρίνει επί της βασιμότητας της αξιώσεώς του προς καταβολή της ένδικης αποζημιώσεως.


9. Επειδή, το Δικαστήριο, κατόπιν των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών, λαμβάνοντας υπόψη: α) ότι σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην 6η σκέψη, ως κριθέν ζήτημα, για το οποίο δημιουργείται δεδικασμένο, θεωρείται εκείνο, το οποίο αποτελεί αναγκαίο στήριγμα του συμπεράσματος που διατυπώνεται στο διατακτικό της απόφασης, β) ότι με την προαναφερθείσα 2923/2016 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ακυρώθηκε η παράλειψη της Διοίκησης να αποφανθεί επί της από 2.6.2014 αιτήσεως του εκκαλούντος ως προς την συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων των άρθρων 18 και 19 του ν.3028/2002 και να κρίνει, περαιτέρω, αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες στις διατάξεις αυτές προϋποθέσεις εφαρμογής τους για την αναγκαστική απαλλοτρίωση ή την εξαγορά του αγρού, καθώς και για την αποζημίωση του εκκαλούντος λόγω στέρησης της εκμετάλλευσης του εν λόγω αγρού, κρίνοντας ότι η σιωπηρή άρνηση να αποφανθεί η Διοίκηση επί της αίτησης του εκκαλούντος συνιστά παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, γ) ότι από την ως άνω απόφαση δημιουργείται δεδικασμένο μόνο ως προς το ζήτημα της άρνησης της διοικήσεως να αποφανθεί επί της αιτήσεως του εκκαλούντος και όχι επί της νομιμότητας της αιτήσεως αυτής ή της πληρότητας των προσκομισθέντων από τον εκκαλούντα στοιχείων, ως προς τα οποία δεν παράγεται δεδικασμένο από την απόφαση αυτή, δεδομένου ότι με την ίδια απόφαση δεν κρίθηκε η νομιμότητα της αιτήσεως ούτε εάν τα προσκομισθέντα από τον εκκαλούντα, ενώπιον της διοικήσεως, στοιχεία ήταν τα προβλεπόμενα εκ του νόμου και σύμφωνα με τα αιτηθέντα από τη διοίκηση, όπως αυτά καθορίσθηκαν με το *΄ ΕΠΚΑ προς τον εκκαλούντα, δ) ότι ο τελευταίος με την προαναφερθείσα αίτησή του συνυπέβαλε αντίγραφο του δελτίου αστυνομικής ταυτότητας, αντίγραφο της* αποδοχής κληρονομίας της Συμβολαιογράφου * και αντίγραφο του *πιστοποιητικού μεταγραφής της κ. Υποθηκοφύλακ*, όχι όμως έντυπο Ε9 επικυρωμένο από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., εκκαθαριστικά σημειώματα φόρου εισοδήματος και επικυρωμένη δήλωση Ο.Σ.Δ.Ε. (εάν ο αγρός καλλιεργείται), στοιχεία τα οποία και είχαν αιτηθεί από τον ίδιο σύμφωνα με το ανωτέρω * έγγραφο, τα οποία είναι κρίσιμα για τον προσδιορισμό, μεταξύ άλλων, και της αξίας του επίδικου ακινήτου προκειμένου να προσδιορισθεί το ύψος της σχετικής αποζημιώσεως και ε) ότι η έλλειψη των τελευταίων αυτών στοιχείων δεν μπορεί να καλυφθεί από την προσκόμιση άλλων στοιχείων (αποδοχή κληρονομίας και πιστοποιητικό μεταγραφής), ούτε άλλωστε από την προσκόμισή τους το πρώτον ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κρίνει ότι νομίμως απορρίφθηκε σιωπηρώς το υποβληθέν με την από * αίτηση του εκκαλούντος αίτημα περί καταβολής αποζημιώσεως ύψους 19.844,93 € κατά τις διατάξεις του ν.3028/2002, καθόσον η εν λόγω αίτηση του εκκαλούντος δεν συνοδευόταν από όλα τα προβλεπόμενα στοιχεία (πρβλ. ΣτΕ 1461/2018). Συνεπώς, δεν στοιχειοθετείται ευθύνη της διοικήσεως, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ομοίως, ορθά εκτίμησε τα πραγματικά περιστατικά, απορριπτομένων ως αβασίμων των περί του αντιθέτου προβαλλόμενων με την υπό κρίση έφεση. 


10. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω και μη προβαλλόμενου άλλου λόγου κατά της εκκαλούμενης αποφάσεως, η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί και να καταπέσει υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου το καταβληθέν παράβολο (άρθρο 277 παρ.9 του ΚΔΔ). Τέλος, κατ' εκτίμηση των περιστάσεων, πρέπει να απαλλαγεί ο εκκαλών των δικαστικών εξόδων του εφεσίβλητου (άρθρο 275 παρ.1 του ΚΔΔ).


ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ


Απορρίπτει την έφεση.



ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

  ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ -ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΕΝ ΟΨΕΙ   ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ (4...