Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μουσουλμανικό Τέμενος. Θρησκευτική Ελευθερία. ΜΕ ΣΧΟΛΙΟ ΑΝΤΩΝΗ ΑΡΓΥΡΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μουσουλμανικό Τέμενος. Θρησκευτική Ελευθερία. ΜΕ ΣΧΟΛΙΟ ΑΝΤΩΝΗ ΑΡΓΥΡΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

10 Οκτωβρίου 2015

Μουσουλμανικό Τέμενος. Θρησκευτική Ελευθερία.ΣΤΕ 2399/2014

Μουσουλμανικό Τέμενος. Θρησκευτική Ελευθερία. ΜΕ ΣΧΟΛΙΟ ΑΝΤΩΝΗ ΑΡΓΥΡΟΥ

Αριθμός 2399/2014
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Μουσουλμανικό Τέμενος. Θρησκευτική Ελευθερία. Με έννομο συμφέρον ασκούν οι αιτούντος την αίτηση, διότι  είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι, και κάτοικοι είτε του Δήμου Αθηναίων είτε άλλων Δήμων της Αττικής, εφ’ όσον η σημασία και οι επιπτώσεις λειτουργίας του ισλαμικού τεμένους εξέρχονται των ορίων του Δήμου Αθηναίων. Η προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση, εν όψει του περιεχομένου της (εγγραφή του έργου, στο οποίο αφορά η επίμαχη χρηματοδότηση, στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και μεταφορά της σχετικής πιστώσεως από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων του Υπουργείου Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων) έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογήν της προπαρατεθείσης διατάξεως της παραγράφου 5 του άρθρου 3 του ν. 3512/2006, την οποία και επικαλείται στο προοίμιό της, δεδομένου δε ότι αφορά στην χρηματοδότηση της κατασκευής του συγκεκριμένου ισλαμικού τεμένους, δεν έχει κανονιστικό, αλλά ατομικό χαρακτήρα. Η προσβαλλόμενη δεν παραβιάζει το δικαίωμα ελεύθερης αναπτύξεως της προσωπικότητας των αιτούντων και την αρχή της αναλογικότητας, ούτε και το άρθρο 26 του Συντάγματος, διότι εκδόθηκε με βάση την μνημονευόμενη στο προοίμιό της διάταξη του άρθρου 3 παράγραφος 5 του ν. 3512/2006 (όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 29 παράγραφος 5 στοιχ. ii του ν. 4014/2011) και δεν ερείδεται στις πολεοδομικού και ρυμοτομικού περιεχομένου ρυθμίσεις των παραγράφων 1, 2, και 3 του άρθρου αυτού, έχει δε ως αντικείμενο το διαφορετικό ζήτημα της χρηματοδότησης για την κάλυψη των δαπανών κατασκευής του ισλαμικού τεμένους.  Η προσβαλλόμενη δεν αντίκειται ούτε στα άρθρα 4 και 26 Σ, εφόσον η διάταξη στην οποία αυτή ερείδεται εξυπηρετεί το γενικό δημόσιο συμφέρον και στην αιτιολογική έκθεση παρατίθενται οι λόγοι που ο νομοθέτης θεώρησε αναγκαίους για την επιβολή της. Στην προκειμένη υπόθεση με τις επίμαχες διατάξεις δεν ρυθμίζεται απλώς το ζήτημα της δημιουργίας λατρευτικού χώρου της μουσουλμανικής θρησκείας, αλλά εισάγεται γενικότερο πλαίσιο που κρίθηκε από το νομοθέτη πρόσφορο και αναγκαίο προκειμένου να εξασφαλισθεί η δυνατότητα στους μουσουλμάνους οι οποίοι ζουν στην Αττική να ασκούν τα λατρευτικά τους καθήκοντα κατά τρόπο σύμφωνο και με το γενικότερο δημόσιο συμφέρον. Όπως προκύπτει δε από τα προπαρασκευαστικά στοιχεία του νόμου, ο νομοθέτης θεώρησε αναγκαία τη θέσπιση του νομοθετικού αυτού πλαισίου, αφού έλαβε υπόψη ειδικές συνθήκες που σχετίζονται με τις ανάγκες της μουσουλμανικής κοινότητας της Αττικής και επηρεάζουν την άσκηση των λατρευτικών καθηκόντων της, όπως είναι ο μεγάλος αριθμός μουσουλμάνων που διαμένουν στην περιοχή αυτή της Χώρας, η απουσία συνολικής και ενιαίας έκφρασης της μουσουλμανικής κοινότητας και το γεγονός ότι για την άσκηση των λατρευτικών αναγκών της λειτουργούν εκατόν είκοσι περίπου παράνομα «τζαμιά». Τα δεδομένα αυτά συνιστούν τα κριτήρια της επίμαχης νομοθετικής επιλογής, τα οποία δεν αντιβαίνουν, αλλ’ αντιθέτως συνάδουν προς τις συνταγματικές αρχές της ελευθερίας εκδηλώσεως των θρησκευτικών πεποιθήσεων και της ισότητας, ο έλεγχος δε της ουσιαστικής αξιολόγησης από το νομοθέτη των πραγματικών αυτών δεδομένων και της ορθότητας της νομοθετικής ρύθμισης που στηρίζεται στα παραπάνω κριτήρια δεν ανήκει την εξουσία του δικαστηρίου. Αντίθετη η μειοψηφία (αρ. 14 παρ. 2 εδάφ. α, 20, 21 και 27 παρ. 3 του Π.Δ. 18/1989, αρ. 4 παρ. 2 του ν. 2479/1997, αρ. 1, 2, 3 και 4 του ν. 3512/2006, αρ. 29 παρ. 5 στοιχεία i, ii και iii του ν. 4014/2011, π.δ. της 20.9.1995, αρ. 1 του ν. 3342/2005, αρ. 33 του ν. 3492/2006, αρ. 29 παρ. 1 του ν. 590/1977 «Περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος», αρ. 1 του αν. ν. 1363/1938, αρ. 1 του α.ν. 1672/1939, αρ. 3, 4, 13, 20 παρ. 1, 24, 26 και 28 του Συντάγματος, αρ. 9 της ΕΣΔΑ).

(…) Επειδή, με την αίτηση ακυρώσεως, η οποία παραδεκτώς συμπληρώνεται με το από 25.1.2013 δικόγραφο πρόσθετων λόγων, ζητείται η ακύρωση της ΕΥΔΕΚ/οικ/760/7.11.2011 κοινής αποφάσεως της Υπουργού Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων και του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, με την οποία προβλέπεται «η χρηματοδότηση των πάσης φύσεως δαπανών για την υλοποίηση του έργου της μετασκευής του πρώην Κεντρικού Συνεργείου Αυτοκινήτων Ναυτικού (ΚΣΑΝ) σε χρήση τεμένους… να γίνει από ενάριθμο έργο που θα εγγραφεί για τον σκοπό αυτό στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, στο οποίο θα μεταφερθεί η αντίστοιχη πίστωση από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων του Υπουργείου Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων».
Επειδή, στον νόμο 3512/2006 «Ισλαμικό Τέμενος και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ 264 Α΄) ορίζονται τα εξής: Άρθρο 1 «Ιδρύεται Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, με την επωνυμία "Διοικούσα Επιτροπή Ισλαμικού Τεμένους Αθηνών", που εδρεύει στα όρια του Δήμου Αθηναίων, εποπτεύεται από τον Υπουργό Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, μη υπαγόμενο στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.» Άρθρο 2 «Σκοπός του Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού δικαίου "Διοικούσα Επιτροπή Ισλαμικού Τεμένους Αθηνών" είναι η διοίκηση, διαχείριση και συντήρηση του Ισλαμικού Τεμένους που θα ανεγερθεί στα όρια του Δήμου Αθηναίων για την κάλυψη των θρησκευτικών αναγκών των μουσουλμάνων που διαβιούν στην Αττική.» Περαιτέρω, στο άρθρο 3 του νόμου αυτού ορίσθηκε ότι «Η ανέγερση του Τεμένους θα γίνει από τη Δ/νση Εφαρμογής Εκπαιδευτικών Σχεδίων του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και με δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, σε έκταση που θα παραχωρηθεί από το Δημόσιο, σύμφωνα με τους όρους και τους περιορισμούς δόμησης που καθορίζονται με προεδρικό διάταγμα, μετά από πρόταση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Εργων και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.», το άρθρο, όμως, αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 5 στοιχείο ii του ν.4014/2011 (ΦΕΚ Α 209/21.9.2011), ως εξής: «1. Σε τμήμα του δημόσιου ακινήτου (Α.Β.Κ. 46) που περιλαμβάνεται στο Ο.Τ. 25 της περιοχής «Βοτανικού» του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Αθηναίων, συνολικής έκτασης 850 τ.μ., όπως εμφαίνεται στο σχετικό πρωτότυπο κτηματογραφικό διάγραμμα εφαρμογής (δύο πινακίδες) σε κλίμακα 1:1.000, που θεωρήθηκε από την Προϊσταμένη Οργανισμού Ρυθμιστικού Σχεδίου Αθήνας με την από 23.3.2011 πράξη της και που αντίτυπό του σε φωτοσμίκρυνση δημοσιεύεται με τον παρόντα νόμο στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εντός του κόκκινου περιγράμματος που φαίνεται στο ίδιο διάγραμμα με στοιχεία Α` Β` Γ` Δ` Ε` Ζ` Η` Θ` Ι` Κ` Λ` Μ` Ν` Ξ` Ο` Α`, επιτρέπεται η εγκατάσταση και κατασκευή Τεμένους, περιλαμβανομένων και των απαραίτητων κτηρίων υποστηρικτικών λειτουργιών (χώροι υγιεινής κ.λπ.) μέσω της κατάλληλης προς τούτο μετασκευής υφιστάμενων κτηρίων. 2. Η μελέτη για την εγκατάσταση και η κατασκευή του Τεμένους για λογαριασμό του Δημοσίου θα γίνει από την Ειδική Υπηρεσία Δημοσίων Έργων Κτιριακών (Ε.Υ.Δ.Ε.Κ.) της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, σύμφωνα με τους όρους και τους περιορισμούς δόμησης που καθορίζονται με το π.δ. της 20.9.1995 (Δ` 1049), και θα βαρύνει το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων του Υπουργείου Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων. 3. Η οικοδομική άδεια για την εγκατάσταση και κατασκευή του Τεμένους, περιλαμβανομένων και των απαραίτητων κτηρίων υποστηρικτικών λειτουργιών (χώροι υγιεινής κ.λπ.) χορηγείται ή αναθεωρείται από τη Διεύθυνση Οικοδομικών και Κτηριοδομικών Κανονισμών του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 3342/2005 (Α` 131), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 33 του ν. 3492/2006 (Α` 210). 4. Μετά την ολοκλήρωση της κατασκευής, η χρήση του Τεμένους παραχωρείται από το Δημόσιο δωρεάν, για αόριστο χρόνο, στο Ν.Π.Ι.Δ. του άρθρου 1, με σκοπό τη Διοίκηση, διαχείριση και συντήρηση του, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 2. 5. Με αποφάσεις των αρμόδιων Υπουργών ρυθμίζονται οι ειδικές λεπτομέρειες της χρηματοδότησης του έργου, των αποφαινόμενων οργάνων, ο χρόνος έναρξης της παραχώρησης της χρήσης της παραγράφου 4, καθώς και κάθε σχετικό θέμα για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.» Τέλος, στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 του ν. 3512/2006, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παράγραφος 5 στοιχείο iii του ν. 4014/2011, προβλέπεται ότι «1. Το Τέμενος ανήκει κατά κυριότητα στον παραχωρήσαντα τη χρήση». Εξ άλλου, με το άρθρο 3 του προεδρικού διατάγματος της 20.9.1995 Έγκριση πολεοδομικής μελέτης αναθεώρησης και επέκτασης τμημάτων των δήμων Αθηναίων, Αγίου Ιωάννη Ρέντη, Αιγάλεω, Περιστερίου και Ταύρου (περιοχή Ελαιώνα) (Ν. Αττικής)» (ΦΕΚ 1049 Δ της 30.11.1995) καθορίζονταν οι χρήσεις γης στην εν λόγω περιοχή, τα δύο δε πρώτα εδάφια της παραγράφου 8 του εν λόγω άρθρου 3, όπως αντικαταστάθηκαν με την διάταξη του άρθρου 29 παρ. 5, στοιχείο i του ως άνω νόμου 4014/2011, ορίζουν τα εξής: «Μέσα στους κοινόχρηστους χώρους επιτρέπεται ο καθορισμός χώρων κοινωνικών, πολιτιστικών και θρησκευτικών λειτουργιών σε ποσοστό μέχρι 5%. Στους χώρους αυτούς επιτρέπονται οι χρήσεις: εστιατόρια, αναψυκτήρια, χώροι συνάθροισης κοινού, πολιτιστικά κτήρια, κτήρια εκπαίδευσης, υπαίθριες αθλητικές εγκαταστάσεις, κτήρια κοινωνικής πρόνοιας και θρησκευτικοί χώροι».
Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι με το Δ11α/0/4/65-Ω/ 16.9.2011 έγγραφο του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Έργων του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, προσδιορίσθηκε σε 1.100.000 ευρώ η προϋπολογιζόμενη δαπάνη κατασκευής του ισλαμικού τεμένους, συμπεριλαμβανομένης της αμοιβής του τεχνικού συμβούλου ύψους 153.750 ευρώ, ζητήθηκε δε με το έγγραφο αυτό από το Υπουργείο Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων να μεριμνήσει για τη μεταφορά του εν λόγω ποσού στη Συλλογική Απόφαση Έργου (ΣΑΕ) 073 του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων προκειμένου «να εγγραφεί νέο ενάριθμο έργο για την υλοποίηση του έργου κατασκευής του τεμένους». Ακολούθως, μετά την δημοσίευση του νόμου 4014/2011, ο Υπουργός Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων με το Δ11α/0/8/68-Φ50 /28.9.2011 έγγραφό του προς το Υπουργείο Περιφερειακής Ανάπτυξης ζήτησε την ένταξη του έργου της κατασκευής του τεμένους στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων του Υπουργείου του, αναφέροντας ότι «οι δαπάνες του έργου θα βαρύνουν το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων του Υπουργείου Παιδείας, το οποίο δεσμεύθηκε να μεταφέρει τα σχετικά κονδύλια στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων του Υπουργείου μας», ενώ με την 21.10.2011 απόφασή του ο εν λόγω Υπουργός ενέκρινε τη διάθεση πιστώσεως ύψους 153.385,55 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α., εις βάρος των πιστώσεων του ενάριθμου έργου 1981 ΣΕ 07300000 της προαναφερόμενης Συλλογικής Απόφασης Έργου (ΣΑΕ) 073 (η οποία περιελάμβανε το έργο «Διαρρύθμιση χώρων και εγκαταστάσεων κτιρίων στεγάσεως υπηρεσιών ΥΠΕΧΩΔΕ κατασκήνωσης Μαλακάσας»), για τη σύναψη συμβάσεως παροχής υπηρεσιών τεχνικού συμβούλου με συγκεκριμένη σύμπραξη μελετητικών γραφείων για την υποβοήθηση της Ειδικής Υπηρεσίας Δημοσίων Έργων Κτιριακών (ΕΥΔΕΚ) της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων στην υλοποίηση του ισλαμικού τεμένους. Επακολούθησε στις 7.11.2011 η έκδοση της προσβαλλόμενης κοινής αποφάσεως της Υπουργού Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων και του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, η οποία εκδόθηκε κατ’ επίκλησιν της διατάξεως της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 3512/2006 (όπως αυτό αντικαταστάθηκε με την παρ. 5, στοιχείο ii, του άρθρου 29 του ν. 4014/2011), με την οποία αποφασίσθηκε ότι «η χρηματοδότηση των πάσης φύσεως δαπανών για την υλοποίηση του έργου της μετασκευής του πρώην Κεντρικού Συνεργείου Αυτοκινήτων Ναυτικού (ΚΣΑΝ) σε χρήση Τεμένους που περιλαμβάνει, τόσο τη δαπάνη για την ανάθεση καθηκόντων Συμβούλου για την υποβοήθηση της ΕΥΔΕΚ στην εκπόνηση των σχετικών μελετών και τη σύνταξη των τευχών δημοπράτησης, όσο και τις δαπάνες για την κατασκευή και θέση σε λειτουργία του υπόψη έργου, να γίνει από ενάριθμο έργο που θα εγγραφεί για το σκοπό αυτό στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων του ΥΠ.Υ.ΜΕ.ΔΙ., στο οποίο θα μεταφερθεί η αντίστοιχη πίστωση από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων του Υπουργείου Παιδείας Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων».
Επειδή, στην κρινόμενη αίτηση αναφέρεται ότι οι αιτούντες (φυσικά πρόσωπα) είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι, όπως δε προκύπτει από τα προσκομιζόμενα συμβολαιογραφικά πληρεξούσια και αντίγραφα Δελτίου Αστυνομικής Ταυτότητας, είναι κάτοικοι είτε του Δήμου Αθηναίων (ειδικώς δε οι έκτος και δέκατος εξ αυτών κάτοικοι περιοχής Βοτανικού), είτε άλλων Δήμων της Αττικής. Εξ άλλου, η προσβαλλόμενη πράξη αφορά στην κρατική χρηματοδότηση της κατασκευής ισλαμικού τεμένους στην περιοχή Βοτανικού του Δήμου Αθηναίων, η λειτουργία δε αυτού, κατά το άρθρο 2 του ν. 3512/2006, αποσκοπεί στην κάλυψη των θρησκευτικών αναγκών των μουσουλμάνων που διαβιούν στην Αττική. Με τα δεδομένα αυτά, εφ’ όσον η σημασία και οι επιπτώσεις λειτουργίας του ως άνω ισλαμικού τεμένους εξέρχονται των ορίων του Δήμου Αθηναίων, οι δεύτερος, τρίτος, έκτη, έβδομος, ένατος και δέκατος εκ των αιτούντων, ως κάτοικοι Δήμων της Αττικής, έχουν έννομο συμφέρον για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως (βλ. Ολομ. ΣΕ 1970/2012, σκ. 10, 3920/2010, σκ. 4, 3059/2009, σκ. 7, 676/2005, σκ. 5 κ.α.). Περαιτέρω, και ο πέμπτος των αιτούντων «Εξωραϊστικός- φυσιολατρικός και πολιτιστικός Σύλλογος Βοτανικού- Ρουφ «Η ΑΘΗΝΑ», έχει επίσης έννομο συμφέρον, εφ’ όσον σκοπός του είναι, κατά το άρθρο 2 του καταστατικού του, «η κοινωνική, πολιτιστική, πνευματική ανάπτυξη, η ανάπλαση και ο εξωραϊσμός της περιοχής Βοτανικού- Ρουφ, των μελών του Συλλόγου και των κατοίκων». Τέλος, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν ως προς τους ανωτέρω αιτούντες (φυσικά πρόσωπα), και ο πρώτος εξ αυτών έχει, πάντως, έννομο συμφέρον ως κάτοικος του Δήμου Πειραιώς, ανεξαρτήτως δηλαδή αν θα δικαιολογούσε το έννομο συμφέρον του για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως η ιδιότητά του ως θρησκευτικού λειτουργού της Ορθοδόξου Εκκλησίας ή, ειδικότερα, ως Μητροπολίτη….. Κατά τη συγκλίνουσα γνώμη των Συμβούλων Νικολάου Ρόζου, Βαρβάρας Ραφτοπούλου και Δημητρίου Μακρή, ο πρώτος των αιτούντων έχει έννομο συμφέρον μόνον υπό την ιδιότητά του ως κατοίκου Πειραιώς, όχι όμως υπό την ιδιότητά του ως Μητροπολίτη …., εν όψει του άρθρου 29 παράγραφος 1 του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος (ν. 590/1977 «Περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος», ΦΕΚ 146 Α’ ), εφ’ όσον το ανωτέρω ισλαμικό τέμενος θα ανεγερθεί σε χώρο ευρισκόμενο εκτός της μητροπολιτικής του περιφερείας, ενώ κατά τη συγκλίνουσα γνώμη των Συμβούλων Διονυσίου Μαρινάκη, Γεωργίου Παπαγεωργίου και Γεωργίου Ποταμιά, με την οποία συντάχθηκε και η Πάρεδρος Κωνσταντίνα Κονιδιτσιώτου, εφ’ όσον αντικείμενο της επίμαχης κρατικής χρηματοδοτήσεως είναι η κατασκευή λατρευτικού χώρου της μουσουλμανικής θρησκείας, ο πρώτος των αιτούντων έχει έννομο συμφέρον όχι μόνον ως κάτοικος Πειραιώς, αλλά, προεχόντως, ως θρησκευτικός λειτουργός της, επικρατούσης κατά το άρθρο 3 του Συντάγματος, Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας, μάλιστα δε, εν όψει και της κατά τα άνω υπερτοπικής σημασίας του εν λόγω λατρευτικού χώρου, ως Μητροπολίτης Μητροπόλεως της Αττικής. Μειοψήφησαν ο Πρόεδρος Κωνσταντίνος Μενουδάκος και οι Σύμβουλοι Ι. Μαντζουράνης, Αικ. Σακελλαροπούλου, Αικ. Χριστοφορίδου, Π. Καρλή, Μ. Σταματελάτου και Α. Καλογεροπούλου, οι οποίοι διετύπωσαν την ακόλουθη γνώμη: Ο πρώτος αιτών, ο οποίος ασκεί την κρινόμενη αίτηση με την ιδιότητα του Μητροπολίτη …. την οποία και επικαλείται προς θεμελίωση εννόμου συμφέροντος, απαραδέκτως στρέφεται κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία αφορά έργο που δεν εμπίπτει στην περιφέρεια της Μητροπόλεως … διότι σύμφωνα με το άρθρο 29 παρ. 1, σε συνδυασμό προς το άρθρο 1 παρ. 4, του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος νομιμοποιείται να ασκεί, με την ιδιότητα του αυτή, δηλαδή του οργάνου διοίκησης νομικού προσώπου, τις αρμοδιότητές του μόνο στην περιφέρεια της Μητροπόλεώς του. Εξάλλου, ο ανωτέρω αιτών στερείται εννόμου συμφέροντος για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως με την ιδιότητα του θρησκευτικού λειτουργού της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας εφ’ όσον η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά τη δημιουργία λατρευτικού χώρου άλλης θρησκείας.
Επειδή, υπέρ του κύρους της προσβαλλόμενης πράξεως παρεμβαίνουν με κοινό δικόγραφο ο …., υπό την ιδιότητα του Μουφτή ….αλλά και για τον εαυτό του προσωπικώς, και η Μουφτεία Κομοτηνής, το δικόγραφο δε αυτό υπογράφεται από δικηγόρο ως πληρεξούσιο των ανωτέρω παρεμβαινόντων, ο οποίος, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, ζήτησε και έλαβε από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, κατά το άρθρο 27 παρ. 3 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), προθεσμία μέχρι τις 13.5.2013 για τη νομιμοποίησή του. Όμως, η σχετική συμβολαιογραφική πράξη παροχής πληρεξουσιότητος … προσκομίσθηκε στο Δικαστήριο μετά την εκπνοή της ως άνω προθεσμίας, εν όψει δε τούτου, η εν λόγω παρέμβαση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, κατά τις διατάξεις του ως άνω άρθρου 27 του π.δ. 18/1989, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 4 παρ. 2 του ν. 2479/1997 (Α’ 67).
Επειδή, η προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση, εν όψει του περιεχομένου της (εγγραφή του έργου, στο οποίο αφορά η επίμαχη χρηματοδότηση, στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων και μεταφορά της σχετικής πιστώσεως από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων του Υπουργείου Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων) έχει εκδοθεί κατ’ εφαρμογήν της προπαρατεθείσης διατάξεως της παραγράφου 5 του άρθρου 3 του ν. 3512/2006, την οποία και επικαλείται στο προοίμιό της, δεδομένου δε ότι αφορά στην χρηματοδότηση της κατασκευής του συγκεκριμένου ισλαμικού τεμένους, δεν έχει κανονιστικό, αλλά ατομικό χαρακτήρα.
Επειδή, εφ’ όσον, κατά τα ανωτέρω, με την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξεως δεν ασκείται κανονιστική αρμοδιότητα, είναι απορριπτέοι, ως ερειδόμενοι επί ανακριβούς προϋποθέσεως, οι λόγοι ακυρώσεως, με τους οποίους προβάλλεται ότι η ως άνω παράγραφος 5 του άρθρου 3 του ν. 3512/2006, στην οποία στηρίζεται η έκδοση της προσβαλλόμενης πράξεως, αντίκειται στο άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος, αφενός μεν λόγω αοριστίας της παρεχομένης με αυτήν εξουσιοδοτήσεως, αφετέρου δε διότι το ζήτημα της χρηματοδοτήσεως της κατασκευής του ισλαμικού τεμένους δεν αποτελεί, κατά την έννοια της εν λόγω συνταγματικής διατάξεως, «ειδικότερο» ζήτημα, ή ζήτημα τοπικού ενδιαφέροντος, τεχνικό ή λεπτομερειακό.
Επειδή, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία αφορά στη χρηματοδότηση της κατασκευής του ισλαμικού τεμένους, είναι ακυρωτέα, διότι η εγκατάσταση αυτού στη συγκεκριμένη περιοχή (Βοτανικού), εν όψει των επιπτώσεων που θα έχει η λειτουργία αυτού (συγκέντρωση μεγάλου αριθμού μουσουλμάνων για προσευχή, ηχητικές οχλήσεις, προβλήματα κυκλοφορίας) στην καθημερινή ζωή των περιοίκων, στο φυσικό, πολιτιστικό και ανθρωπογενές περιβάλλον και στην αισθητική της πόλεως, αφενός μεν προσβάλλει το δικαίωμα ελεύθερης αναπτύξεως της προσωπικότητας των αιτούντων και την αρχή της αναλογικότητας, αφετέρου δε, στερείται της απαιτουμένης, κατά τα άρθρα 24 και 26 του Συντάγματος και τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, αιτιολογίας, εφ’ όσον δεν προκύπτει η ύπαρξη εξαιρετικών λόγων που δικαιολογούν τη συγκεκριμένη χωροθέτηση απ’ ευθείας με διάταξη νόμου και δεν έχει προηγηθεί σχετική περιβαλλοντική εκτίμηση, δεν έχουν διερευνηθεί εναλλακτικές λύσεις ολιγότερο επαχθείς για το περιβάλλον (π.χ. με επιλογή ολιγότερο πυκνοκατοικημένων περιοχών) ούτε έχουν προβλεφθεί σχετικοί περιορισμοί στη λειτουργία του τεμένους.
Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις που παρατίθενται στη σκέψη 4, με το ν. 3512/2006, ιδρύθηκε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, υπαγόμενο στην εποπτεία του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, ήδη Παιδείας και Θρησκευμάτων, με σκοπό τη διοίκηση, διαχείριση και συντήρηση Ισλαμικού Τεμένους. Με τα άρθρα 2 και 3 του νόμου αυτού ορίσθηκε ότι το τέμενος πρόκειται να ανεγερθεί στην περιφέρεια του Δήμου Αθηναίων, σε έκταση που θα παραχωρηθεί από το Δημόσιο, και με τα επόμενα άρθρα ρυθμίστηκαν τα θέματα οργάνωσης και λειτουργίας του νομικού αυτού προσώπου, όπως τα όργανα διοίκησης, η επιλογή και τα καθήκοντα του θρησκευτικού λειτουργού, το προσωπικό, οι πόροι και ο διαχειριστικός έλεγχος. Στην αιτιολογική έκθεση του παραπάνω νόμου αναφέρεται, πλην άλλων, ότι η Κυβέρνηση ανέλαβε την πρωτοβουλία να προωθήσει προς ψήφιση το σχετικό σχέδιο νόμου διότι «απουσίαζε ένας επίσημος χώρος λατρείας, στον οποίο οι μουσουλμάνοι της Αττικής να μπορούν να εκτελούν ακωλύτως τα θρησκευτικά τους καθήκοντα, όπως επιτάσσει το άρθρο 13 του Συντάγματος και οι σχετικές διεθνείς συμβάσεις που έχει υπογράψει η χώρα μας, ιδίως δε η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου», ενώ είχαν ικανοποιηθεί από το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων «τα τελευταία χρόνια όλες σχεδόν οι αιτήσεις των θρησκευτικών κοινοτήτων για άδειες ίδρυσης και λειτουργίας χώρων λατρείας (καθολικών, προτεσταντών, μαρτύρων του Ιεχωβά κ.λπ.).». Ακολούθως, με τις προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 4014/2011 αντικαταστάθηκαν τα δύο πρώτα εδάφια της παραγράφου 8 του άρθρου 3 του εγκριτικού της πολεοδομικής μελέτης της περιοχής του Ελαιώνα π. δ/τος της 20.9.1995 και το ως άνω άρθρο 3 του ν. 3512/2006. Με τις νέες αυτές διατάξεις αφενός προστέθηκαν οι «θρησκευτικοί χώροι» στις χρήσεις που, με βάση τις αντικαθιστώμενες διατάξεις του π. δ/τος της 20.9.1995, επιτρέπονται στους κοινόχρηστους χώρους της περιοχής αυτής, και αφετέρου καθορίστηκε ο συγκεκριμένος χώρος ανέγερσης του τεμένους και περαιτέρω ρυθμίστηκαν θέματα που αφορούν τη χρηματοδότηση της μελέτης και της κατασκευής του έργου αυτού, την αρμόδια για την έκδοση της σχετικής οικοδομικής αδείας υπηρεσίας και την παραχώρηση της χρήσης του τεμένους. Όπως αναφέρεται δε στην αιτιολογική έκθεση του εν λόγω ν. 4014/2011, η παραπάνω πολεοδομική ρύθμιση που θεσπίζεται με το νόμο αυτόν στηρίζεται στην από 29.6.2011 απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής του Οργανισμού Αθήνας που εκδόθηκε με βάση «αναλυτική μελέτη-εισήγηση της Προϊσταμένης του Οργανισμού Αθήνας». Στην προκειμένη υπόθεση, η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε με βάση την μνημονευόμενη στο προοίμιό της διάταξη του άρθρου 3 παράγραφος 5 του ν. 3512/2006 (όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 29 παράγραφος 5 στοιχ. ii του ν. 4014/2011) και δεν ερείδεται στις πολεοδομικού και ρυμοτομικού περιεχομένου ρυθμίσεις των παραγράφων 1, 2, και 3 του άρθρου αυτού, έχει δε ως αντικείμενο το διαφορετικό ζήτημα της χρηματοδότησης για την κάλυψη των δαπανών κατασκευής του ισλαμικού τεμένους. Εξάλλου, η απόφαση αυτή δεν συναρτάται με τη χορήγηση της προβλεπόμενης από την εν λόγω παράγραφο 3 οικοδομικής αδείας για την κατασκευή του τεμένους και των αναγκαίων κτηρίων υποστηρικτικών λειτουργιών ούτε με την έκδοση άλλων αδειών και εγκριτικών πράξεων που τυχόν απαιτούνται για την εκτέλεση των σχετικών εργασιών και για τη λειτουργία του τεμένους. Κατά συνέπεια, οι ανωτέρω λόγοι ακυρώσεως, με τους οποίους αμφισβητείται η συνταγματικότητα των διατάξεων των ν. 3512/2006 και 4014/2011 που αφορούν τη χωροθέτηση του τεμένους απαραδέκτως προβάλλονται κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως και είναι, ως εκ τούτου απορριπτέοι. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Διονύσιος Μαρινάκης, Γεώργιος Παπαγεωργίου, Μαρία Καραμανώφ, Γεώργιος Ποταμιάς, Ηρακλής Τσακόπουλος, Μαρίνα Παπαδοπούλου, Θεόδωρος Αραβάνης και Παρασκευή Μπραϊμη, οι οποίοι υπεστήριξαν την εξής γνώμη: Η χωροθέτηση οποιουδήποτε έργου, ως ατομική ρύθμιση χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού, τελεί, κατά το άρθρο 24 του Συντάγματος υπό συγκεκριμένες ουσιαστικές και διαδικαστικές προϋποθέσεις (Ολομ. ΣΕ 1970/2012, σκ. 12, 3059/2009, σκ. 18), όταν δε, κατ’ εξαίρεσιν, καίτοι αποτελεί ατομική ρύθμιση, επιχειρείται από τη νομοθετική εξουσία, πρέπει, εν όψει και των άρθρων 26 και 4 του Συντάγματος, α) να αιτιολογείται από την άποψη της συνδρομής των εξαιρετικών προς τούτο λόγων, οι οποίοι πρέπει να προκύπτουν από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του νόμου και υπό την προϋπόθεση ότι με τις ρυθμίσεις αυτές δεν θίγονται ατομικά δικαιώματα και δεν παραβιάζονται άλλες συνταγματικές διατάξεις ή αρχές, καθώς και οι σχετικοί ορισμοί του κοινοτικού δικαίου (Ολομ. ΣΕ 3050/2009, σκ. 12, 1847/2008, σκ. 11), και β) να γίνεται κατόπιν εκτιμήσεως ειδικής επιστημονικής μελέτης (Ολομ. ΣΕ 1970/2012, σκ. 11, 123/2007, σκ. 8, 415/2011, σκ. 11). Ζητήματα νομιμότητος της χωροθετήσεως και μάλιστα συνταγματικότητος χωροθετήσεως που επιχειρείται με ατομική ρύθμιση νόμου (η οποία συνιστά και την βάση για άλλες ρυθμίσεις του νόμου) παραδεκτώς προβάλλονται και εξετάζονται επ’ ευκαιρία προσβολής κάθε διοικητικής πράξεως, η νομιμότητα της οποίας προϋποθέτει τη νομιμότητα της χωροθετήσεως (Ολομ. ΣΕ 1847/2008, σκ. 12), τούτο δε ανεξαρτήτως αν ο νόμος προβλέπει περαιτέρω την έκδοση οικοδομικής αδείας (Ολομ. ΣΕ 1847/2008, σκ. 7). Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη πράξη αφορά, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 3 του νόμου 3512/2006 (όπως ισχύει), βάσει της οποίας έχει εκδοθεί, στην, προβλεπόμενη από την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού, κρατική χρηματοδότηση της κατασκευής του ισλαμικού τεμένους∙ πρόκριμα, όμως, της εν λόγω κρατικής χρηματοδοτήσεως και προϋπόθεση της νομιμότητάς της είναι, εκτός άλλων, η επιλογή του συγκεκριμένου χώρου στον οποίο θα κατασκευαστεί το τέμενος (χωροθέτηση) και η εν ευρεία εννοία νομιμότητα της επιλογής αυτής, ειδικότερα δε η συνταγματικότητα της σχετικής ατομικής ρυθμίσεως του νόμου, ήτοι της παρ. 2 του ανωτέρω άρθρου (δεν αφορά δε στην εν λόγω χωροθέτηση η, αναφερόμενη στην αιτιολογική έκθεση του νόμου 4014/2011, απόφαση, από 26.9.2011, της εκτελεστικής επιτροπής του Οργανισμού Αθήνας, διότι ως μόνο αντικείμενο έχει την συμπλήρωση των επιτρεπομένων χρήσεων της ευρύτερης περιοχής του Ελαιώνα, ενώ δεν στηρίζεται σε καμία «αναλυτική μελέτη», όπως αναφέρεται στην ως άνω αιτιολογική έκθεση, αλλά σε απλή εισήγηση της Προϊσταμένης του εν λόγω Οργανισμού). Εν όψει τούτου, οι περιγραφόμενοι στην προηγούμενη σκέψη λόγοι ακυρώσεως, οι οποίοι ανάγονται στην εν ευρεία εννοία νομιμότητα της, κατά την παράγραφο 2 του ανωτέρω άρθρου, χωροθετήσεως του συγκεκριμένου ισλαμικού τεμένους (νομίμου προϋποθέσεως της επίμαχης κρατικής χρηματοδοτήσεως της κατασκευής αυτού), παραδεκτώς προβάλλονται και είναι εξεταστέοι ως προς τη βασιμότητά τους, είναι δε αδιάφορο αν τέτοιοι λόγοι ακυρώσεως μπορούν να προβληθούν και με αίτηση ακυρώσεως που τυχόν θα ασκηθεί κατά της οικοδομικής αδείας που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου.
Επειδή προβάλλεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 3512/2006, όπως έχουν αντικατασταθεί από τις διατάξεις του άρθρου 29 παρ. 5 στοιχείο ii του ν. 4014/2011, αντίκεινται στις αρχές της διακρίσεως των εξουσιών και της ισότητος (άρθρα 26 και 4 του Συντάγματος), κατά το μέρος που με αυτές θεσπίζονται ατομικές ρυθμίσεις -όχι μόνον ως προς την χωροθέτηση του τεμένους ή περιβαλλοντικά εν γένει ζητήματα- χωρίς η επιλογή της νομοθετικής οδού να αιτιολογείται ειδικώς ούτε καθ’ εαυτήν ούτε εν σχέσει προς τη μη τήρηση των διαδικασιών που προβλέπονται από τη, σύμφωνη με το Σύνταγμα, νομοθεσία περί ιδρύσεως και λειτουργίας λατρευτικών χώρων (άρθρο 1 του αν. ν. 1363/1938, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του α.ν. 1672/1939 Α΄ 123).
Επειδή, με τις διατάξεις του ν. 3512/2006, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 29 παρ. 5 του ν. 4014/2011, εισάγεται συνολική ρύθμιση με σκοπό να παρασχεθεί η δυνατότητα στους μουσουλμάνους που ζουν στην Αττική να ασκούν τα λατρευτικά τους καθήκοντα κατά τρόπο σύμφωνο με το γενικότερο δημόσιο συμφέρον. Η ρύθμιση αυτή, η οποία δεν περιορίζεται στο ζήτημα της ίδρυσης και λειτουργίας λατρευτικού χώρου, αλλά έχει ευρύτερο αντικείμενο με κεντρικό στοιχείο την ίδρυση νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου και την ανάθεση στο νομικό αυτό πρόσωπο της διοίκησης, της διαχείρισης και της συντήρησης του τεμένους που πρόκειται να ανεγερθεί, θεσπίστηκε για λόγους, οι οποίοι προκύπτουν από τα προπαρασκευαστικά στοιχεία του νόμου και κυρίως την αιτιολογική έκθεση και το πρακτικό της σχετικής συνεδρίασης της Βουλής και για τους οποίους θεωρήθηκε αναγκαίο η ρύθμιση να αποκτήσει «επί της ουσίας διαχειριστικό χαρακτήρα» (βλ. αγόρευση της Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων Μ. Γιαννάκου στη συνεδρίαση ΙΖ΄ της 7.11.2004 της Ολομελείας της Βουλής). Όπως ειδικότερα προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση, οι λόγοι, για τους οποίους ο νομοθέτης θεώρησε αναγκαία τη ρύθμιση που εισάγεται με τις ανωτέρω διατάξεις σχετίζονται κυρίως με το μεγάλο αριθμό μουσουλμάνων που διαμένουν στην Αττική, την απουσία ενιαίας έκφρασης του μουσουλμανικού στοιχείου και την ανάγκη διασφάλισης της λατρευτικής έκφρασης κάθε θρησκευτικής κοινότητας που, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση, αποτελεί μία από τις κύριες εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής. Με τα δεδομένα αυτά, οι διατάξεις των προαναφερόμενων νόμων, κατά το μέρος που αποτελούν έρεισμα ή προϋπόθεση για την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και, ως εκ τούτου, ενόψει όσων έγιναν δεκτά με τη σκέψη 11, μπορούν να ελεγχθούν στην παρούσα δίκη, δεν αντίκεινται στις συνταγματικές αρχές της διακρίσεως των εξουσιών και της ισότητας από την άποψη που προβάλλεται με τον ανωτέρω λόγο ακυρώσεως, δεδομένου ότι, εν πάση περιπτώσει, προκύπτουν οι λόγοι, για τους οποίους ο νομοθέτης, κατά την ουσιαστική εκτίμησή του, η ορθότητα της οποίας δεν υπόκειται καταρχήν σε δικαστικό έλεγχο, θεώρησε αναγκαία την ένταξη των διατάξεων αυτών στην παραπάνω συνολική νομοθετική ρύθμιση, για την επιβολή της οποίας ως συνόλου δεν προβλέπεται αρμοδιότητα οργάνων της εκτελεστικής λειτουργίας και δεν θεσπίζεται σχετική διοικητική διαδικασία και η οποία αποβλέπει, μάλιστα, σε σκοπό τον οποίο θάλπει το Σύνταγμα, δηλαδή σε άρση δυσχερειών στην άσκηση της λατρείας από τους μουσουλμάνους που διαβιούν στην Αττική, είναι δε αδιάφορο αν η πλειοψηφία του πληθυσμού αυτού είναι ή όχι Έλληνες πολίτες. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ανωτέρω λόγος ακυρώσεως. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Γεώργιος Παπαγεωργίου και Γεώργιος Ποταμιάς, οι οποίοι υπεστήριξαν την εξής άποψη: Όπως συνάγεται από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 26 του Συντάγματος, δεν αποκλείεται μεν, κατ’ απόκλιση από την συνήθη διοικητική διαδικασία που προβλέπεται από την κειμένη νομοθεσία, θέσπιση με τυπικό νόμο ατομικών ρυθμίσεων, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι με τις ρυθμίσεις αυτές δεν παραβιάζονται άλλες συνταγματικές διατάξεις ή αρχές. Δεδομένου ότι πρόκειται, πάντως, για απόκλιση από την αρχή της διακρίσεως των λειτουργιών, η θέσπιση ατομικών ρυθμίσεων με τυπικό νόμο είναι δυνατή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και, επομένως, οι λόγοι, οι οποίοι επιβάλλουν την ανωτέρω απόκλιση και οι οποίοι δεν ανάγονται στην διαδικασία ψηφίσεως του νόμου, αλλά στις προϋποθέσεις ασκήσεως της νομοθετικής λειτουργίας, πρέπει να προκύπτουν από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του νόμου. Ο έλεγχος δε της απαιτούμενης από το Σύνταγμα συνδρομής των προϋποθέσεων αυτών υπόκειται στον οριακό έλεγχο του δικαστή ( ΣΕ 2979/2009, σκ. 5). Η ανωτέρω εξαιρετική δυνατότητα του νομοθέτη να θεσπίζει ατομικές ρυθμίσεις υπό τις προεκτεθείσες προϋποθέσεις, συντρέχει, ειδικότερα, ενόψει και του άρθρου 24 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, και προκειμένου για ατομικές πράξεις χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού (Ολομ. ΣΕ 1847/2008, σκ. 11, 3059/2009 σκ. 12 κ.α.). Εν προκειμένω, από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ν. 3512/2006 συνάγεται ότι για την κάλυψη των θρησκευτικών αναγκών των μουσουλμάνων που διαβιούν στην Αττική προβλέπεται η λειτουργία εντός των ορίων του Δήμου Αθηναίων ισλαμικού τεμένους (άρθρο 2), για την διοίκηση, διαχείριση και συντήρηση του οποίου ιδρύεται ν.π.ι.δ. μη κερδοσκοπικού χαρακτήρος (άρθρα 1 και 2). Περαιτέρω, με το άρθρο 3 του νόμου αυτού, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 5 στοιχείο ii του ν. 4014/2011, προβλέπεται η εγκατάσταση του ισλαμικού τεμένους σε τμήμα δημοσίου ακινήτου (που προσδιορίζεται επακριβώς στην παρ. 1 του εν λόγω άρθρου) και η κρατική χρηματοδότηση της μελέτης για την εγκατάστασή του και της κατασκευής αυτού (παρ. 2) καθώς και η δωρεάν, επ’ αόριστον, παραχώρηση από το Δημόσιο της χρήσεως του εν λόγω τεμένους στο ανωτέρω ν.π.ι.δ. (παρ. 4). Από το σύνολο των ρυθμίσεων τούτων συνάγεται, όπως προκύπτει και από την αιτιολογική έκθεση του νόμου 3512/2006 («Η Κυβέρνηση αναλαμβάνει την πρωτοβουλία να δημιουργήσει ένα τέμενος στην Αθήνα») ότι κεντρικό στοιχείο των ρυθμίσεων αυτών δεν είναι η ίδρυση ενός νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, αλλά η ίδρυση, κατασκευή, και λειτουργία ισλαμικού τεμένους (στο οποίο και μόνον αναφέρεται ο τίτλος του νόμου)∙ ο σκοπός άλλωστε του νόμου αυτού (κάλυψη των θρησκευτικών αναγκών των μουσουλμάνων) υπηρετείται δια του τεμένους, καθ’ εαυτό, και όχι δια του συνιστωμένου νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, που αποτελεί απλώς τον φορέα διοικήσεως και διαχειρίσεως, ήτοι το νομικό «περίβλημα», του τεμένους. Όμως, για καμία, από τις επιχειρούμενες με τις εν λόγω διατάξεις του νόμου ατομικές ρυθμίσεις δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται, κατά τα εκτεθέντα, από τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1, 26, 28 και 4 του Συντάγματος. Και τούτο, διότι α) ούτε για τη λειτουργία του συγκεκριμένου τεμένους (για τη διοίκηση, διαχείριση και συντήρηση του οποίου προβλέφθηκε η ίδρυση συγκεκριμένου ν.π.ι.δ.), ούτε για την χωροθέτησή του, ούτε για την δωρεάν παραχώρηση δημοσίας εκτάσεως για την ανέγερσή του, ούτε, τέλος, για την κρατική χρηματοδότηση της κατασκευής του -η οποία (χρηματοδότηση) προϋποθέτει όλα τα ανωτέρω- προκύπτει από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του ν. 3512/2006 ή του ν. 4014/2011, η συνδρομή εξαιρετικών περιστάσεων που δικαιολογούν την θέσπιση των σχετικών ατομικών ρυθμίσεων με νόμο∙ αντιθέτως, για τις εν λόγω ατομικές ρυθμίσεις δεν συντρέχει καν λόγος δημοσίου, εθνικού ή γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, αφού με αυτές εξυπηρετείται αποκλειστικά το συμφέρον συγκεκριμένης ομάδας προσώπων (θρησκευτικής κοινότητος), η οποία μάλιστα, κατά τα κοινώς γνωστά, δεν απαρτίζεται, κατά πλειοψηφίαν, από Έλληνες πολίτες και β) με τις ανωτέρω ρυθμίσεις παραβιάζονται αα)το άρθρο 24 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, προεχόντως διότι η χωροθέτηση του τεμένους έγινε χωρίς να προηγηθεί ειδική επιστημονική μελέτη για τις περιβαλλοντικές του επιπτώσεις (Ολομ. ΣΕ 1970/2012 σκ. 11, 416-418/2011 σκ. 12, 3500/2009 σκ. 16, 123/2007, σκ. 8) και ββ) το άρθρο 13 του Συντάγματος -τόσον αυτοτελώς όσον και σε συνδυασμό με την αρχή της ισότητος (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος)- αφού η διάταξη αυτή, που καθιερώνει το ατομικό δικαίωμα της ανεμπόδιστης, υπό την προστασία των νόμων, λατρείας, εκλαμβάνεται εσφαλμένως από το νομοθέτη (βλ. αιτιολογική έκθεση ν. 3512/2006 και Πρακτικά Βουλής 7.11.2006 σελ. 894) ως δημιουργούσα για την Πολιτεία υποχρέωση κατασκευής και λειτουργίας, με κρατική χρηματοδότηση, λατρευτικού χώρου σε συγκεκριμένη θρησκευτική κοινότητα, μη ανήκουσα, μάλιστα, στην, κατά το άρθρο 3 του Συντάγματος, επικρατούσα θρησκεία. Είναι, επομένως, βάσιμος και θα έπρεπε να γίνει δεκτός ο ανωτέρω λόγος ακυρώσεως.
Επειδή προβάλλεται ότι, ενώ η ανέγερση και λειτουργία λατρευτικού χώρου οποιουδήποτε δόγματος ή θρησκείας (πλην της επικρατούσης, κατά το άρθρο 3 του Συντάγματος, θρησκείας) χωρεί σύμφωνα με τη σχετική πάγια νομοθεσία ( άρθρο 1 του αν. ν. 1363/1938, όπως αντικαταστάθηκε και ισχύει με το άρθρο 1 του αν. ν. 1672/1939), κατόπιν διοικητικής αδείας, η οποία χορηγείται κατόπιν αιτήσεως των μελών της οικείας θρησκευτικής κοινότητος, τα οποία και αναλαμβάνουν την σχετική δαπάνη, εν προκειμένω, ειδικώς για την θρησκευτική κοινότητα των μουσουλμάνων της Αττικής, η Πολιτεία, παρακάμπτοντας την ως άνω πάγια γενικής εφαρμογής διαδικασία, προβαίνει στην ίδρυση του συγκεκριμένου τεμένους και του διοικούντος αυτό ν.π.ι.δ. με νόμο, αναλαμβάνοντας μάλιστα η ίδια και την δαπάνη της κατασκευής και λειτουργίας του, χωρίς να συντρέχει λόγος που να δικαιολογεί την παράκαμψη της ως άνω νόμιμης πάγιας σχετικής διαδικασίας και το ειδικότερο περιεχόμενο των ρυθμίσεων αυτών. Εν όψει τούτων, προβάλλεται ότι οι ειδικές αυτές νομοθετικές ρυθμίσεις για την, κατ’ απόκλισιν από τις πάγιες σχετικές διατάξεις, κατασκευή και λειτουργία του συγκεκριμένου λατρευτικού χώρου της εν λόγω θρησκευτικής κοινότητος και, ιδίως, η πρόβλεψη της κρατικής χρηματοδοτήσεως της κατασκευής και λειτουργίας αυτού, συνιστούν προνομιακή μεταχείριση της συγκεκριμένης ως άνω θρησκευτικής κοινότητος και αντίκεινται στα άρθρα 13 παρ. 2 και 4 του Συντάγματος.
Επειδή, στο άρθρο 13 του Συντάγματος ορίζονται τα εξής : «1. Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη. Η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός. 2. Κάθε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη και τα σχετικά με τη λατρεία της τελούνται ανεμπόδιστα υπό την προστασία των νόμων. Η άσκηση της λατρείας δεν επιτρέπεται να προσβάλλει τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη. Ο προσηλυτισμός απαγορεύεται. 3. … 4. Κανένας δεν μπορεί, εξ αιτίας των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, να απαλλαγεί από την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του προς το Κράτος ή να αρνηθεί να συμμορφωθεί προς τους νόμους. 5. …». Στο δε άρθρο 9 της Σύμβασης «για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών» (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 (Α΄ 256), ορίζονται τα εξής : «1. Παν πρόσωπον δικαιούται εις την ελευθερίαν σκέψεως, συνειδήσεως και θρησκείας. Το δικαίωμα τούτο επάγεται την ελευθερίαν αλλαγής θρησκείας ή πεποιθήσεων, ως και την ελευθερίαν εκδηλώσεως της θρησκείας ή των πεποιθήσεων μεμονωμένως, ή συλλογικώς δημοσία ή κατ’ ιδίαν, δια της λατρείας, της παιδείας και της ασκήσεως των θρησκευτικών καθηκόντων και τελετουργιών. 2. Η ελευθερία εκδηλώσεως της θρησκείας ή των πεποιθήσεων δεν επιτρέπεται να αποτελέση αντικείμενον ετέρων περιορισμών πέραν των προβλεπομένων υπό του νόμου και αποτελούντων αναγκαία μέτρα, εν δημοκρατική κοινωνία, δια την δημοσίαν ασφάλειαν, την προάσπισιν της δημοσίας τάξεως, υγείας και της ηθικής, ή την προάσπισιν των δικαιωμάτων και των ελευθεριών άλλων». Εξ άλλου, το άρθρο 1 του αν. ν. 1363/1938 (Α΄ 305), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του αν. ν. 1672/1939 (Α΄ 123), ορίζει τα εξής : «Δια την ανέγερσιν ή λειτουργίαν Ναού οιουδήποτε δόγματος προαπαιτείται άδεια της οικείας ανεγνωρισμένης εκκλησιαστικής αρχής και του Υπουργείου Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας, κατά τα δια Β. Δ/τος, εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας, ειδικώτερον καθορισθησόμενα. Ναοί ή ευκτήριοι οίκοι από της δημοσιεύσεως του κατά την προηγουμένην παράγραφον Β. Δ/τος ανεγειρόμενοι ή λειτουργούντες άνευ της τηρήσεως των εν αυτώ διατυπώσεων ή εγκαθιστώμενοι και λειτουργούντες εντός οικημάτων ή αποθηκών ή οιασδήποτε φύσεως κτισμάτων ή στεγάστρων κατά μετατροπήν πάντων τούτων κλείονται και σφραγίζονται υπό της οικείας Αστυνομικής Αρχής, απαγορευομένης της λειτουργίας αυτών, οι δ’ ανεγείροντες ή θέντες εις λειτουργίαν τιμωρούνται δια χρηματικής ποινής μέχρι 50.000 δραχμών και φυλακίσεως μέχρις 6 μηνών. …». Κατ’ επίκλησιν των ως άνω διατάξεων εκδόθηκε το Β. Δ/γμα της 20.5/2.6.1939 (Α΄ 220), το οποίο ορίζει στις παραγράφους 1 και 3 του άρθρου 1 τα εξής : «1. Δια την έκδοσιν της υπό της παρ. 1 του άρθρου 1 του Α. Νόμου 1672/1939 προβλεπομένης αδείας προς ανέγερσιν ή λειτουργίαν Ναών, μη υπαγομένων εις τας διατάξεις της εκάστοτε κειμένης περί Ναών και εφημερίων της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος Νομοθεσίας, απαιτούνται τα εξής : ……. 2. … 3. Δια την χορήγησιν αδείας ανεγέρσεως ή λειτουργίας ευκτηρίου οίκου ή θρησκευτικού εντευκτηρίου δεν έχουσιν εφαρμογήν αι διατάξεις της παρ. 1 εδαφ. α’ και β’ του παρόντος, επαφιεμένης εις το Υπουργείον Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας της κρίσεως, εάν συντρέχουσιν ουσιαστικοί λόγοι προς χορήγησιν της σχετικής αδείας. Προς τούτο οι ενδιαφερόμενοι υποβάλλουσι δια του ποιμένος αυτών αίτησιν εις το Υπουργείον Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας ενυπόγραφον, κεκυρωμένην ως προς το γνήσιον της υπογραφής υπό του Δημάρχου ή Προέδρου της Κοινότητος. Εν τη αιτήσει αναγράφονται και αι διευθύνσεις των κατοικιών των αιτούντων. Κατά τα λοιπά ισχύουσιν αι διατάξεις του εδαφ. γ’ της παρ. 1 του παρόντος άρθρου».
Επειδή από την ανωτέρω παρατιθέμενη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 13 του Συντάγματος απορρέει υποχρέωση του Κράτους να διασφαλίζει την ανεμπόδιστη άσκηση της λατρείας για όλα τα πρόσωπα που διαμένουν στην Ελλάδα, σε οποιαδήποτε θρησκευτική κοινότητα και αν ανήκουν, με την προϋπόθεση ότι οι θρησκευτικές πεποιθήσεις τους αποτελούν γνωστή, κατά την έννοια της συνταγματικής αυτής διάταξης, θρησκεία και με μόνο περαιτέρω περιορισμό ότι με την άσκηση των λατρευτικών καθηκόντων αφενός δεν προσβάλλεται η δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη και αφετέρου δεν διενεργείται προσηλυτισμός. Εξ άλλου, κατά τη θέσπιση κανόνων που αφορούν την άσκηση λατρευτικών καθηκόντων, δεν επιτρέπεται να εισάγονται προνομιακές ρυθμίσεις για ορισμένη θρησκεία, χωρίς, όμως, να αποκλείεται διαφοροποίηση των κανόνων αυτών αν, ενόψει των υφισταμένων πραγματικών συνθηκών και ιδιαιτεροτήτων, η διαφοροποίηση αυτή καθίσταται αναγκαία προκειμένου να διασφαλίζεται η ανεμπόδιστη άσκηση των λατρευτικών καθηκόντων από όσους ασπάζονται τη συγκεκριμένη θρησκεία, με την προϋπόθεση ότι οι κανόνες αυτοί δεν έχουν δυσμενείς συνέπειες για τις υπόλοιπες θρησκείες ή για τα πρόσωπα που δεν ανήκουν σε οποιαδήποτε θρησκεία. Στην προκειμένη υπόθεση, όπως εκτίθεται στη σκέψη 13, με τις επίμαχες διατάξεις δεν ρυθμίζεται απλώς το ζήτημα της δημιουργίας λατρευτικού χώρου της μουσουλμανικής θρησκείας, η ίδρυση και λειτουργία του οποίου θα ήταν δυνατόν να εγκριθεί κατ’ εφαρμογή των σχετικών γενικών διατάξεων για την ίδρυση ναών και ευκτηρίων οίκων οποιασδήποτε θρησκείας, στις οποίες περιλαμβάνονται οι ανωτέρω διατάξεις τις οποίες επικαλούνται οι αιτούντες, αλλά εισάγεται γενικότερο πλαίσιο που κρίθηκε από το νομοθέτη πρόσφορο και αναγκαίο προκειμένου να εξασφαλισθεί η δυνατότητα στους μουσουλμάνους οι οποίοι ζουν στην Αττική να ασκούν τα λατρευτικά τους καθήκοντα κατά τρόπο σύμφωνο και με το γενικότερο δημόσιο συμφέρον. Όπως προκύπτει δε από τα προπαρασκευαστικά στοιχεία του νόμου, ο νομοθέτης θεώρησε αναγκαία τη θέσπιση του νομοθετικού αυτού πλαισίου, αφού έλαβε υπόψη ειδικές συνθήκες που σχετίζονται με τις ανάγκες της μουσουλμανικής κοινότητας της Αττικής και επηρεάζουν την άσκηση των λατρευτικών καθηκόντων της, όπως είναι ο μεγάλος αριθμός μουσουλμάνων που διαμένουν στην περιοχή αυτή της Χώρας, η απουσία συνολικής και ενιαίας έκφρασης της μουσουλμανικής κοινότητας και το γεγονός ότι για την άσκηση των λατρευτικών αναγκών της λειτουργούν εκατόν είκοσι περίπου παράνομα «τζαμιά». Τα δεδομένα αυτά συνιστούν τα κριτήρια της επίμαχης νομοθετικής επιλογής, τα οποία δεν αντιβαίνουν, αλλ’ αντιθέτως συνάδουν προς τις συνταγματικές αρχές της ελευθερίας εκδηλώσεως των θρησκευτικών πεποιθήσεων και της ισότητας, ο έλεγχος δε της ουσιαστικής αξιολόγησης από το νομοθέτη των πραγματικών αυτών δεδομένων και της ορθότητας της νομοθετικής ρύθμισης που στηρίζεται στα παραπάνω κριτήρια δεν ανήκει την εξουσία του δικαστηρίου. Εν όψει αυτών, οι ανωτέρω λόγοι είναι απορριπτέοι. Κατά την ειδικότερη γνώμη των Συμβούλων Ι. Μαντζουράνη και Μιχ. Πικραμένου, επιπροσθέτως των ανωτέρω, με την εισαγωγή του εν λόγω πλαισίου από το νομοθέτη, διασφαλίζεται το δημόσιο συμφέρον και από την άποψη της ομαλής λειτουργίας της κοινωνικής ζωής στην περιοχή της Αττικής, όπου διαμένει μεγάλος αριθμός μουσουλμάνων, διότι οργανώνεται, κατά τρόπο που αρμόζει σε μια δημοκρατική και δικαιοκρατούμενη πολιτεία, η άσκηση των λατρευτικών καθηκόντων τους σ’ ένα χώρο ο οποίος εκπληρώνει τις αναγκαίες προς τούτο προϋποθέσεις. Ως εκ τούτου, αποτρέπεται η ανεξέλεγκτη λειτουργία παράνομων «τζαμιών» σε χώρους προορισμένους για κατοικία ή επαγγελματική στέγη, διεσπαρμένους σε ολόκληρη την πρωτεύουσα, με συνέπεια να διαμορφώνονται συνθήκες για αρμονικότερη συμβίωση προσώπων διαφορετικών θρησκευτικών πεποιθήσεων ή εν γένει διαφορετικών προελεύσεων που κατοικούν στην πιο πυκνοκατοικημένη περιοχή της Ελλάδος, η οποία δέχεται τις σοβαρότερες επιπτώσεις από την είσοδο μεγάλου αριθμού μεταναστών στη χώρα. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Διονύσιος Μαρινάκης, Γεώργιος Παπαγεωργίου, Μαρία Καραμανώφ, Γεώργιος Ποταμιάς, Μαρίνα Παπαδοπούλου, Βασίλειος Αραβαντινός και Παρασκευή Μπραΐμη, οι οποίοι διετύπωσαν την ακόλουθη άποψη: Το ατομικό δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας που κατοχυρώνεται με το άρθρο 13 του Συντάγματος περιλαμβάνει την ελευθερία της θρησκευτικής συνειδήσεως (παρ. 1) και την ελευθερία της εκδηλώσεως των θρησκευτικών πεποιθήσεων, με ρητή αναφορά στην ανεμπόδιστη άσκηση της λατρείας κάθε γνωστής θρησκείας (παρ. 2). Από την τελευταία αυτή ειδικότερη έκφανση του εν λόγω ατομικού δικαιώματος απορρέει για το Κράτος, κατά τη ρητή διατύπωση της ως άνω παραγράφου 2, η υποχρέωση αφενός μεν να μην παρακωλύει την άσκηση της λατρείας, αφετέρου δε να την προστατεύει με νόμους (βλ. π.χ. άρθρα 200 και 374 α Ποινικού Κώδικος). Περαιτέρω, από τα άρθρα 13 παρ. 1 του Συντάγματος και 9 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που κατοχυρώνουν την ελευθερία της θρησκευτικής συνειδήσεως, καθιερώνεται και η αρχή της θρησκευτικής ισότητος , ενώ από τις διατάξεις αυτές και εκείνες των άρθρων 13 παρ. 2 του Συντάγματος και 9 παρ.2 της ΕΣΔΑ συνάγεται και η , καταρχήν, υποχρέωση του Κράτους, στο πλαίσιο του σύμφυτου σε μια δημοκρατική πολιτεία θρησκευτικού πλουραλισμού, να τηρεί ουδέτερη και αμερόληπτη στάση έναντι όλων των θρησκευτικών κοινοτήτων (ΕΔΔΑ Hassan et Tchaouch κατά Βουλγαρίας, 26.10.2000 σκ. 60,62 , Eglise métropolitaine de Bessarabie κατά Μολδαβίας, 13.12.2001, σκ. 116, Mirolubovs κατά Λεττονίας, 15.09.2009, σκ. 80). Εξ άλλου, αντίκειται στην καθιερωμένη από το Σύνταγμα (άρθρο 4) αρχή της ισότητος, σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις του άρθρου 13 αυτού, η, βάσει θρησκευτικού αποκλειστικώς κριτηρίου, προνομιακή μεταχείριση υπέρ ορισμένων πολιτών (Ολομ. ΣΕ 1016/1963), πολύ δε περισσότερο υπέρ αλλοδαπών. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 1 του αν. ν. 1363/1938 (Α΄ 305), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του αν. ν. 1672/1939 (Α΄ 123), και 1 του β.δ. της 20.5/2.6.1939, η ανέγερση ή λειτουργία ναού οποιουδήποτε δόγματος ή θρησκείας, πλην της επικρατούσης, κατά το άρθρο 3 του Συντάγματος, θρησκείας, χωρεί κατόπιν αδείας της Διοικήσεως που χορηγείται κατόπιν αιτήσεως των μελών της οικείας θρησκευτικής κοινότητος, οι διατάξεις δε αυτές, τόσον κατά το μέρος που προβλέπουν την έκδοση της εν λόγω αδείας από τον αποκλειστικώς αρμόδιο για ζητήματα Θρησκευμάτων Υπουργό, όσον και κατά το μέρος που ορίζουν ότι η άδεια αυτή χορηγείται κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερομένων, είναι σύμφωνες με το άρθρο 13 του Συντάγματος (Ολομ. ΣΕ 4202/2012). Ούτε, όμως, από τις διατάξεις αυτές ούτε από οποιεσδήποτε άλλες συνάγεται ότι μετά την έκδοση της ανωτέρω αδείας και, ενδεχομένως, της σχετικής οικοδομικής αδείας, υποχρεούται η Πολιτεία να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια (π.χ. χρηματοδότηση) προς εκτέλεση του περιεχομένου των αδειών τούτων, η οποία (εκτέλεση) απόκειται στα μέλη της θρησκευτικής κοινότητος που υπέβαλαν τα σχετικά αιτήματα. Περαιτέρω, στην αιτιολογική έκθεση του ν. 3512/2006 αναφέρονται τα εξής: «…..δεν είχε υποβληθεί έως σήμερα από τις ίδιες τις μουσουλμανικές κοινότητες επίσημο αίτημα προς το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων … για τη χορήγηση σχετικών αδειών…….. Κατόπιν αυτών η Κυβέρνηση αναλαμβάνει την πρωτοβουλία να δημιουργήσει ένα τέμενος στην Αθήνα, αντιμετωπίζοντας έτσι τη χρόνια ανάγκη των μουσουλμάνων να έχουν έναν επίσημο, σύγχρονο και αξιοπρεπή χώρο λατρείας». Εξ άλλου, όπως ανέφερε η Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων στη Βουλή κατά την ψήφιση του εν λόγω νόμου νόμου (πρακτικά Βουλής 7.11.2006, σελ. 895), το περιεχόμενο αυτού «δεν έχει καμία σχέση με τις εξωτερικές σχέσεις της χώρας» και «δεν αποτελεί υποδομή που θα γίνει μετά από διαπραγματεύσεις ή συζητήσεις με άλλες χώρες. Αποτελεί υποχρέωση του ελληνικού κράτους προς μουσουλμάνους που κατοικούν στην Ελλάδα, ανεξαρτήτως αν έχουν ή δεν έχουν την ελληνική υπηκοότητα». Περαιτέρω δε, ο Αναπληρωτής Υπουργός Περιβάλλοντος ανέφερε ότι «στην Αττική λειτουργούν 120 παράνομα τζαμιά» (πρακτικά Βουλής 6.9.2011, σελ.16303 ). Τέλος, στο από 24.9.2012 έγγραφο του Υπουργείου Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων προς το ΣτΕ αναφέρεται ότι στο παρελθόν δεν έχει χρηματοδοτηθεί από το κράτος η κατασκευή χώρων λατρείας άλλων θρησκειών ή δογμάτων. Από τα ανωτέρω στοιχεία συνάγεται α) ότι οι μουσουλμάνοι της Αττικής δεν έχουν εμποδισθεί στην άσκηση των θρησκευτικών τους καθηκόντων, αλλά, αντιθέτως, καλύπτουν τις θρησκευτικές τους ανάγκες με την ανοχή από την Πολιτεία της λειτουργίας 120 χώρων λατρείας, οι οποίοι, καίτοι στερούνται της κατά το άρθρο 1 του αν. ν.1363/1938 αδείας, δεν έχουν, παρά την σχετική υποχρέωση της Διοικήσεως, σφραγισθεί και β) ότι δεν έχει προβληθεί από την ίδια τη θρησκευτική κοινότητα των μουσουλμάνων της Αττικής, με την υποβολή σχετικής αιτήσεως, η ανάγκη καλύψεως των θρησκευτικών τους αναγκών (προφανώς λόγω της ως άνω λειτουργίας των 120 χώρων λατρείας). Εν όψει των πραγματικών τούτων δεδομένων που προκύπτουν ευθέως από τις προπαρασκευαστικές εργασίες θεσπίσεως των επίμαχων διατάξεων, δεν στοιχειοθετείται καν, ως προς την πραγματική του βάση, ο λόγος τον οποίο επικαλείται ο νομοθέτης (η ανάγκη δηλαδή καλύψεως των θρησκευτικών αναγκών) για να δικαιολογήσει την παρέμβασή του προς θέσπιση των εν λόγω ατομικών ρυθμίσεων (κεντρικό σημείο των οποίων, κατά τα εκτεθέντα στην μειοψηφία της σκέψεως 13, δεν είναι η σύσταση νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, αλλά η κατασκευή και λειτουργία ισλαμικού τεμένους). Η ύπαρξη δε μεγάλου αριθμού μουσουλμάνων στην Αττική- η οποία δεν αμφισβητείται- ή η απουσία συνολικής και ενιαίας έκφρασης της μουσουλμανικής κοινότητος δεν συγκροτούν, εν όψει των ανωτέρω πραγματικών δεδομένων (της λειτουργίας 120 χώρων λατρείας και της μη υποβολής σχετικών αιτημάτων), την, κατά την ως άνω εισηγητική έκθεση, ύπαρξη ανάγκης καλύψεως των θρησκευτικών αναγκών των μουσουλμάνων, την οποία, άλλωστε, ο ίδιος ο νομοθέτης δεν χαρακτηρίζει ως λόγο δημοσίου συμφέροντος. Απλώς, στις επίμαχες ρυθμίσεις προβαίνει ο νομοθέτης με την, εσφαλμένη, εν όψει του εκτεθέντος περιεχομένου του άρθρου 13 παράγραφος 2 του Συντάγματος, αντίληψη ότι στις υποχρεώσεις της Πολιτείας περιλαμβάνεται και η ίδρυση, κατασκευή, οργάνωση, λειτουργία και χρηματοδότηση λατρευτικών χώρων (ακόμη και θρησκείας άλλης, εκτός της, κατά το Σύνταγμα, επικρατούσης). Τέλος, η κατασκευή του συγκεκριμένου τεμένους δεν αποτελεί, κατά τα εκτεθέντα, ζήτημα συνδεόμενο με τις διεθνείς σχέσεις της χώρας. Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι με τις διατάξεις των άρθρων 1-4 του ν. 3512/2006 (όπως ισχύουν), χωρίς να υπηρετείται κανένας δημόσιος σκοπός, εισάγεται ένα σύνολο αλληλεξαρτώμενων ατομικών ρυθμίσεων ειδικών (ως αφορωσών στην κατασκευή και λειτουργία του συγκεκριμένου λατρευτικού χώρου), εξαιρετικών (εφ΄ όσον χωρούν κατά παρέκκλιση της υφισταμένης παγίας σχετικής νομοθεσίας) και ευνοϊκών -κυρίως καθ’ ο μέρος προβλέπουν τη δωρεάν παραχώρηση επ’ αόριστον κρατικής περιουσίας και την κρατική χρηματοδότηση της κατασκευής και λειτουργίας του τεμένους- για συγκεκριμένη κατηγορία προσώπων (μάλιστα δε, κατά πλειοψηφία, όχι Ελλήνων πολιτών), με μόνο κοινό χαρακτηριστικό την ένταξή τους σε συγκεκριμένη θρησκεία (που δεν είναι, πάντως, η κατά το Σύνταγμα επικρατούσα). Πρόκειται, συνεπώς, για μια αδικαιολογήτως ευνοϊκή (προνομιακή) μεταχείριση υπέρ της ως άνω κατηγορίας προσώπων με αποκλειστικό κριτήριο τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις. Οι διατάξεις, επομένως, αυτές, κατ’ εξοχήν δε η πρόβλεψη περί κρατικής χρηματοδοτήσεως της κατασκευής του εν λόγω τεμένους (στην οποία, ειδικότερα, αναφέρεται η προσβαλλόμενη πράξη) υπό συνθήκες, μάλιστα, δυσμενέστατης δημοσιονομικής συγκυρίας, παραβιάζουν τις προεκτεθείσες αρχές της θρησκευτικής ισότητος και ουδετερότητος του Κράτους που απορρέουν από τα άρθρα 13 και 4 του Συντάγματος και 9 της ΕΣΔΑ. Είναι συνεπώς βάσιμος και θα έπρεπε να γίνει δεκτός ο ως άνω προβαλλόμενος λόγος.
Επειδή τέλος προβάλλεται ότι η ίδρυση και λειτουργία του συγκεκριμένου ισλαμικού τεμένους στο κέντρο της πόλεως των Αθηνών, εν όψει των συνεπειών της (πρόκληση καθημερινώς ηχητικών, τουλάχιστον, οχλήσεων, συγκέντρωση πλήθους μουσουλμάνων και εντεύθεν κίνδυνος βίαιων θρησκευτικών εξάρσεων), θα πλήξει τη δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη της ελληνικής κοινωνίας και, ως εκ τούτου, δεν επιτρέπεται σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 2 του Συντάγματος. Ο λόγος, όμως, αυτός ακυρώσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η μη συνδρομή του αρνητικού όρου που θέτει η ανωτέρω συνταγματική διάταξη για την άσκηση θρησκευτικής λατρείας, ήτοι του όρου της μη προσβολής της δημοσίας τάξεως ή των χρηστών ηθών διά των συγκεκριμένων πράξεων λατρείας, διαπιστώνεται κατά κανόνα με κατασταλτική κρατική δράση, ενώ η μη συνδρομή του εν λόγω αρνητικού όρου πριν από την ίδρυση και λειτουργία συγκεκριμένου χώρου λατρείας αφορά κυρίως περιπτώσεις προσώπων που αποδεδειγμένα απειλούν τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη με έκνομες πράξεις, έχοντας λ.χ. παρελθόν βεβαρημένο με σχετικές καταδικαστικές αποφάσεις (βλ. Ολομ. ΣΕ 4202/2012).
Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση.
Απορρίπτει την κρινόμενη παρέμβαση.

ΣΧΟΛΙΟ: Η ΙΔΡΥΣΗ  ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΚΟΥ ΤΕΜΕΝΟΥΣ
1.Η σχολιαζομένη απόφαση έθεσε τέλος σε ορισμένα ουσιώδη  ζητήματα[1]  που ανέκυψαν  από την απόφαση της Πολιτείας με το Ν.3512/2006 και υπό τον τίτλο «Ισλαμικό Τέμενος Αθηνών και άλλες διατάξεις.»,ο οποίος προβλέπει την ίδρυση του πρώτου μουσουλμανικού τεμένους στην περιοχή της Αττικής και ειδικότερα στην περιοχή του Βοτανικού του Δήμου Αθηναίων ως ΝΠΙΔ. Με  αίτηση ακύρωσης ζητήθηκε η ακύρωση της ΕΥΔΕΚ/οικ/760/7.11.2011 κοινής αποφάσεως της Υπουργού Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων και του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, με την οποία προβλέπεται «η χρηματοδότηση των πάσης φύσεως δαπανών για την υλοποίηση του έργου της μετασκευής του πρώην Κεντρικού Συνεργείου Αυτοκινήτων Ναυτικού (ΚΣΑΝ) σε χρήση τεμένους  χρηματοδότησης των δαπανών για την υλοποίηση του έργου της μετασκευής δημοσίου κτιρίου σε χρήση τεμένους στην περιοχή της Αττικής».
 2.Το δικαστήριο σε μια ιστορική απόφαση του  έκρινε ότι  με έννομο συμφέρον ασκούν την αίτηση κάτοικοι Δήμων της Αττικής, ανεξάρτητα της ιδιότητας ενός  αιτούντος ως Μητροπολίτη. Κρίθηκε ότι με την προσβαλλόμενη πράξη 1) δεν ασκείται κανονιστική αρμοδιότητα.  2)Οι λόγοι ακυρώσεως, με τους οποίους αμφισβητείται η συνταγματικότητα της χωροθέτησης του τεμένους απαραδέκτως προβάλλονται με την ένδικη αίτηση. 3) Το άρθρο 29 παρ. 5 στοιχείο ii του ν. 4014/2011, δεν αντίκεινται στις αρχές της διακρίσεως των εξουσιών και της ισότητας. Αντίθετη μειοψηφία. Δεν παραβιάστηκαν τα άρθρα 13 του Συντάγματος και 9 της ΕΣΔΑ. 4)Αβάσιμα προβάλλεται ότι η ίδρυση και λειτουργία του συγκεκριμένου τεμένους στο κέντρο της πόλης των Αθηνών θα πλήξει τη δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη της ελληνικής κοινωνίας.
3. Στην αιτιολογική έκθεση του παραπάνω νόμου αναφέρεται, πλην άλλων, ότι η Κυβέρνηση ανέλαβε την πρωτοβουλία να προωθήσει προς ψήφιση το σχετικό σχέδιο νόμου διότι «απουσίαζε ένας επίσημος χώρος λατρείας, στον οποίο οι μουσουλμάνοι της Αττικής να μπορούν να εκτελούν ακωλύτως τα θρησκευτικά τους καθήκοντα, όπως επιτάσσει το άρθρο 13 του Συντάγματος και οι σχετικές διεθνείς συμβάσεις που έχει υπογράψει η χώρα μας, ιδίως δε η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου», ενώ είχαν ικανοποιηθεί από το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων «τα τελευταία χρόνια όλες σχεδόν οι αιτήσεις των θρησκευτικών κοινοτήτων για άδειες ίδρυσης και λειτουργίας χώρων λατρείας (καθολικών, προτεσταντών, μαρτύρων του Ιεχωβά κ.λπ.).».
3.Στο άρθρ. 13 του Συντάγματος ορίζονται τα εξής: «1. Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη. Η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός. 2. Κάθε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη και τα σχετικά με τη λατρεία της τελούνται ανεμπόδιστα υπό την προστασία των νόμων. Η άσκηση της λατρείας δεν επιτρέπεται να προσβάλλει τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη. Ο προσηλυτισμός απαγορεύεται. 3. ...».
5.-Στο δε άρθρο 9[2] της Σύμβασης «για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών» (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/74, προβλέπεται ότι: «1. Παν πρόσωπον δικαιούται εις την ελευθερίαν σκέψεως, συνειδήσεως και θρησκείας. Το δικαίωμα τούτο επάγεται την ελευθερίαν αλλαγής θρησκείας ή πεποιθήσεων, ως και την ελευθερίαν εκδηλώσεως της θρησκείας ή των πεποιθήσεων μεμονωμένως ή συλλογικώς δημοσία ή κατ’ ιδίαν, δια της λατρείας, της παιδείας, και της ασκήσεως των θρησκευτικών καθηκόντων και τελετουργιών. 2. Η ελευθερία εκδηλώσεως της θρησκείας ή των πεποιθήσεων δεν επιτρέπεται να αποτελέση αντικείμενον ετέρων περιορισμών πέραν των προβλεπομένων υπό του νόμου και αποτελούντων αναγκαία μέτρα, εν δημοκρατική κοινωνία, δια την δημοσίαν ασφάλειαν, την προάσπισιν της δημοσίας τάξεως, υγείας και της ηθικής ή την προάσπισιν των δικαιωμάτων και ελευθεριών των άλλων». Περαιτέρω, το άρθρο 1 § 3 του β.δ. της 20.5/2.6.39 (Α΄ 220), για τη χορήγηση άδειας ανεγέρσεως και λειτουργίας ευκτηρίου οίκου απαιτεί ενυπόγραφη αίτηση των ενδιαφερομένων, δια του ποιμένος των, θεωρημένη ως προς το γνήσιο της υπογραφής από τον Δήμαρχο ή Πρόεδρο της Κοινότητας, στην οποία αίτηση αναγράφονται οι διευθύνσεις των κατοικιών των αιτούντων. Κατά την αυτή, δε, διάταξη, στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων επαφίεται η κρίση για τη συνδρομή ουσιαστικών λόγων προς χορήγηση της σχετικής αδείας.
6.-Συνεπώς το ατομικό δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας, που κατοχυρώνεται με το άρθρο 13 του Συντάγματος, περιλαμβάνει την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης (παρ. 1) και την ελευθερία της εκδήλωσης των θρησκευτικών πεποιθήσεων με ρητή αναφορά στην ανεμπόδιστη άσκηση της λατρείας κάθε γνωστής θρησκείας (παρ. 2). Το δικαίωμα αυτό υπόκειται μόνον στους προβλεπόμενους από το ίδιο το Σύνταγμα περιορισμούς (ΣτΕ 2281 - 2285/2001 Ολομ.). Συγκεκριμένα, η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης διακηρύσσεται στο άρθρο 13 παρ. 1 του Συντάγματος ως απαραβίαστη, χωρίς να τάσσεται κανένας ειδικός περιορισμός ως προς αυτήν, με συνέπεια να υπόκειται μόνον στους γενικούς περιορισμούς της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου. Για την τέλεση, όμως, της θρησκευτικής λατρείας «ανεμπόδιστα υπό την προστασία των νόμων», το άρθρο 13 παρ. 2 του Συντάγματος θέτει ειδικούς όρους, απαιτώντας αφ’ ενός μεν να πρόκειται περί λατρείας γνωστής θρησκείας, αφ’ ετέρου δε να μη προσβάλλονται η δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη δια των συγκεκριμένων πράξεων λατρείας
7.-.Κατά την νομολογία  του (ΣτΕ Ολομ. 4202/2012), είναι ανεκτές από τον συνταγματικό νομοθέτη διατάξεις της κοινής νομοθεσίας που προβλέπουν ότι η ανέγερση ή η θέση σε λειτουργία ευκτηρίου οίκου, ως χώρου θρησκευτικής λατρείας ετεροδόξων ή ετεροθρήσκων σε σχέση με τους χριστιανούς της Εκκλησίας της Ελλάδος, είναι επιτρεπτή μόνον κατόπιν αδείας, η οποία χορηγείται στους ενδιαφερομένους από όργανο της Διοικήσεως κατά δέσμια αρμοδιότητα κατόπιν διαπιστώσεως, επί τη βάσει αντικειμενικών στοιχείων, ότι αυτοί τελούν θρησκευτική λατρεία υπό τους όρους του Συντάγματος, λαμβανομένης υπ’ όψιν και της φύσεως αυτών των όρων.( ΣτΕ 1920/2014, 2991/2013)
8.-Το Δικαστήριο έκρινε ότι η διατάξεις του ν  Ν.3512/2006 θεσπίσθηκαν  αφού διασφαλίζουν το δημόσιο συμφέρον   : «..δηλαδή σε άρση δυσχερειών στην άσκηση της λατρείας από τους μουσουλμάνους που διαβιούν στην Αττική, είναι δε αδιάφορο αν η πλειοψηφία του πληθυσμού αυτού είναι ή όχι Έλληνες πολίτες» ,όπως πειστικά  η σχολιαζομένη έκρινε  για την λειτουργία του συγκεκριμένου Τεμένους, για την δωρεάν παραχώρηση δημόσιας εκτάσεως για την ανέγερσή του, για την κρατική χρηματοδότηση της κατασκευής του, ότι δηλαδή  προκύπτει σαφώς  από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του Ν.3512/2006 ή του Ν. 4014/2011 η συνδρομή εξαιρετικών περιστάσεων που να δικαιολογούν την θέσπιση των ανωτέρω ατομικών ρυθμίσεων με νόμο. Έχουμε την γνώμη  όμως ότι η χωροθέτηση του Τεμένους έγινε χωρίς να προηγηθεί ειδική επιστημονική μελέτη για τις περιβαντολλογικές του επιπτώσεις (βλ  Ολομ. ΣτΕ 3500/2009) και στο σημείο αυτό είναι πιο πειστική  η μειοψηφούσα  άποψη της σχολιαζομένης .
ΑΝΤΩΝΗΣ Π.ΑΡΓΥΡΟΣ
Argyros.office@gmail.com



[1] Που δεν έπρεπε να απασχολούν μια ελεύθερη και δημοκρατική Χώρα, μέλος της ΕΕ
[2] Βλ: 1) ΕυρΔΔΑ, απόφαση Μανουσάκης, 26.9.1996, Recueil 1996-ΙV.
 2)ΕυρΔΔΑ, απόφαση Πεντίδης και λοιποί, 19.3.1997, Recueil 1997-ΙΙΙ.
3) ΕυρΔΔΑ, απόφαση Τσαβαχίδης, 21.1.1999.

ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

  ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ -ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΕΝ ΟΨΕΙ   ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ (4...