Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

04 Φεβρουαρίου 2008

Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟΝ Κ ΥΠΟΥΡΓΟ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

Hμερομηνία δημοσίευσης: 03-02-08
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
Οχι στην απαξίωση του ΣτΕ

Των Επ. Σπηλιωτοπουλου, Χριστου Πολιτη και Νικου Κ. Αλιβιζατου *

Δεν είναι η πρώτη φορά, τα τελευταία χρόνια, που οι κυβερνώντες, με πρόσχημα την καθυστέρηση έργων ή τη βελτίωση της λειτουργίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, επιχειρούν να το απαξιώσουν.

Ετσι, το 1993, είχε επιχειρηθεί να αποδυναμωθεί με νόμο το Ε΄ Τμήμα, που είχε ασκήσει ενοχλητική για ορισμένους γνωμοδοτική αρμοδιότητα και είχε αναπτύξει νομολογία αποφασιστική για την προστασία του περιβάλλοντος. Το 2001 πάλι, παρ’ ολίγον να περάσει με την αναθεώρηση του Συντάγματος διάταξη που θα επέτρεπε στην εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία να αφαιρεί κατά βούληση από το Συμβούλιο κρίσιμες αρμοδιότητές του. Τέλος, με την υπό εξέλιξη συνταγματική αναθεώρηση και την πρόταση να συσταθεί Συνταγματικό Δικαστήριο, επιδιώκεται να αφαιρεθεί από τα ανώτατα δικαστήρια και κυρίως από το Συμβούλιο η κορωνίδα των αρμοδιοτήτων του, δηλαδή ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων. Τώρα, η απαξίωση του Συμβουλίου επιδιώκεται εκ πλαγίου, με τα μέτρα που πρότεινε ο υπουργός Δικαιοσύνης, θύμα καθώς φαίνεται κακής πληροφόρησης.

Τα μέτρα αυτά μοιάζουν εκ πρώτης όψεως ανώδυνα: από τη μια προτείνεται η σύσταση ενός καινούργιου Τμήματος, με αρμοδιότητα τον έλεγχο των δημόσιων συμβάσεων. Από την άλλη προτείνεται ένας δικαστής να μην μπορεί να υπηρετήσει στο ίδιο Τμήμα του Συμβουλίου περισσότερο από πέντε χρόνια.

Για τα μέτρα αυτά, η διοικητική Ολομέλεια του Συμβουλίου γνωμοδότησε ότι αντίκεινται στο Σύνταγμα. Ο δε υπουργός Δικαιοσύνης, αντιδικώντας, δηλώνει δημόσια ότι η γνωμοδότηση προέρχεται από ιδιοτελή κίνητρα και ανεπίτρεπτο κομματισμό.

Είναι όμως προφανές ότι τα μέτρα αυτά πλήττουν την ανεξαρτησία του δικαστηρίου.

Ετσι, η δημιουργία ενός ακόμη Τμήματος, χωρίς το ίδιο το δικαστήριο να το έχει ζητήσει, συνιστά ανεπίτρεπτη παρέμβαση στα εσωτερικά του. Εν πάση περιπτώσει, η κοινή λογική λέει ότι δεν θα επιταχύνει από μόνη της τους ρυθμούς του δικαστηρίου, αν ταυτόχρονα δεν ληφθούν γενναία και ριζικά μέτρα για τη μείωση του φόρτου του.

Η ανά πενταετία μετακίνηση των αντιπροέδρων, των συμβούλων και των παρέδρων από Τμήμα σε Τμήμα ώστε, σύμφωνα με τις ανοίκειες διατυπώσεις του κ. υπουργού, να αποτραπούν «παθογένειες» και «καθεστωτικές αντιλήψεις», δεν ανήκει ούτε στην κυβέρνηση ούτε στον νομοθέτη να την αποφασίζει, χωρίς τη γνώμη ή πρόταση του ίδιου του Συμβουλίου, διότι αποτελεί συστατικό στοιχείο της ανεξαρτησίας του και της άσκησης του δικαιοδοτικού του έργου. Ως εκ τούτου, ανήκει στο ίδιο το δικαστήριο να αποφασίζει γι’ αυτήν. Πολύ περισσότερο που η ρύθμιση, έτσι όπως προτείνεται, είναι φωτογραφική, αφού, καταλαμβάνοντας και τους ήδη υπηρετούντες, αποβλέπει στην άμεση απομάκρυνση συγκεκριμένων δικαστικών λειτουργών από τα Τμήματα στα οποία υπηρετούν σήμερα.

Πού οφείλεται όμως η συνεχιζόμενη αυτή επίθεση; Γιατί όλες οι κυβερνήσεις τα βάζουν με το Συμβούλιο της Επικρατείας;

Για λόγους που έχουν να κάνουν με τις ιδιομορφίες της σύγχρονης ιστορίας μας, το δικαστήριο αυτό αναδείχθηκε ως το πιο ανεξάρτητο δικαστήριο της νεότερης Ελλάδας. Γνωστότερο, όχι όμως και μοναδικό δείγμα της ανεξαρτησίας του ήταν η στάση που τήρησε κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας (1967-1974).

