10 Οκτωβρίου 2015

Ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας

Ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας ΣΤΕ  (Ολομέλεια) Αριθ. 1501/2015 ΜΕ ΣΧΟΛΙΟ ΑΝΤΩΝΗ ΑΡΓΥΡΟΥ 

Ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας. Σύμφωνα με το σκοπό της διατάξεως του άρθρου 4 § 5 του Συντάγματος αποκατάσταση ζημίας καθίσταται δυνατή σε περίπτωση ζημιογόνου δράσεως οιουδήποτε οργάνου του Κράτους, άρα και εκείνης των οργάνων τα οποία είναι ενταγμένα στην δικαστική λειτουργία. Αποκλεισμός της αστικής ευθύνης του Δημοσίου στην τελευταία περίπτωση δεν συνάγεται από την περί αγωγών κακοδικίας διάταξη του άρθρου 99 του Συντάγματος, διότι η προσωπική ευθύνη οργάνου του Δημοσίου δεν αποκλείει αναγκαίως την ευθύνη του τελευταίου, σκοπός δε της διατάξεως αυτής είναι η προστασία του κύρους της Δικαιοσύνης με ανάθεση σε ειδικό δικαστήριο του έργου της διαγνώσεως της προσωπικής ευθύνης των δικαστικών λειτουργών από την άσκηση των καθηκόντων τους.
Πρόδηλο σφάλμα του δικαστικού λειτουργού επισύρει ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση κατά τις διατάξεις του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ. Η διάταξη του άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα ορίζοντας ως προϋπόθεση για την ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση τον παράνομο χαρακτήρα της ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως έχει ευθεία εφαρμογή στην περίπτωση ζημιογόνας δράσεως οργάνων της νομοθετικής εξουσίας (νομοθέτηση ή παράλειψη νομοθετήσεως αντικείμενη σε κανόνες δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος) και της εκτελεστικής εξουσίας κατά την εφαρμογή του νόμου στην ατομική περίπτωση (παράβαση της αρχής της νομιμότητας). Η διάταξη αυτή δεν αναφέρεται ευθέως σε ζημιογόνες πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, διότι ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση λόγω απλώς εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου ή απλώς εσφαλμένης εκτιμήσεως των πραγμάτων από δικαστικό λειτουργό δεν είναι συμβατή με την φύση του δικαστικού έργου, ως εκ της οποίας το Σύνταγμα εγγυάται στον δικαστικό λειτουργό την λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία του. Εν όψει της φύσεως του δικαστικού έργου, μόνο πρόδηλο σφάλμα του δικαστικού λειτουργού επισύρει ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση.
Αντίθετη η μειοψηφία σύμφωνα με την οποία η μέσω της διαδικασίας της εκδικάσεως των διαφορών της αποζημιωτικής ευθύνης του Δημοσίου αμφισβήτηση ενώπιον του δικαστή διαφορών παρεμπιπτόντως της κρίσεως δικαστικών οργάνων κατά την άσκηση των δικαστικών τους καθηκόντων άγει σε εξουδετέρωση της αποτελεσματικότητας της έννομης προστασίας από τον φυσικό δικαστή, δεν εναρμονίζεται προς τις μνησθείσες διατάξεις των άρθρων 8, 20 § 1 και 25 § 1 εδάφιο δεύτερο του Συντάγματος (Άρθρα 14 § 2 περ. β΄ π.δ.18/1989, 105 ΕισΝΑΚ, 533 - 545 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, 7 περ. δ΄ ν. 693/1977, 4, 5 και 9 ν. 1729/ 1987, 57 και 1000 Αστικού Κώδικα, 185 ΚΔΔ, 4 § 5, 5 § 1, 7 § 4, 8, 17, 20 § 1, 25 § 1 εδ. β΄, 87, 93, 94, 96, 98, 99 Σ). 

(…) Επειδή, με την πρώτη από τις υπό κρίση αιτήσεις, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται, κατά τον νόμο, καταβολή παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της 42/2005 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας. Με την απόφαση αυτή εξαφανίσθηκε, κατ’αποδοχή εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, η 529/2002 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Λάρισας και, στην συνέχεια, κατά μερική αποδοχή αγωγής του αναιρεσιβλήτου, υποχρεώθηκε το Ελληνικό Δημόσιο, κατά το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, να του καταβάλει ποσό 14.673, 51 ευρώ προς αποκατάσταση ζημίας που είχε υποστεί από την σφράγιση καταστήματος πωλήσεως ειδών ενδύσεως και ατομικής χρήσεως από κάνναβη και την κατάσχεση των σχετικών εμπορευμάτων. Με την πρωτόδικη απόφαση η αγωγή του αναιρεσιβλήτου είχε απορριφθεί.
(…) Επειδή, το άρθρο 4 § 5 του Συντάγματος, ορίζοντας ότι «Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους» έχει αναγάγει σε συνταγματικό κανόνα την ισότητα ενώπιον των δημοσίων βαρών, συνιστά δε, παράλληλα, και διάταξη στην οποία θεμελιώνεται η αποζημιωτική ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις των οργάνων του που προκαλούν ζημία, παράνομες (ΣτΕ 980/2002) ή νόμιμες (ΣτΕ 5504/2012). Τούτο, διότι η ισότητα ενώπιον των δημοσίων βαρών επιτάσσει και την αποκατάσταση της ζημίας που κάποιος υφίσταται από την δράση, χάριν του δημοσίου συμφέροντος, των οργάνων του Κράτους, όταν η δράση αυτή δεν είναι σύννομη ή όταν είναι μεν νόμιμη αλλά προκαλεί βλάβη ιδιαίτερη και σπουδαία, σε βαθμό ώστε να υπερβαίνει τα όρια που είναι κατά το Σύνταγμα ανεκτά προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο σκοπός δημοσίου συμφέροντος στον οποίο αποβλέπει η δράση αυτή, σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία.. Πραγματώνεται δε ο σκοπός της διατάξεως αυτής υπό την ως άνω έννοια όταν αποκατάσταση τέτοιας ζημίας καθίσταται δυνατή σε περίπτωση ζημιογόνου δράσεως οιουδήποτε οργάνου του Κράτους, άρα και εκείνης των οργάνων τα οποία είναι ενταγμένα στην δικαστική λειτουργία. Αποκλεισμός της αστικής ευθύνης του Δημοσίου στην τελευταία περίπτωση δεν συνάγεται από την περί αγωγών κακοδικίας διάταξη του άρθρου 99 του Συντάγματος, διότι η προσωπική ευθύνη οργάνου του Δημοσίου δεν αποκλείει αναγκαίως την ευθύνη του τελευταίου, σκοπός δε της διατάξεως αυτής είναι η προστασία του κύρους της Δικαιοσύνης με ανάθεση σε ειδικό δικαστήριο του έργου της διαγνώσεως της προσωπικής ευθύνης των δικαστικών λειτουργών από την άσκηση των καθηκόντων τους. Επομένως, κατά το Σύνταγμα, επιβάλλεται στο νομοθέτη να ορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες αποκαθίσταται η ζημία που προκαλείται από την δράση οποιουδήποτε κρατικού οργάνου λαμβάνοντας υπ’όψη την φύση και την αποστολή του έργου που το Σύνταγμα αναγνωρίζει, αναθέτει και εγγυάται στα όργανα των τριών λειτουργιών του Κράτους. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Δ. Μακρής και Τ. Κόμβου, οι οποίοι διετύπωσαν την εξής γνώμη: Εκτός των περιπτώσεων κατά τις οποίες υφίσταται ευθύνη προς αποζημίωση του Δημοσίου από πράξεις δικαστικών οργάνων, εάν προκληθεί ζημία κατά παράβαση του ενωσιακού δικαίου με τις προϋποθέσεις που έχουν τεθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (ΔΕΚ 30.9.2003, C-224/01, Köbler, Συλλ. 2003 Ι-10239, ΔΕΚ 13.6.2006, C-173/03 Traghetti del Mediterraneo, Συλ 2006 Ι-5177, ΔΕΚ 24.11.2011, C-379/10, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλ 2011 Ι-00180), το άρθρο 4 § 5 του Συντάγματος που αποτελεί την διάταξη στην οποία θεμελιώνεται η αποζημιωτική ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις των οργάνων του που προκαλούν ζημία, νόμιμες (ΣτΕ 5504/2012, 2165/2013 επταμ.) ή παράνομες (ΣτΕ 980/2002), προκειμένου να τύχει εφαρμογής σε περιπτώσεις υλικής ζημίας ή ηθικής βλάβης από αποφάσεις ή πράξεις των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας κατά την άσκηση των δικαστικών τους καθηκόντων με τις εγγυήσεις των άρθρων 87 και επομένων του Συντάγματος, και η οποία διακρίνεται κατά το Σύνταγμα από την νομοθετική και την εκτελεστική λειτουργία, θα πρέπει να εναρμονίζεται προς άλλες σχετικές συνταγματικές διατάξεις οι οποίες έχουν ίση τυπική ισχύ (ΣτΕ 292/1984 Ολομέλεια). Στο πλαίσιο αυτό, οι διατάξεις των άρθρων 8, 20 § 1 και 25 § 1 εδάφιο δεύτερο του Συντάγματος διασφαλίζουν την εκδίκαση των διαφορών από προκαθορισμένο με γενικό και αντικειμενικό τρόπο συγκεκριμένο δικαστή και με ορισμένη διαδικασία αποτελεσματική, η οποία, άρα, περιλαμβάνει την οριστική αυθεντική επίλυσή τους από τον δικαστή αυτόν σύμφωνα με την καθιερωμένη οργάνωση απονομής της δικαιοσύνης με την λειτουργία δικαιοδοτικών οργάνων αντίστοιχων προς την φύση των αναφυομένων δικαστικών διαφορών (άρθρα 93, 94, 96, 98 του Συντάγματος), που είναι αρμόδια και για τον έλεγχο της ορθότητας των σχετικών αποφάσεων ή πράξεων, που μπορεί να οδηγήσει στην εξαφάνισή τους. Η εκδοχή ότι η αναφερθείσα διάταξη του Συντάγματος επιτάσσει την αποκατάσταση από το Δημόσιο της ζημίας που προκαλείται και από την άσκηση των δικαστικών καθηκόντων των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας έχει ως συνέπεια την άσκηση παρεμπίπτοντος ελέγχου από τον δικαστή της αγωγής αποζημιώσεως σε σχετικές αποφάσεις ή πράξεις των δικαστικών οργάνων ή άλλων οργάνων που είναι ενταγμένα στην διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης. Ο έλεγχος της εν γένει ορθότητας των αποφάσεων ή πράξεων των οργάνων αυτών, τα οποία θα είναι μάλιστα και αρμόδια να αποφανθούν και σε τελευταίο βαθμό, στο πλαίσιο της διαδικασίας της αποζημιωτικής ευθύνης του Δημοσίου κατόπιν της εγέρσεως σχετικής διαφοράς που έχει ως κύριο αντικείμενο ήδη εξενεχθείσα δικαιοδοτική κρίση με τις εγγυήσεις και τα αποτελέσματα που διασφαλίζουν οι προαναφερθείσες συνταγματικές διατάξεις, οδηγεί στην οριστική επίλυση της αποζημιωτικής διαφοράς αυτής με αυθεντική κρίση και για το παρεμπιπτόντως εξεταζόμενο προεκτεθέν ζήτημα. Κατά τον τρόπο όμως αυτό τελικά το ζήτημα εξετάζεται από δικαστή διαφορετικό από τον φυσικό δικαστή της υποθέσεως, επιλύεται δε με την έκδοση και άλλης αποφάσεως που μπορεί να περιλαμβάνει διαφορετικές ή αντίθετες κρίσεις έναντι της αποφάσεως ή πράξεως που αποτέλεσε αιτία της αποζημιωτικής διαφοράς, καθιστώντας μη αποτελεσματική την παρασχεθείσα ήδη έννομη προστασία από το αρμόδιο δικαστήριο. Για τους προεκτεθέντες λόγους η μέσω της διαδικασίας της εκδικάσεως των διαφορών της αποζημιωτικής ευθύνης του Δημοσίου αμφισβήτηση ενώπιον του δικαστή των διαφορών αυτών παρεμπιπτόντως της κρίσεως δικαστικών οργάνων κατά την άσκηση των δικαστικών τους καθηκόντων, που άγει σε εξουδετέρωση της αποτελεσματικότητας της έννομης προστασίας από τον φυσικό δικαστή, δεν εναρμονίζεται προς τις μνησθείσες διατάξεις των άρθρων 8, 20 § 1 και 25 § 1 εδάφιο δεύτερο του Συντάγματος. Συγκεκριμένα, δεν είναι κατά το Σύνταγμα δυνατός τέτοιος παρεμπίπτων έλεγχος από τον διοικητικό δικαστή πράξεων, παραλείψεων ή εκτιμήσεων ποινικού δικαστηρίου, ή συμβουλίου ή άλλου οργάνου (εισαγγελέα, ανακριτή), ενταγμένου στην διαδικασία απονομής της ποινικής δικαιοσύνης (πρβλ. ΣτΕ 2574/2006 επταμ.). Άλλωστε ο συνταγματικός νομοθέτης, κατοχυρώνοντας κατ’ αρχήν την υποχρέωση του Δημοσίου προς αποζημίωση από ζημιογόνες πράξεις οργάνων του, στάθμισε περαιτέρω την ανάγκη αποζημιώσεως όσων ζημιώνονται από αποφάσεις ή πράξεις δικαιοδοτικών οργάνων με την παροχή αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας από συγκεκριμένο για κάθε υπόθεση δικαστή προσωπικά και λειτουργικά ανεξάρτητο, θεσπίζοντας ειδικές σχετικές ρυθμίσεις. Οι ειδικές διατάξεις αυτές, που έχουν ίση τυπική ισχύ με την διάταξη του άρθρου 4 § 5 του Συντάγματος, ρυθμίζουν το ζήτημα της ευθύνης προς αποζημίωση από τέτοιες αποφάσεις, πράξεις ή παραλείψεις οργάνων ενταγμένων στην άσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας κατά την άσκησή της. Ειδικότερα το Σύνταγμα με την διάταξη του άρθρου 7 § 4 καθιερώνει ευθύνη του Κράτους προς αποζημίωση όσων καταδικάσθηκαν, προφυλακίσθηκαν ή με άλλο τρόπο στερήθηκαν άδικα ή παράνομα την προσωπική τους ελευθερία, επιβάλλει δε στον νομοθέτη να ορίσει τις σχετικές προϋποθέσεις (βλ. ήδη τις διατάξεις των άρθρων 533 – 545 του κώδικα ποινικής δικονομίας) και με τις διατάξεις του άρθρου 99 ρυθμίζει το ζήτημα της αποζημιώσεως από παράνομες αποφάσεις ή πράξεις δικαστικών λειτουργών με το θεσπιζόμενο δικαίωμα ασκήσεως αγωγής κακοδικίας και την αντίστοιχη καθιέρωση ευθύνης των ιδίων των δικαστών σε αρμονία προς την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία τους και με την ανάθεση σε Ειδικό Δικαστήριο του έργου της εκδικάσεως των διαφορών αυτών. Για την αποφυγή των ατερμόνων δικών επί του αυτού ζητήματος με το άρθρο 7 περ. δ΄ του ν. 693/1977 (φ. 262) ορίστηκε ότι δεν χωρεί αγωγή κακοδικίας κατά των μελών του Ειδικού Δικαστηρίου εκδικάσεως αγωγών κακοδικίας για τις αποφάσεις επί αγωγών κακοδικίας. Συνεπώς, σύμφωνα με την εν λόγω μειοψηφήσασα γνώμη, ζημία που προκλήθηκε από ποινική δίωξη δεν μπορεί να αποκατασταθεί με εφαρμογή του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ (πρβλ. ΣτΕ 2574/2006 επταμ., ΑΠ 256/1996).
 Επειδή, στο άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984 - Α΄ 164) ορίζεται ότι «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. Μαζί με το δημόσιο ευθύνεται εις ολόκληρον και το υπαίτιο πρόσωπο, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων για την ευθύνη των υπουργών». Η πρώτη από τις διατάξεις αυτές, ορίζοντας ως προϋπόθεση για την ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση τον παράνομο χαρακτήρα της ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως έχει ευθεία εφαρμογή στην περίπτωση ζημιογόνας δράσεως οργάνων της νομοθετικής εξουσίας (νομοθέτηση ή παράλειψη νομοθετήσεως αντικείμενη σε κανόνες δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος) και της εκτελεστικής εξουσίας κατά την εφαρμογή του νόμου στην ατομική περίπτωση (παράβαση της αρχής της νομιμότητας). Η διάταξη αυτή δεν αναφέρεται ευθέως σε ζημιογόνες πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, διότι ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση λόγω απλώς εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου ή απλώς εσφαλμένης εκτιμήσεως των πραγμάτων από δικαστικό λειτουργό δεν είναι συμβατή με την φύση του δικαστικού έργου, ως εκ της οποίας το Σύνταγμα εγγυάται στον δικαστικό λειτουργό την λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία του. Εν όψει της φύσεως του δικαστικού έργου, μόνο πρόδηλο σφάλμα του δικαστικού λειτουργού επισύρει ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση. Εφ’ όσον δε το Σύνταγμα, κατά την προηγούμενη σκέψη, δεν ανέχεται να παραμένουν αναποζημίωτες ζημίες που κάποιος υφίσταται από ενέργειες οποιουδήποτε κρατικού οργάνου, μέχρις ότου ο νομοθέτης ρυθμίσει ειδικώς την ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ έχει ανάλογη εφαρμογή σε περίπτωση προκλήσεως ζημίας από πράξεις των οργάνων αυτών η οποία μπορεί να αποδοθεί σε πρόδηλο σφάλμα τους. Ο πρόδηλος δε χαρακτήρας του σφάλματος της κρίσεως οργάνου της δικαστικής λειτουργίας προκύπτει από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης περιπτώσεως βάσει των οποίων η δικαστική πλάνη καθίσταται συγγνωστή ή ασύγγνωστη. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Δ. Αλεξανδρής, Ι. Γράβαρης, Ε. Αντωνόπουλος, Σ. Μαρκάτης, Σ. Χρυσικοπούλου, Η. Τσακόπουλος, Β. Καλαντζή, Κ. Κουσούλης, Κ. Πισπιρίγκος και ο Πάρεδρος Δ. Βασιλειάδης οι οποίοι διετύπωσαν την ακόλουθη γνώμη: Με το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ επιδιώκεται η αποκατάσταση περιουσιακής ζημίας και η ικανοποίηση ηθικής βλάβης που προκαλούνται από πράξεις, παραλείψεις ή υλικές ενέργειες οργάνων του Δημοσίου όταν αυτές κρίνονται παράνομες από τον δικαστή της αγωγής αποζημιώσεως. Η διάταξη αυτή, παρά την ευρεία διατύπωσή της, αναφερόμενης σε όργανα του Δημοσίου, δεν έχει εφαρμογή στις περιπτώσεις υλικής ζημίας ή ηθικής βλάβης από παράνομες πράξεις των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Για την νομιμότητα των πράξεων αυτών (αποφάσεων και λοιπών διαδικαστικών πράξεων), κατ’επιταγή του Συντάγματος που προκύπτει από την οργάνωση της απονομής της δικαιοσύνης με την λειτουργία δικαιοδοτικών οργάνων αντίστοιχων προς την φύση των αναφυόμενων δικαστικών διαφορών (άρθρα 93, 94, 96), ο νόμος καθιερώνει συγκεκριμένο σύστημα ελέγχου στους κόλπους των ιδιαιτέρων κλάδων της απονομής της δικαιοσύνης. Οι πράξεις, επομένως, αυτές ελέγχονται υποχρεωτικώς, κατά το Σύνταγμα, από δικαστικά όργανα που ανήκουν στον ίδιο δικαιοδοτικό κλάδο και κατά ορισμένη διαδικασία, δεν καταλείπεται δε έδαφος παρεμπίπτοντος ελέγχου τους από διοικητικό δικαστήριο αρμόδιο να αποφαίνεται για την κατ’ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ ευθύνη του Δημοσίου. Ειδικότερα, δεν υπόκεινται σε τέτοιο παρεμπίπτοντα έλεγχο πράξεις, παραλείψεις ή εκτιμήσεις ποινικού δικαστηρίου, ή συμβουλίου ή άλλου οργάνου (εισαγγελέα, ανακριτή), ενταγμένου στην διαδικασία απονομής της ποινικής δικαιοσύνης ( πρβ ΣτΕ 2574/2006 επτ.). Ως όργανα δε ενταγμένα στην διαδικασία της ποινικής δικαιοσύνης νοούνται και οι αστυνομικοί υπάλληλοι όταν ενεργούν υπό την εποπτεία ή κατόπιν εντολών εισαγγελικού λειτουργού και σύμφωνα με αυτές. Συνεπώς, ζημία που προκλήθηκε από πράξη δικαστικού οργάνου και, ειδικότερα, από ποινική δίωξη δεν μπορεί να αποκατασταθεί με τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ. Σύμφωνα όμως με την προηγούμενη σκέψη, η διάταξη του άρθρου 4 § 5 του Συντάγματος, υπό την εκτεθείσα στην σκέψη αυτή έννοια, επιβάλλει στον κοινό νομοθέτη να καθορίσει την διαδικασία, σε αρμονία προς τις συνταγματικές διατάξεις περί χωριστών δικαιοδοσιών, και τους όρους υπό τους οποίους αποκαθίσταται περιουσιακή ζημία προκληθείσα από πράξεις, παραλείψεις ή εκτιμήσεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας. Επιβάλλει, ειδικότερα, την υποχρέωση για τον καθορισμό των όρων υπό τους οποίους αποκαθίσταται από το Δημόσιο ζημία προκληθείσα από όργανα ενταγμένα στην διαδικασία απονομής της ποινικής δικαιοσύνης, πέρα της από το άρθρο 7 § 4 του Συντάγματος προβλεπόμενης περιπτώσεως αποζημιώσεως των αδίκως προφυλακισθέντων ή καταδικασθέντων ή στερηθέντων την ελευθερία τους και, συγκεκριμένα, ζημία που προκλήθηκε από ποινική δίωξη, η οποία κρίθηκε μη νόμιμη με αμετάκλητη αθωωτική απόφαση. Επιβάλλει, δηλαδή, τον καθορισμό των κατάλληλων προϋποθέσεων υπό τις οποίες αποκαθίσταται περιουσιακή ζημία που προκλήθηκε από την δράση των ενταγμένων στην διαδικασία της ποινικής δικαιοσύνης οργάνων, όταν εκ των υστέρων προκύπτει ότι τα όργανα αυτά κατά την εκτέλεση της αποστολής τους για την καταπολέμηση του εγκλήματος και την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης χάριν του καλού του κοινωνικού συνόλου εσφαλμένως εκτίμησαν ως ποινικώς κολάσιμη ανθρώπινη ενέργεια ή συμπεριφορά. Μειοψήφησαν επίσης οι Σύμβουλοι Δ. Μακρής και Τ. Κόμβου, οι οποίοι, εν όψει της αναφερθείσας απόψεώς τους, υποστήριξαν ότι ο νομοθέτης δεν έχει υποχρέωση να καθορίσει την διαδικασία και τους όρους υπό τους οποίους αποκαθίσταται ζημία που προκαλείται από εν γένει αποφάσεις ή πράξεις δικαστικών οργάνων κατά την άσκηση του δικαιοδοτικού έργου τους, για τους λόγους που αναφέρονται στη μειοψηφούσα γνώμη των Συμβούλων αυτών, η οποία παρατίθεται στην προηγούμενη σκέψη. Για τους ίδιους λόγους δεν είναι δυνατή και η ευθεία ή η ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ στις αναφερθείσες περιπτώσεις παράνομων ζημιογόνων αποφάσεων ή πράξεων των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας κατά την άσκηση των δικαστικών καθηκόντων τους και συγκεκριμένα ενταγμένων στην διαδικασία της ποινικής διαδικασίας.
Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, στις 21.9.1998 πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα σύσκεψη στην οποία έλαβαν μέρος εκπρόσωποι των Υπουργείων Υγείας και Πρόνοιας Αναπτύξεως, Δημοσίας Τάξεως και Οικονομικών καθώς και εκπρόσωποι του Ε.Ο.Φ. και του Ο.Κ.Α.Ν.Α. και η οποία είχε ως αντικείμενο τον συντονισμό των δημοσίων υπηρεσιών για την αντιμετώπιση του προβλήματος της εισαγωγής και κυκλοφορίας στην Ελλάδα προϊόντων που περιείχαν συστατικά από κάνναβη και έφεραν ενδείξεις με τις οποίες προβαλλόταν η κάνναβη κατά τρόπο έντονο, όπως απεικόνιση φύλλου κάνναβης στην συσκευασία τους. Στην σύσκεψη αυτή επισημάνθηκε ότι, καθ’όσον το ποσοστό της περιεχόμενης στα προϊόντα αυτά ναρκωτικής ουσίας τετραϋδροκανναβινόλης ήταν αμελητέο, το πρόβλημα αφορούσε την διαφήμιση της κάνναβης μέσω των προϊόντων αυτών και ότι η εισαγωγή και το εμπόριο τέτοιων προϊόντων συνιστούσε πρόκληση και παρακίνηση για χρήση και διαφήμιση ναρκωτικών κατά παράβαση των διατάξεων του ν. 1729/1987. Για τους λόγους αυτούς αποφασίσθηκε ότι τα εν λόγω προϊόντα δεν έπρεπε να φέρουν, κατά την εισαγωγή και κυκλοφορία τους στην Ελλάδα, ενδείξεις σχετικές με το φυτό της κάνναβης και ονομασία ίδια ή παραπλήσια, ανεξαρτήτως αν ανιχνευόταν σ’αυτά η ως άνω ναρκωτική ουσία. Στην συνέχεια, η Διεύθυνση Δημόσιας Ασφάλειας του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως απέστειλε στις Διευθύνσεις Ασφαλείας Αττικής και Θεσσαλονίκης και στις Αστυνομικές Διευθύνσεις Νομών το από 12.10.1998 έγγραφο, με το οποίο ζητούσε την διενέργεια εκτεταμένων ελέγχων σε καταστήματα που διαθέτουν στην αγορά προϊόντα κάνναβης και την εφαρμογή των οριζομένων στα άρθρα 4 και 9 του ν. 1729/1987. Στο έγγραφο αυτό αναφέρονταν συγκεκριμένα προϊόντα κάνναβης που εμφανίσθηκαν στην ελληνική αγορά (μπύρες, αναψυκτικά, καλλυντικά, απορρυπαντικά, τσίχλες, κλπ) και έφεραν, ως λογότυπο, πεντάφυλλο ή επτάφυλλο μίσχο κάνναβης και εκφράσεις που παρακινούσαν στην χρήση της κάνναβης και την εξοικείωση με αυτήν. Περαιτέρω, με το από 9.11. 1998 έγγραφο της ίδιας ως άνω υπηρεσίας με τους ίδιους αποδέκτες αναφερόταν ότι τα άρθρα 5 και 9 του ν. 1729/1987 παραβιάζονταν αν το λογότυπο της κάνναβης ήταν τυπωμένο στο εξωτερικό μέρος των ειδών ενδύσεως και των συσκευασιών των προϊόντων και ότι ήταν εξεταστέο αν στοιχειοθετείται παράβαση των διατάξεων αυτών από μόνη την ονομασία των καταστημάτων στα οποία πωλούνταν τα προϊόντα αυτά (“KANNABI­SHOP», “KANNABIS GALLERY”). Κατόπιν τούτων, ύστερα από την Γ../3…/26.10.1998 παραγγελία του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών …. και στο πλαίσιο ένορκης προανακρίσεως για παράβαση του ν. 1729/1987, αστυνομικά όργανα του Τμήματος Διώξεως Ναρκωτικών διενήργησαν, στις 3.11.1998, έρευνα στο εμπορικό κατάστημα με τον τίτλο …. που διατηρούσε από 24.10.1998 ο αναιρεσίβλητος-αναιρεσείων …. και διαπίστωσαν ότι στο κατάστημα αυτό πωλούνταν διάφορα είδη ενδύσεως και ατομικής χρήσεως τα οποία ήταν κατασκευασμένα από κάνναβη κα έφεραν τυπωμένη απεικόνιση πεντάφυλλου ή επτάφυλλου μίσχου κάνναβης, θεωρώντας δε ότι ο αναιρεσίβλητος-αναιρεσείων, εμπορευόμενος τα προϊόντα αυτά, διαφήμιζε την χρήση ναρκωτικών κατά παράβαση των άρθρων 5 και 9 του ν. 1729/1987 τον συνέλαβαν και κατέσχεσαν τα εμπορεύματα. Με βάση την σχετική αναφορά των αστυνομικών οργάνων ο αναιρεσίβλητος-αναιρεσείων παραπέμφθηκε από τον εισαγγελέα στον τακτικό ανακριτή, διώχθηκε ποινικώς για συντέλεση στην διάδοση της χρήσεως ναρκωτικής ουσίας και για πρόκληση σε χρήση και διαφήμιση της χρήσεως ναρκωτικής ουσίας κατά σύστημα με σκοπό το κέρδος, κατέβαλε δε χρηματική εγγύηση για να αφεθεί ελεύθερος. Με την 326/1999 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας ο αναιρεσίβλητος-αναιρεσείων κηρύχθηκε αθώος των κατηγοριών που του είχαν αποδοθεί με την αιτιολογία ότι ο διακριτικός τίτλος … και η απεικόνιση πεντάφυλλου ή επτάφυλλου μίσχου κάνναβης δεν συνιστούσαν ευθεία ή συγκαλυμμένη και έντεχνη διαφήμιση της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών ή πρόκληση σε παράνομη χρήση τους, με την ίδια δε απόφαση διατάχθηκε η απόδοση σ’αυτόν των εμπορευμάτων που είχαν κατασχεθεί. Με την από 11.10.1999 αγωγή του ο αναιρεσίβλητος-αναιρε­σείων ισχυρίσθηκε ότι η απόφαση η οποία ελήφθη κατά την διυπουργική σύσκεψη της 21.9.1998, οι ενέργειες των οργάνων του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως για την πραγμάτωσή της, η κατάσχεση των εμπορευμάτων και η σύλληψή του ήταν παράνομες, ως αντικείμενες στην κοινοτική αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και στο πλέγμα κοινοτικών Κανονισμών που αφορούσαν την καλλιέργεια και την επιδότηση της κάνναβης, παραβίαζαν τις ίδιες τις διατάξεις του ν. 1729/1987, διότι κατ’εσφαλμένη ερμηνεία τους θεωρήθηκε ότι η πώληση ειδών κάνναβης συνιστούσε ποινικό αδίκημα, και ήταν αντίθετες στα άρθρα 5 § 1 του Συντάγματος και 57 του Αστικού Κώδικα, διότι πρόσβαλαν την οικονομική του ελευθερία καθώς και την τιμή και την προσωπικότητά του. Για τους λόγους αυτούς, ζήτησε, κατ’ επίκληση του άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα να υποχρεωθεί το Δημόσιο να του καταβάλει α) ποσό 11.942,77 ευρώ που αντιστοιχούσε στην αξία των εμπορευμάτων τα οποία κατασχέθηκαν και τα οποία καταστράφηκαν ολοσχερώς λόγω των συνθηκών πλημμελούς φυλάξεώς τους επί ένα έτος, καθώς και στην αξία της γυάλινης ταμπέλας του καταστήματός του που επίσης είχε κατασχεθεί, β) ποσό 3.418,96 ευρώ που αντιστοιχούσε στις δαπάνες διαφημίσεως της επιχειρήσεώς του που δεν αξιοποιήθηκε αφού οι προαναφερόμενες ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου έλαβαν χώρα στις πρώτες ημέρες λειτουργίας του καταστήματός του, γ) ποσό 11.409,37 ευρώ που αντιστοιχούσε στις δαπάνες διαμορφώσεως του χώρου του, δ) ποσό 26.260, 87 ευρώ που αντιστοιχούσε στα διαφυγόντα κέρδη για τον πρώτο χρόνο λειτουργίας του καταστήματος (24.10.1998-10.9.1999), ε) ποσό 34.629,49 ευρώ που αντιστοιχούσε στο ποσό που είχε καταβάλει στον εισαγωγέα των εμπορευμάτων προκειμένου να αναλάβει την αντιπροσωπεία του στην Θεσσαλία και, τέλος, στ) ποσό 88.041 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη την οποία υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς του λόγω της συλλήψεώς του ως εγκληματία. Προς αντίκρουση της αγωγής το Δημόσιο υποστήριξε ότι οι ενέργειες των αστυνομικών οργάνων εντάσσονταν στο πλαίσιο της προλήψεως και της καταστολής του εγκλήματος, που αποτελούν την ειδικότερη αποστολή και το καθήκον των αστυνομικών αρχών, και ήταν σύμφωνες με τις διατάξεις της νομοθεσίας για τα ναρκωτικά και ότι, και αν ακόμη κρίνονταν παράνομες, δεν συνεπάγονταν ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση κατά το άρθρο 105 ΕΙΣΝΑΚ, διότι αφ’ενός η παραβιασθείσα διάταξη σκοπούσε αποκλειστικά στην προστασία του γενικού συμφέροντος και αφ’ ετέρου οι ενέργειες αυτές έλαβαν χώρα κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας. Το διοικητικό πρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή κρίνοντας ότι τόσο οι αποφάσεις των δημοσίων αρχών κατά την διυπουργική σύσκεψη όσο και οι κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας ενέργειες των αστυνομικών οργάνων του Τμήματος Διώξεως Ναρκωτικών Λάρισας ήταν νόμιμες, εντασσόμενες στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους για την αποσόβηση κινδύνου της δημοσίας τάξεως, ασφάλειας και υγείας του κοινού. Αντιθέτως, με την προσβαλλόμενη απόφαση το διοικητικό εφετείο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, αναγνωρίζοντας ότι το Δημόσιο πρέπει να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο-αναιρε­σείοντα μόνο χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ύψους 14.673,51 δραχμών, αφού προηγουμένως δέχθηκε την έφεσή του κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως. Ειδικότερα, το διοικητικό εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Για την στοιχειοθέτηση αντικειμενικώς του εγκλήματος της συντελέσεως στην διάδοση ναρκωτικών ουσιών καθώς και της προκλήσεως στην χρήση και της διαφημίσεως της χρήσεως ναρκωτικών κατά τις διατάξεις των άρθρων 5 § 1 και 9 § 1 του ν. 1729/ 1987 απαιτείται να αποδεικνύεται, στην συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση, ότι υφίσταται ναρκωτική ουσία, κατά την νομική της έννοια, περαιτέρω δε, να αποτυπώνεται, με τις σχετικές ενέργειες του φερόμενου ως δράστη, μήνυμα αυτοτελώς υπέρ των ναρκωτικών, οι δε σχετικές ενδείξεις να είναι πρόσφορες στο να εμφανίσουν ως ελκυστική, όχι την αγορά των πωλουμένων ειδών, αλλά την χρήση ναρκωτικών ουσιών. Συνεπώς, μη νομίμως τα αστυνομικά όργανα του Τμήματος Διώξεως Ναρκωτικών Λάρισας, στο πλαίσιο προανακρίσεως για παράβαση των διατάξεων του ν. 1729/1987, συνέλαβαν τον αναιρεσίβλητο-αναι­ρεσείοντα και κατέσχεσαν τα εμπορεύματα του καταστήματός του, εκτελώντας οδηγίες και εντολές του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως με τις οποίες, κατόπιν της διυπουργικής συσκέψεως της 21.9.1998, είχε θεωρηθεί, εκ προοιμίου, ότι από την αποτύπωση στα επίμαχα είδη πεντάφυλλου ή επτάφυλλου μίσχου κάνναβης ή από την χρήση σε κατάστημα πωλήσεώς τους του διακριτικού τίτλου …. αποσκοπείται η διαφήμιση της ίδιας της κάνναβης ως ναρκωτικής ουσίας. Και τούτο, διότι σύμφωνα με το 30…./16…/0…/1.2.1999 έγγραφο του Γενικού Χημείου του Κράτους, είδη, όπως αυτά που κατασχέθηκαν, είτε δεν περιείχαν την ναρκωτική ουσία της τετραϋδροκανναβινόλης είτε την περιείχαν σε ελάχιστο βαθμό χωρίς να είναι εφικτή η ανάκτησή της ή απομόνωσή της, περαιτέρω δε, η απεικόνιση πεντάφυλλου ή επτάφυλλου μίσχου κάνναβης στα είδη αυτά δεν αποτελούσε θεσμοθετημένο κοινωνικό συμβολισμό που να επιδέχεται μία και μοναδική ανάγνωση ούτε συνιστούσε οπτικό μήνυμα με προσδιορισμένο προς μία κατεύθυνση περιεχόμενο. Αντιθέτως, λόγω της φύσεως των επίμαχων εμπορευμάτων, η όλη οπτική εντύπωση της εν λόγω απεικονίσεως δημιουργούσε στο κοινό την ορθή εντύπωση ότι πρόκειται περί φιλικών προς το περιβάλλον προϊόντων ή υποπροϊόντων της κλωστικής κάνναβης τα οποία δεν σχετίζονται με ναρκωτική ουσία, όπως κρίθηκε και με την απόφαση 326/1999 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Ως εκ τούτου, με τις προαναφερόμενες ενέργειες των αστυνομικών οργάνων παραβιάσθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 5 § 1 και 17 του Συντάγματος, καθώς και των άρθρων 57 και 1000 του Αστικού Κώδικα περί προστασίας της προσωπικότητας και της κυριότητας. Ο παράνομος δε χαρακτήρας των ενεργειών των διωκτικών αρχών δεν ήρετο εκ του ότι τα όργανα αυτά είχαν ενεργήσει σύμφωνα με διαταγές των ιεραρχικώς ανωτέρων τους ούτε εκ του ότι είχαν λάβει προηγουμένως σχετική εισαγγελική παραγγελία, διότι η παραγγελία αυτή κάλυπτε μεν την έρευνα στο κατάστημα του αναιρεσιβλήτου-αναιρεσείοντος όχι όμως και τις περαιτέρω ενέργειές τους που βασίσθηκαν στις, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων του ν. 1729/1987, διαπιστώσεις τους. Συνεπώς, από τις προαναφερόμενες παράνομες ενέργειες των διωκτικών αρχών ανέκυπτε εν προκειμένω ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ. Στην συνέχεια, το διοικητικό εφετείο απέρριψε τα ως άνω υπό στοιχεία α, β και γ κονδύλια της αγωγής ως αόριστα, απέρριψε αίτημα καταβολής ποσού 8.025,42 ευρώ που αντιστοιχούσε σε δαπάνη αγοράς εξοπλισμού, λειτουργικών εξόδων και δικηγορικών αμοιβών ως απαραδέκτως υποβληθέν με το υπόμνημα, απέρριψε ως αναπόδεικτο το υπό στοιχείο δ κονδύλιο της αγωγής, διότι το μόνο αποδεικτικό μέσο που είχε προσκομισθεί σχετικώς, δηλαδή η έκθεση εκτιμήσεως του λογιστή …., αποτελούσε μαρτυρία για την οποία δεν είχαν τηρηθεί τα οριζόμενα στο άρθρο 185 ΚΔΔ, επίσης δε απέρριψε ως αναπόδεικτο το υπό στοιχείο ε κονδύλιο της αγωγής λόγω μη προσκομίσεως της συμβάσεως δικαιοχρήσεως ή άλλου στοιχείου από το οποίο να προκύπτει με ποιούς όρους και για ποιό χρονικό διάστημα ο αναιρεσίβλητος- αναιρεσείων είχε αποκτήσει τα επίμαχα δικαιώματα τα οποία, στην συνέχεια, απώλεσε με την οριστική διακοπή της επιχειρήσεώς του. Τέλος, το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος-αναιρεσείων υπέστη λόγω της κατασχέσεως των εμπορευμάτων του και της συλλήψεώς του υπέστη βαρειά προσβολή της προσωπικότητάς του, διότι δημιουργήθηκε στο ευρύ κοινό της Λάρισας η εντύπωση ότι ήταν δράστης του αδικήματος της συντελέσεως στην διάδοση ναρκωτικών ουσιών και της προκλήσεως σε χρήση και ότι, επομένως, το Δημόσιο όφειλε να του καταβάλει ποσό 14.673,51 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, κατά μερική αποδοχή της αγωγής.
Επειδή, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, το διοικητικό εφετείο έκρινε, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ., ότι στην προκειμένη περίπτωση η ευθύνη του Δημοσίου ανέκυπτε από παράνομες ενέργειες των αστυνομικών οργάνων που οφείλονταν σε εσφαλμένη, όπως αποφάνθηκε το διοικητικό εφετείο, ερμηνεία των άρθρων 5 § 1 και 9 § 1 του ν. 1729/1987 και ότι οι ενέργειες αυτές ήταν ανεξάρτητες από την εισαγγελική παραγγελία που τους είχε δοθεί για την έρευνα στο κατάστημα του αναιρεσιβλήτου-αναιρεσείοντος. Το Δημόσιο με την υπό κρίση αίτησή του προβάλλει ότι οι ενέργειες των αστυνομικών οργάνων έλαβαν χώρα κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας, όπως γίνεται δεκτό και με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, και ήταν σύμφωνες με τις ως άνω διατάξεις του ν. 1729/1987, εν πάση δε περιπτώσει, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, δεν υφίστατο, διότι οι επίμαχες διατάξεις του ν. 1729/1987, οι οποίες, κατά το διοικητικό εφετείο, εσφαλμένως ερμηνεύθηκαν και εφαρμόσθηκαν από τα αστυνομικά όργανα, απαγορεύουσες την διάδοση των ναρκωτικών ουσιών, την πρόκληση στην χρήση τους και την διαφήμισή τους, αποσκοπούσαν αποκλειστικώς στην προστασία του δημοσίου συμφέροντος και δεν διασφάλιζαν και ιδιωτικά δικαιώματα. Με τον πρώτο από τους ως άνω λόγους αναιρέσεως το Δημόσιο, αμφισβητώντας την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, επί πράξεων δικαστικών λειτουργών, πλήσσει την κρίση του διοικητικού εφετείου ότι στην προκειμένη περίπτωση ευθυνόταν κατά το άρθρο αυτό από πράξεις αστυνομικών υπαλλήλων, ως διοικητικών οργάνων. Ανεξαρτήτως του ζητήματος του χαρακτήρα των αστυνομικών υπαλλήλων που διενεργούν προανάκριση ως δικαστικών ή διοικητικών οργάνων, η κρίση αυτή είναι πλημμελώς αιτιολογημένη, διότι, το διοικητικό εφετείο, μολονότι δέχθηκε ότι τα αστυνομικά όργανα έδρασαν κατόπιν σχετικής παραγγελίας του εισαγγελέως, ο οποίος και άσκησε, στην συνέχεια, την ποινική δίωξη του αναιρεσιβλήτου-αναιρεσείοντος, έκρινε ότι η κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία των επίμαχων διατάξεων του ν. 1729/1987 σφράγιση του καταστήματος και η κατάσχεση των εμπορευμάτων (συνεπεία των οποίων επήλθε η κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσιβλήτου-αναιρεσείοντος ζημία) έπρεπε να αποδοθεί στα όργανα αυτά χωρίς να εκθέτει το περιεχόμενο της εισαγγελικής παραγγελίας και χωρίς να την συσχετίζει με την εκ μέρους του εισαγγελέως άσκηση της ποινικής διώξεως με βάση την εσφαλμένη αυτή ερμηνεία. Και ναι μεν ο λόγος αυτός αναιρέσεως αλυσιτελώς προβάλλεται κατά το μέρος που στηρίζεται στην αβάσιμη, κατά την γνώμη που πλειοψήφησε, εκδοχή της ελλείψεως ευθύνης του Δημοσίου προς αποζημίωση από ζημιογόνα πράξη δικαστικού οργάνου πλην η ευθύνη αυτή, κατά την ίδια γνώμη, μόνο από πρόδηλη, υπό την προεκτεθείσα έννοια, παράβαση των διατάξεων του ν. 1729/1987, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ., μπορούσε να προκύψει στην προκειμένη περίπτωση και όχι από την ευθεία, όπως έκρινε το διοικητικό εφετείο, εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού και, συνεπώς, βασίμως αμφισβητείται η νομιμότητα της ανωτέρω κρίσεως του δικάσαντος δικαστηρίου. Για τον λόγο αυτόν, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως του Δημοσίου και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, η δε υπόθεση, η οποία χρειάζεται διευκρίνιση ως προς το πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί στο ίδιο δικαστήριο για νέα κρίση. (…)
Δ ι ά τ α ύ τ α
Δέχεται την αίτηση αναιρέσεως του Δημοσίου.


ΣΧΟΛΙΟ

Ευθύνη του Δημοσίου[1] σε αποζημίωση από πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, υφίσταται μόνο για πρόδηλο σφάλμα του δικαστικού λειτουργού


Ι.-Η νομολογία πρώτη, με την ιστορική απόφαση 11/1858 του Αρείου Πάγου, έθεσε τα θεμέλια για την καθιέρωση της αστικής ευθύνης του Δημοσίου. Στη θεωρία έχει υποστηριχθεί η συνταγματική θεμελίωση της αστικής ευθύνης στο δικαίωμα δικαστικής προστασίας (άρθρο 20 παρ. 1 Σ) ή στο δικαίωμα αυτό σε συνδυασμό με την αρχή του κράτους δικαίου και την αρχή της νομιμότητας [2].
Η Ολομέλεια του ΣτΕ με την σχολιαζομένη απόφαση 1501/2014 άνοιξε νέους ορίζοντες για την διεκδίκηση αποζημιώσεως για ζημιογόνες ενέργειες[3] των οργάνων του δημοσίου και εν προκειμένω των δικαστικών λειτουργών[4]. Η  σχολιαζομένη απόφαση συμπληρώνει τις προβλέψεις του νομοθέτη για αποζημίωση λόγω παράνομων πράξεων των οργάνων της πολιτείας που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 104-105 ΕισΝΑΚ[5],  αλλά και από άλλες ειδικές διατάξεις  που ρητά προβλέπουν την υποχρέωση αποζημίωσης[6],όπως ενδεικτικά από τις διατάξεις των ν. 4055/2012, 4239/2014 με τις οποίες θεσπίστηκαν νέα ένδικα βοηθήματα[7] με τα οποία είναι δυνατή πλέον η εύλογη αποζημίωση για την καθυστέρηση απονομής της δικαιοσύνης και μάλιστα για κάθε βαθμό δικαιοδοσίας. Aξίζει να μελετήσει κανείς στην σχολιαζομένη, τόσο τις  απόψεις της πλειοψηφίας, όσο και τις απόψεις της μειοψηφίας.
 Αναμφισβήτητα πρόκειται, για μια σημαντική απόφαση που θα αποτελέσει αφετηρια και άλλων σχετικών με το κρίσιμο αυτό ζήτημα αποφάσεων.
ΙΙ.- Η σημασία της σχολιαζομένης αποφάσεως είναι μεγάλη[8] αν σκεφθεί κανείς ότι κρίθηκε, ότι ευθύνη του Δημοσίου σε αποζημίωση από πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας[9], υφίσταται για πρόδηλο σφάλμα του δικαστικού λειτουργού, εφ’οσον προκαλείται βλάβη ιδιαίτερη και σπουδαία.
Κατά τη μειοψηφούσα γνώμη, που αποδέχεται  την κλασική αποψη της νομολογίας, ζημία που προκλήθηκε από ποινική δίωξη δεν μπορεί σε καμμιά περίπτωση, να αποκατασταθεί με εφαρμογή του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ.
ΙΙΙ.-Αξιοσημείωτη και, μπορώ να πω, ιστορική είναι η σκέψη του δικαστηρίου που δεχεται οτι  ο συνταγματικός κανόνας της ισότητας ενώπιον των δημοσίων βαρών που αποτυπώνεται στο άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος αποτελεί και το συνταγματικό έρεισμα της αποζημιωτικής ευθύνης του Δημοσίου από ζημιογόνες πράξεις των οργάνων του[10]: «Επειδή, το άρθρο 4 § 5 του Συντάγματος, ορίζοντας ότι «Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους» έχει αναγάγει σε συνταγματικό κανόνα την ισότητα ενώπιον των δημοσίων βαρών, συνιστά δε, παράλληλα, και διάταξη στην οποία θεμελιώνεται η αποζημιωτική ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις των οργάνων του που προκαλούν ζημία, παράνομες (ΣτΕ 980/2002) ή νόμιμες (ΣτΕ 5504/2012). Τούτο, διότι η ισότητα ενώπιον των δημοσίων βαρών επιτάσσει και την αποκατάσταση της ζημίας που κάποιος υφίσταται από την δράση, χάριν του δημοσίου συμφέροντος, των οργάνων του Κράτους, όταν η δράση αυτή δεν είναι σύννομη ή όταν είναι μεν νόμιμη αλλά προκαλεί βλάβη ιδιαίτερη και σπουδαία, σε βαθμό ώστε να υπερβαίνει τα όρια που είναι κατά το Σύνταγμα ανεκτά προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο σκοπός δημοσίου συμφέροντος στον οποίο αποβλέπει η δράση αυτή, σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία. Πραγματώνεται δε ο σκοπός της διατάξεως αυτής υπό την ως άνω έννοια όταν αποκατάσταση τέτοιας ζημίας καθίσταται δυνατή σε περίπτωση ζημιογόνου δράσεως οιουδήποτε οργάνου του Κράτους, άρα και εκείνης των οργάνων τα οποία είναι ενταγμένα στην δικαστική λειτουργία. Αποκλεισμός της αστικής ευθύνης του Δημοσίου στην τελευταία περίπτωση δεν συνάγεται από την περί αγωγών κακοδικίας διάταξη του άρθρου 99 του Συντάγματος, διότι η προσωπική ευθύνη οργάνου του Δημοσίου δεν αποκλείει αναγκαίως την ευθύνη του τελευταίου, σκοπός δε της διατάξεως αυτής είναι η προστασία του κύρους της Δικαιοσύνης με ανάθεση σε ειδικό δικαστήριο του έργου της διαγνώσεως της προσωπικής ευθύνης των δικαστικών λειτουργών από την άσκηση των καθηκόντων τους. Επομένως, κατά το Σύνταγμα, επιβάλλεται στο νομοθέτη να ορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες αποκαθίσταται η ζημία που προκαλείται από την δράση οποιουδήποτε κρατικού οργάνου λαμβάνοντας υπόψη την φύση και την αποστολή του έργου που το Σύνταγμα αναγνωρίζει, αναθέτει και εγγυάται στα όργανα των τριών λειτουργιών του Κράτους.» Αξιοσημειώτη όμως είναι και η πλήρως τεκμηριωμένη αποψη της μειοψηφίας σχετικά με τη επιδίκαση αποζημίωσης: «τελικά το ζήτημα εξετάζεται από δικαστή διαφορετικό από τον φυσικό δικαστή της υποθέσεως, επιλύεται δε με την έκδοση και άλλης αποφάσεως που μπορεί να περιλαμβάνει διαφορετικές ή αντίθετες κρίσεις έναντι της αποφάσεως ή πράξεως που αποτέλεσε αιτία της αποζημιωτικής διαφοράς, καθιστώντας μη αποτελεσματική την παρασχεθείσα ήδη έννομη προστασία από το αρμόδιο δικαστήριο».
ΙV.- Το άρθρο 87 § 2  Σ ορίζει ρητά ότι: «οι δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και στους  νόμους και σε καμία περίπτωση δεν υποχρεούνται να συμμορφώνονται με διατάξεις που έχουν τεθεί κατά κατάλυση του Συντάγματος» Από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 6 § 1 του ν. 693/1977 «περί εκδικάσεως αγωγών κακοδικίας» προκύπτει ότι οι δικαστικοί λειτουργοί ευθύνονται κατά την άσκηση των καθηκόντων που ανάγονται στη δικαστική λειτουργία μόνο από δόλο, βαρεία αμέλεια ή αρνησιδικία, εφόσον από αυτή προέκυψε ζημία στον ενάγοντα, υποκείμενοι στην κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού ασκουμένη αγωγή κακοδικίας ενώπιον του κατά το άρθρο 1 του ιδίου νόμου και 99 του Συντάγματος προβλεπομένου Ειδικού Δικαστηρίου[11], που έχει αποκλειστική δικαιοδοσία για την εκδίκαση αξιώσεων που απορρέουν από τις ως άνω πράξεις, ώστε τα λοιπά δικαστήρια να στερούνται δικαιοδοσίας για την εκδίκαση αξιώσεων που απορρέουν από πράξεις δικαστικού λειτουργού από την άσκηση της δικαστικής αυτού εξουσίας, όπως είναι και αυτές για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης (ΑΠ 572/1980 ΠοινΧρ Λ΄ 751). Στις ανωτέρω πράξεις, από τις οποίες απορρέουν αξιώσεις αποζημιώσεως τρίτου που υπάγονται στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Ειδικού Δικαστηρίου, περιλαμβάνονται αυτές που προήλθαν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων των δικαστικών λειτουργών που δρουν ατομικά ή συλλογικά, ανεξάρτητα του αν οι αποφάσεις των τελευταίων είναι καθαρά δικαιοδοτικές, αφορούν δηλαδή υποθέσεις υπαγόμενες στη δικαιοδοσία τους σύμφωνα προς τους Κώδικες Πολιτικής και Ποινικής Δικονομίας, ή αν αυτές λαμβάνονται επί διοικητικών από τη φύση τους θεμάτων (βλ. και ΕΑ 6772/1987 ΕλλΔνη 30. 784, όπου και παραπομπές). Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 6 § 1 ν. 693/1977 προκύπτει ότι οι δικαστικοί λειτουργοί κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ευθύνονται μόνο από δόλο, βαρειά αμέλεια ή αρνησιδικία και εφόσον προέκυψε από τις πράξεις ή παραλείψεις τους ζημία (υλική ή ηθική) σε κάποιο πολίτη. Στις παραπάνω δε περιπτώσεις κατά των δικαστικών λειτουργών μπορεί να ασκηθεί από τους ενδιαφερομένους αγωγή κακοδικίας[12] η οποία ασκείται ενώπιον του κατά το άρθρο 1 ν. 693/1977 σε συνδυασμό προς 99 Συντάγματος Ειδικού Δικαστηρίου που έχει αποκλειστική για τον σκοπό αυτόν δωσιδικία[13].
Στην προκειμένη περίπτωση η σχολιαζομένη  απόφαση δέχθηκε ότι πέραν της ατομικής ευθύνης των δικαστικών λειτουργών που καθιερώνεται με την αγωγή κακοδικιας μπορεί να υπάρξει παράλληλη αποζημιωτική  ευθύνη της Πολιτείας. Οι μέχρι σήμερα επιφυλάξεις της νομολογίας στηρίζονταν κυρίως στα επιχειρήματα της κατοχυρωμένης από το Σύνταγμα προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών, της ύπαρξης ειδικής προσωπικής ευθύνης των δικαστικών λειτουργών για κακοδικία και τέλος της δύναμης του δεδικασμένου των δικαστικών αποφάσεων. Σύμφωνα, όμως, με τη σχολιαζομένη υπάρχει έρεισμα αποζημιωτικής ευθύνης και από νόμιμες πράξεις[14] των οργάνων του δημοσίου και των δικαστικών λειτουργών σε συμπλήρωση της αστικής ευθύνης του δημοσίου από παράνομες[15] πράξεις των οργάνων του[16]. Η αστική ευθύνη του Δημοσίου για παράνομες πράξεις των οργάνων του θεμελιώθηκε και στο κοινοτικό δίκαιο νομολογιακά, από το ΔΕΚ, με την απόφαση Francovich[17]. Υπάρχουν περιπτώσεις, στις οποίες ειδική διάταξη του Συντάγματος ή νόμου προβλέπει την καταβολή αποζημίωσης και όταν τα όργανα του Δημοσίου έχουν ενεργήσει κατά νόμιμο τρόπο[18].
V.-Με τη σχολιαζομένη κρίθηκε ότι, η αποκατάσταση της ζημίας που κάποιος υφίσταται από την δράση, χάριν του δημοσίου συμφέροντος, των οργάνων του Κράτους, όταν η δράση αυτή δεν είναι σύννομη ή όταν είναι μεν νόμιμη θέτει ως προυπόθεση αποζημιώσεως τα εξής:
 α) να προκαλεί βλάβη ιδιαίτερη και σπουδαία, σε βαθμό ώστε να υπερβαίνει τα όρια που είναι κατά το Σύνταγμα ανεκτά προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο σκοπός δημοσίου συμφέροντος στον οποίο αποβλέπει η δράση αυτή, σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία.
β) να υφίσταται πρόδηλο σφάλμα. Αξιοσημείωτη είναι και η κρίση του δικαστηρίου που ανοίγει νέους δρόμους για την διεκδίκηση αποζημιώσεως: «Εν όψει της φύσεως του δικαστικού έργου, μόνο πρόδηλο σφάλμα του δικαστικού λειτουργού επισύρει ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση. Εφόσον δε το Σύνταγμα, κατά την προηγούμενη σκέψη, δεν ανέχεται να παραμένουν αναποζημίωτες ζημίες που κάποιος υφίσταται από ενέργειες οποιουδήποτε κρατικού οργάνου, μέχρις ότου ο νομοθέτης ρυθμίσει ειδικώς την ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, το άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ. έχει ανάλογη εφαρμογή σε περίπτωση προκλήσεως ζημίας από πράξεις των οργάνων αυτών η οποία μπορεί να αποδοθεί σε πρόδηλο σφάλμα τους. Ο πρόδηλος δε χαρακτήρας του σφάλματος της κρίσεως οργάνου της δικαστικής λειτουργίας προκύπτει από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης περιπτώσεως βάσει των οποίων η δικαστική πλάνη καθίσταται συγγνωστή ή ασύγγνωστη».
Εν κατακλείδι η σχολιαζομένη απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ αποτελεί σταθμό στην νομολογία για την αποζημίωση για ζημιογόνες ενέργειες και από νόμιμες πράξεις των οργάνων της πολιτείας και ιδίως των δικαστικών λειτουργών.
ΙV.-ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Η Ολομέλεια του ΣτΕ μρ τη σχολιαζομένη απόφαση 1501/2014 εκρινε ότι: «Εφόσον δε το Σύνταγμα, δεν ανέχεται να παραμένουν αναποζημίωτες ζημίες που κάποιος υφίσταται από ενέργειες οποιουδήποτε κρατικού οργάνου, μέχρις ότου ο νομοθέτης ρυθμίσει ειδικώς την ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, το άρθρο 105 Εισαγωγικού Νόμου Αστικού Κώδικα έχει ανάλογη εφαρμογή σε περίπτωση προκλήσεως ζημίας από πράξεις των οργάνων αυτών η οποία μπορεί να αποδοθεί σε πρόδηλο σφάλμα τους».


ΑΝΤΩΝΗΣ Π.ΑΡΓΥΡΟΣ
argyros.office@gmail.com







[1] Ο όρος αστική ευθύνη του Δημοσίου   παραπέμπει σχεδόν αυτόματα στη διάταξη του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, βλ. Πρ. Παυλόπουλου, « Η αστική ευθύνη του Δημοσίου 1986».
[2]  Βλ. Χ. Αθανασοπούλου, «Η αστική ευθύνη του κράτους από σύννομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του», ΕΕΝ 2005 σ. 457.
[3]. Η υπόθεση «Κannabishop» είναι μια από τις απολύτως ενδεικτικές που αναφέρεται στο πως αντιμετωπίζεται η επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα, αφού ο ιδιοκτήτης της αντιμετώπισε ουκ ολίγα δεινά από το 1998 όταν άνοιξε το πρώτο του κατάστημα. Οι διωκτικές αρχές θεώρησαν πως αυτό ουσιαστικά αποτελεί διαφήμιση ναρκωτικών ουσιών, τον συνέλαβαν, κατέσχεσαν τα εμπορεύματα, ενώ παραπέμφθηκε από τον εισαγγελέα στον τακτικό ανακριτή. Διώχτηκε ποινικά, αλλά το 1999 αθωώθηκε με το σκεπτικό ότι «ο διακριτικός τίτλος «Κannabishop» και η απεικόνιση πεντάφυλλου ή επτάφυλλου μίσχου κάνναβης δεν συνιστούσαν ευθεία ή συγκαλυμμένη και έντεχνη διαφήμιση της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών ή πρόκληση σε παράνομη χρήση τους». Το Γενικό Χημείο του Κράτους, αποφάνθηκε ότι τα προϊόντα που κατασχέθηκαν «είτε δεν περιείχαν την ναρκωτική ουσία της τετραϋδροκανναβινόλης είτε την περιείχαν σε ελάχιστο βαθμό χωρίς να είναι εφικτή η ανάκτησή της ή απομόνωσή της». Ο καταστηματάρχης ζήτησε αποζημίωση από το δημόσιο για την αξία των εμπορευμάτων, ηθική βλάβη κλπ, το Διοικητικό Πρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή του, αλλά το Διοικητικό Εφετείο του επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 14.673,51 ευρώ.Η Ολομέλεια του ΣτΕ (απόφαση 1501/2014), πέραν τυχόν ευθύνης των αστυνομικών οργάνων, δεν αποκλείει την ύπαρξη ευθύνης του εισαγγελικού λειτουργού που έδωσε την σχετική παραγγελία στα αστυνομικά όργανα. 
[4]. Βλ. 1) αναλυτικό Σχόλιο της Ε. Πρεβεδούρου «Νομολογιακές εξελίξεις στο καθεστώς της αστικής ευθύνης του Δημοσίου: ΟλΣτΕ 1501/2014 (ευθύνη από νόμιμες πράξεις, ευθύνη από πράξεις των οργάνων της δικαστικής εξουσίας)» σε http://www.prevedourou.gr., 2) Σημείωση Ε. Γαληνού ΕΔΚΑ 2014/629) και 3) Σχόλιο Ε. Πρεβεδούρου, Ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις οργάνων της δικαστικής εξουσίας σε ΟλΣτΕ 1501/2014, ΘΠΔΔ 5/2014, 411.
[5]. Κατά το άρθρο 105 του εν λόγω Εισαγωγικού Νόμου ΑΚ, για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος, ενώ κατά το άρθρα 104 του ίδιου Εισαγωγικού Νόμου ΑΚ, για πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου που ανάγονται στις έννομες σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου ή σχετικές με ιδιωτική του περιουσία, το δημόσιο ευθύνεται κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τα νομικά πρόσωπα.
[6]  Βλ. Παπαευαγγέλου / Εμμανουηλίδη / Γιαννακού / Νικολαράκου - Μαυρομιχάλη / Τζιράκη, «Αστική Ευθύνη του Δημοσίου», εκδ. 2η 2007.
[7]. Βλ. Αντώνη Π. Αργυρού, «Η δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας της δίκης» (ν. 4055/2012, 4239/2014), εκδ. ΣΑΚΚΟΥΛΑ, ΑΘΗΝΑ-ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2015.
[8] Βλ. όμως την ΣτΕ 3176/1998, Εφετείου Αθηνών 6772/1987 και Διοικ. Πρωτ. Θεσ/νίκης 1458/2000, σύμφωνα με τις οποίες το Δημόσιο δεν ενέχεται σε αποζημίωση του ενάγοντα επειδή η Εισαγγελία Εφετών δεν είναι όργανο του Ελληνικού Δημοσίου, αλλά ανεξάρτητη δικαστική αρχή! Για τυχόν ζημία του ενάγοντα από την απαγόρευση εξόδου από τη χώρα με πράξη του Εισαγγελέα δεν χωρεί αγωγή αποζημίωσης, αλλά αγωγή κακοδικίας κατά του Εισαγγελέα προσωπικά και Βλ. Μ. Πικραμένο, «Το οργανικό κριτήριο υπό το άρθρο 95 παρ. 1 του Συντάγματος και οι αναζητήσεις της νομολογίας», ΕφημΔΔ 2008, σ. 816 επ.
[9] Βλ. Ανδρουλάκη Ν., «Το κράτος των δικαστών – ένα ανύπαρκτο σκιάχτρο;», ΝοΒ 1985, 1505 επ.
[10] Βλ. Λ. Θεοχαρόπουλου, «Η αρχή της ισότητας στα δημόσια βάρη και η αστική ευθύνη του κράτους», εκδ. 1988, σ. 12-15

[11] «Η νομολογία του οποίου είναι παγίως απορριπτική. Από το 1929, που ιδρύθηκε και συγκροτήθηκε το Ειδικό Δικαστήριο Αγωγών Κακοδικίας, στη δικαιοδοσία του οποίου υπάγονται οι αγωγές κακοδικίας κατά όλων των δικαστών (τακτικής Δικαιοσύνης, διοικητικής, Ελεγκτικού Συνεδρίου) και εισαγγελέων, έχουν καταδικαστεί στη χώρα μας για κακοδικία μόνο δύο δικαστές», βλ. Β. Χειρδάρη σε «Ελευθεροτυπία», Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2010.

[12] Βλ. ιστορική μειοψηφία Βασίλειου Χειρδάρη σε ΔΑK7/2007:http://www.dsanet.gr/Epikairothta/Nomologia/dak7_07.htm
[13] Βλ. ΑΠ 572/1980 ΠοινΧρ Λ΄ 751 και ΕφΘ 38/1982 ΠοινΧρ ΛΒ΄ 944.
[14]  Βλ ΣτΕ 2343/2009, 2601/2005, 3848/2005
[15]. Βλ. ΣτΕ 1011/2008, 201/2014, ΣτΕ 1485/2009, ΟλΣτΕ 3454/1998, ΣτΕ 1094/2005
[16] Με την 3783/2014 απόφαση του Α΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας επιλύθηκαν ζητήματα αστικής ευθύνης του Δημοσίου από πλημμελή άσκηση κρατικής εποπτείας επί ασφαλιστικών επιχειρήσεων, τα οποία ετίθεντο στο πλαίσιο εκδικάσεως αγωγής αποζημιώσεως κατόχων ασφαλιστηρίων συμβολαίων της εταιρείας «Ασπίς Πρόνοια - Ανώνυμη Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων (Α.Ε.Γ.Α.)» κατά του Ελληνικού Δημοσίου.
[17] Βλ. ΔΕΚ στην υπόθεση Francovich (C-6/90 και C- 9/90, Συλλ.1991, I-5357
[18] Βλ.Απόφαση του ΕΔΔΑ της 9.12.1994, υπόθεση Ελληνικά Διυλιστήρια Στραν και Στρατής Ανδρεάδης κατά Ελλάδας. Βλ. ΟλΑΠ 40/1998, 10/2004 και 31/2005, ΣτΕ 3545/1977 και 3599/1972 Γ. Παναγιωτόπουλος, Η αστική ευθύνη του Δημοσίου εν σχέσει με την προστασία του περιβάλλοντος, ΤοΣ 2008, σ. 295 επ.

ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ Αριθμός 3037/2015 ΣΤΕ

ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ  ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ
Αριθμός 3037/2015

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Ε΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2015, με την εξής σύνθεση: Αγγ. Θεοφιλοπούλου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του
Ε´ Τμήματος, Μ.- Ελ. Κωνσταντινίδου, Αντ. Ντέμσιας, Θ. Αραβάνης,
Χρ. Ντουχάνης, Σύμβουλοι, Δ. Βασιλειάδης, Χρ. Παπανικολάου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ειρ. Δασκαλάκη, ασκούσα καθήκοντα Προϊσταμένου.
ΔικηγόροΙ: Σ. Βλαχόπουλος (Α.Μ. 17001), Κωνσταντίνς Βαρδακαστάνης,
2. Επειδή, με την υπ’ αριθ. …. πράξη του Δασάρχη Πειραιά, χαρακτηρίστηκαν ως δασικές εκτάσεις κατά τις παρ. 2 και 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 δύο τμήματα, εμβαδού 1650 τ.μ. και 1050 τ.μ., αντιστοίχως, στη θέση …. του Δήμου Βάρης. Κατά της πράξης αυτής ο αιτών, ως ιδιοκτήτης εταιρείας η οποία φέρεται ως κυρία των εκτάσεων, άσκησε αντιρρήσεις ενώπιον της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Πειραιά. Η επιτροπή με την 84/2002 απόφασή της απέρριψε τις αντιρρήσεις με το σκεπτικό ότι οι επίδικες εκτάσεις είχαν κηρυχθεί ως αναδασωτέες με τις 108424/1934 και Δ/245145/21.11.1979 αποφάσεις του Υπουργού Γεωργίας και του Νομάρχη Πειραιά, αντίστοιχα, και, επομένως, δεν ήταν δυνατός ο χαρακτηρισμός αυτών κατά τη διαδικασία του άρθρου 14 του ν. 998/1979. Με την ήδη προσβαλλόμενη 30/2004 απόφαση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Εφετείου Πειραιά έγινε τυπικά δεκτή η προσφυγή του αιτούντος και εξαφανίστηκε η 84/2002 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Πειραιά, κατά το μέρος αυτής με το οποίο κρίθηκε ότι δεν ήταν δυνατός ο χαρακτηρισμός των επίδικων εκτάσεων κατά τη διαδικασία του άρθρου 14 του ν. 998/1979. Με την ίδια απόφαση της δευτεροβάθμιας επιτροπής απορρίφθηκε κατά τα λοιπά η προσφυγή του αιτούντος και οι ως άνω δύο εκτάσεις εμβαδού 1650 τ.μ. και 1050 τ.μ., οι οποίες είναι κηρυγμένες και ως αναδασωτέες, χαρακτηρίστηκαν ως δασικές του άρθρου 3 παρ. 2 του ν. 998/1979. Με την ήδη κρινόμενη αίτηση, η οποία εισάγεται ενώπιον της επταμελούς συνθέσεως μετά την 99/2015 απόφαση του Τμήματος με πενταμελή σύνθεση, λόγω της σπουδαιότητας του ζητήματος που αφορά στη συγκρότηση των επιτροπών του άρθρου 10 παρ. 3 του ν. 998/1979, ζητείται η ακύρωση της 30/2004 απόφασης της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Εφετείου Πειραιά, καθώς και κάθε άλλης συναφούς πράξης ή παράλειψης της Διοίκησης.
4. Επειδή, οι διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 89 του Συντάγματος, όπως αυτές διαμορφώθηκαν μετά την αναθεώρηση του 2001 (Ψήφισμα της 6-4-2001) ορίζουν ότι: «1. Απαγορεύεται στους δικαστικούς λειτουργούς να παρέχουν κάθε άλλη μισθωτή υπηρεσία καθώς και να ασκούν οποιοδήποτε επάγγελμα. 2. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται στους δικαστικούς λειτουργούς να εκλέγονται μέλη της Ακαδημίας Αθηνών ή του διδακτικού προσωπικού ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, καθώς και να μετέχουν σε συμβούλια ή επιτροπές που ασκούν αρμοδιότητες πειθαρχικού, ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα και σε νομοπαρασκευαστικές επιτροπές, εφόσον η συμμετοχή τους αυτή προβλέπεται ειδικά από το νόμο. Νόμος προβλέπει την αντικατάσταση δικαστικών λειτουργών από άλλα πρόσωπα σε συμβούλια ή επιτροπές που συγκροτούνται ή σε έργα που ανατίθενται με δήλωση βούλησης ιδιώτη, εν ζωή ή αιτία θανάτου, εκτός από τις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου. 3. Η ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς απαγορεύεται. Καθήκοντα σχετικά με την εκπαίδευση των δικαστικών λειτουργών θεωρούνται δικαστικά. Επιτρέπεται η ανάθεση σε δικαστικούς λειτουργούς των καθηκόντων εκπροσώπησης της Χώρας σε διεθνείς οργανισμούς. Η διενέργεια διαιτησιών από δικαστικούς λειτουργούς επιτρέπεται μόνο στο πλαίσιο των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, όπως νόμος ορίζει. Περαιτέρω, στο άρθρο 118 παρ. 4 του Συντάγματος ορίζεται ότι «Η ισχύς των αναθεωρημένων διατάξεων των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 89 αρχίζει με τη θέση σε ισχύ του εκτελεστικού νόμου και πάντως από 1-1-2002».
5. Επειδή, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι ο αναθεωρητικός συνταγματικός νομοθέτης απαγορεύει πλέον από 1.1.2002 την ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς με σκοπό την ενίσχυση της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας τους. Εξαίρεση από το γενική αυτή απαγόρευση, η οποία, όμως, είναι, για το λόγο αυτό, στενά ερμηνευτέα, προβλέπεται από την παράγραφο 2 του άρθρου 89, προκειμένου για τη συμμετοχή δικαστικών λειτουργών, μεταξύ άλλων, σε συμβούλια ή επιτροπές πειθαρχικού, ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα (ΣτΕ 3503/2009 Ολομ.).
6. Επειδή, εξάλλου, με την απόφαση 3503/2009 της Ολομέλειας του Δικαστηρίου κρίθηκε ότι η Ειδική Επιτροπή του άρθρου 152 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ν. 3463/2006 Α΄ 114), στην οποία προβλέπεται συμμετοχή δικαστικού λειτουργού ως προέδρου, δεν συγκροτείται νομίμως, διότι η επιτροπή αυτή, η οποία είναι αρμόδια για την εκδίκαση προσφυγών κατά αποφάσεων της Περιφέρειας που εκδίδονται επί προσφυγών κατά πράξεων οργάνων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου βαθμού, δεν συνιστά συμβούλιο ή επιτροπή ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 89 παρ. 2 του Συντάγματος. Ειδικότερα, σύμφωνα με την ανωτέρω απόφαση της Ολομελείας του Δικαστηρίου, ο ελεγκτικός χαρακτήρας συνάπτεται προς την άσκηση αρμοδιοτήτων οικονομικού ή δημοσιονομικού ελέγχου, όπως σαφώς προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 98 παρ. 1 του Συντάγματος που αναφέρεται στις αρμοδιότητες του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθώς και του άρθρου 29 παρ. 2 του Συντάγματος που αναφέρεται στο όργανο που ελέγχει τις εκλογικές δαπάνες των κομμάτων και των υποψηφίων βουλευτών. Εξάλλου, η ανωτέρω επιτροπή δεν έχει δικαιοδοτικό χαρακτήρα, αφού η διαδικασία ενώπιόν της δεν προσιδιάζει σε όργανο που ασκεί οιονεί δικαιοδοτικό έργο (όπως διατυπώσεις δημοσιότητας, κατ΄ αντιμωλία συζήτηση).
7. Επειδή, στο άρθρο 10 του ν. 998/1979 (Α΄ 289), όπως η παρ. 3 αυτού τροποποιήθηκε με το ν. 3208/2003 (Α΄ 303), ορίζονται τα εξής: «1. … 2. … 3. Παρά τη έδρα εκάστου νομού συγκροτείται Επιτροπή Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων, η οποία είναι αρμοδία δια την επίλυσιν διαφορών αναφερομένων εις τον χαρακτήρα περιοχής τινός ή τμήματος της επιφανείας της γης ως δάσους ή δασικής εκτάσεως ή εις τα όρια ταύτης. Επίσης η Επιτροπή αύτη αποφαίνεται επί παντός ετέρου θέματος παραπεμπομένου εις αυτήν κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου. Η ως άνω Επιτροπή αποτελείται εκ του προϊσταμένου του Πρωτοδικείου της έδρας του νομού προέδρου πρωτοδικών ως προέδρου, του διευθυντού δασών και του διευθυντού γεωργίας του αυτού νομού ως μελών, αναπληρουμένων υπό των νομίμων αναπληρωτών των εις την άσκησιν των κυρίων καθηκόντων των. Προκειμένου περί των διαμερισμάτων του Νομού Αττικής, οι πρόεδροι εκάστης επιτροπής μετά των νομίμων αναπληρωτών των ορίζονται οι αρχαιότεροι Πρόεδροι Πρωτοδικών, του Πρωτοδικείου Αθηνών μετά των αναπληρωτών των, δια κοινής αποφάσεως των Υπουργών Δικαιοσύνης και Γεωργίας. Χρέη γραμματέως της επιτροπής ασκεί υπάλληλος της Διευθύνσεως Δασών του νομού, οριζόμενος υπό του προϊσταμένου ταύτης. Κατά της αποφάσεως της Επιτροπής ταύτης χωρεί προσφυγή ενώπιον Δευτεροβαθμίου Επιτροπής, εδρευούσης εις την έδραν του οικείου Εφετείου και αποτελουμένης εκ του Προέδρου Εφετών, ως προέδρου, του Επιθεωρητού Δασών και του Επιθεωρητού Γεωργίας, αναπληρουμένων υπό των νομίμων αναπληρωτών των εις την άσκησιν των κυρίων καθηκόντων του. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Δικαιοσύνης και Γεωργίας είναι δυνατή η αύξηση του αριθμού των προβλεπόμενων με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής επιτροπών. Οι πρωτοβάθμιες και δευτεροβάθμιες επιτροπές επίλυσης δασικών αμφισβητήσεων συγκροτούνται μ’ απόφαση του Γενικού Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας. 4. … 5. Δι’ αποφάσεων του Υπουργού Γεωργίας δημοσιευομένων εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, δύναται να ρυθμίζεται παν θέμα αναφερόμενον εις την λειτουργίαν των κατά το παρόν άρθρον συμβουλίων και επιτροπών, ως και την ενώπιον αυτών διαδικασίαν». Στο δε άρθρο 14 του ίδιου νόμου, όπως ίσχυε κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, πριν την αντικατάσταση της παραγράφου 4 με το άρθρο 25 παρ. 3 του ν. 3889/2010 (Α΄ 182), ορίζεται ότι: «1. Εάν δεν έχει καταρτισθή εισέτι δασολόγιον, ο χαρακτηρισμός περιοχής τινός ή τμήματος της επιφανείας της γης ως δάσους ή δασικής εκτάσεως και ο καθορισμός των ορίων τούτων διά την εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος νόμου, ως και ο προσδιορισμός της κατηγορίας εις ην ανήκει δάσος ή δασική έκτασις κατά τα εν άρθρ. 4 διακρίσεις, ενεργείται κατ' αίτησιν οιουδήποτε έχοντος έννομον συμφέρον ή και αυτεπαγγέλτως διά πράξεως του κατά τόπου αρμοδίου δασάρχου. 2. Η κατά την προηγουμένην παράγραφον πράξις, ερειδομένη επί σχετικής εισηγήσεως αρμοδίου δασολόγου και των τυχόν υφισταμένων στοιχείων φωτογραφήσεως και χαρτογραφήσεως της περιοχής ή παντός ετέρου σχετικού στοιχείου, δέον να είναι προσηκόντως ητιολογημένη δι’ αναφοράς εις την μορφολογίαν του εδάφους, το είδος, την σύνθεσιν, την έκτασιν της βλαστήσεως και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτής, τας τυχόν επελθούσας προσφάτους αλλοιώσεις ή καταστροφάς, ως και εις παν έτερον χρήσιμον στοιχείον προς χαρακτηρισμόν της εκτάσεως. Η πράξις αύτη κοινοποιείται εις τον υποβαλόντα την σχετικήν αίτησιν ιδιώτην ή νομικόν πρόσωπον ή δημοσίαν υπηρεσίαν, αποστέλλεται δε εις τον οικείον δήμον ή κοινότητα και εκτίθεται επί ένα μήνα μερίμνη του δημάρχου ή προέδρου της κοινότητος εις το δημοτικόν ή κοινοτικόν κατάστημα. Ανακοίνωσις περί της συντάξεως της ως άνω πράξεως και της αποστολής αυτής εις τον οικείον δήμον ή κοινότητα, μετά περιλήψεως του περιεχομένου της δημοσιεύεται εις δύο τουλάχιστον τοπικάς εφημερίδας ή εις μίαν τοπικήν και μίαν εφημερίδα των Αθηνών ή της Θεσσαλονίκης. 3. Κατά της πράξεως του δασάρχου περί ης αι προηγούμεναι παράγραφοι, επιτρέπονται αντιρρήσεις του νομάρχου, ως και παντός έχοντος έννομον συμφέρον φυσικού ή νομικού προσώπου εντός δύο μηνών από της κατά τα ανωτέρω προς αυτό κοινοποιήσεως, ή εφ’ όσον δεν συντρέχει περίπτωσις κοινοποιήσεως, από της τελευταίας των κατά την προηγουμένην παράγραφον δημοσιεύσεων, ενώπιον της κατά το άρθρον 10 παρ. 3 επιτροπής του νομού, εις ον ευρίσκεται η υπό αμφισβήτησιν έκτασις ή το μεγαλύτερον τμήμα αυτής. Η επιτροπή, ως και η δευτεροβάθμιος τοιαύτη, λαμβάνουσα υπ’ όψιν τον σχετικόν φάκελλον και τας προτάσεις του ενδιαφερομένου ως άνω ιδιώτου, νομικού προσώπου ή δημοσίας υπηρεσίας, δυναμένη δε και να διενεργήση αυτοψίαν προς μόρφωσιν ασφαλεστέρας γνώμης περί της υφισταμένης εν τη περιοχή καταστάσεως, αποφαίνεται ητιολογημένως εντός τριμήνου προθεσμίας από της υποβολής των αντιρρήσεων. 4. Αι κατά την προηγουμένην παράγραφον αποφάσεις των επιτροπών, δι’ ων χαρακτηρίζονται περιοχαί τινες ή τμήματα αυτών ως δάση ή δασικαί εκτάσεις, λαμβάνονται υποχρεωτικώς υπ’ όψιν κατά την μεταγενεστέραν χαρτογράφησιν και την σύνταξιν του δασολογίου της περιοχής ή κατά την συμπλήρωσιν αυτού, συμφώνως προς τα εν άρθροις 12 και 13 οριζόμενα …». Τέλος, κατ’ επίκληση των ανωτέρω διατάξεων και της παρ. 1 του άρθρου 78 του ν. 998/ 1979 εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 78806/4479/27-5-1993 απόφαση του Υφυπουργού Γεωργίας (Β΄ 396), με την οποία ρυθμίζονται διαδικαστικά θέματα σχετικά με την ενώπιον των Επιτροπών Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων διαδικασία και τις αποφάσεις αυτών και στην οποία ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι αποφάσεις των επιτροπών επίλυσης δασικών αμφισβητήσεων δημοσιεύονται, όπως και η πράξη χαρακτηρισμού εκτάσεων κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 14 του ν. 998/1979, και ότι η δίμηνη προθεσμία για την άσκηση προσφυγής στην Δευτεροβάθμια Ε.Ε.Δ.Α. κατά απόφασης της Πρωτοβάθμιας Ε.Ε.Δ.Α. αρχίζει για τον οικείο Νομάρχη και τους τρίτους που έχουν έννομο συμφέρον, από τη δημοσίευση της απόφασης κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 14 του ν. 998/1979.
8. Επειδή, οι επιτροπές του άρθρου 10 παρ. 3 του ν. 998/1979, δεν συνιστούν συμβούλια ή επιτροπές ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 89 παρ. 2 του Συντάγματος, δεδομένου ότι η αρμοδιότητά τους, όπως ορίζεται στη διάταξη αυτή του ν. 998/1979 και στο άρθρο 14 του ίδιου νόμου, δεν έχει ως αντικείμενο την άσκηση οικονομικού ή δημοσιονομικού ελέγχου ούτε συνάπτεται με θέματα οικονομικού ή δημοσιονομικού χαρακτήρα. Εξάλλου, οι επιτροπές αυτές δεν έχουν δικαιοδοτικό χαρακτήρα, διότι αποφαίνονται επί ενδικοφανών προσφυγών κατά διοικητικών πράξεων με βάση τη διαγραφόμενη στο νόμο διοικητική διαδικασία που δεν έχει στοιχεία, τα οποία προσιδιάζουν σε εκτέλεση δικαιοδοτικού έργου και σε άσκηση αρμοδιότητας δικαιοδοτικού οργάνου, όπως η δημοσιότητα των συνεδριάσεων και η υποχρέωση εξασφάλισης της κατ’ αντιμωλία συζήτησης. (ΣτΕ 3503/2009 Ολομ.). Συνεπώς, η συγκρότηση των παραπάνω επιτροπών με τη συμμετοχή δικαστικού λειτουργού δεν είναι νόμιμη, ως αντίθετη προς τις παραπάνω συνταγματικές διατάξεις. Ήδη, εξάλλου, δεν προβλέπεται η συμμετοχή δικαστικού λειτουργού στις Επιτροπές Εξέτασης Αντιρρήσεων του άρθρου 18 του ν. 3889/2010, όπως ισχύει, στις οποίες έχει ανατεθεί η εξέταση των αντιρρήσεων κατά του περιεχομένου δασικού χάρτη που αναρτήθηκε. Κατά την έννοια δε της διάταξης της παρ. 5 του άρθρου 100 του Συντάγματος, δεν συντρέχει ανάγκη παραπομπής στην Ολομέλεια του ζητήματος της αντισυνταγματικότητας της προαναφερθεισών διατάξεων του ν. 998/1979, καθ’ ό μέρος αφορούν στη συμμετοχή δικαστικού λειτουργού ως προέδρου στις επιτροπές επίλυσης δασικών αμφισβητήσεων, δεδομένου ότι πρόκειται αναμφιβόλως για το ίδιο κατ’ ουσίαν νομικό ζήτημα με το ήδη επιλυθέν με την απόφαση 3503/2009 της Ολομέλειας του Δικαστηρίου περί της συμμετοχής δικαστικού λειτουργού ως προέδρου στην Ειδική Επιτροπή του άρθρου 152 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (πρβλ. ΣτΕ 1476/2004 Ολομ., 1156/2005, 3634/2005 , 3629/2007, 3536/2009 επταμ., 2831/2011, 3060/2013 επταμ., 1279 , 1568/2015 ).
9. Επειδή, κατόπιν τούτων η κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως πρέπει να γίνει δεκτή και η υπόθεση να αναπεμφθεί στη Διοίκηση προκειμένου η έκδοση απόφασης επί της προσφυγής του αιτούντος να γίνει κατόπιν νέας νόμιμης συγκρότησης της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Εφετείου Πειραιά.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Δέχεται την κρινόμενη αίτηση.
ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΑΝΤΙ ΣΧΟΛΙΟΥ  :
Αποτελεί πάγια  πλέον νομολογία του ΣτΕ αναφορικά με την απαγόρευση συμμετοχής δικαστικών λειτουργών  σε συμβούλια ή επιτροπές ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 89 παρ. 2 του Συντάγματος και η συγκρότηση αυτών με τη συμμετοχή δικαστικού λειτουργού δεν είναι νόμιμη:
Σύμφωνα με τις  οι διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 89 του Συντάγματος, όπως αυτές διαμορφώθηκαν μετά την αναθεώρηση του έτους  2001, (ψήφισμα της 6ης.4.2001), ορίζουν ότι: «2. Κατ`, εξαίρεση επιτρέπεται στους δικαστικούς λειτουργούς να εκλέγονται μέλη της Ακαδημίας Αθηνών, ή του διδακτικού προσωπικού ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, καθώς και να   μετέχουν σε συμβούλια ή επιτροπές που ασκούν αρμοδιότητες πειθαρχικού, ελεγκτικού  ή      δικαιοδοτικού χαρακτήρα και  σε νομοπαρασκευαστικές επιτροπές, εφόσον η συμμετοχή τους    αυτή προβλέπεται  ειδικά από το νόμο. Νόμος "προβλέπει  την  αντικατάσταση δικαστικών λειτουργών από άλλα πρόσωπα σε συμβούλια ή επιτροπές που συγκροτούνται ή σε έργα που ανατίθενται με δήλωση βούλησης ιδιώτη, εν ζωή ή αιτία θανάτου, εκτός από τις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου.3. Η ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς απαγορεύεται. Καθήκοντα   σχετικά με την εκπαίδευση των δικαστικών λειτουργών θεωρούνται δικαστικά. Επιτρέπεται η ανάθεση σε δικαστικούς λειτουργούς των καθηκόντων εκπροσώπησης της Χώρας σε διεθνείς οργανισμούς. Η διενέργεια διαιτησιών από δικαστικούς λειτουργούς επιτρέπεται μόνο στο πλαίσιο των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, όπως νόμος ορίζει».
Στο άρθρο 118 παρ. 4 του Συντάγματος ορίζεται  ότι: «Η ισχύς των αναθεωρημένων διατάξεων των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 89 αρχίζει με τη θέση σε ισχύ του σχετικού εκτελεστικού νόμου και  πάντως από 1.1.2002».    
Ο αναθεωρητικός συνταγματικός νομοθέτης απαγορεύει πλέον από 1ης.1.2002 την ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς με σκοπό την ενίσχυση της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας τους. Εξαίρεση από τη γενική αυτή απαγόρευση, η οποία, όμως, είναι, για το λόγο αυτό, στενώς ερμηνευτέα, προβλέπεται από την παράγραφο 2 του άρθρου 89, προκειμένου για τη συμμετοχή δικαστικών λειτουργών, μεταξύ άλλων, σε σύμβουλια ή επιτροπές πειθαρχικού, ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα. Ειδικότερα, από την εν λόγω εξαιρετικού χαρακτήρα διάταξη, στενώς, κατά τα ανωτέρω ερμηνευτέα, συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται η ανάθεση σε δικαστικό λειτουργό διοικητικών καθηκόντων και μονομελούς οργάνου[1], ανεξαρτήτως του αν το όργανο αυτό έχει ή όχι πειθαρχικό, ελεγκτικό ή δικαιοδοτικό χαρακτήρα (βλ και πρακτικά Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής Ι Περιόδου, Α` Συνόδου, Σύνεδρ, ΡΛΒ΄ σελ. 597).
Με τις με αριθμούς 137/2015,99/2015 Αποφάσεις του  ΣτΕ κρίθηκε ότι οι Επιτροπές Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων δεν συνιστούν συμβούλια ή επιτροπές ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 89 παρ. 2 του Συντάγματος και η συγκρότηση αυτών με τη συμμετοχή δικαστικού λειτουργού δεν είναι νόμιμη. Το  1029/2013 ΔΕΦ ΑΘ (ΑΚΥΡ) Απόφαση του έκρινε ότι  η Ειδική Επιτροπήτου αρ. 152 Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων. Συμμετοχή δικαστικών λειτουργών, η Επιτροπή δεν συνιστά συμβούλιο ή επιτροπή ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα, επομένως, κατά παράβαση του Συντάγματος συγκροτείται με τη συμμετοχή δικαστικού λειτουργού. Κρίθηκε όμως με την  94/2013  Απόφαση ΣΤΕ (ΟΛΟΜ)  ότι για τα  πειθαρχικά παραπτώματα των αιρετών οργάνων των ΟΤΑ Η συγκρότηση του πενταμελούς πειθαρχικού συμβουλίου με συμμετοχή και τριών εν ενεργεία δικαστών ευρίσκει έρεισμα στο άρθρο 102 παρ. 4 εδ. 3 του Συντάγματος και δεν τίθεται ζήτημα αντιθέσεως προς το  άρθρο 89 του Συντάγματος. Με την 95/2013 Απόφαση ΣΤΕ (ΟΛΟΜ) κρίθηκε ότι ο διαγωνισμός για την πρόσληψη Επιμελητών του ΕλΣ, που αποτελούν δικαστικούς υπαλλήλους. Το άρθρο 92 του Συντάγματος καλύπτει όλους τους δικαστικούς υπαλλήλους ανεξαιρέτως και ότι η Τριμελής Επιτροπή του επίμαχου ειδικού διαγωνισμού νόμιμα συγκροτήθηκε από δικαστικούς λειτουργούς του ΕΣ και δεν παραβιάστηκε το άρθρο 89 του Συντάγματος.
ARGYROS.OFFICE@GMAIL.COM                           ΑΝΤΩΝΗΣ Π.ΑΡΓΥΡΟΣ






[1] Στην περίπτωση-του μονομελούς οργάνου, η ευθύνη προσωποποιείται σε μέγιστο  βαθμό, με συνέπεια να υφίσταται κίνδυνος αμφισβήτησης ( του κύρους του δικαστικού,   λειτουργού επί προσβολής ενώπιον δικαστηρίου των αποφάσεών του ως ασκούντος καθήκοντα μονομελούς διοικητικού οργάνου (βλ. ΣτΕ 2980/2010):      

ΔΙΚΑΙΗ ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ 2530/2015 ΣΤΕ ΜΕ ΣΧΟΛΙΟ ΑΝΤΩΝΗ Π ΑΡΓΥΡΟΥ

Αριθμός 2530/2015
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Στ΄(ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ)
Πρόεδρος: Κ. Μαρίνου Πάρεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας
Δικηγόροι: Νικ. Κοροβέσης, Εμμ. Μουστάκης, ΝΣΚ.
Δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης. Η επίμαχη υπόθεση διήρκησε 6 έτη 2 μήνες και 26 ημέρες. Ο αιτούσα εταιρία δεν συνέβαλε στην καθυστέρηση εκδικάσεως της υποθέσεως (άρθρων 53 έως 58 του ν. 4055/2012).
Διακύβευμα της διαφοράς. Τα ζητήματα που αντιμετωπίσθηκαν με την απόφαση δεν εμφάνιζαν ιδιαίτερη πολυπλοκότητα, ενώ το διακύβευμα της διαφοράς, που είχε ως αντικείμενο σύμβαση έργου ήταν γι' αυτόν σημαντικό ((άρθρο 57 παρ. 1 του ν. 4055/2012).
Ηθική Βλάβη. Η καθυστέρηση προκάλεσε στον αιτούντα ηθική βλάβη. Ύψος της επιδικαζόμενης χρηματικής ικανοποίησης. Κρίσιμο το βιοτικό επίπεδο της Ελλάδας. Επιδίκαση ποσού 5.600 ευρώ, χωρίς καταβολή τόκων. Μερικά δεκτή η αίτηση (άρθρο 57 παρ. 2 του ν. 4055/2012).
(…) Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται να επιδικασθεί στην αιτούσα το ποσό των 100.000 ευρώ, ως δίκαιη ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης, η οποία άρχισε την 2.6.2008 με την κατάθεση από την αιτούσα αιτήσεως περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 327/2008 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης και περατώθηκε με την δημοσίευση της υπ’ αριθ. 2803/2014 αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας στις 28.8.2014. Με την κρινόμενη αίτηση η αιτούσα ζητεί επίσης να επιβληθεί εις βάρος του Δημοσίου η δικαστική της δαπάνη.
Επειδή, με τις διατάξεις των άρθρων 53 έως 58 του Ν. 4055/2012 θεσμοθετήθηκε, ως νέο ένδικο βοήθημα, η αίτηση για δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης, η οποία ασκείται ανά βαθμό δικαιοδοσίας και από κάθε διάδικο στρέφεται δε κατά του Ελληνικού Δημοσίου, εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών. Αντικείμενο της αιτήσεως είναι η δίκαιη ικανοποίηση των διαδίκων με την επιδίκαση εύλογου χρηματικού ποσού για την αποκατάσταση της ηθικής, κατά κύριο λόγο, βλάβης που υπέστησαν, λόγω της προσβολής του δικαιώματος σε ταχεία απονομή της διοικητικής δικαιοσύνης. Περαιτέρω, με τις ανωτέρω διατάξεις ρυθμίζονται ζητήματα σχετικά με τα κριτήρια σύμφωνα με τα οποία εκτιμάται η εύλογη χρονική διάρκεια της διοικητικής δίκης. Τα κριτήρια αυτά, τα οποία, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του Ν. 4055/2012, είναι αντίστοιχα με εκείνα που έχει διαπλάσει η νομολογία του ΕΔΔΑ, απαριθμούνται στο άρθρο 57 παρ. 1 του νόμου και αφορούν, ειδικότερα, στη συμπεριφορά των διαδίκων κατά την εξέλιξη της δίκης για την οποία πρόκειται, στην πολυπλοκότητα της υποθέσεως, τόσο από δικονομική όσο και από ουσιαστική άποψη, στη στάση των αρμοδίων κρατικών αρχών και στο διακύβευμα, δηλαδή τη σημασία, της υποθέσεως για τον αιτούντα. Τέλος, όπως προκύπτει, ειδικότερα, από τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 57 του Ν. 4055/2012, η κρίση του αρμοδίου δικαστηρίου που επιλαμβάνεται αιτήσεως για δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης περιλαμβάνει τρία (3) στάδια. Στο πρώτο στάδιο, το δικαστήριο αποφαίνεται αν συντρέχει παραβίαση του δικαιώματος του αιτούντος σε ταχεία απονομή της δικαιοσύνης, λόγω υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης με βάση τα κριτήρια της παρ. 1 του άρθρου 57 του νόμου. Εφόσον διαπιστωθεί ότι συντρέχει στη συγκεκριμένη περίπτωση παραβίαση του ως άνω δικαιώματος σε ταχεία απονομή της δικαιοσύνης, το δικαστήριο αποφαίνεται, σε δεύτερο στάδιο, αν θα πρέπει να καταβληθεί χρηματικό ποσό για τη δίκαιη ικανοποίηση του αιτούντος ή αν, αντιθέτως, μόνη η διαπίστωση της παραβιάσεως του ως άνω δικαιώματος μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση και κατά την αιτιολογημένη σχετική κρίση του δικαστηρίου, να θεωρηθεί επαρκής ικανοποίηση (βλ. σχετ. αποφ. ΕΔΔΑ, της 29.3.2006, Cochiarella κατά Ιταλίας, της 23.9.2004, Αγαθός κλπ. κατά Ελλάδος και της 15.7.2004, Θεοδωρόπουλος κατά Ελλάδος). Εάν, κατά το δεύτερο στάδιο, το αρμόδιο δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί χρηματικό ποσό για τη δίκαιη ικανοποίηση του αιτούντος, το δικαστήριο προβαίνει, στο τρίτο και τελευταίο στάδιο, αφενός, στον καθαρισμό του ύψους του εν λόγω ποσού, λαμβάνοντας, ιδίως, υπόψη την περίοδο που υπερβαίνει τον εύλογο χρόνο για την εκδίκαση της υποθέσεως, καθώς και την ενδεχόμενη ικανοποίηση του αιτούντος από άλλα μέτρα προβλεπόμενα στην κείμενη νομοθεσία, και, αφετέρου, στην επιβολή, σε βάρος του Δημοσίου των εξόδων του αιτούντος, κατά τα προβλεπόμενα, ειδικότερα, στις διατάξεις των παρ. 2 και 3 του προαναφερόμενου άρθρου 57 του Ν. 4055/2012. (ΣτΕ 4467/201 2, βλ. Και 1, 1856/2013).
Επειδή, η υπ’ αριθ. 2803/2014 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας δημοσιεύθηκε στις 28.8.2014, η δε εξάμηνη προθεσμία για την άσκηση της αιτήσεως για δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπέρβασης της εύλογης χρονικής διάρκειας της δίκης, κατ’ επίκληση των άρθρων 53 επ. του ν. 4055/2012, άρχισε την επομένη, 29.8.2014, έληξε δε στις 29.2.2015. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση, κατατεθείσα στη Γραμματεία του Συμβουλίου της Επικρατείας στις 27.2.2015, ασκείται εμπροθέσμως.
 Επειδή, εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, η αιτούσα ανέλαβε, βάσει συμβάσεως που υπεγράφη στις 12.7.1999 μεταξύ αυτής και της Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως …., την εκτέλεση του προαναφερθέντος έργου. Ειδικότερα η εκτέλεση του έργου αυτού περιελάμβανε την κατασκευή: α) αντλιοστασίου, β) ανοιχτής διώρυγας μήκους 1.450 μέτρων για τη μεταφορά νερού από τον ποταμό Στρυμόνα στο αντλιοστάσιο και γ) δύο δεξαμενών οι οποίες θα συνεδέοντο με το αντλιοστάσιο με υπόγειους αγωγούς. Κατά τη διάρκεια εκτελέσεως του έργου ανέκυψαν διαφωνίες μεταξύ των συμβληθέντων μερών, σχετικές με την ευχέρεια απρόσκοπτης εκτελέσεως των εργασιών από την πλευρά της αιτούσας, λόγω αντιδράσεων που εκδηλώθηκαν από ιδιοκτήτες των ακινήτων μέσω των οποίων είχε προγραμματισθεί η χάραξη των έργων, καθώς και άλλων προβλημάτων, με αποτέλεσμα η αιτούσα να αποστείλει σειρά εγγράφων προς τη Διευθύνουσα Υπηρεσία (Τμήμα Εγγειοβελτιωτικών Έργων της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως …..) με τα οποία διετύπωνε επιφυλάξεις ως προς τη δυνατότητα εμπροθέσμου παραδόσεως του έργου, ισχυριζόμενη ότι δεν της είχαν παραδοθεί ελεύθερες όλες οι ζώνες εντός των οποίων όφειλε να εκτελέσει τις εργασίες και ενημέρωνε ότι, εφόσον η διαμορφωθείσα κατάσταση δεν οφείλετο σε υπαιτιότητά της, θα απαιτούσε την καταβολή αποζημιώσεως προς αποκατάσταση οιασδήποτε ζημίας θα προέκυπτε από την παραπάνω αιτία, μεταξύ των οποίων και για σταλίες των μηχανημάτων της. Εξάλλου, κατά τη διάρκεια εκτελέσεως του έργου υπεβλήθησαν από την αιτούσα εννέα πρωτόκολλα παραλαβής αφανών εργασιών και στις 10.12.01 υπεβλήθη η τελική επιμέτρηση του έργου. Η επιμέτρηση διορθώθηκε από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία και με το υπ’ αρ. πρωτ. 32…/28.12.01 έγγραφό της απεστάλη ταχυδρομικώς στην αιτούσα, λόγω μη ανευρέσεως του διορισθέντος στην έδρα της Διευθυνούσης Υπηρεσίας αντικλήτου της αιτούσας, η οποία ισχυρίζεται ότι ουδέποτε παρέλαβε τη διορθωμένη τελική επιμέτρηση. Εξάλλου, η αιτούσα στις 2.12.03 υπέβαλε αρμοδίως ειδική όχληση, με την οποία, αφού ανέφερε ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις που τάσσει ο νόμος, ζήτησε την οριστική παραλαβή του έργου. Με την υπ’ αρ. πρωτ. ΤΤ 32../5.12.03 απόφαση του διευθυντή της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών Νομαρχιακής Αυτοδιοικήσεως …. (Προϊσταμένης Αρχής) συγκροτήθηκε επιτροπή για την προσωρινή παραλαβή του έργου. Η επιτροπή αυτή, ύστερα από επιτόπια μετάβαση και με την παρουσία εκπροσώπου της προσφευγούσης, διεπίστωσε την ύπαρξη κακοτεχνιών. Κατόπιν τούτου προέβη στη σύνταξη του από 15.12.03 πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής του έργου, με το οποίο, αφού αναφέρονται λεπτομερώς όλες οι κακοτεχνίες που αφορούν σε όλα τα τμήματα του έργου, διεκόπη η παραλαβή αυτού και ετάχθη στην αιτούσα προθεσμία πέντε μηνών για την αποκατάσταση των κακοτεχνιών, με την επισήμανση ότι μετά την εξάλειψη τούτων η επιτροπή θα προχωρήσει στην παραλαβή του έργου. Κατά του παραπάνω πρωτοκόλλου, το οποίο υπεγράφη από την αιτούσα με επιφύλαξη στις 14.5.04, αυτή άσκησε την από 17.5.04 ένσταση με την οποία προέβαλε ότι η σύνταξη του πρωτοκόλλου προσωρινής παραλαβής δεν είναι νόμιμη διότι το αίτημα που υπέβαλε ήταν να αναγνωρισθεί ότι έχει συντελεσθεί η αυτοδίκαιη οριστική παραλαβή του έργου και όχι η προσωρινή, εφόσον είχαν παρέλθει οι σχετικές προθεσμίες που τάσσονται από το νόμο. Συγχρόνως με την υποβολή της ενστάσεως (ήτοι στις 17.5.04) η αιτούσα υπέβαλε προς την ίδια αρχή (Προϊσταμένη Αρχή) τον 2ο Ανακεφαλαιωτικό Πίνακα Εργασιών (Α.Π.Ε.), που τον συνόδευε με το 2ο Πρωτόκολλο Κανονισμού Νέων Τιμών Μονάδος, ο οποίος συντάχθηκε για να συμπεριλάβει αφενός αυξήσεις ποσοτήτων που προέκυψαν από την τελική επιμέτρηση, η οποία, όπως προέβαλε η αιτούσα, είχε εγκριθεί αυτοδικαίως μετά την πάροδο διμήνου από της υποβολής της λόγω του ότι δεν της κοινοποιήθηκε νομίμως η διόρθωση στην οποία προέβη η Διευθύνουσα Υπηρεσία, αφετέρου δε αποζημίωση για τις κατά τα ανωτέρω σταλίες των μηχανημάτων της. Με το υπ’ αρ. πρωτ. 11…/11…/25.5.04 έγγραφο, που απέστειλε η Προϊσταμένη Αρχή προς την αιτούσα, αφενός της κοινοποίησε την υπ’ αρ. πρωτ. 11…/25.5.04 απόφασή της, με την οποία απέρριψε την προαναφερθείσα ένσταση, αφετέρου της επέστρεψε τον υποβληθέντα 2ο Α.Π.Ε. αναφέροντας ότι «Η υποβολή του 2ου Α.Π.Ε. που συντάξατε για το έργο που αναφέρεται στο θέμα σας επιστρέφεται, η σύνταξη Α.Π.Ε. θα γίνει από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία με βάση το πρωτόκολλο παραλαβής που θα συνταχθεί από την αρμόδια επιτροπή παραλαβής». Κατά του τελευταίου εγγράφου, κατά το μέρος που σ’ αυτό αντιστοιχεί ο αριθμός πρωτοκόλλου 11… και αναφέρεται στην επιστροφή του 2ου Α.Π.Ε., η αιτούσα άσκησε απ’ ευθείας την από …..6.04 αίτηση θεραπείας, ενώπιον του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., με αίτημα την ακύρωση τούτου και την έγκριση του υποβληθέντος Α.Π.Ε. Κατά δε της τεκμαιρόμενης απορρίψεως της αιτήσεως θεραπείας από τον παραπάνω υπουργό, λόγω απράκτου παρόδου της τασσόμενης από το νόμο τρίμηνης προθεσμίας, ασκήθηκε προσφυγή, με την οποία η αιτούσα διατύπωσε τα ίδια αιτήματα. Το Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την 327/2008 απόφασή του έκρινε ότι το υπ’ αρ. πρωτ. 11…/25.5.04 έγγραφο της Προϊσταμένης Αρχής, κατά του οποίου ασκήθηκε από την αιτούσα αίτηση θεραπείας, έχει απλώς πληροφοριακό χαρακτήρα εφόσον μ’ αυτό η Προϊσταμένη Αρχή ενημερώνει ουσιαστικώς την αιτούσα ότι, σύμφωνα με όσα ορίζονται από το άρθρο 43 παρ. 5 του π.δ. 609/1985, ο Α.Π.Ε. και το πρωτόκολλο νέων τιμών συντάσσονται, είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αιτήσεως του αναδόχου, από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία και υπογράφονται από τον ανάδοχο, ο οποίος, σε περίπτωση διαφωνίας, μπορεί να ασκήσει ένσταση, ακολούθως δε υποβάλλονται προς έγκριση στην Προϊσταμένη Αρχή, προς την οποία διαβιβάζεται και η τυχόν ασκηθείσα από τον ανάδοχο ένσταση, μαζί με τα λοιπά πληροφοριακά στοιχεία. Με βάση δε τα ανωτέρω εκτεθέντα, το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη και δη ως στρεφομένη κατά μη εκτελεστής πράξεως. Κατά της αποφάσεως αυτής η αιτούσα κατέθεσε στις 2.6.2008 αίτηση αναιρέσεως, με τον μοναδικό λόγο της οποίας προέβαλε ότι το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο προέβη σε παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, δεχόμενο πραγματικά περιστατικά προφανώς διαφορετικά από τα αναφερόμενα σε αυτό και ειδικότερα εκλαμβάνοντας ως διαβιβαστικό έγγραφο υποβολής του 2ου Α.Π.Ε. την υπ’ αριθμ. πρωτ. 11…/17.5.2004 αίτηση που υπέβαλε η αιτούσα προς την Προϊσταμένη Αρχή. Η αίτηση αναιρέσεως διαβιβάστηκε στο Συμβούλιο της Επικρατείας και εισήχθη στις 10.6.2008 ενώπιον του ΣΤ΄ Τμήματος, με πρώτη ορισθείσα δικάσιμο την 19.1.2009. Η υπόθεση αναβλήθηκε αυτεπαγγέλτως δεκατρείς φορές, μεσολάβησε δε προ της προτελευταίας αναβολής και αλλαγή εισηγητού. Εν τέλει, το Συμβούλιο της Επικρατείας, με την 2804/28.8.2014 απόφασή του, απέρριψε την αίτηση με την αιτιολογία ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, η αιτούσα τελούσε σε κατάσταση πτωχεύσεως και στερούνταν, ως εκ τούτου, της δικανικής ικανότητας να ασκεί ένδικα βοηθήματα και μέσα ιδίω ονόματι, μόνος δε νομιμοποιούμενος για την άσκηση της αιτήσεως ήταν ο σύνδικος της πτωχεύσεως. Ειδικότερα, το δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στην κρίση αυτή έλαβε υπ’ όψιν του το υπ’ αριθμ. πρωτ. 204…./10…/9.5.2014 έγγραφο της Νομικής Υπηρεσίας της Περιφερειακής Ενότητας …. της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, με το οποίο διαβιβάσθηκαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας (υπ’ αριθμ. πρωτ. 26…/2.6.2014) στοιχεία, από τα οποία προέκυπτε ότι η αναιρεσείουσα εταιρεία είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης, αρχικά, με την 35179/11.11.2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (εκουσία δικαιοδοσία), η οποία εξαφανίσθηκε με την 345/2007 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, και στη συνέχεια με την 6712/25.2.2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (εκουσία δικαιοδοσία), με την οποία ορίσθηκε δικηγόρος ως προσωρινός σύνδικος της πτώχευσης. Από τα αυτά στοιχεία προέκυπτε ότι με την 84…/26.8.2008 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου κηρύχθηκε η παύση των εργασιών της πτώχευσης ελλείψει ενεργητικού (βλ. υπ’ αριθμ. 45…/5.5.2014 πιστοποιητικό Γραμματέως του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, Τμήμα Πτωχεύσεων και οικ: 177…/20…/7.5.014 αίτηση Διεύθυνσης Τεχνικών Έργων Π.Ε. …. Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας προς Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης), δίχως στη συνέχεια να κινηθεί εκ νέου η διαδικασία κήρυξης σε πτώχευση ή να υποβληθεί αίτηση για πτώχευση, ούτε δήλωση αναστολής πληρωμών της αιτούσας ή να κινηθεί σε βάρος της διαδικασία κήρυξης σε αναγκαστική διαχείριση (βλ. υπ’ αριθμ. 14…./8.5.2014 πιστοποιητικά Γραμματέως Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, Τμήμα Γραμματείας Πιστοποιητικών – Διαθηκών – Σωματείων). Με βάση τα ανωτέρω έγγραφα το Συμβούλιο της Επικρατείας, με την προαναφερθείσα 2803/2014 απόφασή του, έκρινε ότι η αίτηση αναιρέσεως δεν ασκήθηκε παραδεκτώς από την πτωχεύσασα εταιρεία, καθόσον η απόφαση, με την οποία κηρύχθηκε η παύση των εργασιών της πτώχευσης, εκδόθηκε μετά την κατάθεση της αιτήσεως αναιρέσεως, το απαράδεκτο δε αυτό δεν θεραπευόταν, εκ των υστέρων, καθισταμένης της αιτήσεως απαράδεκτης λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως.
Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση προβάλλεται ότι ο χρόνος που μεσολάβησε από την κατάθεση της αιτήσεως αναιρέσεως (2.6.2008) μέχρι τη δημοσίευση της 2804/2014 απόφασης του ΣΤ΄ Τμήματος στις 28.8.2014, ήτοι έξι (6) έτη, δύο (2) μήνες και είκοσι έξι (26) ημέρες, υπερέβη κατά πολύ την εύλογη διάρκεια της δίκης, κατά παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, χωρίς υπαιτιότητα της αιτούσας, δεδομένου ότι η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε και τις δεκατρείς φορές αυτεπαγγέλτως. Περαιτέρω, προβάλλεται ότι η ένδικη διαφορά δεν παρουσίαζε καμία ιδιαιτερότητα ή δυσκολία. Όσον αφορά στο διακύβευμα της υπόθεσης για την αιτούσα, προβάλλεται ότι αυτό ήταν όχι απλά ιδιαίτερα σημαντικό για αυτήν αλλά “αφορούσε αυτήν καθ’ εαυτήν την επιβίωσή της” αφού “αφορούσε την απόρριψη του νομίμως υποβληθέντος 2ου Α.Π.Ε., ποσού 1.253.606.582 δρχ.”. Προς ενίσχυση δε του ανωτέρω ισχυρισμού, η αιτούσα προβάλλει ότι περιήλθε σε δεινή θέση και λόγω της κηρύξεώς της σε πτώχευση και έχουν ήδη εκπλειστηριαστεί ακίνητα των νομίμων εκπροσώπων της. Προβάλλεται, επίσης, ότι η ως άνω υπέρβαση των ευλόγων χρονικών ορίων της δίκης προκάλεσε στην αιτούσα ηθική βλάβη, συνιστάμενη στην αβεβαιότητα και την ταλαιπωρία που υπέστη καθ’ όλο αυτό το χρονικό διάστημα. Προς αποκατάσταση δε της ηθικής της βλάβης, η αιτούσα ζητεί να της επιδικασθεί το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ. Εξάλλου, το Ελληνικό Δημόσιο, με υπόμνημά του, κατατεθέν εντός της χορηγηθείσης από το Δικαστήριο προθεσμίας, προβάλλει, μεταξύ άλλων, ότι “η προσκόμιση των στοιχείων από τα οποία προέκυψε η κήρυξη της πτώχευσης της αντιδίκου δεν έγινε από το Ελληνικό Δημόσιο, κατά του οποίου στρέφεται η υπό κρίσιν αίτηση αλλά από την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας και επομένως μη νομίμως ζητείται η επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης εις βάρος του Δημοσίου”.
Επειδή, από τα ανωτέρω εκτεθέντα προκύπτει ότι η διαδικασία για την εκδίκαση της ανωτέρω αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας διήρκεσε έξι έτη, δύο μήνες και είκοσι έξι ημέρες, χωρίς να προκύπτει ότι η αιτούσα συνέβαλε με τη συμπεριφορά της στην καθυστέρηση εκδίκασης της υπόθεσης, δεδομένου ότι οι αναβολές συζητήσεως αυτής έλαβαν χώρα αυτεπαγγέλτως. Ο ως άνω, εξάλλου, ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου, ότι δεν ευθυνόταν αυτό για την καθυστερημένη αποστολή των στοιχείων των αφορώντων στην πτώχευση της αιτούσας, και επομένως δεν θα έπρεπε να στρέφεται κατά αυτού η κρινόμενη αίτηση αλλά κατά της Περιφερείας Κεντρικής Μακεδονίας, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αβάσιμος, δεδομένου ότι, κατά την έννοια του άρθρου 53 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η αίτηση για δίκαιη ικανοποίηση στρέφεται μόνον κατά του Ελληνικού Δημοσίου ανεξαρτήτως του εάν αυτό ήταν διάδικος στην διοικητική δίκη επί της οποίας εξεδόθη η απόφαση για την καθυστέρηση της οποίας παραπονείται ο αιτούμενος την ικανοποίηση.
Επειδή, περαιτέρω, η υπόθεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 2803/2014 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ναι μεν δεν εμφάνιζε δυσχέρεια ως προς τo ζήτημα που προεβλήθη με τον μοναδικό λόγο αναιρέσεως (περί παραμορφώσεως εγγράφου) πλην το ζήτημα που αφορούσε στην ενεργητική νομιμοποίηση της αναιρεσείουσας, είχε παραπεμφθεί, στα πλαίσια εξετάσεως άλλης υποθέσεως, από την 1.2.2012 ενώπιον της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο και το επέλυσε με την 1375/5.4.2013 απόφασή του.
Επειδή, τέλος, το διακύβευμα της υποθέσεως, ήταν μεν κατ’ αρχήν σημαντικό για την αιτούσα, ενόψει και του συνολικού προϋπολογισμού του έργου (498.664.976 δρχ.), όπως αυτό προκύπτει από το δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, πλην ο ισχυρισμός της αιτούσας αναφορικά με την κήρυξή της σε πτώχευση, ουδεμία επιρροή ασκεί στην παρούσα δίκη, δεδομένου ότι αυτή είχε κηρυχθεί σε πτώχευση προ της ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως και συνεπώς, η καθυστέρηση εκδικάσεως αυτής δεν τελούσε σε αιτιώδη συνάφεια με την κήρυξη αυτής σε πτώχευση, καθ’ ερμηνείαν του σχετικώς προβαλλομένου, με το υπόμνημα του Ελληνικού Δημοσίου, ισχυρισμού.
Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω και κατ’ εκτίμηση του συνόλου των περιστάσεων της υποθέσεως με βάση τα προαναφερθέντα νόμιμα κριτήρια, το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το χρονικό διάστημα των έξι ετών, δύο μηνών και είκοσι έξι ημερών δεν ικανοποιεί τις απαιτήσεις της «εύλογης διάρκειας» της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 57 του ν. 4055/2012, ούτε άλλωστε τις απαιτήσεις της «λογικής προθεσμίας», κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α.. Η επιμήκυνση δε της επίμαχης διαδικασίας προκάλεσε ηθική βλάβη στην αιτούσα, συνιστάμενη στη μακρά αβεβαιότητα για την έκβαση της δίκης και στην ταλαιπωρία που υπέστη, κατά τη διάρκεια της όλης διαδικασίας.
Επειδή, η θέσπιση με το ν. 4055/2012 ειδικού ένδικου βοηθήματος για την δίκαιη ικανοποίηση των διαδίκων, λόγω υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας διοικητικής δίκης δικαιολογεί την επιδίκαση στην αιτούσα ποσού μειωμένου σε σχέση με εκείνο που θα επιδίκαζε το Ε.Δ.Δ.Α., εάν η υπόθεση είχε αχθεί ενώπιόν του, εφ’ όσον το ποσό που θα επιδικασθεί δεν θα είναι πολύ κατώτερο ενός ευλόγου ορίου («unreasonable»), θα στοιχεί προς τη νομική παράδοση και το βιοτικό επίπεδο («standard living») της Χώρας και η απόφαση θα εκτελεσθεί αμέσως (βλ. απόφαση ΕΔΔΑ της 10ης.10.2004 «Dubjakova κατά Σλοβακίας» και της 26ης.3.2006 «Scordino κατά Ιταλίας»). Στο πλαίσιο αυτό, συνεκτιμάται η προκύπτουσα από τα διαθέσιμα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής πτώση του βιοτικού επιπέδου στην Ελλάδα κατά τα τελευταία έτη, η οποία συνδέεται με τον σοβαρότατο κλονισμό της δημοσιονομικής ισορροπίας του Ελληνικού Κράτους λόγω εκτοξεύσεως σε πρωτοφανή επίπεδα του δημοσίου ελλείμματος και του δημοσίου χρέους και αντικατοπτρίζεται στην οικονομική ύφεση και μείωση του ακαθάριστου εγχωρίου προϊόντος (ΣτΕ 2273, 1340/2014, 2974/2013, 4467/2012 μονομελούς).
Επειδή, με τα ανωτέρω δεδομένα το Δικαστήριο, συνεκτιμώντας το σύνολο των περιστάσεων της υποθέσεως, κρίνει ότι πρέπει κατά μερική παραδοχή της κρινομένης αιτήσεως να επιδικασθεί στην αιτούσα το ποσό των δύο χιλιάδων εξακοσίων (2.600) ευρώ για ηθική βλάβη.
Επειδή, περαιτέρω, πρέπει, κατά τα παγίως κριθέντα (ΣτΕ μον. 1423, 100/2014, 3517, 3152/2013 κ.ά.), να απορριφθεί το αίτημα καταβολής του ποσού της δίκαιης ικανοποίησης νομιμοτόκως, κατ' εκτίμηση δε των περιστάσεων, να συμψηφισθεί η δικαστική δαπάνη της αιτούσας, της οποίας γίνεται εν μέρει μόνο δεκτή η κρινόμενη αίτηση, και του Δημοσίου, και να αποδοθεί σε αυτήν τμήμα του καταβληθέντος παραβόλου, ύψους εκατό (100) ευρώ.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Δέχεται εν μέρει την κρινόμενη αίτηση.
Υποχρεώνει το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στην αιτούσα το ποσό των δύο χιλιάδων εξακοσίων (2.600) ευρώ, σύμφωνα με το αιτιολογικό

ΣΧΟΛΙΟ: ΤΟ ΕΝΔΙΚΟ ΒΟΗΘΗΜΑ ΤΟΥ Ν 4055/12.
1.-Η ταχύτητα στην απονομή της δικαιοσύνης είναι βασικό σημείο για τη λειτουργία της δημοκρατίας».  Με  τη  φράση  αυτή  και  με  το  δικό  του  τρόπο,  ο τ. Πρόεδρος  της Δημοκρατίας, Κάρολος Παπούλιας, έθεσε χτες επί τάπητος τις δυσλειτουργίες που υπάρχουν στην απονομή της δικαιοσύνης. Είναι γνωστόν ότι η κατάσταση οδηγεί πλέον στο φαινόμενο της «αρνησιδικίας» Οι αποφάσεις της Δικαιοσύνης, και κυρίως ο τρόπος και η ταχύτητα με την οποία λειτουργεί  το  σύστημα,  έχουν  επιπτώσεις  σε  όλη  την κοινωνία,  ακόμη  και  στην οικονομία. του  Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ), στα 52 χρόνια λειτουργίας του έχει καταδικάσει την Ελλάδα  συνολικά 403 φορές για παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) εξαιτίας υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δικαστικής διαδικασίας, ενώ μόνο στο 2011 οι καταδίκες ανήλθαν τις πενήντα. Σε κάθε μία από τις υποθέσεις αυτές το Ελληνικό κράτος εξαναγκάστηκε από το ΕΔΑΔ να καταβάλει αποζημίωση πολλών χιλιάδων Ευρώ στους παθόντες, το ανθρώπινο δικαίωμα των οποίων σε δίκαιη δίκη κρίθηκε ότι παραβιάστηκε.
2.-«Iustitiae dilatio est quaedam negation»[1]
Η Ελληνική Πολιτεία με τους ν 4055/12,4239/2014[2] επιχειρεί να συμμορφωθεί προς τις διεθνώς ανειλημμένες υποχρεώσεις της, οι οποίες απορρέουν από το Δίκαιο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, μεταξύ των οποίων και το πρωταρχικό δικαίωμα σε ταχεία κι αποτελεσματική πρόσβαση στη δικαιοσύνη «right to a fair and speedy trial» Οι διατάξεις αυτές θεσπίσθηκαν για την ευθυγράμμιση της χώρας μας στις απαιτήσεις του διεθνούς δικαίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων και σε συμμόρφωση των άρθρων 6 παρ. 1 και 13 της ΕΣΔΑ, όπως αυτά ερμηνεύθηκαν με την απόφαση του ΕΔΑΔ, της 21.12.2010, Αθανασίου κλπ. κατά Ελλάδος. Είχε άλλωστε προηγηθεί και σχετική απόφαση του ΕΔΑΔ, όπου το Δικαστήριο έκρινε ότι η Ελληνική έννομη τάξη δεν προσφέρει στους ενδιαφερομένους μια πραγματική προσφυγή για το παράπονο του εύλογου χρόνου (βλ. Απόφαση της 10 Απριλίου 2003, nο. 53401/99, Κόντη-Αρβανίτη κατά Ελλάδος, παρ.παρ. 29-30). Το  Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου επί της Προσφυγής αρ. 40547/10 ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ Α.Ε κατά Ελλάδας[3] ,το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να εξετάσει το ένδικο βοήθημα που θεσπίστηκε στην Ελλάδα με το Νόμο 4239/2014 για την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης στα διοικητικά δικαστήρια και το ΣτΕ .Την 9.10.2014 το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) εξέδωσε απόφαση επί της υποθέσεως «Ξυνός κατά Ελλάδας», η οποία αφορούσε το ευρύτερο ζήτημα της υπερβολικής διάρκειας δικών ενώπιον της ελληνικής δικαιοσύνης και ειδικότερα μια περίπτωση ολιγωρίας των ελληνικών διοικητικών αρχών να εκτελέσουν απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου Χρειάστηκε νέα προσφυγή στο Ελεγκτικό Συνέδριο στα τέλη του 2009 με αίτημα την αναπροσαρμογή της σύνταξης για την περίοδο 2002-2006. Το ΕΔΑΔ διακήρυξε ότι τα παραπάνω περιστατικά στοιχειοθετούν παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (δικαίωμα στη χρηστή απονομή δικαιοσύνης). Περαιτέρω, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να εξετάσει το ένδικο βοήθημα που θεσπίστηκε στην Ελλάδα με το Νόμο 4239/2014 για την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης στα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια και στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Αυτό, μαζί με τη διαδικασία που προβλέφθηκε με το Νόμο 4055/2012 στα πλαίσια της διοικητικής δικαιοσύνης, αποτέλεσε την απόπειρα συμμόρφωσης του ελληνικού κράτους σε δύο προηγούμενες αποφάσεις του ΕΔΑΔ στις υποθέσεις α) «Μιχελιουδάκης κατά Ελλάδας» (προσφυγή υπ’ αριθμ. 54447/10) της 3-4-2012 και β) «Γλύκαντζη κατά Ελλάδας» (προσφυγή υπ’ αριθμ. 40150/09) της 30-10-2012, οι οποίες καταδίκαζαν την Ελλάδα για παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ. Το ΕΔΑΔ έκρινε ότι το εν λόγω ένδικο βοήθημα αποτελεί ικανοποιητική συμμόρφωση του ελληνικού κράτους στις αποφάσεις του, έστω κι αν δεν προβλέπει αξιώσεις για προληπτική προστασία σε περίπτωση καθυστερήσεων στην απονομή της δικαιοσύνης. Παρόλα αυτά, η ανωτέρω διαδικασία του ν 4055/12 και Ν. 4239/2014 είναι, σύμφωνα με το ΕΔΑΔ, δίκαιη, γρήγορη, προσιτή για τον αιτούντα, όσον αφορά τα δικαστικά έξοδα, και οδηγεί σε μη ικανοποιητικές αποζημιώσεις.
Η σχολιαζόμενη απόφαση,  αναφέρεται εμπεριστατωμένα  στο το δικαίωμα αποζημίωσης-δίκαιης ικανοποίηση λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης, παραπέμπει την σχετική μέχρι σήμερα νομολογία του ΕΔΔΑ και των Ελληνικών δικαστηρίων .
3.- Το Ένδικο Βοήθημα των Άρθρων 53 – 58 του Ν. 4055/2012
Το ένδικο βοήθημα των Άρθρων 53 – 58 του Ν. 4055/2012,υπήρξε μια  επιτυχής παρέμβαση της Ελληνικής Πολιτείας για την αντιμετώπιση του προβλήματος, με πληθώρα δικαστικών αποφάσεων του ΣτΕ των Διοικητικών Δικαστηρίων και του  ΕλΣ, με πλήρη  σχεδόν απουσία Αιτήσεων στα Πολιτικά Δικαστήρια. Αξίζει να σημειώσουμε ότι  το  ΕΔΔΑ απόφ. της 5.4.2011, υπόθ. Πεσματζόγλου και Πεσματζόγλου-Φιτσιούλα κατά Ελλάδας[4] έκρινε για παραβίαση του εύλογου χρόνου διεξαγωγής αστικής δίκης. Ακύρωση αγοραπωλησίας ακινήτου, που διήρκεσε συνολικά 22 χρόνια!
Δυστυχώς το ένδικο αυτό βοήθημα[5] είναι σχεδόν  άγνωστο στην κοινή γνώμη και στους εφαρμοστές του δικαίου.
Δυστυχώς όμως οι δικαστικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί[6], ενώ διαπιστώνουν την μακροχρόνια ταλαιπωρία των διαδίκων που φτάνει στα όρια της αρνησιδικίας εν τούτοις επιδικάζονται στην πλειοψηφία εντελώς εξευτελιστικά ποσά που αποτελούν και τροχοπέδη  για την δικαστική επιδίωξη και ακόμη περισσότερο ανατρέπουν τον σκοπό του νόμου. Να αντιληφθεί κανείς την ψυχική ταλαιπωρία του διαδίκου που αναμένει επί τόσα έτη την έκδοση της απόφασης για την υπόθεση του αλλά και τις παράπλευρες υλικές συνέπειες. Η επιδίκαση εξευτελιστικών ποσών αποζημιώσεως γίνεται προφανώς κατά παράβαση της αρχής αναλογικότητας και της έννοιας του δικαίου και δεν μπορεί να αποτελεί δικαιολογία επιδίκασης μικρών ποσών η  επί μακρόν σοβούσα νομισματική κρίση. Έτσι και στην σχολιαζομένη κρίθηκε ότι η καθυστέρηση έξη  ετών με μεγάλες συνέπειες για τους αιτούντες και πλέον, και επιδικάσθηκε  εύλογη αποζημίωση  στην αιτούσα το ποσό των δύο χιλιάδων εξακοσίων (2.600) ευρώ για ηθική βλάβη!  Νομίζουμε ότι χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή στην επιδίκαση του ύψους της αποζημιώσεως αφού  δεν επιτρέπεται από τον νόμο η άσκηση ενδίκων μέσων κατά των αποφάσεων του ένδικου βοηθήματος  των άρθρων 53 – 58 του Ν. 4055/2012 ,πράγμα που νομίζω ότι πρέπει να επιτραπεί. Σε κάθε περίπτωση ,ο δικαστής στην επιδίκαση  του ύψους της αποζημιώσεως  πρέπει  να συνεκτιμά όλα τα ιδιαίτερα  στοιχεία της υποθέσεως και ιδίως την η έννοια της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, που  συνιστά αόριστη νομική έννοια, κατά την εξειδίκευση της οποίας ως προς το ποσό της επιδικαζόμενης χρηματικής ικανοποίησης υπόκειται, με εφαρμογή και της αρχής της αναλογικότητας.
Συμπερασματικά: Η σχολιαζομένη είναι υποδειγματική σε όλα τα επίπεδα πλην του ύψους της αποζημιώσεως το οποίο θεωρώ εξευτελιστικό ενόψει του χρόνου της καθυστέρησης απονομής της δικαιοσύνης .
αrgyros.office @ gmail.com                    AΝΤΩΝΗΣ Π.ΑΡΓΥΡΟΣ


https://www.blogger.com/blogger.g?blogID=8780120344352968711#editor/target=post;postID=1757247141047683496;onPublishedMenu=allposts;onClosedMenu=allposts;postNum=1;src=postname


[1] «Καθυστέρηση είναι ένα είδος άρνησης της Δικαιοσύνης»
[2] Βλ Αντώνη Π. Αργυρού,:«Η δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας της δίκης»(Ν. 4055/2012, 4239/2014). Πρόλογος: Παναγιώτης Ο. Πικραμμένος, ,Εκδ. ΣΑΚΚΟΥΛΑ 2015
[3] Βλ. ΕΔΔΑ, Τεχνική Ολυμπιακή κατά Ελλάδας, 1/10/2013, σε ΘΠΔΔ 1/2014 με παρατ. Στ. Τρεκλή
[4] Βλ σε ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ & ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ, 4/2011, Απρίλιος
[5]Βλ. Δ. Ράικος, Δίκαιη ικανοποίηση των διαδίκων λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης σε  ΘΕΩΡΙΑ & ΠΡΑΞΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ, 8-9/2013, Αύγουστος-Σεπτέμβριος
[6] Το ΣτΕ εξέδωσε το 2015(1/1-31/8/2015)  με αντικείμενο δίκης την δίκαιη ικανοποίηση :25 αποφάσεις εκ των οποίων  έκανε δεκτές 23 επιδίκασε χρηματικά ποσά 1800€ μέχρι 5.300€! 

15 Σεπτεμβρίου 2015

ΑΣ ΜΗΝ ΜΙΛΑΜΕ ΠΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ "ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ " ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

ΑΣ  ΜΗΝ ΜΙΛΑΜΕ ΠΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ "ΕΠΙΤΑΧΥΝΣΗ " ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

"ΦΙΛΟΣ ΜΕΝ ΠΛΑΤΩΝ ΦΙΛΤΑΤΗ ΔΕ ΑΛΗΘΕΙΑ" : 

Φοβούμαι ότι εχει εκλήψει αμετακλήτως κάθε ελπίδα για την μεταρρύθμιση της Δικαιοσύνης ,όταν: α) το Δημόσιο με κάθε μέσο προσπαθεί να εμποδίσει την δικαστική προστασία μέ την επιβολή παραβόλων στα ενδικα μέσα και παραλλήλα με την καταργηση ενδίκων μέσων και βοηθημάτων για τον πολίτη ενώ το ίδιο δικαιούται να "βασανίζει" τους πολίτες μέχρις αρνησιδικίας.(ιδετε αποψεις Αρναουτογλου σχετικά),
β)Οταν η κακοδικια και αρνησιδικία αποτελεί το κύριο σύμπτωμα του προβλήματος,
γ) οταν νομοθέτες νομοθετούν κείμενα που δεν είναι ευχερώς αντιλήπτά στην Ελληνική γλώσσα, δ)οταν για να λάβει κανείς διαζύγιο κατ' αντιδικία χρειάζεται αμετάκλητη απόφαση!,ενω για να μειωθεί ο δικαστικός φόρτος,οι δικαστές ασχολουνται με την εκδοση αποφασεων προσημειώσεως υποθήκης κατα κύριο λόγο,ενω τα ασφαλιστικά μέτρα κατέστησαν το δικαστήριο της κυρίας δίκης ε)Οσο για τις διοικητικές επιτροπές καλύτερα να δεί κανείς τη επίλυση μετα ετη των φορολογικών διαφορών
στ)Οταν οι ποινικολόγοι νομοθετούν(ιδετε συγκροτησεις νομπαρασκευαστικών επιτροπών) για την αποφυλάκιση των εντολέων των και όταν η ποινική δίκη αποτελεί πολυτελή μακρόσυρτη διαδικασία που οδηγεί στην παραγραφή και την ατιμωρησία.
Αυτά τα ολιγα και εχω πολλά ακόμα με αποδείξεις και ονοματα πχ Μισθωτική διαφορά δικάσιμος Ιανουάριος του 2014 και αλλη Ιανουάριος 2015 Απόφαση αγνοείται(!!) μέχρι σήμερα και δεν λέγω αλλά παραδείγματα .
Συμπέρασμα : Οποιος λύσει το πρόβλημα πρεπει να λάβει την θέση του Ελευθερίου Βενιζέλου στην Ελληνική Ιστορία.-

07 Ιουλίου 2015

δημοψηφισμα η αποφαση Αριθμός 2787/2015 ΣΤΕ



Απορρίπτεται η αίτηση ακυρώσεως του Π.Δ/τος 38/28-6-2015 περί προκηρύξεως δημοψηφίσματος και της από 26/6/2015 απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου. Γίνονται δεκτές οι παρεμβάσεις υπέρ του κύρους των προσβαλλομένων πράξεων.

Αριθμός 2787/2015
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 3 Ιουλίου 2015, με την εξής σύνθεση: Ν. Σακελλαρίου, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, ελλείποντος του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, Δ. Πετρούλιας, Αθ. Ράντος, Ε. Σαρπ, Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, Χρ. Ράμμος, Δ. Μαρινάκης, Γ. Παπαγεωργίου, Αικ. Σακελλαροπούλου, Δ. Σκαλτσούνης, Γ. Ποταμιάς, Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Νίκα, Ε. Αντωνόπουλος, Σπ. Μαρκάτης, Σπ. Χρυσικοπούλου, Μ. Σταματελάτου, Β. Αραβαντινός, Ε. Κουσιουρής, Β. Ραφτοπούλου, Σύμβουλοι, Όλ. Παπαδοπούλου, Μ. Σωτηροπούλου, Π. Τσούκας, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Ε. Κουσιουρής και Β. Ραφτοπούλου καθώς και ο Πάρεδρος Π. Τσούκας μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.
Για να δικάσει την από 1η Ιουλίου 2015 αίτηση:

Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της από 2 Ιουλίου 2015 πράξης του αρχαιοτέρου Αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, ελλείποντος Προέδρου, λόγω της σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2 εδάφ. α, 20 και 21 του Π.Δ. 18/1989.
Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθούν: α) το Προεδρικό Διάταγμα υπ’ αριθ. 38/28.6.2015 (ΦΕΚ Α΄ 63) περί προκηρύξεως δημοψηφίσματος για κρίσιμο εθνικό θέμα και β) η από 26.6.2015 πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου περί υποβολής προτάσεως διενέργειας δημοψηφίσματος.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Δ. Σκαλτσούνη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον δεύτερο των αιτούντων ως δικηγόρο και ως πληρεξούσιο του πρώτου αιτούντος, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, τους παρεμβαίνοντες ως δικηγόρους και ως πληρεξουσίους των λοιπών παρεμβαινόντων και τους αντιπροσώπους των καθ’ ων, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο


1. Επειδή, καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (4107354, 1392531/2015 έντυπα παραβόλου).
2. Επειδή, ζητείται η ακύρωση α) του π.δ. 38/28.6.2015 (Α΄ 63) περί Προκήρυξης Δημοψηφίσματος για κρίσιμο εθνικό θέμα, και, συγκεκριμένα, για να εγκριθεί ή να απορριφθεί το σχέδιο συμφωνίας, το οποίο κατέθεσαν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στο Eurogroup της 25.06.2015? β) της από 26.6.2015 απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου (Α΄ 62) περί υποβολής πρότασης διενέργειας Δημοψηφίσματος για κρίσιμο εθνικό θέμα κατά το άρθρο 44 παρ. 2 εδ. α΄ του Συντάγματος.
3. Επειδή, η κρινόμενη υπόθεση, λόγω της φύσεώς της και του κατεπείγοντος χαρακτήρα της, εξαιρείται από τις υποθέσεις, η εκδίκαση των οποίων αναστέλλεται δυνάμει της 52626/29.6.2015 εγκυκλίου του Υπουργού Δικαιοσύνης.
4. Επειδή, άσκησαν παρεμβάσεις υπέρ του κύρους των προσβαλλόμενων πράξεων, με ξεχωριστά δικόγραφα, οι: α) . . . . ., β) . . . . . , γ) . . . . , δ) . . . . και ε) . . . .. Οι παρεμβάσεις ασκήθηκαν παραδεκτώς κατά το άρθρο 49 παρ. 2 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), δεδομένου ότι η αίτηση ακυρώσεως ασκήθηκε την 1η.7.2015, η δε υπόθεση συζητήθηκε, κατά σύντμηση προθεσμίας, στις 3.7.2015? τούτο, διότι δεν ήταν δυνατόν να τηρηθεί η οριζόμενη στη διάταξη αυτή προθεσμία των έξι πλήρων ημερών πριν από τη συζήτηση για την άσκηση των παρεμβάσεων. Εξάλλου, στην παρέμβαση του . . . . . κλπ., με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου α) υπέβαλε παραίτηση ο 8ος κατά τη σειρά του δικογράφου, . . . . . και, συνεπώς, η παρέμβαση δεν εξετάζεται ως προς αυτόν? β) διορθώθηκε το επώνυμο της 5ης κατά τη σειρά του δικογράφου παρεμβαίνουσας από . . . . . ..
5. Επειδή, το Σύνταγμα ορίζει στο άρθρο 44 παρ. 2 ότι: «Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προκηρύσσει με διάταγμα δημοψήφισμα για κρίσιμα εθνικά θέματα, ύστερα από απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας του όλου αριθμού των βουλευτών, που λαμβάνεται με πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου. …»? στο άρθρο 95 παρ. 1 ότι: «Στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν ιδίως: α) Η μετά από αίτηση ακύρωση των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών για υπέρβαση εξουσίας ή παράβαση νόμου. β) …»? στο άρθρο 100 παρ. 1 ότι: «1. Συνιστάται Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο στο οποίο υπάγονται: α) … β) Ο έλεγχος του κύρους και των αποτελεσμάτων δημοψηφίσματος που ενεργείται κατά το άρθρο 44 παράγραφος 2. γ) …». Εξάλλου, στο άρθρο 45 παρ. 5 του π.δ. 18/1989 ορίζεται ότι: «Δεν υπόκεινται σε αίτηση ακυρώσεως οι κυβερνητικές πράξεις και διαταγές που ανάγονται στη διαχείριση της πολιτικής εξουσίας».
6. Επειδή, το Υπουργικό Συμβούλιο κατά τη συνεδρίαση της 26ης.6.2015 αποφάσισε να προτείνει την προκήρυξη δημοψηφίσματος την Κυριακή 5.7.2015 για κρίσιμο εθνικό θέμα σύμφωνα με το άρθρο 44 παρ. 2 εδ. α΄ του Συντάγματος. Το ερώτημα που προτάθηκε ήταν το εξής: «Πρέπει να γίνει αποδεκτό το σχέδιο συμφωνίας το οποίο κατέθεσαν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στο Eurogroup της 25.6.2015 και αποτελείται από δύο μέρη τα οποία συγκροτούν την ενιαία πρότασή τους; Το πρώτο έγγραφο τιτλοφορείται «Reforms for the completion of the Current Program and beyond» (Μεταρρυθμίσεις για την ολοκλήρωση του τρέχοντος προγράμματος και πέραν αυτού) και το δεύτερο «Preliminary Debt Sustainability Analysis» (προκαταρκτική ανάλυση βιωσιμότητας χρέους). Όσοι από τους πολίτες της χώρας απορρίπτουν την πρόταση των τριών θεσμών ψηφίζουν: Δεν εγκρίνεται/ΟΧΙ. Όσοι από τους πολίτες της χώρας συμφωνούν με την πρόταση των τριών θεσμών ψηφίζουν: Εγκρίνεται/ΝΑΙ». Εν συνεχεία, κατά τη συνεδρίαση ΞΕ΄ της 27ης.6.2015 η Ολομέλεια της Βουλής με απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών και, ειδικότερα, με 178 θετικές ψήφους, έκανε δεκτή την ως άνω πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου (βλ. απόφαση της Προέδρου της Βουλής από 28.6.2015, Α΄ 62/28.6.2015). Κατόπιν τούτου, εκδόθηκε το π.δ. 38/2015, με το οποίο προκηρύχθηκε η διεξαγωγή του δημοψηφίσματος για την Κυριακή 5.7.2015 με το ως άνω ερώτημα.
7. Επειδή, το προσβαλλόμενο διάταγμα, εκδοθέν βάσει του άρθρου 44 παρ. 2 του Συντάγματος, όπως και η προσβαλλόμενη πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, αφορούν την προκήρυξη δημοψηφίσματος και συνιστούν, ως εκ τούτου, κυβερνητικές πράξεις αναγόμενες στη διαχείριση της πολιτικής εξουσίας κατά την έννοια του άρθρου 45 παρ. 5 του π.δ. 18/1989. Επομένως, οι πράξεις αυτές δεν υπόκεινται στον ακυρωτικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας και, συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Σε κάθε περίπτωση, ο έλεγχος του κύρους και των αποτελεσμάτων του δημοψηφίσματος υπάγεται, σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 1 περ. β΄ του Συντάγματος, στην αρμοδιότητα του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου. Ο Αντιπρόεδρος Δ. Πετρούλιας και οι Σύμβουλοι Χ. Ράμμος, Αικ. Σακελλαροπούλου, Γ. Ποταμιάς, Μ. Γκορτζολίδου, Ε. Νίκα, Σ. Μαρκάτης, προς τη γνώμη των οποίων προσχώρησαν οι Πάρεδροι Ο. Παπαδοπούλου και Μ. Σωτηροπούλου, διατύπωσαν τη συγκλίνουσα γνώμη ότι η αίτηση ακυρώσεως, με την οποία αμφισβητείται το κύρος του προκηρυχθέντος με το προσβαλλόμενο προεδρικό διάταγμα δημοψηφίσματος, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι, κατά το άρθρο 100 παρ. 1 περ. β΄ του Συντάγματος, ο έλεγχος του κύρους (και των αποτελεσμάτων) δημοψηφίσματος που ενεργείται κατά το άρθρο 44 παρ. 2 του Συντάγματος, υπάγεται στην αρμοδιότητα του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου.
8. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να γίνουν δεκτές οι παρεμβάσεις των α) . . . . ., πλην του . . . ., β) . . . . . . κλπ, γ) . . . . ., δ) . . . . . και ε) . . . . . .

Δια ταύτα

Απορρίπτει την αίτηση.

ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

  ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ -ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΕΝ ΟΨΕΙ   ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ (4...