08 Μαΐου 2013

Αντισυνταγματικός ο νόμος4014/2011 η Πολιτεια σφυρίζει αδιάφορα ,είμαστε Κρατος δικαίου;

Η ίιδηση  ειναι τρομακτική και αφορά την αποφαση του ΣτΕ , η οποία ελήφθη σε διάσκεψη κεκλεισμένων των θυρών και έκρινε ότι είναι αντισυνταγματικός ο Ν. 4014/2011 που προβλέπει την τακτοποίηση των αυθαιρέτων (και ημιυπαίθριων χώρων), κλπ.

Σύμφωνα με τους κύκλους αυτούς, τα αυθαίρετα που τακτοποιήθηκαν -αφού πληρώθηκαν τα προβλεπόμενα πρόστιμα από τον «Νόμο Παπακωνσταντίνου»- διατρέχουν τον κίνδυνο να ακυρωθεί η τακτοποίησή τους μετά τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης από το ΣτΕ (αναμένεται μέσα στο καλοκαίρι), εφόσον κάποιος (συνήθως γείτονας, κάτοικος της ευρύτερης περιοχής, Οικολογικός ή Περιβαλλοντικός Σύλλογος κλπ) πληροφορηθεί την τακτοποίηση και προσφύγει στη Δικαιοσύνη.

Βέβαια, τόνιζαν οι ίδιοι κύκλοι, οι πολίτες πριν προσφύγουν στη Δικαιοσύνη μπορούν να ζητήσουν από τους αρμόδιους φορείς της Πολιτείας να ανακαλέσουν τις πράξεις τακτοποίησης αυθαιρέτων, αλλά αυτό -προσέθεταν- στην πράξη δεν γίνεται σχεδόν ποτέ, κατά συνέπεια η προσφυγή στα δικαστήρια είναι «μονόδρομος». Πάντως, ο πολίτης για την πιθανή αυτή άρνηση της Πολιτείας μπορεί να στραφεί σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου για παράλειψη νόμιμης ενέργειας και να αξιώσει αποζημίωση.

Ο χρόνος (προθεσμία) που έχει δικαίωμα ο κάθε πολίτης ή φορέας να προσφύγει στα δικαστήρια κατά της τακτοποίησης ενός αυθαιρέτου ή ημιυπαίθριου χώρου ξεκινάει από τη στιγμή που πληροφορηθεί ότι έγινε η τακτοποίηση.

Όμως, ο γείτονας, σύλλογος, κλπ δεν μπορεί να προσφύγει στα δικαστήρια, εάν πληροφορηθεί τη τακτοποίηση μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα. Η προσφυγή κατά της ακύρωσης αυθαιρέτου θα γίνει δεκτή από τα δικαστήρια, εφόσον πραγματοποιηθεί «εντός εύλογου χρονικού διαστήματος», το οποίο όμως δεν μπορεί να υπερβαίνει το έτος. Πάντως, σε κάθε περίπτωση «ο εύλογος αυτός χρόνος» θα κριθεί από τα δικαστήρια. Ο χρονικός αυτός περιορισμός παρατείνεται «κατά περίπτωση» για όσους απουσιάζουν για μεγάλο χρονικό διάστημα στο εξωτερικό ή είναι μόνιμοι κάτοικοι του εξωτερικού.

Επίσης, όλες οι εκκρεμείς προσφυγές που υπάρχουν στο ΣτΕ και στα Διοικητικά Δικαστήρια της χώρας, κατά του επίμαχου νόμου 4014/2011 αναγκαστικά θα γίνουν δεκτές, αφού ο νόμος κρίθηκε ήδη από το ΣτΕ αντίθετος στην παράγραφο 2 του άρθρου 24 του Συντάγματος. Οι ίδιοι κύκλοι τόνιζαν ότι από την ημέρα δημοσίευσης της απόφασης του ΣτΕ και μετά επηρεάζονται όλες οι εκκρεμείς στις Πολεοδομίες, προς διευθέτηση, υποθέσεις νομιμοποίησης.

Μάλιστα, οι δικαστικοί κύκλοι υπενθύμιζαν ότι όταν κρίθηκε αντισυνταγματική η μεταφορά συντελεστή δόμησης, επί μια δεκαετία και πλέον, η Πολιτεία αναγκαζόταν μετά την έκδοση σχετικών δικαστικών αποφάσεων να ανακαλέσει τίτλους μεταφοράς συντελεστή δόμησης, ενώ οι θιγόμενοι ιδιοκτήτες (δηλαδή όσοι είχαν κάνει τη μεταφορά συντελεστή δόμησης) στη συνέχεια διεκδικούσαν μέσω της Δικαιοσύνης αποζημιώσεις από το Δημόσιο. Ακόμη, ανάφεραν οι ίδιοι κύκλοι, ότι προβλήματα θα ανακύψουν και σε όσες μεταβιβάσεις ή αγοραπωλησίες ακινήτων έγιναν μετά τη νομιμοποίηση των αυθαιρέτων, οι οποίες και πάλι θα λυθούν από τα δικαστήρια


Πηγη ΑΠΕ Π.Τσιμπούκης

Σχόλιο: Η Πολιτεία εκδίδει σε γνωση της αντισυνταγματικους νόμους υποχρεώνει τον πολίτη ναπληρωσσει και μετά τον στέλνει και στο δικαστήριο μια ζωή Ντροπη.



03 Μαΐου 2013

TO ΠΡΩΤΟ ΛΑΔΩΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ


ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΑ ΣΕΠΤΑ ΙΙ

ΔΙΗΓΩΝΤΑΣ ΤΑ ΝΑ ΚΛΑΙΣ
Σεβαστε κ.Προεδρε,για να μην ξεχνάμε την Αγία Ημέρα 
Στο κατά Ματθαίο Ευαγγέλιο (βλ Κεφ κη 1-20) περιγράφεται μια καταπληκτική σκηνή, σύμφωνα με την οποία οι στρατιώτες που φύλαγαν τον τάφο του Χριστού μετά την Ανάσταση Tου έσπευσαν να αναγγείλουν τα νέα της Αναστάσεως στους αρχιερείς. 
Εκείνοι λοιπόν συνεδρίασαν με τους πρεσβυτέρους και έδωσαν «αργύρια ικανά» στους στρατιώτες καιτους συμβούλευσαν να πουν ψέματα ότι οι μαθητές του Χριστού ,ήλθαν την νύχτα ενώ οι φρουροί εκοιμώντο και τον έκλεψαν .Οι στρατιώτες αφού πήραν τα αργύρια έκαμαν όπως τους συμβούλευσαν 
Απο τότε λοιπόν υπήρχε το φακελάκι»!!!! 
ΔΙΗΓΩΝΤΑΣ ΤΑ ΝΑ ΚΛΑΙΣ
Μετα Σεβασμού και του Χρόνου με Υγεία
ΘΕΜΙΣΤΟΠΟΛΟΣ
ΥΓ Ενας παλιος συστρατιωτης μου (74 ΕΣΣΟ)μου ελεγε χθες ,οσο πιο πολύ κλωτσας τους δικους σου φίλους ,τοσο πιο πολυ το χαιρονται,έγώ δεν τον πιστεύω.

23 Απριλίου 2013

ΣΤΕ 2445/2012 ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΔΗΛΩΣΗ- ΣΥΝΥΠΟΓΡΑΦΗ

ΣτΕ 2445/2012

Περίληψη

Λογιστές φοροτεχνικοί – Φορολογικές δηλώσεις – Νομοθετική εξουσιοδότηση. Υποχρέωση υπογραφής δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος και Φ.Π.Α. από λογιστή φοροτεχνικό. Έννομο συμφέρον για την προσβολή της ανωτέρω Υπουργικής αποφάσεως. Εξουσιοδοτική διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 38 του ανωτέρω Νόμου. Εκτός εξουσιοδότησης η προσβαλλομένη υπουργική κατά το μέρος που υπήχθησαν στην υποχρέωση (συν)υπογραφής των δηλώσεών τους από λογιστή φοροτεχνικό όλοι οι επιτηδευματίες, ανεξαρτήτως ακαθαρίστων εσόδων, οι οποίοι επιλέγουν να κάνουν χρήση των διατάξεων των άρθρων 13 έως 17 του ν. 3296/2004 (αυτοέλεγχος) (Αντίθετη μειοψηφία).

Κείμενο Απόφασης

Αριθμός 2445/2012

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Β’

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Ιουνίου 2012 με την εξής σύνθεση: Φ. Αρναούτογλου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος, Ν. Μαρκουλάκης, Α.-Γ. Βώρος, Ε. Νίκα, Γ. Τσιμέκας, Σύμβουλοι, Σ. Βιτάλη, Ι. Σύμπλης, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Ι. Μητροτάσιος, Γραμματέας του Β΄ Τμήματος.

Για να δικάσει την από 11 Απριλίου 2011 αίτηση:

του ..., κατοίκου Αθηνών (...), ο οποίος παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος (Α.Μ. 10418),

κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με την Βάϊα Παπακωνσταντίνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

και κατά του παρεμβαίνοντος Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ (Ο.Ε.Ε.)», που εδρεύει στην Αθήνα (οδός Μητροπόλεως αρ. 12-14), το οποίο παρέστη με τη δικηγόρο Ελευθερία Πατρικίου (Α.Μ. 20523), που την διόρισε με απόφασή του η Κεντρική Διοίκηση.

Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. ΠΟΛ. 1008/19.1.2011 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β΄ 136/9.2.2011).
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας, Συμβούλου Ε. Νίκα.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αιτούντα ως δικηγόρο, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, την πληρεξούσια του παρεμβαίνοντος Επιμελητηρίου και την αντιπρόσωπο του Υπουργού, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ    μ ε λ έ τ η σ ε    τ α    σ χ ε τ ι κ ά    έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε    κ α τ ά    τ ο    Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. 1143948 και 2896062/2011 ειδικά έντυπα παραβόλου).

2. Eπειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση της υπ’ αριθμ. ΠΟΛ.1008/19.01.2011 αποφάσεως του Υφυπουργού Οικονομικών, με τίτλο «Καθορισμός ορίων ακαθαρίστων εσόδων επιχειρήσεων και ελευθέρων επαγγελματιών που τηρούν βιβλία Β΄ Κατηγορίας του Κ.Β.Σ., πάνω από τα οποία υφίσταται υποχρέωση υπογραφής των δηλώσεων από λογιστή φοροτεχνικό με βάση τις διατάξεις του άρθρου 38 του ν. 2873/2000» (ΦΕΚ Β΄136/9.2.2011).

3. Επειδή, στη δίκη παρεμβαίνει με έννομο συμφέρον το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Οικονομικό Επιμελητήριο της Ελλάδας» (ΟΕΕ), στο οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ιδρυτικού του νόμου 1100/1980 (ΦΕΚ Α΄295), όπως αυτό ισχύει, εγγράφονται υποχρεωτικώς τα ασκούντα το επάγγελμα του φοροτεχνικού λογιστή φυσικά πρόσωπα που είναι κάτοχοι πτυχίου οικονομικών ή λογιστικής ΑΕΙ ή ΤΕΙ και στους σκοπούς του οποίου περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 2 του αυτού νόμου, η μέριμνα για τα επαγγελματικά συμφέροντα των μελών του και η κατοχύρωση της επαγγελματικής αυτών εξελίξεως (περ. ζ).

4. Επειδή, το άρθρο 38 του ν. 2873/2000 (ΦΕΚ Α΄ 285), κατ’ επίκληση του οποίου εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ορίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής: «1. … 2. Οι επιτηδευματίες, καθώς και οι κοινοπραξίες ή κοινωνίες επιτηδευματιών, κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 2 του π.δ. 186/1992, οι οποίοι: α) τηρούν βιβλία τρίτης κατηγορίας του Κ.Β.Σ. ή β) τηρούν βιβλία δεύτερης κατηγορίας του Κ.Β.Σ. και κατά την προηγούμενη διαχειριστική περίοδο έχουν πραγματοποιήσει ακαθάριστα έσοδα: αα) πάνω από εκατό εκατομμύρια (100.000.000) δραχμές, αν πρόκειται για εμπορική ή μικτή επιχείρηση, ββ) πάνω από πενήντα εκατομμύρια (50.000.000) δραχμές, αν πρόκειται για επιτηδευματία που ασκεί εμπορική επιχείρηση παροχής υπηρεσιών ή ελευθέριο επάγγελμα, υποβάλλουν τις κάθε είδους δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και φόρου προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.), αρχικές, συμπληρωματικές, τροποποιητικές, περιοδικές και εκκαθαριστικές, αφού προηγουμένως έχουν υπογραφεί και από λογιστή φοροτεχνικό, κάτοχο της σχετικής άδειας ασκήσεως επαγγέλματος. 3. ... 4. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών ορίζονται ο χρόνος έναρξης της υπογραφής των δηλώσεων από λογιστή φοροτεχνικό, οι κατηγορίες των υπόχρεων, η ακριβής εξειδίκευση των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος, Φ.Π.Α. και των συνυποβαλλόμενων εντύπων και καταστάσεων, ο τρόπος υποβολής αυτών, τα απαιτούμενα στοιχεία του υπογράφοντος λογιστή φοροτεχνικού, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. Με τις ίδιες αποφάσεις, για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 2, δύνανται να αυξομειώνονται τα ποσά των ακαθαρίστων εσόδων που αναφέρονται σε αυτήν. 5. Σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων του άρθρου αυτού και των υπουργικών αποφάσεων που θα εκδοθούν κατ’ εξουσιοδότηση του παρόντος προβλέπονται οι ακόλουθες κυρώσεις: α) Για τους υπόχρεους επιτηδευματίες αυτοτελές πρόστιμο, κατά τις διατάξεις του πρώτου εδαφίου του άρθρου 4 του ν. 2523/1997. Αν ο υπόχρεος κατά του οποίου έχει εκδοθεί πράξη επιβολής προστίμου, μετά την κοινοποίηση αυτής, υποπέσει πάλι σε όμοια παράβαση, κατά την ίδια χρήση, το προβλεπόμενο πρόστιμο μπορεί να ανέλθει μέχρι το διπλάσιο του ανώτατου ορίου. β) Για τους υπεύθυνους σύνταξης των δηλώσεων επιβάλλεται πρόστιμο των διατάξεων του πρώτου εδαφίου του άρθρου 4 του ν. 2523/1997 μέχρι το διπλάσιο του ανώτατου ορίου, αν οι δηλώσεις είναι ανακριβείς σε σχέση με τα προκύπτοντα από τα βιβλία και στοιχεία δεδομένα και ο υπόχρεος επιτηδευματίας, συνεπεία αυτής της ανακρίβειας, δεν απέδωσε ή απέδωσε ανακριβώς φόρο ή έλαβε επιστροφή ποσού πάνω από πέντε τοις εκατό (5%) του προκύπτοντος φόρου, ο οποίος υπερβαίνει σε κάθε περίπτωση το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) δραχμών. Το πρόστιμο αυτό είναι αυτοτελές ανά δήλωση. 6. … 7. …».

5. Eπειδή, βάσει της εξουσιοδοτικής διατάξεως της παρ. 4 του ως άνω άρθρου εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1003510/102/38/0014/15.3.2001 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, με τίτλο «Εφαρμογή διατάξεων του άρθρου 38 του Ν. 2873/2000 (ΦΕΚ 285 Α΄) σχετικά με την υποχρέωση υπογραφής δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος και Φ.Π.Α. από λογιστή φοροτεχνικό» (ΦΕΚ Β΄ 370), στην οποία ορίστηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «1. Τα πρόσωπα των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 2 του Κ.Β.Σ. (Π.Δ. 186/1992) που τηρούν: α) Βιβλία Γ΄ κατηγορίας υποχρεωτικά ή προαιρετικά. β) Βιβλία Β΄ κατηγορίας και κατά την προηγούμενη ετήσια διαχειριστική περίοδο πραγματοποίησαν ακαθάριστα έσοδα: Ι. άνω των 100.000.000 δραχμών, από την πώληση αγαθών ή και την παροχή υπηρεσιών. ΙΙ. άνω των 50.000.000 δραχμών από την παροχή υπηρεσιών, ΙΙΙ. μέχρι του ποσού των 100.000.000 δραχμών, από την πώληση αγαθών και την παροχή υπηρεσιών, εφόσον τα ακαθάριστα έσοδα από την παροχή υπηρεσίας υπερβαίνουν τα 50.000.000 δραχμές, έχουν υποχρέωση να υποβάλλουν τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και Φ.Π.Α., όπως αυτές ορίζονται στην παράγραφο 2 της παρούσας, υπογραμμένες από λογιστή φοροτεχνικό, κάτοχο σχετικής άδειας ασκήσεως επαγγέλματος. Για τον υπολογισμό των ακαθαρίστων εσόδων που ορίζονται στην παράγραφο αυτή, λαμβάνονται υπόψη οι διατάξεις της παραγράφου 7, του άρθρου 4, του Κ.Β.Σ. 2. …». Κατ’ επίκληση της ιδίας ως άνω εξουσιοδοτικής διατάξεως της παραγράφου 4 του άρθρου 38 του ν. 2873/2000 εκδόθηκε και η προσβαλλομένη υπουργική απόφαση, με την οποία ορίσθηκαν τα εξής: «1. Τα ποσά των ακαθαρίστων εσόδων επιχειρήσεων και ελευθέρων επαγγελματιών που τηρούν βιβλία Β΄ κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων και αναφέρονται στην περίπτωση β` της παραγράφου 2 του άρθρου 38 του ν. 2873/2000 (ΦΕΚ 285 Α΄) μειώνονται από τριακόσιες χιλιάδες (300.000) και εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ, σε εκατό χιλιάδες (100.000) και πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, αντίστοιχα. 2. Στους υπόχρεους της παραγράφου 4 του άρθρου 2 και της παραγράφου 1 του άρθρου 101 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος καθώς και σε όσους περαιώνουν τις υποθέσεις τους με βάση τις διατάξεις των άρθρων 13 έως 17 του ν. 3296/2004 (ΦΕΚ 253 Α΄) (αυτοέλεγχος), υφίσταται υποχρέωση υπογραφής των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματός τους από λογιστή φοροτεχνικό, ανεξάρτητα από το ύψος των ακαθαρίστων εσόδων. 3. Για την εφαρμογή των πιο πάνω ορίων ακαθαρίστων εσόδων λαμβάνονται υπόψη τα ακαθάριστα έσοδα που πραγματοποιούνται από τη διαχειριστική περίοδο 2010 και μετά. Η παρούσα απόφαση, η οποία ισχύει από τη διαχειριστική περίοδο 2010 (οικονομικό έτος 2011), να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως».

