ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ
Αριθμός 3037/2015
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Ε΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2015, με
την εξής σύνθεση: Αγγ. Θεοφιλοπούλου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του
Ε´ Τμήματος, Μ.- Ελ. Κωνσταντινίδου, Αντ. Ντέμσιας, Θ.
Αραβάνης,
Χρ. Ντουχάνης, Σύμβουλοι, Δ. Βασιλειάδης, Χρ. Παπανικολάου,
Πάρεδροι. Γραμματέας η Ειρ. Δασκαλάκη, ασκούσα καθήκοντα Προϊσταμένου.
ΔικηγόροΙ: Σ. Βλαχόπουλος (Α.Μ. 17001), Κωνσταντίνς
Βαρδακαστάνης,
2. Επειδή, με την υπ’ αριθ. …. πράξη του Δασάρχη Πειραιά,
χαρακτηρίστηκαν ως δασικές εκτάσεις κατά τις παρ. 2 και 5 του άρθρου 3 του ν.
998/1979 δύο τμήματα, εμβαδού 1650 τ.μ. και 1050 τ.μ., αντιστοίχως, στη θέση ….
του Δήμου Βάρης. Κατά της πράξης αυτής ο αιτών, ως ιδιοκτήτης εταιρείας η οποία
φέρεται ως κυρία των εκτάσεων, άσκησε αντιρρήσεις ενώπιον της Πρωτοβάθμιας
Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Πειραιά. Η επιτροπή με την 84/2002
απόφασή της απέρριψε τις αντιρρήσεις με το σκεπτικό ότι οι επίδικες εκτάσεις
είχαν κηρυχθεί ως αναδασωτέες με τις 108424/1934 και Δ/245145/21.11.1979
αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας και του Νομάρχη Πειραιά, αντίστοιχα, και,
επομένως, δεν ήταν δυνατός ο χαρακτηρισμός αυτών κατά τη διαδικασία του άρθρου
14 του ν. 998/1979. Με την ήδη προσβαλλόμενη 30/2004 απόφαση της Δευτεροβάθμιας
Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Εφετείου Πειραιά έγινε τυπικά δεκτή η
προσφυγή του αιτούντος και εξαφανίστηκε η 84/2002 απόφαση της Πρωτοβάθμιας
Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Πειραιά, κατά το μέρος αυτής με το
οποίο κρίθηκε ότι δεν ήταν δυνατός ο χαρακτηρισμός των επίδικων εκτάσεων κατά
τη διαδικασία του άρθρου 14 του ν. 998/1979. Με την ίδια απόφαση της
δευτεροβάθμιας επιτροπής απορρίφθηκε κατά τα λοιπά η προσφυγή του αιτούντος και
οι ως άνω δύο εκτάσεις εμβαδού 1650 τ.μ. και 1050 τ.μ., οι οποίες είναι
κηρυγμένες και ως αναδασωτέες, χαρακτηρίστηκαν ως δασικές του άρθρου 3 παρ. 2
του ν. 998/1979. Με την ήδη κρινόμενη αίτηση, η οποία εισάγεται ενώπιον της
επταμελούς συνθέσεως μετά την 99/2015 απόφαση του Τμήματος με πενταμελή
σύνθεση, λόγω της σπουδαιότητας του ζητήματος που αφορά στη συγκρότηση των
επιτροπών του άρθρου 10 παρ. 3 του ν. 998/1979, ζητείται η ακύρωση της 30/2004
απόφασης της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Εφετείου
Πειραιά, καθώς και κάθε άλλης συναφούς πράξης ή παράλειψης της Διοίκησης.
