
Χ. ΚΑΣΤΑΝΙΔΗΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΗΝ ΑΝΑΔΕΙΞΗ ΤΗΣ ΗΓΕΣΙΑΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ * ΟΙ ΔΥΟ ΑΠΟΨΕΙΣ
Στόχος, η διαφάνεια στην επιλογή δικαστών
Ο κύβος ερρίφθη. Υστερα από έναν μεγάλο κύκλο συζητήσεων, φαίνεται ότι ήρθε η ώρα για την αποδόμηση του σημερινού συστήματος ανάδειξης της ηγεσίας της Δικαιοσύνης που πλέον έχει υπονομευθεί στη συνείδηση του νομικού κόσμου και της κοινής γνώμης.
Ολοι συμφωνούν ότι η ρίζα του κακού για το έλλειμμα εξωτερικής ανεξαρτησίας των δικαστών βρίσκεται στη συνταγματική αρμοδιότητα του υπουργικού συμβουλίου να επιλέγει τα πρόσωπα που στελεχώνουν τις κορυφαίες θέσεις της Δικαιοσύνης. Πάντως, και τα δύο κόμματα εξουσίας έχουν να επιδείξουν κακό παρελθόν και ευθύνονται για επιλογές που έγιναν με καθαρά κομματικά κριτήρια.
Ο υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Χ. Καστανίδης, σε εφαρμογή της προεκλογικής δέσμευσης του ΠΑΣΟΚ, εξήγγειλε ότι αναλαμβάνει πρωτοβουλία για αλλαγές στο ισχύον καθεστώς που θα σπάσουν τους δεσμούς εξάρτησης της εκάστοτε κυβέρνησης με τη Δικαιοσύνη. Το ζητούμενο είναι ο τρόπος.
Κατά την αναθεώρηση του 2001, το ΠΑΣΟΚ είχε εισηγηθεί την ανάδειξη της ηγεσίας της Δικαιοσύνης με προεπιλογή που θα πραγματοποιούσε ένα ευρύ ανώτατο δικαστικό συμβούλιο με τη συμμετοχή δικαστών, δικηγόρων και πανεπιστημιακών, δηλαδή εκπροσώπων του νομικού κόσμου - πρόταση που δεν έγινε δεκτή από τη Ν.Δ.
Το 2006
Πέντε χρόνια αργότερα στη συνταγματική αναθεώρηση του 2006 εισηγήθηκε τη συμμετοχή της Βουλής στη διαδικασία της επιλογής, χωρίς να θίγεται η αρμοδιότητα του υπουργικού συμβουλίου. Τονιζόταν μάλιστα ότι η διαδικασία αυτή θα μπορούσε να θεσπιστεί χωρίς αναθεώρηση του Συντάγματος, και στο επίπεδο της κοινής νομοθεσίας και του Κανονισμού της Βουλής, κάτι που επιχειρείται σήμερα. Σύμφωνα με την πρόταση, τουλάχιστον τρία προτεινόμενα πρόσωπα για κάθε θέση που πρόκειται να πληρωθεί θα περνούν από ακρόαση ενώπιον της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, που θα συντάσσει σχετική έκθεση χωρίς κατάταξη. Στα πλεονεκτήματα της δημόσιας ακρόασης καταγράφεται ότι προσφέρει διαφάνεια, καθιστά πιο ουσιαστική τη διερεύνηση και αξιολόγηση της προσωπικότητας και των αντιλήψεων των δικαστικών λειτουργών που πρόκειται να καταλάβουν τις ανώτατες θέσεις και παράλληλα ενισχύει τη δημοκρατική συνείδηση του δικαστή που εκδίδει τις αποφάσεις στο όνομα του ελληνικού λαού.
