Συμβούλιο Επικρατείας
(ΣΤ΄ Τμήμα)
Αριθ. 2164/2012
Πρόεδρος: Α. Ράντος, Αντιπρόεδρος
Μέλη: Μ. Καραμανώφ, Β. Αραβαντινός, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Φιλοπούλου, Σύμβουλοι, Φ. Γιαννακού, Θ. Ζιάμου, Πάρεδροι
Εισηγήτρια: Θ. Ζιάμου, Πάρεδρος
Δικηγόροι: Α. Παπαγεωργίου, Πάρεδρος ΝΣΚ
Πρότυπη δίκη άρθρου 1 του ν. 3900/2010. Επίλυση ζητήματος της συνταγματικότητας του άρθρου 11 του ν. 3943/2011 και του άρθρου 67 § 5 του ν. 3842/2010. Το άρθρο 83 του ΚΕΔΕ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 του ν. 3943/2011, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα. Δυνατότητα αυτεπάγγελτου συμψηφισμού και επί μη ληξιπρόθεσμων οφειλών ή μη ληξιπρόθεσμων δόσεων ρυθμισμένων οφειλών, στοιχούσα και προς γενική αρχή για την απόσβεση των ενοχών, δεν ανατρέπει την εμπιστοσύνη που επέδειξαν οι οφειλέτες του Δημοσίου στη χαριστική προθεσμία που τους χορηγήθηκε για την εξόφληση των οφειλών τους μέσω της τμηματικής καταβολής, διότι, όπως προαναφέρθηκε, ο αυτεπάγγελτος συμψηφισμός δεν απαιτεί την καταβολή χρέους, αλλά μόνο το συνυπολογισμό βέβαιων και εκκαθαρισμένων απαιτήσεων. Ο αυτεπάγγελτος συμψηφισμός δεν κωλύεται από τη δικαστική αναστολή καταβολής χρεών ή λήψης άλλων μέτρων εκτέλεσης των νόμιμων τίτλων για λόγους που δεν ανάγονται στην ύπαρξη της οφειλής. [Μειοψηφία] (Άρθρα 1 ν. 3900/2010, 83 ΚΕΔΕ όπως τροποποιήθηκε με άρθρ. 11 § 1 ν. 3943/ 2011και 67 § 5 ν. 3842/2010).
(…) Επειδή, με τις διατάξεις του ως άνω άρθρου 1 του ν. 3900/2010 εισάγεται ο θεσμός της «δίκης-πιλότου» ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας σε θέματα που, ως εκ της φύσεως τους, έχουν γενικότερο ενδιαφέρον και, συνεπώς, αναμένεται να προκαλέσουν σημαντικό αριθμό διαφορών, με τον κίνδυνο να εκδοθούν αντιφατικές αποφάσεις και να υπάρξει σημαντική καθυστέρηση για τους διαδίκους ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Στις περιπτώσεις αυτές δίνεται η δυνατότητα στους διαδίκους και στα διοικητικά δικαστήρια να απευθύνονται απευθείας στο Συμβούλιο της Επικρατείας ώστε αυτό να επιλύει τα σχετικά ζητήματα, διασφαλίζοντας την ενότητα της νομολογίας και την ασφάλεια δικαίου (βλ. σχετική αιτιολογική έκθεση του νόμου). Ειδικότερα, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, εφόσον αίτημα διαδίκου να εισαχθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας ένδικο βοήθημα ή μέσο αρμοδιότητας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, για τον λόγο ότι τίθεται με αυτό ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος με συνέπειες για ευρύ κύκλο προσώπων, γίνει δεκτό από την προβλεπομένη από τις διατάξεις αυτές τριμελή Επιτροπή, η οποία αποφασίζει εκ των ενόντων βάσει των προβαλλομένων ισχυρισμών και των στοιχείων του φακέλου που διαθέτει, το Δικαστήριο αυτό εκδικάζει σε Ολομέλεια ή σε Τμήμα το ένδικο βοήθημα ή μέσο, εφαρμόζοντας ως προς την πληρεξουσιότητα τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 27 του π.δ. 18/1989 «Κωδικοποίηση διατάξεων νόμου για το Συμβούλιο της Επικρατείας» (ΦΕΚ Α' 8) και κατά τα λοιπά, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, τις ισχύουσες για το ένδικο βοήθημα ή μέσο οικείες διατάξεις. (ΟλΣτΕ 601/2012)
Επειδή, με την ασκηθείσα προσφυγή ζητείται η ακύρωση της ** αποφάσεως του Προϊσταμένου της Δ* ΔΟΥ Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση της προσφεύγουσας εταιρείας για την καταβολή των ποσών των ενταλμάτων που αντιστοιχούν σε εργολαβικά ανταλλάγματα, οφειλόμενα από το Ελληνικό Δημόσιο και αποφασίστηκε η διενέργεια αυτεπάγγελτου συμψηφισμού τους αφενός με μη ληξιπρόθεσμες οφειλές της εταιρείας ύψους 1.396.441,21 ευρώ (που έχουν βεβαιωθεί ταμειακά κατόπιν της υπαγωγής τους στη ρύθμιση της περαίωσης σε 24 ισόποσες δόσεις), αφετέρου δε, με ευρισκόμενες σε δικαστική αναστολή οφειλές της ύψους 38.538,66 ευρώ πλέον προσαυξήσεων. Η