4. Επειδή, οι διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου
89 του Συντάγματος, όπως αυτές διαμορφώθηκαν μετά την αναθεώρηση του 2001
(Ψήφισμα της 6-4-2001) ορίζουν ότι: «1. Απαγορεύεται στους δικαστικούς
λειτουργούς να παρέχουν κάθε άλλη μισθωτή υπηρεσία καθώς και να ασκούν
οποιοδήποτε επάγγελμα. 2. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται στους δικαστικούς
λειτουργούς να εκλέγονται μέλη της Ακαδημίας Αθηνών ή του διδακτικού προσωπικού
ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, καθώς και να μετέχουν σε συμβούλια ή
επιτροπές που ασκούν αρμοδιότητες πειθαρχικού, ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού
χαρακτήρα και σε νομοπαρασκευαστικές επιτροπές, εφόσον η συμμετοχή τους αυτή
προβλέπεται ειδικά από το νόμο. Νόμος προβλέπει την αντικατάσταση δικαστικών
λειτουργών από άλλα πρόσωπα σε συμβούλια ή επιτροπές που συγκροτούνται ή σε έργα
που ανατίθενται με δήλωση βούλησης ιδιώτη, εν ζωή ή αιτία θανάτου, εκτός από
τις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου. 3. Η ανάθεση διοικητικών καθηκόντων
σε δικαστικούς λειτουργούς απαγορεύεται. Καθήκοντα σχετικά με την εκπαίδευση
των δικαστικών λειτουργών θεωρούνται δικαστικά. Επιτρέπεται η ανάθεση σε
δικαστικούς λειτουργούς των καθηκόντων εκπροσώπησης της Χώρας σε διεθνείς
οργανισμούς. Η διενέργεια διαιτησιών από δικαστικούς λειτουργούς επιτρέπεται
μόνο στο πλαίσιο των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, όπως νόμος ορίζει. Περαιτέρω,
στο άρθρο 118 παρ. 4 του Συντάγματος ορίζεται ότι «Η ισχύς των αναθεωρημένων
διατάξεων των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 89 αρχίζει με τη θέση σε ισχύ του
εκτελεστικού νόμου και πάντως από 1-1-2002».
5. Επειδή, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται
ότι ο αναθεωρητικός συνταγματικός νομοθέτης απαγορεύει πλέον από 1.1.2002 την
ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς με σκοπό την ενίσχυση
της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας τους. Εξαίρεση από το γενική αυτή
απαγόρευση, η οποία, όμως, είναι, για το λόγο αυτό, στενά ερμηνευτέα,
προβλέπεται από την παράγραφο 2 του άρθρου 89, προκειμένου για τη συμμετοχή
δικαστικών λειτουργών, μεταξύ άλλων, σε συμβούλια ή επιτροπές πειθαρχικού,
ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα (ΣτΕ 3503/2009 Ολομ.).
6. Επειδή, εξάλλου, με την απόφαση 3503/2009 της Ολομέλειας
του Δικαστηρίου κρίθηκε ότι η Ειδική Επιτροπή του άρθρου 152 του Δημοτικού και
Κοινοτικού Κώδικα (ν. 3463/2006 Α΄ 114), στην οποία προβλέπεται συμμετοχή δικαστικού
λειτουργού ως προέδρου, δεν συγκροτείται νομίμως, διότι η επιτροπή αυτή, η
οποία είναι αρμόδια για την εκδίκαση προσφυγών κατά αποφάσεων της Περιφέρειας
που εκδίδονται επί προσφυγών κατά πράξεων οργάνων των οργανισμών τοπικής
αυτοδιοίκησης πρώτου βαθμού, δεν συνιστά συμβούλιο ή επιτροπή ελεγκτικού ή
δικαιοδοτικού χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 89 παρ. 2 του Συντάγματος.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την ανωτέρω απόφαση της Ολομελείας του Δικαστηρίου, ο
ελεγκτικός χαρακτήρας συνάπτεται προς την άσκηση αρμοδιοτήτων οικονομικού ή
δημοσιονομικού ελέγχου, όπως σαφώς προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 98 παρ.
1 του Συντάγματος που αναφέρεται στις αρμοδιότητες του Ελεγκτικού Συνεδρίου,
καθώς και του άρθρου 29 παρ. 2 του Συντάγματος που αναφέρεται στο όργανο που
ελέγχει τις εκλογικές δαπάνες των κομμάτων και των υποψηφίων βουλευτών.
Εξάλλου, η ανωτέρω επιτροπή δεν έχει δικαιοδοτικό χαρακτήρα, αφού η διαδικασία
ενώπιόν της δεν προσιδιάζει σε όργανο που ασκεί οιονεί δικαιοδοτικό έργο (όπως
διατυπώσεις δημοσιότητας, κατ΄ αντιμωλία συζήτηση).
7. Επειδή, στο άρθρο 10 του ν. 998/1979 (Α΄ 289), όπως η
παρ. 3 αυτού τροποποιήθηκε με το ν. 3208/2003 (Α΄ 303), ορίζονται τα εξής: «1.
… 2. … 3. Παρά τη έδρα εκάστου νομού συγκροτείται Επιτροπή Επιλύσεως Δασικών
Αμφισβητήσεων, η οποία είναι αρμοδία δια την επίλυσιν διαφορών αναφερομένων εις
τον χαρακτήρα περιοχής τινός ή τμήματος της επιφανείας της γης ως δάσους ή
δασικής εκτάσεως ή εις τα όρια ταύτης. Επίσης η Επιτροπή αύτη αποφαίνεται επί
παντός ετέρου θέματος παραπεμπομένου εις αυτήν κατά τας διατάξεις του παρόντος
νόμου. Η ως άνω Επιτροπή αποτελείται εκ του προϊσταμένου του Πρωτοδικείου της
έδρας του νομού προέδρου πρωτοδικών ως προέδρου, του διευθυντού δασών και του
διευθυντού γεωργίας του αυτού νομού ως μελών, αναπληρουμένων υπό των νομίμων
αναπληρωτών των εις την άσκησιν των κυρίων καθηκόντων των. Προκειμένου περί των
διαμερισμάτων του Νομού Αττικής, οι πρόεδροι εκάστης επιτροπής μετά των νομίμων
αναπληρωτών των ορίζονται οι αρχαιότεροι Πρόεδροι Πρωτοδικών, του Πρωτοδικείου
Αθηνών μετά των αναπληρωτών των, δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Δικαιοσύνης
και Γεωργίας. Χρέη γραμματέως της επιτροπής ασκεί υπάλληλος της Διευθύνσεως
Δασών του νομού, οριζόμενος υπό του προϊσταμένου ταύτης. Κατά της αποφάσεως της
Επιτροπής ταύτης χωρεί προσφυγή ενώπιον Δευτεροβαθμίου Επιτροπής, εδρευούσης
εις την έδραν του οικείου Εφετείου και αποτελουμένης εκ του Προέδρου Εφετών, ως
προέδρου, του Επιθεωρητού Δασών και του Επιθεωρητού Γεωργίας, αναπληρουμένων
υπό των νομίμων αναπληρωτών των εις την άσκησιν των κυρίων καθηκόντων του. Με
κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης,
Δικαιοσύνης και Γεωργίας είναι δυνατή η αύξηση του αριθμού των προβλεπόμενων με
τις διατάξεις της παραγράφου αυτής επιτροπών. Οι πρωτοβάθμιες και
δευτεροβάθμιες επιτροπές επίλυσης δασικών αμφισβητήσεων συγκροτούνται μ’
απόφαση του Γενικού Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας. 4. … 5. Δι’ αποφάσεων
του Υπουργού Γεωργίας δημοσιευομένων εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δύναται
να ρυθμίζεται παν θέμα αναφερόμενον εις την λειτουργίαν των κατά το παρόν
άρθρον συμβουλίων και επιτροπών, ως και την ενώπιον αυτών διαδικασίαν». Στο δε
άρθρο 14 του ίδιου νόμου, όπως ίσχυε κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης
απόφασης, πριν την αντικατάσταση της παραγράφου 4 με το άρθρο 25 παρ. 3 του ν.
3889/2010 (Α΄ 182), ορίζεται ότι: «1. Εάν δεν έχει καταρτισθή εισέτι
δασολόγιον, ο χαρακτηρισμός περιοχής τινός ή τμήματος της επιφανείας της γης ως
δάσους ή δασικής εκτάσεως και ο καθορισμός των ορίων τούτων διά την εφαρμογήν των
διατάξεων του παρόντος νόμου, ως και ο προσδιορισμός της κατηγορίας εις ην
ανήκει δάσος ή δασική έκτασις κατά τα εν άρθρ. 4 διακρίσεις, ενεργείται κατ'
αίτησιν οιουδήποτε έχοντος έννομον συμφέρον ή και αυτεπαγγέλτως διά πράξεως του
κατά τόπου αρμοδίου δασάρχου. 2. Η κατά την προηγουμένην παράγραφον πράξις,
ερειδομένη επί σχετικής εισηγήσεως αρμοδίου δασολόγου και των τυχόν υφισταμένων
στοιχείων φωτογραφήσεως και χαρτογραφήσεως της περιοχής ή παντός ετέρου
σχετικού στοιχείου, δέον να είναι προσηκόντως ητιολογημένη δι’ αναφοράς εις την
μορφολογίαν του εδάφους, το είδος, την σύνθεσιν, την έκτασιν της βλαστήσεως και
τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτής, τας τυχόν επελθούσας προσφάτους αλλοιώσεις ή
καταστροφάς, ως και εις παν έτερον χρήσιμον στοιχείον προς χαρακτηρισμόν της
εκτάσεως. Η πράξις αύτη κοινοποιείται εις τον υποβαλόντα την σχετικήν αίτησιν
ιδιώτην ή νομικόν πρόσωπον ή δημοσίαν υπηρεσίαν, αποστέλλεται δε εις τον
οικείον δήμον ή κοινότητα και εκτίθεται επί ένα μήνα μερίμνη του δημάρχου ή
προέδρου της κοινότητος εις το δημοτικόν ή κοινοτικόν κατάστημα. Ανακοίνωσις
περί της συντάξεως της ως άνω πράξεως και της αποστολής αυτής εις τον οικείον
δήμον ή κοινότητα, μετά περιλήψεως του περιεχομένου της δημοσιεύεται εις δύο
τουλάχιστον τοπικάς εφημερίδας ή εις μίαν τοπικήν και μίαν εφημερίδα των Αθηνών
ή της Θεσσαλονίκης. 3. Κατά της πράξεως του δασάρχου περί ης αι προηγούμεναι
παράγραφοι, επιτρέπονται αντιρρήσεις του νομάρχου, ως και παντός έχοντος
έννομον συμφέρον φυσικού ή νομικού προσώπου εντός δύο μηνών από της κατά τα
ανωτέρω προς αυτό κοινοποιήσεως, ή εφ’ όσον δεν συντρέχει περίπτωσις
κοινοποιήσεως, από της τελευταίας των κατά την προηγουμένην παράγραφον
δημοσιεύσεων, ενώπιον της κατά το άρθρον 10 παρ. 3 επιτροπής του νομού, εις ον
ευρίσκεται η υπό αμφισβήτησιν έκτασις ή το μεγαλύτερον τμήμα αυτής. Η επιτροπή,
ως και η δευτεροβάθμιος τοιαύτη, λαμβάνουσα υπ’ όψιν τον σχετικόν φάκελλον και
τας προτάσεις του ενδιαφερομένου ως άνω ιδιώτου, νομικού προσώπου ή δημοσίας
υπηρεσίας, δυναμένη δε και να διενεργήση αυτοψίαν προς μόρφωσιν ασφαλεστέρας
γνώμης περί της υφισταμένης εν τη περιοχή καταστάσεως, αποφαίνεται
ητιολογημένως εντός τριμήνου προθεσμίας από της υποβολής των αντιρρήσεων. 4. Αι
κατά την προηγουμένην παράγραφον αποφάσεις των επιτροπών, δι’ ων χαρακτηρίζονται
περιοχαί τινες ή τμήματα αυτών ως δάση ή δασικαί εκτάσεις, λαμβάνονται
υποχρεωτικώς υπ’ όψιν κατά την μεταγενεστέραν χαρτογράφησιν και την σύνταξιν
του δασολογίου της περιοχής ή κατά την συμπλήρωσιν αυτού, συμφώνως προς τα εν
άρθροις 12 και 13 οριζόμενα …». Τέλος, κατ’ επίκληση των ανωτέρω διατάξεων και
της παρ. 1 του άρθρου 78 του ν. 998/ 1979 εκδόθηκε η υπ’ αριθ.
78806/4479/27-5-1993 απόφαση του Υφυπουργού Γεωργίας (Β΄ 396), με την οποία
ρυθμίζονται διαδικαστικά θέματα σχετικά με την ενώπιον των Επιτροπών Επιλύσεως
Δασικών Αμφισβητήσεων διαδικασία και τις αποφάσεις αυτών και στην οποία
ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι αποφάσεις των επιτροπών επίλυσης δασικών
αμφισβητήσεων δημοσιεύονται, όπως και η πράξη χαρακτηρισμού εκτάσεων κατά τα
προβλεπόμενα στο άρθρο 14 του ν. 998/1979, και ότι η δίμηνη προθεσμία για την
άσκηση προσφυγής στην Δευτεροβάθμια Ε.Ε.Δ.Α. κατά απόφασης της Πρωτοβάθμιας
Ε.Ε.Δ.Α. αρχίζει για τον οικείο Νομάρχη και τους τρίτους που έχουν έννομο
συμφέρον, από τη δημοσίευση της απόφασης κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 14 του ν.
998/1979.
8. Επειδή, οι επιτροπές του άρθρου 10 παρ. 3 του ν.
998/1979, δεν συνιστούν συμβούλια ή επιτροπές ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού
χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 89 παρ. 2 του Συντάγματος, δεδομένου ότι η
αρμοδιότητά τους, όπως ορίζεται στη διάταξη αυτή του ν. 998/1979 και στο άρθρο
14 του ίδιου νόμου, δεν έχει ως αντικείμενο την άσκηση οικονομικού ή
δημοσιονομικού ελέγχου ούτε συνάπτεται με θέματα οικονομικού ή δημοσιονομικού
χαρακτήρα. Εξάλλου, οι επιτροπές αυτές δεν έχουν δικαιοδοτικό χαρακτήρα, διότι
αποφαίνονται επί ενδικοφανών προσφυγών κατά διοικητικών πράξεων με βάση τη
διαγραφόμενη στο νόμο διοικητική διαδικασία που δεν έχει στοιχεία, τα οποία
προσιδιάζουν σε εκτέλεση δικαιοδοτικού έργου και σε άσκηση αρμοδιότητας
δικαιοδοτικού οργάνου, όπως η δημοσιότητα των συνεδριάσεων και η υποχρέωση
εξασφάλισης της κατ’ αντιμωλία συζήτησης. (ΣτΕ 3503/2009 Ολομ.). Συνεπώς, η
συγκρότηση των παραπάνω επιτροπών με τη συμμετοχή δικαστικού λειτουργού δεν
είναι νόμιμη, ως αντίθετη προς τις παραπάνω συνταγματικές διατάξεις. Ήδη,
εξάλλου, δεν προβλέπεται η συμμετοχή δικαστικού λειτουργού στις Επιτροπές
Εξέτασης Αντιρρήσεων του άρθρου 18 του ν. 3889/2010, όπως ισχύει, στις οποίες
έχει ανατεθεί η εξέταση των αντιρρήσεων κατά του περιεχομένου δασικού χάρτη που
αναρτήθηκε. Κατά την έννοια δε της διάταξης της παρ. 5 του άρθρου 100 του
Συντάγματος, δεν συντρέχει ανάγκη παραπομπής στην Ολομέλεια του ζητήματος της
αντισυνταγματικότητας της προαναφερθεισών διατάξεων του ν. 998/1979, καθ’ ό μέρος
αφορούν στη συμμετοχή δικαστικού λειτουργού ως προέδρου στις επιτροπές επίλυσης
δασικών αμφισβητήσεων, δεδομένου ότι πρόκειται αναμφιβόλως για το ίδιο κατ’
ουσίαν νομικό ζήτημα με το ήδη επιλυθέν με την απόφαση 3503/2009 της Ολομέλειας
του Δικαστηρίου περί της συμμετοχής δικαστικού λειτουργού ως προέδρου στην
Ειδική Επιτροπή του άρθρου 152 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (πρβλ. ΣτΕ
1476/2004 Ολομ., 1156/2005, 3634/2005 , 3629/2007, 3536/2009 επταμ., 2831/2011,
3060/2013 επταμ., 1279 , 1568/2015 ).
9. Επειδή, κατόπιν τούτων η κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως
πρέπει να γίνει δεκτή και η υπόθεση να αναπεμφθεί στη Διοίκηση προκειμένου η
έκδοση απόφασης επί της προσφυγής του αιτούντος να γίνει κατόπιν νέας νόμιμης
συγκρότησης της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων
Εφετείου Πειραιά.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Δέχεται την κρινόμενη αίτηση.
ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΑΝΤΙ
ΣΧΟΛΙΟΥ :
Αποτελεί
πάγια πλέον νομολογία του ΣτΕ αναφορικά
με την απαγόρευση συμμετοχής δικαστικών λειτουργών σε συμβούλια ή επιτροπές ελεγκτικού ή
δικαιοδοτικού χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 89 παρ. 2 του Συντάγματος
και η συγκρότηση αυτών με τη συμμετοχή δικαστικού λειτουργού δεν είναι νόμιμη:
Σύμφωνα
με τις οι διατάξεις των παρ. 2 και 3 του
άρθρου 89 του Συντάγματος, όπως αυτές διαμορφώθηκαν μετά την αναθεώρηση του
έτους 2001, (ψήφισμα της 6ης.4.2001),
ορίζουν ότι: «2. Κατ`, εξαίρεση
επιτρέπεται στους δικαστικούς λειτουργούς να εκλέγονται μέλη της Ακαδημίας
Αθηνών, ή του διδακτικού προσωπικού ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, καθώς και
να μετέχουν σε συμβούλια ή επιτροπές
που ασκούν αρμοδιότητες πειθαρχικού, ελεγκτικού ή
δικαιοδοτικού χαρακτήρα και σε
νομοπαρασκευαστικές επιτροπές, εφόσον η συμμετοχή τους αυτή προβλέπεται ειδικά από το νόμο. Νόμος
"προβλέπει την αντικατάσταση δικαστικών λειτουργών από άλλα
πρόσωπα σε συμβούλια ή επιτροπές που συγκροτούνται ή σε έργα που ανατίθενται με
δήλωση βούλησης ιδιώτη, εν ζωή ή αιτία θανάτου, εκτός από τις περιπτώσεις του
προηγούμενου εδαφίου.3. Η ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς
λειτουργούς απαγορεύεται. Καθήκοντα σχετικά
με την εκπαίδευση των δικαστικών λειτουργών θεωρούνται δικαστικά. Επιτρέπεται η
ανάθεση σε δικαστικούς λειτουργούς των καθηκόντων εκπροσώπησης της Χώρας σε
διεθνείς οργανισμούς. Η διενέργεια διαιτησιών από δικαστικούς λειτουργούς
επιτρέπεται μόνο στο πλαίσιο των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, όπως νόμος
ορίζει».
Στο
άρθρο 118 παρ. 4 του Συντάγματος ορίζεται
ότι: «Η ισχύς των αναθεωρημένων
διατάξεων των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 89 αρχίζει με τη θέση σε ισχύ του
σχετικού εκτελεστικού νόμου και πάντως
από 1.1.2002».
Ο
αναθεωρητικός συνταγματικός νομοθέτης απαγορεύει πλέον από 1ης.1.2002 την
ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς με σκοπό την ενίσχυση
της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας τους. Εξαίρεση από τη γενική αυτή
απαγόρευση, η οποία, όμως, είναι, για το λόγο αυτό, στενώς ερμηνευτέα,
προβλέπεται από την παράγραφο 2 του άρθρου 89, προκειμένου για τη συμμετοχή
δικαστικών λειτουργών, μεταξύ άλλων, σε σύμβουλια ή επιτροπές πειθαρχικού,
ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα. Ειδικότερα, από την εν λόγω εξαιρετικού
χαρακτήρα διάταξη, στενώς, κατά τα ανωτέρω ερμηνευτέα, συνάγεται ότι δεν
επιτρέπεται η ανάθεση σε δικαστικό λειτουργό διοικητικών καθηκόντων και
μονομελούς οργάνου[1],
ανεξαρτήτως του αν το όργανο αυτό έχει ή όχι πειθαρχικό, ελεγκτικό ή
δικαιοδοτικό χαρακτήρα (βλ και πρακτικά Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής Ι Περιόδου, Α`
Συνόδου, Σύνεδρ, ΡΛΒ΄ σελ. 597).
Με
τις με αριθμούς 137/2015,99/2015 Αποφάσεις του ΣτΕ κρίθηκε ότι οι Επιτροπές Επιλύσεως Δασικών
Αμφισβητήσεων δεν συνιστούν συμβούλια ή επιτροπές ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού
χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 89 παρ. 2 του Συντάγματος και η
συγκρότηση αυτών με τη συμμετοχή δικαστικού λειτουργού δεν είναι νόμιμη. Το 1029/2013 ΔΕΦ ΑΘ (ΑΚΥΡ) Απόφαση του έκρινε
ότι η Ειδική Επιτροπήτου αρ. 152 Κώδικα
Δήμων και Κοινοτήτων. Συμμετοχή δικαστικών λειτουργών, η Επιτροπή δεν συνιστά
συμβούλιο ή επιτροπή ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα, επομένως, κατά
παράβαση του Συντάγματος συγκροτείται με τη συμμετοχή δικαστικού λειτουργού.
Κρίθηκε όμως με την 94/2013 Απόφαση ΣΤΕ (ΟΛΟΜ) ότι για τα
πειθαρχικά παραπτώματα των αιρετών οργάνων των ΟΤΑ Η συγκρότηση του
πενταμελούς πειθαρχικού συμβουλίου με συμμετοχή και τριών εν ενεργεία δικαστών
ευρίσκει έρεισμα στο άρθρο 102 παρ. 4 εδ. 3 του Συντάγματος και δεν τίθεται ζήτημα
αντιθέσεως προς το άρθρο 89 του
Συντάγματος. Με την 95/2013 Απόφαση ΣΤΕ (ΟΛΟΜ) κρίθηκε ότι ο διαγωνισμός για
την πρόσληψη Επιμελητών του ΕλΣ, που αποτελούν δικαστικούς υπαλλήλους. Το άρθρο
92 του Συντάγματος καλύπτει όλους τους δικαστικούς υπαλλήλους ανεξαιρέτως και
ότι η Τριμελής Επιτροπή του επίμαχου ειδικού διαγωνισμού νόμιμα συγκροτήθηκε
από δικαστικούς λειτουργούς του ΕΣ και δεν παραβιάστηκε το άρθρο 89 του
Συντάγματος.
ARGYROS.OFFICE@GMAIL.COM ΑΝΤΩΝΗΣ Π.ΑΡΓΥΡΟΣ
[1]
Στην περίπτωση-του μονομελούς οργάνου, η ευθύνη προσωποποιείται σε μέγιστο βαθμό, με συνέπεια να υφίσταται κίνδυνος
αμφισβήτησης ( του κύρους του δικαστικού,
λειτουργού επί προσβολής ενώπιον δικαστηρίου των αποφάσεών του ως
ασκούντος καθήκοντα μονομελούς διοικητικού οργάνου (βλ. ΣτΕ 2980/2010):


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου