10 Οκτωβρίου 2015

ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ Αριθμός 3037/2015 ΣΤΕ

ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ  ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ
Αριθμός 3037/2015

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Ε΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2015, με την εξής σύνθεση: Αγγ. Θεοφιλοπούλου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του
Ε´ Τμήματος, Μ.- Ελ. Κωνσταντινίδου, Αντ. Ντέμσιας, Θ. Αραβάνης,
Χρ. Ντουχάνης, Σύμβουλοι, Δ. Βασιλειάδης, Χρ. Παπανικολάου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ειρ. Δασκαλάκη, ασκούσα καθήκοντα Προϊσταμένου.
ΔικηγόροΙ: Σ. Βλαχόπουλος (Α.Μ. 17001), Κωνσταντίνς Βαρδακαστάνης,
2. Επειδή, με την υπ’ αριθ. …. πράξη του Δασάρχη Πειραιά, χαρακτηρίστηκαν ως δασικές εκτάσεις κατά τις παρ. 2 και 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 δύο τμήματα, εμβαδού 1650 τ.μ. και 1050 τ.μ., αντιστοίχως, στη θέση …. του Δήμου Βάρης. Κατά της πράξης αυτής ο αιτών, ως ιδιοκτήτης εταιρείας η οποία φέρεται ως κυρία των εκτάσεων, άσκησε αντιρρήσεις ενώπιον της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Πειραιά. Η επιτροπή με την 84/2002 απόφασή της απέρριψε τις αντιρρήσεις με το σκεπτικό ότι οι επίδικες εκτάσεις είχαν κηρυχθεί ως αναδασωτέες με τις 108424/1934 και Δ/245145/21.11.1979 αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας και του Νομάρχη Πειραιά, αντίστοιχα, και, επομένως, δεν ήταν δυνατός ο χαρακτηρισμός αυτών κατά τη διαδικασία του άρθρου 14 του ν. 998/1979. Με την ήδη προσβαλλόμενη 30/2004 απόφαση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Εφετείου Πειραιά έγινε τυπικά δεκτή η προσφυγή του αιτούντος και εξαφανίστηκε η 84/2002 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Πειραιά, κατά το μέρος αυτής με το οποίο κρίθηκε ότι δεν ήταν δυνατός ο χαρακτηρισμός των επίδικων εκτάσεων κατά τη διαδικασία του άρθρου 14 του ν. 998/1979. Με την ίδια απόφαση της δευτεροβάθμιας επιτροπής απορρίφθηκε κατά τα λοιπά η προσφυγή του αιτούντος και οι ως άνω δύο εκτάσεις εμβαδού 1650 τ.μ. και 1050 τ.μ., οι οποίες είναι κηρυγμένες και ως αναδασωτέες, χαρακτηρίστηκαν ως δασικές του άρθρου 3 παρ. 2 του ν. 998/1979. Με την ήδη κρινόμενη αίτηση, η οποία εισάγεται ενώπιον της επταμελούς συνθέσεως μετά την 99/2015 απόφαση του Τμήματος με πενταμελή σύνθεση, λόγω της σπουδαιότητας του ζητήματος που αφορά στη συγκρότηση των επιτροπών του άρθρου 10 παρ. 3 του ν. 998/1979, ζητείται η ακύρωση της 30/2004 απόφασης της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Εφετείου Πειραιά, καθώς και κάθε άλλης συναφούς πράξης ή παράλειψης της Διοίκησης.
4. Επειδή, οι διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 89 του Συντάγματος, όπως αυτές διαμορφώθηκαν μετά την αναθεώρηση του 2001 (Ψήφισμα της 6-4-2001) ορίζουν ότι: «1. Απαγορεύεται στους δικαστικούς λειτουργούς να παρέχουν κάθε άλλη μισθωτή υπηρεσία καθώς και να ασκούν οποιοδήποτε επάγγελμα. 2. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται στους δικαστικούς λειτουργούς να εκλέγονται μέλη της Ακαδημίας Αθηνών ή του διδακτικού προσωπικού ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, καθώς και να μετέχουν σε συμβούλια ή επιτροπές που ασκούν αρμοδιότητες πειθαρχικού, ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα και σε νομοπαρασκευαστικές επιτροπές, εφόσον η συμμετοχή τους αυτή προβλέπεται ειδικά από το νόμο. Νόμος προβλέπει την αντικατάσταση δικαστικών λειτουργών από άλλα πρόσωπα σε συμβούλια ή επιτροπές που συγκροτούνται ή σε έργα που ανατίθενται με δήλωση βούλησης ιδιώτη, εν ζωή ή αιτία θανάτου, εκτός από τις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου. 3. Η ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς απαγορεύεται. Καθήκοντα σχετικά με την εκπαίδευση των δικαστικών λειτουργών θεωρούνται δικαστικά. Επιτρέπεται η ανάθεση σε δικαστικούς λειτουργούς των καθηκόντων εκπροσώπησης της Χώρας σε διεθνείς οργανισμούς. Η διενέργεια διαιτησιών από δικαστικούς λειτουργούς επιτρέπεται μόνο στο πλαίσιο των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, όπως νόμος ορίζει. Περαιτέρω, στο άρθρο 118 παρ. 4 του Συντάγματος ορίζεται ότι «Η ισχύς των αναθεωρημένων διατάξεων των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 89 αρχίζει με τη θέση σε ισχύ του εκτελεστικού νόμου και πάντως από 1-1-2002».
5. Επειδή, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι ο αναθεωρητικός συνταγματικός νομοθέτης απαγορεύει πλέον από 1.1.2002 την ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς με σκοπό την ενίσχυση της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας τους. Εξαίρεση από το γενική αυτή απαγόρευση, η οποία, όμως, είναι, για το λόγο αυτό, στενά ερμηνευτέα, προβλέπεται από την παράγραφο 2 του άρθρου 89, προκειμένου για τη συμμετοχή δικαστικών λειτουργών, μεταξύ άλλων, σε συμβούλια ή επιτροπές πειθαρχικού, ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα (ΣτΕ 3503/2009 Ολομ.).
6. Επειδή, εξάλλου, με την απόφαση 3503/2009 της Ολομέλειας του Δικαστηρίου κρίθηκε ότι η Ειδική Επιτροπή του άρθρου 152 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ν. 3463/2006 Α΄ 114), στην οποία προβλέπεται συμμετοχή δικαστικού λειτουργού ως προέδρου, δεν συγκροτείται νομίμως, διότι η επιτροπή αυτή, η οποία είναι αρμόδια για την εκδίκαση προσφυγών κατά αποφάσεων της Περιφέρειας που εκδίδονται επί προσφυγών κατά πράξεων οργάνων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου βαθμού, δεν συνιστά συμβούλιο ή επιτροπή ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 89 παρ. 2 του Συντάγματος. Ειδικότερα, σύμφωνα με την ανωτέρω απόφαση της Ολομελείας του Δικαστηρίου, ο ελεγκτικός χαρακτήρας συνάπτεται προς την άσκηση αρμοδιοτήτων οικονομικού ή δημοσιονομικού ελέγχου, όπως σαφώς προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 1 του Συντάγματος που αναφέρεται στις αρμοδιότητες του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθώς και του άρθρου 29 παρ. 2 του Συντάγματος που αναφέρεται στο όργανο που ελέγχει τις εκλογικές δαπάνες των κομμάτων και των υποψηφίων βουλευτών. Εξάλλου, η ανωτέρω επιτροπή δεν έχει δικαιοδοτικό χαρακτήρα, αφού η διαδικασία ενώπιόν της δεν προσιδιάζει σε όργανο που ασκεί οιονεί δικαιοδοτικό έργο (όπως διατυπώσεις δημοσιότητας, κατ΄ αντιμωλία συζήτηση).
7. Επειδή, στο άρθρο 10 του ν. 998/1979 (Α΄ 289), όπως η παρ. 3 αυτού τροποποιήθηκε με το ν. 3208/2003 (Α΄ 303), ορίζονται τα εξής: «1. … 2. … 3. Παρά τη έδρα εκάστου νομού συγκροτείται Επιτροπή Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων, η οποία είναι αρμοδία δια την επίλυσιν διαφορών αναφερομένων εις τον χαρακτήρα περιοχής τινός ή τμήματος της επιφανείας της γης ως δάσους ή δασικής εκτάσεως ή εις τα όρια ταύτης. Επίσης η Επιτροπή αύτη αποφαίνεται επί παντός ετέρου θέματος παραπεμπομένου εις αυτήν κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου. Η ως άνω Επιτροπή αποτελείται εκ του προϊσταμένου του Πρωτοδικείου της έδρας του νομού προέδρου πρωτοδικών ως προέδρου, του διευθυντού δασών και του διευθυντού γεωργίας του αυτού νομού ως μελών, αναπληρουμένων υπό των νομίμων αναπληρωτών των εις την άσκησιν των κυρίων καθηκόντων των. Προκειμένου περί των διαμερισμάτων του Νομού Αττικής, οι πρόεδροι εκάστης επιτροπής μετά των νομίμων αναπληρωτών των ορίζονται οι αρχαιότεροι Πρόεδροι Πρωτοδικών, του Πρωτοδικείου Αθηνών μετά των αναπληρωτών των, δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Δικαιοσύνης και Γεωργίας. Χρέη γραμματέως της επιτροπής ασκεί υπάλληλος της Διευθύνσεως Δασών του νομού, οριζόμενος υπό του προϊσταμένου ταύτης. Κατά της αποφάσεως της Επιτροπής ταύτης χωρεί προσφυγή ενώπιον Δευτεροβαθμίου Επιτροπής, εδρευούσης εις την έδραν του οικείου Εφετείου και αποτελουμένης εκ του Προέδρου Εφετών, ως προέδρου, του Επιθεωρητού Δασών και του Επιθεωρητού Γεωργίας, αναπληρουμένων υπό των νομίμων αναπληρωτών των εις την άσκησιν των κυρίων καθηκόντων του. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Δικαιοσύνης και Γεωργίας είναι δυνατή η αύξηση του αριθμού των προβλεπόμενων με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής επιτροπών. Οι πρωτοβάθμιες και δευτεροβάθμιες επιτροπές επίλυσης δασικών αμφισβητήσεων συγκροτούνται μ’ απόφαση του Γενικού Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας. 4. … 5. Δι’ αποφάσεων του Υπουργού Γεωργίας δημοσιευομένων εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δύναται να ρυθμίζεται παν θέμα αναφερόμενον εις την λειτουργίαν των κατά το παρόν άρθρον συμβουλίων και επιτροπών, ως και την ενώπιον αυτών διαδικασίαν». Στο δε άρθρο 14 του ίδιου νόμου, όπως ίσχυε κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, πριν την αντικατάσταση της παραγράφου 4 με το άρθρο 25 παρ. 3 του ν. 3889/2010 (Α΄ 182), ορίζεται ότι: «1. Εάν δεν έχει καταρτισθή εισέτι δασολόγιον, ο χαρακτηρισμός περιοχής τινός ή τμήματος της επιφανείας της γης ως δάσους ή δασικής εκτάσεως και ο καθορισμός των ορίων τούτων διά την εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος νόμου, ως και ο προσδιορισμός της κατηγορίας εις ην ανήκει δάσος ή δασική έκτασις κατά τα εν άρθρ. 4 διακρίσεις, ενεργείται κατ' αίτησιν οιουδήποτε έχοντος έννομον συμφέρον ή και αυτεπαγγέλτως διά πράξεως του κατά τόπου αρμοδίου δασάρχου. 2. Η κατά την προηγουμένην παράγραφον πράξις, ερειδομένη επί σχετικής εισηγήσεως αρμοδίου δασολόγου και των τυχόν υφισταμένων στοιχείων φωτογραφήσεως και χαρτογραφήσεως της περιοχής ή παντός ετέρου σχετικού στοιχείου, δέον να είναι προσηκόντως ητιολογημένη δι’ αναφοράς εις την μορφολογίαν του εδάφους, το είδος, την σύνθεσιν, την έκτασιν της βλαστήσεως και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτής, τας τυχόν επελθούσας προσφάτους αλλοιώσεις ή καταστροφάς, ως και εις παν έτερον χρήσιμον στοιχείον προς χαρακτηρισμόν της εκτάσεως. Η πράξις αύτη κοινοποιείται εις τον υποβαλόντα την σχετικήν αίτησιν ιδιώτην ή νομικόν πρόσωπον ή δημοσίαν υπηρεσίαν, αποστέλλεται δε εις τον οικείον δήμον ή κοινότητα και εκτίθεται επί ένα μήνα μερίμνη του δημάρχου ή προέδρου της κοινότητος εις το δημοτικόν ή κοινοτικόν κατάστημα. Ανακοίνωσις περί της συντάξεως της ως άνω πράξεως και της αποστολής αυτής εις τον οικείον δήμον ή κοινότητα, μετά περιλήψεως του περιεχομένου της δημοσιεύεται εις δύο τουλάχιστον τοπικάς εφημερίδας ή εις μίαν τοπικήν και μίαν εφημερίδα των Αθηνών ή της Θεσσαλονίκης. 3. Κατά της πράξεως του δασάρχου περί ης αι προηγούμεναι παράγραφοι, επιτρέπονται αντιρρήσεις του νομάρχου, ως και παντός έχοντος έννομον συμφέρον φυσικού ή νομικού προσώπου εντός δύο μηνών από της κατά τα ανωτέρω προς αυτό κοινοποιήσεως, ή εφ’ όσον δεν συντρέχει περίπτωσις κοινοποιήσεως, από της τελευταίας των κατά την προηγουμένην παράγραφον δημοσιεύσεων, ενώπιον της κατά το άρθρον 10 παρ. 3 επιτροπής του νομού, εις ον ευρίσκεται η υπό αμφισβήτησιν έκτασις ή το μεγαλύτερον τμήμα αυτής. Η επιτροπή, ως και η δευτεροβάθμιος τοιαύτη, λαμβάνουσα υπ’ όψιν τον σχετικόν φάκελλον και τας προτάσεις του ενδιαφερομένου ως άνω ιδιώτου, νομικού προσώπου ή δημοσίας υπηρεσίας, δυναμένη δε και να διενεργήση αυτοψίαν προς μόρφωσιν ασφαλεστέρας γνώμης περί της υφισταμένης εν τη περιοχή καταστάσεως, αποφαίνεται ητιολογημένως εντός τριμήνου προθεσμίας από της υποβολής των αντιρρήσεων. 4. Αι κατά την προηγουμένην παράγραφον αποφάσεις των επιτροπών, δι’ ων χαρακτηρίζονται περιοχαί τινες ή τμήματα αυτών ως δάση ή δασικαί εκτάσεις, λαμβάνονται υποχρεωτικώς υπ’ όψιν κατά την μεταγενεστέραν χαρτογράφησιν και την σύνταξιν του δασολογίου της περιοχής ή κατά την συμπλήρωσιν αυτού, συμφώνως προς τα εν άρθροις 12 και 13 οριζόμενα …». Τέλος, κατ’ επίκληση των ανωτέρω διατάξεων και της παρ. 1 του άρθρου 78 του ν. 998/ 1979 εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 78806/4479/27-5-1993 απόφαση του Υφυπουργού Γεωργίας (Β΄ 396), με την οποία ρυθμίζονται διαδικαστικά θέματα σχετικά με την ενώπιον των Επιτροπών Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων διαδικασία και τις αποφάσεις αυτών και στην οποία ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι αποφάσεις των επιτροπών επίλυσης δασικών αμφισβητήσεων δημοσιεύονται, όπως και η πράξη χαρακτηρισμού εκτάσεων κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 14 του ν. 998/1979, και ότι η δίμηνη προθεσμία για την άσκηση προσφυγής στην Δευτεροβάθμια Ε.Ε.Δ.Α. κατά απόφασης της Πρωτοβάθμιας Ε.Ε.Δ.Α. αρχίζει για τον οικείο Νομάρχη και τους τρίτους που έχουν έννομο συμφέρον, από τη δημοσίευση της απόφασης κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 14 του ν. 998/1979.
8. Επειδή, οι επιτροπές του άρθρου 10 παρ. 3 του ν. 998/1979, δεν συνιστούν συμβούλια ή επιτροπές ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 89 παρ. 2 του Συντάγματος, δεδομένου ότι η αρμοδιότητά τους, όπως ορίζεται στη διάταξη αυτή του ν. 998/1979 και στο άρθρο 14 του ίδιου νόμου, δεν έχει ως αντικείμενο την άσκηση οικονομικού ή δημοσιονομικού ελέγχου ούτε συνάπτεται με θέματα οικονομικού ή δημοσιονομικού χαρακτήρα. Εξάλλου, οι επιτροπές αυτές δεν έχουν δικαιοδοτικό χαρακτήρα, διότι αποφαίνονται επί ενδικοφανών προσφυγών κατά διοικητικών πράξεων με βάση τη διαγραφόμενη στο νόμο διοικητική διαδικασία που δεν έχει στοιχεία, τα οποία προσιδιάζουν σε εκτέλεση δικαιοδοτικού έργου και σε άσκηση αρμοδιότητας δικαιοδοτικού οργάνου, όπως η δημοσιότητα των συνεδριάσεων και η υποχρέωση εξασφάλισης της κατ’ αντιμωλία συζήτησης. (ΣτΕ 3503/2009 Ολομ.). Συνεπώς, η συγκρότηση των παραπάνω επιτροπών με τη συμμετοχή δικαστικού λειτουργού δεν είναι νόμιμη, ως αντίθετη προς τις παραπάνω συνταγματικές διατάξεις. Ήδη, εξάλλου, δεν προβλέπεται η συμμετοχή δικαστικού λειτουργού στις Επιτροπές Εξέτασης Αντιρρήσεων του άρθρου 18 του ν. 3889/2010, όπως ισχύει, στις οποίες έχει ανατεθεί η εξέταση των αντιρρήσεων κατά του περιεχομένου δασικού χάρτη που αναρτήθηκε. Κατά την έννοια δε της διάταξης της παρ. 5 του άρθρου 100 του Συντάγματος, δεν συντρέχει ανάγκη παραπομπής στην Ολομέλεια του ζητήματος της αντισυνταγματικότητας της προαναφερθεισών διατάξεων του ν. 998/1979, καθ’ ό μέρος αφορούν στη συμμετοχή δικαστικού λειτουργού ως προέδρου στις επιτροπές επίλυσης δασικών αμφισβητήσεων, δεδομένου ότι πρόκειται αναμφιβόλως για το ίδιο κατ’ ουσίαν νομικό ζήτημα με το ήδη επιλυθέν με την απόφαση 3503/2009 της Ολομέλειας του Δικαστηρίου περί της συμμετοχής δικαστικού λειτουργού ως προέδρου στην Ειδική Επιτροπή του άρθρου 152 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (πρβλ. ΣτΕ 1476/2004 Ολομ., 1156/2005, 3634/2005 , 3629/2007, 3536/2009 επταμ., 2831/2011, 3060/2013 επταμ., 1279 , 1568/2015 ).
9. Επειδή, κατόπιν τούτων η κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως πρέπει να γίνει δεκτή και η υπόθεση να αναπεμφθεί στη Διοίκηση προκειμένου η έκδοση απόφασης επί της προσφυγής του αιτούντος να γίνει κατόπιν νέας νόμιμης συγκρότησης της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Εφετείου Πειραιά.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Δέχεται την κρινόμενη αίτηση.
ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΑΝΤΙ ΣΧΟΛΙΟΥ  :
Αποτελεί πάγια  πλέον νομολογία του ΣτΕ αναφορικά με την απαγόρευση συμμετοχής δικαστικών λειτουργών  σε συμβούλια ή επιτροπές ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 89 παρ. 2 του Συντάγματος και η συγκρότηση αυτών με τη συμμετοχή δικαστικού λειτουργού δεν είναι νόμιμη:
Σύμφωνα με τις  οι διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 89 του Συντάγματος, όπως αυτές διαμορφώθηκαν μετά την αναθεώρηση του έτους  2001, (ψήφισμα της 6ης.4.2001), ορίζουν ότι: «2. Κατ`, εξαίρεση επιτρέπεται στους δικαστικούς λειτουργούς να εκλέγονται μέλη της Ακαδημίας Αθηνών, ή του διδακτικού προσωπικού ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, καθώς και να   μετέχουν σε συμβούλια ή επιτροπές που ασκούν αρμοδιότητες πειθαρχικού, ελεγκτικού  ή      δικαιοδοτικού χαρακτήρα και  σε νομοπαρασκευαστικές επιτροπές, εφόσον η συμμετοχή τους    αυτή προβλέπεται  ειδικά από το νόμο. Νόμος "προβλέπει  την  αντικατάσταση δικαστικών λειτουργών από άλλα πρόσωπα σε συμβούλια ή επιτροπές που συγκροτούνται ή σε έργα που ανατίθενται με δήλωση βούλησης ιδιώτη, εν ζωή ή αιτία θανάτου, εκτός από τις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου.3. Η ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς απαγορεύεται. Καθήκοντα   σχετικά με την εκπαίδευση των δικαστικών λειτουργών θεωρούνται δικαστικά. Επιτρέπεται η ανάθεση σε δικαστικούς λειτουργούς των καθηκόντων εκπροσώπησης της Χώρας σε διεθνείς οργανισμούς. Η διενέργεια διαιτησιών από δικαστικούς λειτουργούς επιτρέπεται μόνο στο πλαίσιο των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, όπως νόμος ορίζει».
Στο άρθρο 118 παρ. 4 του Συντάγματος ορίζεται  ότι: «Η ισχύς των αναθεωρημένων διατάξεων των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 89 αρχίζει με τη θέση σε ισχύ του σχετικού εκτελεστικού νόμου και  πάντως από 1.1.2002».    
Ο αναθεωρητικός συνταγματικός νομοθέτης απαγορεύει πλέον από 1ης.1.2002 την ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς με σκοπό την ενίσχυση της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας τους. Εξαίρεση από τη γενική αυτή απαγόρευση, η οποία, όμως, είναι, για το λόγο αυτό, στενώς ερμηνευτέα, προβλέπεται από την παράγραφο 2 του άρθρου 89, προκειμένου για τη συμμετοχή δικαστικών λειτουργών, μεταξύ άλλων, σε σύμβουλια ή επιτροπές πειθαρχικού, ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα. Ειδικότερα, από την εν λόγω εξαιρετικού χαρακτήρα διάταξη, στενώς, κατά τα ανωτέρω ερμηνευτέα, συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται η ανάθεση σε δικαστικό λειτουργό διοικητικών καθηκόντων και μονομελούς οργάνου[1], ανεξαρτήτως του αν το όργανο αυτό έχει ή όχι πειθαρχικό, ελεγκτικό ή δικαιοδοτικό χαρακτήρα (βλ και πρακτικά Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής Ι Περιόδου, Α` Συνόδου, Σύνεδρ, ΡΛΒ΄ σελ. 597).
Με τις με αριθμούς 137/2015,99/2015 Αποφάσεις του  ΣτΕ κρίθηκε ότι οι Επιτροπές Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων δεν συνιστούν συμβούλια ή επιτροπές ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 89 παρ. 2 του Συντάγματος και η συγκρότηση αυτών με τη συμμετοχή δικαστικού λειτουργού δεν είναι νόμιμη. Το  1029/2013 ΔΕΦ ΑΘ (ΑΚΥΡ) Απόφαση του έκρινε ότι  η Ειδική Επιτροπήτου αρ. 152 Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων. Συμμετοχή δικαστικών λειτουργών, η Επιτροπή δεν συνιστά συμβούλιο ή επιτροπή ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα, επομένως, κατά παράβαση του Συντάγματος συγκροτείται με τη συμμετοχή δικαστικού λειτουργού. Κρίθηκε όμως με την  94/2013  Απόφαση ΣΤΕ (ΟΛΟΜ)  ότι για τα  πειθαρχικά παραπτώματα των αιρετών οργάνων των ΟΤΑ Η συγκρότηση του πενταμελούς πειθαρχικού συμβουλίου με συμμετοχή και τριών εν ενεργεία δικαστών ευρίσκει έρεισμα στο άρθρο 102 παρ. 4 εδ. 3 του Συντάγματος και δεν τίθεται ζήτημα αντιθέσεως προς το  άρθρο 89 του Συντάγματος. Με την 95/2013 Απόφαση ΣΤΕ (ΟΛΟΜ) κρίθηκε ότι ο διαγωνισμός για την πρόσληψη Επιμελητών του ΕλΣ, που αποτελούν δικαστικούς υπαλλήλους. Το άρθρο 92 του Συντάγματος καλύπτει όλους τους δικαστικούς υπαλλήλους ανεξαιρέτως και ότι η Τριμελής Επιτροπή του επίμαχου ειδικού διαγωνισμού νόμιμα συγκροτήθηκε από δικαστικούς λειτουργούς του ΕΣ και δεν παραβιάστηκε το άρθρο 89 του Συντάγματος.
ARGYROS.OFFICE@GMAIL.COM                           ΑΝΤΩΝΗΣ Π.ΑΡΓΥΡΟΣ






