25 Ιουλίου 2012

Συμβούλιο Επικρατείας (ΣΤ΄ Τμήμα) Αριθ. 2164/2012Δυνατότητα αυτεπάγγελτου συμψηφισμού και επί μη ληξιπρόθεσμων οφειλών ή μη ληξιπρόθεσμων δόσεων



Συμβούλιο Επικρατείας
(ΣΤ΄ Τμήμα)
Αριθ. 2164/2012

Πρόεδρος: Α. Ράντος, Αντιπρόεδρος
Μέλη: Μ. Καραμανώφ, Β. Αραβαντινός, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Φιλοπούλου, Σύμβουλοι, Φ. Γιαννακού, Θ. Ζιάμου, Πάρεδροι
Εισηγήτρια: Θ. Ζιάμου, Πάρεδρος
Δικηγόροι: Α. Παπαγεωργίου, Πάρεδρος ΝΣΚ

Πρότυπη δίκη άρθρου 1 του ν. 3900/2010. Επίλυση ζητήματος της συνταγματικότητας του άρθρου 11 του ν. 3943/2011 και του άρθρου 67 § 5 του ν. 3842/2010Το άρθρο 83 του ΚΕΔΕ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 του ν. 3943/2011, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα. Δυνατότητα αυτεπάγγελτου συμψηφισμού και επί μη ληξιπρόθεσμων οφειλών ή μη ληξιπρόθεσμων δόσεων ρυθμισμένων οφειλών, στοιχούσα και προς γενική αρχή για την απόσβεση των ενοχών, δεν ανατρέπει την εμπιστοσύνη που επέδειξαν οι οφειλέτες του Δημοσίου στη χαριστική προθεσμία που τους χορηγήθηκε για την εξόφληση των οφειλών τους μέσω της τμηματικής καταβολής, διότι, όπως προαναφέρθηκε, ο αυτεπάγγελτος συμψηφισμός δεν απαιτεί την καταβολή χρέους, αλλά μόνο το συνυπολογισμό βέβαιων και εκκαθαρισμένων απαιτήσεων. Ο αυτεπάγγελτος συμψηφισμός δεν κωλύεται από τη δικαστική αναστολή καταβολής χρεών ή λήψης άλλων μέτρων εκτέλεσης των νόμιμων τίτλων για λόγους που δεν ανάγονται στην ύπαρξη της οφειλής. [Μειοψηφία] (Άρθρα 1 ν. 3900/2010, 83 ΚΕΔΕ όπως τροποποιήθηκε με άρθρ. 11 § 1 ν. 3943/ 2011και 67 § 5 ν. 3842/2010).