Πρόσφατα ο σημερινός υπουργός Αμυνας Ευάγγ. Βενιζέλος με άρθρο του στην «Ε» εισηγήθηκε η επιλογή να γίνεται όχι από το υπουργικό συμβούλιο αλλά από τη Βουλή, με αυξημένη πλειοψηφία δύο τρίτων μεταξύ ενός εύλογου αριθμού υποψηφίων που έχουν επαρκή προϋπηρεσία, χωρίς να καταστρατηγείται η επετηρίδα αλλά και χωρίς να ακυρώνεται η δυνατότητα επιλογής των ικανοτέρων. Με δεδομένο ότι η αναθεώρηση του Συντάγματος τοποθετείται χρονικά μετά το 2012, υποστήριξε ότι μέχρι τότε η σχετική διαδικασία μπορεί να εισαχθεί με τις αναγκαίες τροποποιήσεις ως νομοθετική αυτοδέσμευση του υπουργικού συμβουλίου που θα εξακολουθεί να λαμβάνει τυπικά την απόφαση.
Μεγαλύτερες διαστάσεις
Υπάρχουν πάντως και εκείνοι που εκτιμούν ότι το θέμα του τρόπου επιλογής της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων υπερτονίζεται και έχει λάβει διαστάσεις μάλλον μεγαλύτερες από τη σημασία που πραγματικά έχει. Θυμίζουν όσα ισχύουν στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, όπου ανατίθεται στο Κοινοβούλιο και / ή στην κυβέρνηση ρόλος στην επιλογή ακόμη και των απλών μελών των ανωτάτων δικαστηρίων προκειμένου προφανώς να διασφαλιστεί μία έστω έμμεση και περιορισμένη δημοκρατική νομιμοποίηση της διαδικασίας επιλογής. Και επιπλέον τη σοφή συνταγματική διάταξη που έγινε με την αναθεώρηση του 2001 και καθόρισε την τετραετία ως μέγιστο χρόνο θητείας των προέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων, ώστε να αποτραπούν θεαματικές ανατροπές της επετηρίδας που είχαν εμφανιστεί τα προηγούμενα χρόνια.
Οι υπέρμαχοι της άποψης ότι θα πρέπει να γίνουν επιμέρους αλλαγές και όχι πλήρης ανατροπή του συστήματος, ακόμη και με αναθεώρηση του Συντάγματος, εστιάζουν κυρίως στο μεγάλο πρόβλημα της εσωτερικής ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης. Ο καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Κ. Χρυσόγονος εκτιμά ότι σημασία δεν έχει τόσο η επιλογή των προσώπων όσο η μείωση της παντοδυναμίας των προέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων. Να μην έχουν, δηλαδή, ουσιαστικές αρμοδιότητες, όπως να καθορίζουν τις δικαστικές συνθέσεις και να αποφασίζουν ως επικεφαλής συλλογικών οργάνων (ΑΔΣ, Ολομέλειες) για τις υπηρεσιακές μεταβολές των δικαστών, χωρίς τη δέσμευση ενός συστήματος αντικειμενικών κριτηρίων.
Η αλλαγή του τρόπου επιλογής των ανωτάτων δικαστών αποτελεί και πάγιο αίτημα του νομικού κόσμου, χωρίς να υπάρχει σύμπλευση στο πώς πρέπει να γίνει αυτή η αλλαγή. Η Ενωση Εισαγγελέων Ελλάδος ζητεί η ηγεσία της Δικαιοσύνης να επιλέγεται από τη Βουλή με αυξημένη διακομματική πλειοψηφία, ενώ η Ενωση Δικαστών και Εισαγγελέων προκρίνει το σύστημα της προεπιλογής των υποψηφίων με μυστική ψηφοφορία από τις Ολομέλειες των δικαστηρίων και τελική αρμοδιότητα του υπουργικού συμβουλίου ή της Βουλής ή τριμερούς οργάνου (πρόεδρος της Βουλής, πρόεδρος της κυβέρνησης, Πρόεδρος της Δημοκρατίας).
Αντίθετα, οι δικηγόροι προτιμούν να μην υπάρχουν καθόλου εξαρτήσεις από την εκάστοτε πολιτική εξουσία. Ζητούν επιλογή από ευρύ εκλεκτορικό σώμα.*