[1] Στην περίπτωση-του μονομελούς οργάνου, η ευθύνη προσωποποιείται σε μέγιστο  βαθμό, με συνέπεια να υφίσταται κίνδυνος αμφισβήτησης ( του κύρους του δικαστικού,   λειτουργού επί προσβολής ενώπιον δικαστηρίου των αποφάσεών του ως ασκούντος καθήκοντα μονομελούς διοικητικού οργάνου (βλ. ΣτΕ 2980/2010):      

ΔΙΚΑΙΗ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ 2530/2015 ΣΤΕ ΜΕ ΣΧΟΛΙΟ ΑΝΤΩΝΗ Π ΑΡΓΥΡΟΥ

Αριθμός 2530/2015
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Στ΄(ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ)
Πρόεδρος: Κ. Μαρίνου Πάρεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας
Δικηγόροι: Νικ. Κοροβέσης, Εμμ. Μουστάκης, ΝΣΚ.
Δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης. Η επίμαχη υπόθεση διήρκησε 6 έτη 2 μήνες και 26 ημέρες. Ο αιτούσα εταιρία δεν συνέβαλε στην καθυστέρηση εκδικάσεως της υποθέσεως (άρθρων 53 έως 58 του ν. 4055/2012).
Διακύβευμα της διαφοράς. Τα ζητήματα που αντιμετωπίσθηκαν με την απόφαση δεν εμφάνιζαν ιδιαίτερη πολυπλοκότητα, ενώ το διακύβευμα της διαφοράς, που είχε ως αντικείμενο σύμβαση έργου ήταν γι' αυτόν σημαντικό ((άρθρο 57 παρ. 1 του ν. 4055/2012).
Ηθική Βλάβη. Η καθυστέρηση προκάλεσε στον αιτούντα ηθική βλάβη. Ύψος της επιδικαζόμενης χρηματικής ικανοποίησης. Κρίσιμο το βιοτικό επίπεδο της Ελλάδας. Επιδίκαση ποσού 5.600 ευρώ, χωρίς καταβολή τόκων. Μερικά δεκτή η αίτηση (άρθρο 57 παρ. 2 του ν. 4055/2012).
(…) Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται να επιδικασθεί στην αιτούσα το ποσό των 100.000 ευρώ, ως δίκαιη ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης, η οποία άρχισε την 2.6.2008 με την κατάθεση από την αιτούσα αιτήσεως περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 327/2008 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης και περατώθηκε με την δημοσίευση της υπ’ αριθ. 2803/2014 αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας στις 28.8.2014. Με την κρινόμενη αίτηση η αιτούσα ζητεί επίσης να επιβληθεί εις βάρος του Δημοσίου η δικαστική της δαπάνη.
Επειδή, με τις διατάξεις των άρθρων 53 έως 58 του Ν. 4055/2012 θεσμοθετήθηκε, ως νέο ένδικο βοήθημα, η αίτηση για δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης, η οποία ασκείται ανά βαθμό δικαιοδοσίας και από κάθε διάδικο στρέφεται δε κατά του Ελληνικού Δημοσίου, εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών. Αντικείμενο της αιτήσεως είναι η δίκαιη ικανοποίηση των διαδίκων με την επιδίκαση εύλογου χρηματικού ποσού για την αποκατάσταση της ηθικής, κατά κύριο λόγο, βλάβης που υπέστησαν, λόγω της προσβολής του δικαιώματος σε ταχεία απονομή της διοικητικής δικαιοσύνης. Περαιτέρω, με τις ανωτέρω διατάξεις ρυθμίζονται ζητήματα σχετικά με τα κριτήρια σύμφωνα με τα οποία εκτιμάται η εύλογη χρονική διάρκεια της διοικητικής δίκης. Τα κριτήρια αυτά, τα οποία, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του Ν. 4055/2012, είναι αντίστοιχα με εκείνα που έχει διαπλάσει η νομολογία του ΕΔΔΑ, απαριθμούνται στο άρθρο 57 παρ. 1 του νόμου και αφορούν, ειδικότερα, στη συμπεριφορά των διαδίκων κατά την εξέλιξη της δίκης για την οποία πρόκειται, στην πολυπλοκότητα της υποθέσεως, τόσο από δικονομική όσο και από ουσιαστική άποψη, στη στάση των αρμοδίων κρατικών αρχών και στο διακύβευμα, δηλαδή τη σημασία, της υποθέσεως για τον αιτούντα. Τέλος, όπως προκύπτει, ειδικότερα, από τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 57 του Ν. 4055/2012, η κρίση του αρμοδίου δικαστηρίου που επιλαμβάνεται αιτήσεως για δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης περιλαμβάνει τρία (3) στάδια. Στο πρώτο στάδιο, το δικαστήριο αποφαίνεται αν συντρέχει παραβίαση του δικαιώματος του αιτούντος σε ταχεία απονομή της δικαιοσύνης, λόγω υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης με βάση τα κριτήρια της παρ. 1 του άρθρου 57 του νόμου. Εφόσον διαπιστωθεί ότι συντρέχει στη συγκεκριμένη περίπτωση παραβίαση του ως άνω δικαιώματος σε ταχεία απονομή της δικαιοσύνης, το δικαστήριο αποφαίνεται, σε δεύτερο στάδιο, αν θα πρέπει να καταβληθεί χρηματικό ποσό για τη δίκαιη ικανοποίηση του αιτούντος ή αν, αντιθέτως, μόνη η διαπίστωση της παραβιάσεως του ως άνω δικαιώματος μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση και κατά την αιτιολογημένη σχετική κρίση του δικαστηρίου, να θεωρηθεί επαρκής ικανοποίηση (βλ. σχετ. αποφ. ΕΔΔΑ, της 29.3.2006, Cochiarella κατά Ιταλίας, της 23.9.2004, Αγαθός κλπ. κατά Ελλάδος και της 15.7.2004, Θεοδωρόπουλος κατά Ελλάδος). Εάν, κατά το δεύτερο στάδιο, το αρμόδιο δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί χρηματικό ποσό για τη δίκαιη ικανοποίηση του αιτούντος, το δικαστήριο προβαίνει, στο τρίτο και τελευταίο στάδιο, αφενός, στον καθαρισμό του ύψους του εν λόγω ποσού, λαμβάνοντας, ιδίως, υπόψη την περίοδο που υπερβαίνει τον εύλογο χρόνο για την εκδίκαση της υποθέσεως, καθώς και την ενδεχόμενη ικανοποίηση του αιτούντος από άλλα μέτρα προβλεπόμενα στην κείμενη νομοθεσία, και, αφετέρου, στην επιβολή, σε βάρος του Δημοσίου των εξόδων του αιτούντος, κατά τα προβλεπόμενα, ειδικότερα, στις διατάξεις των παρ. 2 και 3 του προαναφερόμενου άρθρου 57 του Ν. 4055/2012. (ΣτΕ 4467/201 2, βλ. Και 1, 1856/2013).
Επειδή, η υπ’ αριθ. 2803/2014 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας δημοσιεύθηκε στις 28.8.2014, η δε εξάμηνη προθεσμία για την άσκηση της αιτήσεως για δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπέρβασης της εύλογης χρονικής διάρκειας της δίκης, κατ’ επίκληση των άρθρων 53 επ. του ν. 4055/2012, άρχισε την επομένη, 29.8.2014, έληξε δε στις 29.2.2015. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση, κατατεθείσα στη Γραμματεία του Συμβουλίου της Επικρατείας στις 27.2.2015, ασκείται εμπροθέσμως.
 Επειδή, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, η αιτούσα ανέλαβε, βάσει συμβάσεως που υπεγράφη στις 12.7.1999 μεταξύ αυτής και της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως …., την εκτέλεση του προαναφερθέντος έργου. Ειδικότερα η εκτέλεση του έργου αυτού περιελάμβανε την κατασκευή: α) αντλιοστασίου, β) ανοιχτής διώρυγας μήκους 1.450 μέτρων για τη μεταφορά νερού από τον ποταμό Στρυμόνα στο αντλιοστάσιο και γ) δύο δεξαμενών οι οποίες θα συνεδέοντο με το αντλιοστάσιο με υπόγειους αγωγούς. Κατά τη διάρκεια εκτελέσεως του έργου ανέκυψαν διαφωνίες μεταξύ των συμβληθέντων μερών, σχετικές με την ευχέρεια απρόσκοπτης εκτελέσεως των εργασιών από την πλευρά της αιτούσας, λόγω αντιδράσεων που εκδηλώθηκαν από ιδιοκτήτες των ακινήτων μέσω των οποίων είχε προγραμματισθεί η χάραξη των έργων, καθώς και άλλων προβλημάτων, με αποτέλεσμα η αιτούσα να αποστείλει σειρά εγγράφων προς τη Διευθύνουσα Υπηρεσία (Τμήμα Εγγειοβελτιωτικών Έργων της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως …..) με τα οποία διετύπωνε επιφυλάξεις ως προς τη δυνατότητα εμπροθέσμου παραδόσεως του έργου, ισχυριζόμενη ότι δεν της είχαν παραδοθεί ελεύθερες όλες οι ζώνες εντός των οποίων όφειλε να εκτελέσει τις εργασίες και ενημέρωνε ότι, εφόσον η διαμορφωθείσα κατάσταση δεν οφείλετο σε υπαιτιότητά της, θα απαιτούσε την καταβολή αποζημιώσεως προς αποκατάσταση οιασδήποτε ζημίας θα προέκυπτε από την παραπάνω αιτία, μεταξύ των οποίων και για σταλίες των μηχανημάτων της. Εξάλλου, κατά τη διάρκεια εκτελέσεως του έργου υπεβλήθησαν από την αιτούσα εννέα πρωτόκολλα παραλαβής αφανών εργασιών και στις 10.12.01 υπεβλήθη η τελική επιμέτρηση του έργου. Η επιμέτρηση διορθώθηκε από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία και με το υπ’ αρ. πρωτ. 32…/28.12.01 έγγραφό της απεστάλη ταχυδρομικώς στην αιτούσα, λόγω μη ανευρέσεως του διορισθέντος στην έδρα της Διευθυνούσης Υπηρεσίας αντικλήτου της αιτούσας, η οποία ισχυρίζεται ότι ουδέποτε παρέλαβε τη διορθωμένη τελική επιμέτρηση. Εξάλλου, η αιτούσα στις 2.12.03 υπέβαλε αρμοδίως ειδική όχληση, με την οποία, αφού ανέφερε ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις που τάσσει ο νόμος, ζήτησε την οριστική παραλαβή του έργου. Με την υπ’ αρ. πρωτ. ΤΤ 32../5.12.03 απόφαση του διευθυντή της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως …. (Προϊσταμένης Αρχής) συγκροτήθηκε επιτροπή για την προσωρινή παραλαβή του έργου. Η επιτροπή αυτή, ύστερα από επιτόπια μετάβαση και με την παρουσία εκπροσώπου της προσφευγούσης, διεπίστωσε την ύπαρξη κακοτεχνιών. Κατόπιν τούτου προέβη στη σύνταξη του από 15.12.03 πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής του έργου, με το οποίο, αφού αναφέρονται λεπτομερώς όλες οι κακοτεχνίες που αφορούν σε όλα τα τμήματα του έργου, διεκόπη η παραλαβή αυτού και ετάχθη στην αιτούσα προθεσμία πέντε μηνών για την αποκατάσταση των κακοτεχνιών, με την επισήμανση ότι μετά την εξάλειψη τούτων η επιτροπή θα προχωρήσει στην παραλαβή του έργου. Κατά του παραπάνω πρωτοκόλλου, το οποίο υπεγράφη από την αιτούσα με επιφύλαξη στις 14.5.04, αυτή άσκησε την από 17.5.04 ένσταση με την οποία προέβαλε ότι η σύνταξη του πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής δεν είναι νόμιμη διότι το αίτημα που υπέβαλε ήταν να αναγνωρισθεί ότι έχει συντελεσθεί η αυτοδίκαιη οριστική παραλαβή του έργου και όχι η προσωρινή, εφόσον είχαν παρέλθει οι σχετικές προθεσμίες που τάσσονται από το νόμο. Συγχρόνως με την υποβολή της ενστάσεως (ήτοι στις 17.5.04) η αιτούσα υπέβαλε προς την ίδια αρχή (Προϊσταμένη Αρχή) τον 2ο Ανακεφαλαιωτικό Πίνακα Εργασιών (Α.Π.Ε.), που τον συνόδευε με το 2ο Πρωτόκολλο Κανονισμού Νέων Τιμών Μονάδος, ο οποίος συντάχθηκε για να συμπεριλάβει αφενός αυξήσεις ποσοτήτων που προέκυψαν από την τελική επιμέτρηση, η οποία, όπως προέβαλε η αιτούσα, είχε εγκριθεί αυτοδικαίως μετά την πάροδο διμήνου από της υποβολής της λόγω του ότι δεν της κοινοποιήθηκε νομίμως η διόρθωση στην οποία προέβη η Διευθύνουσα Υπηρεσία, αφετέρου δε αποζημίωση για τις κατά τα ανωτέρω σταλίες των μηχανημάτων της. Με το υπ’ αρ. πρωτ. 11…/11…/25.5.04 έγγραφο, που απέστειλε η Προϊσταμένη Αρχή προς την αιτούσα, αφενός της κοινοποίησε την υπ’ αρ. πρωτ. 11…/25.5.04 απόφασή της, με την οποία απέρριψε την προαναφερθείσα ένσταση, αφετέρου της επέστρεψε τον υποβληθέντα 2ο Α.Π.Ε. αναφέροντας ότι «Η υποβολή του 2ου Α.Π.Ε. που συντάξατε για το έργο που αναφέρεται στο θέμα σας επιστρέφεται, η σύνταξη Α.Π.Ε. θα γίνει από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία με βάση το πρωτόκολλο παραλαβής που θα συνταχθεί από την αρμόδια επιτροπή παραλαβής». Κατά του τελευταίου εγγράφου, κατά το μέρος που σ’ αυτό αντιστοιχεί ο αριθμός πρωτοκόλλου 11… και αναφέρεται στην επιστροφή του 2ου Α.Π.Ε., η αιτούσα άσκησε απ’ ευθείας την από …..6.04 αίτηση θεραπείας, ενώπιον του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., με αίτημα την ακύρωση τούτου και την έγκριση του υποβληθέντος Α.Π.Ε. Κατά δε της τεκμαιρόμενης απορρίψεως της αιτήσεως θεραπείας από τον παραπάνω υπουργό, λόγω απράκτου παρόδου της τασσόμενης από το νόμο τρίμηνης προθεσμίας, ασκήθηκε προσφυγή, με την οποία η αιτούσα διατύπωσε τα ίδια αιτήματα. Το Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την 327/2008 απόφασή του έκρινε ότι το υπ’ αρ. πρωτ. 11…/25.5.04 έγγραφο της Προϊσταμένης Αρχής, κατά του οποίου ασκήθηκε από την αιτούσα αίτηση θεραπείας, έχει απλώς πληροφοριακό χαρακτήρα εφόσον μ’ αυτό η Προϊσταμένη Αρχή ενημερώνει ουσιαστικώς την αιτούσα ότι, σύμφωνα με όσα ορίζονται από το άρθρο 43 παρ. 5 του π.