Η ΑΡΧΗ «ne bis in idem» με αφορμή την με αριθμό
1741/2015 Απόφαση Ολομέλειας του
Συμβουλίου της Επικρατείας
Μελέτη
ΑΝΤΩΝΗ
Π.ΑΡΓΥΡΟΥ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ : Η Ολομέλεια του Συμβουλίου
της Επικρατείας με την με αριθμό 1741/2015 απόφασή της, έκρινε ότι δεν
προσκρούει στην ευρωπαϊκή και ελληνική νομοθεσία, αλλά ούτε στις αποφάσεις του
Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δ.Ε.Ε.) και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου
Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων η διπλή ποινή (χρηματικό πρόστιμο και ποινική καταδίκη)
για τις περιπτώσεις της λαθρεμπορίας, αλλά δεν
αποτελεί διπλή κύρωση για το ίδιο αδίκημα και δεν παραβιάζεται έτσι η αρχή«ne bis in idem» δηλ. «κανείς δεν διώκεται, ούτε τιμωρείται
ποινικά δις για το ίδιο αδίκημα».
Το
αρ. 5 παρ. 2 ΚΔΔ ορίζει ρητώς ότι «Τα δικαστήρια δεσμεύονται...από τις
αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων ως προς την ενοχή
του δράστη». Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, όπως έχει παγίως ερμηνευθεί από το
Συμβούλιο της Επικρατείας, το διοικητικό δικαστήριο «δεν δεσμεύεται από την
τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, εκτός εάν πρόκειται για
αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, αλλά υποχρεούται απλώς να τη συνεκτιμήσει
κατά τη διαμόρφωση της κρίσης του, τούτο δε δεν απαιτείται να εξαγγέλλεται
ρητά, αλλά αρκεί να συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως του
δικαστηρίου της ουσίας» (βλ. ΟλΣτΕ 990/2004,).
Η με αριθμό 1741/2015 απόφασή του ΣτΕ, αφού ανήρεσε
απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά που είχε κρίνει τα αντίθετα, υποχρέωσε
εταιρεία πετρελαιοειδών να πληρώσει το ποσό που της επιβλήθηκε από το Τελωνείο,
λόγω λαθρεμπορίας, παρά το γεγονός ότι
από τα Ποινικά Δικαστήρια αθωώθηκε η επίμαχη εταιρεία λόγω αμφιβολιών.
Το
ΣτΕ έκρινε ότι το πολλαπλό τέλος που προβλέπει ο Τελωνειακός Κώδικας «δεν συνιστά ποινή του ποινικού δικαίου, που
επιβάλλεται από τα ποινικά δικαστήρια υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις της
ποινικής διαδικασίας με σκοπό αυτόν που χαρακτηρίζει την "ποινή",
δηλαδή τη γενικότερη νομική, ηθική και κοινωνική αποδοκιμασία της συμπεριφοράς
του δράστη, αλλά έχει χαρακτήρα, όπως ρητώς άλλωστε διαλαμβάνεται στη διάταξη
του άρθρου 89 παρ.2 του Τελωνειακού Κώδικα, διοικητικής κυρώσεως που
επιβάλλεται από διοικητικά όργανα -υπό τον ουσιαστικό έλεγχο των διοικητικών
δικαστηρίων- και εξυπηρετεί διαφορετικό σκοπό, που είναι η διασφάλιση της
εισπράξεως κοινοτικών και εθνικών πόρων καθώς και η τήρηση και ομαλή εφαρμογή
των κανόνων της τελωνειακής διαδικασίας».
Περαιτέρω η με αριθμό 1741/2015 απόφασή του ΣτΕ
αναφέρει ότι «το πολλαπλό τέλος όχι μόνο κατά τον τυπικό χαρακτηρισμό του στην
ελληνική νομοθεσία αλλά και κατά τη φύση και τον χαρακτήρα του διαφέρει από τις
κυρώσεις ποινικής φύσεως». Εξάλλου, αναφέρει το Σ.τ.Ε στην με αριθμό 1741/2015 απόφασή του ότι
« εφ' όσον η κύρωση του πολλαπλού τέλους
δεν έχει ποινικό χαρακτήρα, δεν ανακύπτει ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in
idem που διαλαμβάνεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου
της ΕΣΔΑ καθώς και στο άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης».
Τέλος,
αναφέρει η με αριθμό 1741/2015 απόφασή του ΣτΕ ότι η αμετάκλητη[1]
αθώωση του κατηγορουμένου από τα ποινικά δικαστήρια δεν αποκλείει την -κατόπιν
συνεκτιμήσεως της αθωώσεώς του αυτής- αιτιολογημένη διαφορετική κρίση στο
πλαίσιο της διοικητικής δίκης περί επιβολής πολλαπλού τέλους λόγω λαθρεμπορίας,
πολύ περισσότερο μάλιστα όταν η αθώωση
είναι λόγω αμφιβολιών.
1.-Η Αρχή «ne bis in idem»
Η με
αριθμό 1741/2015 απόφασή του ΣτΕ είναι μια αξιοσημείωτη απόφαση που
αντιμετωπίζει μια σειρά από σημαντικά
νομικά ζητήματα, με την θεώρηση όμως του
εθνικού δικαίου (και του «Ελληνικού δράματος»[2]
τολμώ να πω) και με την έντονη
προβληματική από την διαμορφωμένη νομολογίας του ΕΣΔΑ και του ΔΕΕ
ειδικότερα
1.1.1-Η αρχή, «ne bis in idem» είναι
θεμελιώδης για το ποινικό δίκαιο, κατοχυρώνεται ρητώς στο αρ. 4 παρ. 1 του
7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου ΕΣΔΑ, στο αρ. 14 παρ. 7 του Διεθνούς Συμφώνου για τα
Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και, πλέον, στο άρθρο 50 του Χάρτη Θεμελιωδών
Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σύμφωνα
δε με αυτή, δεν επιτρέπεται η ποινική δίωξη ή καταδίκη ατόμου για μια παράβαση
για την οποία έχει ήδη αθωωθεί ή καταδικαστεί αμετάκλητα από δικαστήρια του
ίδιου κράτους (βλ το άρθρο 57 Κ. Ποινικής Δικονομίας) Από
την διάταξη του άρθρου 57 Κ. Ποινικής Δικονομίας προκύπτει ότι για την ύπαρξη
δεδικασμένου, πρέπει να συντρέχουν: α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που
αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική
δίωξη για μια αξιόποινη πράξη β) ταυτότητα προσώπου ήτοι του κατηγορουμένου,
που δικάσθηκε με την απόφαση που στηρίζει το δεδικασμένο και γ) ταυτότητα
πράξεως ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολο του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την
ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που
προκλήθηκε από αυτή. Η "πράξη" κατά το άρθρο 57 νοείται υπό την έννοια
της υλικής ή φυσικής πράξεως του καθημερινού βίου, με οποιονδήποτε νομικό
χαρακτηρισμό και αν κρίθηκε κατ` ουσία, έστω και αν αυτός επιτρεπτά
μεταβλήθηκε. Και τούτο διότι και υπό διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό πρόκειται
για την ίδια πράξη, αφού απαιτείται το αυτό γεγονός και όχι το αυτό έγκλημα.
Για την ταυτότητα πράξεως απαιτείται ταυτότητα τόπου και χρόνου, ενώ ο χρόνος
δεν επηρεάζει την ταυτότητα της πράξεως μόνον όταν είναι αποδεδειγμένο ότι αυτή
άπαξ τελέσθηκε (ΑΠ114/2010,). 27/2015)
Η
ΟλΑΠ με την 1/2011 έκρινε ότι : «το
Διεθνές Σύμφωνο του ΟΗΕ που υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων
Εθνών στις 16.12.1966 και κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 1462/1997, επιβάλλει
την υποχρέωση στα Συμβαλλόμενα Κράτη να δημιουργήσουν, σύμφωνα με τις
συνταγματικές τους διαδικασίες και τις διατάξεις του Συμφώνου, τις απαραίτητες
προϋποθέσεις που θα επιτρέψουν τη λήψη μέτρων νομοθετικού ή άλλου χαρακτήρα,
καταλλήλων για την προστασία των δικαιωμάτων, που αναγνωρίζονται στο Διεθνές
Σύμφωνο στις περιπτώσεις όπου τέτοιες διατάξεις ή μέτρα δεν έχουν ήδη
προβλεφθεί. Με την παράγραφο 7 του άρθρου 14 του Διεθνούς Συμφώνου καθιερώνεται
η αρχή ότι "κανείς δεν δικάζεται ούτε τιμωρείται για ένα αδίκημα για το
οποίο έχει ήδη απαλλαγεί ή καταδικασθεί με οριστική απόφαση, που εκδόθηκε σύμφωνα
με το δίκαιο στην ποινική δικονομία κάθε χώρας". Η διατύπωση αυτή σημαίνει
αλλά και η πρόδηλη έννοια της διατάξεως αυτής δεν μπορεί να είναι παρά ότι
κανένας δεν δικάζεται ούτε τιμωρείται και πάλι από τα δικαστήρια κάθε επί
μέρους συμβαλλομένης χώρας, ήτοι "του ίδιου Κράτους". Τούτο
επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η διάταξη αυτή περιλαμβάνεται στο Σύμφωνο που
παρέχει οδηγίες προς τα συμβαλλόμενα Κράτη-Μέλη για την προσαρμογή της
νομοθεσίας τους.»
1.1.2.- Για την εφαρμογή της
αρχής non bis in idem (ή double jeopardy) πρέπει να συντρέχουν δύο προϋποθέσεις:
1) να έχει ασκηθεί δεύτερη ποινική δίωξη ή καταδίκη («bis») 2)για την ίδια
παράβαση («idem») για την οποία έχει καταδικαστεί ή αθωωθεί αμετάκλητα ο
κατηγορούμενος.
Α)Ως
προς την άσκηση δεύτερης δίωξης η
καταδίκης , το ΕΔΔΑ έχει κρίνει ότι η έννοια της ποινικής δίωξης ή καταδίκης
στο αρ. 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου είναι αντίστοιχη της έννοιας της
κατηγορίας ποινικής φύσεως του αρ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ και συνεπώς ισχύουν και εδώ τα
κριτήρια Engel, διευρυμένα όμως ώστε να περιλαμβάνουν επιπλέον τα κριτήρια του
κατά πόσο ένα μέτρο επιβάλλεται ως επακόλουθο ποινικής καταδίκης και των
διαδικασιών λήψης και επιβολής του μέτρου.
Εννοείται ότι και στην περίπτωση αυτή τα διευρυμένα αυτά κριτήρια δε χρειάζεται
να συντρέχουν σωρευτικά και συνεπώς η ερμηνεία της ποινικής δίωξης ή καταδίκης
του αρ. 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου είναι ευρύτερη σε σχέση με την κατηγορία
ποινικής φύσεως του αρ. 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ.Β) Υπήρξε πρόβλημα ως την ερμηνεία από το ΕΔΔΑ του δεύτερου στοιχείου της αρχής, δηλαδή η
«ίδια παράβαση». Υπήρξαν τρείς
διαφορετικές εκδοχές της νομολογίας του
ΕΔΔΑ ως προς το ζήτημα αυτό Το ζήτημα
λύθηκε οριστικά από το ΕΔΔΑ με την με την απόφαση της 10.2.2009,
Zolotukhin κατά Ρωσίας, 14939/03.
1.2.-.Η εφαρμογή της αρχής ne bis
in idem στις διοικητικές κυρώσεις
αντιμετωπίσθηκε με την απόφαση
Zolotukhin του ΕΔΔΑ[6]
.
Το
ΕΔΔΑ, αναγνώρισε ότι η ένταξη μιας κύρωσης στην ύλη του διοικητικού δικαίου
κατά την εσωτερική έννομη τάξη, δεν αρκεί για να αποκλείσει την υπαγωγή της
στην έννοια της «κατηγορίας ποινικής φύσεως», όπως αυτή περιλαμβάνεται στη
διάταξη της παρ. 1 του αρ. 6 της ΕΣΔΑ.
Για
την υπαγωγή αυτή το ΕΔΔΑ χρησιμοποιεί τρία κριτήρια, ευρύτερα γνωστά και ως
«κριτήρια Engel[7]»(βλ αναλυτικά στην παράγραφο 1.2). τα
κριτήρια αυτά δεν αντιμετώπισε η με αριθμό 1741/2015 απόφασή του ΣτΕ .
Τα
κριτήρια αυτά δεν είναι απαραίτητο να συντρέχουν σωρευτικά προκειμένου να
χαρακτηριστεί μια κύρωση ως ποινικής φύσεως, αν και δεν αποκλείεται μια
σωρευτική εκτίμησή τους, όταν η εξέταση των επιμέρους στοιχείων δεν αρκεί για
να σχηματιστεί μία ασφαλής γνώμη ως προς την ποινική φύση της κύρωσης.
Ενδεικτικά, το ΕΔΔΑ εξετάζει ως κριτήρια τη σοβαρότητα του αδικήματος αυτού
καθ’ αυτού, τον αποτρεπτικό και κατασταλτικό χαρακτήρα της κύρωσης και το ύψος
του προστίμου [8]
1.3.-Στην Απόφαση ΕΔΔΑ της
9-1-2014. Μ. Τασιούλη κατά Ελλάδος έκρινε το ΕΔΔΑ ότι: «Ο κανόνας δικαίου, τον οποίο παραβίασε η ενδιαφερομένη απευθύνεται σε
όλους τους πολίτες υπό την ιδιότητα του φορολογουμένου. Επιτάσσει συγκεκριμένη
συμπεριφορά, ήτοι την δήλωση υπαλλήλου και συνδυάζει την απαίτηση αυτή με
κύρωση με χαρακτήρα τιμωρητικό. Το επίδικο πρόστιμο δεν αφορά, λοιπόν, την
χρηματική αποζημίωση ζημίας, αλλά αποσκοπούσε στην τιμωρία με σκοπό την αποφυγή
επαναλήψεως της αξιόποινης πράξεως. Έτσι, ο γενικός χαρακτήρας της,
παραβιαζομένης από την προσφεύγουσα νομικής διάταξης καθώς και ο στόχος
ταυτόχρονα προληπτικός και κατασταλτικός της επιβληθείσης κυρώσεως αρκούν στον
να θεμελιώσουν τον ποινικό χαρακτήρα της επίδικης παραβάσεως απέναντι στο άρθρο
6 της Συμβάσεως. Σχετικώς με ό,τι προηγείται, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η
προσφεύγουσα απετέλεσε αντικείμενο «κατηγορίας ποινικής φύσεως» . Το άρθρο 6
της Συμβάσεως εφαρμόζεται, συνεπώς, στην περίπτωση αυτή.» . Με βάση Τις
σκέψεις αυτές ενέταξε το ΕΔΔΑ στις ποινικής φύσεως τις κυρώσεις που
προβλέπονται στο ελληνικό δίκαιο για τελωνειακές παραβάσεις
Μετά
τη ρητή υπαγωγή από το ΕΔΔΑ στις κατηγορίες ποινικής φύσεως των κυρώσεων που
προβλέπονται στο ελληνικό δίκαιο για τελωνειακές παραβάσεις (βλ. ΕΔΔΑ της
24/9/1997, Γαρυφάλλου ΑΕΒΕ κατά Ελλάδος, 93/1996/712/909) αποτελεί πλέον κοινό
τόπο στη νομολογία των ελληνικών διοικητικών δικαστηρίων, η αναγνώριση της
ένταξης των σοβαρότερων διοικητικών κυρώσεων στο κανονιστικό πεδίο του αρ. 6 παρ.
1 ΕΣΔΑ.
1.4.-Το ΣτΕ[9] με
την μεχρι τώρα νομολογία του[10]
δέχτηκε οτι : «Γίνεται παγίως δεκτό (ΣτΕ 2067/2011 7μ., 990/2004 Ολομ. κ.ά.),
κατά την έννοια των άρθρων 89 και επόμενα του ν. 1165/1918 διατάξεων του
Τελωνειακού Κώδικα σε συνδυασμό με την παρ. 2 του άρθρου 5 του Κώδικα
Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ), το οποίο ορίζει ότι «Τα δικαστήρια δεσμεύονται, επίσης, ..και από τις αμετάκλητες
καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων ως προς την ενοχή του
δράστη», η διοικητική διαδικασία επιβολής πολλαπλού τέλους λόγω της τελωνειακής
παραβάσεως της λαθρεμπορίας είναι αυτοτελής σε σχέση με την αντίστοιχη ποινική
διαδικασία και το διοικητικό δικαστήριο, όταν κρίνει επί υποθέσεως επιβολής
πολλαπλού τέλους λόγω λαθρεμπορίας, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα
αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, εκτός αν πρόκειται για αμετάκλητη
καταδικαστική απόφαση, αλλά υποχρεούται απλώς να την συνεκτιμήσει κατά την
διαμόρφωση της κρίσεώς του. Τούτο δεν απαιτείται να εξαγγέλλεται ρητά, αλλά
αρκεί να συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως του δικαστηρίου της
ουσίας (ΣτΕ 990/2004 Ολομ., 671, 1067/2013, 2067/2011 7μ., 4506/2011 7μ.,
1522/2010 7μ.). Εξάλλου, στο άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της
Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) (ν.δ. 53/1974 – Α΄ 256
και ν. 1705/1987 – Α΄ 89), στο οποίο κατοχυρώνεται η αρχή ne bis in idem (βλ.
και αντίστοιχη ρύθμιση στο άρθρο 50 του Χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων της
Ευρωπαϊκής Ένωσης), ορίζεται ότι «Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί
ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου κράτους, για μια παράβαση για την οποία ήδη
αθωώθηκε ή καταδικάστηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την
ποινική δικονομία του κράτους αυτού». Περαιτέρω, ανεξαρτήτως του εάν, βάσει της
συνταγματικής αρχής της ισότητας των διαδίκων, ανακύπτει ζήτημα επεκτατικής
εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ. και σε περίπτωση
αθωωτικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου από σχετική ποινική κατηγορία
λαθρεμπορίας, πάντως τέτοιο ζήτημα δεν γεννάται αν η αθωωτική απόφαση του
ποινικού δικαστηρίου δεν είναι αμετάκλητη (ΣτΕ 2951/2013). Κατά την έννοια δε
του άρθρου 5 του Κ.Δ.Δ., το διοικητικό δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το αμετάκλητο
απόφασης ποινικού δικαστηρίου, μόνο όταν του προβάλλεται προσηκόντως εκ μέρους
των διαδίκων, αυτεπαγγέλτως δε, κατά τη ρητή διάταξη της παρ. 4 αυτού, μόνον
«εφόσον τούτο προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας» (ΣτΕ 1067, 2951/2013,
1522/2010 7μ.).»
2.5 Το ΕΔΔΑ
με απόφαση του 30.4.2015, στην υπόθεση « Καπετάνιος και άλλοι κατά Ελλάδας»[11]
(3453/12, 42941/12 και 9028/13) εξεταζοντας την αρχή Ne bis in idem (άρ. 4 του
7ου Πρωτ. ΕΣΔΑ) και τεκμήριο αθωότητας (άρ. 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ) σε διοικητικές
διαφορές καταδίκασε την Ελλάδα σε τρεις
υποθέσεις, κριθείσες από το ΣτΕ (αποφάσεις ΣτΕ 1999/2011, 3616/2011 και
3457/2012, αντίστοιχα) που αφορούσαν
επιβολή μεγάλων διοικητικών προστίμων που αφορούσαν καταλογιστικές πράξεις της
τελωνειακής αρχής για τελωνειακές παραβάσεις λαθρεμπορίας (όπλου και
ηλεκτρονικών συσκευών, καυσίμων και αυτοκινήτων,) σε υποθέσεις όπου οι
αιτούντες διώχθηκαν ποινικά για τις ίδιες κατ’ ουσίαν λαθρεμπορικές παραβάσεις
και αθωώθηκαν με αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων, που κατέστησαν αμετάκλητες. Για
τα πρόστιμα απερρίφθησαν από τα διοικητικά δικαστήρια και το ΣτΕ τα ένδικα μέσα κατά των ανωτέρω προστίμων. το
ΕΔΔΑ έκρινε ότι : 1) Πρόκειται για «ποινικές» υποθέσεις, σύμφωνα με τα κριτήρια Engel. 2)Ότι εφόσον ο καθού
επικαλείται ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου την σχετική αθωωτική ποινική
απόφαση, το διοικητικό δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως την επιρροή
που μπορεί να έχει η απόφαση αυτή στην κρίση του επί της υπόθεσης· άλλως, θα
ανεχόταν σκοπίμως μια κατάσταση που ενδέχεται να είναι αντίθετη προς την αρχή ne bis in idem –3) Ότι στη μια υπόθεση δεν θα έπρεπε καν να
έχει επιβληθεί διοικητικό πρόστιμο, δεδομένου ότι κατά το χρόνο έκδοσης της
επίδικης καταλογιστικής πράξης είχε ήδη καταστεί αμετάκλητη η οικεία αθωωτική
ποινική απόφαση .
3.6.-ΚΡΙΤΗΡΙΑ ENGEL
Το ΕΔΔΑ προκειμένου να μην διαφεύγει κάθε
κράτος των υποχρεώσεών του μεταμφιέζοντας καταδίκες και διώξεις που ως εκ της
φύσεώς τους είναι πράγματι ποινικές σε άλλης μορφής κυρώσεις, χρησιμοποίησε
τρία κριτήρια, τα γνωστά ως κριτήρια Engel[12]:
α) το
εάν η σχετική νομοθετική διάταξη ανήκει στην ύλη του εθνικού ποινικού δικαίου,
β) την φύση της παραβάσεως και
γ) την φύση και τον βαθμό σοβαρότητας της
κύρωσης που κινδυνεύει να υποστεί ο ενδιαφερόμενος (βλ. Αποφασεις ΕΔΔΑ, Ezech
et Connors κατά Ηνωμένου Βασιλείου [GC], υπ’ αριθμόν 39665/98 και 40086/09,
παρ. 82, ΕΔΔΑ 2003-Χ).
3.8.- Η αρχή Ne bis
in idem είναι κοινή και στο δίκαιο ΕΕ.. Με το Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων,
ο οποίος, από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας, έχει δεσμευτικό
χαρακτήρα αναγνωρίζεται η αρχή βάσει της οποίας «κανείς δε διώκεται, ούτε
τιμωρείται ποινικά δις για το ίδιο αδίκημα» («ne bis in idem») έτσι έκρινε
ΔΕΕ στην υπόθεση C‑617/10, με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, στην υποθεση Åklagaren κατά Hans Åkerberg Fransso.
3.9- Το ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟ:
Η αρχή
ne bis in idem, και η οποία έχει πεδίο εφαρμογής στην με αριθμό 1741/2015
απόφασή του ΣτΕ που αφορά «κατηγορία ποινικής φύσης» κατά την έννοια του άρθρου
6 της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι διοικητικό δικαστήριο ουσίας που κρίνει επί διαφοράς
από πράξη επιβολής πολλαπλών τελών για λαθρεμπορία υποχρεούται να τερματίσει
την ενώπιόν του διαδικασία με έκδοση απόφασης που ακυρώνει την πράξη επιβολής
των τελών ή, αν αυτή έχει ήδη ακυρωθεί, που επικυρώνει τη σχετική κρίση, εφ’
όσον επί της αντίστοιχης ποινικής κατηγορίας για λαθρεμπορία κατά του αυτού
προσώπου βάσει των ιδίων κατ’ ουσίαν πραγματικών περιστατικών, έχει εκδοθεί
αμετάκλητη αθωωτική ή καταδικαστική απόφαση. (Βλ. μειοψηφίας στη σκέψη 8 της
ΣτΕ 1522/2010 και ΣτΕ 3616/2011).
Παραβίαση δεδικασμένου, υπάρχει, αν εναντίον
κάποιου ασκηθεί νέα ποινική δίωξη για την ίδια πράξη, ως τοιαύτης νοουμένης του
ιδίου ιστορικού γεγονότος στο σύνολό του, το οποίο περιλαμβάνει, όχι μόνον την
ενέργεια ή την παράλειψη του δράστη, αλλά επί ουσιαστικών εγκλημάτων και το
ανήκον στην αντικειμενική τους υπόσταση αποτέλεσμα, για την οποία αμετακλήτως
καταδικάστηκε ή αθωώθηκε ο κατηγορούμενος ή έπαυσε η ποινική δίωξη
προηγουμένως. Οταν υπάρχει δεδικασμένο, κηρύσσεται απαράδεκτη η νέα δίωξη, ο δε
επικαλούμενος αυτό οφείλει να το αποδείξει εγγράφως, ήτοι με την προσκομιδή
ενώπιον του Αρείου Πάγου πλήρους αντιγράφου της αποφάσεως από την οποία
απορρέει και, επιπροσθέτως, βεβαιώσεως, από την οποία να προκύπτει ότι η
απόφαση είναι αμετάκλητη, κατ` άρθρο 546 παρ. 2 ΚΠΔ(ΑΠ 138/2013)
Η ύπαρξη και το αμετάκλητο των εν λόγω
ποινικών αποφάσεων εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το διοικητικό δικαστήριο ως
προϋπόθεση της ως άνω δημοσίας τάξεως υποχρεώσεώς του, κατ’ ανάλογη εφαρμογή
της παραγράφου 4 του άρθρου 5 του Κ.Δ.Δ. περί αυτεπάγγελτης λήψης υπ’ όψη του
δεδικασμένου. Υπό την προϋπόθεση, σύμφωνα και με την τελευταία αυτή διάταξη,
ότι η σχετική ποινική απόφαση περιέχεται στα στοιχεία της δικογραφίας. Και αν
μεν η απόφαση αυτή συμβαίνει να έχει προσαχθεί από τους διαδίκους
προαποδεικτικά και με νόμιμο τρόπο, κατά το άρθρο 150 Κ.Δ.Δ., τότε λαμβάνεται
υπ’ όψη άνευ άλλου αν δε προσκομισθεί μετά τη συζήτηση της υποθέσεως, το
δικαστήριο, εναρμονίζοντας στην περίπτωση αυτή την υποχρέωσή του προς
αυτεπάγγελτη εξέταση του ζητήματος με τη θεμελιώδη αρχή της αντιμωλίας, εκδίδει
προδικαστική απόφαση προκειμένου να τη λάβει υπ’ όψη αφού περιληφθεί νομίμως
στο φάκελο της υποθέσεως και δοθεί έτσι η δυνατότητα στους διαδίκους να
ακουσθούν επ’ αυτού (ΣτΕ 3616/2011).
Σε κάθε δε περίπτωση, εφ’ όσον προβληθεί
σχετικός ισχυρισμός, έστω και το πρώτον μετά τη συζήτηση της υποθέσεως (ΣτΕ,
Ολομ., 4487/2001), το δικαστήριο οφείλει να διαλάβει στην απόφασή του σχετική
αιτιολογία.
3.10.ΤΕΚΜΗΡΙΟ
ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ:
Η κρίση της με αριθμό 1741/2015 απόφασής του ΣτΕ
ότι «διότι η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, όπως την παραθέτει και η
αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ήχθη στο συμπέρασμά της λόγω αμφιβολιών.» έρχεται σε
αντίθεση με το τεκμήριο αθωότητας .
Με την κύρωση της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των
Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το άρ.6 παρ.2 ΕΣΔΑ,
το οποίο ορίζει ότι «Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι
είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του», απέκτησε αυξημένη
τυπική ισχύ βάσει του άρθρου 28§2 του Συντάγματος και αποτελεί αναπόσπαστο
τμήμα της ελληνικής έννομης τάξης, χωρίς μάλιστα να είναι δυνατή η κατάργησή
του με νόμο. Σε κοινοτικό επίπεδο, με το άρ.6 παρ.2 της Συνθήκης για την ΕΕ το
οποίο ορίζει ότι «Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη Δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται
με την ΕΣΔΑ και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπογράφηκε στην Ρώμη στις
4-11-1950, και όπως προκύπτουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των
κρατών μελών, ως γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου», καθίσταται σαφές ότι το
τεκμήριο αθωότητας αποτελεί μέρος όχι μόνο του εσωτερικού μας δικαίου αλλά και του
κοινοτικού, με κοινό μάλιστα τρόπο κατοχύρωσης τους το άρθρο 6§2 της ΕΣΔΑ.
Επιπλέον, και σε νομολογιακό επίπεδο, το ΔΕΕ αναγνωρίζει το τεκμήριο μέσω της
ΕΣΔΑ και των γενικότερων συνταγματικών αρχών των κρατών-μελών, θεωρώντας το
αναπόσπαστο μέρος των γενικών αρχών του δικαίου, των οποίων την τήρηση
διασφαλίζει το Δικαστήριο.
Άλλωστε το
Ε.Δ.Δ.Α. στην υπόθεση Β. Σταυρόπουλος
κατά Ελλάδας (απόφαση: της 27.9.2007
προσφυγη: 35522/04) έκρινε[14]
ότι: «. Το Ε.Δ.Δ.Α. εκτιμά ότι κατά την αρχή "in dubio pro reo", που
συνιστά μια ιδιαίτερη έκφανση της αρχής του τεκμηρίου αθωότητας, καμία ποιοτική
διαφοροποίηση δεν πρέπει να υπάρχει μεταξύ της αθώωσης ελλείψει αποδείξεων και
της αθώωσης μετά από τη διαπίστωση πέραν πάσης αμφιβολίας της αθώωσης του
κατηγορούμενου. Πράγματι, οι αθωωτικές αποφάσεις δεν διαφοροποιούνται βάσει των
αιτιολογιών που κάθε φορά εκφέρει ο ποινικός δικαστής. Αντιθέτως, στα πλαίσια
του άρθρου 6 § 2 Ε.Σ.Δ.Α., το διατακτικό μιας αθωωτικής απόφασης πρέπει να
γίνεται σεβαστό από κάθε άλλη αρχή που κρίνει, κατά τρόπο άμεσο ή έμμεσο, επί
της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου.»
3.11.- Η
ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΙΣΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΩΝ
Η διάταξη του άρθρου του αρ. 5 παρ. 2 ΚΔΔ καθιστά δεσμευτική για το διοικητικό
δικαστήριο μόνο την καταδικαστική και όχι την αθωωτική απόφαση συνιστά δυσμενή
για τον ιδιώτη διάδικο διάκριση. Η αξίωση παροχής έννομης προστασίας του άρθρου 20
Συντάγματος αποτελεί κατοχυρωμένο ατομικό δικαίωμα, το οποίο η Οικουμενική
Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (10.12.1948) αναφέρει στο άρθρο 8, και
το κατοχυρώνει στα άρθρα 5 παρ. 3, 6, 13 η Ε.Σ.Δ.Α. Περαιτέρω, η θεμελιώδης
συνταγματική αρχή της ισότητας του άρθρου 4 του Συντάγματος αποτελεί
αναμφισβήτητα, πέραν των άλλων, και θεμελιώδη δικονομικό κανόνα στο σύστημα
απονομής της Δικαιοσύνης στον τόπο μας. Έτσι, οι δικονομικές διατάξεις δεν
επιτρέπεται να καθιερώνουν αποκλίνουσα ρύθμιση των αυτών διαδικαστικών
φαινομένων.
Ο κανόνας της δικονομικής ισότητας[15]των
διαδίκων, αποτελεί πάγια ρύθμιση του δικονομικού μας συστήματος[16],
καθιερώθηκε με το άρθρο 76 παρ. 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας του 1834[17].
Στον ισχύοντα Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
αναφέρεται στο άρθρο 110 ότι: «Οι
διάδικοι έχουν τα αυτά δικαιώματα και
τας αυτάς υποχρεώσεις και είναι ίσοι ενώπιον του δικαστηρίου». Η ίδια
διάταξη που καθιερώνει την ισότητα των
διαδίκων επαναλαμβάνεται στον ισχύοντα Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, στο άρθρο
40 του ν. 2717/1999 αλλά και στο άρθρο
47 παρ. 1 Κ.Φ.Δ. (π.δ. 331/1985). Η διάταξη αναμφισβήτητα σημαίνει την απονομή
των ιδίων ακριβώς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ανεξάρτητα από την ιδιότητα του
διαδίκου ως φυσικού ή νομικού προσώπου (και οπωσδήποτε και του Δημοσίου) ή τη
θέση του στη δίκη ως επιτιθεμένου ή αμυνομένου .
Η ισότητα των διαδίκων[18]
εξασφαλίζεται άλλωστε και από τον συνδυασμό του
άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α. με το άρθρο
14 αυτής.
Στο άρθρο
14 της Ε.Σ.Δ.Α. απαγορεύονται οι διακρίσεις ως προς την απόλαυση των
κατοχυρωμένων δικαιωμάτων και ελευθεριών. Το άρθρο αυτό δεν λειτουργεί
αυτόνομα, αλλά μόνο σε συνδυασμό προς κάποια άλλη ουσιαστική διάταξη της
Ε.Σ.Δ.Α. Η αρχή της ισότητας των
διαδίκων, εκφράζεται με την ίση μεταχείριση από τον νόμο των διαδίκων,
δηλαδή, της «ισότητας των όπλων». Η δικονομική ισότητα
των διαδίκων μαζί με την αρχή του φυσικού δικαστή και το δικαίωμα ακροάσεως
αποτελούν τις απαράβατες προϋποθέσεις πάνω στις οποίες στηρίζεται η «δίκαιη
δίκη» του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., σύμφωνα με την οποία: «Παν πρόσωπον
έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής
προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου…»
Όπως έχει ερμηνευθεί η διάταξη του άρθρου 6 παρ.
1 της Ε.Σ.Δ.Α, η έννοια του όρου «δικαίως» δεν αναφέρεται στην ορθότητα της
αποφάσεως, αλλά στην έγκαιρη, ουσιαστική και αδιάβλητη υπό δικονομικές
εγγυήσεις διεξαγωγή της δίκης[19]
. Το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α. αναφέρεται ρητά μόνο σε αστικές και σε ποινικές
δίκες.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του
Ανθρώπου, με την πάγια νομολογία του, έχει διευρύνει σημαντικά το πεδίο
εφαρμογής του άρθρου αυτού, δεχόμενο ότι ως αστικές νοούνται όλες οι δίκες που
έχουν αντικείμενο ή επιπτώσεις επί αστικών γενικά δικαιωμάτων. Έτσι, θεωρεί ως
αστικές και τις ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, του Ελεγκτικού Συνεδρίου ή
των πειθαρχικών Συμβουλίων, αλλά και τις διαφορές από επιβολή ασφαλιστικών
εισφορών κ.λπ. δίκες, αρκεί το αντικείμενο ή οι συνέπειές τους να είναι
περιουσιακές ή να επάγονται κυρώσεις επί αστικών δικαιωμάτων. Αν δεν υφίσταται
το αυτονόητο δικαίωμα στην ισότιμη δίκη σε όλους τους διαδίκους, τότε
αναμφισβήτητα δεν υφίσταται «δίκαιη δίκη». Το Ελληνικό Δημόσιο με μεγάλο αριθμό
νομοθετικών ρυθμίσεων έχει επιτύχει σε υπέρ αυτού εξαιρετικές ρυθμίσεις που αποκλίνουν της
δικονομικής ισότητας. Ο λόγος της υπάρξεως τέτοιων εξαιρετικών ρυθμίσεων είναι
η επίκληση λόγων «δημοσίου συμφέροντος», που αναμφισβήτητα σε κάποιες
περιπτώσεις είναι δυνατόν να γίνουν ανεκτοί, σε κάθε όμως περίπτωση πρέπει να
εξετάζονται υπό το πνεύμα της Ε.Σ.Δ.Α. και της αρχής του κράτους δικαίου, η
οποία διατρέχει οριζόντια όλη την έννομη τάξη, αλλά και της αρχής της
αναλογικότητας. Η απόκλιση από τη δικονομική ισότητα των διαδίκων δεν είναι
επιτρεπτή. Η αξίωση παροχής έννομης προστασίας του άρθρου 20 Συντάγματος αποτελεί κατοχυρωμένο ατομικό δικαίωμα, το
οποίο η Οικουμενική Διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου (10.12.1948)
αναφέρει στο άρθρο 8 και κατοχυρώνει στα άρθρα 5 παρ. 3 ,6,13 η ΕΣΔΑ.
Περαιτέρω η θεμελιώδης συνταγματική αρχή της
ισότητας του άρθρου 4 του Συντάγματος, αποτελεί αναμφισβήτητα πέραν των άλλων
και θεμελιώδη δικονομικό κανόνα στο
σύστημα απονομής της Δικαιοσύνης στον τόπο μας. Έτσι οι δικονομικές διατάξεις δεν επιτρέπεται να καθιερώνουν αποκλίνουσα
ρύθμιση των αυτών διαδικαστικών φαινομένων .
Το Ελληνικό Δημόσιο με μεγάλο αριθμό νομοθετικών
ρυθμίσεων έχει επιτύχει σε υπέρ αυτού ρυθμίσεις: «Οθωμανικής εμπνεύσεως και
λογικής κάθε είδους και μορφής προνόμια..»[21].
Παρατηρείται το φαινόμενο, μέσω της επικλήσεως
της ανάγκης για τη θεραπεία διάφορων κοινωνικοπολιτικών σκοπών και καταστάσεων,
να επέρχεται, κατά τη θέσπιση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, διάσπαση της αρχής
της ισότητας.
Μέσα στα πλαίσια των κρατουσών
κοινωνικοπολιτικών και οικονομικών συνθηκών, όπως αυτές διαμορφωθήκαν από τη
δημιουργία του Νεοελληνικού Κράτους, αλλά και την ύπαρξη πραγματικών και ενίοτε
επιτακτικών ζητημάτων, επί μακρόν το κράτος νομοθετούσε θέτοντας το Ελληνικό
Δημόσιο εκτός των δικονομικών πλαισίων που ισχύουν για όλους τους λοιπούς
διαδίκους.
4.8.-Συμπερασματικα:1) Επί
παραβάσεων του
Τελωνειακού Κώδικα προβλέπεται από το νομοθέτη η επιβολή κυρώσεων, αφ’ ενός
μεν, από τα ποινικά δικαστήρια, αφ’ ετέρου δε, από την Διοίκηση, η δε
διαδικασία ενώπιον της Διοικήσεως και περαιτέρω ενώπιον των διοικητικών
δικαστηρίων, οδηγεί στην επιβολή πολλαπλού τέλους, έχει και αυτή, κατ’ εφαρμογή
των κριτηρίων Engel, ποινικό χαρακτήρα, εμπίπτει, σύμφωνα με την απόφαση
Zolotukhin, που αναθεώρησε όλη την προγενέστερη σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ, στο
πεδίο εφαρμογής της αρχής nοn bis in idem. Με την νομολογία του ΕΔΔΑ τίθεται το ζήτημα της δεσμεύσεως και των διοικητικών
δικαστηρίων από τις τελεσίδικες αθωωτικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων,
στις περιπτώσεις που τα ίδια πραγματικά περιστατικά και η ίδια προσωπική
συμπεριφορά στοιχειοθετούν εκτός από ποινικό αδίκημα και διοικητική παράβαση,
διότι διαφορετικά παραβιάζεται το τεκμήριο αθωότητας που καθιερώνει το άρθρο 6
παρ. 2 της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 (Α 256) και η αρχή «ne bis in idem». Το
Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), ερμηνεύοντας την
διάταξη αυτή, έχει δεχθεί ότι απόφαση διοικητικού δικαστηρίου που έπεται τελικής
(ήτοι «αμετάκλητης» ΣτΕ 1311, 2951/2013) αθωωτικής αποφάσεως ποινικού
δικαστηρίου για το ίδιο πρόσωπο δεν πρέπει να την παραβλέπει και να θέτει εν
αμφιβόλω την αθώωση, έστω και αν αυτή εχώρησε λόγω αμφιβολιών (ΕΔΔΑ 27.9.2007,
35522/04, Σταυρόπουλος κατά Ελλάδας, σκέψη 39 και ΕΔΔΑ 13.7.2010, 25720/05,
Tendam κατά Ισπανίας, σκέψη 37) και, συνεπώς, το διοικητικό δικαστήριο
υποχρεούται να απόσχει από τη διατύπωση κρίσεως ή αιτιολογίας που να θέτει εν
αμφιβόλω το αθωωτικό αποτέλεσμα της οικείας ποινικής διαδικασίας (ΕΔΔΑ
27.9.2011, 23272/07, Hrdalo κατά Κροατίας, σκέψη 54)
2)Η Ελληνική έννομη τάξη πρέπει πρώτα απ’ όλα
να προβεί σε αναγκαίες νομοθετικές ρυθμίσεις ,ώστε να εναρμονισθεί πλήρως με
την νομολογία του Στρασβούργου ,αλλά στο μεταξύ πρέπει άμεσα να φροντίσει ώστε
οι διωκτικές Αρχές να οδηγούν τους υπαιτίους στα ποινικά δικαστήρια,
προσκομίζοντας τις αποδείξεις ενοχής,
αλλιώς τα διοικητικά δικαστήρια θα οδηγούνται
μοιραία μετά από αθωωτικές αποφάσεις στα ανωτέρω αδιέξοδα που
επισημάναμε.
Αντώνης Π. Αργυρός
argyros.office@gmail.com
ΕΔΔΑ 30.4.2015, Καπετάνιος και άλλοι κατά Ελλάδας (3453/12, 42941/12 και 9028/13
ΕΔΔΑ 30.4.2015, Καπετάνιος και άλλοι κατά Ελλάδας (3453/12, 42941/12 και 9028/13)Ne bis in idem (άρ. 4 του 7ου Πρωτ. ΕΣΔΑ) και τεκμήριο αθωότητας (άρ. 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ) σε διοικητικές διαφορές – Καταδίκη της Ελλάδας σε τρεις υποθέσεις, κριθείσες από το ΣτΕΔιοικητικές διαδικασίες και δίκες περί επιβολής μεγάλων διοικητικών προστίμων (περίπου το ισόποσο των 5.000.000 ευρώ το 1989, των 130.000 ευρώ το 1996 και των 1.500.000 ευρώ το 2001, αντίστοιχα, όταν εκδόθηκαν οι οικείες καταλογιστικές πράξεις της τελωνειακής αρχής) για τελωνειακές παραβάσεις λαθρεμπορίας (όπλου και ηλεκτρονικών συσκευών, καυσίμων και αυτοκινήτων, αντίστοιχα) σε υποθέσεις όπου οι αιτούντες διώχθηκαν ποινικά για τις ίδιες κατ’ ουσίαν λαθρεμπορικές παραβάσεις και αθωώθηκαν με αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων, που κατέστησαν αμετάκλητες (το 1992, το 2000 και το 1998 αντίστοιχα) – Απόρριψη (ολική ή μερική) από τα διοικητικά δικαστήρια των ενδίκων μέσων κατά των ανωτέρω προστίμων και απόρριψη από το Συμβούλιο της Επικρατείας των οικείων αιτήσεων αναίρεσης των αιτούντων (αποφάσεις ΣτΕ 1999/2011, 3616/2011 και 3457/2012, αντίστοιχα) – Πρόκειται για «ποινικές» υποθέσεις, σύμφωνα με τα κριτήρια Engel Ne bis in idem – Εφόσον ο καθού επικαλείται ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου τη σχετική αθωωτική ποινική απόφαση, το διοικητικό δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως την επιρροή που μπορεί να έχει η απόφαση αυτή στην κρίση του επί της υπόθεσης· άλλως, θα ανεχόταν σκοπίμως μια κατάσταση που ενδέχεται να είναι αντίθετη προς την αρχή ne bis in idem – Απόρριψη του αμυντικού ισχυρισμού της Ελλάδας ότι σε κάποιες από τις ένδικες περιπτώσεις οι αιτούντες δεν επικαλέσθηκαν παραδεκτώς τις ποινικές αποφάσεις ή τον αμετάκλητο χαρακτήρα τους – Απόρριψη των επιχειρημάτων που διατύπωσε η Ελλάδα με βάση την απόφαση ΣτΕ 2067/2011 επταμ. – Ο κανόνας ne bis in idem δεν αποκλείει τη σωρευτική επιβολή στερητικής της ελευθερίας ποινής και χρηματικής κύρωσης στην ίδια ποινική διαδικασία και εφαρμόζεται και σε υποθέσεις, όπως τις δύο πρώτες από τις εδώ κρινόμενες, όπου η ποινική διαδικασία δεν έχει ολοκληρωθεί κατά το χρόνο κίνησης της διοικητικής διαδικασίας επιβολής κυρώσεων – Στην τρίτη υπόθεση δεν θα έπρεπε καν να έχει επιβληθεί διοικητικό πρόστιμο, δεδομένου ότι κατά το χρόνο έκδοσης της επίδικης καταλογιστικής πράξης είχε ήδη καταστεί αμετάκλητη η οικεία αθωωτική ποινική απόφαση – Διαπιστώνεται παραβίαση του άρ. 4 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑΤεκμήριο αθωότητας – Ενόψει της ταυτότητας της φύσης των επίμαχων (“ποινικών”) διαδικασιών, των επίδικων πραγματικών περιστατικών (παραβατικών συμπεριφορών) και των στοιχείων που συγκροτούν, αφενός, την αποδοθείσα στους αιτούντες διοικητική παράβαση και, αφετέρου, το ποινικό αδίκημα για το οποίο αυτοί αθωώθηκαν, οι αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων εκδόθηκαν κατά παραγνώριση του τεκμηρίου αθωότητας των αιτούντων, που απορρέει από τις οικείες ποινικές αθωωτικές αποφάσεις – Διαπιστώνεται παραβίαση του άρ. 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ
Ne bis in idem: Προς μία απόλυτα ευρωπαϊκή ερμηνεία ενός απόλυτου δικαιώματος