6. Επειδή, μέχρι την έκδοση της προσβαλλομένης υπουργικής αποφάσεως, στην υποχρέωση υπογραφής δηλώσεως από λογιστή φοροτεχνικό υπήγοντο, βάσει των ως άνω διατάξεων, οι ελεύθεροι επαγγελματίες με ακαθάριστα έσοδα άνω των 150.000 ευρώ, ενώ ήδη, με την παράγραφο 2 αυτής, η εν λόγω υποχρέωση επεκτείνεται σε αυτούς ανεξαρτήτως ύψους ακαθαρίστων εσόδων στην περίπτωση που επιλέξουν να κάνουν χρήση των διατάξεων των άρθρων 13 έως 17 του ν. 3296/2004 (αυτοέλεγχος). Ως εκ τούτου, ο αιτών δικηγόρος, o οποίος, κατά τα ειδικότερον εκτιθέμενα στο υπόμνημά του, εμπίπτει στην ευρεία κατηγορία των ελευθέρων επαγγελματιών, μετ’ εννόμου συμφέροντος πλήττει την ως άνω διάταξη της παραγράφου 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως.

7. Επειδή, όμως, όσον αφορά την κατά την παράγραφο 1 της προσβαλλομένης επέκταση της ως άνω υποχρεώσεως και σε ελεύθερους επαγγελματίες των οποίων τα ακαθάριστα έσοδα είναι μεγαλύτερα των 50.000 ευρώ, ο αιτών ούτε επικαλείται ούτε αποδεικνύει ότι εμπίπτει στην ειδικότερη ομάδα εκείνων των ελευθέρων επαγγελματιών, οι οποίοι, έχοντας ακαθάριστα έσοδα ύψους κατωτέρου των 150.000 ευρώ, περί του οποίου η περίπτωση β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 38 του ν. 2873/2000 και η υπ’ αριθμ. 1003510/102/38/0014/15.3.2001 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, δεν υπήγοντο, αλλά υπάγονται το πρώτον με την προσβαλλομένη απόφαση στην υποχρέωση υπογραφής των δηλώσεών τους από λογιστή φοροτεχνικό. Ως εκ τούτου, κατά το μέρος που η κρινομένη αίτηση στρέφεται κατά της διατάξεως της παραγράφου 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι απορριπτέα ως άνευ εννόμου συμφέροντος ασκουμένη. Συνεπώς, αποβαίνει περαιτέρω εξεταστέα κατ’ ουσία μόνον καθ’ ό μέρος πλήττει την παράγραφο 2 της προσβαλλομένης υπουργικής αποφάσεως.

8. Επειδή, με την διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 38 του ν. 2873/2000 προσδιορίζονται οι κατηγορίες των επιτηδευματιών που βαρύνονται με την ανωτέρω υποχρέωση βάσει των ακαθαρίστων εσόδων της, με την δε διάταξη της παραγράφου 4 του ιδίου άρθρου παρέχεται εξουσιοδότηση στον Υπουργό Οικονομικών να αυξομειώνει, με αποφάσεις του, τα ποσά των ακαθαρίστων εσόδων των υποχρέων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, να καθορίζει τις κατηγορίες των υποχρέων, καθώς και ορισμένες λεπτομέρειες, όπως τον χρόνο έναρξης της υπογραφής των δηλώσεων από λογιστή φοροτεχνικό, την ακριβή εξειδίκευση των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος, Φ.Π.Α. και των συνυποβαλλομένων εντύπων και καταστάσεων, τον τρόπο υποβολής αυτών, τα απαιτούμενα στοιχεία του υπογράφοντος λογιστή φοροτεχνικού, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. Κατά την έννοια της ανωτέρω εξουσιοδοτικής διατάξεως, ερμηνευομένης σε συνδυασμό με την διάταξη της παραγράφου 2 του ιδίου άρθρου, στην οποία προσδιορίζονται οι κατηγορίες των επιτηδευματιών που βαρύνονται με την ανωτέρω υποχρέωση, η εκδιδομένη βάσει αυτής υπουργική απόφαση μπορεί να προβεί σε περαιτέρω κατηγοριοποίηση των επιτηδευματιών εντός του πλαισίου που έχει καθορίσει ο νομοθέτης (βλ. παράγραφο 1 της υπ’ αριθμ. 1003510/102/38/0014/15.03.2001 υπουργικής αποφάσεως και την εκεί κατηγοριοποίηση) καθώς και να διευρύνει ή να μειώσει τον κύκλο των υποχρέων, μόνον, όμως, μέσω της αυξομειώσεως των ποσών των ακαθαρίστων εσόδων που ορίζονται στην παράγραφο 2 και όχι με την θέσπιση νέων κατηγοριών υποχρέων βάσει διαφορετικών κριτηρίων. Ως εκ τούτου, η προσβαλλομένη απόφαση, κατά την δεύτερη παράγραφο αυτής, με την οποία υπήχθησαν στην υποχρέωση (συν)υπογραφής των δηλώσεών τους από λογιστή φοροτεχνικό όλοι οι επιτηδευματίες, ανεξαρτήτως ακαθαρίστων εσόδων, οι οποίοι επιλέγουν να κάνουν χρήση των διατάξεων των άρθρων 13 έως 17 του ν. 3296/2004 (αυτοέλεγχος), κείται εκτός της παρασχεθείσης με την ανωτέρω διάταξη εξουσιοδοτήσεως και πρέπει να ακυρωθεί, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα με την υπό κρίση αίτηση. Μειοψήφησε ο Σύμβουλος Γ. Τσιμέκας, ο οποίος διετύπωσε την εξής άποψη: Με την ανωτέρω διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 38 του ν. 2873/2000 παρέχεται, μεταξύ άλλων, εξουσιοδότηση να ορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών «οι κατηγορίες των υποχρέων». Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής δεν παρέχεται μεν δυνατότητα στον Υπουργό Οικονομικών με τις εν λόγω αποφάσεις του να προσθέτει, εφόσον μάλιστα δεν παρατίθενται σχετικά κριτήρια στο νόμο, νέες κατηγορίες υποχρέων, πέραν των αναφερομένων στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, του παρέχεται όμως εξουσιοδότηση να εξειδικεύει περαιτέρω, από άποψη ειδικότερων προϋποθέσεων, τις κατηγορίες των υποχρέων της εν λόγω παραγράφου 2. Η ρύθμιση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σύμφωνα με την οποία σε όσους περαιώνουν τις υποθέσεις τους με βάση τις διατάξεις περί αυτοελέγχου των φορολογικών τους δηλώσεων (άρθρα 13 έως 17 του ν. 3296/2004) επιβάλλεται υποχρέωση υπογραφής των εν λόγω δηλώσεων από λογιστή φοροτεχνικό, ανεξάρτητα από το ύψος των ακαθαρίστων εσόδων, αναφερόμενη στις κατηγορίες των υποχρέων της παρ. 2 του άρθρου 38, δεν αποτελεί, υπό την ανωτέρω έννοια, προσθήκη νέας κατηγορίας υποχρέων, αλλά με αυτήν επιχειρείται περαιτέρω εξειδίκευση των αναφερομένων στην ως άνω παρ. 2 υποχρέων. Επομένως, η προσβαλλόμενη ρύθμιση ευρίσκεται, σύμφωνα με την άποψη αυτή, εντός των πλαισίων της εξουσιοδοτικής διατάξεως της παρ. 4 του άρθρου 38 του ν. 2873/2000 και ο προβαλλόμενος αντίθετος λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
9. Επειδή, συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή κατά το μέρος που στρέφεται κατά της παραγράφου 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως και να απορριφθεί ως απαράδεκτη κατά το μέρος που πλήττει την παράγραφο 1 της προσβαλλομένης, με αποτέλεσμα να καθίσταται αλυσιτελής η έρευνα των λοιπών λόγων ακυρώσεως.

Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α

Δέχεται εν μέρει την υπό κρίση αίτηση.

Ακυρώνει την διάταξη της παραγράφου 2 της αποφάσεως ΠΟΛ.1008/19.1.2011 του Υφυπουργού Οικονομικών

21 Απριλίου 2013

Το αιματοβαμμένο «κράτος» της Μανωλάδας – Το πάρτι της ανομίας

Το αιματοβαμμένο «κράτος» της Μανωλάδας – Το πάρτι της ανομίας

ΑΝΤΩΝΗΣ
Π.ΑΡΓΥΡΟΣ
http://www.matrix24.gr/blog/antonis-argiros/
«Οι φράουλες στην Ηλεία, ο “κόκκινος χρυσός” της Μανωλάδας και της Βάρδας, κρύβει ανθρώπους πρωτοπόρους, αναπτύχθηκε εκστατικά », έλεγε κάποιος επίσημος.
Εκεί λοιπόν έγιναν τα σκλαβοχώραφα που αποκαλύφθηκαν στον κόσμο και βάφτηκαν με το αθώο αίμα των θυμάτων, για να ντραπούμε τελικά όλοι μας.
Εκεί ήταν το πραγματικό θύμα «Ο αληθινός Χριστός περπατάει και αγωνίζεται μαζί με τους ανθρώπους», που λέει κι ο Καζαντζάκης .
Εξοπλισμένοι με τρόπο που παραπέμπει στην εποχή της δουλείας στις φυτείες της Αμερικής ήταν οι «ανθρωποφύλακες», που πυροβόλησαν περίπου 200 μετανάστες από το Μπαγκλαντές, τραυματίζοντας 28 από αυτούς, επειδή διεκδικούσαν τα δεδουλευμένα τους.
Αλήθεια «και λεγόμαστε άνθρωποι με μυαλό και με αισθήματα» και ζούμε σε μια Χώρα που διεκδικεί για τους πολίτες της Ανθρώπινα Δικαιώματα, αλλά σ’ αυτήν υπάρχουν ακόμη δούλοι!!!
Δεν μπορούσα να φαντασθώ πως δίπλα σ΄ αυτούς που αγωνίζονται , «σαν σύγχρονοι δούλοι» για ένα κομμάτι ψωμί, υπάρχουν και «ανθρωποφύλακες» που δεν διστάζουν να στρέψουν, ναι, τα όπλα, στον αδύναμο συνάνθρωπό τους.
Αυτές οι κτηνώδεις ενέργειες στοχεύουν στο σπάσιμο κάθε έννοιας ηθικής ή δικαίου σε αδύναμους φτωχούς και πονεμένους ανθρώπους, αλλά και σε σ’ όλους μας που θέλουμε να πιστεύουμε πως ζούμε σε μια κοινωνία, με Αξιοπρέπεια .
Πώς μπορούσα να φαντασθώ πως υπάρχει ένα ακόμα « θλιβερό και επώδυνο ταξίδι στη φρίκη…», δίπλα μας.
Είναι πόνος καρδιάς, πως η τοπική κοινωνία βίωνε τον βιασμό του ανθρωπισμού μας, χωρίς να αντιδράσει.
Έτσι λοιπόν γίναμε «θηρία» οι άνθρωποι, μπροστά στο κέρδος και έτσι περιφρονούμε αδίστακτα την ανθρώπινη ζωή κι αξιοπρέπεια.
Οι πάσης φύσεως Αρχές του Τόπου δεν άκουγαν, δεν έβλεπαν, δεν ασκούσαν τα καθήκοντά τους, σιωπούσαν, όλοι στη Μανωλάδα. Γι’ αυτούς δεν μιλάει κανείς, ούτε για το Συνταγματικό «καθήκον» που έχουν να προστατεύουν την ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ ΚΑΙ ΖΩΗ.
Μια σιωπή θανάτου.
Υπήρχαν άραγε κάποιοι που προειδοποιούσαν και ποιοι κώφευαν;
Φοβήθηκαν κάποιοι να πάρουν αποφάσεις: και οι αρμόδιοι άφησαν τη βραδυφλεγή βόμβα εξελιχθεί σε σύγχρονη τραγωδία;
Όλοι όμως ήξεραν και όλοι σιωπούσαν, αφού η τραγική ιστορία επαναλαμβάνεται, τον περασμένο Αύγουστο, λέγεται ότι ένας από τους θύτες  είχε διαπληκτιστεί και πάλι με αλλοδαπούς εργάτες, γιατί δεν τους πλήρωναν. Όταν ένας Αιγύπτιος εργάτης προσπάθησε να σταματήσει το αυτοκίνητο, με το οποίο επιχείρησαν να φύγουν, δύο Έλληνες που επέβαιναν στο όχημα έκλεισαν το παράθυρο πιάνοντας το χέρι του μετανάστη και τον έσυραν για αρκετή απόσταση με αποτέλεσμα να τραυματιστεί.
Ελάχιστα πράγματα, από όσα συμβαίνουν στους χώρους της σύγχρονης σκλαβιάς  έρχονται στην επιφάνεια –κι αυτό αν τα χαλάσουν στο μοίρασμα και αλληλοκαρφωθούν οι ανθρωποφύλακες, ή συμβούν αιματηρά επεισόδια – για όλο αυτό το αλισβερίσι, που οδηγεί τους σκλάβους στον θάνατο –αργό ή ακαριαίο δεν έχει και τόση σημασία- και τους αφεντάδες τους να θησαυρίζουν αλλά και την κοινωνία μας στην ηθική σήψη και παρακμή . Το «κράτος της Μανωλάδας» επιβάλλεται να τελειώσει οριστικά και αμετάκλητα… κι αυτό πρέπει να γίνει άμεσα σ’ όλη τη Χώρα: να σταματήσει ΤΩΡΑ η διαρκής ασύδοτη εκμετάλλευση ανυπεράσπιστων μεταναστών και όχι μόνο, που αναζητούν λίγα ψίχουλα επιβίωσης, από μερικές δεκάδες θρασύτατους αλήτες, με την ανοχή και της τοπικής κοινωνίας, αλλά και της λεγομένης κρατικής εξουσίας.
Ευτυχώς η Αθήνα ευαισθητοποιήθηκε, ελπίζουμε να γίνει το κεντρικό ζήτημα η αντιμετώπιση αυτής της κρίσης αξιών.
Άλλωστε, εμείς οι Έλληνες και οι μετανάστες «Μπορεί να έχουμε έρθει όλοι με διαφορετικά καράβια, αλλά είμαστε όλοι στην ίδια βάρκα τώρα» είπε ο μάρτυρας Μάρτιν Λούθερ Κινγκ.

19 Απριλίου 2013

Ελένη Ράικου


Δυναμική επιστροφή στα παλιά της λημέρια, την πρώην Σχολή Ευελπίδων, αλλά αυτή τη φορά στη νευραλγική θέση της εισαγγελέως διαφθοράς, σηματοδοτεί για την Ελένη Ράικου η χθεσινή απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου (ΑΔΣ).

Προϊσταμένη της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών την περίοδο 2009-2012, η κ. Ράικου ίδρυσε το τμήμα του οικονομικού εγκλήματος. Επί των ημερών της συνελήφθη ο Ακης Τσοχατζόπουλος, η δίκη του οποίου αρχίζει την προσεχή Δευτέρα, ενώ ασκήθηκαν ποινικές διώξεις για σειρά πολύκροτων υποθέσεων με πολιτικές διαστάσεις, όπως η υπόθεση της Proton Bank, των στημένων παιχνιδιών και της Energa Power Hellas.
Γεννημένη το 1962, η κ. Ράικου διετέλεσε για χρόνια εισαγγελέας στο τμήμα ποινικής δίωξης, ενώ πρόσφατα προήχθη σε αντεισαγγελέα Εφετών. Στο εισαγγελικό σώμα εισήλθε τον Σεπτέμβριο 1993, προήχθη στο βαθμό της εισαγγελέως Πρωτοδικών τον Μάρτιο 2004 και πέντε χρόνια αργότερα εξελέγη στη θέση της προϊσταμένης της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών.
Εισαγγελέας υποθέσεων διαφθοράς στη Θεσσαλονίκη αναλαμβάνει, επίσης με απόφαση του ΑΔΣ, ο αντεισαγγελέας Αργύρης Δημόπουλος, ενώ για τη θέση της Eurojust ορίστηκε ο εισαγγελέας Νίκος Ορνεράκης, αρμόδιος μέχρι σήμερα για την καταπολέμηση κρουσμάτων ρατσιστικής βίας.
Ο θεσμός του εισαγγελέα εγκλημάτων διαφθοράς σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη καθιερώθηκε πρώτη φορά με νομοθετική διάταξη του υπουργού Δικαιοσύνης Αντ. Ρουπακιώτη, η οποία εντάχθηκε στον κώδικα για τα ναρκωτικά και ψηφίστηκε μόλις πριν από ένα μήνα. Στις αρμοδιότητες των δύο εισαγγελικών λειτουργών ανήκουν η εποπτεία και ο συντονισμός των ανακρίσεων και των δικογραφιών για υποθέσεις διαφθοράς κρατικών αξιωματούχων. Θα έχουν αποκλειστική απασχόληση και θα συνεπικουρούνται από τουλάχιστον άλλους δύο νεότερους εισαγγελείς. Το υπουργείο Δικαιοσύνης διαβεβαιώνει ότι με το νέο θεσμό δεν θα υπάρχει εμπλοκή ή επικάλυψη στο έργο των οικονομικών εισαγγελέων.

15 Απριλίου 2013

ΑΠΕΡΓΙΑ ΜΕΤΡΟ ΣΤΕ ΕΑ 118/2013

Αριθμός 118/2013 
Η Επιτροπή Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας 
(άρθρο 52 του π.δ/τος 18/1989, όπως ισχύει) 
___________________ 
  
 Συνεδρίασε σε συμβούλιο στις 21 Φεβρουαρίου 2013, με την εξής σύνθεση : Κων. Μενουδάκος, Πρόεδρος, Νικ. Ρόζος, Μ. Καραμανώφ, Αικ. Χριστοφορίδου, Αντ. Ντέμσιας, Σύμβουλοι. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη. 
 Για να αποφασίσει σχετικά με την από 25 Ιανουαρίου 2013 αίτηση: 
 του Σωματείου Εργαζομένων Λειτουργίας Μετρό Αθηνών, που εδρεύει στην Αθήνα (Κηφισού 94), το οποίο παρέστη με το δικηγόρο Γεώργιο Κατρούγκαλο (Α.Μ. 12908), 
 κατά των : 1) Πρωθυπουργού και 2) Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, οι οποίοι παρέστησαν με τον Παναγιώτη Παναγιωτουνάκο, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους. 
 Με την αίτηση αυτή το αιτούν σωματείο επιδιώκει να ανασταλεί η εκτέλεση η εκτέλεση : 1) της Υ236/24.1.2013 απόφασης του Πρωθυπουργού (ΦΕΚ Β´ 101), 2) της Υ237/24.1.2013 απόφασης του Πρωθυπουργού (ΦΕΚ Β´ 105), 3) της 2283/24.1.2013 απόφασης του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων (ΦΕΚ Β´ 106) και 4) κάθε άλλης σχετικής πράξης ή παράλειψης της Διοικήσεως. 
 Κατά τη συνεδρίασή της η Επιτροπή άκουσε την εισηγήτρια, Σύμβουλο Αικ. Χριστοφορίδου. 
 Κατόπιν η Επιτροπή άκουσε τον πληρεξούσιο του αιτούντος σωματείου, ο οποίος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του Πρωθυπουργού και του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της. 
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α 
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 
 1. Eπειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (1298934/2013 ειδικό γραμμάτιο παραβόλου σειράς Α΄). 
 2. Επειδή, διαμαρτυρόμενα για την ένταξη των μελών τους στο ενιαίο μισθολόγιο, τα σωματεία των εργαζομένων στην ανώνυμη εταιρεία «Σταθερές Συγκοινωνίες Ανώνυμη Εταιρεία» (ΣΤΑΣΥ Α.Ε.), μεταξύ των οποίων και το αιτούν, πραγματοποίησαν απεργιακές κινητοποιήσεις ως εξής: Στις 17/1/2013 πραγματοποίησαν 24ωρη απεργία σε όλα τα μέσα σταθερής τροχιάς. Στις 19/1/2013 πραγματοποιήθηκε από το αιτούν σωματείο 24ωρη απεργία στο μετρό και στις 20/1/2013 πραγματοποιήθηκε 24ωρη απεργία στο μετρό από το αιτούν σωματείο και το Σωματείο Ηλεκτροδηγών Αττικό Μετρό. Εν συνεχεία, το αιτούν σωματείο, από κοινού με τα λοιπά σωματεία εργαζομένων στα μέσα σταθερής τροχιάς (Σωματείο Ηλεκτροδηγών Αττικό Μετρό-ΣΗΑΜ, Σωματείο Ηλεκτροδηγών Τραμ Αττικής-ΣΗΤΑ, Σύλλογος Εργαζομένων Τραμ Αττικής, Σωματείο Εργαζομένων Κέντρου Ελέγχου Λειτουργίας Μετρό Αθηνών-ΣΕΚΕΛΜΑ, Ένωση Εργαζομένων ΗΣΑΠ, Σωματείο Ηλεκτροδηγών και Λοιπών Εργαζομένων Κίνησης ΣΤΑΣΥ Α.Ε.-ΣΗΕΚ), εξήγγειλαν εκ νέου κινητοποιήσεις για τις 21 και 22/1/2013. Ειδικότερα, το Σάββατο 19/1/2013 με επιστολή τους, την οποία απέστειλαν μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προς την εργοδότρια επιχείρηση ΣΤΑΣΥ Α.Ε., οι ως άνω συνδικαλιστικές οργανώσεις ανήγγειλαν ότι θα πραγματοποιήσουν στάσεις εργασίας τη Δευτέρα 21/1/2013 (από την έναρξη της βάρδιας και μέχρι τις 8.00 π.μ. και από 16.00 μ.μ. και μέχρι τη λήξη της βάρδιας) και την Τρίτη 22/1/2013 (από τις 12.00 το μεσημέρι και μέχρι τις 16.00). Με την εν λόγω επιστολή ενημέρωσαν την εργοδότρια επιχείρηση ότι αποφάσισαν την παραπάνω απεργιακή κινητοποίηση «αντιδρώντας στην απόφαση της Κυβέρνησης για κατάργηση της ελευθερίας των συλλογικών διαπραγματεύσεων, δηλαδή την κατάργηση της ισχύος των ΣΣΕ». Την επόμενη ημέρα, Κυριακή 20/1/13, με δελτίο τύπου του αιτούντος σωματείου και ανακοίνωση του σωματείου ΣΗΑΜ εξαγγέλθηκε για τη Δευτέρα 21/1/2013 24ωρη απεργία (από την έναρξη μέχρι τη λήξη της βάρδιας). Η απεργιακή αυτή κινητοποίηση της 21ης-22ης Ιανουαρίου 2013 κρίθηκε παράνομη με την 92/2013 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών (Ειδικής Διαδικασίας Εργατικών Διαφορών). Η απόφαση αυτή, η οποία εκδόθηκε κατ’ αποδοχή αγωγής της ΣΤΑΣΥ Α.Ε., δημοσιεύθηκε στις 21/1/2013 και κηρύχθηκε προσωρινώς εκτελεστή, έκρινε την απεργία παράνομη με την αιτιολογία ότι δεν είχε τηρηθεί η προθεσμία τεσσάρων ημερών πριν την πραγματοποίηση της απεργίας για κοινοποίηση αιτημάτων προς τον εργοδότη, δεν είχε τηρηθεί η υποχρέωση προσκλήσεως του εργοδότη σε δημόσιο διάλογο και είχε παραλειφθεί η υποχρέωση γνωστοποιήσεως του αναγκαίου προσωπικού για αντιμετώπιση στοιχειωδών αναγκών του κοινωνικού συνόλου. Εν συνεχεία, εξαγγέλθηκε νέα απεργία εκ μέρους του αιτούντος και του σωματείου ΣΗΑΜ για την Τρίτη 22/1/2013 από την έναρξη μέχρι τη λήξη της βάρδιας, καθώς και στάσεις εργασίας των προαναφερθέντων σωματείων εργαζομένων σε ΗΣΑΠ και Τραμ για την ίδια ημέρα από ώρα 12.00 έως 16.00. Οι νέες αυτές απεργίες κρίθηκαν ωσαύτως παράνομες με την 99/2013 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, κηρυχθείσα προσωρινώς εκτελεστή, δημοσιεύθηκε στις 22/1/13 και κοινοποιήθηκε αυθημερόν στα εναγόμενα σωματεία. Ακολούθως, εξαγγέλθηκε νέα απεργιακή κινητοποίηση από το αιτούν και τα σωματεία ΣΗΑΜ, ΣΗΕΚ, ΣΕΚΕΛΜΑ για την Τετάρτη 23/1/2013 από την έναρξη μέχρι τη λήξη της βάρδιας, καθώς και στάσεις εργασίας από τα σωματεία εργαζομένων στο τραμ και ΗΣΑΠ την ίδια μέρα από ώρα 12.00 έως 16.00. Και αυτές οι κινητοποιήσεις κρίθηκαν παράνομες με την 111/2013 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, κηρυχθείσα επίσης προσωρινώς εκτελεστή, δημοσιεύθηκε στις 23/1/2013 και κοινοποιήθηκε αυθημερόν. Την ίδια ημέρα (23/1/2013) αναγγέλθηκαν νέες απεργιακές κινητοποιήσεις για τις 24/1/2013. Ειδικότερα, αναγγέλθηκε 24ωρη απεργία στο μετρό από το αιτούν και τα σωματεία ΣΗΑΜ-ΣΕΚΕΛΜΑ και 4ωρη στάση εργασίας (12.00-16.00) από τα λοιπά σωματεία σε τραμ-ΗΣΑΜ. Λόγω της παρατεινόμενης απεργίας, στις 24/1/2013, ο Υπουργός Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, με εισηγήσεις του, ζήτησε από τον Πρωθυπουργό να κηρύξει σε κατάσταση πολιτικής κινητοποίησης το σύνολο των εργαζομένων στη ΣΤΑΣΥ Α.Ε., να εξουσιοδοτήσει τον ίδιο να προβεί σε επίταξη των υπηρεσιών των εν λόγω εργαζομένων και να εξουσιοδοτήσει τον Υπουργό Οικονομικών από κοινού με τον ίδιο να προβούν σε επίταξη της χρήσης του συνόλου των γραφείων, εγκαταστάσεων, δικτύου, τροχαίου υλικού και λοιπών ακινήτων και κινητών μέσων της ΣΤΑΣΥ Α.Ε. και της ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ Α.Ε., που είναι απαραίτητα για την εκτέλεση του συγκοινωνιακού έργου με μέσα σταθερής τροχιάς, επικαλούμενος «την επιτακτική ανάγκη αποτροπής των δυσμενών συνεπειών της παρατεινόμενης απεργίας των εργαζομένων στη ΣΤΑΣΥ Α.Ε., η οποία συνεχίζεται παρά την κήρυξή της ως παράνομης από τα αρμόδια δικαστήρια, έχει προκαλέσει σοβαρή διαταραχή στην κοινωνική και οικονομική ζωή της χώρας και ενέχει σοβαρούς κινδύνους για τη δημόσια τάξη και υγεία από την παρατεινόμενη μη δυνατότητα χρήσης των μέσων σταθερής τροχιάς» (2281 και 2282/24-1-2013 έγγραφες εισηγήσεις του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων). Την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 24/1/2013, δημοσιεύθηκαν οι ακόλουθες τέσσερεις αποφάσεις: A) Η Υ236/24-1-2013 απόφαση του Πρωθυπουργού (ΦΕΚ Β΄ 101), με την οποία κηρύσσεται σε κατάσταση πολιτικής κινητοποίησης το σύνολο των εργαζομένων στη ΣΤΑΣΥ Α.Ε., εξουσιοδοτείται ο Υπουργός Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων να προβεί σε επίταξη των υπηρεσιών των εν λόγω εργαζομένων, και ο ίδιος Υπουργός από κοινού με τον Υπουργό Οικονομικών να προβούν σε επίταξη της χρήσης του συνόλου των γραφείων, εγκαταστάσεων, δικτύου, τροχαίου υλικού και λοιπών ακινήτων και κινητών μέσων της ΣΤΑΣΥ Α.Ε., που είναι απαραίτητα για την εκτέλεση του συγκοινωνιακού έργου με μέσα σταθερής τροχιάς. Β) Η Υ237/24-1-2013 απόφαση του Πρωθυπουργού (ΦΕΚ Β΄ 105), με την οποία εξουσιοδοτούνται οι Υπουργοί Οικονομικών και Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων να προβούν σε επίταξη της χρήσης του συνόλου των γραφείων, εγκαταστάσεων, δικτύου, τροχαίου υλικού και λοιπών ακινήτων και κινητών μέσων της ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ Α.Ε., που είναι απαραίτητα για την εκτέλεση του συγκοινωνιακού έργου. Γ) Η 2283/24-1-2013 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων (ΦΕΚ Β΄ 106), με την οποία επεβλήθη επίταξη των υπηρεσιών των εργαζομένων στην εταιρεία ΣΤΑΣΥ Α.Ε., σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο πρόγραμμα εργασίας/βαρδιών της εταιρείας από ώρα 5.00 π.μ. της 25ης Ιανουαρίου 2013 έως την έκδοση νεώτερης απόφασης και Δ) Η 2284/24-1-2013 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών-Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων (ΦΕΚ Β´ 106), με την οποία επεβλήθη επίταξη της χρήσης του συνόλου των γραφείων, εγκαταστάσεων, δικτύου, τροχαίου υλικού και λοιπών ακινήτων και κινητών μέσων της ΣΤΑΣΥ και της ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ Α.Ε., που είναι απαραίτητα για την εκτέλεση του συγκοινωνιακού έργου. Σε όλες τις ανωτέρω αποφάσεις, που εκδόθηκαν κατ’εφαρμογήν των άρθρων 18 παρ. 3, 22 παρ. 4 και 112 παρ. 1 του Συντάγματος, του άρθρου 41 του ν. 3536/2007 (Α΄ 42) και των διατάξεων του ν.δ. 17/1974 (Α΄ 236), γίνεται επίκληση άμεσης και επείγουσας ανάγκης να αποτραπούν οι δυσμενείς συνέπειες στο συγκοινωνιακό έργο στο λεκανοπέδιο Αττικής, το οποίο έχει πλήρως διαταραχθεί από την παρατεινόμενη απεργία των εργαζομένων στην εταιρεία ΄Σταθερές Συγκοινωνίες (ΣΤΑΣΥ) Α.Ε.΄ (ΑΜΕΛ Α.Ε., ΗΣΑΠ Α.Ε. και ΤΡΑΜ Α.Ε.), απειλώντας τη δημόσια τάξη και υγεία και προκαλώντας σοβαρή διαταραχή στην κοινωνική και οικονομική ζωή της χώρας. Παρά ταύτα, μετά την έκδοση των πράξεων αυτών, στις 24/1/2013, τα σωματεία εργαζομένων σε τραμ και ΗΣΑΠ, με δελτίο τύπου που εξέδωσαν, ανακοίνωσαν ότι η στάση εργασίας από 12.00-16.00 μ.μ., την οποία είχαν προαναγγείλει, παρατείνεται μέχρι τη λήξη της βάρδιας. Συγχρόνως, το αιτούν και άλλα σωματεία ανήγγειλαν ότι θα συμμετάσχουν στην 24ωρη απεργία της 25ης/1/2013 του Εργατικού Κέντρου Αθηνών (Ε.Κ.Α) και του Εργατικού Κέντρου Πειραιώς (Ε.Κ.Π.). Ήδη, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η αναστολή εκτελέσεως των τριών πρώτων αποφάσεων που προαναφέρθηκαν, ήτοι: α) της Υ236/24-1-2013 αποφάσεως του Πρωθυπουργού περί κηρύξεως σε κατάσταση πολιτικής κινητοποιήσεως του συνόλου των εργαζομένων στη ΣΤΑΣΥ Α.Ε. και εξουσιοδοτήσεως των αρμοδίων, κατά περίπτωση, Υπουργών να προβούν σε επίταξη των υπηρεσιών των εν λόγω εργαζομένων, καθώς και της χρήσεως των αναγκαίων κινητών και ακινήτων μέσων της ΣΤΑΣΥ Α.Ε., β) της Υ237/24-1-2013 αποφάσεως του Πρωθυπουργού, με την οποία εξουσιοδοτούνται οι αρμόδιοι Υπουργοί να προβούν σε επίταξη της χρήσεως του συνόλου των αναγκαίων ακινήτων και κινητών μέσων της ΑΤΤΙΚΟ ΜΕΤΡΟ Α.Ε. και γ) της 2283/24-1-2013 αποφάσεως του Υπουργού Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, περί επιτάξεως των υπηρεσιών των εργαζομένων στην ΣΤΑΣΥ Α.Ε. Κατά των αποφάσεων αυτών το αιτούν σωματείο έχει ασκήσει αίτηση ακυρώσεως, για την εκδίκαση της οποίας ενώπιον της Ολομελείας ορίσθηκε δικάσιμος την 5η/4/2013. 
 3. Επειδή, προβάλλεται ότι η βλάβη την οποία υφίσταται το αιτούν σωματείο είναι άμεση και προφανής και δεν θα μπορέσει να ανορθωθεί στο μέλλον, δεδομένου ότι πλήττεται άμεσα το δικαίωμά του στην απεργία και καταργείται κάθε δυνατότητα διεκδικήσεως των αιτημάτων του για λογαριασμό των μελών του. Μόνη όμως η προσωρινή απώλεια της δυνατότητας του αιτούντος σωματείου να διεκδικεί την ικανοποίηση των αιτημάτων του με την πραγματοποίηση απεργιών, δεν συνιστά ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη βλάβη κατά την έννοια του άρθρου 52 π.δ/τος 18/89. Τούτο δε διότι, λαμβανομένης υπόψιν και της σύντομης δικασίμου που έχει ορισθεί για την εκδίκαση της αιτήσεως ακυρώσεως (5.4.2013), η βλάβη αυτή, που απορρέει από την άμεση εκτέλεση των προσβαλλομένων πράξεων, είναι παροδική και επανορθώσιμη σε περίπτωση ευδοκιμήσεως της εκκρεμούς αυτής αιτήσεως, εφ’ όσον δεν επιφέρει συνέπειες που ισοδυναμούν προς ματαίωση του επιδιωκομένου διά της ακυρώσεως των προσβαλλομένων πράξεων σκοπού. Συνεπώς, δεν δικαιολογείται εν προκειμένω η χορήση της αιτουμένης αναστολής λόγω μη συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 52 π.δ/τος 18/89, περί ανεπανόρθωτης ή δυσχερώς επανορθώσιμης βλάβης. 
 4. Επειδή, προβάλλεται, επίσης, ότι πρέπει να χορηγηθεί αναστολή εκτελέσεως των προσβαλλομένων πράξεων λόγω της προδήλου βασιμότητος των λόγων ακυρώσεως που προβάλλονται κατ’αυτών, ιδίως δε των λόγων που αναφέρονται στην αντίθεσή τους προς το Σύνταγμα. Συγκεκριμένα, προβάλλονται οι εξής λόγοι ακυρώσεως: α) ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις έχουν εκδοθεί κατά παράβαση του άρθρου 22 παρ. 4 του Συντάγματος και του άρθρου 41 του ν. 3536/2007 (Α΄ 42) σε συνδυασμό με τα άρθρα 19 και 23 του ν.δ. 17/1974, διότι επιβάλλουν την επίταξη προσωπικών υπηρεσιών για την αντιμετώπιση έκτακτης ανάγκης που δεν εμπίπτει στις περιοριστικώς αναφερόμενες περιπτώσεις στις οποίες τούτο είναι επιτρεπτό σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 4 του Συντάγματος, ειδικότερα, δε, διότι με τις προσβαλλόμενες πράξεις περί επιτάξεως προσωπικών υπηρεσιών δεν αντιμετωπίζεται ανάγκη που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία ούτε επείγουσα κοινωνική ανάγκη από θεομηνία, β) ότι το «εφαρμοστέο εν προκειμένω» άρθρο 23 του ν.δ. 17/1974 είναι αντίθετο προς τους κανόνες του άρθρου 4 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, του άρθρου 8 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και των Διεθνών Συμβάσεων Εργασίας 29, 87 και 105 της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας, γ) ότι έχει παραβιασθεί η αρχή της αναλογικότητας, δεδομένου ότι περιορίζεται υπέρμετρα το δικαίωμα του αιτούντος στην απεργία χωρίς επαρκή λόγο δημοσίου συμφέροντος και δ) ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις δεν αιτιολογούνται νομίμως και έχουν εκδοθεί κατά κατάχρηση εξουσίας, αφού, όπως προκύπτει από τα προοίμιά τους, έχουν εκδοθεί ως αντίμετρα σε απεργιακή κινητοποίηση και όχι για τους σκοπούς δημοσίου συμφέροντος που τίθενται με το άρθρο 22 παρ. 4 του Συντάγματος. Οι λόγοι όμως αυτοί δεν παρίστανται προδήλως βάσιμοι, κατά την έννοια της παρ. 7 του άρθρου 52 π.δ. 18/1989 δεδομένου ότι δεν υφίσταται νομολογιακό προηγούμενο αντίστοιχο προς τα ζητήματα που τίθενται στην παρούσα υπόθεση ενόψει των νομικών και πραγματικών προϋποθέσεων εκδόσεως των προσβαλλομένων πράξεων. Συνεπώς, δεν δικαιολογείται η χορήγηση της αιτουμένης αναστολής λόγω προδήλου βασιμότητος της εκκρεμούς αιτήσεως ακυρώσεως. 
 5. Επειδή, κατόπιν τούτων, η κρινόμενη αίτηση πρέπει ν’απορριφθεί στο σύνολό της. 
Δ ι ά τ α ύ τ α 
 Απορρίπτει την αίτηση. 

Επιτροπή Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας ΕΦΕΣΗ ΠΡΟΚΑΤΑΒΟΛΗ 50%

Αριθμός 36/2013 
Η Επιτροπή Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας 
(άρθρο 52 του π.δ/τος 18/1989, όπως ισχύει) 
___________________ 
  
 Συνεδρίασε σε συμβούλιο στις 31 Οκτωβρίου 2012, με την εξής σύνθεση : Κ. Μενουδάκος, Πρόεδρος, Νικ. Ρόζος, Μ. Καραμανώφ, Δ. Σκαλτσούνης, Γ. Τσιμέκας, Σύμβουλοι. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη. 
 Για να αποφασίσει σχετικά με την από 20 Ιουλίου 2011 αίτηση: 
 της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «...Σ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα (Αρματολών και Κλεφτών 47), 
 κατά του Υπουργού Οικονομικών. 
 Η πιο πάνω αίτηση συζητείται στην Επιτροπή Αναστολών της Ολομελείας μετά την 320/2011 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3900/2010, υποβλήθηκε προς το Συμβούλιο της Επικρατείας το προδικαστικό ερώτημα αν η διάταξη του άρθρου 209Α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, που προστέθηκε με το άρθρο 38 του ν. 3900/2010, αντιβαίνει στα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 και 13 της ΕΣΔΑ. 
 Με την αίτηση αυτή η αιτούσα εταιρεία επιδιώκει να ανασταλεί η εκτέλεση της υπ’ αριθμ. 18134/2010 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. 

 Κατά τη συνεδρίασή της η Επιτροπή άκουσε τον εισηγητή, Σύμβουλο Γ. Τσιμέκα. 
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α 
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο 
 1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκήθηκε ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, ζητείται να ανασταλεί η εκτέλεση της υπ’ αριθμ. 18134/2010 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε προσφυγή της αιτούσας κατά της υπ’ αριθμ. 110/2001 πράξης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Κηφισιάς, με την οποία επιβλήθηκαν σε βάρος της φόρος δωρεάς ύψους 81.959.433 δραχμών και πρόσθετος φόρος ύψους 34.422.962 δραχμών (ήτοι εν συνόλω 116.382.395 δρχ.). Κατά της προσβαλλομένης δικαστικής απόφασης η αιτούσα έχει ασκήσει έφεση ενώπιον του ανωτέρω Διοικητικού Εφετείου. 
 2. Επειδή, επί της αιτήσεως αναστολής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 320/2011 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών σε συμβούλιο, με την οποία, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3900/2010, υποβλήθηκε προς το Συμβούλιο της Επικρατείας το προδικαστικό ερώτημα αν η διάταξη του άρθρου 209Α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, που προστέθηκε με το άρθρο 38 του ν. 3900/2010, αντιβαίνει στα άρθρα 20 παρ.1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 και 13 της ΕΣΔΑ. 
 3. Επειδή, κατόπιν αυτού, ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την από 20.4.2012 πράξη του, εισήγαγε την κρινόμενη αίτηση στην Επιτροπή Αναστολών της Ολομελείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 52 παρ. 2 του π.δ/τος 18/1989 (Α΄ 8), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 35 του ν. 2721/1999 (Α΄112) και συμπληρώθηκε με το άρθρο 10 του ν. 3900/2010. 
 4. Επειδή, o κυρωθείς με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α΄ 97) Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας περιλαμβάνει στο Κεφάλαιο Β΄ (άρθρα 206 - 209Α) του 16ου Τμήματος αυτού, ρυθμίσεις σχετικά με την αναστολή εκτελέσεως δικαστικών αποφάσεων. Ειδικότερα, στο άρθρο 206 του εν λόγω Κώδικα, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του ν. 3659/2008 (Α΄ 77) ορίζονται τα εξής: «Σε κάθε περίπτωση που η προθεσμία ή η άσκηση του ενδίκου μέσου δεν συνεπάγεται κατά νόμο την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, μπορεί, ύστερα από αίτηση εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο, να ανασταλεί, με συνοπτικά αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου, εν όλω ή εν μέρει η εκτέλεση της απόφασης αυτής». Στο δε άρθρο 208 του ίδιου Κώδικα, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 25 του ως άνω ν. 3659/2008, ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Η αίτηση αναστολής γίνεται δεκτή, όταν κρίνεται ότι η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης θα προκαλέσει στον αιτούντα βλάβη ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη σε περίπτωση ευδοκίμησης του ενδίκου μέσου. Η αίτηση όμως μπορεί να απορριφθεί αν, κατά τη στάθμιση της βλάβης του αιτούντος, των συμφερόντων τρίτων και του δημοσίου συμφέροντος, κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες από την αποδοχή θα είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια του αιτούντος. 2. Αν το δικαστήριο εκτιμά ότι το ένδικο μέσο είναι προδήλως βάσιμο, μπορεί να δεχθεί την αίτηση αναστολής, ακόμη και αν η βλάβη του αιτούντος από την άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης δεν κρίνεται ως ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη. Η αίτηση αναστολής μπορεί να απορριφθεί ακόμη και σε περίπτωση ανεπανόρθωτης ή δυσχερώς επανορθώσιμης βλάβης, αν το δικαστήριο εκτιμά ότι το ένδικο μέσο είναι προδήλως απαράδεκτο ή προδήλως αβάσιμο. Η χορήγηση αναστολής αποκλείεται κατά το μέρος που η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ήδη εκτελεσθεί». 
 5. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 209Α του ως άνω Κώδικα, που προστέθηκε, μετά το άρθρο 209, με το άρθρο 38 του ν. 3900/2010 «Εξορθολογισμός διαδικασιών και επιτάχυνση της διοικητικής δίκης …» (Α΄ 213) και ισχύει από 1.1.2011, σύμφωνα με το άρθρο 70 του τελευταίου αυτού νόμου, ορίζονται τα εξής: «Ειδικώς στις φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές, στις οποίες η προθεσμία ή η άσκηση του ενδίκου μέσου δεν συνεπάγεται κατά νόμο την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, μπορεί ύστερα από αίτηση εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο, να ανασταλεί με συνοπτικά αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου, εν όλω ή εν μέρει η εκτέλεση της απόφασης αυτής, μόνο αν το ένδικο μέσο κρίνεται ως προδήλως βάσιμο. Η χορήγηση αναστολής αποκλείεται κατά το μέρος που η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ήδη εκτελεσθεί. Κατά τα λοιπά ισχύουν όσα αναφέρονται στα άρθρα 206, 207 και 209 του παρόντος». Η ανωτέρω ρύθμιση του άρθρου 209Α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας συνδέεται με τη ρύθμιση του άρθρου 22 του ν. 3900/2010, με την οποία προστέθηκε στο άρθρο 93 του εν λόγω Κώδικα περί δικαιώματος άσκησης έφεσης, παράγραφος 3 ως εξής: «3. Προκειμένου για χρηματικού αντικειμένου φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές, ο εκκαλών οφείλει να καταβάλει μέχρι την ημερομηνία της αρχικής δικασίμου, με ποινή απαραδέκτου της έφεσης, ποσοστό 50% του οφειλόμενου, σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση, κύριου φόρου, δασμού, ή τέλους εν γένει, εκτός αν έχει χορηγηθεί αναστολή σύμφωνα με το άρθρο 209Α. Το καταβλητέο ποσό υπολογίζεται από την αρμόδια φορολογική ή τελωνειακή αρχή, η οποία συντάσσει ατελώς, μετά από αίτηση του εκκαλούντος, ειδικό σημείωμα, με το οποίο βεβαιώνεται και η καταβολή του». 
 6. Επειδή, εξάλλου, στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι «καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει». Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο κοινός νομοθέτης υποχρεούται να εξασφαλίζει στους πολίτες την δυνατότητα έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, η προστασία δε αυτή, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, δεν αφορά μόνο την οριστική επίλυση της ένδικης διαφοράς, δηλαδή την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί του κυρίου ενδίκου βοηθήματος, αλλά περιλαμβάνει και την προσωρινή δικαστική προστασία. Κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως επιτρέπεται μεν στον κοινό νομοθέτη η θέσπιση προϋποθέσεων για την παροχή της εν λόγω προστασίας από τα δικαστήρια, οι προϋποθέσεις όμως αυτές πρέπει, για να είναι σύμφωνες με την ως άνω συνταγματική διάταξη, αφ’ ενός μεν να συνάπτονται και να είναι ανάλογες με τη λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης, αφ’ ετέρου δε να μην υπερβαίνουν τα όρια εκείνα, πέραν των οποίων θα συνεπήγοντο την κατάλυση του, κατά την εν λόγω διάταξη, δικαιώματος δικαστικής προστασίας. Εξ άλλου, η συνταγματική αυτή διάταξη δεν κατοχυρώνει μεν την ύπαρξη και δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας, όμως, όταν αυτή προβλέπεται νομοθετικώς, διέπει και την άσκηση ενδίκου μέσου ενώπιον δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (Σ.τ.Ε. Ολομ.1619/20123470/2007 , 647/2004 κ.ά.). 
 7. Επειδή, τέλος, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του π.δ/τος 53/1974 (Α΄ 256), ορίζει στο άρθρο 6 παρ. 1, μεταξύ άλλων, ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικασθεί δίκαια από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, το οποίο θα αποφασίσει επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του «αστικής φύσεως» και στο άρθρο 13 ότι κάθε πρόσωπο, του οποίου παραβιάσθηκαν τα αναγνωριζόμενα στη Σύμβαση δικαιώματα και ελευθερίες, έχει δικαίωμα «πραγματικής» (αποτελεσματικής) προσφυγής (effective remedy) ενώπιον εθνικής αρχής, με τις διατάξεις δε αυτές κατοχυρώνεται και το δικαίωμα παροχής προσωρινής έννομης προστασίας. 
 8. Επειδή, κατ’ άρθρο 74 παρ. 1 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 2238/1994, Α΄ 151) οι οριστικές αποφάσεις των πρωτοβάθμιων διοικητικών δικαστηρίων αποτελούν τίτλο βεβαιώσεως του φόρου που προκύπτει βάσει αυτών, με αποτέλεσμα, επί απορρίψεως της προσφυγής του φορολογουμένου, να είναι αμέσως καταβλητέο το σύνολο του φόρου. Εξάλλου, όπως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση του ν. 3900/2010, οι ρυθμίσεις που εισάγονται με το νόμο αυτόν, για τις φορολογικές κυρίως και για τις τελωνειακές διαφορές, οι οποίες αποκλίνουν από τις γενικές ρυθμίσεις που αφορούν τις λοιπές διαφορές που ρυθμίζει ο νόμος αυτός, μεταξύ των οποίων και η ρύθμιση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 38 αυτού περί αποκλεισμού της πρόκλησης αναπανόρθωτης ή δυσχερώς επανορθώσιμης βλάβης ως λόγου παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας, ερείδονται, στην ανάγκη “αποθάρρυνσης της άσκησης ένδικων μέσων με μόνο σκοπό την καθυστέρηση στην εκπλήρωση νόμιμων υποχρεώσεων, ιδίως εκείνων που αφορούν την καταβολή φόρων” (σελ. 1), “με άξονα την οικονομία της δίκης και την αποφυγή παρελκύσεων και άσκοπης παράτασης εκκρεμοτήτων, σε διαφορές που από τη φύση τους προσφέρονται ιδιαίτερα σε τέτοιες καθυστερήσεις” (σελ. 6) και αποσκοπούν στον “συγκερασμό της ανάγκης άμβλυνσης των δυσμενών για το Δημόσιο συνεπειών από τη διατήρηση επί μακρό χρονικό διάστημα δικαστικών εκκρεμοτήτων στις φορολογικές και τελωνειακές υποθέσεις, με το σεβασμό του δικαιώματος του διοικουμένου για παροχή δικαστικής προστασίας” (σελ. 6) και στην προσαρμογή “στις ιδιαιτερότητες των διαφορών αυτών της βασικής στάθμισης μεταξύ αποτελεσματικότητας της δικαστικής προστασίας και προάσπισης του δημοσίου συμφέροντος” (σελ. 8)». Ενόψει των ανωτέρω, η ρύθμιση του άρθρου 38 του ν. 3900/2010 που προβλέπει, προκειμένου περί φορολογικών και τελωνειακών διαφορών, ως λόγο αναστολής εκτέλεσης της πρωτόδικης δικαστικής απόφασης, μόνο την πρόδηλη βασιμότητα του ενδίκου μέσου, δεν παραβιάζει τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), δεδομένου ότι η ρύθμιση αυτή αναφέρεται σε υποθέσεις για τις οποίες έχει ήδη εξενεχθεί δικαστική κρίση με την πρωτόδικη απόφαση, η οποία συνιστά κατά το νόμο τίτλο εισπράξεως του ποσού του φόρου, τέλους ή προστίμου που κρίθηκε δικαστικώς οφειλόμενο, το γεγονός δε ότι έχει προηγηθεί δικαστική απόφαση για το κύριο αντικείμενο της διαφοράς επιτρέπει τον περιορισμό της προσωρινής δικαστικής προστασίας σε περίπτωση ασκήσεως ενδίκου μέσου, ενόψει των ανωτέρω σκοπών που υπηρετεί η επίμαχη ρύθμιση και αναφέρονται στην επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων του πολίτη (άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος). Ο περιορισμός αυτός, ο οποίος συνίσταται στη μη πρόβλεψη ως λόγου αναστολής εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πρωτόδικης δικαστικής απόφασης και της ανεπανόρθωτης ή δυσχερώς επανορθώσιμης βλάβης που επέρχεται τυχόν από αυτήν, δεν εξικνείται, πάντως, έως του σημείου πλήρους κατάλυσης του δικαιώματος χορήγησης προσωρινής δικαστικής προστασίας και, επομένως, είναι συνταγματικά ανεκτός, δεδομένου μάλιστα και ότι η πρόδηλη βασιμότητα του ασκηθέντος ενδίκου μέσου, που θεσπίζεται ως λόγος αναστολής, σχετίζεται ευθέως με το αντικείμενο της δίκης. Κατόπιν αυτών, η επίμαχη ρύθμιση δεν παρίσταται ως μέτρο δυσανάλογο σε σχέση με τους επιδιωκόμενους από τον νόμο σκοπούς δημοσίου συμφέροντος, οι δε ισχυρισμοί της αιτούσας περί παραβάσεως της αρχής της αναλογικότητας και των ανωτέρω συνταγματικής και υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι (πρβλ. 1619/2012 Ολομ.). 
 9. Επειδή, μετά την κατά τ’ ανωτέρω επίλυση του ζητήματος της συνταγματικότητας των διατάξεων του άρθρου 209Α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, η κρινόμενη αίτηση αναστολής πρέπει, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 του ν. 3900/2010 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 40 παρ. 1 του ν. 4055/2012 (Α΄ 51), να παραπεμφθεί προς περαιτέρω εκδίκαση στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών. 
Δ ι ά τ α ύ τ α 
 Επιλύει το ως άνω ζήτημα, κατά το σκεπτικό. 
 Παραπέμπει την κρινόμενη αίτηση αναστολής στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, κατά το σκεπτικό. 
 Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Οκτωβρίου 2012 και εκδόθηκε στις 5 Φεβρουαρίου 2013. 
 Ο Πρόεδρος  Η Γραμματέας 
  
  
 Κ. Μενουδάκος  Μ. Παπασαράντη 

ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

  ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ -ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΕΝ ΟΨΕΙ   ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ (4...