δ. 609/1985, ο Α.Π.Ε. και το πρωτόκολλο νέων τιμών συντάσσονται, είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αιτήσεως του αναδόχου, από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία και υπογράφονται από τον ανάδοχο, ο οποίος, σε περίπτωση διαφωνίας, μπορεί να ασκήσει ένσταση, ακολούθως δε υποβάλλονται προς έγκριση στην Προϊσταμένη Αρχή, προς την οποία διαβιβάζεται και η τυχόν ασκηθείσα από τον ανάδοχο ένσταση, μαζί με τα λοιπά πληροφοριακά στοιχεία. Με βάση δε τα ανωτέρω εκτεθέντα, το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη και δη ως στρεφομένη κατά μη εκτελεστής πράξεως. Κατά της αποφάσεως αυτής η αιτούσα κατέθεσε στις 2.6.2008 αίτηση αναιρέσεως, με τον μοναδικό λόγο της οποίας προέβαλε ότι το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο προέβη σε παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, δεχόμενο πραγματικά περιστατικά προφανώς διαφορετικά από τα αναφερόμενα σε αυτό και ειδικότερα εκλαμβάνοντας ως διαβιβαστικό έγγραφο υποβολής του 2ου Α.Π.Ε. την υπ’ αριθμ. πρωτ. 11…/17.5.2004 αίτηση που υπέβαλε η αιτούσα προς την Προϊσταμένη Αρχή. Η αίτηση αναιρέσεως διαβιβάστηκε στο Συμβούλιο της Επικρατείας και εισήχθη στις 10.6.2008 ενώπιον του ΣΤ΄ Τμήματος, με πρώτη ορισθείσα δικάσιμο την 19.1.2009. Η υπόθεση αναβλήθηκε αυτεπαγγέλτως δεκατρείς φορές, μεσολάβησε δε προ της προτελευταίας αναβολής και αλλαγή εισηγητού. Εν τέλει, το Συμβούλιο της Επικρατείας, με την 2804/28.8.2014 απόφασή του, απέρριψε την αίτηση με την αιτιολογία ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, η αιτούσα τελούσε σε κατάσταση πτωχεύσεως και στερούνταν, ως εκ τούτου, της δικανικής ικανότητας να ασκεί ένδικα βοηθήματα και μέσα ιδίω ονόματι, μόνος δε νομιμοποιούμενος για την άσκηση της αιτήσεως ήταν ο σύνδικος της πτωχεύσεως. Ειδικότερα, το δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στην κρίση αυτή έλαβε υπ’ όψιν του το υπ’ αριθμ. πρωτ. 204…./10…/9.5.2014 έγγραφο της Νομικής Υπηρεσίας της Περιφερειακής Ενότητας …. της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, με το οποίο διαβιβάσθηκαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας (υπ’ αριθμ. πρωτ. 26…/2.6.2014) στοιχεία, από τα οποία προέκυπτε ότι η αναιρεσείουσα εταιρεία είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης, αρχικά, με την 35179/11.11.2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (εκουσία δικαιοδοσία), η οποία εξαφανίσθηκε με την 345/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, και στη συνέχεια με την 6712/25.2.2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (εκουσία δικαιοδοσία), με την οποία ορίσθηκε δικηγόρος ως προσωρινός σύνδικος της πτώχευσης. Από τα αυτά στοιχεία προέκυπτε ότι με την 84…/26.8.2008 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου κηρύχθηκε η παύση των εργασιών της πτώχευσης ελλείψει ενεργητικού (βλ. υπ’ αριθμ. 45…/5.5.2014 πιστοποιητικό Γραμματέως του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, Τμήμα Πτωχεύσεων και οικ: 177…/20…/7.5.014 αίτηση Διεύθυνσης Τεχνικών Έργων Π.Ε. …. Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας προς Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης), δίχως στη συνέχεια να κινηθεί εκ νέου η διαδικασία κήρυξης σε πτώχευση ή να υποβληθεί αίτηση για πτώχευση, ούτε δήλωση αναστολής πληρωμών της αιτούσας ή να κινηθεί σε βάρος της διαδικασία κήρυξης σε αναγκαστική διαχείριση (βλ. υπ’ αριθμ. 14…./8.5.2014 πιστοποιητικά Γραμματέως Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, Τμήμα Γραμματείας Πιστοποιητικών – Διαθηκών – Σωματείων). Με βάση τα ανωτέρω έγγραφα το Συμβούλιο της Επικρατείας, με την προαναφερθείσα 2803/2014 απόφασή του, έκρινε ότι η αίτηση αναιρέσεως δεν ασκήθηκε παραδεκτώς από την πτωχεύσασα εταιρεία, καθόσον η απόφαση, με την οποία κηρύχθηκε η παύση των εργασιών της πτώχευσης, εκδόθηκε μετά την κατάθεση της αιτήσεως αναιρέσεως, το απαράδεκτο δε αυτό δεν θεραπευόταν, εκ των υστέρων, καθισταμένης της αιτήσεως απαράδεκτης λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως.
Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση προβάλλεται ότι ο χρόνος που μεσολάβησε από την κατάθεση της αιτήσεως αναιρέσεως (2.6.2008) μέχρι τη δημοσίευση της 2804/2014 απόφασης του ΣΤ΄ Τμήματος στις 28.8.2014, ήτοι έξι (6) έτη, δύο (2) μήνες και είκοσι έξι (26) ημέρες, υπερέβη κατά πολύ την εύλογη διάρκεια της δίκης, κατά παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, χωρίς υπαιτιότητα της αιτούσας, δεδομένου ότι η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε και τις δεκατρείς φορές αυτεπαγγέλτως. Περαιτέρω, προβάλλεται ότι η ένδικη διαφορά δεν παρουσίαζε καμία ιδιαιτερότητα ή δυσκολία. Όσον αφορά στο διακύβευμα της υπόθεσης για την αιτούσα, προβάλλεται ότι αυτό ήταν όχι απλά ιδιαίτερα σημαντικό για αυτήν αλλά “αφορούσε αυτήν καθ’ εαυτήν την επιβίωσή της” αφού “αφορούσε την απόρριψη του νομίμως υποβληθέντος 2ου Α.Π.Ε., ποσού 1.253.606.582 δρχ.”. Προς ενίσχυση δε του ανωτέρω ισχυρισμού, η αιτούσα προβάλλει ότι περιήλθε σε δεινή θέση και λόγω της κηρύξεώς της σε πτώχευση και έχουν ήδη εκπλειστηριαστεί ακίνητα των νομίμων εκπροσώπων της. Προβάλλεται, επίσης, ότι η ως άνω υπέρβαση των ευλόγων χρονικών ορίων της δίκης προκάλεσε στην αιτούσα ηθική βλάβη, συνιστάμενη στην αβεβαιότητα και την ταλαιπωρία που υπέστη καθ’ όλο αυτό το χρονικό διάστημα. Προς αποκατάσταση δε της ηθικής της βλάβης, η αιτούσα ζητεί να της επιδικασθεί το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ. Εξάλλου, το Ελληνικό Δημόσιο, με υπόμνημά του, κατατεθέν εντός της χορηγηθείσης από το Δικαστήριο προθεσμίας, προβάλλει, μεταξύ άλλων, ότι “η προσκόμιση των στοιχείων από τα οποία προέκυψε η κήρυξη της πτώχευσης της αντιδίκου δεν έγινε από το Ελληνικό Δημόσιο, κατά του οποίου στρέφεται η υπό κρίσιν αίτηση αλλά από την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας και επομένως μη νομίμως ζητείται η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης εις βάρος του Δημοσίου”.
Επειδή, από τα ανωτέρω εκτεθέντα προκύπτει ότι η διαδικασία για την εκδίκαση της ανωτέρω αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας διήρκεσε έξι έτη, δύο μήνες και είκοσι έξι ημέρες, χωρίς να προκύπτει ότι η αιτούσα συνέβαλε με τη συμπεριφορά της στην καθυστέρηση εκδίκασης της υπόθεσης, δεδομένου ότι οι αναβολές συζητήσεως αυτής έλαβαν χώρα αυτεπαγγέλτως. Ο ως άνω, εξάλλου, ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου, ότι δεν ευθυνόταν αυτό για την καθυστερημένη αποστολή των στοιχείων των αφορώντων στην πτώχευση της αιτούσας, και επομένως δεν θα έπρεπε να στρέφεται κατά αυτού η κρινόμενη αίτηση αλλά κατά της Περιφερείας Κεντρικής Μακεδονίας, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αβάσιμος, δεδομένου ότι, κατά την έννοια του άρθρου 53 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η αίτηση για δίκαιη ικανοποίηση στρέφεται μόνον κατά του Ελληνικού Δημοσίου ανεξαρτήτως του εάν αυτό ήταν διάδικος στην διοικητική δίκη επί της οποίας εξεδόθη η απόφαση για την καθυστέρηση της οποίας παραπονείται ο αιτούμενος την ικανοποίηση.
Επειδή, περαιτέρω, η υπόθεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 2803/2014 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ναι μεν δεν εμφάνιζε δυσχέρεια ως προς τo ζήτημα που προεβλήθη με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως (περί παραμορφώσεως εγγράφου) πλην το ζήτημα που αφορούσε στην ενεργητική νομιμοποίηση της αναιρεσείουσας, είχε παραπεμφθεί, στα πλαίσια εξετάσεως άλλης υποθέσεως, από την 1.2.2012 ενώπιον της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο και το επέλυσε με την 1375/5.4.2013 απόφασή του.
Επειδή, τέλος, το διακύβευμα της υποθέσεως, ήταν μεν κατ’ αρχήν σημαντικό για την αιτούσα, ενόψει και του συνολικού προϋπολογισμού του έργου (498.664.976 δρχ.), όπως αυτό προκύπτει από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, πλην ο ισχυρισμός της αιτούσας αναφορικά με την κήρυξή της σε πτώχευση, ουδεμία επιρροή ασκεί στην παρούσα δίκη, δεδομένου ότι αυτή είχε κηρυχθεί σε πτώχευση προ της ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως και συνεπώς, η καθυστέρηση εκδικάσεως αυτής δεν τελούσε σε αιτιώδη συνάφεια με την κήρυξη αυτής σε πτώχευση, καθ’ ερμηνείαν του σχετικώς προβαλλομένου, με το υπόμνημα του Ελληνικού Δημοσίου, ισχυρισμού.
Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω και κατ’ εκτίμηση του συνόλου των περιστάσεων της υποθέσεως με βάση τα προαναφερθέντα νόμιμα κριτήρια, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το χρονικό διάστημα των έξι ετών, δύο μηνών και είκοσι έξι ημερών δεν ικανοποιεί τις απαιτήσεις της «εύλογης διάρκειας» της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 57 του ν. 4055/2012, ούτε άλλωστε τις απαιτήσεις της «λογικής προθεσμίας», κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α.. Η επιμήκυνση δε της επίμαχης διαδικασίας προκάλεσε ηθική βλάβη στην αιτούσα, συνιστάμενη στη μακρά αβεβαιότητα για την έκβαση της δίκης και στην ταλαιπωρία που υπέστη, κατά τη διάρκεια της όλης διαδικασίας.
Επειδή, η θέσπιση με το ν. 4055/2012 ειδικού ένδικου βοηθήματος για την δίκαιη ικανοποίηση των διαδίκων, λόγω υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας διοικητικής δίκης δικαιολογεί την επιδίκαση στην αιτούσα ποσού μειωμένου σε σχέση με εκείνο που θα επιδίκαζε το Ε.Δ.Δ.Α., εάν η υπόθεση είχε αχθεί ενώπιόν του, εφ’ όσον το ποσό που θα επιδικασθεί δεν θα είναι πολύ κατώτερο ενός ευλόγου ορίου («unreasonable»), θα στοιχεί προς τη νομική παράδοση και το βιοτικό επίπεδο («standard living») της Χώρας και η απόφαση θα εκτελεσθεί αμέσως (βλ. απόφαση ΕΔΔΑ της 10ης.10.2004 «Dubjakova κατά Σλοβακίας» και της 26ης.3.2006 «Scordino κατά Ιταλίας»). Στο πλαίσιο αυτό, συνεκτιμάται η προκύπτουσα από τα διαθέσιμα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής πτώση του βιοτικού επιπέδου στην Ελλάδα κατά τα τελευταία έτη, η οποία συνδέεται με τον σοβαρότατο κλονισμό της δημοσιονομικής ισορροπίας του Ελληνικού Κράτους λόγω εκτοξεύσεως σε πρωτοφανή επίπεδα του δημοσίου ελλείμματος και του δημοσίου χρέους και αντικατοπτρίζεται στην οικονομική ύφεση και μείωση του ακαθάριστου εγχωρίου προϊόντος (ΣτΕ 2273, 1340/2014, 2974/2013, 4467/2012 μονομελούς).
Επειδή, με τα ανωτέρω δεδομένα το Δικαστήριο, συνεκτιμώντας το σύνολο των περιστάσεων της υποθέσεως, κρίνει ότι πρέπει κατά μερική παραδοχή της κρινομένης αιτήσεως να επιδικασθεί στην αιτούσα το ποσό των δύο χιλιάδων εξακοσίων (2.600) ευρώ για ηθική βλάβη.
Επειδή, περαιτέρω, πρέπει, κατά τα παγίως κριθέντα (ΣτΕ μον. 1423, 100/2014, 3517, 3152/2013 κ.ά.), να απορριφθεί το αίτημα καταβολής του ποσού της δίκαιης ικανοποίησης νομιμοτόκως, κατ' εκτίμηση δε των περιστάσεων, να συμψηφισθεί η δικαστική δαπάνη της αιτούσας, της οποίας γίνεται εν μέρει μόνο δεκτή η κρινόμενη αίτηση, και του Δημοσίου, και να αποδοθεί σε αυτήν τμήμα του καταβληθέντος παραβόλου, ύψους εκατό (100) ευρώ.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Δέχεται εν μέρει την κρινόμενη αίτηση.
Υποχρεώνει το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στην αιτούσα το ποσό των δύο χιλιάδων εξακοσίων (2.600) ευρώ, σύμφωνα με το αιτιολογικό

ΣΧΟΛΙΟ: ΤΟ ΕΝΔΙΚΟ ΒΟΗΘΗΜΑ ΤΟΥ Ν 4055/12.
1.-Η ταχύτητα στην απονομή της δικαιοσύνης είναι βασικό σημείο για τη λειτουργία της δημοκρατίας».  Με  τη  φράση  αυτή  και  με  το  δικό  του  τρόπο,  ο τ. Πρόεδρος  της Δημοκρατίας, Κάρολος Παπούλιας, έθεσε χτες επί τάπητος τις δυσλειτουργίες που υπάρχουν στην απονομή της δικαιοσύνης. Είναι γνωστόν ότι η κατάσταση οδηγεί πλέον στο φαινόμενο της «αρνησιδικίας» Οι αποφάσεις της Δικαιοσύνης, και κυρίως ο τρόπος και η ταχύτητα με την οποία λειτουργεί  το  σύστημα,  έχουν  επιπτώσεις  σε  όλη  την κοινωνία,  ακόμη  και  στην οικονομία. του  Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ), στα 52 χρόνια λειτουργίας του έχει καταδικάσει την Ελλάδα  συνολικά 403 φορές για παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) εξαιτίας υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δικαστικής διαδικασίας, ενώ μόνο στο 2011 οι καταδίκες ανήλθαν τις πενήντα. Σε κάθε μία από τις υποθέσεις αυτές το Ελληνικό κράτος εξαναγκάστηκε από το ΕΔΑΔ να καταβάλει αποζημίωση πολλών χιλιάδων Ευρώ στους παθόντες, το ανθρώπινο δικαίωμα των οποίων σε δίκαιη δίκη κρίθηκε ότι παραβιάστηκε.
2.-«Iustitiae dilatio est quaedam negation»[1]
Η Ελληνική Πολιτεία με τους ν 4055/12,4239/2014[2] επιχειρεί να συμμορφωθεί προς τις διεθνώς ανειλημμένες υποχρεώσεις της, οι οποίες απορρέουν από το Δίκαιο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, μεταξύ των οποίων και το πρωταρχικό δικαίωμα σε ταχεία κι αποτελεσματική πρόσβαση στη δικαιοσύνη «right to a fair and speedy trial» Οι διατάξεις αυτές θεσπίσθηκαν για την ευθυγράμμιση της χώρας μας στις απαιτήσεις του διεθνούς δικαίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων και σε συμμόρφωση των άρθρων 6 παρ. 1 και 13 της ΕΣΔΑ, όπως αυτά ερμηνεύθηκαν με την απόφαση του ΕΔΑΔ, της 21.12.2010, Αθανασίου κλπ. κατά Ελλάδος. Είχε άλλωστε προηγηθεί και σχετική απόφαση του ΕΔΑΔ, όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ελληνική έννομη τάξη δεν προσφέρει στους ενδιαφερομένους μια πραγματική προσφυγή για το παράπονο του εύλογου χρόνου (βλ. Απόφαση της 10 Απριλίου 2003, nο. 53401/99, Κόντη-Αρβανίτη κατά Ελλάδος, παρ.παρ. 29-30). Το  Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου επί της Προσφυγής αρ. 40547/10 ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ Α.Ε κατά Ελλάδας[3] ,το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να εξετάσει το ένδικο βοήθημα που θεσπίστηκε στην Ελλάδα με το Νόμο 4239/2014 για την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης στα διοικητικά δικαστήρια και το ΣτΕ .Την 9.10.2014 το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) εξέδωσε απόφαση επί της υποθέσεως «Ξυνός κατά Ελλάδας», η οποία αφορούσε το ευρύτερο ζήτημα της υπερβολικής διάρκειας δικών ενώπιον της ελληνικής δικαιοσύνης και ειδικότερα μια περίπτωση ολιγωρίας των ελληνικών διοικητικών αρχών να εκτελέσουν απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου Χρειάστηκε νέα προσφυγή στο Ελεγκτικό Συνέδριο στα τέλη του 2009 με αίτημα την αναπροσαρμογή της σύνταξης για την περίοδο 2002-2006. Το ΕΔΑΔ διακήρυξε ότι τα παραπάνω περιστατικά στοιχειοθετούν παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (δικαίωμα στη χρηστή απονομή δικαιοσύνης). Περαιτέρω, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να εξετάσει το ένδικο βοήθημα που θεσπίστηκε στην Ελλάδα με το Νόμο 4239/2014 για την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης στα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια και στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Αυτό, μαζί με τη διαδικασία που προβλέφθηκε με το Νόμο 4055/2012 στα πλαίσια της διοικητικής δικαιοσύνης, αποτέλεσε την απόπειρα συμμόρφωσης του ελληνικού κράτους σε δύο προηγούμενες αποφάσεις του ΕΔΑΔ στις υποθέσεις α) «Μιχελιουδάκης κατά Ελλάδας» (προσφυγή υπ’ αριθμ. 54447/10) της 3-4-2012 και β) «Γλύκαντζη κατά Ελλάδας» (προσφυγή υπ’ αριθμ. 40150/09) της 30-10-2012, οι οποίες καταδίκαζαν την Ελλάδα για παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ. Το ΕΔΑΔ έκρινε ότι το εν λόγω ένδικο βοήθημα αποτελεί ικανοποιητική συμμόρφωση του ελληνικού κράτους στις αποφάσεις του, έστω κι αν δεν προβλέπει αξιώσεις για προληπτική προστασία σε περίπτωση καθυστερήσεων στην απονομή της δικαιοσύνης. Παρόλα αυτά, η ανωτέρω διαδικασία του ν 4055/12 και Ν. 4239/2014 είναι, σύμφωνα με το ΕΔΑΔ, δίκαιη, γρήγορη, προσιτή για τον αιτούντα, όσον αφορά τα δικαστικά έξοδα, και οδηγεί σε μη ικανοποιητικές αποζημιώσεις.
Η σχολιαζόμενη απόφαση,  αναφέρεται εμπεριστατωμένα  στο το δικαίωμα αποζημίωσης-δίκαιης ικανοποίηση λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης, παραπέμπει την σχετική μέχρι σήμερα νομολογία του ΕΔΔΑ και των Ελληνικών δικαστηρίων .
3.- Το Ένδικο Βοήθημα των Άρθρων 53 – 58 του Ν. 4055/2012
Το ένδικο βοήθημα των Άρθρων 53 – 58 του Ν. 4055/2012,υπήρξε μια  επιτυχής παρέμβαση της Ελληνικής Πολιτείας για την αντιμετώπιση του προβλήματος, με πληθώρα δικαστικών αποφάσεων του ΣτΕ των Διοικητικών Δικαστηρίων και του  ΕλΣ, με πλήρη  σχεδόν απουσία Αιτήσεων στα Πολιτικά Δικαστήρια. Αξίζει να σημειώσουμε ότι  το  ΕΔΔΑ απόφ. της 5.4.2011, υπόθ. Πεσματζόγλου και Πεσματζόγλου-Φιτσιούλα κατά Ελλάδας[4] έκρινε για παραβίαση του εύλογου χρόνου διεξαγωγής αστικής δίκης. Ακύρωση αγοραπωλησίας ακινήτου, που διήρκεσε συνολικά 22 χρόνια!
Δυστυχώς το ένδικο αυτό βοήθημα[5] είναι σχεδόν  άγνωστο στην κοινή γνώμη και στους εφαρμοστές του δικαίου.
Δυστυχώς όμως οι δικαστικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί[6], ενώ διαπιστώνουν την μακροχρόνια ταλαιπωρία των διαδίκων που φτάνει στα όρια της αρνησιδικίας εν τούτοις επιδικάζονται στην πλειοψηφία εντελώς εξευτελιστικά ποσά που αποτελούν και τροχοπέδη  για την δικαστική επιδίωξη και ακόμη περισσότερο ανατρέπουν τον σκοπό του νόμου. Να αντιληφθεί κανείς την ψυχική ταλαιπωρία του διαδίκου που αναμένει επί τόσα έτη την έκδοση της απόφασης για την υπόθεση του αλλά και τις παράπλευρες υλικές συνέπειες. Η επιδίκαση εξευτελιστικών ποσών αποζημιώσεως γίνεται προφανώς κατά παράβαση της αρχής αναλογικότητας και της έννοιας του δικαίου και δεν μπορεί να αποτελεί δικαιολογία επιδίκασης μικρών ποσών η  επί μακρόν σοβούσα νομισματική κρίση. Έτσι και στην σχολιαζομένη κρίθηκε ότι η καθυστέρηση έξη  ετών με μεγάλες συνέπειες για τους αιτούντες και πλέον, και επιδικάσθηκε  εύλογη αποζημίωση  στην αιτούσα το ποσό των δύο χιλιάδων εξακοσίων (2.600) ευρώ για ηθική βλάβη!  Νομίζουμε ότι χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή στην επιδίκαση του ύψους της αποζημιώσεως αφού  δεν επιτρέπεται από τον νόμο η άσκηση ενδίκων μέσων κατά των αποφάσεων του ένδικου βοηθήματος  των άρθρων 53 – 58 του Ν. 4055/2012 ,πράγμα που νομίζω ότι πρέπει να επιτραπεί. Σε κάθε περίπτωση ,ο δικαστής στην επιδίκαση  του ύψους της αποζημιώσεως  πρέπει  να συνεκτιμά όλα τα ιδιαίτερα  στοιχεία της υποθέσεως και ιδίως την η έννοια της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, που  συνιστά αόριστη νομική έννοια, κατά την εξειδίκευση της οποίας ως προς το ποσό της επιδικαζόμενης χρηματικής ικανοποίησης υπόκειται, με εφαρμογή και της αρχής της αναλογικότητας.
Συμπερασματικά: Η σχολιαζομένη είναι υποδειγματική σε όλα τα επίπεδα πλην του ύψους της αποζημιώσεως το οποίο θεωρώ εξευτελιστικό ενόψει του χρόνου της καθυστέρησης απονομής της δικαιοσύνης .
αrgyros.office @ gmail.com                    AΝΤΩΝΗΣ Π.ΑΡΓΥΡΟΣ