(…) Επειδή, με τις διατάξεις του ως άνω άρθρου 1 του ν. 3900/2010 εισάγεται ο θεσμός της «δίκης-πιλότου» ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας σε θέματα που, ως εκ της φύσεως τους, έχουν γενικότερο ενδιαφέρον και, συνεπώς, αναμένεται να προκαλέσουν σημαντικό αριθμό διαφορών, με τον κίνδυνο να εκδοθούν αντιφατικές αποφάσεις και να υπάρξει σημαντική καθυστέρηση για τους διαδίκους ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Στις περιπτώσεις αυτές δίνεται η δυνατότητα στους διαδίκους και στα διοικητικά δικαστήρια να απευθύνονται απευθείας στο Συμβούλιο της Επικρατείας ώστε αυτό να επιλύει τα σχετικά ζητήματα, διασφαλίζοντας την ενότητα της νομολογίας και την ασφάλεια δικαίου (βλ. σχετική αιτιολογική έκθεση του νόμου). Ειδικότερα, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, εφόσον αίτημα διαδίκου να εισαχθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας ένδικο βοήθημα ή μέσο αρμοδιότητας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, για τον λόγο ότι τίθεται με αυτό ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος με συνέπειες για ευρύ κύκλο προσώπων, γίνει δεκτό από την προβλεπομένη από τις διατάξεις αυτές τριμελή Επιτροπή, η οποία αποφασίζει εκ των ενόντων βάσει των προβαλλομένων ισχυρισμών και των στοιχείων του φακέλου που διαθέτει, το Δικαστήριο αυτό εκδικάζει σε Ολομέλεια ή σε Τμήμα το ένδικο βοήθημα ή μέσο, εφαρμόζοντας ως προς την πληρεξουσιότητα τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 27 του π.δ. 18/1989 «Κωδικοποίηση διατάξεων νόμου για το Συμβούλιο της Επικρατείας» (ΦΕΚ Α' 8) και κατά τα λοιπά, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, τις ισχύουσες για το ένδικο βοήθημα ή μέσο οικείες διατάξεις. (ΟλΣτΕ 601/2012)
Επειδή, με την ασκηθείσα προσφυγή ζητείται η ακύρωση της ** αποφάσεως του Προϊσταμένου της Δ* ΔΟΥ Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση της προσφεύγουσας εταιρείας για την καταβολή των ποσών των ενταλμάτων που αντιστοιχούν σε εργολαβικά ανταλλάγματα, οφειλόμενα από το Ελληνικό Δημόσιο και αποφασίστηκε η διενέργεια αυτεπάγγελτου συμψηφισμού τους αφενός με μη ληξιπρόθεσμες οφειλές της εταιρείας ύψους 1.396.441,21 ευρώ (που έχουν βεβαιωθεί ταμειακά κατόπιν της υπαγωγής τους στη ρύθμιση της περαίωσης σε 24 ισόποσες δόσεις), αφετέρου δε, με ευρισκόμενες σε δικαστική αναστολή οφειλές της ύψους 38.538,66 ευρώ πλέον προσαυξήσεων. Η προσφεύγουσα, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα της παροχής υπηρεσιών ασφάλειας και φύλαξης σε ιδιώτες και φορείς του δημοσίου, υπέβαλε, στις 15.6.2011, αίτηση προς τον Προϊστάμενο της Δ' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης για την καταβολή σε αυτήν των ποσών των χρηματικών ενταλμάτων που βρίσκονταν στο τμήμα εξόδων της ΔΟΥ και αντιστοιχούσαν σε εργολαβικά ανταλλάγματα που της οφείλονταν. Ο Προϊστάμενος της ΔΟΥ, με την από 30.6.2011 πράξη του, απέρριψε το αίτημα της εταιρείας με την αιτιολογία ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του αυτεπάγγελτου συμψηφισμού (άρθρ. 83 του ΚΕΔΕ όπως τροποποιήθηκε με  άρθρ.  11 § 1  του ν. 3943/2011), έλαβε δε υπόψη τα ακόλουθα: α) Στη ΔΟΥ εκκρεμούσαν χρηματικά εντάλματα με δικαιούχο την προσφεύγουσα, συνολικού ποσού 207.798,38 ευρώ. β) Η προσφεύγουσα είχε ήδη υποβάλει την 723**αίτηση της για το συμψηφισμό των ενταλμάτων είσπραξης που βρίσκονταν στο τμήμα εξόδων, με οφειλόμενες δόσεις περαίωσης (για ΚΒΣ και φόρο εισοδήματος) και έκτακτης εισφοράς συνολικού ποσού 99.927,31 ευρώ. γ) Τα χρέη της εταιρείας υπό αναστολή μαζί με τις προσαυξήσεις καθώς και τα μη ληξιπρόθεσμα χρέη ανέρχονται σε 1.446.541,47 ευρώ. δ) Συντρέχουν οι προϋποθέσεις του αυτεπάγγελτου συμψηφισμού, σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 83 του ΚΕΔΕ, όπως αυτά ισχύουν, μετά την τροποποίηση τους αντίστοιχα με το άρθρο 67 του ν. 3842/2010 και το άρθρο 11 του ν. 3943/2011. ε) Ο ίδιος είναι αρμόδιος για τη διενέργεια του συμψηφισμού.
Κατά της ως άνω αποφάσεως του Προϊσταμένου της Δ' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης η ΕΠΕ «…» άσκησε την από 4 Ιουλίου 2011 προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, καθώς και αίτηση αναστολής, που απορρίφθηκε με την 1348/2011 απόφαση της Επιτροπής Αναστολών του Θ' Τμήματος του ίδιου δικαστηρίου.
Με την προσφυγή αυτή η ανωτέρω εταιρεία έθεσε τα ακόλουθα ζητήματα: Α) Αν, κατά το άρθρο 83 του ΚΕΔΕ, επιτρέπεται ο συμψηφισμός με μη ληξιπρόθεσμη οφειλή.
Ειδικότερα προέβαλε ότι ο συμψηφισμός μη ληξιπρόθεσμης οφειλής που προέκυψε από την εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3888/2010 για την περαίωση εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων, καταστρατηγεί τις διατάξεις για τη ρύθμιση χρεών προς το Δημόσιο και προσκρούει στην αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Β) Αν είναι δυνατή η διενέργεια του αυτεπάγγελτου συμψηφισμού για μη ληξιπρόθεσμα χρέη προς το Δημόσιο πριν από την έκδοση της κανονιστικής υπουργικής αποφάσεως που προβλέπεται στο άρθρο 83 § 5 του ΚΕΔΕ, όπως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 του ν. 3943/2011 και πριν από τη θέσπιση κριτηρίων και περιορισμών για την εφαρμογή του αυτεπάγγελτου συμψηφισμού.
Γ) Αν συμφωνεί ή όχι προς τις διατάξεις του Συντάγματος που κατοχυρώνουν την προσωρινή δικαστική προστασία και τη συμμόρφωση της Διοίκησης στις αποφάσεις των δικαστηρίων η διάταξη του άρθρου 67 § 5 του ν. 3842/2010, με την οποία τροποποιήθηκε η § 6 του άρθρου 6 του ΚΕΔΕ και επετράπη ο συμψηφισμός χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία έχουν ανασταλεί δικαστικά.
Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, με την από 24.10.2011 πράξη της τριμελούς Επιτροπής του άρθρου 1 § 1 του ν. 3900/2010, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «…» την 1.11.2011 και στην εφημερίδα «…» στις 2.11.2011, εισήχθη προς εκδίκαση στο Συμβούλιο της Επικρατείας, κατόπιν αποδοχής του από 24.10.2011 αιτήματος της προσφεύγουσας εταιρείας, η ως άνω προσφυγή της Μονοπρόσωπης Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία … MON/ΠΗ ΕΠΕ», προκειμένου, όπως αναφέρεται στην πράξη της Επιτροπής, να κριθούν τα ζητήματα της συμφωνίας με το Σύνταγμα των διατάξεων του άρθρου 11 του ν. 3943/ 2011 και του άρθρου 67 § 5 του ν. 3842/2010.
Επειδή, στην κατά τα ανωτέρω ανοιγείσα ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας δίκη παρεμβαίνει παραδεκτώς, κατά το άρθρο 1 § 1 τρίτο εδάφιο του ν. 3900/2010, ο δικηγόρος **, ο οποίος προβάλλει και αποδεικνύει ότι είναι διάδικος σε εκκρεμή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών δίκη, επί ανακοπής του κατά πράξεων συμψηφισμού (ΓΑΚ 6255/2011), όπου τίθεται το αυτό ως εν προκειμένω νομικό ζήτημα.
Επειδή, στο άρθρο 83 του ν.δ. 356/1974 «Περί Κωδικός Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων» (ΚΕΔΕ - ΦΕΚ 90 Α), που επιγράφεται «Ενέργειαι και αποτελέσματα συμψηφισμού» προβλέφθηκαν αρχικώς τα εξής: «1. Συμψηφισμός απαιτήσεων οφειλέτου του Δημοσίου έναντι χρεών αυτού προς το Δημόσιον δύναται να αντιταχθή εις πάσαν περίπτωσιν καθ ην ούτος έχει βεβαίαν χρηματικήν απαίτησιν κατά του Δημοσίου, εκκαθαρισμένην και αποδεικνυομένην εκ τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως ή εκ δημοσίου εγγράφου. Ο συμψηφισμός προτείνεται διά δηλώσεως υποβαλλομένης εις το Δημόσιον Ταμείον εις ο είναι βεβαιωμένον το χρέος. 2. ... 3. Ο συμψηφισμός ενεργείται και αυτεπαγγέλτως υπό του Δημοσίου Ταμείου εφ’ όσον εκ των παρ' αυτώ στοιχείων αποδεικνύεται η απαίτησις του οφειλέτου. Διά του συμψηφισμού αι αμοιβαίαι απαιτήσεις αποσβέννυνται, αφ' ου χρόνου συνυπήρξαν, φυλαττομένης της διατάξεως του άρθρου 96 του ν.δ. 321/69. Απαίτησις του Δημοσίου παραγεγραμμένη δύναται να αντιταχθή εις συμψηφισμόν επί τριετίαν από της συμπληρώσεως της παραγραφής. 4. Κατά τα λοιπά ισχύουν αι διατάξεις του Αστικού Κωδικός εφ’ όσον δεν αντίκεινται εις τας διατάξεις του παρόντος.» Με το άρθρο 15 § 2 του ν. 3888/2010 «Εκούσια κατάργηση φορολογικών διαφορών, ρύθμιση ληξιπρόθεσμων χρεών, διατάξεις για την αποτελεσματική τιμωρία της φοροδιαφυγής και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ 175 Α/30.9.2010) προστέθηκε εδάφιο στο τέλος της § 3 του άρθρου 83 του ΚΕΔΕ, ως εξής: «Ομοίως δύναται να αντιταχθεί σε συμψηφισμό και απαίτηση βεβαιωμένη ακόμη και αν δεν έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη.» Εξάλλου, στο άρθρο 14 του ίδιου ως άνω ν. 3888/2010 με τον τίτλο «Ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών» ορίζεται ότι: «1. ... 6. ... Κατά το χρονικό διάστημα της ρύθμισης αναστέλλεται επίσης η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης επί κινητών ή ακινήτων, με την προϋπόθεση ότι η εκτέλεση αφορά αποκλειστικά χρέη που υπήχθησαν στη ρύθμιση του άρθρου αυτού. Η αναστολή δεν ισχύει για κατασχέσεις για τις οποίες έχουν εκδοθεί οι σχετικές παραγγελίες πριν την καταβολή της πρώτης δόσης ή την εφάπαξ εξόφληση της ρύθμισης, τα αποδιδόμενα όμως ποσά από αυτές καλύπτουν δόσεις της ρύθμισης, εφόσον δεν συμψηφίζονται με άλλες οφειλές που δεν έχουν ρυθμιστεί. ... Οι διατάξεις του άρθρου 20 του ν. 2648/1998 πλην της παραγράφου 2 εφαρμόζονται και για τα χρέη που υπάγονται στη ρύθμιση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού. ...» Σύμφωνα με το άρθρο 20 § 1 ε του ν. 2648/1998, το Δημόσιο διατηρεί, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα, και μετά τη συμμόρφωση του οφειλέτη στη διευκόλυνση τμηματικής καταβολής που του χορηγήθηκε, να προβαίνει σε συμψηφισμό των χρηματικών απαιτήσεων του οφειλέτη κατά του Δημοσίου και μέχρι το ύψος των ληξιπρόθεσμων χρεών του, σύμφωνα με το άρθρο 83 του ΚΕΔΕ. Στη συνέχεια, με το άρθρο 11 του ν. 3943/2011 «Καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, στελέχωση των ελεγκτικών υπηρεσιών και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Οικονομικών» (ΦΕΚ 66 Α/31.3.2011), το άρθρο 83 του ΚΕΔΕ, όπως ίσχυε μέχρι τότε, αντικαταστάθηκε ολόκληρο, ως εξής: «Άρθρο 83. Ενέργειες και αποτελέσματα συμψηφισμού. 1. Βέβαιη και εκκαθαρισμένη χρηματική απαίτηση του οφειλέτη κατά του Δημοσίου, η οποία αποδεικνύεται με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή δημόσιο έγγραφο, συμψηφίζεται με βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο. 2. Ο συμψηφισμός προτείνεται με δήλωση του οφειλέτη που υποβάλλεται στη ΔΟΥ, η οποία είναι αρμόδια για την είσπραξη του χρέους. Ο συμψηφισμός μπορεί να ενεργείται και αυτεπάγγελτα, με πράξη του προϊσταμένου της ίδιας υπηρεσίας, εφόσον από τα υπάρχοντα στοιχεία αποδεικνύεται απαίτηση του οφειλέτη. Απαίτηση του Δημοσίου παραγεγραμμένη αντιτάσσεται σε συμψηφισμό για μια τριετία από τη συμπλήρωση της παραγραφής. Η δήλωση του οφειλέτη για συμψηφισμό της απαίτησης κατά του Δημοσίου ή το έγγραφο του προϊσταμένου της ΔΟΥ για αυτεπάγγελτο συμψηφισμό κοινοποιείται στην εκκαθαρίζουσα την απαίτηση υπηρεσία, η οποία υποχρεούται σε άμεση απόδοση του συμψηφισθέντος ποσού. 3. Με τις πιο πάνω προϋποθέσεις επιτρέπεται ο συμψηφισμός απαιτήσεων κατά του Δημοσίου με χρέη προς το Δημόσιο που καταβάλλονται με ταυτόχρονη υποβολή δήλωσης φόρου ή άλλου εσόδου. Η δήλωση συμψηφισμού, που υποβάλλεται μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της δήλωσης που αναφέρεται στο προηγούμενο εδάφιο, δεν απαλλάσσει τον οφειλέτη από τις συνέπειες της εκπρόθεσμης υποβολής της. 4. Με το συμψηφισμό οι αμοιβαίες απαιτήσεις αποσβένονται από την ημερομηνία που συνυπήρξαν και κατά το μέρος που καλύπτονται, με την επιφύλαξη των άρθρων 89 και 94 του ν. 2362/1995 (ΦΕΚ 247 Α).
 Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι προϋποθέσεις και η ειδικότερη διαδικασία, με την τήρηση των οποίων εξαιρούνται από τον αυτεπάγγελτο συμψηφισμό χρηματικές απαιτήσεις του οφειλέτη έναντι του Δημοσίου με βεβαιωμένα αλλά μη ληξιπρόθεσμα χρέη του προς το Δημόσιο. 6. Κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα.» Εξάλλου, στο άρθρο 5 του ΚΕΔΕ, όπως αντικαταστάθηκε με την § 1 του άρθρου 50 του ν. 1591/1986 (ΦΕΚ 50Α), που φέρει τον τίτλο «Ληξιπρόθεσμα χρέη», ορίζεται ότι: «Τα χρέη προς το Δημόσιο που βεβαιώνονται στα δημόσια ταμεία και τα τελωνεία του Κράτους γίνονται ληξιπρόθεσμα ως εξής: 1. Τα χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του επόμενου από τη βεβαίωση μήνα. 2. Τα χρέη που με βάση το νόμο καταβάλλονται σε δόσεις την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του μήνα κατά τον οποίο πρέπει να καταβληθεί κάθε δόση, σύμφωνα με τις φορολογικές ή άλλες διατάξεις. Αν η βεβαίωση γίνει μετά την πάροδο της προθεσμίας πληρωμής της πρώτης ή οποιασδήποτε επόμενης δόσης, την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του μήνα πληρωμής της δόσης, που λήγει μετά τη βεβαίωση. ...» Στο άρθρο 6 του ΚΕΔΕ με τον τίτλο «Προσαυξήσεις εκπροθέσμου καταβολής», οι §§ 5-9 του οποίου αναριθμήθηκαν σε § 3-7 αντίστοιχα με την § 2 του άρθρου 22 του ν. 2523/1997 (ΦΕΚ 179 Α), προβλέπονται τα εξής: «1. Από την πρώτη εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του μήνα που ακολουθεί μετά τη λήξη της προθεσμίας κατά την οποία, σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο, γίνονται ληξιπρόθεσμα τα χρέη προς το Δημόσιο, επιβάλλονται σ’ αυτά προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής. ... 2. ... 6. Αναστολαί καταβολής χρεών προς το Δημόσιον και των μετά τούτων συνεισπραττομένων, αναστολαί λήψεως αναγκαστικών μέτρων, ως και διευκολύνσεις τμηματικής καταβολής παρεχόμενοι υπό των αρμοδίων κατά νόμον οργάνων ή δικαστηρίων, δεν απαλλάσσουν τα χρέη εκ των προσαυξήσεων εκπροθέσμου καταβολής καθ' ον χρόνον διαρκεί η παρασχεθείσα αναστολή ή διευκόλυνσις. ...». Με το άρθρο 67 § 5 του ν. 3842/2010 «Αποκατάσταση φορολογικής δικαιοσύνης, αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ 58 Α/23.4.2010), προστέθηκαν δύο νέα εδάφια στο τέλος της § 6 του άρθρου 6 του ΚΕΔΕ, ως ακολούθως: «Το ίδιο ισχύει και για τις αναστολές είτε του νόμιμου τίτλου είτε της ταμειακής βεβαίωσης είτε των πράξεων της διοικητικής εκτέλεσης, που χορηγούνται στα πλαίσια δικαστικής αμφισβήτησης, για το ποσό που οφείλεται τελικά με βάση τη δικαστική απόφαση. Οι ως άνω αναστολές δεν εμποδίζουν την εφαρμογή των διατάξεων του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 8, καθώς και του άρθρου 83 του παρόντος.». Στο άρθρο 7 του ΚΕΔΕ προβλέπεται ότι «Από της επομένης ημέρας καθ’ ην κατά το άρθρον 5 του παρόντος Ν. Διατάγματος τα χρέη προς το Δημόσιον καθίστανται ληξιπρόθεσμα ο Διευθυντής του Ταμείου δικαιούται εις την λήψιν αναγκαστικών μέτρων κατά των οφειλετών διά το καθυστερούμενον μέρος του χρέους». Τέλος, στο άρθρο 8 του ΚΕΔΕ με τον τίτλο «Λήψις μέτρων δια μη ληξιπρόθεσμα χρέη», προβλέπεται ότι: «Κατ’ εξαίρεσιν προκειμένου περί οφειλετών υπόπτων φυγής ή και γενικώς εάν εκ της μη αμέσου λήψεως αναγκαστικών μέτρων πιθανολογήται κίνδυνος ζημίας του Δημοσίου, ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου δικαιούται να προέλθη εις την λήψιν αναγκαστικών μέτρων και πριν ή το χρέος καταστή ληξιπρόθεσμον δέον όμως προς τούτο να έχη την σύμφωνον γνώμην του Ειρηνοδίκου ή της Αστυνομικής Αρχής της έδρας του Ταμείου όπου δεν εδρεύει Ειρηνοδικείον. Περί τούτου συντάσσεται πρακτικόν. Υπό τας αυτάς ως άνω προϋποθέσεις και κατά τον αυτόν τρόπον δύναται να εγγραφή υποθήκη διά παν χρέος προς το Δημόσιον. ...».
Επειδή, όπως συνάγεται από τις προαναφερόμενες διατάξεις, το δικαίωμα του Δημοσίου να αποφασίζει αυτεπαγγέλτως το συμψηφισμό βεβαιωμένων και εκκαθαρισμένων χρηματικών απαιτήσεων οφειλετών του με βεβαιωμένες από το ίδιο απαιτήσεις του κατ' αυτών, μέχρι το ύψος που αυτές καλύπτονται, καθιερώθηκε ήδη από το έτος 1974 με το άρθρο 83 του ΚΕΔΕ, για λόγους έγκαιρης είσπραξης των δημόσιων εσόδων, οικονομίας χρόνου και δαπάνης, καθώς και αποφυγής των δυσμενών συνεπειών της αφερεγγυότητας των οφειλετών του Δημοσίου.
 Έκτοτε, και πριν, δηλαδή, αυτό προβλεφθεί ρητά με την επ’ ολίγον ισχύσασα διάταξη του τελευταίου εδαφίου της § 3 του άρθρου 83 του ΚΕΔΕ (άρ. 15 § 2 του ν. 3888/2010), αναγνωρίζεται η δυνατότητα αυτεπάγγελτου συμψηφισμού εκ μέρους του Δημοσίου και χρεών οφειλετών του που δεν έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμα κατά την έννοια του ΚΕΔΕ, δηλαδή, χρεών που δεν έχουν βεβαιωθεί ταμειακώς, οπότε και καθίστανται αυτά εισπρακτέα με τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης.
 Τούτο διότι με το συμψηφισμό δεν διενεργείται αναγκαστική εκτέλεση προς είσπραξη των απαιτήσεων που απορρέουν από τους οικείους νόμιμους τίτλους, αλλά αποσβένονται οι εκατέρωθεν απαιτήσεις με συνυπολογισμό, που υποκαθιστά την καταβολή των οφειλών.
Για το συμψηφισμό αρκεί οι εκατέρωθεν απαιτήσεις να είναι βέβαιες και εκκαθαρισμένες, δηλαδή να μην υπόκεινται σε αμφισβήτηση, και να είναι προσδιορισμένες κατά το ποσό και την αιτία τους, να αποδεικνύονται δε με τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις ή δημόσια έγγραφα. (Πρβλ. ΣτΕ 1877/2009 7μ., ΣτΕ 2244/2009, ΣτΕ 2006/2001, ΣτΕ 2864/1996, ΣτΕ 1555/1996, ΣτΕ 3144/1994, ΣτΕ 3490/1992, ΣτΕ 3169/1992 7μ., ΣτΕ 3328/1991.)
 Δεδομένου δε ότι, κατά τις πάγιες διατάξεις του Αστικού Κώδικα (άρθρο 441), τα αποτελέσματα του συμψηφισμού επέρχονται στο χρόνο συναντήσεως των αμοιβαίων απαιτήσεων, επιτρέπεται η επιβολή του και σε σχέση με τις μη ληξιπρόθεσμες δόσεις βεβαιωμένων ήδη χρεών που έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση και συνιστούν εξ ορισμού βέβαιες και εκκαθαρισμένες απαιτήσεις του Δημοσίου, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι θα συνυπολογιστούν, κατά το συμψηφισμό, οι εκπτώσεις που τυχόν δικαιούται ο εκάστοτε οφειλέτης από την πρόωρη εξόφληση του συνόλου της οφειλής του.
 Η δυνατότητα αυτεπάγγελτου συμψηφισμού και επί μη ληξιπρόθεσμων οφειλών ή μη ληξιπρόθεσμων δόσεων ρυθμισμένων οφειλών, στοιχούσα και προς γενική αρχή για την απόσβεση των ενοχών (βλ. άρθρο 445 ΑΚ), δεν ανατρέπει την εμπιστοσύνη που επέδειξαν οι οφειλέτες του Δημοσίου στη χαριστική προθεσμία που τους χορηγήθηκε για την εξόφληση των οφειλών τους μέσω της τμηματικής καταβολής, διότι, όπως προαναφέρθηκε, ο αυτεπάγγελτος συμψηφισμός δεν απαιτεί την καταβολή χρέους, αλλά μόνο το συνυπολογισμό βέβαιων και εκκαθαρισμένων απαιτήσεων.
 Επομένως, το άρθρο 83 του ΚΕΔΕ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 του ν. 3943/2011, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα. Κατά τη γνώμη, όμως, των Συμβούλων Μ. Καραμανώφ και Β. Αραβαντινού και της Παρέδρου, Φρ. Γιαννακού, η εξουσία του Δημοσίου να επιβάλλει αυτεπαγγέλτως το συμψηφισμό επί μη ληξιπρόθεσμων χρεών, ειδικότερα δε, επί μη ληξιπρόθεσμων δόσεων οφειλών που έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση, προσκρούει στο άρθρο 5 § 1 του Συντάγματος που κατοχυρώνει την οικονομική ελευθερία και το δικαίωμα του κάθε πολίτη να προγραμματίζει την οικονομική δραστηριότητα δείχνοντας εμπιστοσύνη στις αποφάσεις που λαμβάνει κάθε φορά η Διοίκηση και τον αφορούν, οι οποίες δεν δύνανται να ανατρέπονται μονομερώς από τη Διοίκηση, λόγω μεταβολής του τρόπου δράσης της.
Επειδή, ενόψει της ως άνω ρητώς προβλεπόμενης δυνατότητας αυτεπάγγελτου συμψηφισμού και  μη  ληξιπρόθεσμων,  κατά την έννοια του ΚΕΔΕ, χρεών, δεν είναι υποχρεωτική, για την εφαρμογή του κανόνα του άρθρ. 83 του ΚΕΔΕ, η προηγούμενη έκδοση υπουργικής απόφασης για τον καθορισμό των προϋποθέσεων και της διαδικασίας εξαίρεσης από τον αυτεπάγγελτο συμψηφισμό χρηματικών απαιτήσεων του οφειλέτη με βεβαιωμένα αλλά μη ληξιπρόθεσμα χρέη του προς το Δημόσιο.
 Η υπουργική αυτή απόφαση, η πρόβλεψη, μάλιστα, έκδοσης της οποίας επιβεβαιώνει τον κανόνα της δυνατότητας αυτεπάγγελτου συμψηφισμού και μη ληξιπρόθεσμων χρεών, θα έχει ως συνέπεια, όταν εκδοθεί, να εξαιρούνται, τότε μόνον, από τον αυτεπάγγελτο συμψηφισμό όσες κατηγορίες βεβαιωμένων αλλά μη ληξιπρόθεσμων χρεών περιληφθούν σ’ αυτήν.
Επειδή, όπως προαναφέρθηκε, προϋπόθεση του αυτεπάγγελτου συμψηφισμού είναι η ύπαρξη εκατέρωθεν απαιτήσεων βεβαιωμένων και εκκαθαρισμένων κατά ποσό, δηλαδή, απαιτήσεων για τις οποίες δεν υπάρχει εκκρεμής δικαστική αμφισβήτηση. Ως δικαστική δε αμφισβήτηση πρέπει εν προκειμένω να νοηθεί αυτή που κατά το νόμο επιδρά στην εγκυρότητα του νόμιμου τίτλου καθιστώντας αυτόν αδρανή.
 Υπό την έννοια αυτή, απόφαση της Επιτροπής Αναστολών που διατάσσει, για λόγους πρόδηλης βασιμότητας του κύριου ένδικου βοηθήματος, την αναστολή καταλογιστικής πράξης ή ταμειακής βεβαίωσης στο σύνολο της, εμποδίζοντας την είσπραξη της οφειλής, κωλύει τη διενέργεια συμψηφισμού εκ μέρους του Δημοσίου και τούτο διότι, στην περίπτωση αυτή, τα αποτελέσματα της προσωρινής απόφασης εξομοιώνονται με εκείνα της οριστικής δικαστικής προστασίας και εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο τόσο του άρθρου 20 § 1 του Συντάγματος, όσο και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ.
Αντίθετα, ο αυτεπάγγελτος συμψηφισμός δεν κωλύεται από τη δικαστική αναστολή καταβολής χρεών ή λήψης άλλων μέτρων εκτέλεσης των νόμιμων τίτλων για λόγους που δεν ανάγονται στην ύπαρξη της οφειλής.
Στην περίπτωση αυτή, η άσκηση, από τον οφειλέτη του Δημοσίου, του δικαιώματος στην προσωρινή δικαστική προστασία και η χορήγηση, από τον αρμόδιο δικαστικό σχηματισμό, αναστολής εκτελέσεως, η οποία, άλλωστε, αφορά την εκτέλεση και όχι την ισχύ της καταλογιστικής πράξεως ή της πράξεως αναγκαστικής εκτελέσεως, δεν επηρεάζει την κατ’ ουσία ύπαρξη της υποχρέωσης του προς το Δημόσιο, αλλά αποσκοπεί στην εξασφάλιση του από τη λήψη μέτρων εκτέλεσης εναντίον του που επιφέρουν ανεπανόρθωτη βλάβη στη διαβίωση του ή την οικονομική του υπόσταση. Ο συμψηφισμός, όμως, δεν έχει, από τη φύση του, τέτοιες συνέπειες, γι’ αυτό και εν προκειμένω επιτρέπεται. Δεν περιλαμβάνεται δε στο εννοιολογικό περιεχόμενο της τυχόν χορηγούμενης αναστολής εκτελέσεως η επέκταση των αποτελεσμάτων της και σε έννομες συνέπειες διαφορετικές από εκείνες, προς αποτροπή των οποίων χορηγήθηκε.
Ενόψει των ανωτέρω, το άρθρο 67 § 5 του ν. 3842/2010, με την προεκτεθείσα ερμηνεία του, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα. Κατά τη γνώμη, όμως, των Συμβούλων Μ. Καραμανώφ και Β. Αραβαντινού, καθώς και της Παρέδρου Φρ. Γιαννακού, το άρθρο 20 § 1 του Συντάγματος που κατοχυρώνει και την προσωρινή δικαστική προστασία, σε συνδυασμό με το άρθρο 26 του Συντάγματος που καθιερώνει τη διάκριση, το κύρος και τον αμοιβαίο σεβασμό των κρατικών λειτουργιών, επιτάσσουν την πλήρη συμμόρφωση της Διοίκησης προς το ανασταλτικό αποτέλεσμα των αποφάσεων που εκδίδονται επί αιτήσεων αναστολών, μέχρι την οριστική κρίση της υπόθεσης από το αρμόδιο δικαστήριο.
 Το ανασταλτικό αποτέλεσμα των αποφάσεων με τις οποίες παρέχεται προσωρινή δικαστική προστασία, ανεξαρτήτως των ειδικότερων αιτιολογιών των αποφάσεων και των διατασσόμενων με αυτές μέτρων, συνίσταται στην παρεμπόδιση της πραγμάτωσης, με τα μέσα του διοικητικού καταναγκασμού, του περιεχομένου της προσβαλλόμενης με το κύριο ένδικο βοήθημα πράξης. Εφόσον δε ο συμψηφισμός επιφέρει αμοιβαία απόσβεση των απαιτήσεων των μερών, όταν ενεργείται αυτεπαγγέλτως από τη Διοίκηση, επί χρεών που τελούν σε δικαστική αναστολή για οποιονδήποτε λόγο, ματαιώνει το σκοπό για τον οποίο παρέχεται το κύριο ένδικο βοήθημα και εξουδετερώνει τη δυνατότητα παροχής οριστικής δικαστικής προστασίας στον ασκήσαντα το κύριο ένδικο βοήθημα ή μέσο. Κατά τη μειοψηφούσα αυτή γνώμη, στην περίπτωση αυτή συντρέχει περίπτωση παραβίασης των άρθρων 20 § 1 και 26 του Συντάγματος.
Επειδή, μετά την επίλυση των ζητημάτων της συνταγματικότητας του άρθρου 11 του ν. 3943/ 2011 και του άρθρου 67 § 5 του ν. 3842/2010, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης για την κατ' ουσία εκδίκαση της κρινόμενης προσφυγής.
Επιλύει τα ζητήματα της συνταγματικότητας του άρθρου 11 του ν. 3943/2011 και του άρθρου 67 § 5 του ν. 3842/2010.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά τα λοιπά στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

ΣΧΟΛΙΟ
Η δυνατότητα αυτεπάγγελτου συμψηφισμού εκ μέρους του Δημοσίου και χρεών οφειλετών του που δεν έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμα κατά την έννοια του ΚΕΔΕ.
Το ΣΤ΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας με την υπ΄ αριθμ. 2164/2012 απόφασή του (εκδόθηκε ως «δίκη πιλότος» για νομικό ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος του άρθρου 1 του ν. 3900/10) έκρινε ότι «δεν αντίκειται στο Σύνταγμα το άρθρο 83 του ΚΕΔΕ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 του Ν. 3943/2011» που προβλέπει τον αυτεπάγγελτο συμψηφισμό χρεών προς το Δημόσιο.

Η πλειοψηφία έκρινε ότι «η δυνατότητα αυτεπάγγελτου συμψηφισμού και επί μη ληξιπρόθεσμων οφειλών ή μη ληξιπρόθεσμων δόσεων ρυθμισμένων οφειλών δεν ανατρέπει την εμπιστοσύνη που επέδειξαν οι οφειλέτες του Δημοσίου στη χαριστική προθεσμία που του χορηγήθηκε για την εξόφληση των οφειλών τους μέσω της τμηματικής καταβολής, διότι ο αυτεπάγγελτος συμψηφισμός δεν απαιτεί την καταβολή χρέους, αλλά μόνο το συνυπολογισμό βέβαιων και εκκαθαρισμένων απαιτήσεων».
Εχει κριθεί αλλωστε  ότι : η νομιμότητα της διοικητικής πράξεως του συμψηφισμού, η αμφισβήτηση της οποίας υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, εξαρτάται από τη νομιμότητα της πράξεως του καταλογισμού του ποσού, καθόσον ο συμψηφισμός προϋποθέτει την ύπαρξη νόμιμης απαιτήσεως του Δημοσίου εις βάρος του λαβόντος. Επομένως, αν η πράξη του καταλογισμού δεν είναι νόμιμη ή δεν υφίσταται για οποιονδήποτε λόγο, δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για τη διενέργεια του συμψηφισμού της απαιτήσεως του Δημοσίου, που απορρέει από την καταλογιστική αυτή πράξη, με ανταπαίτηση του προσώπου, εις βάρος του οποίου γίνεται ο καταλογισμός (βλ. Σ.τ.Ε.100.2012, 2961/2009, 3081/2010). Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 20 παρ. 1, 94 και 95 του Συντάγματος συνάγεται ότι ο κοινός νομοθέτης υποχρεούται να εξασφαλίζει την δυνατότητα έννομης προστασίας έναντι των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών. Η προστασία αυτή, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, δεν αφορά μόνο την οριστική επίλυση της ένδικης διαφοράς, δηλαδή την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί του κυρίου ενδίκου βοηθήματος, αλλά περιλαμβάνει και την προσωρινή δικαστική προστασία, δηλαδή την λήψη του μέτρου που κρίνεται κατάλληλο για να αποσοβηθεί η ανεπανόρθωτη βλάβη που κατά περίπτωση συνδέεται με την άμεση εκτέλεση της διοικητικής πράξης, ήτοι για να αποσοβηθεί η ματαίωση του σκοπού, για τον οποίο παρέχεται το κύριο ένδικο βοήθημα (πρβλ. Ε.Α. 718/1993, 57/2009 κ.ά.). Στην σχολιαζομένη  απόφαση επισημαίνεται  ότι η απόφαση της επιτροπής Αναστολών που διατάσσει (για λόγους πρόδηλης βασιμότητας του κύριου ένδικου βοηθήματος- κυρίας προσφυγής) την αναστολή καταλογιστικής πράξης ή ταμειακής βεβαίωσης στο σύνολο της, εμποδίζοντας την είσπραξη της οφειλής, κωλύει τη διενέργεια συμψηφισμού εκ μέρους του Δημοσίου.

Και τούτο διότι τα αποτελέσματα της προσωρινής απόφασης εξομοιούνται με εκείνα της οριστικής δικαστικής προστασίας και εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο τόσο του άρθρου 20 παράγραφος 1 του Συντάγματος, όσο και του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).

Αντίθετα, συνεχίζει η απόφαση του ΣτΕ, «ο αυτεπάγγελτος συμψηφισμός δεν κωλύεται από τη δικαστική αναστολή καταβολής χρεών ή λήψης άλλων μέτρων εκτέλεσης των νομίμων τίτλων για λόγους που δεν ανάγονται στην ύπαρξη της οφειλής». Κατόπιν αυτών, το ΣτΕ ανέπεμψε την υπόθεση στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης
       ΑΝΤΩΝΗΣ Π.ΑΡΓΥΡΟΣ
               argytospa@yahoo.com 


Σολεϊντάκη Νικόλαου: «ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΕΠΤΩΧΕΥΣΑΜΕΝ ΟΙ ΣΤΑΣΕΙΣ ΠΛΗΡΩΜΩΝ 1827, 1893, 1932»



ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΑ ΣΤΟ ΝΟΒ ΙΟΥΛΙΟΥ-ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2012
ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ
Σολεϊντάκης Νικόλαος :
«ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΕΠΤΩΧΕΥΣΑΜΕΝ
ΟΙ ΣΤΑΣΕΙΣ ΠΛΗΡΩΜΩΝ 1827, 1893, 1932»
(Εκδότης              ΠΑΠΑΖΗΣΗΣ
Χρονολογία Έκδοσης Φεβρουάριος 2012
Αριθμός σελίδων             192)