Η τελευταία αυτή διαπίστωση για την ανεξαρτησία του δικαστηρίου έχει ιδιαίτερη σημασία αν αναλογισθεί κανείς ότι διάδικος σε όλες τις υποθέσεις είναι η Διοίκηση. Μια Διοίκηση νοσούσα, και λόγω της πανθομολογούμενης δυστυχώς αλλά και διαχρονικής διαφθοράς της. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι, για τον πολίτη που αδικείται από το κράτος, το Συμβούλιο της Επικρατείας αποτελεί το τελευταίο καταφύγιο. Ισως γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο να ενοχλεί ορισμένους πολιτικούς, που προσάπτουν στους λειτουργούς του ανύπαρκτες σκοπιμότητες. Αρκεί να υπενθυμίσει κανείς τις απαράδεκτες επιθέσεις που έκαναν εναντίον του οι περισσότεροι από τους κατά καιρούς υπουργούς Περιβάλλοντος και Δημοσίων Εργων.

Αντί λοιπόν ο υπουργός Δικαιοσύνης, ως καθ’ ύλην αρμόδιος, να υπερασπισθεί το Συμβούλιο ως όφειλε, προτίμησε να ενταχθεί στους παραδοσιακούς επικριτές του. Και τούτο, χρησιμοποιώντας εξαιρετικά απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς, σαν να απευθυνόταν σε υφισταμένους του. Ως δικαιολογητικό λόγο της πρωτοβουλίας του επικαλείται τις 30.000 υποθέσεις που φαίνεται ότι εκκρεμούν σήμερα ενώπιον του δικαστηρίου, καθώς και τις καθυστερήσεις που σημειώνονται στην εκδίκασή τους.

Ο λόγος αυτός είναι προσχηματικός, αν αναλογισθεί κανείς ότι τις μισές τουλάχιστον από τις υποθέσεις αυτές τις προκάλεσε το ίδιο το Δημόσιο, είτε άμεσα, με την αδικαιολόγητη άσκηση ένδικων μέσων ακόμη και όταν τα κρίσιμα νομικά θέματα έχουν ήδη λυθεί από τη νομολογία του Συμβουλίου, είτε έμμεσα, λόγω γραφειοκρατίας και προπάντων έλλειψης επαρκούς κατάρτισης και ευθυνοφοβίας των αρμόδιων υπαλλήλων. Και ακόμη αν λάβει κανείς υπ’ όψη ότι, περισσότερο από κάθε άλλο παράγοντα, η παρελκυστική τακτική του Δημοσίου (μη αποστολή ή καθυστέρηση της αποστολής του φακέλου) είναι εκείνη που προκαλεί τις μεγάλες καθυστερήσεις στην εκδίκαση των υποθέσεων.

Δεν θα ήταν άσκοπο εν προκειμένω να υπομνησθεί ότι οι 5.000 αποφάσεις που το Συμβούλιο εκδίδει κατά μέσο όρο ετησίως είναι πολύ περισσότερες από τις αποφάσεις που εκδίδουν τα άλλα ανώτατα δικαστήρια της χώρας και οποιοδήποτε άλλο ευρωπαϊκό ανώτατο δικαστήριο, συμπεριλαμβανομένων του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στο Λουξεμβούργο και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στο Στρασβούργο.

Ως δικηγόροι, οι υπογράφοντες έχουν την τιμή να παρίστανται στο Συμβούλιο της Επικρατείας επί αρκετές δεκαετίες. Υπό την ιδιότητά τους αυτή, αλλά και ως πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, δεν έχουν τον παραμικρό δισταγμό να βεβαιώσουν ότι το Συμβούλιο με τη νομολογία του έχει θεμελιώσει την αρχή του Κράτους Δικαίου και έχει εμμείνει στην εμπέδωσή του. Οση επιστημονική κριτική μπορεί να κάνει κανείς σε ορισμένες αποφάσεις, και όσα επιμέρους προβλήματα και αν προκαλούν οι σημειούμενες καθυστερήσεις, η διαπίστωση αυτή δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από κανέναν καλόπιστο σχολιαστή.

Οταν η ανάγκη για σοβαρούς ελέγχους αναδεικνύεται ως άμεση προτεραιότητα για την εξυγίανση της δημόσιας ζωής του τόπου, η απαξίωση του Συμβουλίου της Επικρατείας από τον υπουργό Δικαιοσύνης, με προτάσεις που δεν συνάδουν προς το Σύνταγμα και με υβριστικό ύφος προς τους δικαστές του, προκαλεί λύπη και ανησυχία.

* Ο κ. Επ. Σπηλιωτόπουλος είναι ακαδημαϊκός, επίτιμος καθηγητής Διοικητικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, δικηγόρος. Ο κ. Χρίστος Πολίτης είναι δικηγόρος Αθηνών. Ο κ. Νίκος Κ. Αλιβιζάτος είναι καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, δικηγόρος.

ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

  ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ -ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΕΝ ΟΨΕΙ   ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ (4...