προσφεύγουσα, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα της παροχής υπηρεσιών ασφάλειας και φύλαξης σε ιδιώτες και φορείς του δημοσίου, υπέβαλε, στις 15.6.2011, αίτηση προς τον Προϊστάμενο της Δ' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης για την καταβολή σε αυτήν των ποσών των χρηματικών ενταλμάτων που βρίσκονταν στο τμήμα εξόδων της ΔΟΥ και αντιστοιχούσαν σε εργολαβικά ανταλλάγματα που της οφείλονταν. Ο Προϊστάμενος της ΔΟΥ, με την από 30.6.2011 πράξη του, απέρριψε το αίτημα της εταιρείας με την αιτιολογία ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του αυτεπάγγελτου συμψηφισμού (άρθρ. 83 του ΚΕΔΕ όπως τροποποιήθηκε με άρθρ. 11 § 1 του ν. 3943/2011), έλαβε δε υπόψη τα ακόλουθα: α) Στη ΔΟΥ εκκρεμούσαν χρηματικά εντάλματα με δικαιούχο την προσφεύγουσα, συνολικού ποσού 207.798,38 ευρώ. β) Η προσφεύγουσα είχε ήδη υποβάλει την 723**αίτηση της για το συμψηφισμό των ενταλμάτων είσπραξης που βρίσκονταν στο τμήμα εξόδων, με οφειλόμενες δόσεις περαίωσης (για ΚΒΣ και φόρο εισοδήματος) και έκτακτης εισφοράς συνολικού ποσού 99.927,31 ευρώ. γ) Τα χρέη της εταιρείας υπό αναστολή μαζί με τις προσαυξήσεις καθώς και τα μη ληξιπρόθεσμα χρέη ανέρχονται σε 1.446.541,47 ευρώ. δ) Συντρέχουν οι προϋποθέσεις του αυτεπάγγελτου συμψηφισμού, σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 83 του ΚΕΔΕ, όπως αυτά ισχύουν, μετά την τροποποίηση τους αντίστοιχα με το άρθρο 67 του ν. 3842/2010 και το άρθρο 11 του ν. 3943/2011. ε) Ο ίδιος είναι αρμόδιος για τη διενέργεια του συμψηφισμού.
Κατά της ως άνω αποφάσεως του Προϊσταμένου της Δ' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης η ΕΠΕ «…» άσκησε την από 4 Ιουλίου 2011 προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, καθώς και αίτηση αναστολής, που απορρίφθηκε με την 1348/2011 απόφαση της Επιτροπής Αναστολών του Θ' Τμήματος του ίδιου δικαστηρίου.
Με την προσφυγή αυτή η ανωτέρω εταιρεία έθεσε τα ακόλουθα ζητήματα: Α) Αν, κατά το άρθρο 83 του ΚΕΔΕ, επιτρέπεται ο συμψηφισμός με μη ληξιπρόθεσμη οφειλή.
Ειδικότερα προέβαλε ότι ο συμψηφισμός μη ληξιπρόθεσμης οφειλής που προέκυψε από την εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3888/2010 για την περαίωση εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων, καταστρατηγεί τις διατάξεις για τη ρύθμιση χρεών προς το Δημόσιο και προσκρούει στην αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Β) Αν είναι δυνατή η διενέργεια του αυτεπάγγελτου συμψηφισμού για μη ληξιπρόθεσμα χρέη προς το Δημόσιο πριν από την έκδοση της κανονιστικής υπουργικής αποφάσεως που προβλέπεται στο άρθρο 83 § 5 του ΚΕΔΕ, όπως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 του ν. 3943/2011 και πριν από τη θέσπιση κριτηρίων και περιορισμών για την εφαρμογή του αυτεπάγγελτου συμψηφισμού.
Γ) Αν συμφωνεί ή όχι προς τις διατάξεις του Συντάγματος που κατοχυρώνουν την προσωρινή δικαστική προστασία και τη συμμόρφωση της Διοίκησης στις αποφάσεις των δικαστηρίων η διάταξη του άρθρου 67 § 5 του ν. 3842/2010, με την οποία τροποποιήθηκε η § 6 του άρθρου 6 του ΚΕΔΕ και επετράπη ο συμψηφισμός χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία έχουν ανασταλεί δικαστικά.
Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, με την από 24.10.2011 πράξη της τριμελούς Επιτροπής του άρθρου 1 § 1 του ν. 3900/2010, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «…» την 1.11.2011 και στην εφημερίδα «…» στις 2.11.2011, εισήχθη προς εκδίκαση στο Συμβούλιο της Επικρατείας, κατόπιν αποδοχής του από 24.10.2011 αιτήματος της προσφεύγουσας εταιρείας, η ως άνω προσφυγή της Μονοπρόσωπης Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία … MON/ΠΗ ΕΠΕ», προκειμένου, όπως αναφέρεται στην πράξη της Επιτροπής, να κριθούν τα ζητήματα της συμφωνίας με το Σύνταγμα των διατάξεων του άρθρου 11 του ν. 3943/ 2011 και του άρθρου 67 § 5 του ν. 3842/2010.