Με μεγάλη χαρά και ενδιαφέρον διαπιστώνει κανείς μελετώντας το βιβλίο του συγγραφέως  ότι ένας εκλεκτός δικαστικός λειτουργός εκτός από το φόρτο της ασκήσεως του καθημερινού λειτουργήματός του, ασχολείται την εποχή του Μνημονίου με ένα τόσο επίκαιρο ζήτημα, όπως οι  Ελληνικές ΣΤΑΣΕΙΣ ΠΛΗΡΩΜΩΝ 1827, 1893, 1932 . Αν εξαιρέσει κανείς την Κατοχή, στη διάρκεια της οποίας η χώρα υποχρεώθηκε για υπέρτερους λόγους σε παύση πληρωμών, έχουν περάσει 80 χρόνια από την τελευταία φορά που η λέξη «χρεοκοπία» ακούστηκε στην Ελλάδα τόσο πολύ όσο αυτές τις ημέρες. Ήταν η χρονιά της τελευταίας από τις τέσσερις ελληνικές πτωχεύσεις των ετών 1827, 1843, 1893 και 1932. Πτωχεύσεις που οφείλονταν στην αδυναμία της χώρας να εξυπηρετήσει έναν υπέρμετρο και πανάκριβο εξωτερικό δανεισμό και λύνονταν με ακόμη μεγαλύτερο και επαχθέστερο δανεισμό δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο. Και που είχαν σχεδόν πάντα μια έμμεση άμεση σχέση με την εθνική μας  κυριαρχία.
 Ο πολυγραφότατος  συγγραφέας κ. Σολεϊντάκης Νικόλαος  Προέδρος Εφετών Διοικητικών Δικαστηρίων, στο εξαίρετο  βιβλίο του με τίτλο «ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΕΠΤΩΧΕΥΣΑΜΕΝ[1]» αναλύει  το κρίσιμο ζήτημα της  οικονομικής κρίσης  ως εξής :  «Από της ενάρξεως της Επαναστάσεως του 1821, η πατρίδα μας αναγκάσθηκε να καταφεύγει σε συνεχή δανεισμό για να επιβιώνει. Όμως, είτε λόγω των όρων του δανεισμού, είτε λόγω της διεθνούς συγκυρίας, είτε λόγω κακής διαχειρίσεως της εθνικής οικονομίας, οδηγηθήκαμε σε πτώχευση ή επί το ευηχώτερον σε στάση πληρωμών. Έχει σημειωθεί (Σπ. Μαρκεζίνης) ότι η Ιστορία του ελληνικού δημοσίου χρέους είναι αξιόλογος και διδακτική. Οι Έλληνες εις το κεφάλαιο τούτο υπήρξαμε ή ατυχείς ή κατά κανόνα θύματα εκμεταλλεύσεως άνευ ορίου. Παρεσχέθησαν τα δάνεια εκ του εξωτερικού είτε σε περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν μπορούσε να γίνη αλλιώς, είτε οσάκις εδημιουργείτο η εντύπωση ότι η Ελλάς προσεφερόταν για κερδοφόρο τοποθέτηση αλλοδαπού χρήματος, κατά κανόνα υπό βαρείς όρους. Η παρούσα δημοσιονομική και γενικώτερα οικονομική κρίση της πατρίδος μας, μας οδήγησε στην έρευνα του τρόπου αντιμετωπίσεως των προηγουμένων πτωχεύσεών μας, κατά την περίοδο από το 1821 μέχρι και το 1932. Από τις πηγές και τη χρησιμοποιηθείσα βιβλιογραφία διαπιστώσαμε ότι τα γεγονότα της τελευταίας διετίας δεν είναι πρωτόγνωρα, αλλά έχουν όμοια προηγούμενα και διαφορετική αντιμετώπιση από τη σημερινή.»
 Το βιβλίου του κ. Νικολάου Σολεϊντάκη με τίτλο αυτή την ιστορική φράση του μεγάλου  Χ.Τρικούπη, χαρακτηρίζεται από  την συνήθη για τον συγγραφέα  γλαφυρότητα  αλλά και για την διαχρονικότητά του, ενώ  εισάγει  το σύγχρονο αναγνώστη μέσα από τη ροή της ελληνικής οικονομικής ιστορίας, προκειμένου  να αναλογισθεί και να προσεγγίσει τα σύγχρονα οικονομικά προβλήματα, που αντιμετωπίζει η χώρα μας με περισσότερο ρεαλισμό και αντικειμενικότητα.
Ο συγγραφέας έχει επιλέξει και έχει διαρθρώσει το περιεχόμενο του βιβλίου του κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να περιγράφει με σαφήνεια την οικονομική κατάσταση που επικράτησε στην Ελλάδα από την περίοδο του αγώνα της Παλιγγενεσίας του 1821 έως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο το 1939.
Το ολιγοσέλιδο αυτό βιβλίο το οποίο δεν «κουράζει» τον αναγνώστη δίνει το απόσταγμα της γνώσης της οικονομικοπολιτικής ιστορίας της Ελλάδας με έναν ιδιαίτερα περιγράφικο και ευσύνοπτο τρόπο. Παρουσιάζοντας τα γεγονότα που ανήκουν στη σφαίρα του παρελθόντος το βιβλίο αυτό γίνεται πιο επίκαιρο από ποτέ αναλύοντας τη συνεχή δανειοδότηση και οικονομική εξάρτηση της Χώρας μας από τις ξένες δυνάμεις, όσο και τις συνθήκες οικονομικής εξαθλίωσης που επικράτησαν σε δύσκολες περιόδους για τον ελληνικό λαό με τους πολιτικούς ηγέτες να προσπαθούν να ισοσκελίσουν τις εγχώριες και δημοσιονομικές ανάγκες της χώρας και με τις απαιτήσεις που απέρρεαν από τον εξωτερικό δανεισμό και τις στρατιωτικές συρράξεις που ταλάνιζαν τις εθνική ασφάλεια της χώρας μας κατά καιρούς είτε από εσωτερικούς είτε από εξωτερικούς κινδύνους.
Ο σύγχρονος αναγνώστης, λόγω της δύσκολης οικονομικής συγκυρίας που έχει προκαλέσει η διεθνής οικονομική κρίση και στην Ελλάδα, θα προσεγγίσει το βιβλίο αυτό με ιδιαίτερο ενδιαφέρον και θα διαμορφώσει μια πληρέστερη εικόνα για το υπάρχον πολιτικό και οικονομικό γίγνεσθαι και τις πολιτικές επιλογές, που κατά καιρούς έρχονται στο επίκεντρο συζητήσεων σε κυβερνητικό επίπεδο.
Ο συγγραφέας παραθέτει αυτούσιους τους πολιτικούς λόγους των μεγάλων ελλήνων ηγετών ως αδιάψευστα τεκμήρια της νεότερης οικονομικής ιστορίας, δίνοντας έτσι στον αναγνώστη με ακρίβεια το πολιτικό γίγνεσθαι της εποχής χωρίς ίχνος παρέμβασης και παραποίησης από τη μεριά του δημιουργού. Χαρακτηριστική είναι η φράση του Ιωάννη Καποδίστρια στην Γ’ Εθνική Συνέλευση στην Τροιζήνα στις 3 Απριλίου του 1827: «..Τώρα που ελευθερώθημεν πρέπει να προαγάγωμεν όσον το δυνατόν τα οικονομικά μας. καλή αυτών διαχείρισις σημαίνει δια το μέλλον Μεγάλη Πατρίς..». Επιπροσθέτως το κεφάλαιο που αναφέρεται στον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο μετά την πτώχευση του Τρικούπη περιγράφει λεπτομερώς τα δύσκολα χρόνια της Ελλάδος, η οποία είχε απωλέσει ,όπως και σήμερα  εν μέρει την κρατική της υπόσταση και ανεξαρτησία.
Ο συγγραφέας, προσηλωμένος στα ιδανικά της πατρίδος μας λέει χαρακτηριστικά για την καταστροφή της Σμύρνης το 1922: «…Ενάμιση εκατομμύριο (1.500.000) πρόσφυγες της Ανατολικής Θράκης και της Μικράς Ασίας ήρθαν καταδιωγμένοι και όχι συνωστιζόμενοι και στερέωσαν το εθνικό μας δένδρο βυθίζοντας πιο βαθειά τις ρίζες του στη Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη…» δίνοντας έτσι την δική του ιστορική απάντηση σε όσους αμφισβητούν τις συνθήκες διωγμού των προσφύγων και προσπαθούν να πείσουν για δήθεν ειρηνική ανταλλαγή πληθυσμών. Αίσθηση προκαλεί το κεφάλαιο που αναφέρεται στον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο που επιβλήθηκε στη Χώρα μας μετά το τέλος του ελληνοτουρκικού πολέμου το 1897 με πρωταγωνιστή και τότε  τη Γερμανία η οποία τιμώρησε την ανυπάκουη Ελλάδα «επιβάλλουσα ειρήνη γερμανική», όπως χαρακτηριστικά λέγει ο συγγραφέας, καθώς επίσης και το κεφάλαιο που αναφέρεται στην αναπτυξιακή πολιτική του Βενιζέλου που όμως κατέληξε μετά το κραχ στις ΗΠΑ, το 1929, σε στάση πληρωμών με αποκορύφωμα το 1932 .
Εν κατακλείδι ο συγγραφέας στον επίλογό του χωρίς να προβαίνει σε οιαδήποτε υποκειμενική κρίση παραθέτει το συμπέρασμα του με βάση τα ιστορικά γεγονότα μένοντας αποστασιοποιημένος από πολιτικές πεποιθήσεις και γνώμες λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «..η Ιστορία είναι του παρελθόντος ραψωδός, του παρόντος οδηγός και χρησμωδός του μέλλοντος.» Ας ελπίσουμε και ας ευχηθούμε η ιστορία να μας συνετίσει και να μην επαναληφθούν κάποιες μελανές της σελίδες, οι οποίες οδήγησαν το Έθνος μας σε δυσάρεστες περιπέτειες και βάσανα, αλλά ως φάρος θα μας φωτίσει για να βγούμε από το  οικονομικό αδιέξοδο που φαίνεται ότι αντιμετωπίζουμε. Το βιβλίο αυτό του εξαίρετου Δικαστού Νικολάου Π. Σολεϊντάκη αποτελεί χρήσιμο οδηγό για να κατανοήσουμε με αντικειμενικότητα, την οικονομικοπολιτική ιστορία της Ελλάδος μας πιο επίκαιρη από ποτέ.
     Άλλωστε Ο Σολωμός στο Εθνικό μας Ύμνο αναφέρει :
«Μοναχή το δρόμο επήρες,
εξανάλθες μοναχή·
δεν είν' εύκολες οι θύρες
εάν η χρεία τες κουρταλεί

ΑΝΤΩΝΗΣ Π.ΑΡΓΥΡΟΣ
argyrospa@yahoo.com


[1] Η φράση Δυστυχώς επτωχεύσαμεν αποτελεί μια ιστορική αναφορά που πιστώνεται στον πρωθυπουργό της Ελλάδας, Χαρίλαο Τρικούπη. Ο Τρικούπης λέγεται πως χρησιμοποίησε τη φράση σε ομιλία του στη Βουλή στις 10 Δεκεμβρίου του 1893, αναφερόμενος στην οικονομική κατάσταση του κράτους και την αδυναμία του να αποπληρώσει το δημόσιο χρέος του. Η Κυβέρνησή του κήρυξε πτώχευση, η οποία και επέφερε την επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου σε βάρος της Ελλάδας. (Κ. Παπαρρηγόπουλος: "Ιστορία του Ελληνικού Έθνους" τομ.8ος, σελ.52 (σημειώσεις). Έκτοτε, η φράση αυτή χρησιμοποιείται για να δηλώσει αποτυχία, τόσο για οικονομικά θέματα όσο και για γενικότερους λόγους. Παρόμοια επίσης φράση, ελαφρά παραλλαγμένη, χρησιμοποίησε και ο Ελευθέριος Βενιζέλος, όταν με την φράση του «τελικώς επτωχεύσαμεν»τον Μάιο του 1932, η κυβέρνησή του θα κηρύξει για άλλη μια φορά πτώχευση της Ελλάδας, κάτω από το υψηλό χρέος του εξωτερικού δανεισμού, επικαλούμενος ακόμη και τη Μικρασιατική Καταστροφή, που είχε σημειωθεί δέκα χρόνια πριν, αλλά και τη διεθνή οικονομική ύφεση από το Κραχ του 1929, ενώ στην πραγματικότητα ήταν συσσώρευση πολλών χρεών μαζί από την αρχή του αιώνα.

21 Ιουλίου 2012


ΣτΕ: Συνταγματικό το Ειδικό Τέλος Ακινήτων, αντισυνταγματική η διακοπή του ρεύματος







Με την υπ. αριθμ 1972/2012 απόφασή της η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε κατά πλειοψηφία οτι το «χαράτσι» της ΔΕΗ δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και στο Πρώτο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ25/05/2012 20:38 
Με την υπ. αριθμ 1972/2012 απόφασή της η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε, κατά πλειοψ
ηφία, ότι δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και στο Πρώτο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) το λεγόμενο «χαράτσι» της ΔΕΗ.

Παράλληλα, με τη συγκεκριμένη απόφαση η Ολομέλεια του ΣτΕ ακυρώνει την απόφαση του αναπληρωτή υπουργού Οικονομικών (1211/2011), κατά το μέρος που προβλέπει ότι θα διακόπτεται η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος σε όποιον δεν καταβάλλει το Έκτατο Ειδικό Τέλος Ηλεκτροδοτούμενων Δομημένων Επιφανειών (ΕΕΤΗΔΕ), κρίνοντας την ως αντίθετη με το Σύνταγμα.
Αναλυτικά, στη απόφαση αναφέρονται τα εξής: α/ Το ειδικό τέλος αποτελεί φόρο προσωρινού χαρακτήρα που στηρίζεται σε γενικά και αντικειμενικά κριτήρια (εμβαδόν, τιμή ζώνης κ.λπ.) β/ Η επιβολή του συγκεκριμένου μέτρου πραγματοποιήθηκε για την αντιμετώπιση επείγουσας ανάγκης σοβαρού δημόσιου συμφέροντος και προκειμένου να καλυφθεί άμεσα πρόσθετο δημοσιονομικό έλλειμμα σε περιβάλλον οικονομικής υφέσεως. γ/ Το ειδικό τέλος αποτελεί μια σημαντική οικονομική επιβάρυνση των πολιτών, λόγω όμως των επειγουσών δημοσιονομικών συνθηκών, καθίσταται επιτρεπτή και ανεκτή.

Σύμφωνα με την απόφαση, αντισυνταγματική είναι η δυνατότητα διακοπής ρεύματος που προβλέπεται και στο άρθρο 53 του Ν. 4021/2011, για όποιον δεν καταβάλλει το τέλος, καθώς αποτελεί συνταγματικώς ανεπίτρεπτη επέμβαση στη συμβατική σχέση μεταξύ του καταναλωτή και του προμηθευτή ηλεκτρικού ρεύματος. Άλλωστε η διακοπή συνεπάγεται και τη στέρηση αγαθού ουσιώδους σημασίας για την αξιοπρεπή διαβίωση των πολιτών.


ΑΠ ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΗ Η ΕΚ ΠΕΡΙΤΡΟΠΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑ 




Καταχρηστική, έκρινε την εφαρμογή του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας, σε εργαζόμενους του ομίλου επιχειρήσεων, της εφημερίδας «Μακεδονία» της Θεσσαλονίκης, ο Άρειος Πάγος, με απόφασή του, που αναμένεται να αποτελέσει νομολογία για τα εργασιακά δεδομένα.


Η υπόθεση αφορά διακόσιους περίπου δημοσιογράφους, τεχνικούς, διοικητικούς υπαλλήλους, κ.α. εργαζόμενους, στις εταιρίες «Μακεδονική Εκδοτική Εκτυπωτική ΑΕ» και «Εκδοτική Θεσσαλονίκης Μονοπρόσωπη ΕΠΕ» στους οποίους η εργοδοσία επέβαλε σύστημα εκ περιτροπής εργασίας, το Φεβρουάριο του 2011.

Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις πραγματοποίησαν 48ωρες απεργίες, σε ένδειξη διαμαρτυρίας, ενώ το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης έκρινε παράνομες τις κινητοποιήσεις, θεωρώντας ότι ανήκει στο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη η ευχέρεια επιβολής της εκ περιτροπής εργασίας και ότι η απεργία δεν μπορεί να έχει αίτημα της επίλυσης μιας νομικής διαφοράς.

Το Εφετείο Θεσσαλονίκης όμως, ακύρωσε την πρωτόδικη απόφαση- κρίνοντας νόμιμη την απεργία - και το Ανώτατο Δικαστήριο την επικύρωσε, γεγονός που δίνει το δικαίωμα στους εργαζόμενους να προσφύγουν στη Δικαιοσύνη, για να διεκδικήσουν, αυτή τη φορά, αναπλήρωση των εισοδημάτων που έχασαν, εξαιτίας των μειώσεων στους μισθούς τους.

Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (αρ.468/2012), επιβλήθηκε καταχρηστικά στους εργαζόμενους των εφημερίδων «Μακεδονία», «Θεσσαλονίκη», «Σπόρ του Βορρά» και των άλλων εντύπων του ιστορικού εκδοτικού συγκροτήματος, το σύστημα της εκ περιτροπής εργασίας, που είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση των μισθών, από 20%, έως 60%.

«Με τον τρόπο αυτό μετακυλίστηκε από την εργοδοσία η αντιμετώπιση της οικονομικής ζημίας των επιχειρήσεών της για την επέλευση της οποίας ευθύνεται κυρίως, η ίδια και οι επιλογές των οργάνων της και όχι οι εργαζόμενοι, που δεν μπορούν πλέον να αντιμετωπίσουν τα έξοδα επιβίωσης της οικογένειάς τους», αναφέρεται μεταξύ άλλων στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

Όπως είπε στο ΑΜΠΕ, ο νομικός σύμβουλος της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Μακεδονίας – Θράκης, Στρατής Μαυραγάνης, εκτός από το θέμα της εκ περιτροπής εργασίας αποτελεί επίσης δεδικασμένο και το σκεπτικό της απόφασης του Αρείου Πάγου, σχετικά με το δικαίωμα της απεργίας των εργαζομένων. «Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι είναι νόμιμο το αίτημα της απεργίας, παρότι πρόκειται για νομική διαφορά, γιατί, στη συγκεκριμένη περίπτωση με τους εργαζόμενους του εκδοτικού συγκροτήματος της εφημερίδας «Μακεδονία», η συλλογικότητα της διαφοράς υπερισχύει της νομικής της φύσης», δήλωσε ο κ. Μαυραγάνης.

Να σημειωθεί, ότι πριν την εφαρμογή του μέτρου της εκ΄ περιτροπής εργασίας οι εκπρόσωποι της εργοδοσίας απηύθυναν πρόσκληση στα συνδικαλιστικά σωματεία των δημοσιογράφων, τεχνικών και διοικητικών υπαλλήλων, για διαβούλευση, αλλά οι συζητήσεις δεν καρποφόρησαν. Επίσης, και οι δύο εκδοτικές εταιρίες, πριν καθιερώσουν την εκ περιτροπής εργασία, συμφώνησαν με διευθυντικά τους στελέχη, μείωση των αποδοχών τους, κατά 20% και 30%, γεγονός που, όπως αναφέρει η απόφαση, δεν αποτελεί υποχρέωση των εργαζομένων να δεχθούν αντίστοιχες μειώσεις μισθών.

10 Ιουλίου 2012

ΑΡΝΗΣΙΔΙΚΙΑ ή Η ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

Οχι λιγότερες από 120 υποθέσεις ετησίως θα πρέπει να εκδικάζουν οι διοικητικοί εφέτες, σύμφωνα με απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία παρατηρεί μεγάλη αύξηση στον αριθμό των εκκρεμών υποθέσεων στα Διοικητικά Δικαστήρια της χώρας. Γενικότερα, πάντως, η καθυστέρηση στην έκδοση αποφάσεων στα Διοικητικά Εφετεία και Πρωτοδικεία της χώρας ξεπερνά πλέον τα πέντε χρόνια, ενώ τον Δεκέμβριο του 2011 η ετήσια καθυστέρηση εκδίκασης των υποθέσεων ανερχόταν σε 3,5 χρόνια!
Συνολικά, οι υποθέσεις που βρίσκονται σε εκκρεμότητα στα διοικητικά δικαστήρια της χώρας ανέρχονται στις 440.000, σύμφωνα με στοιχεία που παρέθεσε ο υπουργός Δικαιοσύνης Αντώνης Ρουπακιώτης, στις προγραμματικές δηλώσεις στη Βουλή.
Από τα στοιχεία που  παρέθεσε ο υπουργός Δικαιοσύνης, αναδείχθηκε για μια ακόμη φορά η ευθύνη του δημοσίου το οποίο, όπως έχουν επισημάνει κατ’ επανάληψη και μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας, ασκεί συνεχώς αναιρέσεις επί εφετειακών αποφάσεων με αποτέλεσμα και να επιβαρύνει το δικαστήριο αλλά και «μπλοκάρει» με την τακτική του αυτή την είσπραξη φόρων και δασμών.
Πιο συγκεκριμένα σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέθεσε ο υπουργός Δικαιοσύνης:
-          Στο Β’ Τμήμα του ΣτΕ στο οποίο εκδικάζονται μόνο φορολογικές και τελωνειακές υποθέσεις το 2010 το Δημόσιο είχε καταθέσει 808 αναιρέσεις επί εφετειακών αποφάσεων και το περασμένο έτος 2.184.
-          Σε Ειρηνοδικείο σε νησί των Κυκλάδων εκτελεί χρέη γραμματέα, η καθαρίστρια.
-          Σε Ειρηνοδικείο, λόγω έλλειψης δικαστικού υπαλλήλου, είναι κλειστό και υπάρχει πινακίδα που αναγράφει «τα κλειδιά στο Αστυνομικό Τμήμα».
-           Δικηγορικοί Σύλλογοι προσφέρουν τη συνδρομή τους για τη  λειτουργία των δικαστηρίων προκειμένου να προμηθευτούν είτε γραφική ύλη είτε υλικά καθαριότητας.
-          Στο Ειρηνοδικείο Περιστερίου οι αιτήσεις που κατατίθενται προσδιορίζονται να δικαστούν το 2017.

Ο κ. Ρουπακιώτης τόνισε ότι  «η μεγάλη πλειονότητα των δικαστών στέκεται σε υψηλό επίπεδο ευθύνης και οφείλουμε να τους τιμήσουμε» κάλεσε ωστόσο τα αρμόδια δικαστικά συμβούλια, να θέσουν εκτός σώματος τους δικαστές που είτε δεν θέλουν να εργαστούν είτε δεν μπορούν για λόγους υγείας.
Η απόφαση  της Ολομέλειας ΣτΕ
 Ειδικότερα, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου συνεδρίασε για την έγκριση των κανονισμών των Ολομελειών των Διοικητικών Εφετείων. Τα μέλη της Ολομέλειας διατύπωσαν σοβαρές παρατηρήσεις ως προς τους αργούς ρυθμούς απονομής δικαιοσύνης και αποφάνθηκαν πως κάθε εφέτης της Διοικητικής Δικαιοσύνης πρέπει να χρεώνεται ετησίως τουλάχιστον 120 υποθέσεις, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι αποφάσεις επί αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων, όχι όμως και οι αποφάσεις αναστολών ή αποφάσεις που εκδόθηκαν σε σχηματισμό συμβουλίου. Υπό τα δεδομένα αυτά η Ολομέλεια του ΣτΕ επέστρεψε κανονισμούς Διοικητικών Εφετείων για να συμπεριληφθεί σε αυτούς το πλαφόν των 120 υποθέσεων ετησίως ανά δικαστή.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Διοικητικού Εφετείου Ιωαννίνων, ο νεότερος κανονισμός του οποίου προβλέπει ότι δεν μπορεί να ανατίθενται σε κάθε δικαστή περισσότερες από 12 υποθέσεις κατά μήνα, γεγονός που είχε προκαλέσει, κατά πληροφορίες, τις έντονες αντιδράσεις του γενικού γραμματέα του υπουργείου Δικαιοσύνης, ο οποίος, εύλογα, είχε υποστηρίξει ότι με τους ρυθμούς αυτούς δεν μπορεί να υπάρξει επιτάχυνση απονομής δικαίου.
Το συγκεκριμένο Διοικητικό Εφετείο παρουσιάζει, σε σύγκριση με ανάλογης δυναμικότητας δικαστήρια, τον μικρότερο αριθμό διεκπεραιωμένων υποθέσεων πανελλαδικά. Πρόκειται για δικαστήριο δυναμικότητας 5 εφετών, ενώπιον του οποίου συζητηθήκαν το περασμένο έτος 357 υποθέσεις. Δηλαδή, 70 περίπου υποθέσεις ανά δικαστή ετησίως, ο οποίος συμμετείχε σε μία δικάσιμο κατά μήνα.
 Εξετάζοντας τα στοιχεία αυτά η Ολομέλεια του ΣτΕ έκρινε ότι πρέπει να εφαρμοστεί ο παλαιός κανονισμός που προβλέπει την ανάθεση 10-17 υποθέσεων κάθε μήνα σε καθένα από τους πέντε εφέτες και ότι σε καμία περίπτωση ο αριθμός των εκδικαζομένων υποθέσεων δεν μπορεί να είναι κατώτερος των 120 ετησίως.

02 Ιουλίου 2012

ΕΠΙΤΟΚΙΟ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ 6% ΕΙΠΕ ΤΟ ΑΕΔ ΣΕ ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΜΕ ΕΔΔΑ

ΑΝΩΤΑΤΟ ΕΙΔΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ


Η προστατευτική για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις νομολογία κατέρρευσε

Το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο ανέτρεψε τα έως τώρα δεδομένα στηρίζοντας το προνομιακό επιτόκιο του Δημοσίου ως συνταγματικό
Κατέρρευσε οριστικά λόγω της οικονομικής κρίσης η προστατευτική για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις νομολογία (ευρωπαϊκών και ελληνικών δικαστηρίων), καθώς το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (ΑΕΔ) σύμφωνα με πληροφορίες έκανε τη μεγάλη ανατροπή και κράτησε «ζωντανό» το προνομιακό για το Δημόσιο επιτόκιο (6%) με το οποίο πληρώνει τις οφειλές του.
Το επιτόκιο αυτό, που πρωτοθεσπίστηκε το 1944, επέτρεπε στο κράτος να πληρώνει πολύ λιγότερα σε όσους χρωστά και να καθυστερεί επίτηδες τις πληρωμές του με τακτική δύστροπου οφειλέτη, αφού παράλληλα μπορούσε να εισπράττει πολύ περισσότερα (από πολίτες και επιχειρήσεις) με αυξημένους τόκους υπερημερίας (από 9-44%).
Γι' αυτό την τελευταία δεκαετία κρίθηκε κατ' επανάληψη αντισυνταγματικό και ανίσχυρο με αποφάσεις διοικητικών δικαστηρίων, αλλά και των Ολομελειών του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Ελεγκτικού Συνεδρίου (ΕΣ) και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.
Ομως χθες, το ΑΕΔ σε «κεκλεισμένων των θυρών» συνεδρίαση ανέτρεψε τα έως τώρα δεδομένα στηρίζοντας το προνομιακό επιτόκιο του Δημοσίου ως συνταγματικό, λόγω της οξείας δημοσιονομικής κρίσης που απειλεί τη χώρα με κατάρρευση και της ανάγκης αποκατάστασης της οικονομίας, αφού εκκρεμούν εκατοντάδες χιλιάδες δίκες που θα μπορούσαν να επιβαρύνουν με μεγάλα κονδύλια το Δημόσιο μέσω των τόκων.
Πριν από λίγους μήνες το ΑΕΔ (λόγω της μνημονιακής κρίσης) με ανατροπή και πάλι κράτησε «ζωντανή» την προνομιακή για το Δημόσιο 2ετή παραγραφή των σε βάρος του οικονομικών αξιώσεων (ενώ εκείνο μπορεί να διεκδικεί σε βάθος 5ετίας), ενώ τώρα παραμένει ισχυρό το προνομιακό επιτόκιο 6% για τα κάθε είδους χρέη του (για μισθούς, συντάξεις, αποζημιώσεις, προμήθειες, έργα, παροχή υπηρεσιών κ.λπ.) και σε περιόδους με διψήφιο πληθωρισμό και με δυνατότητα να εισπράττει το κράτος με τόκους υπερημερίας 9 έως 44%.
Αντισυνταγματικότητα
Την αντισυνταγματικότητα του προνομιακού επιτοκίου επισήμαινε το ΣτΕ το 2002 και την επιβεβαίωσαν το 2009 οι Ολομέλειες ΣτΕ (1663/09) και ΕΣ (513/09, 744/10, 2812/11). Το Ευρωδικαστήριο το απέκρουσε επίσης λόγω της αδικαιολόγητα προνομιακής μεταχείρισης του κράτους έναντι των αντιδίκων του πολιτών, θίγοντας περιουσιακά δικαιώματα προστατευόμενα από διεθνείς συμβάσεις.
Το ζήτημα έφθασε στο ΑΕΔ λόγω αντίθετης νομολογίας τμήματος του Αρείου Πάγου (1128/10) υπέρ του επιτοκίου και η χθεσινή απόφαση του ΑΕΔ είναι πλέον δεσμευτική για όλα τα ελληνικά δικαστήρια, αφού έχει ισχύ νόμου.
Τεράστιο νομικό πρόβλημα (που μπορεί να αγγίξει και κυριαρχικά ζητήματα) ίσως προκαλέσει η αναμενόμενη προσφυγή στο Ευρωδικαστήριο εφόσον, εκείνο επιμείνει στην απόρριψη του επιτοκίου και ανατρέψει την κρίση του ΑΕΔ, που όμως είναι το μόνο αρμόδιο να ερμηνεύει αυθεντικά το Ελληνικό Σύνταγμα...
Το ΑΕΔ έκρινε, σύμφωνα με πληροφορίες, με ψήφους 10-3 ότι με βάση τις δυσμενείς επικρατούσες οικονομικές συνθήκες, το προνομιακό επιτόκιο είναι δικαιολογημένο και συνταγματικά ανεκτό, προκειμένου να γνωρίζει το κράτος τι χρωστά και να μην αιφνιδιάζεται με αύξηση χρεών, λόγω μεγάλων επιτοκίων.
Ετσι, έγινε δεκτό ότι ακόμα και αν η ανάγκη προστασίας της κρατικής περιουσίας δεν αρκεί να δικαιολογήσει τη διαφοροποίηση του ύψους του επιτοκίου (υπέρ του κράτους).
Πιστά στην αντισυνταγματικότητα του προνομιακού επιτοκίου έμειναν μόνο 3 μέλη του δικαστηρίου, η σύμβουλος Επικρατείας Π. Καρλή και οι καθηγητές ΑΕΙ Θ. Φορτσάκης, Γ. Αρχανιωτάκης, που έκριναν ότι υπάρχει αδικαιολόγητη άνιση προνομιακή μεταχείριση του κράτους έναντι των ιδιωτών, χωρίς να συντρέχει λόγος δημοσίου συμφέροντος (αφού δεν αποτελούν τέτοιον οι κρατικές ταμειακές ανάγκες).

ΒΟΜΒΑ ΚΑΤΑ ΜΝΗΜΟΝΙΟΥ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΔΚΑΣΤΕΣ ΕΙΣ ΤΑΣ ΑΘΗΝΑΣ

ΒΟΜΒΑ ΚΑΤΑ ΜΝΗΜΟΝΙΟΥ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΔΚΑΣΤΕΣ ΕΙΣ ΤΑΣ ΑΘΗΝΑΣ
- Η απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών αναφέρει πως οι δύο μνημονιακοί νόμοι είναι αντίθετοι στη Διεθνή Νομοθεσία - Αναφέρει ότι οι μειώσεις μισθών δεν ήρθαν μαζί με μειώσεις φόρων ή τιμών όπως θα έπρεπε

- Στη δικαιοσύνη είχαν προσφύγει οι εργαζόμενοι θυγατρικής εταιρείας της Αττικόν Μετρό

- Για πρώτη φορά πολιτικό δικαστήριο έρχεται σε ευθεία αντιπαράθεση με το ΣτΕ

Aπόφαση των πολιτικών δικαστηρίων ανατρέπει τα έως σήμερα δεδομένα αφού έκρινε αντισυνταγματική και αντίθετη στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) αλλά και αντίθετη στις Διεθνείς Συμβάσεις Εργασίας κρίθηκαν τους δύο μνημονιακούς νόμους 3833/2010 και 3845/2010 που επέβαλαν μείωση των αποδοχών και των επιδομάτων των εργαζομένων στο Δημόσιο τομέα.

Ουσιαστικά, είναι η πρώτη απόφαση των πολιτικών δικαστηρίων που έρχεται σε ευθεία αντιπαράθεση με την απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας που έκρινε ότι οι μνημονιακοί περιορισμοί στις αποδοχές, τα επιδόματα και τα δώρα των εργαζομένων είναι συμβατοί με τις επιταγές του Συντάγματος και την Ευρωπαϊκή και διεθνή νομοθεσία.

Συγκεκριμένα η απόφαση αναφέρει ότι τόσο ο νόμος 3833/2010 που αφορά τα επείγοντα μέτρα αντιμετώπισης της δημοσιονομικής κρίσης, όσο και ο νόμος 3845/2012 για τα μέτρα εφαρμογής του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη μέλη της Ζώνης του Ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό ταμείο (ΔΝΤ), είναι αντίθετοι στα άρθρα 4, 22, 23, 25, 28 και 106 του Συντάγματος, στο άρθρο 11 της ΕΣΔΑ και στις Διεθνείς Συμβάσεις Εργασίας 151/1978 και 14/1981.

Υπογραμμίζεται στη δικαστική αυτή απόφαση ότι τα μέτρα που επιβλήθηκαν σε βάρος των εργαζομένων πραγματοποιούν ανεπίτρεπτη επέμβαση στη συλλογική αυτονομία με αποτέλεσμα να καταλύουν τα άρθρα 22 και 23 του Συντάγματος, ενώ δεν συνοδεύονται από αντισταθμιστικά μέτρα, όπως είναι η μείωση των τιμών και των φόρων. Αντίθετα, μάλιστα, προσθέτει η απόφαση, επιβλήθηκαν φοροεισπρακτικού χαρακτήρα μέτρα. Ακόμη, σημειώνεται στην δικαστική απόφαση, ότι παραβιάζεται και το άρθρο 4 του Συντάγματος (περί ισότητας), καθώς έγινε μείωση ίδιου ύψους στις αποδοχές τόσο των υψηλόμισθών όσο και των χαμηλόμισθων.

Η επίμαχη απόφαση δημοσιεύθηκε στο νομικό περιοδικό «Επιθεώρησης Εργατικού Δικαίου» (τεύχος 10/2012) και είναι του Ειρηνοδικείου Αθηνών (599/2012) με ειρηνοδίκη τη Σταυρούλα Κουτρουβίδα. Στη Δικαιοσύνη είχαν προσφύγει οι εργαζόμενοι στην Ανώνυμη Εταιρεία ΣΤΑΣΥ» (πρώην ΑΜΕΛ Α.Ε.) η οποία είναι θυγατρική της «Αττικόν Μετρό Α.Ε.» και ανήκει στον Δημόσιο τομέα.

Διαβάστε το παρακάτω απόσπασμα της απόφασης

«Συνεπάγεται ότι η επέμβαση στη συλλογική αυτονομία πρέπει να συνιστά μέτρο όλως εξαιρετικό και να μην υπερβαίνει μία εύλογη χρονική περίοδο, να συνοδεύεται δε από επαρκείς εγγυήσεις για την προστασία του επιπέδου ζωής των εργαζομένων, τηρουμένης, σε κάθε περίπτωση, της αρχής της αναλογικότητας, η οποία αποτελεί συνταγματικό περιορισμό των νομοθετικών περιορισμών των συνταγματικών θεμελιωδών δικαιωμάτων, επιτάσσοντας ότι μεταξύ του νόμιμου σκοπού που επιδιώκει ένας περιορισμός του δικαιώματος και του συγκεκριμένου περιορισμού πρέπει να υπάρχει εύλογη σχέση. Η εφαρμογή της αρχής αυτής θεμελιώνεται αφενός στο εσωτερικό μας δίκαιο, και συγκεκριμένα στο άρθρο 25 παράγραφος 1δ' του Συντάγματος, και αφετέρου στις διατάξεις της Ε.Σ.Δ.Α. για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, που έχει κυρωθεί από τη χώρα μας με τον Ν. 53/1979 και δυνάμει του άρθρου 28 παράγραφος 1 του Συντάγματος έχει υπερνομοθετική ισχύ. Έτσι, σε περίπτωση μείωσης αποδοχών και επιδομάτων, πρέπει να εξετάζεται η αναλογικότητα του μέτρου προς τον επιδιωκόμενο σκοπό δημοσίου συμφέροντος και να τηρείται η προϋπόθεση ότι τα μέτρα δεν επιφέρουν δυσανάλογη προσβολή, εν όψει του επιδιωκόμενου σκοπού, σε συνταγματικά δικαιώματα και αγαθά, σε καμία περίπτωση δε δεν δικαιολογείται να καταλύονται θεμελιώδεις διατάξεις του Συντάγματος (22 παρ. 2 και 23 παρ. 1)».

Στη συνέχεια η κα Κουτρουβίδα κάνει αναφορά στο άρθρο 106 του Συντάγματος που λέει ότι μπορεί χάριν του εθνικού συμφέροντος να περιοριστεί η συλλογική αυτονομία που καθιερώνεται με το άρθρο 22 του Συντάγματος για περιορισμένο και εύλογο όμως χρονικό διάστημα και πάντα τηρώντας την συνταγματική αρχή της αναλογικότητας και τις διατάξεις της ΕΣΔΑ.

Στην προκειμένη περίπτωση, υπογραμμίζει η ειρηνοδίκης, και αν ακόμη δεχθούμε ότι οι περιορισμοί αυτοί τέθηκαν χάριν του εθνικού συμφέροντος, εκτός του ότι δεν είναι συμβατοί με τις διεθνείς συμβάσεις εργασίας, επιφέρουν «δυσμενείς για τους εργαζόμενους τροποποιήσεις, χωρίς να εγγυώνται ότι ο περιορισμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων έχει περιορισμένο χρονικό ορίζοντα, ώστε να είναι συνταγματικά ανεκτή η επέμβαση στη συλλογική αυτονομία, με αποτέλεσμα να καταλύονται στην πραγματικότητα οι επίμαχες συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 22 και 23 του Συντάγματος».

Ακόμη, αναφέρεται στην δικαστική απόφαση:

«Η αιτιολογία της αναγκαιότητας για τη λήψη των επίδικων μέτρων που αφορούν τις μειώσεις των αποδοχών και επιδομάτων των εργαζομένων που προβλέπονται, χάριν του δημοσίου συμφέροντος, είναι προφανώς ελλιπής, λαμβανομένου υπ' όψιν ότι τα μέτρα αυτά καταργούν τις συλλογικές διαπραγματεύσεις, τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας και ουσιαστικά την συνδικαλιστική ελευθερία και συλλογική αυτονομία, είναι δε αντίθετα με τις Διεθνείς Συμβάσεις, που έχει συνάψει η Ελλάδα και που δυνάμει του άρθρου 28 παράγραφος 1 του Συντάγματος έχουν αποκτήσεις υπερνομοθετική ισχύ».

Ως προς την μείωση των αποδοχών και τα φοροεισπρακτικά μέτρα αναφέρει η ειρηνοδικειακή απόφαση:

«Κατά συνέπεια, με τα επίδικα μέτρα παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, καθώς, εκτός από την παραπάνω ανεπίτρεπτη μονιμότητα του χαρακτήρα τους, δεν βρίσκονται σε αντιστοιχία με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ούτε συνοδεύονται με αντισταθμιστικά μέτρα (μείωση τιμών, άμεσων και έμμεσων φόρων κ.λπ.) και εγγυήσεις για την προστασία ευάλωτων ομάδων του πληθυσμού της χώρας. Αντίθετα, όπως είναι γνωστό, επιβάλλονται στους πολίτες ταυτόχρονο με μία σειρά ιδιαίτερα σκληρών φοροεισπρακτικών μέτρων που προβλέπουν μείωση ή κατάργηση αφορολόγητων ορίων και τα οποία πλήττουν τις πλέον ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες, την προστασία των οποίων έπρεπε να εγγυώνται και να διαφυλάττουν».

«Είναι προφανές ότι η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 5 του Ν. 3833/2010, σύμφωνα με την οποία καθιερώνεται μείωση των αποδοχών των εργαζομένων που υπάγονται στη ρύθμιση του εν λόγω άρθρου κατά γενικευμένο ποσοστό 7%, καθώς και των επιδομάτων Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας κατά επίσης γενικό ποσοστό 30%, αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν στα δημόσια βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις τους. Η μείωση των αποδοχών και των ως άνω επιδομάτων κατά το ίδιο γενικό ποσοστό που καταλαμβάνει τόσο τους υψηλόμισθους όσο και τους χαμηλόμισθους εργαζομένους αντίκειται στην ανωτέρω διάταξη και οδηγεί τους μεν υψηλόμισθους στο να εξακολουθούν να διατηρούν ένα ικανοποιητικό και αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, ενώ τους χαμηλόμισθους, οι οποίοι αποτελούν ένα ιδιαίτερα μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού, το οποίο στο όνομα του γενικού συμφέροντος έπρεπε να προστατεύεται, τους οδηγούν στην κοινωνική και οικονομική εξαθλίωση, αφού εκμηδενίζουν στην ουσία τις αποδοχές τους και τους αναγκάζουν, κατά παράβαση της ως άνω διάταξης, να συνεισφέρουν στα δημόσια βάρη κατά φανερή αναντιστοιχία με τις δυνάμεις τους, ενισχύοντας δε την άποψη ότι η αιτιολογία της λήψης των οριζόμενων με τις ένδικες διατάξεις μέτρων που εδράζεται στο δημόσιο συμφέρον είναι προβληματική και ελλιπής».

ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

  ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ -ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΕΝ ΟΨΕΙ   ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ (4...