https://www.blogger.com/blogger.g?blogID=8780120344352968711#editor/target=post;postID=1757247141047683496;onPublishedMenu=allposts;onClosedMenu=allposts;postNum=1;src=postname


[1] «Καθυστέρηση είναι ένα είδος άρνησης της Δικαιοσύνης»
[2] Βλ Αντώνη Π. Αργυρού,:«Η δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας της δίκης»(Ν. 4055/2012, 4239/2014). Πρόλογος: Παναγιώτης Ο. Πικραμμένος, ,Εκδ. ΣΑΚΚΟΥΛΑ 2015
[3] Βλ. ΕΔΔΑ, Τεχνική Ολυμπιακή κατά Ελλάδας, 1/10/2013, σε ΘΠΔΔ 1/2014 με παρατ. Στ. Τρεκλή
[4] Βλ σε ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ & ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ, 4/2011, Απρίλιος
[5]Βλ. Δ. Ράικος, Δίκαιη ικανοποίηση των διαδίκων λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης σε  ΘΕΩΡΙΑ & ΠΡΑΞΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ, 8-9/2013, Αύγουστος-Σεπτέμβριος
[6] Το ΣτΕ εξέδωσε το 2015(1/1-31/8/2015)  με αντικείμενο δίκης την δίκαιη ικανοποίηση :25 αποφάσεις εκ των οποίων  έκανε δεκτές 23 επιδίκασε χρηματικά ποσά 1800€ μέχρι 5.300€! 

15 Σεπτεμβρίου 2015

ΑΣ ΜΗΝ ΜΙΛΑΜΕ ΠΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ "ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ " ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

ΑΣ  ΜΗΝ ΜΙΛΑΜΕ ΠΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ "ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ " ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

"ΦΙΛΟΣ ΜΕΝ ΠΛΑΤΩΝ ΦΙΛΤΑΤΗ ΔΕ ΑΛΗΘΕΙΑ" : 

Φοβούμαι ότι εχει εκλήψει αμετακλήτως κάθε ελπίδα για την μεταρρύθμιση της Δικαιοσύνης ,όταν: α) το Δημόσιο με κάθε μέσο προσπαθεί να εμποδίσει την δικαστική προστασία μέ την επιβολή παραβόλων στα ενδικα μέσα και παραλλήλα με την καταργηση ενδίκων μέσων και βοηθημάτων για τον πολίτη ενώ το ίδιο δικαιούται να "βασανίζει" τους πολίτες μέχρις αρνησιδικίας.(ιδετε αποψεις Αρναουτογλου σχετικά),
β)Οταν η κακοδικια και αρνησιδικία αποτελεί το κύριο σύμπτωμα του προβλήματος,
γ) οταν νομοθέτες νομοθετούν κείμενα που δεν είναι ευχερώς αντιλήπτά στην Ελληνική γλώσσα, δ)οταν για να λάβει κανείς διαζύγιο κατ' αντιδικία χρειάζεται αμετάκλητη απόφαση!,ενω για να μειωθεί ο δικαστικός φόρτος,οι δικαστές ασχολουνται με την εκδοση αποφασεων προσημειώσεως υποθήκης κατα κύριο λόγο,ενω τα ασφαλιστικά μέτρα κατέστησαν το δικαστήριο της κυρίας δίκης ε)Οσο για τις διοικητικές επιτροπές καλύτερα να δεί κανείς τη επίλυση μετα ετη των φορολογικών διαφορών
στ)Οταν οι ποινικολόγοι νομοθετούν(ιδετε συγκροτησεις νομπαρασκευαστικών επιτροπών) για την αποφυλάκιση των εντολέων των και όταν η ποινική δίκη αποτελεί πολυτελή μακρόσυρτη διαδικασία που οδηγεί στην παραγραφή και την ατιμωρησία.
Αυτά τα ολιγα και εχω πολλά ακόμα με αποδείξεις και ονοματα πχ Μισθωτική διαφορά δικάσιμος Ιανουάριος του 2014 και αλλη Ιανουάριος 2015 Απόφαση αγνοείται(!!) μέχρι σήμερα και δεν λέγω αλλά παραδείγματα .
Συμπέρασμα : Οποιος λύσει το πρόβλημα πρεπει να λάβει την θέση του Ελευθερίου Βενιζέλου στην Ελληνική Ιστορία.-

07 Ιουλίου 2015

δημοψηφισμα η αποφαση Αριθμός 2787/2015 ΣΤΕ



Απορρίπτεται η αίτηση ακυρώσεως του Π.Δ/τος 38/28-6-2015 περί προκηρύξεως δημοψηφίσματος και της από 26/6/2015 απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου. Γίνονται δεκτές οι παρεμβάσεις υπέρ του κύρους των προσβαλλομένων πράξεων.

Αριθμός 2787/2015
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 3 Ιουλίου 2015, με την εξής σύνθεση: Ν. Σακελλαρίου, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, ελλείποντος του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, Δ. Πετρούλιας, Αθ. Ράντος, Ε. Σαρπ, Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, Χρ. Ράμμος, Δ. Μαρινάκης, Γ. Παπαγεωργίου, Αικ. Σακελλαροπούλου, Δ. Σκαλτσούνης, Γ. Ποταμιάς, Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Νίκα, Ε. Αντωνόπουλος, Σπ. Μαρκάτης, Σπ. Χρυσικοπούλου, Μ. Σταματελάτου, Β. Αραβαντινός, Ε. Κουσιουρής, Β. Ραφτοπούλου, Σύμβουλοι, Όλ. Παπαδοπούλου, Μ. Σωτηροπούλου, Π. Τσούκας, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Ε. Κουσιουρής και Β. Ραφτοπούλου καθώς και ο Πάρεδρος Π. Τσούκας μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.
Για να δικάσει την από 1η Ιουλίου 2015 αίτηση:

Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της από 2 Ιουλίου 2015 πράξης του αρχαιοτέρου Αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, ελλείποντος Προέδρου, λόγω της σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2 εδάφ. α, 20 και 21 του Π.Δ. 18/1989.
Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθούν: α) το Προεδρικό Διάταγμα υπ’ αριθ. 38/28.6.2015 (ΦΕΚ Α΄ 63) περί προκηρύξεως δημοψηφίσματος για κρίσιμο εθνικό θέμα και β) η από 26.6.2015 πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου περί υποβολής προτάσεως διενέργειας δημοψηφίσματος.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Δ. Σκαλτσούνη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον δεύτερο των αιτούντων ως δικηγόρο και ως πληρεξούσιο του πρώτου αιτούντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, τους παρεμβαίνοντες ως δικηγόρους και ως πληρεξουσίους των λοιπών παρεμβαινόντων και τους αντιπροσώπους των καθ’ ων, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο


1. Επειδή, καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (4107354, 1392531/2015 έντυπα παραβόλου).
2. Επειδή, ζητείται η ακύρωση α) του π.δ. 38/28.6.2015 (Α΄ 63) περί Προκήρυξης Δημοψηφίσματος για κρίσιμο εθνικό θέμα, και, συγκεκριμένα, για να εγκριθεί ή να απορριφθεί το σχέδιο συμφωνίας, το οποίο κατέθεσαν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στο Eurogroup της 25.06.2015? β) της από 26.6.2015 απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου (Α΄ 62) περί υποβολής πρότασης διενέργειας Δημοψηφίσματος για κρίσιμο εθνικό θέμα κατά το άρθρο 44 παρ. 2 εδ. α΄ του Συντάγματος.
3. Επειδή, η κρινόμενη υπόθεση, λόγω της φύσεώς της και του κατεπείγοντος χαρακτήρα της, εξαιρείται από τις υποθέσεις, η εκδίκαση των οποίων αναστέλλεται δυνάμει της 52626/29.6.2015 εγκυκλίου του Υπουργού Δικαιοσύνης.
4. Επειδή, άσκησαν παρεμβάσεις υπέρ του κύρους των προσβαλλόμενων πράξεων, με ξεχωριστά δικόγραφα, οι: α) . . . . ., β) . . . . . , γ) . . . . , δ) . . . . και ε) . . . .. Οι παρεμβάσεις ασκήθηκαν παραδεκτώς κατά το άρθρο 49 παρ. 2 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), δεδομένου ότι η αίτηση ακυρώσεως ασκήθηκε την 1η.7.2015, η δε υπόθεση συζητήθηκε, κατά σύντμηση προθεσμίας, στις 3.7.2015? τούτο, διότι δεν ήταν δυνατόν να τηρηθεί η οριζόμενη στη διάταξη αυτή προθεσμία των έξι πλήρων ημερών πριν από τη συζήτηση για την άσκηση των παρεμβάσεων. Εξάλλου, στην παρέμβαση του . . . . . κλπ., με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου α) υπέβαλε παραίτηση ο 8ος κατά τη σειρά του δικογράφου, . . . . . και, συνεπώς, η παρέμβαση δεν εξετάζεται ως προς αυτόν? β) διορθώθηκε το επώνυμο της 5ης κατά τη σειρά του δικογράφου παρεμβαίνουσας από . . . . . ..
5. Επειδή, το Σύνταγμα ορίζει στο άρθρο 44 παρ. 2 ότι: «Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προκηρύσσει με διάταγμα δημοψήφισμα για κρίσιμα εθνικά θέματα, ύστερα από απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας του όλου αριθμού των βουλευτών, που λαμβάνεται με πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου. …»? στο άρθρο 95 παρ. 1 ότι: «Στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν ιδίως: α) Η μετά από αίτηση ακύρωση των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών για υπέρβαση εξουσίας ή παράβαση νόμου. β) …»? στο άρθρο 100 παρ. 1 ότι: «1. Συνιστάται Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο στο οποίο υπάγονται: α) … β) Ο έλεγχος του κύρους και των αποτελεσμάτων δημοψηφίσματος που ενεργείται κατά το άρθρο 44 παράγραφος 2. γ) …». Εξάλλου, στο άρθρο 45 παρ. 5 του π.δ. 18/1989 ορίζεται ότι: «Δεν υπόκεινται σε αίτηση ακυρώσεως οι κυβερνητικές πράξεις και διαταγές που ανάγονται στη διαχείριση της πολιτικής εξουσίας».
6. Επειδή, το Υπουργικό Συμβούλιο κατά τη συνεδρίαση της 26ης.6.2015 αποφάσισε να προτείνει την προκήρυξη δημοψηφίσματος την Κυριακή 5.7.2015 για κρίσιμο εθνικό θέμα σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ. 2 εδ. α΄ του Συντάγματος. Το ερώτημα που προτάθηκε ήταν το εξής: «Πρέπει να γίνει αποδεκτό το σχέδιο συμφωνίας το οποίο κατέθεσαν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στο Eurogroup της 25.6.2015 και αποτελείται από δύο μέρη τα οποία συγκροτούν την ενιαία πρότασή τους; Το πρώτο έγγραφο τιτλοφορείται «Reforms for the completion of the Current Program and beyond» (Μεταρρυθμίσεις για την ολοκλήρωση του τρέχοντος προγράμματος και πέραν αυτού) και το δεύτερο «Preliminary Debt Sustainability Analysis» (προκαταρκτική ανάλυση βιωσιμότητας χρέους). Όσοι από τους πολίτες της χώρας απορρίπτουν την πρόταση των τριών θεσμών ψηφίζουν: Δεν εγκρίνεται/ΟΧΙ. Όσοι από τους πολίτες της χώρας συμφωνούν με την πρόταση των τριών θεσμών ψηφίζουν: Εγκρίνεται/ΝΑΙ». Εν συνεχεία, κατά τη συνεδρίαση ΞΕ΄ της 27ης.6.2015 η Ολομέλεια της Βουλής με απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών και, ειδικότερα, με 178 θετικές ψήφους, έκανε δεκτή την ως άνω πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου (βλ. απόφαση της Προέδρου της Βουλής από 28.6.2015, Α΄ 62/28.6.2015). Κατόπιν τούτου, εκδόθηκε το π.δ. 38/2015, με το οποίο προκηρύχθηκε η διεξαγωγή του δημοψηφίσματος για την Κυριακή 5.7.2015 με το ως άνω ερώτημα.
7. Επειδή, το προσβαλλόμενο διάταγμα, εκδοθέν βάσει του άρθρου 44 παρ. 2 του Συντάγματος, όπως και η προσβαλλόμενη πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, αφορούν την προκήρυξη δημοψηφίσματος και συνιστούν, ως εκ τούτου, κυβερνητικές πράξεις αναγόμενες στη διαχείριση της πολιτικής εξουσίας κατά την έννοια του άρθρου 45 παρ. 5 του π.δ. 18/1989. Επομένως, οι πράξεις αυτές δεν υπόκεινται στον ακυρωτικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας και, συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Σε κάθε περίπτωση, ο έλεγχος του κύρους και των αποτελεσμάτων του δημοψηφίσματος υπάγεται, σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 1 περ. β΄ του Συντάγματος, στην αρμοδιότητα του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου. Ο Αντιπρόεδρος Δ. Πετρούλιας και οι Σύμβουλοι Χ. Ράμμος, Αικ. Σακελλαροπούλου, Γ. Ποταμιάς, Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Νίκα, Σ. Μαρκάτης, προς τη γνώμη των οποίων προσχώρησαν οι Πάρεδροι Ο. Παπαδοπούλου και Μ. Σωτηροπούλου, διατύπωσαν τη συγκλίνουσα γνώμη ότι η αίτηση ακυρώσεως, με την οποία αμφισβητείται το κύρος του προκηρυχθέντος με το προσβαλλόμενο προεδρικό διάταγμα δημοψηφίσματος, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι, κατά το άρθρο 100 παρ. 1 περ. β΄ του Συντάγματος, ο έλεγχος του κύρους (και των αποτελεσμάτων) δημοψηφίσματος που ενεργείται κατά το άρθρο 44 παρ. 2 του Συντάγματος, υπάγεται στην αρμοδιότητα του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου.
8. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να γίνουν δεκτές οι παρεμβάσεις των α) . . . . ., πλην του . . . ., β) . . . . . . κλπ, γ) . . . . ., δ) . . . . . και ε) . . . . . .

Δια ταύτα

Απορρίπτει την αίτηση.

13 Ιουνίου 2015

ΥΠΟΘΕΣΗ PSI ΑΠΟΦΑΣΗ ΔΕΚ 11.6.2015

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΔΕΚ:
PSI - ΝΟΜΟΣ 4050/2012-Αποζημιωση
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 11ης Ιουνίου 2015 (*)
«Προδικαστική παραπομπή — Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις — Κοινοποίηση δικαστικών και εξωδίκων πράξεων — Κανονισμός (EK) 1393/2007 — Άρθρο 1, παράγραφος 1 — Έννοια των “αστικών ή εμπορικών υποθέσεων” — Ευθύνη του κράτους για τις acta jure imperii»
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑226/13, C‑245/13, C‑247/13 και C‑578/13, με αντικείμενο τέσσερις αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, εκ των οποίων τρεις υποβλήθηκαν από το Landgericht Wiesbaden (Γερμανία), με αποφάσεις της 16ης και της 18ης Απριλίου 2013, οι οποίες περιήλθαν στο Δικαστήριο, αντιστοίχως, στις 29 Απριλίου 2013, 2 Μαΐου 2013 και 3 Μαΐου 2013, και μία υποβλήθηκε από το Landgericht Kiel (Γερμανία), με απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2013, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 15 Νοεμβρίου 2013, στο πλαίσιο των δικών
ΙΣΤΟΡΙΚΟ
  Οι ενάγοντες των κύριων δικών, άπαντες κάτοικοι Γερμανίας, απέκτησαν ομόλογα της Ελληνικής Δημοκρατίας που κατατέθηκαν στους λογαριασμούς τους κινητών αξιών τους οποίους διαχειρίζονταν τράπεζες.
 Κατόπιν της εκδόσεως του νόμου 4050/2012, η Ελληνική Δημοκρατία, τον Φεβρουάριο του 2012, απηύθυνε στους ενάγοντες των κύριων δικών πρόσκληση ανταλλαγής δανείων που προέβλεπε, ιδίως, την ανταλλαγή των ελληνικών κρατικών ομολόγων με νέα κρατικά ομόλογα σημαντικά μειωμένης ονομαστικής αξίας. Για την υλοποίηση της ανταλλαγής αυτής προβλεπόταν η ρητή αποδοχή εκ μέρους των ιδιωτών πιστωτών.
Παρά το γεγονός ότι δεν υπήρξε τέτοια αποδοχή εκ μέρους κανενός από τους ενάγοντες των κύριων δικών, η Ελληνική Δημοκρατία προχώρησε εντούτοις τον Μάρτιο του 2012 στην ανταλλαγή που είχε προτείνει και, παρά τις διαμαρτυρίες των ως άνω εναγόντων, δεν τους απέδωσε τη νομή των τίτλων που ήταν κατατεθειμένοι στους λογαριασμούς τους κινητών αξιών. Εν τω μεταξύ τα επίδικα στην υπόθεση C‑578/13 ομόλογα είχαν λήξει.
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, οι ενάγοντες των κύριων δικών ενήγαγαν την Ελληνική Δημοκρατία ενώπιον των αιτούντων δικαστηρίων με αίτημα είτε την ανόρθωση της ζημίας τους λόγω προσβολής της νομής και της κυριότητας είτε την εκπλήρωση των ληξιπρόθεσμων αρχικών συμβατικών υποχρεώσεων είτε την καταβολή αποζημιώσεως.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ :
«Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού (EK) 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις και κατάργησης του κανονισμού (ΕΚ) 1348/2000 του Συμβουλίου, έχει την έννοια ότι αγωγές περί ανορθώσεως της ζημίας λόγω προσβολής της νομής και της κυριότητας, περί εκπληρώσεως της συμβάσεως και περί καταβολής αποζημιώσεως, όπως οι επίμαχες στις κύριες δίκες, οι οποίες ασκήθηκαν από ιδιώτες, δικαιούχους κρατικών ομολόγων, κατά του κράτους που εξέδωσε τα ομόλογα αυτά εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού  στο μέτρο που δεν προκύπτει ότι οι αγωγές αυτές προδήλως δεν υπάγονται στις αστικές ή εμπορικές υποθέσεις.»
ΤΟ ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ:


EΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΣΧΟΛΙΟ:
1.-Τη δυνατότητα να επιδιώξουν την αποζημίωσή τους από την Ελλάδα έχουν Γερμανοί κάτοχοι ελληνικών ομολόγων, που αρνήθηκαν να αποδεχθούν τη ζημιογόνα γι’ αυτούς ανταλλαγή τίτλων του 2012. Τον Φεβρουάριο του 2012, οι επενδυτές των ελληνικών ομολόγων υπέστησαν 53,5% κούρεμα στην ονομαστική αξία των τίτλων που διακρατούσαν (PSI) και αρκετοί εξ αυτών δεν δέχθηκαν την προσφορά αυτή και προσέφυγαν στη γερμανική δικαιοσύνη, η οποία ζήτησε από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να γνωματεύσει κατά πόσο οι αγωγές αυτές εμπίπτουν στην κατηγορία «αστικών ή εμπορικών υποθέσεων». Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε ότι υπάγονται σε αυτή την κατηγορία, κάτι που επιτρέπει στους ενάγοντες να στραφούν νομικά κατά ενός κράτους.
Νομικοί κύκλοι στην Ελλάδα εκτιμούν ότι η συγκεκριμένη απόφαση δημιουργεί θετικό κλίμα και για τους Έλληνες μικροομολογιούχους, καθώς μπορεί να δημιουργήσει νομολογία, στην οποία μπορούν να βασιστούν ώστε να διεκδικούν τη δικαίωσή τους στα ελληνικά ή ευρωπαϊκά δικαστήρια.
2.. Σημειώνεται ότι με την ΣτΕ.Ολ 1116/2014 Απέρριψε την  αίτηση ακύρωσης κατά  των διατάξεων που προβλέπουν και ρυθμίζουν την ανταλλαγή τίτλων εκδόσεως ή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, τους οποίους κατείχαν ιδιώτες πιστωτές με νέους τίτλους, προκειμένου να μειωθεί ο δημόσιο χρέος (PSI). Απόρριψη αιτίασης ότι η προσβαλλόμενη ΠΥΣ δεν φέρει νόμιμη αιτιολογία ως προς την υπαγωγή των τίτλων των φυσικών προσώπων στις ρυθμίσεις του πρώτου άρθρου του ν. 4050/2012 (Αντίθετη μειοψηφία, σύμφωνα με την οποία η υπερβολική ευρύτητα του όρου «τίτλος» και η εντελώς άνευ ορίων και χωρίς θέσπιση οποιουδήποτε κριτηρίου διακριτική ευχέρεια που αναγνωρίζεται στην Διοίκηση με τον «ορισμό» της εννοίας του «επιλέξιμου τίτλου» αντίκεινται στο Σύνταγμα). Απόρριψη αιτίασης ότι κατά τον χρόνο έκδοσης των τίτλων δεν είχαν θεσπισθεί νομοθετικώς ή συμφωνηθεί ρήτρες τροποποίησής τους και ότι δεν είναι κατά το Σύνταγμα επιτρεπτή η παραβίαση από το Ελληνικό Δημόσιο των όρων των τίτλων αυτών. Κρίθηκε ότι η επιδίωξη, με τις διατάξεις του άρθρου πρώτου του ν. 4050/2012, μιας επαναδιαπραγμάτευσης μέρους του δημοσίου χρέους [του οφειλόμενου στον Ιδιωτικό Τομέα (Private Sector) χρέους] που αναμενόταν να έχει θετική έκβαση, δεν αντιβαίνει στα άρθρα 5 και 25 παρ. 1 Συντ. και στις αρχές του Συντάγματος, του Ενωσιακού Δικαίου και της ΕΣΔΑ (Αντίθετη μειοψηφία). Κρίθηκε ότι δεν συντρέχει νόμιμος λόγος υποβολής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης προδικαστικού ερωτήματος επί των ζητημάτων που τίθενται με τις διατάξεις των ν. 4046/2012 και 4050/2012 (Αντίθετη μειοψηφία). Απόρριψη αιτίασης ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις θίγουν περιουσιακής φύσεως δικαιώματα που προστατεύονται με το άρθρο 17 Συντ. και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (Αντίθετες μειοψηφούσες απόψεις, σύμφωνα με τις οποίες: α) στην έννοια της προστατευομένης ιδιοκτησίας, περιλαμβάνονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα οι απαιτήσεις που δύνανται να ικανοποιηθούν και δικαστικώς, όταν καταστούν ληξιπρόθεσμες, β) δεν συντρέχει το, κατά το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, στοιχείο της δημοσίας ωφελείας για την επίμαχη επέμβαση στην περιουσία των αιτούντων γ) η επίμαχη επέμβαση στην περιουσία των αιτούντων αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας). Κρίθηκε ότι οι προσβαλλόμενη πράξη δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας (Αντίθετη μειοψηφία).

Το πλήρες κείμενο της Αποφάσεως του ΣτΕ: http://www.dsanet.gr/Epikairothta/Nomologia/STE1116_14.htm

ΕΔΔΑ 30.4.2015, Καπετάνιος και άλλοι κατά Ελλάδας (3453/12, 42941/12 και 9028/13

ΕΔΔΑ 30.4.2015, Καπετάνιος και άλλοι κατά Ελλάδας (3453/12, 42941/12 και 9028/13)
Ne bis in idem
(άρ. 4 του 7ου Πρωτ. ΕΣΔΑ) και τεκμήριο αθωότητας (άρ. 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ) σε διοικητικές διαφορές – Καταδίκη της Ελλάδας σε τρεις υποθέσεις, κριθείσες από το ΣτΕ
Διοικητικές διαδικασίες και δίκες περί επιβολής μεγάλων διοικητικών προστίμων (περίπου το ισόποσο των 5.000.000 ευρώ το 1989, των 130.000 ευρώ το 1996 και των 1.500.000 ευρώ το 2001, αντίστοιχα, όταν εκδόθηκαν οι οικείες καταλογιστικές πράξεις της τελωνειακής αρχής) για τελωνειακές παραβάσεις λαθρεμπορίας (όπλου και ηλεκτρονικών συσκευών, καυσίμων και αυτοκινήτων, αντίστοιχα) σε υποθέσεις όπου οι αιτούντες διώχθηκαν ποινικά για τις ίδιες κατ’ ουσίαν λαθρεμπορικές παραβάσεις και αθωώθηκαν με αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων, που κατέστησαν αμετάκλητες (το 1992, το 2000 και το 1998 αντίστοιχα) – Απόρριψη (ολική ή μερική) από τα διοικητικά δικαστήρια των ενδίκων μέσων κατά των ανωτέρω προστίμων και απόρριψη από το Συμβούλιο της Επικρατείας των οικείων αιτήσεων αναίρεσης των αιτούντων (αποφάσεις ΣτΕ 1999/2011, 3616/2011 και 3457/2012, αντίστοιχα) – Πρόκειται για «ποινικές» υποθέσεις, σύμφωνα με τα κριτήρια Engel 
Ne bis in idem – Εφόσον ο καθού επικαλείται ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου τη σχετική αθωωτική ποινική απόφαση, το διοικητικό δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως την επιρροή που μπορεί να έχει η απόφαση αυτή στην κρίση του επί της υπόθεσης· άλλως, θα ανεχόταν σκοπίμως μια κατάσταση που ενδέχεται να είναι αντίθετη  προς την αρχή ne bis in idem – Απόρριψη του αμυντικού ισχυρισμού της Ελλάδας ότι σε κάποιες από τις ένδικες περιπτώσεις οι αιτούντες δεν επικαλέσθηκαν παραδεκτώς τις ποινικές αποφάσεις ή τον αμετάκλητο χαρακτήρα τους – Απόρριψη των επιχειρημάτων που διατύπωσε η Ελλάδα με βάση την απόφαση ΣτΕ 2067/2011 επταμ. – Ο κανόνας ne bis in idem δεν αποκλείει τη σωρευτική επιβολή στερητικής της ελευθερίας ποινής και χρηματικής κύρωσης στην ίδια ποινική διαδικασία και εφαρμόζεται και σε υποθέσεις, όπως τις δύο πρώτες από τις εδώ κρινόμενες, όπου η ποινική διαδικασία δεν έχει ολοκληρωθεί κατά το χρόνο κίνησης της διοικητικής διαδικασίας επιβολής κυρώσεων – Στην τρίτη υπόθεση δεν θα έπρεπε καν να έχει επιβληθεί διοικητικό πρόστιμο, δεδομένου ότι κατά το χρόνο έκδοσης της επίδικης καταλογιστικής πράξης είχε ήδη καταστεί αμετάκλητη η οικεία αθωωτική ποινική απόφαση – Διαπιστώνεται παραβίαση του άρ. 4 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ
Τεκμήριο αθωότητας – Ενόψει της ταυτότητας της φύσης των επίμαχων (ποινικών) διαδικασιών, των επίδικων πραγματικών περιστατικών (παραβατικών συμπεριφορών) και των στοιχείων που συγκροτούν, αφενός, την αποδοθείσα στους αιτούντες διοικητική παράβαση και, αφετέρου, το ποινικό αδίκημα για το οποίο αυτοί αθωώθηκαν, οι αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων εκδόθηκαν κατά παραγνώριση του τεκμηρίου αθωότητας των αιτούντων, που απορρέει από τις οικείες ποινικές αθωωτικές αποφάσεις – Διαπιστώνεται παραβίαση του άρ. 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ  
Ne bis in idem: Προς μία απόλυτα ευρωπαϊκή ερμηνεία ενός απόλυτου δικαιώματος 

ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΟ ΤΟ ΓΡΑΜΜΑΤΙΟ ΠΡΕΙΣΠΡΑΞΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗΣ ΑΜΟΙΒΗΣ

ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΟ ΤΟ ΓΡΑΜΜΑΤΙΟ ΠΡΕΙΣΠΡΑΞΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗΣ ΑΜΟΙΒΗΣ
ΣτΕ Ολομ. 1858/2015

Ένδικη προστασία – Υποχρέωση κατάθεσης στο δικαστήριο, επί ποινή απαραδέκτου της σχετικής διαδικαστικής πράξης, του γραμμάτιου προκαταβολής της προβλεπομένης εισφοράς προς τον οικείο δικηγορικό σύλλογο (άρ. 61 του Κώδικα περί Δικηγόρων) – Η διάταξη δεν προσκρούει στο άρθρο 20 παρ. 1 Σ. και 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι επιδιώκει την εξυπηρέτηση σκοπών που συνάπτονται προς την απονομή της δικαιοσύνης και δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο προς τούτο μέτρο [με μειοψηφία]

ΣτΕ 3705/2015 (εμμέσως contra στην ΣτΕ Ολομ. 1858/2015)
Ένδικη προστασία – Κατάθεση γραμμάτιου καταβολής εισφορών δικηγόρου, ως προϋπόθεση του παραδεκτού διαδικαστικής πράξης – Μη εφαρμογή της σχετικής διάταξης του Κώδικα Δικηγόρων, λόγω μεταστροφής της νομολογίας  
Όπως κρίθηκε με τη ΣτΕ Ολομ. 1858/2015 (δημοσιευθείσα στις 14.5.2015), οι παρ. 1 και 4 του άρθρου 61 του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013), όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 7 του ν. 4205/2013, περί  δεν προσκρούουν ούτε στο άρθρο 20 παρ. 1 Σ. ούτε στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι με αυτές επιδιώκεται η εξυπηρέτηση σκοπών που συνάπτονται προς την απονομή της δικαιοσύνης και δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο – Συνεπώς, θα έπρεπε η παράσταση του αναιρεσίβλητου να θεωρηθεί μη νόμιμη – Όμως, ενόψει του ότι η ερμηνεία στην οποία προέβη το Δικαστήριο με την ανωτέρω απόφαση έλαβε χώρα σε χρόνο μεταγενέστερο της δικασίμου της παρούσας υποθέσεως, συνιστά δε μεταστροφή νομολογίας, διότι μέχρι τούδε η σχετική ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διατάξεως του άρθρου 96 παρ. 6 του ν.δ. 3026/1954 ήταν ότι η παράλειψη καταθέσεως του γραμματίου καταβολής της δικηγορικής αμοιβής δεν συνεπάγεται ερημοδικία του διαδίκου (βλ. ΑΕΔ 33/1995), το Δικαστήριο κρίνει ότι, για λόγους προστασίας του αναιρεσίβλητου, πρέπει να θεωρηθεί ότι η εν προκειμένω παράλειψη καταθέσεως του γραμματίου προκαταβολής για την παράστασή του και το υπόμνημα δεν συνεπάγεται απαράδεκτο των εν λόγω διαδικαστικών πράξεων (πρβλ. ΣτΕ 2131/2015, σκ. 5) 

ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

  ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ -ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΕΝ ΟΨΕΙ   ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ (4...