Επειδή, στην κατά τα ανωτέρω ανοιγείσα ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας δίκη παρεμβαίνει παραδεκτώς, κατά το άρθρο 1 § 1 τρίτο εδάφιο του ν. 3900/2010, ο δικηγόρος **, ο οποίος προβάλλει και αποδεικνύει ότι είναι διάδικος σε εκκρεμή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών δίκη, επί ανακοπής του κατά πράξεων συμψηφισμού (ΓΑΚ 6255/2011), όπου τίθεται το αυτό ως εν προκειμένω νομικό ζήτημα.
Επειδή, στο άρθρο 83 του ν.δ. 356/1974 «Περί Κωδικός Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων» (ΚΕΔΕ - ΦΕΚ 90 Α), που επιγράφεται «Ενέργειαι και αποτελέσματα συμψηφισμού» προβλέφθηκαν αρχικώς τα εξής: «1. Συμψηφισμός απαιτήσεων οφειλέτου του Δημοσίου έναντι χρεών αυτού προς το Δημόσιον δύναται να αντιταχθή εις πάσαν περίπτωσιν καθ ην ούτος έχει βεβαίαν χρηματικήν απαίτησιν κατά του Δημοσίου, εκκαθαρισμένην και αποδεικνυομένην εκ τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως ή εκ δημοσίου εγγράφου. Ο συμψηφισμός προτείνεται διά δηλώσεως υποβαλλομένης εις το Δημόσιον Ταμείον εις ο είναι βεβαιωμένον το χρέος. 2. ... 3. Ο συμψηφισμός ενεργείται και αυτεπαγγέλτως υπό του Δημοσίου Ταμείου εφ’ όσον εκ των παρ' αυτώ στοιχείων αποδεικνύεται η απαίτησις του οφειλέτου. Διά του συμψηφισμού αι αμοιβαίαι απαιτήσεις αποσβέννυνται, αφ' ου χρόνου συνυπήρξαν, φυλαττομένης της διατάξεως του άρθρου 96 του ν.δ. 321/69. Απαίτησις του Δημοσίου παραγεγραμμένη δύναται να αντιταχθή εις συμψηφισμόν επί τριετίαν από της συμπληρώσεως της παραγραφής. 4. Κατά τα λοιπά ισχύουν αι διατάξεις του Αστικού Κωδικός εφ’ όσον δεν αντίκεινται εις τας διατάξεις του παρόντος.» Με το άρθρο 15 § 2 του ν. 3888/2010 «Εκούσια κατάργηση φορολογικών διαφορών, ρύθμιση ληξιπρόθεσμων χρεών, διατάξεις για την αποτελεσματική τιμωρία της φοροδιαφυγής και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ 175 Α/30.9.2010) προστέθηκε εδάφιο στο τέλος της § 3 του άρθρου 83 του ΚΕΔΕ, ως εξής: «Ομοίως δύναται να αντιταχθεί σε συμψηφισμό και απαίτηση βεβαιωμένη ακόμη και αν δεν έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη.» Εξάλλου, στο άρθρο 14 του ίδιου ως άνω ν. 3888/2010 με τον τίτλο «Ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών» ορίζεται ότι: «1. ... 6. ... Κατά το χρονικό διάστημα της ρύθμισης αναστέλλεται επίσης η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης επί κινητών ή ακινήτων, με την προϋπόθεση ότι η εκτέλεση αφορά αποκλειστικά χρέη που υπήχθησαν στη ρύθμιση του άρθρου αυτού. Η αναστολή δεν ισχύει για κατασχέσεις για τις οποίες έχουν εκδοθεί οι σχετικές παραγγελίες πριν την καταβολή της πρώτης δόσης ή την εφάπαξ εξόφληση της ρύθμισης, τα αποδιδόμενα όμως ποσά από αυτές καλύπτουν δόσεις της ρύθμισης, εφόσον δεν συμψηφίζονται με άλλες οφειλές που δεν έχουν ρυθμιστεί. ... Οι διατάξεις του άρθρου 20 του ν. 2648/1998 πλην της παραγράφου 2 εφαρμόζονται και για τα χρέη που υπάγονται στη ρύθμιση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού. ...» Σύμφωνα με το άρθρο 20 § 1 ε του ν. 2648/1998, το Δημόσιο διατηρεί, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα, και μετά τη συμμόρφωση του οφειλέτη στη διευκόλυνση τμηματικής καταβολής που του χορηγήθηκε, να προβαίνει σε συμψηφισμό των χρηματικών απαιτήσεων του οφειλέτη κατά του Δημοσίου και μέχρι το ύψος των ληξιπρόθεσμων χρεών του, σύμφωνα με το άρθρο 83 του ΚΕΔΕ. Στη συνέχεια, με το άρθρο 11 του ν. 3943/2011 «Καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, στελέχωση των ελεγκτικών υπηρεσιών και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Οικονομικών» (ΦΕΚ 66 Α/31.3.2011), το άρθρο 83 του ΚΕΔΕ, όπως ίσχυε μέχρι τότε, αντικαταστάθηκε ολόκληρο, ως εξής: «Άρθρο 83. Ενέργειες και αποτελέσματα συμψηφισμού. 1. Βέβαιη και εκκαθαρισμένη χρηματική απαίτηση του οφειλέτη κατά του Δημοσίου, η οποία αποδεικνύεται με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή δημόσιο έγγραφο, συμψηφίζεται με βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο. 2. Ο συμψηφισμός προτείνεται με δήλωση του οφειλέτη που υποβάλλεται στη ΔΟΥ, η οποία είναι αρμόδια για την είσπραξη του χρέους. Ο συμψηφισμός μπορεί να ενεργείται και αυτεπάγγελτα, με πράξη του προϊσταμένου της ίδιας υπηρεσίας, εφόσον από τα υπάρχοντα στοιχεία αποδεικνύεται απαίτηση του οφειλέτη. Απαίτηση του Δημοσίου παραγεγραμμένη αντιτάσσεται σε συμψηφισμό για μια τριετία από τη συμπλήρωση της παραγραφής. Η δήλωση του οφειλέτη για συμψηφισμό της απαίτησης κατά του Δημοσίου ή το έγγραφο του προϊσταμένου της ΔΟΥ για αυτεπάγγελτο συμψηφισμό κοινοποιείται στην εκκαθαρίζουσα την απαίτηση υπηρεσία, η οποία υποχρεούται σε άμεση απόδοση του συμψηφισθέντος ποσού. 3. Με τις πιο πάνω προϋποθέσεις επιτρέπεται ο συμψηφισμός απαιτήσεων κατά του Δημοσίου με χρέη προς το Δημόσιο που καταβάλλονται με ταυτόχρονη υποβολή δήλωσης φόρου ή άλλου εσόδου. Η δήλωση συμψηφισμού, που υποβάλλεται μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της δήλωσης που αναφέρεται στο προηγούμενο εδάφιο, δεν απαλλάσσει τον οφειλέτη από τις συνέπειες της εκπρόθεσμης υποβολής της. 4. Με το συμψηφισμό οι αμοιβαίες απαιτήσεις αποσβένονται από την ημερομηνία που συνυπήρξαν και κατά το μέρος που καλύπτονται, με την επιφύλαξη των άρθρων 89 και 94 του ν. 2362/1995 (ΦΕΚ 247 Α).
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι προϋποθέσεις και η ειδικότερη διαδικασία, με την τήρηση των οποίων εξαιρούνται από τον αυτεπάγγελτο συμψηφισμό χρηματικές απαιτήσεις του οφειλέτη έναντι του Δημοσίου με βεβαιωμένα αλλά μη ληξιπρόθεσμα χρέη του προς το Δημόσιο. 6. Κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα.» Εξάλλου, στο άρθρο 5 του ΚΕΔΕ, όπως αντικαταστάθηκε με την § 1 του άρθρου 50 του ν. 1591/1986 (ΦΕΚ 50Α), που φέρει τον τίτλο «Ληξιπρόθεσμα χρέη», ορίζεται ότι: «Τα χρέη προς το Δημόσιο που βεβαιώνονται στα δημόσια ταμεία και τα τελωνεία του Κράτους γίνονται ληξιπρόθεσμα ως εξής: 1. Τα χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του επόμενου από τη βεβαίωση μήνα. 2. Τα χρέη που με βάση το νόμο καταβάλλονται σε δόσεις την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του μήνα κατά τον οποίο πρέπει να καταβληθεί κάθε δόση, σύμφωνα με τις φορολογικές ή άλλες διατάξεις. Αν η βεβαίωση γίνει μετά την πάροδο της προθεσμίας πληρωμής της πρώτης ή οποιασδήποτε επόμενης δόσης, την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του μήνα πληρωμής της δόσης, που λήγει μετά τη βεβαίωση. ...» Στο άρθρο 6 του ΚΕΔΕ με τον τίτλο «Προσαυξήσεις εκπροθέσμου καταβολής», οι §§ 5-9 του οποίου αναριθμήθηκαν σε § 3-7 αντίστοιχα με την § 2 του άρθρου 22 του ν. 2523/1997 (ΦΕΚ 179 Α), προβλέπονται τα εξής: «1. Από την πρώτη εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του μήνα που ακολουθεί μετά τη λήξη της προθεσμίας κατά την οποία, σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο, γίνονται ληξιπρόθεσμα τα χρέη προς το Δημόσιο, επιβάλλονται σ’ αυτά προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής. ... 2. ... 6. Αναστολαί καταβολής χρεών προς το Δημόσιον και των μετά τούτων συνεισπραττομένων, αναστολαί λήψεως αναγκαστικών μέτρων, ως και διευκολύνσεις τμηματικής καταβολής παρεχόμενοι υπό των αρμοδίων κατά νόμον οργάνων ή δικαστηρίων, δεν απαλλάσσουν τα χρέη εκ των προσαυξήσεων εκπροθέσμου καταβολής καθ' ον χρόνον διαρκεί η παρασχεθείσα αναστολή ή διευκόλυνσις. ...». Με το άρθρο 67 § 5 του ν. 3842/2010 «Αποκατάσταση φορολογικής δικαιοσύνης, αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ 58 Α/23.4.2010), προστέθηκαν δύο νέα εδάφια στο τέλος της § 6 του άρθρου 6 του ΚΕΔΕ, ως ακολούθως: «Το ίδιο ισχύει και για τις αναστολές είτε του νόμιμου τίτλου είτε της ταμειακής βεβαίωσης είτε των πράξεων της διοικητικής εκτέλεσης, που χορηγούνται στα πλαίσια δικαστικής αμφισβήτησης, για το ποσό που οφείλεται τελικά με βάση τη δικαστική απόφαση. Οι ως άνω αναστολές δεν εμποδίζουν την εφαρμογή των διατάξεων του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 8, καθώς και του άρθρου 83 του παρόντος.». Στο άρθρο 7 του ΚΕΔΕ προβλέπεται ότι «Από της επομένης ημέρας καθ’ ην κατά το άρθρον 5 του παρόντος Ν. Διατάγματος τα χρέη προς το Δημόσιον καθίστανται ληξιπρόθεσμα ο Διευθυντής του Ταμείου δικαιούται εις την λήψιν αναγκαστικών μέτρων κατά των οφειλετών διά το καθυστερούμενον μέρος του χρέους». Τέλος, στο άρθρο 8 του ΚΕΔΕ με τον τίτλο «Λήψις μέτρων δια μη ληξιπρόθεσμα χρέη», προβλέπεται ότι: «Κατ’ εξαίρεσιν προκειμένου περί οφειλετών υπόπτων φυγής ή και γενικώς εάν εκ της μη αμέσου λήψεως αναγκαστικών μέτρων πιθανολογήται κίνδυνος ζημίας του Δημοσίου, ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου δικαιούται να προέλθη εις την λήψιν αναγκαστικών μέτρων και πριν ή το χρέος καταστή ληξιπρόθεσμον δέον όμως προς τούτο να έχη την σύμφωνον γνώμην του Ειρηνοδίκου ή της Αστυνομικής Αρχής της έδρας του Ταμείου όπου δεν εδρεύει Ειρηνοδικείον. Περί τούτου συντάσσεται πρακτικόν. Υπό τας αυτάς ως άνω προϋποθέσεις και κατά τον αυτόν τρόπον δύναται να εγγραφή υποθήκη διά παν χρέος προς το Δημόσιον. ...».
Επειδή, όπως συνάγεται από τις προαναφερόμενες διατάξεις, το δικαίωμα του Δημοσίου να αποφασίζει αυτεπαγγέλτως το συμψηφισμό βεβαιωμένων και εκκαθαρισμένων χρηματικών απαιτήσεων οφειλετών του με βεβαιωμένες από το ίδιο απαιτήσεις του κατ' αυτών, μέχρι το ύψος που αυτές καλύπτονται, καθιερώθηκε ήδη από το έτος 1974 με το άρθρο 83 του ΚΕΔΕ, για λόγους έγκαιρης είσπραξης των δημόσιων εσόδων, οικονομίας χρόνου και δαπάνης, καθώς και αποφυγής των δυσμενών συνεπειών της αφερεγγυότητας των οφειλετών του Δημοσίου.
Έκτοτε, και πριν, δηλαδή, αυτό προβλεφθεί ρητά με την επ’ ολίγον ισχύσασα διάταξη του τελευταίου εδαφίου της § 3 του άρθρου 83 του ΚΕΔΕ (άρ. 15 § 2 του ν. 3888/2010), αναγνωρίζεται η δυνατότητα αυτεπάγγελτου συμψηφισμού εκ μέρους του Δημοσίου και χρεών οφειλετών του που δεν έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμα κατά την έννοια του ΚΕΔΕ, δηλαδή, χρεών που δεν έχουν βεβαιωθεί ταμειακώς, οπότε και καθίστανται αυτά εισπρακτέα με τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης.
Τούτο διότι με το συμψηφισμό δεν διενεργείται αναγκαστική εκτέλεση προς είσπραξη των απαιτήσεων που απορρέουν από τους οικείους νόμιμους τίτλους, αλλά αποσβένονται οι εκατέρωθεν απαιτήσεις με συνυπολογισμό, που υποκαθιστά την καταβολή των οφειλών.
Για το συμψηφισμό αρκεί οι εκατέρωθεν απαιτήσεις να είναι βέβαιες και εκκαθαρισμένες, δηλαδή να μην υπόκεινται σε αμφισβήτηση, και να είναι προσδιορισμένες κατά το ποσό και την αιτία τους, να αποδεικνύονται δε με τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις ή δημόσια έγγραφα. (Πρβλ. ΣτΕ 1877/2009 7μ., ΣτΕ 2244/2009, ΣτΕ 2006/2001, ΣτΕ 2864/1996, ΣτΕ 1555/1996, ΣτΕ 3144/1994, ΣτΕ 3490/1992, ΣτΕ 3169/1992 7μ., ΣτΕ 3328/1991.)
Δεδομένου δε ότι, κατά τις πάγιες διατάξεις του Αστικού Κώδικα (άρθρο 441), τα αποτελέσματα του συμψηφισμού επέρχονται στο χρόνο συναντήσεως των αμοιβαίων απαιτήσεων, επιτρέπεται η επιβολή του και σε σχέση με τις μη ληξιπρόθεσμες δόσεις βεβαιωμένων ήδη χρεών που έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση και συνιστούν εξ ορισμού βέβαιες και εκκαθαρισμένες απαιτήσεις του Δημοσίου, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι θα συνυπολογιστούν, κατά το συμψηφισμό, οι εκπτώσεις που τυχόν δικαιούται ο εκάστοτε οφειλέτης από την πρόωρη εξόφληση του συνόλου της οφειλής του.
Η δυνατότητα αυτεπάγγελτου συμψηφισμού και επί μη ληξιπρόθεσμων οφειλών ή μη ληξιπρόθεσμων δόσεων ρυθμισμένων οφειλών, στοιχούσα και προς γενική αρχή για την απόσβεση των ενοχών (βλ. άρθρο 445 ΑΚ), δεν ανατρέπει την εμπιστοσύνη που επέδειξαν οι οφειλέτες του Δημοσίου στη χαριστική προθεσμία που τους χορηγήθηκε για την εξόφληση των οφειλών τους μέσω της τμηματικής καταβολής, διότι, όπως προαναφέρθηκε, ο αυτεπάγγελτος συμψηφισμός δεν απαιτεί την καταβολή χρέους, αλλά μόνο το συνυπολογισμό βέβαιων και εκκαθαρισμένων απαιτήσεων.
Επομένως, το άρθρο 83 του ΚΕΔΕ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 του ν. 3943/2011, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα. Κατά τη γνώμη, όμως, των Συμβούλων Μ. Καραμανώφ και Β. Αραβαντινού και της Παρέδρου, Φρ. Γιαννακού, η εξουσία του Δημοσίου να επιβάλλει αυτεπαγγέλτως το συμψηφισμό επί μη ληξιπρόθεσμων χρεών, ειδικότερα δε, επί μη ληξιπρόθεσμων δόσεων οφειλών που έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση, προσκρούει στο άρθρο 5 § 1 του Συντάγματος που κατοχυρώνει την οικονομική ελευθερία και το δικαίωμα του κάθε πολίτη να προγραμματίζει την οικονομική δραστηριότητα δείχνοντας εμπιστοσύνη στις αποφάσεις που λαμβάνει κάθε φορά η Διοίκηση και τον αφορούν, οι οποίες δεν δύνανται να ανατρέπονται μονομερώς από τη Διοίκηση, λόγω μεταβολής του τρόπου δράσης της.
Επειδή, ενόψει της ως άνω ρητώς προβλεπόμενης δυνατότητας αυτεπάγγελτου συμψηφισμού και μη ληξιπρόθεσμων, κατά την έννοια του ΚΕΔΕ, χρεών, δεν είναι υποχρεωτική, για την εφαρμογή του κανόνα του άρθρ. 83 του ΚΕΔΕ, η προηγούμενη έκδοση υπουργικής απόφασης για τον καθορισμό των προϋποθέσεων και της διαδικασίας εξαίρεσης από τον αυτεπάγγελτο συμψηφισμό χρηματικών απαιτήσεων του οφειλέτη με βεβαιωμένα αλλά μη ληξιπρόθεσμα χρέη του προς το Δημόσιο.
Η υπουργική αυτή απόφαση, η πρόβλεψη, μάλιστα, έκδοσης της οποίας επιβεβαιώνει τον κανόνα της δυνατότητας αυτεπάγγελτου συμψηφισμού και μη ληξιπρόθεσμων χρεών, θα έχει ως συνέπεια, όταν εκδοθεί, να εξαιρούνται, τότε μόνον, από τον αυτεπάγγελτο συμψηφισμό όσες κατηγορίες βεβαιωμένων αλλά μη ληξιπρόθεσμων χρεών περιληφθούν σ’ αυτήν.
Επειδή, όπως προαναφέρθηκε, προϋπόθεση του αυτεπάγγελτου συμψηφισμού είναι η ύπαρξη εκατέρωθεν απαιτήσεων βεβαιωμένων και εκκαθαρισμένων κατά ποσό, δηλαδή, απαιτήσεων για τις οποίες δεν υπάρχει εκκρεμής δικαστική αμφισβήτηση. Ως δικαστική δε αμφισβήτηση πρέπει εν προκειμένω να νοηθεί αυτή που κατά το νόμο επιδρά στην εγκυρότητα του νόμιμου τίτλου καθιστώντας αυτόν αδρανή.
Υπό την έννοια αυτή, απόφαση της Επιτροπής Αναστολών που διατάσσει, για λόγους πρόδηλης βασιμότητας του κύριου ένδικου βοηθήματος, την αναστολή καταλογιστικής πράξης ή ταμειακής βεβαίωσης στο σύνολο της, εμποδίζοντας την είσπραξη της οφειλής, κωλύει τη διενέργεια συμψηφισμού εκ μέρους του Δημοσίου και τούτο διότι, στην περίπτωση αυτή, τα αποτελέσματα της προσωρινής απόφασης εξομοιώνονται με εκείνα της οριστικής δικαστικής προστασίας και εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο τόσο του άρθρου 20 § 1 του Συντάγματος, όσο και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ.
Αντίθετα, ο αυτεπάγγελτος συμψηφισμός δεν κωλύεται από τη δικαστική αναστολή καταβολής χρεών ή λήψης άλλων μέτρων εκτέλεσης των νόμιμων τίτλων για λόγους που δεν ανάγονται στην ύπαρξη της οφειλής.
Στην περίπτωση αυτή, η άσκηση, από τον οφειλέτη του Δημοσίου, του δικαιώματος στην προσωρινή δικαστική προστασία και η χορήγηση, από τον αρμόδιο δικαστικό σχηματισμό, αναστολής εκτελέσεως, η οποία, άλλωστε, αφορά την εκτέλεση και όχι την ισχύ της καταλογιστικής πράξεως ή της πράξεως αναγκαστικής εκτελέσεως, δεν επηρεάζει την κατ’ ουσία ύπαρξη της υποχρέωσης του προς το Δημόσιο, αλλά αποσκοπεί στην εξασφάλιση του από τη λήψη μέτρων εκτέλεσης εναντίον του που επιφέρουν ανεπανόρθωτη βλάβη στη διαβίωση του ή την οικονομική του υπόσταση. Ο συμψηφισμός, όμως, δεν έχει, από τη φύση του, τέτοιες συνέπειες, γι’ αυτό και εν προκειμένω επιτρέπεται. Δεν περιλαμβάνεται δε στο εννοιολογικό περιεχόμενο της τυχόν χορηγούμενης αναστολής εκτελέσεως η επέκταση των αποτελεσμάτων της και σε έννομες συνέπειες διαφορετικές από εκείνες, προς αποτροπή των οποίων χορηγήθηκε.
Ενόψει των ανωτέρω, το άρθρο 67 § 5 του ν. 3842/2010, με την προεκτεθείσα ερμηνεία του, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα. Κατά τη γνώμη, όμως, των Συμβούλων Μ. Καραμανώφ και Β. Αραβαντινού, καθώς και της Παρέδρου Φρ. Γιαννακού, το άρθρο 20 § 1 του Συντάγματος που κατοχυρώνει και την προσωρινή δικαστική προστασία, σε συνδυασμό με το άρθρο 26 του Συντάγματος που καθιερώνει τη διάκριση, το κύρος και τον αμοιβαίο σεβασμό των κρατικών λειτουργιών, επιτάσσουν την πλήρη συμμόρφωση της Διοίκησης προς το ανασταλτικό αποτέλεσμα των αποφάσεων που εκδίδονται επί αιτήσεων αναστολών, μέχρι την οριστική κρίση της υπόθεσης από το αρμόδιο δικαστήριο.
Το ανασταλτικό αποτέλεσμα των αποφάσεων με τις οποίες παρέχεται προσωρινή δικαστική προστασία, ανεξαρτήτως των ειδικότερων αιτιολογιών των αποφάσεων και των διατασσόμενων με αυτές μέτρων, συνίσταται στην παρεμπόδιση της πραγμάτωσης, με τα μέσα του διοικητικού καταναγκασμού, του περιεχομένου της προσβαλλόμενης με το κύριο ένδικο βοήθημα πράξης. Εφόσον δε ο συμψηφισμός επιφέρει αμοιβαία απόσβεση των απαιτήσεων των μερών, όταν ενεργείται αυτεπαγγέλτως από τη Διοίκηση, επί χρεών που τελούν σε δικαστική αναστολή για οποιονδήποτε λόγο, ματαιώνει το σκοπό για τον οποίο παρέχεται το κύριο ένδικο βοήθημα και εξουδετερώνει τη δυνατότητα παροχής οριστικής δικαστικής προστασίας στον ασκήσαντα το κύριο ένδικο βοήθημα ή μέσο. Κατά τη μειοψηφούσα αυτή γνώμη, στην περίπτωση αυτή συντρέχει περίπτωση παραβίασης των άρθρων 20 § 1 και 26 του Συντάγματος.
Επειδή, μετά την επίλυση των ζητημάτων της συνταγματικότητας του άρθρου 11 του ν. 3943/ 2011 και του άρθρου 67 § 5 του ν. 3842/2010, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης για την κατ' ουσία εκδίκαση της κρινόμενης προσφυγής.
Επιλύει τα ζητήματα της συνταγματικότητας του άρθρου 11 του ν. 3943/2011 και του άρθρου 67 § 5 του ν. 3842/2010.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά τα λοιπά στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.
ΣΧΟΛΙΟ
Η δυνατότητα αυτεπάγγελτου συμψηφισμού εκ μέρους του Δημοσίου και χρεών οφειλετών του που δεν έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμα κατά την έννοια του ΚΕΔΕ.
Το ΣΤ΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας με την υπ΄ αριθμ. 2164/2012 απόφασή του (εκδόθηκε ως «δίκη πιλότος» για νομικό ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος του άρθρου 1 του ν. 3900/10) έκρινε ότι «δεν αντίκειται στο Σύνταγμα το άρθρο 83 του ΚΕΔΕ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 του Ν. 3943/2011» που προβλέπει τον αυτεπάγγελτο συμψηφισμό χρεών προς το Δημόσιο.
Η πλειοψηφία έκρινε ότι «η δυνατότητα αυτεπάγγελτου συμψηφισμού και επί μη ληξιπρόθεσμων οφειλών ή μη ληξιπρόθεσμων δόσεων ρυθμισμένων οφειλών δεν ανατρέπει την εμπιστοσύνη που επέδειξαν οι οφειλέτες του Δημοσίου στη χαριστική προθεσμία που του χορηγήθηκε για την εξόφληση των οφειλών τους μέσω της τμηματικής καταβολής, διότι ο αυτεπάγγελτος συμψηφισμός δεν απαιτεί την καταβολή χρέους, αλλά μόνο το συνυπολογισμό βέβαιων και εκκαθαρισμένων απαιτήσεων».
Εχει κριθεί αλλωστε ότι : η νομιμότητα της διοικητικής πράξεως του συμψηφισμού, η αμφισβήτηση της οποίας υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, εξαρτάται από τη νομιμότητα της πράξεως του καταλογισμού του ποσού, καθόσον ο συμψηφισμός προϋποθέτει την ύπαρξη νόμιμης απαιτήσεως του Δημοσίου εις βάρος του λαβόντος. Επομένως, αν η πράξη του καταλογισμού δεν είναι νόμιμη ή δεν υφίσταται για οποιονδήποτε λόγο, δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για τη διενέργεια του συμψηφισμού της απαιτήσεως του Δημοσίου, που απορρέει από την καταλογιστική αυτή πράξη, με ανταπαίτηση του προσώπου, εις βάρος του οποίου γίνεται ο καταλογισμός (βλ. Σ.τ.Ε.100.2012, 2961/2009, 3081/2010). Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 20 παρ. 1, 94 και 95 του Συντάγματος συνάγεται ότι ο κοινός νομοθέτης υποχρεούται να εξασφαλίζει την δυνατότητα έννομης προστασίας έναντι των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών. Η προστασία αυτή, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, δεν αφορά μόνο την οριστική επίλυση της ένδικης διαφοράς, δηλαδή την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί του κυρίου ενδίκου βοηθήματος, αλλά περιλαμβάνει και την προσωρινή δικαστική προστασία, δηλαδή την λήψη του μέτρου που κρίνεται κατάλληλο για να αποσοβηθεί η ανεπανόρθωτη βλάβη που κατά περίπτωση συνδέεται με την άμεση εκτέλεση της διοικητικής πράξης, ήτοι για να αποσοβηθεί η ματαίωση του σκοπού, για τον οποίο παρέχεται το κύριο ένδικο βοήθημα (πρβλ. Ε.Α. 718/1993, 57/2009 κ.ά.). Στην σχολιαζομένη απόφαση επισημαίνεται ότι η απόφαση της επιτροπής Αναστολών που διατάσσει (για λόγους πρόδηλης βασιμότητας του κύριου ένδικου βοηθήματος- κυρίας προσφυγής) την αναστολή καταλογιστικής πράξης ή ταμειακής βεβαίωσης στο σύνολο της, εμποδίζοντας την είσπραξη της οφειλής, κωλύει τη διενέργεια συμψηφισμού εκ μέρους του Δημοσίου.
Και τούτο διότι τα αποτελέσματα της προσωρινής απόφασης εξομοιούνται με εκείνα της οριστικής δικαστικής προστασίας και εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο τόσο του άρθρου 20 παράγραφος 1 του Συντάγματος, όσο και του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).
Αντίθετα, συνεχίζει η απόφαση του ΣτΕ, «ο αυτεπάγγελτος συμψηφισμός δεν κωλύεται από τη δικαστική αναστολή καταβολής χρεών ή λήψης άλλων μέτρων εκτέλεσης των νομίμων τίτλων για λόγους που δεν ανάγονται στην ύπαρξη της οφειλής». Κατόπιν αυτών, το ΣτΕ ανέπεμψε την υπόθεση στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης
ΑΝΤΩΝΗΣ Π.ΑΡΓΥΡΟΣ
argytospa@yahoo.com
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου