02 Οκτωβρίου 2012

Μεταπτυχιακές σπουδές ΑΕΙ διδακτρα αποφαση ΣΤΕ 2411/2012 ΜΕ ΣΧΟΛΙΟ



Συμβούλιο Επικρατείας
(Ολομέλεια)
Αριθ. 2411/2012

Πρόεδρος: Π. Πικραμμένος
Μέλη: Ε. Σάρπ, Ν. Μαρκουλάκης, Μ. Βηλαράς, Α. Σακελλαροπούλου, Γ. Ποταμιάς, Μ. Γκορτζολίδου, Ι. Γράβαρης, Ε. Αντωνόπουλος, Ι. Ζόμπολας, Σ. Μαρκάτης, Α. Ντέμσιας, Σ. Χρυσικοπούλου, Η. Τσακόπουλος, Β. Καλαντζή, Μ. Σταματελάτου-Μπεριάτου, Β. Αραβαντινός, Α. Καλογεροπούλου, Ε. Κουσιουρής, Α. Σταθάκης, Ο. Ζύγουρα, Β Ραφτοπούλου, Κ. Κουσούλης, Κ. Φιλοπούλου, Θ. Αραβάνης, Κ. Πισπιρίγκος, Δ. Μακρής, Σύμβουλοι, Η. Μάζος, Κ. Κονιδιτσιώτου, Χ. Μπολόφη
Εισηγητής: Γ. Ποταμιάς, Σύμβουλος
Δικηγόροι: Γ.Σ.Π. Κατρούγκαλος, Η. Ψώνης

Μεταπτυχιακές σπουδές ΑΕΙ. Περιεχόμενο της δωρεάν παιδείας στην ανώτατη εκπαίδευση είναι η ανεξάρτητα από εισοδηματικά κριτήρια μη συμμετοχή των φοιτητών στο κόστος λειτουργίας και παροχής του εκπαιδευτικού έργου διά της καταβολής διδάκτρων καθώς και η δωρεάν προμήθεια και παροχή των αναγκαίων διδακτικών μέσων (βιβλία κ.λπ.). Το εν λόγω δικαίωμα εκτείνεται καθ’ όλη την χρονική διάρκεια των προπτυχιακών σπουδών, οι οποίες περαιώνονται με τη λήψη του πτυχίου. Όταν ο συντακτικός νομοθέτης θέσπισε με το Σύνταγμα του 1975 το εν λόγω κοινωνικό δικαίωμα και για την ανώτατη εκπαίδευση είχε υπόψη του το θεσμικό πλαίσιο και το κόστος λειτουργίας των προπτυχιακών σπουδών ενώ απουσίαζαν σχεδόν από τα ελληνικά πανεπιστήμια οι μεταπτυχιακές σπουδές. Ως προς τις μεταπτυχιακές σπουδές και την εκπόνηση διδακτορικής εργασίας εναπόκειται στην εκτίμηση του κοινού νομοθέτη, να επιβάλλει στους μεταπτυχιακούς φοιτητές εκτός από την κρατική επιχορήγηση και δίδακτρα, για την κάλυψη του κόστους λειτουργίας των προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών. Στην περίπτωση όμως αυτή για τον καθορισμό των διδάκτρων δύναται να λάβει υπόψη του ο νομοθέτης ή κατ’ εξουσιοδότηση η κανονιστικώς δρώσα διοίκηση και εισοδηματικά κριτήρια. Δεν δύναται όμως να καθορίσει δίδακτρα σε τέτοιο ύψος ώστε να καθίσταται αδύνατη ή δυσχερής η συμμετοχή σε ΠΜΣ φοιτητών περιορισμένης εισοδηματικής ικανότητας διότι ένα τέτοιο μέτρο θα παρεβίαζε την γενική ελευθερία προσβάσεως στην παιδεία. Με τα άνω δεδομένα οι διατάξεις των άρθρων 3 § 3 και 8 § 1α του ν. 3685/2008 που προβλέπουν, μεταξύ άλλων και τη δυνατότητα επιβολής διδάκτρων στους μεταπτυχιακούς φοιτητές για την κάλυψη του κόστους λειτουργίας των ΠΜΣ δεν αντίκεινται στη διάταξη του άρθρου 16 § 4 του Συντάγματος παρέχουν δε νόμιμο έρεισμα στη διάταξη του άρθρου 11 § 2 της προσβαλλομένης υπουργικής αποφάσεως με την οποία ορίστηκε ότι το κόστος λειτουργίας του ως άνω προγράμματος μεταπτυχιακών σπουδών θα καλυφθεί, εκτός των άλλων πόρων και από δίδακτρα (Άρθρα 16 Συντ., 26, 27 και 28 ν. 1268/1982 (Α΄, 87), 81 ν. 1566/1985, 10-14 ν. 2083/ 1992).

(…) Επειδή, στο άρθρο 16 του Συντάγματος, ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής: «... 4. οι Έλληνες έχουν δικαίωμα δωρεάν παιδείας, σε όλες τις βαθμίδες της, στα κρατικά εκπαιδευτήρια. Το Κράτος ενισχύει τους σπουδαστές που διακρίνονται, καθώς και αυτούς που έχουν ανάγκη από βοήθεια ή ειδική προστασία, ανάλογα με τις ικανότητές τους. 5. Η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση. Τα ιδρύματα αυτά τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους, έχουν δικαίωμα να ενισχύονται οικονομικά από αυτό και λειτουργούν σύμφωνα με τους νόμους που αφορούν τους οργανισμούς τους. Συγχώνευση ή κατάτμηση ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων μπορεί να γίνει και κατά παρέκκλιση από κάθε αντίθετη διάταξη, όπως νόμος ορίζει. ... 6. Οι καθηγητές των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων είναι δημόσιοι λειτουργοί. Το υπόλοιπο διδακτικό προσωπικό τους επιτελεί επίσης δημόσιο λειτούργημα, με τις προϋποθέσεις που νόμος ορίζει. Τα σχετικά με την κατάσταση όλων αυτών των προσώπων καθορίζονται από τους οργανισμούς των οικείων ιδρυμάτων ... 8. Νόμος ορίζει τις προϋποθέσεις και τους όρους χορήγησης άδειας για την ίδρυση και λειτουργία εκπαιδευτηρίων που δεν ανήκουν στο Κράτος, τα σχετικά με την εποπτεία που ασκείται πάνω σ’ αυτά, καθώς και την υπηρεσιακή κατάσταση του διδακτικού προσωπικού τους. Η σύσταση ανώτατων σχολών από ιδιώτες απαγορεύεται ...».
Επειδή, οι μεταπτυχιακές σπουδές στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα οργανώθηκαν συστηματικά το πρώτον με τα άρθρα 26, 27 και 28 του ν. 1268/1982 (Α, 87). Με το άρθρο 81 του ν. 1566/ 1985 (Α, 167) οργανώθηκαν εκ νέου οι μεταπτυχιακές σπουδές και καταργήθηκαν οι σχετικές ρυθμίσεις (άρθρα 26, 27 και 28) του ν. 1268/1982. Εν συνεχεία, οι μεταπτυχιακές σπουδές οργανώνονται εκ νέου με τις διατάξεις των άρθρων 10-14 του ν. 2083/1992 (Α, 159). Ειδικότερα, στο άρθρο 12 παρ. 7 του τελευταίου νόμου ορίζεται ότι «7. Με γνώμη της ΓΣΕΣ (Γενικής Συνέλευσης Ειδικής Σύνθεσης) ενός τμήματος και απόφαση της Συγκλήτου του οικείου ΑΕΙ μπορεί να προβλέπεται η καταβολή διδάκτρων για τους μεταπτυχιακούς φοιτητές συγκεκριμένου προγράμματος».
Επειδή, με τον ν. 3685/2008 (Α, 148) κωδικοποιούνται και συμπληρώνονται (βλ. Εισηγ. Έκθεση σ. 1) οι ισχύουσες για τις μεταπτυχιακές σπουδές διατάξεις προκειμένου η ελληνική νομοθεσία να προσαρμοσθεί πλήρως στα ευρωπαϊκά δεδομένα και να οργανωθούν οι μεταπτυχιακές σπουδές με τρόπο σύγχρονο και εξωστρεφή. Ειδικότερα, στο άρθρο 1 του νόμου ορίζεται ότι: «1. Τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (ΑΕΙ) κατά την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3549/2007 (ΦΕΚ 69 Α΄) έχουν την ευθύνη για το σχεδιασμό και την οργάνωση των μεταπτυχιακών σπουδών στην Ελλάδα και χορηγούν Μεταπτυχιακά Διπλώματα Ειδίκευσης (ΜΔΕ). Τα Πανεπιστήμια έχουν επιπλέον την αρμοδιότητα να χορηγούν Διδακτορικά Διπλώματα (ΔΔ). 2. Τμήματα των ΑΕΙ μπορούν να οργανώνουν αυτοδύναμα ή να συνδιοργανώνουν μεταξύ τους ή με ομοταγή ιδρύματα του εξωτερικού Προγράμματα Μεταπτυχιακών Σπουδών (ΠΜΣ) για τη χορήγηση ΜΔΕ. Απαραίτητη προϋπόθεση για την υποβολή αιτήματος έγκρισης ΠΜΣ προς το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων είναι η συνυποβολή της έκθεσης αξιολόγησης του οικείου Τμήματος, σύμφωνα με το ν. 3374/2005 (ΦΕΚ 189 Α΄), από την οποία προκύπτει η ύπαρξη των απαραίτητων προϋποθέσεων για τη λειτουργία του Προγράμματος. 3. α) Τα ΠΜΣ αποσκοπούν στην περαιτέρω προαγωγή της επιστημονικής γνώσης και των τεχνών και στην προώθηση της έρευνας με συνεκτίμηση των αναγκών ανάπτυξης της χώρας. β) … », στο άρθρο 3 ότι: «1. Τα Ιδρύματα στα οποία λειτουργούν ΠΜΣ εκδίδουν Κανονισμό Μεταπτυχιακών Σπουδών, ο οποίος καταρτίζεται από … 2. … 3. Με απόφαση της ΣΕΣ του οικείου ή των οικείων Ιδρυμάτων, μετά από γνώμη της ΓΣΕΣ του Τμήματος ή της ΕΔΕ, μπορεί να προβλέπεται η καταβολή διδάκτρων και το ύψος αυτών για τους μεταπτυχιακούς φοιτητές συγκεκριμένου προγράμματος», στο άρθρο 6 ότι: «1. α) Τα ΠΜΣ καταρτίζονται από τη ΓΣΕΣ του οικείου Τμήματος που διαθέτει την απαραίτητη κτιριακή-υλικοτεχνική υποδομή και το απαραίτητο διδακτικό και λοιπό προσωπικό και υποβάλλονται για έγκριση στη ΣΕΣ του Ιδρύματος. β) Στο ΠΜΣ μπορεί να μετέχουν περισσότερα του ενός Τμήματα του ίδιου ή άλλων ΑΕΙ ή αναγνωρισμένα ερευνητικά Ιδρύματα της ημεδαπής. … γ) Κάθε ΠΜΣ καταλήγει στην απονομή ΜΔΕ και διαρκεί τουλάχιστον ένα πλήρες ημερολογιακό έτος. … 2. Το Σχέδιο ΠΜΣ περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής στοιχεία που εξετάζονται από τη ΣΕΣ: α) … στ) Τον αριθμό των μεταπτυχιακών φοιτητών, τις δυνατότητες και τις ανάγκες του οικείου Τμήματος σε προσωπικό και υλικοτεχνική υποδομή για την απρόσκοπτη λειτουργία του προγράμματος. ζ) Τη χρονική διάρκεια λειτουργίας του ΠΜΣ και αναλυτικά το κόστος της αναγκαίας υλικοτεχνικής υποδομής, της λειτουργίας και τις πηγές χρηματοδότησής του. η) Την έκθεση αξιολόγησης σύμφωνα με την § 2 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου. 3. Η τελική έγκριση του ΠΜΣ γίνεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Μόνο επί των στοιχείων στ΄, ζ΄ και η΄ του προγράμματος ασκεί ο Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων ουσιαστικό έλεγχο. Με πρόταση της ΓΣΕΣ του Τμήματος και έγκριση της ΣΕΣ μπορεί να γίνεται τροποποίηση του προγράμματος των μαθημάτων και ανακατανομή μεταξύ των εξαμήνων. 4. Το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων χρηματοδοτεί κατά προτεραιότητα ΠΜΣ, τα οποία εντάσσονται στο πλαίσιο επιστημονικών τομέων προτεραιότητας, που έχουν καθορισθεί με αποφάσεις του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, για την προώθηση θεμάτων εθνικού ενδιαφέροντος ή στρατηγικής σημασίας, την προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, την ενίσχυση των ανθρωπιστικών σπουδών, την ικανοποίηση κοινωνικών και οικονομικών αναγκών ή άλλων λόγων εθνικών προτεραιοτήτων. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων καθορίζονται επίσης εκάστοτε η διαδικασία, οι όροι και οι προϋποθέσεις χορήγησης κάθε επί μέρους χρηματοδότησης» και στο άρθρο 8 ότι: «1. α) Πόροι των ΠΜΣ μπορεί να είναι δωρεές, παροχές, κληροδοτήματα, χορηγίες φορέων του δημοσίου ή ιδιωτικού τομέα γενικά, νομικών ή φυσικών προσώπων ή πόροι από ερευνητικά προγράμματα, κοινοτικά προγράμματα, επιχορηγήσεις του κρατικού προϋπολογισμού και δίδακτρα. β) Τα ΠΜΣ δικαιούνται χρηματοδότησης από τον τακτικό προϋπολογισμό σύμφωνα με την υπουργική απόφαση έγκρισής τους, η οποία καθορίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις χρηματοδότησής τους βάσει κριτηρίων ποιότητας και των αποτελεσμάτων της αξιολόγησης του οικείου Τμήματος σύμφωνα με το ν. 3374/2005 και του καθενός ΠΜΣ σύμφωνα με το άρθρο 3 του παρόντος νόμου. 2. Η διαχείριση των εσόδων των ΠΜΣ γίνεται από τον Ειδικό Λογαριασμό Κονδυλίων Έρευνας (ΕΛΚΕ) και κατανέμονται ως εξής: α) 65% για λειτουργικά έξοδα του προγράμματος και για αμοιβές - αποζημιώσεις του διδακτικού, τεχνικού και διοικητικού προσωπικού για εργασία που υπερβαίνει τις κατά νόμο υποχρεώσεις τους, καθώς και για τη χορήγηση υποτροφιών σε μεταπτυχιακούς φοιτητές μετά από πρόταση της ΓΣΕΣ ή της Ε.Δ.Ε. β) 25% για κάλυψη λειτουργικών εξόδων του ιδρύματος που αφορούν το ΠΜΣ και γ) 10% κρατήσεις υπέρ του ΕΛΚΕ. Η ανωτέρω κατανομή δεν ισχύει στην περίπτωση χορηγίας ή δωρεάς για συγκεκριμένο σκοπό, καθώς και για κρατικές επιχορηγήσεις, οι οποίες κατανέμονται σύμφωνα με τις ισχύουσες σχετικές διατάξεις. 3. Ο Διευθυντής του ΠΜΣ είναι αρμόδιος για τη σύνταξη του προϋπολογισμού και απολογισμού του Προγράμματος, τους οποίους υποβάλλει στη ΓΣΕΣ, την παρακολούθηση της εκτέλεσης του προϋπολογισμού και την έκδοση των εντολών πληρωμής των σχετικών δαπανών» και στο άρθρο 9 ότι: «1. α) Ο υποψήφιος που ενδιαφέρεται για την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής υποβάλλει σχετική αίτηση στη Γραμματεία του Τμήματος, στο οποίο ενδιαφέρεται να εκπονήσει τη διδακτορική διατριβή, προσδιορίζοντας σε γενικές γραμμές το αντικείμενό της. Η ΓΣΕΣ του Τμήματος εξετάζει αν ο υποψήφιος πληροί τις προϋποθέσεις για την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής με βάση τα κριτήρια που έχουν τεθεί σύμφωνα με τον Κανονισμό Μεταπτυχιακών Σπουδών. β) Δικαίωμα υποβολής αίτησης για την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής έχουν κάτοχοι ΜΔΕ. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις που προβλέπονται από τον Κανονισμό Μεταπτυχιακών Σπουδών και μετά από αιτιολογημένη απόφαση της ΓΣΕΣ μπορεί να γίνει δεκτός ως υποψήφιος διδάκτορας και μη κάτοχος ΜΔΕ Πτυχιούχοι ΤΕΙ, ΑΣΠΑΙΤΕ ή ισότιμων σχολών μπορούν να γίνουν δεκτοί ως υποψήφιοι διδάκτορες μόνο, εφόσον είναι κάτοχοι ΜΔΕ. 2. … 5. α) Οι μεταπτυχιακοί φοιτητές για απόκτηση ΜΔΕ και οι υποψήφιοι διδάκτορες που δεν έχουν υγειονομική κάλυψη δικαιούνται υγειονομικής και νοσοκομειακής περίθαλψης, όπως ισχύει και για τους προπτυχιακούς φοιτητές. β) Οι διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 2640/1998 (ΦΕΚ 206 Α΄) εφαρμόζονται αναλόγως και στους μεταπτυχιακούς φοιτητές για απόκτηση ΜΔΕ ή υποψήφιους διδάκτορες, σε περίπτωση που πραγματοποιούν πρακτική άσκηση σύμφωνα με το πρόγραμμα σπουδών τους. γ) Για τους μεταπτυχιακούς φοιτητές και υποψήφιους διδάκτορες εφαρμόζονται οι διατάξεις της § 8 του άρθρου 43 του ν. 2413/1996 (ΦΕΚ 124 Α΄) για τη χορήγηση φοιτητικών δανείων» και στην § 2 του άρθρου 12 ότι: «Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 4 του ν. 3187/2003 (ΦΕΚ 233 Α΄), όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 3 του ν. 3413/2005 (ΦΕΚ 278 Α΄), από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου καταργούνται οι διατάξεις των άρθρων 10, 11, 12, 13, 14 § 1 και 17 του ν. 2083/1992, όπως ίσχυαν, το άρθρο  23 του ν. 3404/2005, καθώς και κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη που είναι αντίθετη στις διατάξεις του παρόντος νόμου ή αφορά σε θέματα που ρυθμίζονται διαφορετικά από αυτόν».
8. Επειδή, το κατ’ άρθρο 16 § 4 του Συντάγματος δικαίωμα δωρεάν παιδείας σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, δηλαδή και στην ανώτατη εκπαίδευση που παρέχεται στα κατ’ άρθρο 16 παρ. 5 ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, προβλέπεται το πρώτον με το Σύνταγμα του1975, για όλους ανεξαιρέτως τους έλληνες, οι οποίοι επέτυχαν, μετά από αντικειμενική δοκιμασία προς διαπίστωση της ικανότητάς τους, να εγγραφούν και να συμμετάσχουν στην παρεχόμενη από τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα εκπαίδευση (πρβλ. ΣΤΕ 673/1987, 3140/1980). Περιεχόμενο της δωρεάν παιδείας στην ανώτατη εκπαίδευση είναι η ανεξάρτητα από εισοδηματικά κριτήρια μη συμμετοχή των φοιτητών στο κόστος λειτουργίας και παροχής του εκπαιδευτικού έργου διά της καταβολής διδάκτρων καθώς και η δωρεάν προμήθεια και παροχή των αναγκαίων διδακτικών μέσων (βιβλία κ.λπ.). Το εν λόγω δικαίωμα εκτείνεται καθ’ όλη την χρονική διάρκεια των προπτυχιακών σπουδών, οι οποίες περαιώνονται με τη λήψη του πτυχίου. Το πτυχίο αποδεικνύει και αντιπροσωπεύει ένα περιεχόμενο επιστημονικών γνώσεων οι οποίες έχουν αποκτηθεί από τον κάτοχό του μεθοδικά και με βάση αυτό μπορεί κατ’ αρχήν να ασκήσει αντίστοιχη επαγγελματική δραστηριότητα. Επίσης, το πτυχίο αποτελεί για τον κάτοχό του αφετηρία περαιτέρω επιστημονικής εξελίξεως διά της συμμετοχής του σε προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών ή σε διαδικασία εκπονήσεως διδακτορικής διατριβής. Όταν ο συντακτικός νομοθέτης θέσπισε με το Σύνταγμα του 1975 το εν λόγω κοινωνικό δικαίωμα και για την ανώτατη εκπαίδευση είχε υπόψη του το θεσμικό πλαίσιο και το κόστος λειτουργίας των προπτυχιακών σπουδών ενώ απουσίαζαν σχεδόν από τα ελληνικά πανεπιστήμια οι μεταπτυχιακές σπουδές (βλ. σ. 5 Εισηγητ. Εκθ. ν. 1268/82) και το αντίστοιχο θεσμικό πλαίσιο. Ενόψει αυτού, ως προς τις μεταπτυχιακές σπουδές και την εκπόνηση διδακτορικής εργασίας εναπόκειται στην εκτίμηση του κοινού νομοθέτη, να επιβάλλει στους μεταπτυχιακούς φοιτητές εκτός από την κρατική επιχορήγηση και δίδακτρα, για την κάλυψη του κόστους λειτουργίας των προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών. Στην περίπτωση όμως αυτή για τον καθορισμό των διδάκτρων δύναται να λάβει υπόψη του ο νομοθέτης ή κατ’ εξουσιοδότηση η κανονιστικώς δρώσα διοίκηση και εισοδηματικά κριτήρια. Δεν δύναται όμως να καθορίσει δίδακτρα σε τέτοιο ύψος ώστε να καθίσταται αδύνατη ή δυσχερής η συμμετοχή σε ΠΜΣ φοιτητών περιορισμένης εισοδηματικής ικανότητας διότι ένα τέτοιο μέτρο θα παρεβίαζε την γενική ελευθερία προσβάσεως στην παιδεία. Με τα άνω δεδομένα οι διατάξεις των άρθρων 3 §3 και 8 § 1α του ν. 3685/2008 που προβλέπουν, μεταξύ άλλων και τη δυνατότητα επιβολής διδάκτρων στους μεταπτυχιακούς φοιτητές για την κάλυψη του κόστους λειτουργίας των ΠΜΣ δεν αντίκεινται στη διάταξη του άρθρου 16 § 4 του Συντάγματος παρέχουν δε νόμιμο έρεισμα στη διάταξη του άρθρου 11 § 2 της προσβαλλομένης υπουργικής αποφάσεως με την οποία ορίστηκε ότι το κόστος λειτουργίας του ως άνω προγράμματος μεταπτυχιακών σπουδών θα καλυφθεί, εκτός των άλλων πόρων και από δίδακτρα. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Ι. Ζόμπολας, Α. Ντέμσιας, Η. Τσακόπουλος, Β. Καλαντζή, Ο. Ζύγουρα και Δ. Μακρής, οι οποίοι υποστήριξαν την εξής γνώμη: Από τις αναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος συνάγεται ότι ο συνταγματικός νομοθέτης αναθέτει την αποστολή της παιδείας ευθέως στο Κράτος και κατοχυρώνει σε όλους τους Έλληνες το δικαίωμα δωρεάν παιδείας, σε όλες τις βαθμίδες των κρατικών εκπαιδευτηρίων χωρίς καμμία διάκριση. Το συνταγματικό δικαίωμα της δωρεάν παιδείας είναι διάφορο από την υποχρέωση του Κράτους να ενισχύει τoυς σπoυδαστές πoυ διακρίνoνται, καθώς και αυτoύς πoυ έχoυν ανάγκη από βoήθεια ή ειδική πρoστασία, ανάλoγα με τις ικανότητές τoυς. Άλλωστε η εκ μέρους του Συντάγματος ανεπιφύλακτη κατοχύρωση του δικαιώματος δωρεάν παιδείας σε όλες της βαθμίδες της αποτελεί την εξέλιξη του σχετικού αρχαιότερου κοινωνικού δικαιώματος στην συνταγματική ιστορία της Χώρας. Περαιτέρω με το Σύνταγμα κατοχυρώνεται η ανάπτυξη της ανώτατης παιδείας ως θεμελιώδης σκοπός της Πολιτείας που αποβλέπει στην προαγωγή και μετάδοση της επιστημονικής γνώσεως, με την έρευνα και την διδασκαλία και καθορίζονται οι βασικές προϋποθέσεις και αρχές που διέπουν την παροχή της. Ειδικότερα η παροχή της ανώτατης εκπαιδεύσεως ανατίθεται αποκλειστικά σε ιδρυματικού χαρακτήρα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και σε καθηγητές που έχουν την ιδιότητα του δημόσιου λειτουργού και που υπάγονται στην αρχή της ακαδημαϊκής ελευθερίας που εγγυάται την αδέσμευτη επιστημονική σκέψη, έρευνα και διδασκαλία, οι οποίες αναπτύσσονται με κανόνες που θεσπίζει το Κράτος, το οποίο ασκεί εποπτεία επί των πράξεών τους και με οικονομικά μέσα που παρέχει το ίδιο για την πραγματοποίηση των σκοπών τους (βλ. ΟλΣτΕ 2811/1984). Η κατοχύρωση του δικαιώματος δωρεάν παιδείας και η πρόβλεψη της παροχής από το Κράτος των αναγκαίων οικονομικών μέσων για την πραγματοποίηση των σκοπών τους δεν καλύπτει μόνον προγράμματα σπουδών ορισμένου επιπέδου ή περιεχομένου και δεν περιορίζεται στα υφιστάμενα κατά τον χρόνο θεσπίσεως του Συντάγματος προγράμματα εκπαιδεύσεως που αντιστοιχούν σε ορισμένα μόνον πτυχία, ειδικότερα δε δεν αφορά την παροχή παιδείας από τα πανεπιστήμια μόνον για τα προπτυχιακά προγράμματα σπουδών που ολοκληρώνεται με την χορήγηση σχετικού πτυχίου που υπήρχαν κατά τον χρόνο θεσπίσεώς του, αλλά αφορά όλα εκείνα τα προγράμματα σπουδών που ο νομοθέτης εκάστοτε αναθέτει σε αυτά και προσιδιάζουν στην αποστολή τους κατά τις απαιτήσεις της τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση και σύμφωνα και με τις διεθνείς υποχρεώσεις της και εν όψει των εκάστοτε κρατουσών οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών. Τα αναφερθέντα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, κατά το Σύνταγμα, των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων και των καθηγητών τους συνδέονται αρρήκτως με την δωρεάν παροχή παιδείας σε όλους μέσω των προγραμμάτων σπουδών που προβλέπει ο νομοθέτης και που συνιστούν την αποστολή τους. Επιπροσθέτως, ο Σύμβουλος Δ. Μακρής υποστήριξε και τα εξής: Το κατοχυρούμενο από το Σύνταγμα δικαίωμα δωρεάν παιδείας δεν μπορεί να περιορισθεί σε ορισμένο μόνον βασικό επίπεδο σπουδών χωρίς να θίγεται το περιεχόμενο και το αντικείμενο της ακαδημαϊκής ελευθερίας. Οι προσφερόμενες άλλωστε υπηρεσίες παιδείας από τα εν λόγω ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα που διέπονται από τις αναφερθείσες αρχές δεν είναι επιτρεπτό από το Σύνταγμα να έχουν ως προϋπόθεση την καταβολή χρηματικού ποσού εκ μέρους των φοιτητών. Το Σύνταγμα, κατά την έννοια του, αποκλείει την ύπαρξη οικονομικής σχέσεως μεταξύ των καθηγητών των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων που είναι δημόσιοι λειτουργοί και των φοιτητών σε οποιοδήποτε επίπεδο σπουδών που εντάσσεται στην αποστολή τους και, κατά συνέπεια, είναι αντίθετη προς αυτό η πρόβλεψη καταβολής από τους φοιτητές διδάκτρων για την διδασκαλία και παροχή παιδείας στο πλαίσιο μεταπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών και μάλιστα όταν σημαντικό τμήμα των διδάκτρων αυτών διατίθεται, κατά τον νόμο, για αμοιβή ή αποζημίωση του διδακτικού ερευνητικού προσωπικού. Άλλωστε, κατά τα εκτεθέντα, και πριν από την θέσπιση του Συντάγματος το έτος 1975, είχαν προβλεφθεί από τον νομοθέτη μεταπτυχιακές σπουδές στην Ελλάδα για την χορήγηση διδακτορικού διπλώματος και πτυχίου εξειδικευμένων μεταπτυχιακών σπουδών (ν. 5343/1932 και π.δ. 359/1973) και τούτο ήταν, βέβαια, σε γνώση του συνταγματικού νομοθέτη, ο οποίος με απόλυτο τρόπο διακηρύσσει ότι όλοι οι Έλληνες έχουν δικαίωμα δωρεάν παιδείας σε όλες τις βαθμίδες της στα κρατικά εκπαιδευτήρια. Η ευρύτερη βέβαια λειτουργία προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών στα Τμήματα των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων και η διαδικασία προπαρασκευής και αποκτήσεως διδακτορικού διπλώματος ως δεύτερης φάσεως του μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών προβλέφθηκε μεταγενέστερα με τον ν. 1566/ 1985, χωρίς όμως ούτε και τότε να καθορίζεται ότι η χρηματοδότηση των μεταπτυχιακών προγραμμάτων διενεργείται με την καταβολή διδάκτρων. Η καταβολή διδάκτρων από τους μεταπτυχιακούς φοιτητές προβλέφθηκε με τον ν. 2083/1992 και ήδη με τον ν. 3685/2008. Σημειωτέον ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3685/2008 που διέπουν πλέον την οργάνωση και λειτουργία των μεταπτυχιακών σπουδών, τα μεταπτυχιακά αυτά προγράμματα σπουδών εντάσσονται ρητά στην ανώτατη βαθμίδα της παιδείας που παρέχεται από τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα που λειτουργούν με την μορφή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, λειτουργούν με την ευθύνη των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και έχουν ως σκοπό την περαιτέρω προαγωγή της επιστημονικής γνώσεως και των τεχνών και την προώθηση της έρευνας με συνεκτίμηση των αναγκών αναπτύξεως της Χώρας. Οι σκοποί αυτοί βρίσκονται στον πυρήνα της αποστολής των εκπαιδευτικών αυτών ιδρυμάτων και συνδέονται αρρήκτως με την ακαδημαϊκή ελευθερία και άρα οι σχετικές υπηρεσίες κατά το Σύνταγμα πρέπει να παρέχονται από αυτά δωρεάν. Εν όψει των προεκτεθέντων, κατά την μειοψηφήσασα γνώμη, των ανωτέρω Συμβούλων, οι διατάξεις του άρθρου 3 § 3 και του άρθρου 8 του ν. 3685/2008, σύμφωνα με τις οποίες τα δίδακτρα περιλαμβάνονται μεταξύ των πόρων των προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών, σημαντικό τμήμα των οποίων μάλιστα διατίθεται για αμοιβές-αποζημιώσεις του διδακτικού ερευνητικού προσωπικού, έρχονται σε αντίθεση προς το Σύνταγμα και δεν εφαρμόζονται, με συνέπεια να είναι παράνομο το αντίστοιχο προσβαλλόμενο τμήμα της υπουργικής αποφάσεως που έχει ως έρεισμα τις αναφερθείσες νομοθετικές διατάξεις, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα με τον μοναδικό λόγο ακυρώσεως, ο οποίος, κατά την μειοψηφήσασα αυτή γνώμη, θα έπρεπε ως εκ τούτου να γίνει δεκτός.
Επειδή, σύμφωνα με όσα κρίθηκαν στην προηγούμενη σκέψη πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο μοναδικός λόγος ακυρώσεως, σύμφωνα με τον οποίο είναι ακυρωτέα η διάταξη της § 2 του άρθρου 11 της προσβαλλομένης υπουργικής αποφάσεως, η οποία ορίζει ότι το κόστος λειτουργίας του ως άνω Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών θα καλυφθεί, μεταξύ άλλων, και από δίδακτρα επειδή κατά την άποψη του αιτούντος η ρύθμιση αυτή δεν ευρίσκει νόμιμο έρεισμα στις διατάξεις των άρθρων 3 § 3 και 8 § 1α του ν. 3685/2008.
Απορρίπτει την αίτηση.


ΣΧΟΛΙΟ
Δωρεάν παιδεία και μεταπτυχιακές σπουδές

Το Γ' τμήμα ΣτΕ  με την  με αριθμό 2714/10 Απόφαση  του παρέπεμψε την ανωτέρω  υπόθεση στην Ολομέλεια του ΣτΕ ,λόγο της σπουδαιότητας των ζητημάτων που αφορούν τη δωρεάν παιδεία, στην ανώτατη βαθμίδα εκπαίδευσης. Το ζήτημα που τέθηκε είναι κατά πόσον το Σύνταγμα, κατοχυρώνει ανεπιφύλακτα το δικαίωμα δωρεάν παιδείας[1] σε όλες τις βαθμίδες της ή  ότι είναι συνταγματική η ρύθμιση  που επέβαλε την καταβολή διδάκτρων από μεταπτυχιακούς φοιτητές.
 Η Ολομέλεια του ΣΤΕ με τη με Αριθμό 2411/2012 απόφαση της, κατά πλειοψηφία έκρινε  συνταγματική την ρύθμιση και ότι οι διατάξεις των άρθρων 3 § 3 και 8 § 1α του ν. 3685/2008 που προβλέπουν, μεταξύ άλλων και τη δυνατότητα επιβολής διδάκτρων στους μεταπτυχιακούς φοιτητές για την κάλυψη του κόστους λειτουργίας των ΠΜΣ δεν αντίκεινται στη διάταξη του άρθρου 16 § 4 του Συντάγματος και  ότι η δωρεάν παιδεία καλύπτει μόνο τη βασική αποστολή της, όπως αυτή έχει ιστορικά διαμορφωθεί, δηλαδή μέχρι την απόκτηση πτυχίου, ενώ οι μεταπτυχιακές σπουδές ξεπερνούν την κύρια αποστολή των ΑΕΙ και νόμιμα επιβάλλονται δίδακτρα, αφού παράλληλα προβλέπονται υποτροφίες και φοιτητικά δάνεια.
Η άποψη για την αντισυνταγματικότητα της ρύθμισης επεσήμανε, ότι είναι διαφορετικό ζήτημα η κρατική υποχρέωση για δωρεάν παιδεία από την ενίσχυση όσων διακρίνονται (υποτροφίες) ή όσων έχουν ανάγκη από βοήθεια ή ειδική προστασία. Κατά την ίδια  άποψη, οι μεταπτυχιακές σπουδές συγκαταλέγονται οπωσδήποτε στον πυρήνα της βασικής αποστολής των ΑΕΙ και συνδέονται άρρηκτα με την ακαδημαϊκή ελευθερία, ενώ είχαν προβλεφθεί νομοθετικά από το 1932 και το 1973, και συνεπώς το Σύνταγμα του 1975 τις είχε υπόψη του, όταν διακήρυττε με απόλυτο τρόπο ότι οι Ελληνες έχουν δικαίωμα δωρεάν παιδείας σε όλες τις βαθμίδες. Ειδικότερα:
1.- Το Σύνταγμα ορίζει στο άρθρο 16 τα εξής: «1. … 4. Όλοι οι Έλληνες έχουν δικαίωμα δωρεάν παιδείας, σε όλες τις βαθμίδες της, στα κρατικά εκπαιδευτήρια. Το Κράτος ενισχύει τους σπουδαστές που διακρίνονται, καθώς και αυτούς που έχουν ανάγκη από βοήθεια ή ειδική προστασία, ανάλογα με τις ικανότητές τους. 5. H ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση. Τα ιδρύματα αυτά τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους, έχουν δικαίωμα να ενισχύονται οικονομικά από αυτό και λειτουργούν σύμφωνα με τους νόμους που αφορούν τους οργανισμούς τους. Συγχώνευση ή κατάτμηση ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων μπορεί να γίνει και κατά παρέκκλιση από κάθε αντίθετη διάταξη, όπως νόμος ορίζει. ».
2.- Στο άρθρο 13 του διεθνούς συμφώνου για τα οικονομικά, κοινωνικά και μορφωτικά δικαιώματα που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 1532/1985 (φ. 45) ορίζεται ότι: «1. Τα συμβαλλόμενα κράτη αναγνωρίζουν το δικαίωμα μορφώσεως κάθε προσώπου. Συμφωνούν ότι η μόρφωση, πρέπει να αποβλέπει στην πλήρη ανάπτυξη της ανθρώπινης προσωπικότητας και του αισθήματος της αξιοπρέπειας της και να ενισχύει το σεβασμό προς τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες. Συμφωνούν ακόμη ότι η μόρφωση πρέπει να καθιστά κάθε πρόσωπο ικανό να διαδραματίσει ένα χρήσιμο ρόλο σε μια ελεύθερη κοινωνία, να ευνοεί την κατανόηση, την ανοχή και φιλία μεταξύ όλων των εθνών και όλων των φυλετικών ομάδων, των εθνικών ή θρησκευτικών και να ενθαρρύνει την ανάπτυξη της δραστηριότητας των Ηνωμένων Εθνών για τη διατήρηση της ειρήνης. 2. Τα συμβαλλόμενα κράτη αναγνωρίζουν ότι προς το σκοπό εξασφαλίσεως της πλήρους άσκησης του δικαιώματος αυτού: α),β,. γ) Η ανώτατη εκπαίδευση πρέπει να παρέχεται σε όλους ισότιμα ανάλογα με τις ικανότητες καθενός, με όλα τα κατάλληλα μέσα και μάλιστα με την προοδευτική θέσπιση της δωρεάν παιδείας.».
3. Το Σύνταγμα του 1911 στο αρθρο 16 αναφέρει : «Όλοι οι έλληνες έχουν δικαίωμα δωρεάν παιδείας, σε όλες τις βαθμίδες της,στα κρατικά εκπαιδευτήρια. Το κράτος ενισχύει τους σπουδαστές που διακρίνονται, καθώς και αυτούς που έχουν ανάγκη από βοήθεια ή ειδική προστασία, ανάλογα με τις ικανότητες τους.»
4.Ο ν. 5343/1932 «περί οργανισμού του Πανεπιστημίου Αθηνών» (φ. 85) προέβλεπε στο άρθρο 11 ότι οι σχολές του Πανεπιστημίου απονέμουν πτυχία και διδακτορικά διπλώματα, ενώ με το π.δ. 359/1973 (φ. 264) ορίσθηκε στο άρθρο 1 ότι: «1. Ιδρύονται παρά τη Ανωτάτη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών δύο Τμήματα Μεταπτυχιακών Σπουδών: α) Οικονομικόν, και β) Διοικήσεως Επιχειρήσεων. 2. Σκοπός των Τμημάτων τούτων είναι η επί μεταπτυχιακού επιπέδου ειδίκευσις πτυχιούχων Ανωτάτων Σχολών εις τους βασικούς τομείς της Οικονομικής Επιστήμης και της Διοικήσεως Επιχειρήσεων, προς δημιουργίαν ανωτέρων στελεχών προς κάλυψιν των αναγκών των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, της Δημοσίας Διοικήσεως και της Ιδιωτικής Οικονομίας», στο άρθρο 2 ότι: «Έκαστον των ως άνω Τμημάτων περιλαμβάνει δύο βαθμίδας εκπαιδεύσεως: 1η βαθμίς: Πρόγραμμα Εξειδικευμένων Μεταπτυχιακών Σπουδών. 2α βαθμίς: Πρόγραμμα Διδακτορικών Σπουδών» (οι διατάξεις του τελευταίου άρθρου που αφορούν στην απονομή διδακτορικού διπλώματος καταργήθηκαν με το άρθρο μόνο του π.δ. 521/1975, φ. 171) και στο άρθρο 14 ότι: «Προς αντιμετώπισιν των πάσης φύσεως δαπανών λειτουργίας των Τμημάτων Μεταπτυχιακών Σπουδών εγγράφεται κατ’ έτος ανάλογος πίστωσις εις τον προϋπολογισμόν εξόδων της Ανωτάτης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών, υπό ιδίους Κωδικούς αριθμούς, αυξανομένης κατά το ποσόν των δαπανών των Τμημάτων Μεταπτυχιακών Σπουδών της προς την ανωτέρω Σχολήν παρεχομένης κρατικής επιχορηγήσεως».
5.- Ο ν. 1566/1985 (φ. 167) όρισε στο άρθρο 81 τα εξής: «Α. Μεταπτυχιακές σπουδές: 1. Σε κάθε τμήμα μπορεί να λειτουργεί με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών που θα περιέχει επιμέρους ειδικεύσεις. Η απόφαση εκδίδεται μετά από εισήγηση του τμήματος και ύστερα από γνώμη της συγκλήτου και του ΣΑΠ. Κάθε μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών οδηγεί σε μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης. 2. … 5. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και του τυχόν συναρμόδιου υπουργού και μετά από γνώμη του ΣΑΠ και των συγκλήτων των ΑΕΙ, καθορίζονται ανάλογα και με τις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε επιστημονικού κλάδου: α) … ια) Τα σχετικά με τη χρηματοδότηση των μεταπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών, την αξιοποίηση πόρων, τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού τομέα και τους όρους και προϋποθέσεις για την αξιοποίηση αυτή, την κατάρτιση του προϋπολογισμού μεταπτυχιακών σπουδών και έρευνας κάθε ΑΕΙ. 6. … 7. Οι μεταπτυχιακοί φοιτητές έχουν όλα τα προνόμια και τις διευκολύνσεις των προπτυχιακών φοιτητών. 8. … Β. Διδακτορικά διπλώματα. 1. Κάθε τμήμα απονέμει διδακτορικό δίπλωμα. … 2. Η διαδικασία προπαρασκευής και απόκτησης διδακτορικού διπλώματος αποτελεί τη δεύτερη φάση του μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών. 3. … 5. Οι υποψήφιοι διδάκτορες είναι μεταπτυχιακοί φοιτητές σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. 6. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του αρμόδιου υπουργού και μετά από γνώμη του ΣΑΠ και των συγκλήτων των ΑΕΙ, καθορίζονται ανάλογα και με τις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε επιστημονικού κλάδου: α) Οι προϋποθέσεις και τα κριτήρια εγγραφής των υποψήφιων διδακτόρων, β) … ». Ακολούθησε ο ν. 2083/1992 (φ. 159) ο οποίος όρισε στο άρθρο 10 ότι: «1. Τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα έχουν την κύρια ευθύνη της οργάνωσης και λειτουργίας προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών (ΠΜΣ), τα οποία έχουν επιστημονική ενότητα και πληρούν προϋποθέσεις, που εγγυώνται υψηλό επίπεδο σπουδών. 2. Τα ΠΜΣ βρίσκονται μέσα στο πλαίσιο των σκοπών και των στόχων των ΑΕΙ, αναφέρονται σε συγγενείς ειδικότητες και αποσκοπούν στην προαγωγή της επιστημονικής γνώσης και στην ικανοποίηση των εκπαιδευτικών, ερευνητικών και αναπτυξιακών αναγκών της χώρας. … » και στο άρθρο 12 ότι: «1. … 7. Με γνώμη της ΓΣΕΣ ενός τμήματος και απόφαση της Συγκλήτου του οικείου ΑΕΙ μπορεί να προβλέπεται η καταβολή διδάκτρων για τους μεταπτυχιακούς φοιτητές συγκεκριμένου προγράμματος. 8. … ». Τέλος ο ν. 3685/ 2008 (φ. 148) σύμφωνα με την αιτιολογική του έκθεση, εν όψει της ανάγκης να προσαρμοσθεί το θεσμικό πλαίσιο για τις μεταπτυχιακές σπουδές και την πανεπιστημιακή έρευνα που θεσπίσθηκε με τον ν. 2083/1992 στα νέα εκπαιδευτικά δεδομένα της εποχής και να παρακολουθεί τις ευρωπαϊκές εξελίξεις στην ανώτατη εκπαίδευση και τις νέες διαμορφούμενες διεθνώς συνθήκες και προοπτικές, οργάνωσε τις μεταπτυχιακές σπουδές με τρόπο σύγχρονο προς τον σκοπό της ευελιξίας της οργανώσεως και λειτουργίας των προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών και της περαιτέρω αναπτύξεως και αναβαθμίσεως των μεταπτυχιακών σπουδών στην Χώρα. Ειδικότερα ο ν. 3685/2008 όρισε στο άρθρο 1 ότι: «1. Τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (ΑΕΙ) κατά την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3549/2007 (ΦΕΚ 69 Α΄) έχουν την ευθύνη για το σχεδιασμό και την οργάνωση των μεταπτυχιακών σπουδών στην Ελλάδα και χορηγούν Μεταπτυχιακά Διπλώματα Ειδίκευσης (ΜΔΕ). Τα Πανεπιστήμια έχουν επιπλέον την αρμοδιότητα να χορηγούν Διδακτορικά Διπλώματα (ΔΔ). 2. Τμήματα των ΑΕΙ μπορούν να οργανώνουν αυτοδύναμα ή να συνδιοργανώνουν μεταξύ τους ή με ομοταγή ιδρύματα του εξωτερικού Προγράμματα Μεταπτυχιακών Σπουδών (ΠΜΣ) για τη χορήγηση ΜΔΕ. Απαραίτητη προϋπόθεση για την υποβολή αιτήματος έγκρισης ΠΜΣ προς το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων είναι η συνυποβολή της έκθεσης αξιολόγησης του οικείου Τμήματος, σύμφωνα με το ν. 3374/2005 (ΦΕΚ 189 Α΄), από την οποία προκύπτει η ύπαρξη των απαραίτητων προϋποθέσεων για τη λειτουργία του Προγράμματος. 3. α) Τα ΠΜΣ αποσκοπούν στην περαιτέρω προαγωγή της επιστημονικής γνώσης και των τεχνών και στην προώθηση της έρευνας με συνεκτίμηση των αναγκών ανάπτυξης της χώρας. β) … », στο άρθρο 3 ότι: «1. Τα Ιδρύματα στα οποία λειτουργούν ΠΜΣ εκδίδουν Κανονισμό Μεταπτυχιακών Σπουδών, ο οποίος καταρτίζεται από … 2. … 3. Με απόφαση της ΣΕΣ του οικείου ή των οικείων Ιδρυμάτων, μετά από γνώμη της ΓΣΕΣ του Τμήματος ή της ΕΔΕ, μπορεί να προβλέπεται η καταβολή διδάκτρων και το ύψος αυτών για τους μεταπτυχιακούς φοιτητές συγκεκριμένου προγράμματος», στο άρθρο 6 ότι: «1. α) Τα ΠΜΣ καταρτίζονται από τη ΓΣΕΣ του οικείου Τμήματος που διαθέτει την απαραίτητη κτιριακή-υλικοτεχνική υποδομή και το απαραίτητο διδακτικό και λοιπό προσωπικό και υποβάλλονται για έγκριση στη ΣΕΣ του Ιδρύματος. β) Στο ΠΜΣ μπορεί να μετέχουν περισσότερα του ενός Τμήματα του ίδιου ή άλλων ΑΕΙ ή αναγνωρισμένα ερευνητικά Ιδρύματα της ημεδαπής. … γ) Κάθε ΠΜΣ καταλήγει στην απονομή ΜΔΕ και διαρκεί τουλάχιστον ένα πλήρες ημερολογιακό έτος. … 2. Το Σχέδιο ΠΜΣ περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής στοιχεία που εξετάζονται από τη ΣΕΣ: α) … στ) Τον αριθμό των μεταπτυχιακών φοιτητών, τις δυνατότητες και τις ανάγκες του οικείου Τμήματος σε προσωπικό και υλικοτεχνική υποδομή για την απρόσκοπτη λειτουργία του προγράμματος. ζ) Τη χρονική διάρκεια λειτουργίας του ΠΜΣ και αναλυτικά το κόστος της αναγκαίας υλικοτεχνικής υποδομής, της λειτουργίας και τις πηγές χρηματοδότησής του. η) Την έκθεση αξιολόγησης σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου. 3. Η τελική έγκριση του ΠΜΣ γίνεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Μόνο επί των στοιχείων στ΄, ζ΄ και η΄ του προγράμματος ασκεί ο Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων ουσιαστικό έλεγχο. Με πρόταση της ΓΣΕΣ του Τμήματος και έγκριση της ΣΕΣ μπορεί να γίνεται τροποποίηση του προγράμματος των μαθημάτων και ανακατανομή μεταξύ των εξαμήνων. 4. Το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων χρηματοδοτεί κατά προτεραιότητα ΠΜΣ, τα οποία εντάσσονται στο πλαίσιο επιστημονικών τομέων προτεραιότητας, που έχουν καθορισθεί με αποφάσεις του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, για την προώθηση θεμάτων εθνικού ενδιαφέροντος ή στρατηγικής σημασίας, την προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, την ενίσχυση των ανθρωπιστικών σπουδών, την ικανοποίηση κοινωνικών και οικονομικών αναγκών ή άλλων λόγων εθνικών προτεραιοτήτων. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων καθορίζονται επίσης εκάστοτε η διαδικασία, οι όροι και οι προϋποθέσεις χορήγησης κάθε επί μέρους χρηματοδότησης» και στο άρθρο 8 ότι: «1. α) Πόροι των ΠΜΣ μπορεί να είναι δωρεές, παροχές, κληροδοτήματα, χορηγίες φορέων του δημοσίου ή ιδιωτικού τομέα γενικά, νομικών ή φυσικών προσώπων ή πόροι από ερευνητικά προγράμματα, κοινοτικά προγράμματα, επιχορηγήσεις του κρατικού προϋπολογισμού και δίδακτρα. β) Τα ΠΜΣ δικαιούνται χρηματοδότησης από τον τακτικό προϋπολογισμό σύμφωνα με την υπουργική απόφαση έγκρισής τους, η οποία καθορίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις χρηματοδότησής τους βάσει κριτηρίων ποιότητας και των αποτελεσμάτων της αξιολόγησης του οικείου Τμήματος σύμφωνα με το ν. 3374/2005 και του καθενός ΠΜΣ σύμφωνα με το άρθρο 3 του παρόντος νόμου. 2. Η διαχείριση των εσόδων των ΠΜΣ γίνεται από τον Ειδικό Λογαριασμό Κονδυλίων Έρευνας (ΕΛΚΕ) και κατανέμονται ως εξής: α) 65% για λειτουργικά έξοδα του προγράμματος και για αμοιβές - αποζημιώσεις του διδακτικού, τεχνικού και διοικητικού προσωπικού για εργασία που υπερβαίνει τις κατά νόμο υποχρεώσεις τους, καθώς και για τη χορήγηση υποτροφιών σε μεταπτυχιακούς φοιτητές μετά από πρόταση της ΓΣΕΣ ή της ΕΔΕ. β) 25% για κάλυψη λειτουργικών εξόδων του ιδρύματος που αφορούν το ΠΜΣ και γ) 10% κρατήσεις υπέρ του ΕΛΚΕ. Η ανωτέρω κατανομή δεν ισχύει στην περίπτωση χορηγίας ή δωρεάς για συγκεκριμένο σκοπό, καθώς και για κρατικές επιχορηγήσεις, οι οποίες κατανέμονται σύμφωνα με τις ισχύουσες σχετικές διατάξεις. 3. Ο Διευθυντής του ΠΜΣ είναι αρμόδιος για τη σύνταξη του προϋπολογισμού και απολογισμού του Προγράμματος, τους οποίους υποβάλλει στη ΓΣΕΣ, την παρακολούθηση της εκτέλεσης του προϋπολογισμού και την έκδοση των εντολών πληρωμής των σχετικών δαπανών» και στο άρθρο 9 ότι: «1. α) Ο υποψήφιος που ενδιαφέρεται για την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής υποβάλλει σχετική αίτηση στη Γραμματεία του Τμήματος, στο οποίο ενδιαφέρεται να εκπονήσει τη διδακτορική διατριβή, προσδιορίζοντας σε γενικές γραμμές το αντικείμενό της. Η ΓΣΕΣ του Τμήματος εξετάζει αν ο υποψήφιος πληροί τις προϋποθέσεις για την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής με βάση τα κριτήρια που έχουν τεθεί σύμφωνα με τον Κανονισμό Μεταπτυχιακών Σπουδών. β) Δικαίωμα υποβολής αίτησης για την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής έχουν κάτοχοι ΜΔΕ. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις που προβλέπονται από τον Κανονισμό Μεταπτυχιακών Σπουδών και μετά από αιτιολογημένη απόφαση της ΓΣΕΣ μπορεί να γίνει δεκτός ως υποψήφιος  διδάκτορας  και  μη  κάτοχος  ΜΔΕ,  Πτυχιούχοι ΤΕΙ, ΑΣΠΑΙΤΕ ή ισότιμων σχολών μπορούν να γίνουν δεκτοί ως υποψήφιοι διδάκτορες μόνο, εφόσον είναι κάτοχοι ΜΔΕ. 2. … 5. α) Οι μεταπτυχιακοί φοιτητές για απόκτηση ΜΔΕ και οι υποψήφιοι διδάκτορες που δεν έχουν υγειονομική κάλυψη δικαιούνται υγειονομικής και νοσοκομειακής περίθαλψης, όπως ισχύει και για τους προπτυχιακούς φοιτητές. β) Οι διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 2640/1998 (ΦΕΚ 206 Α΄) εφαρμόζονται αναλόγως και στους μεταπτυχιακούς φοιτητές για απόκτηση ΜΔΕ ή υποψήφιους διδάκτορες, σε περίπτωση που πραγματοποιούν πρακτική άσκηση σύμφωνα με το πρόγραμμα σπουδών τους. γ) Για τους μεταπτυχιακούς φοιτητές και υποψήφιους διδάκτορες εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 43 του ν. 2413/1996 (ΦΕΚ 124 Α΄) για τη χορήγηση φοιτητικών δανείων» και στην § 2 του άρθρου 12 ότι: «Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 4 του ν. 3187/2003 (ΦΕΚ 233 Α΄), όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 3 του ν. 3413/2005 (ΦΕΚ 278 Α΄), από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου καταργούνται οι διατάξεις των άρθρων 10, 11, 12, 13, 14 § 1 και 17 του ν. 2083/1992, όπως ίσχυαν, το άρθρο 23 του ν. 3404/ 2005, καθώς και κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη που είναι αντίθετη στις διατάξεις του παρόντος νόμου ή αφορά σε θέματα που ρυθμίζονται διαφορετικά από αυτόν».
Επειδή με τις προδιαληφθείσες συνταγματικές διατάξεις κατοχυρώνεται η ανάπτυξη της ανωτάτης παιδείας ως θεμελιώδης σκοπός της πολιτείας που αποβλέπει στη προαγωγή και μετάδοση της επιστημονικής γνώσης, με την έρευνα και τη διδασκαλία και καθορίζονται οι βασικές προϋποθέσεις και αρχές, που διέπουν την παροχή της. Ειδικώτερα, κατά την έννοια των εν λόγω διατάξεων η παροχή της ανώτατης παιδείας, ανατίθεται σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, πλήρως αυτοδιοικούμενα, αποφασίζοντα για τις υποθέσεις τους αποκλειστικά με δικά τους συλλογικά ή ατομικά όργανα. Το κράτος διατηρεί την εξουσία να καθορίζει την αρμοδιότητα τους και να προβαίνει στην οργάνωση τους, εντός των διαγραφομένων υπό του Συντάγματος πλαισίων. Ασκώντας δε έλεγχο νομιμότητος επί των διοικητικών τους πράξεων υποχρεούται ταυτόχρονα στην οικονομική ενίσχυση τους. Διά τους ανωτέρω λόγους κατοχυρώνονται συνταγματικά οι αρχές της ακαδημαϊκής ελευθερίας και η ελευθερία της επιστήμης της έρευνας και της διδασκαλίας. Η κατοχύρωση αυτή δεν καλύπτει μόνο τη συλλογική δραστηριότητα, αλλά αφορά και σε κάθε ατομική δράση. Συνέπεια της ελευθερίας της αυτοδυνάμου διδασκαλίας ως ατομικού δικαιώματος, που αναφέρεται σε όλο το διδακτικό προσωπικό είναι το δικαίωμα μαθήσεως των φοιτητών, που στα σύγχρονα πανεπιστήμια δεν είναι απλοί χρήστες της παρεχομένης υπηρεσίας, αλλά παράγοντες συμμετέχοντες στην άσκηση της.(βλ ΣτΕ2805/1984). Το συνταγματικό δικαίωμα της δωρεάν παιδείας σε όλες της βαθμίδες της αποτελεί την εξέλιξη του σχετικού αρχαιότερου κοινωνικού δικαιώματος στην  ελληνική συνταγματική ιστορία . «Η κατοχύρωση του δικαιώματος δωρεάν παιδείας και η πρόβλεψη της παροχής από το Κράτος των αναγκαίων οικονομικών μέσων για την πραγματοποίηση των σκοπών τους δεν καλύπτει μόνον προγράμματα σπουδών ορισμένου επιπέδου ή περιεχομένου και δεν περιορίζεται στα υφιστάμενα κατά τον χρόνο θεσπίσεως του Συντάγματος προγράμματα εκπαιδεύσεως που αντιστοιχούν σε ορισμένα μόνον πτυχία, ειδικότερα δε δεν αφορά την παροχή παιδείας από τα πανεπιστήμια μόνον για τα προπτυχιακά προγράμματα σπουδών που ολοκληρώνεται με την χορήγηση σχετικού πτυχίου που υπήρχαν κατά τον χρόνο θεσπίσεώς του, αλλά αφορά όλα εκείνα τα προγράμματα σπουδών που ο νομοθέτης εκάστοτε αναθέτει σε αυτά και προσιδιάζουν στην αποστολή τους κατά τις απαιτήσεις της τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση και σύμφωνα και με τις διεθνείς υποχρεώσεις της και εν όψει των εκάστοτε κρατουσών οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών»[2]  
Αλλωστε  και από τη άποψη της μειοψηφίας στη Ολομέλεια του ΣΤΕ συνάγεται ότι: «ο συνταγματικός νομοθέτης αναθέτει την αποστολή της παιδείας ευθέως στο Κράτος και κατοχυρώνει σε όλους τους Έλληνες το δικαίωμα δωρεάν παιδείας, σε όλες τις βαθμίδες των κρατικών εκπαιδευτηρίων χωρίς καμμία διάκριση» και οπωσδήποτε και δεν είναι συμφωνη με το  Σύνταγμα η ρύθμιση, που επέβαλε την καταβολή διδάκτρων από μεταπτυχιακούς φοιτητές, αν και τα αντίθετα έκρινε η σχολιαζομένη απόφαση. Το άρθρο 16, λοιπόν, καθιερώνει συνταγματική αρχή παροχής δωρεάν ανώτατης παιδείας και στα ΑΕΙ , όπως δέχονται,  και οι Ν. Αλιβιζάτος και Αντ. Μανιτάκης (βλ. κείμενό τους « Πανεπιστήμια: Ας κατεβάσουμε λίγο τους τόνους », στην "Καθημερινή", 17.7.2011, σελ. 19).

ΑΝΤΩΝΗΣ Π.ΑΡΓΥΡΟΣ
argyrospa@yahoo.com


[1] Το πρώτο νομοθέτημα στον κόσμο για παροχή δωρεάν παιδείας είναι έργο τού σπουδαίου νομοθέτη Χαρωνδα. Πράγματι, στην Κατάνη τής Κάτω Ιταλίας, τον 6° αιώνα π.Χ., ο Χαρωνδας πρώτος ενομοθέτησε ότι «όλα τα παιδιά τών πολιτών πρέπει να μαθαίνουν γράμματα και η πόλη να πληρώνει τους μισθούς τών δασκάλων, διότι θεώρησε ότι οι άποροι, οι οποίοι δεν μπορούσαν από μόνοι τους να πληρώνουν μισθούς, θα στερούνταν τις ευγενέστερες επιδιώξεις.» (ενομοθέτησε γαρ των πολιτών τους υιείς άπαντας μανθάνειν γράμματα, χορηγούσης της πόλεως τους μισθούς τοις διδασκάλοις...). (Διόδωρος Σικελιώτης, 12,12,4,3).Στην προκήρυξη τής Πελοποννησιακής Γερουσίας (Τριπολιτσά, 16 Μαρτίου 1822) αναφέρεται ρητώς ότι «προσκαλείται η φιλομαθής νεολαία αφ’ όλην την Πελοπόννησον να συντρέξη εδώ διά να διδαχθή αμισθί, κηρύττουσα ότι κάθε μαθητής δεν θα εξοδεύση άλλο τι παρά δια τα βιβλία του και δια την ζωοτροφίαν του. Διατάττει δε τους γονείς να μη παραμελήσουν το ιερόν χρέος των αλλά να φροντίσουν επιμόνως δια την παιδείαν τών τέκνων των».
[2]  Όπως ορθότατα αναφέρει η μειοψηφια της παραπέμπτικης, με αριθμό 2714/10 Απόφασης του Γ  Τμηματος ΣτΕ


Πικραμμένος: Nα εξεταστεί η συνταγματικότητα των μέτρων του δεύτερου Μνημονίου


Από τον Βόλο ο υπηρεσιακός πρωθυπουργός και τέως πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, Παν. Πικραμμένος, προτρέπει τους συναδέλφους του στο Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο να κάνουν «το επόμενο βήμα» και να εξετάσουν σε βάθος τη συνταγματικότητα των νέων «οριζόντιων μέτρων» που επιβάλλει το δεύτερο Μνημόνιο, καθώς δεν είναι επιτρεπτό η οικονομική επιβάρυνση από τα φορολογικά μέτρα να κατανέμεται σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών (μισθωτών, συνταξιούχων κ.λπ.), ενώ την ίδια στιγμή να ευνοούνται άλλες κατηγορίες ασυνεπών πολιτών.
Ειδικότερα, στο πλαίσιο των εορτασμών του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτη, προστάτη του δικαστικού σώματος, θα πραγματοποιηθεί σήμερα το βράδυ, στις 8 μ.μ., εκδήλωση στο Πνευματικό Κέντρο της Μητροπόλεως του Βόλου σε συνεργασία με το Δικηγορικό Σύλλογο Βόλου, με κεντρικό ομιλητή τον κ. Πικραμμένο. Το θέμα της ομιλίας είναι: «Δίκαιο και Οικονομία, συγκοινωνούντα δοχεία ή αυθύπαρκτες κοινωνικές συνιστώσες».
Ο τέως πρωθυπουργός αρχικά θα αναλύσει τις θεωρίες δύο αντίθετων νομικοφιλοσοφικών Σχολών που αναπτύχθηκαν για την είσοδο ή μη του δικαίου στα κοινωνικά συστήματα (οικονομία, πολιτική, πολιτισμός κ.λπ.) και στις ανθρώπινες κοινωνικές συμπεριφορές.
Ερχόμενος στην ελληνική πραγματικότητα, ο κ. Πικραμμένος θα αποτυπώσει τις σχέσεις οικονομίας και δικαίου έτσι όπως έχουν διαμορφωθεί μέσα από τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (τη λεγόμενη νομολογία).
Ειδική αναφορά θα κάνει ο κ. Πικραμμένος στη γνωστή απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ (668/2012), που έκρινε συνταγματικές και νόμιμες τις περικοπές αποδοχών, συντάξεων, επιδομάτων κ.λπ. οι οποίες επιβλήθηκαν με το πρώτο Μνημόνιο.
Πάντως, θα επισημάνει ότι το ΣτΕ σε ό,τι αφορά την επίμαχη αυτή απόφαση για το πρώτο Μνημόνιο, «δεν παρέλειψε να θέσει και τα όρια της δράσης του νομοθέτη, τόσο στην παρούσα όσο και σε μελλοντικές φάσεις της κρίσεως».
Συγκεκριμένα, η απόφαση αυτή, όπως θα επισημάνει ο Π. Πικραμμένος, αναφέρει ότι «σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσεως δύναται ο νομοθέτης να θεσπίσει μέτρα περιστολής δαπανών που συνεπάγονται οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού, πλην η δυνατότητα αυτή έχει ως όριο την καθιερούμενη από το άρθρο 4 παράγραφος 5 του Συντάγματος αρχή της ισότητας στα δημόσια βάρη αναλόγως των δυνάμεων εκάστου, καθώς και την καθιερούμενη στο άρθρο 2 παράγραφος 1 του Συντάγματος αρχή του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας».
Στο σημείο αυτό ο τέως υπηρεσιακός πρωθυπουργός θα τονίσει: «Τούτο σημαίνει ότι η επιβάρυνση αυτή πρέπει να κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών, απασχολουμένων τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, καθώς και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα. Και τούτο διότι, εν όψει και της καθιερουμένης στο άρθρο 25 παράγραφος 4 του Συντάγματος αξιώσεως του κράτους να εκπληρώνουν όλοι οι πολίτες το χρέος της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση από τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας να κατανέμεται πάντοτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, οι οποίοι, κατά κανόνα, είναι συνεπείς προς τις υποχρεώσεις τους, και να ευνοούνται άλλες κατηγορίες από την ασυνέπεια των οποίων -κυρίως στο πεδίο της εκπληρώσεως των φορολογικών τους υποχρεώσεων- προκαλείται σε μεγάλο ποσοστό η δυσμενής αυτή συγκυρία».
Κατόπιν αυτών ο κ. Πικραμμένος θα τονίσει ότι σε ανάλογες περιπτώσεις «το δικαστήριο ελέγχει σ' ένα πρώτο επίπεδο τη συμβατότητα μέσων και σκοπών, στη συνέχεια ελέγχει τη συνταγματικότητα των επίδικων κανόνων χρησιμοποιώντας, μάλιστα, ακόμη ένα «μηχανισμό διαρθρωτικής σύζευξης», ήτοι την αρχή της αναλογικότητας, περαιτέρω επισημαίνει το τεράστιο οικονομικό και κοινωνικό κόστος της φοροδιαφυγής και τέλος λειτουργεί, κατά την ανάλυση του Habermas (Σ.σ.: Jurgen Habermas, Γερμανός κοινωνιολόγος), ως ένα μέσο αντιστροφής της πορείας των πραγμάτων με τη θέσπιση ορίων στην ανεξέλεγκτη δράση της εξουσίας σε βάρος συγκεκριμένων ομάδων του πληθυσμού, οι οποίες αποτελούν και την πλειοψηφία των κατοίκων αυτής της χώρας».
Ο πρώην πρόεδρος του ΣτΕ θα κλείσει την ομιλία του απευθυνόμενος ουσιαστικά στους συναδέλφους του λέγοντας: «Ίσως έφτασε η ώρα το δικαστήριο να κάνει το επόμενο βήμα κατά τον έλεγχο των νέων οριζόντιων μέτρων, εξαρτώντας τη νομιμότητα αυτών σε σχέση και με την τήρηση των λοιπών υποχρεώσεων που είχαν προβλεφθεί από τους εφαρμοστικούς των μνημονίων νόμους».

26 Ιουλίου 2012

Μεταπτυχιακές σπουδές ΑΕΙ. ΔΙΔΑΚΤΡΑ ΔΩΡΕΑΝ ΠΑΙΔΕΙΑ

Μεταπτυχιακές σπουδές ΑΕΙ.


Συμβούλιο Επικρατείας
(Ολομέλεια)
Αριθ. 2411/2012

Πρόεδρος: Π. Πικραμμένος
Μέλη: Ε. Σάρπ, Ν. Μαρκουλάκης, Μ. Βηλαράς, Α. Σακελλαροπούλου, Γ. Ποταμιάς, Μ. Γκορτζολίδου, Ι. Γράβαρης, Ε. Αντωνόπουλος, Ι. Ζόμπολας, Σ. Μαρκάτης, Α. Ντέμσιας, Σ. Χρυσικοπούλου, Η. Τσακόπουλος, Β. Καλαντζή, Μ. Σταματελάτου-Μπεριάτου, Β. Αραβαντινός, Α. Καλογεροπούλου, Ε. Κουσιουρής, Α. Σταθάκης, Ο. Ζύγουρα, Β Ραφτοπούλου, Κ. Κουσούλης, Κ. Φιλοπούλου, Θ. Αραβάνης, Κ. Πισπιρίγκος, Δ. Μακρής, Σύμβουλοι, Η. Μάζος, Κ. Κονιδιτσιώτου, Χ. Μπολόφη
Εισηγητής: Γ. Ποταμιάς, Σύμβουλος
Δικηγόροι: Γ.Σ.Π. Κατρούγκαλος, Η. Ψώνης

Μεταπτυχιακές σπουδές ΑΕΙ. Περιεχόμενο της δωρεάν παιδείας στην ανώτατη εκπαίδευση είναι η ανεξάρτητα από εισοδηματικά κριτήρια μη συμμετοχή των φοιτητών στο κόστος λειτουργίας και παροχής του εκπαιδευτικού έργου διά της καταβολής διδάκτρων καθώς και η δωρεάν προμήθεια και παροχή των αναγκαίων διδακτικών μέσων (βιβλία κ.λπ.). Το εν λόγω δικαίωμα εκτείνεται καθ’ όλη την χρονική διάρκεια των προπτυχιακών σπουδών, οι οποίες περαιώνονται με τη λήψη του πτυχίου. Όταν ο συντακτικός νομοθέτης θέσπισε με το Σύνταγμα του 1975 το εν λόγω κοινωνικό δικαίωμα και για την ανώτατη εκπαίδευση είχε υπόψη του το θεσμικό πλαίσιο και το κόστος λειτουργίας των προπτυχιακών σπουδών ενώ απουσίαζαν σχεδόν από τα ελληνικά πανεπιστήμια οι μεταπτυχιακές σπουδές. Ως προς τις μεταπτυχιακές σπουδές και την εκπόνηση διδακτορικής εργασίας εναπόκειται στην εκτίμηση του κοινού νομοθέτη, να επιβάλλει στους μεταπτυχιακούς φοιτητές εκτός από την κρατική επιχορήγηση και δίδακτρα, για την κάλυψη του κόστους λειτουργίας των προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών. Στην περίπτωση όμως αυτή για τον καθορισμό των διδάκτρων δύναται να λάβει υπόψη του ο νομοθέτης ή κατ’ εξουσιοδότηση η κανονιστικώς δρώσα διοίκηση και εισοδηματικά κριτήρια. Δεν δύναται όμως να καθορίσει δίδακτρα σε τέτοιο ύψος ώστε να καθίσταται αδύνατη ή δυσχερής η συμμετοχή σε ΠΜΣ φοιτητών περιορισμένης εισοδηματικής ικανότητας διότι ένα τέτοιο μέτρο θα παρεβίαζε την γενική ελευθερία προσβάσεως στην παιδεία. Με τα άνω δεδομένα οι διατάξεις των άρθρων 3 § 3 και 8 § 1α του ν. 3685/2008 που προβλέπουν, μεταξύ άλλων και τη δυνατότητα επιβολής διδάκτρων στους μεταπτυχιακούς φοιτητές για την κάλυψη του κόστους λειτουργίας των ΠΜΣ δεν αντίκεινται στη διάταξη του άρθρου 16 § 4 του Συντάγματος παρέχουν δε νόμιμο έρεισμα στη διάταξη του άρθρου 11 § 2 της προσβαλλομένης υπουργικής αποφάσεως με την οποία ορίστηκε ότι το κόστος λειτουργίας του ως άνω προγράμματος μεταπτυχιακών σπουδών θα καλυφθεί, εκτός των άλλων πόρων και από δίδακτρα (Άρθρα 16 Συντ., 26, 27 και 28 ν. 1268/1982 (Α΄, 87), 81 ν. 1566/1985, 10-14 ν. 2083/ 1992).




ΣΧΟΛΙΟ

Δωρεάν παιδεία και μεταπτυχιακές σπουδές


Το Γ' τμήμα ΣτΕ  με την  με αριθμό 2714/10 Απόφαση  του παρέπεμψε την ανωτέρω  υπόθεση στην Ολομέλεια του ΣτΕ ,λόγο της σπουδαιότητας των ζητημάτων που αφορούν τη δωρεάν παιδεία, στην ανώτατη βαθμίδα εκπαίδευσης. Το ζήτημα που τέθηκε είναι κατά πόσον το Σύνταγμα, κατοχυρώνει ανεπιφύλακτα το δικαίωμα δωρεάν παιδείας[1] σε όλες τις βαθμίδες της ή  ότι είναι συνταγματική η ρύθμιση  που επέβαλε την καταβολή διδάκτρων από μεταπτυχιακούς φοιτητές.
 Η Ολομέλεια του ΣΤΕ με τη με Αριθμό 2411/2012 απόφαση της, κατά πλειοψηφία έκρινε  συνταγματική την ρύθμιση και ότι οι διατάξεις των άρθρων 3 § 3 και 8 § 1α του ν. 3685/2008 που προβλέπουν, μεταξύ άλλων και τη δυνατότητα επιβολής διδάκτρων στους μεταπτυχιακούς φοιτητές για την κάλυψη του κόστους λειτουργίας των ΠΜΣ δεν αντίκεινται στη διάταξη του άρθρου 16 § 4 του Συντάγματος και  ότι η δωρεάν παιδεία καλύπτει μόνο τη βασική αποστολή της, όπως αυτή έχει ιστορικά διαμορφωθεί, δηλαδή μέχρι την απόκτηση πτυχίου, ενώ οι μεταπτυχιακές σπουδές ξεπερνούν την κύρια αποστολή των ΑΕΙ και νόμιμα επιβάλλονται δίδακτρα, αφού παράλληλα προβλέπονται υποτροφίες και φοιτητικά δάνεια.
Η άποψη για την αντισυνταγματικότητα της ρύθμισης επεσήμανε, ότι είναι διαφορετικό ζήτημα η κρατική υποχρέωση για δωρεάν παιδεία από την ενίσχυση όσων διακρίνονται (υποτροφίες) ή όσων έχουν ανάγκη από βοήθεια ή ειδική προστασία. Κατά την ίδια  άποψη, οι μεταπτυχιακές σπουδές συγκαταλέγονται οπωσδήποτε στον πυρήνα της βασικής αποστολής των ΑΕΙ και συνδέονται άρρηκτα με την ακαδημαϊκή ελευθερία, ενώ είχαν προβλεφθεί νομοθετικά από το 1932 και το 1973, και συνεπώς το Σύνταγμα του 1975 τις είχε υπόψη του, όταν διακήρυττε με απόλυτο τρόπο ότι οι Ελληνες έχουν δικαίωμα δωρεάν παιδείας σε όλες τις βαθμίδες. Ειδικότερα:
1.- Το Σύνταγμα ορίζει στο άρθρο 16 τα εξής: «1. … 4. Όλοι οι Έλληνες έχουν δικαίωμα δωρεάν παιδείας, σε όλες τις βαθμίδες της, στα κρατικά εκπαιδευτήρια. Το Κράτος ενισχύει τους σπουδαστές που διακρίνονται, καθώς και αυτούς που έχουν ανάγκη από βοήθεια ή ειδική προστασία, ανάλογα με τις ικανότητές τους. 5. H ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση. Τα ιδρύματα αυτά τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους, έχουν δικαίωμα να ενισχύονται οικονομικά από αυτό και λειτουργούν σύμφωνα με τους νόμους που αφορούν τους οργανισμούς τους. Συγχώνευση ή κατάτμηση ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων μπορεί να γίνει και κατά παρέκκλιση από κάθε αντίθετη διάταξη, όπως νόμος ορίζει. ».
2.- Στο άρθρο 13 του διεθνούς συμφώνου για τα οικονομικά, κοινωνικά και μορφωτικά δικαιώματα που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 1532/1985 (φ. 45) ορίζεται ότι: «1. Τα συμβαλλόμενα κράτη αναγνωρίζουν το δικαίωμα μορφώσεως κάθε προσώπου. Συμφωνούν ότι η μόρφωση, πρέπει να αποβλέπει στην πλήρη ανάπτυξη της ανθρώπινης προσωπικότητας και του αισθήματος της αξιοπρέπειας της και να ενισχύει το σεβασμό προς τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες. Συμφωνούν ακόμη ότι η μόρφωση πρέπει να καθιστά κάθε πρόσωπο ικανό να διαδραματίσει ένα χρήσιμο ρόλο σε μια ελεύθερη κοινωνία, να ευνοεί την κατανόηση, την ανοχή και φιλία μεταξύ όλων των εθνών και όλων των φυλετικών ομάδων, των εθνικών ή θρησκευτικών και να ενθαρρύνει την ανάπτυξη της δραστηριότητας των Ηνωμένων Εθνών για τη διατήρηση της ειρήνης. 2. Τα συμβαλλόμενα κράτη αναγνωρίζουν ότι προς το σκοπό εξασφαλίσεως της πλήρους άσκησης του δικαιώματος αυτού: α),β,. γ) Η ανώτατη εκπαίδευση πρέπει να παρέχεται σε όλους ισότιμα ανάλογα με τις ικανότητες καθενός, με όλα τα κατάλληλα μέσα και μάλιστα με την προοδευτική θέσπιση της δωρεάν παιδείας.».
3. Το Σύνταγμα του 1911 στο αρθρο 16 αναφέρει : «Όλοι οι έλληνες έχουν δικαίωμα δωρεάν παιδείας, σε όλες τις βαθμίδες της,στα κρατικά εκπαιδευτήρια. Το κράτος ενισχύει τους σπουδαστές που διακρίνονται, καθώς και αυτούς που έχουν ανάγκη από βοήθεια ή ειδική προστασία, ανάλογα με τις ικανότητες τους.»
4.Ο ν. 5343/1932 «περί οργανισμού του Πανεπιστημίου Αθηνών» (φ. 85) προέβλεπε στο άρθρο 11 ότι οι σχολές του Πανεπιστημίου απονέμουν πτυχία και διδακτορικά διπλώματα, ενώ με το π.δ. 359/1973 (φ. 264) ορίσθηκε στο άρθρο 1 ότι: «1. Ιδρύονται παρά τη Ανωτάτη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών δύο Τμήματα Μεταπτυχιακών Σπουδών: α) Οικονομικόν, και β) Διοικήσεως Επιχειρήσεων. 2. Σκοπός των Τμημάτων τούτων είναι η επί μεταπτυχιακού επιπέδου ειδίκευσις πτυχιούχων Ανωτάτων Σχολών εις τους βασικούς τομείς της Οικονομικής Επιστήμης και της Διοικήσεως Επιχειρήσεων, προς δημιουργίαν ανωτέρων στελεχών προς κάλυψιν των αναγκών των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, της Δημοσίας Διοικήσεως και της Ιδιωτικής Οικονομίας», στο άρθρο 2 ότι: «Έκαστον των ως άνω Τμημάτων περιλαμβάνει δύο βαθμίδας εκπαιδεύσεως: 1η βαθμίς: Πρόγραμμα Εξειδικευμένων Μεταπτυχιακών Σπουδών. 2α βαθμίς: Πρόγραμμα Διδακτορικών Σπουδών» (οι διατάξεις του τελευταίου άρθρου που αφορούν στην απονομή διδακτορικού διπλώματος καταργήθηκαν με το άρθρο μόνο του π.δ. 521/1975, φ. 171) και στο άρθρο 14 ότι: «Προς αντιμετώπισιν των πάσης φύσεως δαπανών λειτουργίας των Τμημάτων Μεταπτυχιακών Σπουδών εγγράφεται κατ’ έτος ανάλογος πίστωσις εις τον προϋπολογισμόν εξόδων της Ανωτάτης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών, υπό ιδίους Κωδικούς αριθμούς, αυξανομένης κατά το ποσόν των δαπανών των Τμημάτων Μεταπτυχιακών Σπουδών της προς την ανωτέρω Σχολήν παρεχομένης κρατικής επιχορηγήσεως».
5.- Ο ν. 1566/1985 (φ. 167) όρισε στο άρθρο 81 τα εξής: «Α. Μεταπτυχιακές σπουδές: 1. Σε κάθε τμήμα μπορεί να λειτουργεί με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών που θα περιέχει επιμέρους ειδικεύσεις. Η απόφαση εκδίδεται μετά από εισήγηση του τμήματος και ύστερα από γνώμη της συγκλήτου και του ΣΑΠ. Κάθε μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών οδηγεί σε μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης. 2. … 5. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και του τυχόν συναρμόδιου υπουργού και μετά από γνώμη του ΣΑΠ και των συγκλήτων των ΑΕΙ, καθορίζονται ανάλογα και με τις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε επιστημονικού κλάδου: α) … ια) Τα σχετικά με τη χρηματοδότηση των μεταπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών, την αξιοποίηση πόρων, τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού τομέα και τους όρους και προϋποθέσεις για την αξιοποίηση αυτή, την κατάρτιση του προϋπολογισμού μεταπτυχιακών σπουδών και έρευνας κάθε ΑΕΙ. 6. … 7. Οι μεταπτυχιακοί φοιτητές έχουν όλα τα προνόμια και τις διευκολύνσεις των προπτυχιακών φοιτητών. 8. … Β. Διδακτορικά διπλώματα. 1. Κάθε τμήμα απονέμει διδακτορικό δίπλωμα. … 2. Η διαδικασία προπαρασκευής και απόκτησης διδακτορικού διπλώματος αποτελεί τη δεύτερη φάση του μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών. 3. … 5. Οι υποψήφιοι διδάκτορες είναι μεταπτυχιακοί φοιτητές σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. 6. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του αρμόδιου υπουργού και μετά από γνώμη του ΣΑΠ και των συγκλήτων των ΑΕΙ, καθορίζονται ανάλογα και με τις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε επιστημονικού κλάδου: α) Οι προϋποθέσεις και τα κριτήρια εγγραφής των υποψήφιων διδακτόρων, β) … ». Ακολούθησε ο ν. 2083/1992 (φ. 159) ο οποίος όρισε στο άρθρο 10 ότι: «1. Τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα έχουν την κύρια ευθύνη της οργάνωσης και λειτουργίας προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών (ΠΜΣ), τα οποία έχουν επιστημονική ενότητα και πληρούν προϋποθέσεις, που εγγυώνται υψηλό επίπεδο σπουδών. 2. Τα ΠΜΣ βρίσκονται μέσα στο πλαίσιο των σκοπών και των στόχων των ΑΕΙ, αναφέρονται σε συγγενείς ειδικότητες και αποσκοπούν στην προαγωγή της επιστημονικής γνώσης και στην ικανοποίηση των εκπαιδευτικών, ερευνητικών και αναπτυξιακών αναγκών της χώρας. … » και στο άρθρο 12 ότι: «1. … 7. Με γνώμη της ΓΣΕΣ ενός τμήματος και απόφαση της Συγκλήτου του οικείου ΑΕΙ μπορεί να προβλέπεται η καταβολή διδάκτρων για τους μεταπτυχιακούς φοιτητές συγκεκριμένου προγράμματος. 8. … ». Τέλος ο ν. 3685/ 2008 (φ. 148) σύμφωνα με την αιτιολογική του έκθεση, εν όψει της ανάγκης να προσαρμοσθεί το θεσμικό πλαίσιο για τις μεταπτυχιακές σπουδές και την πανεπιστημιακή έρευνα που θεσπίσθηκε με τον ν. 2083/1992 στα νέα εκπαιδευτικά δεδομένα της εποχής και να παρακολουθεί τις ευρωπαϊκές εξελίξεις στην ανώτατη εκπαίδευση και τις νέες διαμορφούμενες διεθνώς συνθήκες και προοπτικές, οργάνωσε τις μεταπτυχιακές σπουδές με τρόπο σύγχρονο προς τον σκοπό της ευελιξίας της οργανώσεως και λειτουργίας των προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών και της περαιτέρω αναπτύξεως και αναβαθμίσεως των μεταπτυχιακών σπουδών στην Χώρα. Ειδικότερα ο ν. 3685/2008 όρισε στο άρθρο 1 ότι: «1. Τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (ΑΕΙ) κατά την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3549/2007 (ΦΕΚ 69 Α΄) έχουν την ευθύνη για το σχεδιασμό και την οργάνωση των μεταπτυχιακών σπουδών στην Ελλάδα και χορηγούν Μεταπτυχιακά Διπλώματα Ειδίκευσης (ΜΔΕ). Τα Πανεπιστήμια έχουν επιπλέον την αρμοδιότητα να χορηγούν Διδακτορικά Διπλώματα (ΔΔ). 2. Τμήματα των ΑΕΙ μπορούν να οργανώνουν αυτοδύναμα ή να συνδιοργανώνουν μεταξύ τους ή με ομοταγή ιδρύματα του εξωτερικού Προγράμματα Μεταπτυχιακών Σπουδών (ΠΜΣ) για τη χορήγηση ΜΔΕ. Απαραίτητη προϋπόθεση για την υποβολή αιτήματος έγκρισης ΠΜΣ προς το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων είναι η συνυποβολή της έκθεσης αξιολόγησης του οικείου Τμήματος, σύμφωνα με το ν. 3374/2005 (ΦΕΚ 189 Α΄), από την οποία προκύπτει η ύπαρξη των απαραίτητων προϋποθέσεων για τη λειτουργία του Προγράμματος. 3. α) Τα ΠΜΣ αποσκοπούν στην περαιτέρω προαγωγή της επιστημονικής γνώσης και των τεχνών και στην προώθηση της έρευνας με συνεκτίμηση των αναγκών ανάπτυξης της χώρας. β) … », στο άρθρο 3 ότι: «1. Τα Ιδρύματα στα οποία λειτουργούν ΠΜΣ εκδίδουν Κανονισμό Μεταπτυχιακών Σπουδών, ο οποίος καταρτίζεται από … 2. … 3. Με απόφαση της ΣΕΣ του οικείου ή των οικείων Ιδρυμάτων, μετά από γνώμη της ΓΣΕΣ του Τμήματος ή της ΕΔΕ, μπορεί να προβλέπεται η καταβολή διδάκτρων και το ύψος αυτών για τους μεταπτυχιακούς φοιτητές συγκεκριμένου προγράμματος», στο άρθρο 6 ότι: «1. α) Τα ΠΜΣ καταρτίζονται από τη ΓΣΕΣ του οικείου Τμήματος που διαθέτει την απαραίτητη κτιριακή-υλικοτεχνική υποδομή και το απαραίτητο διδακτικό και λοιπό προσωπικό και υποβάλλονται για έγκριση στη ΣΕΣ του Ιδρύματος. β) Στο ΠΜΣ μπορεί να μετέχουν περισσότερα του ενός Τμήματα του ίδιου ή άλλων ΑΕΙ ή αναγνωρισμένα ερευνητικά Ιδρύματα της ημεδαπής. … γ) Κάθε ΠΜΣ καταλήγει στην απονομή ΜΔΕ και διαρκεί τουλάχιστον ένα πλήρες ημερολογιακό έτος. … 2. Το Σχέδιο ΠΜΣ περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής στοιχεία που εξετάζονται από τη ΣΕΣ: α) … στ) Τον αριθμό των μεταπτυχιακών φοιτητών, τις δυνατότητες και τις ανάγκες του οικείου Τμήματος σε προσωπικό και υλικοτεχνική υποδομή για την απρόσκοπτη λειτουργία του προγράμματος. ζ) Τη χρονική διάρκεια λειτουργίας του ΠΜΣ και αναλυτικά το κόστος της αναγκαίας υλικοτεχνικής υποδομής, της λειτουργίας και τις πηγές χρηματοδότησής του. η) Την έκθεση αξιολόγησης σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου. 3. Η τελική έγκριση του ΠΜΣ γίνεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Μόνο επί των στοιχείων στ΄, ζ΄ και η΄ του προγράμματος ασκεί ο Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων ουσιαστικό έλεγχο. Με πρόταση της ΓΣΕΣ του Τμήματος και έγκριση της ΣΕΣ μπορεί να γίνεται τροποποίηση του προγράμματος των μαθημάτων και ανακατανομή μεταξύ των εξαμήνων. 4. Το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων χρηματοδοτεί κατά προτεραιότητα ΠΜΣ, τα οποία εντάσσονται στο πλαίσιο επιστημονικών τομέων προτεραιότητας, που έχουν καθορισθεί με αποφάσεις του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, για την προώθηση θεμάτων εθνικού ενδιαφέροντος ή στρατηγικής σημασίας, την προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, την ενίσχυση των ανθρωπιστικών σπουδών, την ικανοποίηση κοινωνικών και οικονομικών αναγκών ή άλλων λόγων εθνικών προτεραιοτήτων. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων καθορίζονται επίσης εκάστοτε η διαδικασία, οι όροι και οι προϋποθέσεις χορήγησης κάθε επί μέρους χρηματοδότησης» και στο άρθρο 8 ότι: «1. α) Πόροι των ΠΜΣ μπορεί να είναι δωρεές, παροχές, κληροδοτήματα, χορηγίες φορέων του δημοσίου ή ιδιωτικού τομέα γενικά, νομικών ή φυσικών προσώπων ή πόροι από ερευνητικά προγράμματα, κοινοτικά προγράμματα, επιχορηγήσεις του κρατικού προϋπολογισμού και δίδακτρα. β) Τα ΠΜΣ δικαιούνται χρηματοδότησης από τον τακτικό προϋπολογισμό σύμφωνα με την υπουργική απόφαση έγκρισής τους, η οποία καθορίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις χρηματοδότησής τους βάσει κριτηρίων ποιότητας και των αποτελεσμάτων της αξιολόγησης του οικείου Τμήματος σύμφωνα με το ν. 3374/2005 και του καθενός ΠΜΣ σύμφωνα με το άρθρο 3 του παρόντος νόμου. 2. Η διαχείριση των εσόδων των ΠΜΣ γίνεται από τον Ειδικό Λογαριασμό Κονδυλίων Έρευνας (ΕΛΚΕ) και κατανέμονται ως εξής: α) 65% για λειτουργικά έξοδα του προγράμματος και για αμοιβές - αποζημιώσεις του διδακτικού, τεχνικού και διοικητικού προσωπικού για εργασία που υπερβαίνει τις κατά νόμο υποχρεώσεις τους, καθώς και για τη χορήγηση υποτροφιών σε μεταπτυχιακούς φοιτητές μετά από πρόταση της ΓΣΕΣ ή της ΕΔΕ. β) 25% για κάλυψη λειτουργικών εξόδων του ιδρύματος που αφορούν το ΠΜΣ και γ) 10% κρατήσεις υπέρ του ΕΛΚΕ. Η ανωτέρω κατανομή δεν ισχύει στην περίπτωση χορηγίας ή δωρεάς για συγκεκριμένο σκοπό, καθώς και για κρατικές επιχορηγήσεις, οι οποίες κατανέμονται σύμφωνα με τις ισχύουσες σχετικές διατάξεις. 3. Ο Διευθυντής του ΠΜΣ είναι αρμόδιος για τη σύνταξη του προϋπολογισμού και απολογισμού του Προγράμματος, τους οποίους υποβάλλει στη ΓΣΕΣ, την παρακολούθηση της εκτέλεσης του προϋπολογισμού και την έκδοση των εντολών πληρωμής των σχετικών δαπανών» και στο άρθρο 9 ότι: «1. α) Ο υποψήφιος που ενδιαφέρεται για την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής υποβάλλει σχετική αίτηση στη Γραμματεία του Τμήματος, στο οποίο ενδιαφέρεται να εκπονήσει τη διδακτορική διατριβή, προσδιορίζοντας σε γενικές γραμμές το αντικείμενό της. Η ΓΣΕΣ του Τμήματος εξετάζει αν ο υποψήφιος πληροί τις προϋποθέσεις για την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής με βάση τα κριτήρια που έχουν τεθεί σύμφωνα με τον Κανονισμό Μεταπτυχιακών Σπουδών. β) Δικαίωμα υποβολής αίτησης για την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής έχουν κάτοχοι ΜΔΕ. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις που προβλέπονται από τον Κανονισμό Μεταπτυχιακών Σπουδών και μετά από αιτιολογημένη απόφαση της ΓΣΕΣ μπορεί να γίνει δεκτός ως υποψήφιος  διδάκτορας  και  μη  κάτοχος  ΜΔΕ,  Πτυχιούχοι ΤΕΙ, ΑΣΠΑΙΤΕ ή ισότιμων σχολών μπορούν να γίνουν δεκτοί ως υποψήφιοι διδάκτορες μόνο, εφόσον είναι κάτοχοι ΜΔΕ. 2. … 5. α) Οι μεταπτυχιακοί φοιτητές για απόκτηση ΜΔΕ και οι υποψήφιοι διδάκτορες που δεν έχουν υγειονομική κάλυψη δικαιούνται υγειονομικής και νοσοκομειακής περίθαλψης, όπως ισχύει και για τους προπτυχιακούς φοιτητές. β) Οι διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 2640/1998 (ΦΕΚ 206 Α΄) εφαρμόζονται αναλόγως και στους μεταπτυχιακούς φοιτητές για απόκτηση ΜΔΕ ή υποψήφιους διδάκτορες, σε περίπτωση που πραγματοποιούν πρακτική άσκηση σύμφωνα με το πρόγραμμα σπουδών τους. γ) Για τους μεταπτυχιακούς φοιτητές και υποψήφιους διδάκτορες εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 43 του ν. 2413/1996 (ΦΕΚ 124 Α΄) για τη χορήγηση φοιτητικών δανείων» και στην § 2 του άρθρου 12 ότι: «Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 4 του ν. 3187/2003 (ΦΕΚ 233 Α΄), όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 3 του ν. 3413/2005 (ΦΕΚ 278 Α΄), από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου καταργούνται οι διατάξεις των άρθρων 10, 11, 12, 13, 14 § 1 και 17 του ν. 2083/1992, όπως ίσχυαν, το άρθρο 23 του ν. 3404/ 2005, καθώς και κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη που είναι αντίθετη στις διατάξεις του παρόντος νόμου ή αφορά σε θέματα που ρυθμίζονται διαφορετικά από αυτόν».
Επειδή με τις προδιαληφθείσες συνταγματικές διατάξεις κατοχυρώνεται η ανάπτυξη της ανωτάτης παιδείας ως θεμελιώδης σκοπός της πολιτείας που αποβλέπει στη προαγωγή και μετάδοση της επιστημονικής γνώσης, με την έρευνα και τη διδασκαλία και καθορίζονται οι βασικές προϋποθέσεις και αρχές, που διέπουν την παροχή της. Ειδικώτερα, κατά την έννοια των εν λόγω διατάξεων η παροχή της ανώτατης παιδείας, ανατίθεται σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, πλήρως αυτοδιοικούμενα, αποφασίζοντα για τις υποθέσεις τους αποκλειστικά με δικά τους συλλογικά ή ατομικά όργανα. Το κράτος διατηρεί την εξουσία να καθορίζει την αρμοδιότητα τους και να προβαίνει στην οργάνωση τους, εντός των διαγραφομένων υπό του Συντάγματος πλαισίων. Ασκώντας δε έλεγχο νομιμότητος επί των διοικητικών τους πράξεων υποχρεούται ταυτόχρονα στην οικονομική ενίσχυση τους. Διά τους ανωτέρω λόγους κατοχυρώνονται συνταγματικά οι αρχές της ακαδημαϊκής ελευθερίας και η ελευθερία της επιστήμης της έρευνας και της διδασκαλίας. Η κατοχύρωση αυτή δεν καλύπτει μόνο τη συλλογική δραστηριότητα, αλλά αφορά και σε κάθε ατομική δράση. Συνέπεια της ελευθερίας της αυτοδυνάμου διδασκαλίας ως ατομικού δικαιώματος, που αναφέρεται σε όλο το διδακτικό προσωπικό είναι το δικαίωμα μαθήσεως των φοιτητών, που στα σύγχρονα πανεπιστήμια δεν είναι απλοί χρήστες της παρεχομένης υπηρεσίας, αλλά παράγοντες συμμετέχοντες στην άσκηση της.(βλ ΣτΕ2805/1984). Το συνταγματικό δικαίωμα της δωρεάν παιδείας σε όλες της βαθμίδες της αποτελεί την εξέλιξη του σχετικού αρχαιότερου κοινωνικού δικαιώματος στην  ελληνική συνταγματική ιστορία . «Η κατοχύρωση του δικαιώματος δωρεάν παιδείας και η πρόβλεψη της παροχής από το Κράτος των αναγκαίων οικονομικών μέσων για την πραγματοποίηση των σκοπών τους δεν καλύπτει μόνον προγράμματα σπουδών ορισμένου επιπέδου ή περιεχομένου και δεν περιορίζεται στα υφιστάμενα κατά τον χρόνο θεσπίσεως του Συντάγματος προγράμματα εκπαιδεύσεως που αντιστοιχούν σε ορισμένα μόνον πτυχία, ειδικότερα δε δεν αφορά την παροχή παιδείας από τα πανεπιστήμια μόνον για τα προπτυχιακά προγράμματα σπουδών που ολοκληρώνεται με την χορήγηση σχετικού πτυχίου που υπήρχαν κατά τον χρόνο θεσπίσεώς του, αλλά αφορά όλα εκείνα τα προγράμματα σπουδών που ο νομοθέτης εκάστοτε αναθέτει σε αυτά και προσιδιάζουν στην αποστολή τους κατά τις απαιτήσεις της τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση και σύμφωνα και με τις διεθνείς υποχρεώσεις της και εν όψει των εκάστοτε κρατουσών οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών»[2]  
Αλλωστε  και από τη άποψη της μειοψηφίας στη Ολομέλεια του ΣΤΕ συνάγεται ότι: «ο συνταγματικός νομοθέτης αναθέτει την αποστολή της παιδείας ευθέως στο Κράτος και κατοχυρώνει σε όλους τους Έλληνες το δικαίωμα δωρεάν παιδείας, σε όλες τις βαθμίδες των κρατικών εκπαιδευτηρίων χωρίς καμμία διάκριση» και οπωσδήποτε και δεν είναι συμφωνη με το  Σύνταγμα η ρύθμιση, που επέβαλε την καταβολή διδάκτρων από μεταπτυχιακούς φοιτητές, αν και τα αντίθετα έκρινε η σχολιαζομένη απόφαση. Το άρθρο 16, λοιπόν, καθιερώνει συνταγματική αρχή παροχής δωρεάν ανώτατης παιδείας και στα ΑΕΙ , όπως δέχονται,  και οι Ν. Αλιβιζάτος και Αντ. Μανιτάκης (βλ. κείμενό τους « Πανεπιστήμια: Ας κατεβάσουμε λίγο τους τόνους », στην "Καθημερινή", 17.7.2011, σελ. 19).

ΑΝΤΩΝΗΣ Π.ΑΡΓΥΡΟΣ
argyrospa@yahoo.com


[1] Το πρώτο νομοθέτημα στον κόσμο για παροχή δωρεάν παιδείας είναι έργο τού σπουδαίου νομοθέτη Χαρωνδα. Πράγματι, στην Κατάνη τής Κάτω Ιταλίας, τον 6° αιώνα π.Χ., ο Χαρωνδας πρώτος ενομοθέτησε ότι «όλα τα παιδιά τών πολιτών πρέπει να μαθαίνουν γράμματα και η πόλη να πληρώνει τους μισθούς τών δασκάλων, διότι θεώρησε ότι οι άποροι, οι οποίοι δεν μπορούσαν από μόνοι τους να πληρώνουν μισθούς, θα στερούνταν τις ευγενέστερες επιδιώξεις.» (ενομοθέτησε γαρ των πολιτών τους υιείς άπαντας μανθάνειν γράμματα, χορηγούσης της πόλεως τους μισθούς τοις διδασκάλοις...). (Διόδωρος Σικελιώτης, 12,12,4,3).Στην προκήρυξη τής Πελοποννησιακής Γερουσίας (Τριπολιτσά, 16 Μαρτίου 1822) αναφέρεται ρητώς ότι «προσκαλείται η φιλομαθής νεολαία αφ’ όλην την Πελοπόννησον να συντρέξη εδώ διά να διδαχθή αμισθί, κηρύττουσα ότι κάθε μαθητής δεν θα εξοδεύση άλλο τι παρά δια τα βιβλία του και δια την ζωοτροφίαν του. Διατάττει δε τους γονείς να μη παραμελήσουν το ιερόν χρέος των αλλά να φροντίσουν επιμόνως δια την παιδείαν τών τέκνων των».
[2]  Όπως ορθότατα αναφέρει η μειοψηφια της παραπέμπτικης, με αριθμό 2714/10 Απόφασης του Γ  Τμηματος ΣτΕ

25 Ιουλίου 2012

Συμβούλιο Επικρατείας (ΣΤ΄ Τμήμα) Αριθ. 2164/2012Δυνατότητα αυτεπάγγελτου συμψηφισμού και επί μη ληξιπρόθεσμων οφειλών ή μη ληξιπρόθεσμων δόσεων



Συμβούλιο Επικρατείας
(ΣΤ΄ Τμήμα)
Αριθ. 2164/2012

Πρόεδρος: Α. Ράντος, Αντιπρόεδρος
Μέλη: Μ. Καραμανώφ, Β. Αραβαντινός, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Φιλοπούλου, Σύμβουλοι, Φ. Γιαννακού, Θ. Ζιάμου, Πάρεδροι
Εισηγήτρια: Θ. Ζιάμου, Πάρεδρος
Δικηγόροι: Α. Παπαγεωργίου, Πάρεδρος ΝΣΚ

Πρότυπη δίκη άρθρου 1 του ν. 3900/2010. Επίλυση ζητήματος της συνταγματικότητας του άρθρου 11 του ν. 3943/2011 και του άρθρου 67 § 5 του ν. 3842/2010Το άρθρο 83 του ΚΕΔΕ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 του ν. 3943/2011, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα. Δυνατότητα αυτεπάγγελτου συμψηφισμού και επί μη ληξιπρόθεσμων οφειλών ή μη ληξιπρόθεσμων δόσεων ρυθμισμένων οφειλών, στοιχούσα και προς γενική αρχή για την απόσβεση των ενοχών, δεν ανατρέπει την εμπιστοσύνη που επέδειξαν οι οφειλέτες του Δημοσίου στη χαριστική προθεσμία που τους χορηγήθηκε για την εξόφληση των οφειλών τους μέσω της τμηματικής καταβολής, διότι, όπως προαναφέρθηκε, ο αυτεπάγγελτος συμψηφισμός δεν απαιτεί την καταβολή χρέους, αλλά μόνο το συνυπολογισμό βέβαιων και εκκαθαρισμένων απαιτήσεων. Ο αυτεπάγγελτος συμψηφισμός δεν κωλύεται από τη δικαστική αναστολή καταβολής χρεών ή λήψης άλλων μέτρων εκτέλεσης των νόμιμων τίτλων για λόγους που δεν ανάγονται στην ύπαρξη της οφειλής. [Μειοψηφία] (Άρθρα 1 ν. 3900/2010, 83 ΚΕΔΕ όπως τροποποιήθηκε με άρθρ. 11 § 1 ν. 3943/ 2011και 67 § 5 ν. 3842/2010).

(…) Επειδή, με τις διατάξεις του ως άνω άρθρου 1 του ν. 3900/2010 εισάγεται ο θεσμός της «δίκης-πιλότου» ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας σε θέματα που, ως εκ της φύσεως τους, έχουν γενικότερο ενδιαφέρον και, συνεπώς, αναμένεται να προκαλέσουν σημαντικό αριθμό διαφορών, με τον κίνδυνο να εκδοθούν αντιφατικές αποφάσεις και να υπάρξει σημαντική καθυστέρηση για τους διαδίκους ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Στις περιπτώσεις αυτές δίνεται η δυνατότητα στους διαδίκους και στα διοικητικά δικαστήρια να απευθύνονται απευθείας στο Συμβούλιο της Επικρατείας ώστε αυτό να επιλύει τα σχετικά ζητήματα, διασφαλίζοντας την ενότητα της νομολογίας και την ασφάλεια δικαίου (βλ. σχετική αιτιολογική έκθεση του νόμου). Ειδικότερα, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, εφόσον αίτημα διαδίκου να εισαχθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας ένδικο βοήθημα ή μέσο αρμοδιότητας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, για τον λόγο ότι τίθεται με αυτό ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος με συνέπειες για ευρύ κύκλο προσώπων, γίνει δεκτό από την προβλεπομένη από τις διατάξεις αυτές τριμελή Επιτροπή, η οποία αποφασίζει εκ των ενόντων βάσει των προβαλλομένων ισχυρισμών και των στοιχείων του φακέλου που διαθέτει, το Δικαστήριο αυτό εκδικάζει σε Ολομέλεια ή σε Τμήμα το ένδικο βοήθημα ή μέσο, εφαρμόζοντας ως προς την πληρεξουσιότητα τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 27 του π.δ. 18/1989 «Κωδικοποίηση διατάξεων νόμου για το Συμβούλιο της Επικρατείας» (ΦΕΚ Α' 8) και κατά τα λοιπά, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, τις ισχύουσες για το ένδικο βοήθημα ή μέσο οικείες διατάξεις. (ΟλΣτΕ 601/2012)
Επειδή, με την ασκηθείσα προσφυγή ζητείται η ακύρωση της ** αποφάσεως του Προϊσταμένου της Δ* ΔΟΥ Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση της προσφεύγουσας εταιρείας για την καταβολή των ποσών των ενταλμάτων που αντιστοιχούν σε εργολαβικά ανταλλάγματα, οφειλόμενα από το Ελληνικό Δημόσιο και αποφασίστηκε η διενέργεια αυτεπάγγελτου συμψηφισμού τους αφενός με μη ληξιπρόθεσμες οφειλές της εταιρείας ύψους 1.396.441,21 ευρώ (που έχουν βεβαιωθεί ταμειακά κατόπιν της υπαγωγής τους στη ρύθμιση της περαίωσης σε 24 ισόποσες δόσεις), αφετέρου δε, με ευρισκόμενες σε δικαστική αναστολή οφειλές της ύψους 38.538,66 ευρώ πλέον προσαυξήσεων. Η προσφεύγουσα, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα της παροχής υπηρεσιών ασφάλειας και φύλαξης σε ιδιώτες και φορείς του δημοσίου, υπέβαλε, στις 15.6.2011, αίτηση προς τον Προϊστάμενο της Δ' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης για την καταβολή σε αυτήν των ποσών των χρηματικών ενταλμάτων που βρίσκονταν στο τμήμα εξόδων της ΔΟΥ και αντιστοιχούσαν σε εργολαβικά ανταλλάγματα που της οφείλονταν. Ο Προϊστάμενος της ΔΟΥ, με την από 30.6.2011 πράξη του, απέρριψε το αίτημα της εταιρείας με την αιτιολογία ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του αυτεπάγγελτου συμψηφισμού (άρθρ. 83 του ΚΕΔΕ όπως τροποποιήθηκε με  άρθρ.  11 § 1  του ν. 3943/2011), έλαβε δε υπόψη τα ακόλουθα: α) Στη ΔΟΥ εκκρεμούσαν χρηματικά εντάλματα με δικαιούχο την προσφεύγουσα, συνολικού ποσού 207.798,38 ευρώ. β) Η προσφεύγουσα είχε ήδη υποβάλει την 723**αίτηση της για το συμψηφισμό των ενταλμάτων είσπραξης που βρίσκονταν στο τμήμα εξόδων, με οφειλόμενες δόσεις περαίωσης (για ΚΒΣ και φόρο εισοδήματος) και έκτακτης εισφοράς συνολικού ποσού 99.927,31 ευρώ. γ) Τα χρέη της εταιρείας υπό αναστολή μαζί με τις προσαυξήσεις καθώς και τα μη ληξιπρόθεσμα χρέη ανέρχονται σε 1.446.541,47 ευρώ. δ) Συντρέχουν οι προϋποθέσεις του αυτεπάγγελτου συμψηφισμού, σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 83 του ΚΕΔΕ, όπως αυτά ισχύουν, μετά την τροποποίηση τους αντίστοιχα με το άρθρο 67 του ν. 3842/2010 και το άρθρο 11 του ν. 3943/2011. ε) Ο ίδιος είναι αρμόδιος για τη διενέργεια του συμψηφισμού.
Κατά της ως άνω αποφάσεως του Προϊσταμένου της Δ' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης η ΕΠΕ «…» άσκησε την από 4 Ιουλίου 2011 προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, καθώς και αίτηση αναστολής, που απορρίφθηκε με την 1348/2011 απόφαση της Επιτροπής Αναστολών του Θ' Τμήματος του ίδιου δικαστηρίου.
Με την προσφυγή αυτή η ανωτέρω εταιρεία έθεσε τα ακόλουθα ζητήματα: Α) Αν, κατά το άρθρο 83 του ΚΕΔΕ, επιτρέπεται ο συμψηφισμός με μη ληξιπρόθεσμη οφειλή.
Ειδικότερα προέβαλε ότι ο συμψηφισμός μη ληξιπρόθεσμης οφειλής που προέκυψε από την εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3888/2010 για την περαίωση εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων, καταστρατηγεί τις διατάξεις για τη ρύθμιση χρεών προς το Δημόσιο και προσκρούει στην αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Β) Αν είναι δυνατή η διενέργεια του αυτεπάγγελτου συμψηφισμού για μη ληξιπρόθεσμα χρέη προς το Δημόσιο πριν από την έκδοση της κανονιστικής υπουργικής αποφάσεως που προβλέπεται στο άρθρο 83 § 5 του ΚΕΔΕ, όπως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 του ν. 3943/2011 και πριν από τη θέσπιση κριτηρίων και περιορισμών για την εφαρμογή του αυτεπάγγελτου συμψηφισμού.
Γ) Αν συμφωνεί ή όχι προς τις διατάξεις του Συντάγματος που κατοχυρώνουν την προσωρινή δικαστική προστασία και τη συμμόρφωση της Διοίκησης στις αποφάσεις των δικαστηρίων η διάταξη του άρθρου 67 § 5 του ν. 3842/2010, με την οποία τροποποιήθηκε η § 6 του άρθρου 6 του ΚΕΔΕ και επετράπη ο συμψηφισμός χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία έχουν ανασταλεί δικαστικά.
Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, με την από 24.10.2011 πράξη της τριμελούς Επιτροπής του άρθρου 1 § 1 του ν. 3900/2010, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «…» την 1.11.2011 και στην εφημερίδα «…» στις 2.11.2011, εισήχθη προς εκδίκαση στο Συμβούλιο της Επικρατείας, κατόπιν αποδοχής του από 24.10.2011 αιτήματος της προσφεύγουσας εταιρείας, η ως άνω προσφυγή της Μονοπρόσωπης Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία … MON/ΠΗ ΕΠΕ», προκειμένου, όπως αναφέρεται στην πράξη της Επιτροπής, να κριθούν τα ζητήματα της συμφωνίας με το Σύνταγμα των διατάξεων του άρθρου 11 του ν. 3943/ 2011 και του άρθρου 67 § 5 του ν. 3842/2010.
Επειδή, στην κατά τα ανωτέρω ανοιγείσα ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας δίκη παρεμβαίνει παραδεκτώς, κατά το άρθρο 1 § 1 τρίτο εδάφιο του ν. 3900/2010, ο δικηγόρος **, ο οποίος προβάλλει και αποδεικνύει ότι είναι διάδικος σε εκκρεμή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών δίκη, επί ανακοπής του κατά πράξεων συμψηφισμού (ΓΑΚ 6255/2011), όπου τίθεται το αυτό ως εν προκειμένω νομικό ζήτημα.
Επειδή, στο άρθρο 83 του ν.δ. 356/1974 «Περί Κωδικός Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων» (ΚΕΔΕ - ΦΕΚ 90 Α), που επιγράφεται «Ενέργειαι και αποτελέσματα συμψηφισμού» προβλέφθηκαν αρχικώς τα εξής: «1. Συμψηφισμός απαιτήσεων οφειλέτου του Δημοσίου έναντι χρεών αυτού προς το Δημόσιον δύναται να αντιταχθή εις πάσαν περίπτωσιν καθ ην ούτος έχει βεβαίαν χρηματικήν απαίτησιν κατά του Δημοσίου, εκκαθαρισμένην και αποδεικνυομένην εκ τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως ή εκ δημοσίου εγγράφου. Ο συμψηφισμός προτείνεται διά δηλώσεως υποβαλλομένης εις το Δημόσιον Ταμείον εις ο είναι βεβαιωμένον το χρέος. 2. ... 3. Ο συμψηφισμός ενεργείται και αυτεπαγγέλτως υπό του Δημοσίου Ταμείου εφ’ όσον εκ των παρ' αυτώ στοιχείων αποδεικνύεται η απαίτησις του οφειλέτου. Διά του συμψηφισμού αι αμοιβαίαι απαιτήσεις αποσβέννυνται, αφ' ου χρόνου συνυπήρξαν, φυλαττομένης της διατάξεως του άρθρου 96 του ν.δ. 321/69. Απαίτησις του Δημοσίου παραγεγραμμένη δύναται να αντιταχθή εις συμψηφισμόν επί τριετίαν από της συμπληρώσεως της παραγραφής. 4. Κατά τα λοιπά ισχύουν αι διατάξεις του Αστικού Κωδικός εφ’ όσον δεν αντίκεινται εις τας διατάξεις του παρόντος.» Με το άρθρο 15 § 2 του ν. 3888/2010 «Εκούσια κατάργηση φορολογικών διαφορών, ρύθμιση ληξιπρόθεσμων χρεών, διατάξεις για την αποτελεσματική τιμωρία της φοροδιαφυγής και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ 175 Α/30.9.2010) προστέθηκε εδάφιο στο τέλος της § 3 του άρθρου 83 του ΚΕΔΕ, ως εξής: «Ομοίως δύναται να αντιταχθεί σε συμψηφισμό και απαίτηση βεβαιωμένη ακόμη και αν δεν έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη.» Εξάλλου, στο άρθρο 14 του ίδιου ως άνω ν. 3888/2010 με τον τίτλο «Ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών» ορίζεται ότι: «1. ... 6. ... Κατά το χρονικό διάστημα της ρύθμισης αναστέλλεται επίσης η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης επί κινητών ή ακινήτων, με την προϋπόθεση ότι η εκτέλεση αφορά αποκλειστικά χρέη που υπήχθησαν στη ρύθμιση του άρθρου αυτού. Η αναστολή δεν ισχύει για κατασχέσεις για τις οποίες έχουν εκδοθεί οι σχετικές παραγγελίες πριν την καταβολή της πρώτης δόσης ή την εφάπαξ εξόφληση της ρύθμισης, τα αποδιδόμενα όμως ποσά από αυτές καλύπτουν δόσεις της ρύθμισης, εφόσον δεν συμψηφίζονται με άλλες οφειλές που δεν έχουν ρυθμιστεί. ... Οι διατάξεις του άρθρου 20 του ν. 2648/1998 πλην της παραγράφου 2 εφαρμόζονται και για τα χρέη που υπάγονται στη ρύθμιση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού. ...» Σύμφωνα με το άρθρο 20 § 1 ε του ν. 2648/1998, το Δημόσιο διατηρεί, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα, και μετά τη συμμόρφωση του οφειλέτη στη διευκόλυνση τμηματικής καταβολής που του χορηγήθηκε, να προβαίνει σε συμψηφισμό των χρηματικών απαιτήσεων του οφειλέτη κατά του Δημοσίου και μέχρι το ύψος των ληξιπρόθεσμων χρεών του, σύμφωνα με το άρθρο 83 του ΚΕΔΕ. Στη συνέχεια, με το άρθρο 11 του ν. 3943/2011 «Καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, στελέχωση των ελεγκτικών υπηρεσιών και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Οικονομικών» (ΦΕΚ 66 Α/31.3.2011), το άρθρο 83 του ΚΕΔΕ, όπως ίσχυε μέχρι τότε, αντικαταστάθηκε ολόκληρο, ως εξής: «Άρθρο 83. Ενέργειες και αποτελέσματα συμψηφισμού. 1. Βέβαιη και εκκαθαρισμένη χρηματική απαίτηση του οφειλέτη κατά του Δημοσίου, η οποία αποδεικνύεται με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή δημόσιο έγγραφο, συμψηφίζεται με βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο. 2. Ο συμψηφισμός προτείνεται με δήλωση του οφειλέτη που υποβάλλεται στη ΔΟΥ, η οποία είναι αρμόδια για την είσπραξη του χρέους. Ο συμψηφισμός μπορεί να ενεργείται και αυτεπάγγελτα, με πράξη του προϊσταμένου της ίδιας υπηρεσίας, εφόσον από τα υπάρχοντα στοιχεία αποδεικνύεται απαίτηση του οφειλέτη. Απαίτηση του Δημοσίου παραγεγραμμένη αντιτάσσεται σε συμψηφισμό για μια τριετία από τη συμπλήρωση της παραγραφής. Η δήλωση του οφειλέτη για συμψηφισμό της απαίτησης κατά του Δημοσίου ή το έγγραφο του προϊσταμένου της ΔΟΥ για αυτεπάγγελτο συμψηφισμό κοινοποιείται στην εκκαθαρίζουσα την απαίτηση υπηρεσία, η οποία υποχρεούται σε άμεση απόδοση του συμψηφισθέντος ποσού. 3. Με τις πιο πάνω προϋποθέσεις επιτρέπεται ο συμψηφισμός απαιτήσεων κατά του Δημοσίου με χρέη προς το Δημόσιο που καταβάλλονται με ταυτόχρονη υποβολή δήλωσης φόρου ή άλλου εσόδου. Η δήλωση συμψηφισμού, που υποβάλλεται μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της δήλωσης που αναφέρεται στο προηγούμενο εδάφιο, δεν απαλλάσσει τον οφειλέτη από τις συνέπειες της εκπρόθεσμης υποβολής της. 4. Με το συμψηφισμό οι αμοιβαίες απαιτήσεις αποσβένονται από την ημερομηνία που συνυπήρξαν και κατά το μέρος που καλύπτονται, με την επιφύλαξη των άρθρων 89 και 94 του ν. 2362/1995 (ΦΕΚ 247 Α).
 Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι προϋποθέσεις και η ειδικότερη διαδικασία, με την τήρηση των οποίων εξαιρούνται από τον αυτεπάγγελτο συμψηφισμό χρηματικές απαιτήσεις του οφειλέτη έναντι του Δημοσίου με βεβαιωμένα αλλά μη ληξιπρόθεσμα χρέη του προς το Δημόσιο. 6. Κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα.» Εξάλλου, στο άρθρο 5 του ΚΕΔΕ, όπως αντικαταστάθηκε με την § 1 του άρθρου 50 του ν. 1591/1986 (ΦΕΚ 50Α), που φέρει τον τίτλο «Ληξιπρόθεσμα χρέη», ορίζεται ότι: «Τα χρέη προς το Δημόσιο που βεβαιώνονται στα δημόσια ταμεία και τα τελωνεία του Κράτους γίνονται ληξιπρόθεσμα ως εξής: 1. Τα χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του επόμενου από τη βεβαίωση μήνα. 2. Τα χρέη που με βάση το νόμο καταβάλλονται σε δόσεις την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του μήνα κατά τον οποίο πρέπει να καταβληθεί κάθε δόση, σύμφωνα με τις φορολογικές ή άλλες διατάξεις. Αν η βεβαίωση γίνει μετά την πάροδο της προθεσμίας πληρωμής της πρώτης ή οποιασδήποτε επόμενης δόσης, την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του μήνα πληρωμής της δόσης, που λήγει μετά τη βεβαίωση. ...» Στο άρθρο 6 του ΚΕΔΕ με τον τίτλο «Προσαυξήσεις εκπροθέσμου καταβολής», οι §§ 5-9 του οποίου αναριθμήθηκαν σε § 3-7 αντίστοιχα με την § 2 του άρθρου 22 του ν. 2523/1997 (ΦΕΚ 179 Α), προβλέπονται τα εξής: «1. Από την πρώτη εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του μήνα που ακολουθεί μετά τη λήξη της προθεσμίας κατά την οποία, σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο, γίνονται ληξιπρόθεσμα τα χρέη προς το Δημόσιο, επιβάλλονται σ’ αυτά προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής. ... 2. ... 6. Αναστολαί καταβολής χρεών προς το Δημόσιον και των μετά τούτων συνεισπραττομένων, αναστολαί λήψεως αναγκαστικών μέτρων, ως και διευκολύνσεις τμηματικής καταβολής παρεχόμενοι υπό των αρμοδίων κατά νόμον οργάνων ή δικαστηρίων, δεν απαλλάσσουν τα χρέη εκ των προσαυξήσεων εκπροθέσμου καταβολής καθ' ον χρόνον διαρκεί η παρασχεθείσα αναστολή ή διευκόλυνσις. ...». Με το άρθρο 67 § 5 του ν. 3842/2010 «Αποκατάσταση φορολογικής δικαιοσύνης, αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ 58 Α/23.4.2010), προστέθηκαν δύο νέα εδάφια στο τέλος της § 6 του άρθρου 6 του ΚΕΔΕ, ως ακολούθως: «Το ίδιο ισχύει και για τις αναστολές είτε του νόμιμου τίτλου είτε της ταμειακής βεβαίωσης είτε των πράξεων της διοικητικής εκτέλεσης, που χορηγούνται στα πλαίσια δικαστικής αμφισβήτησης, για το ποσό που οφείλεται τελικά με βάση τη δικαστική απόφαση. Οι ως άνω αναστολές δεν εμποδίζουν την εφαρμογή των διατάξεων του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 8, καθώς και του άρθρου 83 του παρόντος.». Στο άρθρο 7 του ΚΕΔΕ προβλέπεται ότι «Από της επομένης ημέρας καθ’ ην κατά το άρθρον 5 του παρόντος Ν. Διατάγματος τα χρέη προς το Δημόσιον καθίστανται ληξιπρόθεσμα ο Διευθυντής του Ταμείου δικαιούται εις την λήψιν αναγκαστικών μέτρων κατά των οφειλετών διά το καθυστερούμενον μέρος του χρέους». Τέλος, στο άρθρο 8 του ΚΕΔΕ με τον τίτλο «Λήψις μέτρων δια μη ληξιπρόθεσμα χρέη», προβλέπεται ότι: «Κατ’ εξαίρεσιν προκειμένου περί οφειλετών υπόπτων φυγής ή και γενικώς εάν εκ της μη αμέσου λήψεως αναγκαστικών μέτρων πιθανολογήται κίνδυνος ζημίας του Δημοσίου, ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου δικαιούται να προέλθη εις την λήψιν αναγκαστικών μέτρων και πριν ή το χρέος καταστή ληξιπρόθεσμον δέον όμως προς τούτο να έχη την σύμφωνον γνώμην του Ειρηνοδίκου ή της Αστυνομικής Αρχής της έδρας του Ταμείου όπου δεν εδρεύει Ειρηνοδικείον. Περί τούτου συντάσσεται πρακτικόν. Υπό τας αυτάς ως άνω προϋποθέσεις και κατά τον αυτόν τρόπον δύναται να εγγραφή υποθήκη διά παν χρέος προς το Δημόσιον. ...».
Επειδή, όπως συνάγεται από τις προαναφερόμενες διατάξεις, το δικαίωμα του Δημοσίου να αποφασίζει αυτεπαγγέλτως το συμψηφισμό βεβαιωμένων και εκκαθαρισμένων χρηματικών απαιτήσεων οφειλετών του με βεβαιωμένες από το ίδιο απαιτήσεις του κατ' αυτών, μέχρι το ύψος που αυτές καλύπτονται, καθιερώθηκε ήδη από το έτος 1974 με το άρθρο 83 του ΚΕΔΕ, για λόγους έγκαιρης είσπραξης των δημόσιων εσόδων, οικονομίας χρόνου και δαπάνης, καθώς και αποφυγής των δυσμενών συνεπειών της αφερεγγυότητας των οφειλετών του Δημοσίου.
 Έκτοτε, και πριν, δηλαδή, αυτό προβλεφθεί ρητά με την επ’ ολίγον ισχύσασα διάταξη του τελευταίου εδαφίου της § 3 του άρθρου 83 του ΚΕΔΕ (άρ. 15 § 2 του ν. 3888/2010), αναγνωρίζεται η δυνατότητα αυτεπάγγελτου συμψηφισμού εκ μέρους του Δημοσίου και χρεών οφειλετών του που δεν έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμα κατά την έννοια του ΚΕΔΕ, δηλαδή, χρεών που δεν έχουν βεβαιωθεί ταμειακώς, οπότε και καθίστανται αυτά εισπρακτέα με τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης.
 Τούτο διότι με το συμψηφισμό δεν διενεργείται αναγκαστική εκτέλεση προς είσπραξη των απαιτήσεων που απορρέουν από τους οικείους νόμιμους τίτλους, αλλά αποσβένονται οι εκατέρωθεν απαιτήσεις με συνυπολογισμό, που υποκαθιστά την καταβολή των οφειλών.
Για το συμψηφισμό αρκεί οι εκατέρωθεν απαιτήσεις να είναι βέβαιες και εκκαθαρισμένες, δηλαδή να μην υπόκεινται σε αμφισβήτηση, και να είναι προσδιορισμένες κατά το ποσό και την αιτία τους, να αποδεικνύονται δε με τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις ή δημόσια έγγραφα. (Πρβλ. ΣτΕ 1877/2009 7μ., ΣτΕ 2244/2009, ΣτΕ 2006/2001, ΣτΕ 2864/1996, ΣτΕ 1555/1996, ΣτΕ 3144/1994, ΣτΕ 3490/1992, ΣτΕ 3169/1992 7μ., ΣτΕ 3328/1991.)
 Δεδομένου δε ότι, κατά τις πάγιες διατάξεις του Αστικού Κώδικα (άρθρο 441), τα αποτελέσματα του συμψηφισμού επέρχονται στο χρόνο συναντήσεως των αμοιβαίων απαιτήσεων, επιτρέπεται η επιβολή του και σε σχέση με τις μη ληξιπρόθεσμες δόσεις βεβαιωμένων ήδη χρεών που έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση και συνιστούν εξ ορισμού βέβαιες και εκκαθαρισμένες απαιτήσεις του Δημοσίου, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι θα συνυπολογιστούν, κατά το συμψηφισμό, οι εκπτώσεις που τυχόν δικαιούται ο εκάστοτε οφειλέτης από την πρόωρη εξόφληση του συνόλου της οφειλής του.
 Η δυνατότητα αυτεπάγγελτου συμψηφισμού και επί μη ληξιπρόθεσμων οφειλών ή μη ληξιπρόθεσμων δόσεων ρυθμισμένων οφειλών, στοιχούσα και προς γενική αρχή για την απόσβεση των ενοχών (βλ. άρθρο 445 ΑΚ), δεν ανατρέπει την εμπιστοσύνη που επέδειξαν οι οφειλέτες του Δημοσίου στη χαριστική προθεσμία που τους χορηγήθηκε για την εξόφληση των οφειλών τους μέσω της τμηματικής καταβολής, διότι, όπως προαναφέρθηκε, ο αυτεπάγγελτος συμψηφισμός δεν απαιτεί την καταβολή χρέους, αλλά μόνο το συνυπολογισμό βέβαιων και εκκαθαρισμένων απαιτήσεων.
 Επομένως, το άρθρο 83 του ΚΕΔΕ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 του ν. 3943/2011, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα. Κατά τη γνώμη, όμως, των Συμβούλων Μ. Καραμανώφ και Β. Αραβαντινού και της Παρέδρου, Φρ. Γιαννακού, η εξουσία του Δημοσίου να επιβάλλει αυτεπαγγέλτως το συμψηφισμό επί μη ληξιπρόθεσμων χρεών, ειδικότερα δε, επί μη ληξιπρόθεσμων δόσεων οφειλών που έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση, προσκρούει στο άρθρο 5 § 1 του Συντάγματος που κατοχυρώνει την οικονομική ελευθερία και το δικαίωμα του κάθε πολίτη να προγραμματίζει την οικονομική δραστηριότητα δείχνοντας εμπιστοσύνη στις αποφάσεις που λαμβάνει κάθε φορά η Διοίκηση και τον αφορούν, οι οποίες δεν δύνανται να ανατρέπονται μονομερώς από τη Διοίκηση, λόγω μεταβολής του τρόπου δράσης της.
Επειδή, ενόψει της ως άνω ρητώς προβλεπόμενης δυνατότητας αυτεπάγγελτου συμψηφισμού και  μη  ληξιπρόθεσμων,  κατά την έννοια του ΚΕΔΕ, χρεών, δεν είναι υποχρεωτική, για την εφαρμογή του κανόνα του άρθρ. 83 του ΚΕΔΕ, η προηγούμενη έκδοση υπουργικής απόφασης για τον καθορισμό των προϋποθέσεων και της διαδικασίας εξαίρεσης από τον αυτεπάγγελτο συμψηφισμό χρηματικών απαιτήσεων του οφειλέτη με βεβαιωμένα αλλά μη ληξιπρόθεσμα χρέη του προς το Δημόσιο.
 Η υπουργική αυτή απόφαση, η πρόβλεψη, μάλιστα, έκδοσης της οποίας επιβεβαιώνει τον κανόνα της δυνατότητας αυτεπάγγελτου συμψηφισμού και μη ληξιπρόθεσμων χρεών, θα έχει ως συνέπεια, όταν εκδοθεί, να εξαιρούνται, τότε μόνον, από τον αυτεπάγγελτο συμψηφισμό όσες κατηγορίες βεβαιωμένων αλλά μη ληξιπρόθεσμων χρεών περιληφθούν σ’ αυτήν.
Επειδή, όπως προαναφέρθηκε, προϋπόθεση του αυτεπάγγελτου συμψηφισμού είναι η ύπαρξη εκατέρωθεν απαιτήσεων βεβαιωμένων και εκκαθαρισμένων κατά ποσό, δηλαδή, απαιτήσεων για τις οποίες δεν υπάρχει εκκρεμής δικαστική αμφισβήτηση. Ως δικαστική δε αμφισβήτηση πρέπει εν προκειμένω να νοηθεί αυτή που κατά το νόμο επιδρά στην εγκυρότητα του νόμιμου τίτλου καθιστώντας αυτόν αδρανή.
 Υπό την έννοια αυτή, απόφαση της Επιτροπής Αναστολών που διατάσσει, για λόγους πρόδηλης βασιμότητας του κύριου ένδικου βοηθήματος, την αναστολή καταλογιστικής πράξης ή ταμειακής βεβαίωσης στο σύνολο της, εμποδίζοντας την είσπραξη της οφειλής, κωλύει τη διενέργεια συμψηφισμού εκ μέρους του Δημοσίου και τούτο διότι, στην περίπτωση αυτή, τα αποτελέσματα της προσωρινής απόφασης εξομοιώνονται με εκείνα της οριστικής δικαστικής προστασίας και εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο τόσο του άρθρου 20 § 1 του Συντάγματος, όσο και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ.
Αντίθετα, ο αυτεπάγγελτος συμψηφισμός δεν κωλύεται από τη δικαστική αναστολή καταβολής χρεών ή λήψης άλλων μέτρων εκτέλεσης των νόμιμων τίτλων για λόγους που δεν ανάγονται στην ύπαρξη της οφειλής.
Στην περίπτωση αυτή, η άσκηση, από τον οφειλέτη του Δημοσίου, του δικαιώματος στην προσωρινή δικαστική προστασία και η χορήγηση, από τον αρμόδιο δικαστικό σχηματισμό, αναστολής εκτελέσεως, η οποία, άλλωστε, αφορά την εκτέλεση και όχι την ισχύ της καταλογιστικής πράξεως ή της πράξεως αναγκαστικής εκτελέσεως, δεν επηρεάζει την κατ’ ουσία ύπαρξη της υποχρέωσης του προς το Δημόσιο, αλλά αποσκοπεί στην εξασφάλιση του από τη λήψη μέτρων εκτέλεσης εναντίον του που επιφέρουν ανεπανόρθωτη βλάβη στη διαβίωση του ή την οικονομική του υπόσταση. Ο συμψηφισμός, όμως, δεν έχει, από τη φύση του, τέτοιες συνέπειες, γι’ αυτό και εν προκειμένω επιτρέπεται. Δεν περιλαμβάνεται δε στο εννοιολογικό περιεχόμενο της τυχόν χορηγούμενης αναστολής εκτελέσεως η επέκταση των αποτελεσμάτων της και σε έννομες συνέπειες διαφορετικές από εκείνες, προς αποτροπή των οποίων χορηγήθηκε.
Ενόψει των ανωτέρω, το άρθρο 67 § 5 του ν. 3842/2010, με την προεκτεθείσα ερμηνεία του, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα. Κατά τη γνώμη, όμως, των Συμβούλων Μ. Καραμανώφ και Β. Αραβαντινού, καθώς και της Παρέδρου Φρ. Γιαννακού, το άρθρο 20 § 1 του Συντάγματος που κατοχυρώνει και την προσωρινή δικαστική προστασία, σε συνδυασμό με το άρθρο 26 του Συντάγματος που καθιερώνει τη διάκριση, το κύρος και τον αμοιβαίο σεβασμό των κρατικών λειτουργιών, επιτάσσουν την πλήρη συμμόρφωση της Διοίκησης προς το ανασταλτικό αποτέλεσμα των αποφάσεων που εκδίδονται επί αιτήσεων αναστολών, μέχρι την οριστική κρίση της υπόθεσης από το αρμόδιο δικαστήριο.
 Το ανασταλτικό αποτέλεσμα των αποφάσεων με τις οποίες παρέχεται προσωρινή δικαστική προστασία, ανεξαρτήτως των ειδικότερων αιτιολογιών των αποφάσεων και των διατασσόμενων με αυτές μέτρων, συνίσταται στην παρεμπόδιση της πραγμάτωσης, με τα μέσα του διοικητικού καταναγκασμού, του περιεχομένου της προσβαλλόμενης με το κύριο ένδικο βοήθημα πράξης. Εφόσον δε ο συμψηφισμός επιφέρει αμοιβαία απόσβεση των απαιτήσεων των μερών, όταν ενεργείται αυτεπαγγέλτως από τη Διοίκηση, επί χρεών που τελούν σε δικαστική αναστολή για οποιονδήποτε λόγο, ματαιώνει το σκοπό για τον οποίο παρέχεται το κύριο ένδικο βοήθημα και εξουδετερώνει τη δυνατότητα παροχής οριστικής δικαστικής προστασίας στον ασκήσαντα το κύριο ένδικο βοήθημα ή μέσο. Κατά τη μειοψηφούσα αυτή γνώμη, στην περίπτωση αυτή συντρέχει περίπτωση παραβίασης των άρθρων 20 § 1 και 26 του Συντάγματος.
Επειδή, μετά την επίλυση των ζητημάτων της συνταγματικότητας του άρθρου 11 του ν. 3943/ 2011 και του άρθρου 67 § 5 του ν. 3842/2010, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης για την κατ' ουσία εκδίκαση της κρινόμενης προσφυγής.
Επιλύει τα ζητήματα της συνταγματικότητας του άρθρου 11 του ν. 3943/2011 και του άρθρου 67 § 5 του ν. 3842/2010.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά τα λοιπά στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

ΣΧΟΛΙΟ
Η δυνατότητα αυτεπάγγελτου συμψηφισμού εκ μέρους του Δημοσίου και χρεών οφειλετών του που δεν έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμα κατά την έννοια του ΚΕΔΕ.
Το ΣΤ΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας με την υπ΄ αριθμ. 2164/2012 απόφασή του (εκδόθηκε ως «δίκη πιλότος» για νομικό ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος του άρθρου 1 του ν. 3900/10) έκρινε ότι «δεν αντίκειται στο Σύνταγμα το άρθρο 83 του ΚΕΔΕ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 του Ν. 3943/2011» που προβλέπει τον αυτεπάγγελτο συμψηφισμό χρεών προς το Δημόσιο.

Η πλειοψηφία έκρινε ότι «η δυνατότητα αυτεπάγγελτου συμψηφισμού και επί μη ληξιπρόθεσμων οφειλών ή μη ληξιπρόθεσμων δόσεων ρυθμισμένων οφειλών δεν ανατρέπει την εμπιστοσύνη που επέδειξαν οι οφειλέτες του Δημοσίου στη χαριστική προθεσμία που του χορηγήθηκε για την εξόφληση των οφειλών τους μέσω της τμηματικής καταβολής, διότι ο αυτεπάγγελτος συμψηφισμός δεν απαιτεί την καταβολή χρέους, αλλά μόνο το συνυπολογισμό βέβαιων και εκκαθαρισμένων απαιτήσεων».
Εχει κριθεί αλλωστε  ότι : η νομιμότητα της διοικητικής πράξεως του συμψηφισμού, η αμφισβήτηση της οποίας υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, εξαρτάται από τη νομιμότητα της πράξεως του καταλογισμού του ποσού, καθόσον ο συμψηφισμός προϋποθέτει την ύπαρξη νόμιμης απαιτήσεως του Δημοσίου εις βάρος του λαβόντος. Επομένως, αν η πράξη του καταλογισμού δεν είναι νόμιμη ή δεν υφίσταται για οποιονδήποτε λόγο, δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για τη διενέργεια του συμψηφισμού της απαιτήσεως του Δημοσίου, που απορρέει από την καταλογιστική αυτή πράξη, με ανταπαίτηση του προσώπου, εις βάρος του οποίου γίνεται ο καταλογισμός (βλ. Σ.τ.Ε.100.2012, 2961/2009, 3081/2010). Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 20 παρ. 1, 94 και 95 του Συντάγματος συνάγεται ότι ο κοινός νομοθέτης υποχρεούται να εξασφαλίζει την δυνατότητα έννομης προστασίας έναντι των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών. Η προστασία αυτή, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, δεν αφορά μόνο την οριστική επίλυση της ένδικης διαφοράς, δηλαδή την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί του κυρίου ενδίκου βοηθήματος, αλλά περιλαμβάνει και την προσωρινή δικαστική προστασία, δηλαδή την λήψη του μέτρου που κρίνεται κατάλληλο για να αποσοβηθεί η ανεπανόρθωτη βλάβη που κατά περίπτωση συνδέεται με την άμεση εκτέλεση της διοικητικής πράξης, ήτοι για να αποσοβηθεί η ματαίωση του σκοπού, για τον οποίο παρέχεται το κύριο ένδικο βοήθημα (πρβλ. Ε.Α. 718/1993, 57/2009 κ.ά.). Στην σχολιαζομένη  απόφαση επισημαίνεται  ότι η απόφαση της επιτροπής Αναστολών που διατάσσει (για λόγους πρόδηλης βασιμότητας του κύριου ένδικου βοηθήματος- κυρίας προσφυγής) την αναστολή καταλογιστικής πράξης ή ταμειακής βεβαίωσης στο σύνολο της, εμποδίζοντας την είσπραξη της οφειλής, κωλύει τη διενέργεια συμψηφισμού εκ μέρους του Δημοσίου.

Και τούτο διότι τα αποτελέσματα της προσωρινής απόφασης εξομοιούνται με εκείνα της οριστικής δικαστικής προστασίας και εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο τόσο του άρθρου 20 παράγραφος 1 του Συντάγματος, όσο και του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).

Αντίθετα, συνεχίζει η απόφαση του ΣτΕ, «ο αυτεπάγγελτος συμψηφισμός δεν κωλύεται από τη δικαστική αναστολή καταβολής χρεών ή λήψης άλλων μέτρων εκτέλεσης των νομίμων τίτλων για λόγους που δεν ανάγονται στην ύπαρξη της οφειλής». Κατόπιν αυτών, το ΣτΕ ανέπεμψε την υπόθεση στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης
       ΑΝΤΩΝΗΣ Π.ΑΡΓΥΡΟΣ
               argytospa@yahoo.com 


ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

  ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ -ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΕΝ ΟΨΕΙ   ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ (4...