26 Ιουλίου 2012

Μεταπτυχιακές σπουδές ΑΕΙ. ΔΙΔΑΚΤΡΑ ΔΩΡΕΑΝ ΠΑΙΔΕΙΑ

Μεταπτυχιακές σπουδές ΑΕΙ.


Συμβούλιο Επικρατείας
(Ολομέλεια)
Αριθ. 2411/2012

Πρόεδρος: Π. Πικραμμένος
Μέλη: Ε. Σάρπ, Ν. Μαρκουλάκης, Μ. Βηλαράς, Α. Σακελλαροπούλου, Γ. Ποταμιάς, Μ. Γκορτζολίδου, Ι. Γράβαρης, Ε. Αντωνόπουλος, Ι. Ζόμπολας, Σ. Μαρκάτης, Α. Ντέμσιας, Σ. Χρυσικοπούλου, Η. Τσακόπουλος, Β. Καλαντζή, Μ. Σταματελάτου-Μπεριάτου, Β. Αραβαντινός, Α. Καλογεροπούλου, Ε. Κουσιουρής, Α. Σταθάκης, Ο. Ζύγουρα, Β Ραφτοπούλου, Κ. Κουσούλης, Κ. Φιλοπούλου, Θ. Αραβάνης, Κ. Πισπιρίγκος, Δ. Μακρής, Σύμβουλοι, Η. Μάζος, Κ. Κονιδιτσιώτου, Χ. Μπολόφη
Εισηγητής: Γ. Ποταμιάς, Σύμβουλος
Δικηγόροι: Γ.Σ.Π. Κατρούγκαλος, Η. Ψώνης

Μεταπτυχιακές σπουδές ΑΕΙ. Περιεχόμενο της δωρεάν παιδείας στην ανώτατη εκπαίδευση είναι η ανεξάρτητα από εισοδηματικά κριτήρια μη συμμετοχή των φοιτητών στο κόστος λειτουργίας και παροχής του εκπαιδευτικού έργου διά της καταβολής διδάκτρων καθώς και η δωρεάν προμήθεια και παροχή των αναγκαίων διδακτικών μέσων (βιβλία κ.λπ.). Το εν λόγω δικαίωμα εκτείνεται καθ’ όλη την χρονική διάρκεια των προπτυχιακών σπουδών, οι οποίες περαιώνονται με τη λήψη του πτυχίου. Όταν ο συντακτικός νομοθέτης θέσπισε με το Σύνταγμα του 1975 το εν λόγω κοινωνικό δικαίωμα και για την ανώτατη εκπαίδευση είχε υπόψη του το θεσμικό πλαίσιο και το κόστος λειτουργίας των προπτυχιακών σπουδών ενώ απουσίαζαν σχεδόν από τα ελληνικά πανεπιστήμια οι μεταπτυχιακές σπουδές. Ως προς τις μεταπτυχιακές σπουδές και την εκπόνηση διδακτορικής εργασίας εναπόκειται στην εκτίμηση του κοινού νομοθέτη, να επιβάλλει στους μεταπτυχιακούς φοιτητές εκτός από την κρατική επιχορήγηση και δίδακτρα, για την κάλυψη του κόστους λειτουργίας των προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών. Στην περίπτωση όμως αυτή για τον καθορισμό των διδάκτρων δύναται να λάβει υπόψη του ο νομοθέτης ή κατ’ εξουσιοδότηση η κανονιστικώς δρώσα διοίκηση και εισοδηματικά κριτήρια. Δεν δύναται όμως να καθορίσει δίδακτρα σε τέτοιο ύψος ώστε να καθίσταται αδύνατη ή δυσχερής η συμμετοχή σε ΠΜΣ φοιτητών περιορισμένης εισοδηματικής ικανότητας διότι ένα τέτοιο μέτρο θα παρεβίαζε την γενική ελευθερία προσβάσεως στην παιδεία. Με τα άνω δεδομένα οι διατάξεις των άρθρων 3 § 3 και 8 § 1α του ν. 3685/2008 που προβλέπουν, μεταξύ άλλων και τη δυνατότητα επιβολής διδάκτρων στους μεταπτυχιακούς φοιτητές για την κάλυψη του κόστους λειτουργίας των ΠΜΣ δεν αντίκεινται στη διάταξη του άρθρου 16 § 4 του Συντάγματος παρέχουν δε νόμιμο έρεισμα στη διάταξη του άρθρου 11 § 2 της προσβαλλομένης υπουργικής αποφάσεως με την οποία ορίστηκε ότι το κόστος λειτουργίας του ως άνω προγράμματος μεταπτυχιακών σπουδών θα καλυφθεί, εκτός των άλλων πόρων και από δίδακτρα (Άρθρα 16 Συντ., 26, 27 και 28 ν. 1268/1982 (Α΄, 87), 81 ν. 1566/1985, 10-14 ν. 2083/ 1992).




ΣΧΟΛΙΟ

Δωρεάν παιδεία και μεταπτυχιακές σπουδές


Το Γ' τμήμα ΣτΕ  με την  με αριθμό 2714/10 Απόφαση  του παρέπεμψε την ανωτέρω  υπόθεση στην Ολομέλεια του ΣτΕ ,λόγο της σπουδαιότητας των ζητημάτων που αφορούν τη δωρεάν παιδεία, στην ανώτατη βαθμίδα εκπαίδευσης. Το ζήτημα που τέθηκε είναι κατά πόσον το Σύνταγμα, κατοχυρώνει ανεπιφύλακτα το δικαίωμα δωρεάν παιδείας[1] σε όλες τις βαθμίδες της ή  ότι είναι συνταγματική η ρύθμιση  που επέβαλε την καταβολή διδάκτρων από μεταπτυχιακούς φοιτητές.
 Η Ολομέλεια του ΣΤΕ με τη με Αριθμό 2411/2012 απόφαση της, κατά πλειοψηφία έκρινε  συνταγματική την ρύθμιση και ότι οι διατάξεις των άρθρων 3 § 3 και 8 § 1α του ν. 3685/2008 που προβλέπουν, μεταξύ άλλων και τη δυνατότητα επιβολής διδάκτρων στους μεταπτυχιακούς φοιτητές για την κάλυψη του κόστους λειτουργίας των ΠΜΣ δεν αντίκεινται στη διάταξη του άρθρου 16 § 4 του Συντάγματος και  ότι η δωρεάν παιδεία καλύπτει μόνο τη βασική αποστολή της, όπως αυτή έχει ιστορικά διαμορφωθεί, δηλαδή μέχρι την απόκτηση πτυχίου, ενώ οι μεταπτυχιακές σπουδές ξεπερνούν την κύρια αποστολή των ΑΕΙ και νόμιμα επιβάλλονται δίδακτρα, αφού παράλληλα προβλέπονται υποτροφίες και φοιτητικά δάνεια.
Η άποψη για την αντισυνταγματικότητα της ρύθμισης επεσήμανε, ότι είναι διαφορετικό ζήτημα η κρατική υποχρέωση για δωρεάν παιδεία από την ενίσχυση όσων διακρίνονται (υποτροφίες) ή όσων έχουν ανάγκη από βοήθεια ή ειδική προστασία. Κατά την ίδια  άποψη, οι μεταπτυχιακές σπουδές συγκαταλέγονται οπωσδήποτε στον πυρήνα της βασικής αποστολής των ΑΕΙ και συνδέονται άρρηκτα με την ακαδημαϊκή ελευθερία, ενώ είχαν προβλεφθεί νομοθετικά από το 1932 και το 1973, και συνεπώς το Σύνταγμα του 1975 τις είχε υπόψη του, όταν διακήρυττε με απόλυτο τρόπο ότι οι Ελληνες έχουν δικαίωμα δωρεάν παιδείας σε όλες τις βαθμίδες. Ειδικότερα:
1.- Το Σύνταγμα ορίζει στο άρθρο 16 τα εξής: «1. … 4. Όλοι οι Έλληνες έχουν δικαίωμα δωρεάν παιδείας, σε όλες τις βαθμίδες της, στα κρατικά εκπαιδευτήρια. Το Κράτος ενισχύει τους σπουδαστές που διακρίνονται, καθώς και αυτούς που έχουν ανάγκη από βοήθεια ή ειδική προστασία, ανάλογα με τις ικανότητές τους. 5. H ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση. Τα ιδρύματα αυτά τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους, έχουν δικαίωμα να ενισχύονται οικονομικά από αυτό και λειτουργούν σύμφωνα με τους νόμους που αφορούν τους οργανισμούς τους. Συγχώνευση ή κατάτμηση ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων μπορεί να γίνει και κατά παρέκκλιση από κάθε αντίθετη διάταξη, όπως νόμος ορίζει. ».
2.- Στο άρθρο 13 του διεθνούς συμφώνου για τα οικονομικά, κοινωνικά και μορφωτικά δικαιώματα που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 1532/1985 (φ. 45) ορίζεται ότι: «1. Τα συμβαλλόμενα κράτη αναγνωρίζουν το δικαίωμα μορφώσεως κάθε προσώπου. Συμφωνούν ότι η μόρφωση, πρέπει να αποβλέπει στην πλήρη ανάπτυξη της ανθρώπινης προσωπικότητας και του αισθήματος της αξιοπρέπειας της και να ενισχύει το σεβασμό προς τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες. Συμφωνούν ακόμη ότι η μόρφωση πρέπει να καθιστά κάθε πρόσωπο ικανό να διαδραματίσει ένα χρήσιμο ρόλο σε μια ελεύθερη κοινωνία, να ευνοεί την κατανόηση, την ανοχή και φιλία μεταξύ όλων των εθνών και όλων των φυλετικών ομάδων, των εθνικών ή θρησκευτικών και να ενθαρρύνει την ανάπτυξη της δραστηριότητας των Ηνωμένων Εθνών για τη διατήρηση της ειρήνης. 2. Τα συμβαλλόμενα κράτη αναγνωρίζουν ότι προς το σκοπό εξασφαλίσεως της πλήρους άσκησης του δικαιώματος αυτού: α),β,. γ) Η ανώτατη εκπαίδευση πρέπει να παρέχεται σε όλους ισότιμα ανάλογα με τις ικανότητες καθενός, με όλα τα κατάλληλα μέσα και μάλιστα με την προοδευτική θέσπιση της δωρεάν παιδείας.».
3. Το Σύνταγμα του 1911 στο αρθρο 16 αναφέρει : «Όλοι οι έλληνες έχουν δικαίωμα δωρεάν παιδείας, σε όλες τις βαθμίδες της,στα κρατικά εκπαιδευτήρια. Το κράτος ενισχύει τους σπουδαστές που διακρίνονται, καθώς και αυτούς που έχουν ανάγκη από βοήθεια ή ειδική προστασία, ανάλογα με τις ικανότητες τους.»
4.Ο ν. 5343/1932 «περί οργανισμού του Πανεπιστημίου Αθηνών» (φ. 85) προέβλεπε στο άρθρο 11 ότι οι σχολές του Πανεπιστημίου απονέμουν πτυχία και διδακτορικά διπλώματα, ενώ με το π.δ. 359/1973 (φ. 264) ορίσθηκε στο άρθρο 1 ότι: «1. Ιδρύονται παρά τη Ανωτάτη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών δύο Τμήματα Μεταπτυχιακών Σπουδών: α) Οικονομικόν, και β) Διοικήσεως Επιχειρήσεων. 2. Σκοπός των Τμημάτων τούτων είναι η επί μεταπτυχιακού επιπέδου ειδίκευσις πτυχιούχων Ανωτάτων Σχολών εις τους βασικούς τομείς της Οικονομικής Επιστήμης και της Διοικήσεως Επιχειρήσεων, προς δημιουργίαν ανωτέρων στελεχών προς κάλυψιν των αναγκών των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, της Δημοσίας Διοικήσεως και της Ιδιωτικής Οικονομίας», στο άρθρο 2 ότι: «Έκαστον των ως άνω Τμημάτων περιλαμβάνει δύο βαθμίδας εκπαιδεύσεως: 1η βαθμίς: Πρόγραμμα Εξειδικευμένων Μεταπτυχιακών Σπουδών. 2α βαθμίς: Πρόγραμμα Διδακτορικών Σπουδών» (οι διατάξεις του τελευταίου άρθρου που αφορούν στην απονομή διδακτορικού διπλώματος καταργήθηκαν με το άρθρο μόνο του π.δ. 521/1975, φ. 171) και στο άρθρο 14 ότι: «Προς αντιμετώπισιν των πάσης φύσεως δαπανών λειτουργίας των Τμημάτων Μεταπτυχιακών Σπουδών εγγράφεται κατ’ έτος ανάλογος πίστωσις εις τον προϋπολογισμόν εξόδων της Ανωτάτης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών, υπό ιδίους Κωδικούς αριθμούς, αυξανομένης κατά το ποσόν των δαπανών των Τμημάτων Μεταπτυχιακών Σπουδών της προς την ανωτέρω Σχολήν παρεχομένης κρατικής επιχορηγήσεως».
5.- Ο ν. 1566/1985 (φ. 167) όρισε στο άρθρο 81 τα εξής: «Α. Μεταπτυχιακές σπουδές: 1. Σε κάθε τμήμα μπορεί να λειτουργεί με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών που θα περιέχει επιμέρους ειδικεύσεις. Η απόφαση εκδίδεται μετά από εισήγηση του τμήματος και ύστερα από γνώμη της συγκλήτου και του ΣΑΠ. Κάθε μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών οδηγεί σε μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης. 2. … 5. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και του τυχόν συναρμόδιου υπουργού και μετά από γνώμη του ΣΑΠ και των συγκλήτων των ΑΕΙ, καθορίζονται ανάλογα και με τις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε επιστημονικού κλάδου: α) … ια) Τα σχετικά με τη χρηματοδότηση των μεταπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών, την αξιοποίηση πόρων, τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού τομέα και τους όρους και προϋποθέσεις για την αξιοποίηση αυτή, την κατάρτιση του προϋπολογισμού μεταπτυχιακών σπουδών και έρευνας κάθε ΑΕΙ. 6. … 7. Οι μεταπτυχιακοί φοιτητές έχουν όλα τα προνόμια και τις διευκολύνσεις των προπτυχιακών φοιτητών. 8. … Β. Διδακτορικά διπλώματα. 1. Κάθε τμήμα απονέμει διδακτορικό δίπλωμα. … 2. Η διαδικασία προπαρασκευής και απόκτησης διδακτορικού διπλώματος αποτελεί τη δεύτερη φάση του μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών. 3. … 5. Οι υποψήφιοι διδάκτορες είναι μεταπτυχιακοί φοιτητές σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. 6. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του αρμόδιου υπουργού και μετά από γνώμη του ΣΑΠ και των συγκλήτων των ΑΕΙ, καθορίζονται ανάλογα και με τις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε επιστημονικού κλάδου: α) Οι προϋποθέσεις και τα κριτήρια εγγραφής των υποψήφιων διδακτόρων, β) … ». Ακολούθησε ο ν. 2083/1992 (φ. 159) ο οποίος όρισε στο άρθρο 10 ότι: «1. Τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα έχουν την κύρια ευθύνη της οργάνωσης και λειτουργίας προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών (ΠΜΣ), τα οποία έχουν επιστημονική ενότητα και πληρούν προϋποθέσεις, που εγγυώνται υψηλό επίπεδο σπουδών. 2. Τα ΠΜΣ βρίσκονται μέσα στο πλαίσιο των σκοπών και των στόχων των ΑΕΙ, αναφέρονται σε συγγενείς ειδικότητες και αποσκοπούν στην προαγωγή της επιστημονικής γνώσης και στην ικανοποίηση των εκπαιδευτικών, ερευνητικών και αναπτυξιακών αναγκών της χώρας. … » και στο άρθρο 12 ότι: «1. … 7. Με γνώμη της ΓΣΕΣ ενός τμήματος και απόφαση της Συγκλήτου του οικείου ΑΕΙ μπορεί να προβλέπεται η καταβολή διδάκτρων για τους μεταπτυχιακούς φοιτητές συγκεκριμένου προγράμματος. 8. … ». Τέλος ο ν. 3685/ 2008 (φ. 148) σύμφωνα με την αιτιολογική του έκθεση, εν όψει της ανάγκης να προσαρμοσθεί το θεσμικό πλαίσιο για τις μεταπτυχιακές σπουδές και την πανεπιστημιακή έρευνα που θεσπίσθηκε με τον ν. 2083/1992 στα νέα εκπαιδευτικά δεδομένα της εποχής και να παρακολουθεί τις ευρωπαϊκές εξελίξεις στην ανώτατη εκπαίδευση και τις νέες διαμορφούμενες διεθνώς συνθήκες και προοπτικές, οργάνωσε τις μεταπτυχιακές σπουδές με τρόπο σύγχρονο προς τον σκοπό της ευελιξίας της οργανώσεως και λειτουργίας των προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών και της περαιτέρω αναπτύξεως και αναβαθμίσεως των μεταπτυχιακών σπουδών στην Χώρα. Ειδικότερα ο ν. 3685/2008 όρισε στο άρθρο 1 ότι: «1. Τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (ΑΕΙ) κατά την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3549/2007 (ΦΕΚ 69 Α΄) έχουν την ευθύνη για το σχεδιασμό και την οργάνωση των μεταπτυχιακών σπουδών στην Ελλάδα και χορηγούν Μεταπτυχιακά Διπλώματα Ειδίκευσης (ΜΔΕ). Τα Πανεπιστήμια έχουν επιπλέον την αρμοδιότητα να χορηγούν Διδακτορικά Διπλώματα (ΔΔ). 2. Τμήματα των ΑΕΙ μπορούν να οργανώνουν αυτοδύναμα ή να συνδιοργανώνουν μεταξύ τους ή με ομοταγή ιδρύματα του εξωτερικού Προγράμματα Μεταπτυχιακών Σπουδών (ΠΜΣ) για τη χορήγηση ΜΔΕ. Απαραίτητη προϋπόθεση για την υποβολή αιτήματος έγκρισης ΠΜΣ προς το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων είναι η συνυποβολή της έκθεσης αξιολόγησης του οικείου Τμήματος, σύμφωνα με το ν. 3374/2005 (ΦΕΚ 189 Α΄), από την οποία προκύπτει η ύπαρξη των απαραίτητων προϋποθέσεων για τη λειτουργία του Προγράμματος. 3. α) Τα ΠΜΣ αποσκοπούν στην περαιτέρω προαγωγή της επιστημονικής γνώσης και των τεχνών και στην προώθηση της έρευνας με συνεκτίμηση των αναγκών ανάπτυξης της χώρας. β) … », στο άρθρο 3 ότι: «1. Τα Ιδρύματα στα οποία λειτουργούν ΠΜΣ εκδίδουν Κανονισμό Μεταπτυχιακών Σπουδών, ο οποίος καταρτίζεται από … 2. … 3. Με απόφαση της ΣΕΣ του οικείου ή των οικείων Ιδρυμάτων, μετά από γνώμη της ΓΣΕΣ του Τμήματος ή της ΕΔΕ, μπορεί να προβλέπεται η καταβολή διδάκτρων και το ύψος αυτών για τους μεταπτυχιακούς φοιτητές συγκεκριμένου προγράμματος», στο άρθρο 6 ότι: «1. α) Τα ΠΜΣ καταρτίζονται από τη ΓΣΕΣ του οικείου Τμήματος που διαθέτει την απαραίτητη κτιριακή-υλικοτεχνική υποδομή και το απαραίτητο διδακτικό και λοιπό προσωπικό και υποβάλλονται για έγκριση στη ΣΕΣ του Ιδρύματος. β) Στο ΠΜΣ μπορεί να μετέχουν περισσότερα του ενός Τμήματα του ίδιου ή άλλων ΑΕΙ ή αναγνωρισμένα ερευνητικά Ιδρύματα της ημεδαπής. … γ) Κάθε ΠΜΣ καταλήγει στην απονομή ΜΔΕ και διαρκεί τουλάχιστον ένα πλήρες ημερολογιακό έτος. … 2. Το Σχέδιο ΠΜΣ περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής στοιχεία που εξετάζονται από τη ΣΕΣ: α) … στ) Τον αριθμό των μεταπτυχιακών φοιτητών, τις δυνατότητες και τις ανάγκες του οικείου Τμήματος σε προσωπικό και υλικοτεχνική υποδομή για την απρόσκοπτη λειτουργία του προγράμματος. ζ) Τη χρονική διάρκεια λειτουργίας του ΠΜΣ και αναλυτικά το κόστος της αναγκαίας υλικοτεχνικής υποδομής, της λειτουργίας και τις πηγές χρηματοδότησής του. η) Την έκθεση αξιολόγησης σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου. 3. Η τελική έγκριση του ΠΜΣ γίνεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Μόνο επί των στοιχείων στ΄, ζ΄ και η΄ του προγράμματος ασκεί ο Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων ουσιαστικό έλεγχο. Με πρόταση της ΓΣΕΣ του Τμήματος και έγκριση της ΣΕΣ μπορεί να γίνεται τροποποίηση του προγράμματος των μαθημάτων και ανακατανομή μεταξύ των εξαμήνων. 4. Το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων χρηματοδοτεί κατά προτεραιότητα ΠΜΣ, τα οποία εντάσσονται στο πλαίσιο επιστημονικών τομέων προτεραιότητας, που έχουν καθορισθεί με αποφάσεις του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, για την προώθηση θεμάτων εθνικού ενδιαφέροντος ή στρατηγικής σημασίας, την προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, την ενίσχυση των ανθρωπιστικών σπουδών, την ικανοποίηση κοινωνικών και οικονομικών αναγκών ή άλλων λόγων εθνικών προτεραιοτήτων. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων καθορίζονται επίσης εκάστοτε η διαδικασία, οι όροι και οι προϋποθέσεις χορήγησης κάθε επί μέρους χρηματοδότησης» και στο άρθρο 8 ότι: «1. α) Πόροι των ΠΜΣ μπορεί να είναι δωρεές, παροχές, κληροδοτήματα, χορηγίες φορέων του δημοσίου ή ιδιωτικού τομέα γενικά, νομικών ή φυσικών προσώπων ή πόροι από ερευνητικά προγράμματα, κοινοτικά προγράμματα, επιχορηγήσεις του κρατικού προϋπολογισμού και δίδακτρα. β) Τα ΠΜΣ δικαιούνται χρηματοδότησης από τον τακτικό προϋπολογισμό σύμφωνα με την υπουργική απόφαση έγκρισής τους, η οποία καθορίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις χρηματοδότησής τους βάσει κριτηρίων ποιότητας και των αποτελεσμάτων της αξιολόγησης του οικείου Τμήματος σύμφωνα με το ν. 3374/2005 και του καθενός ΠΜΣ σύμφωνα με το άρθρο 3 του παρόντος νόμου. 2. Η διαχείριση των εσόδων των ΠΜΣ γίνεται από τον Ειδικό Λογαριασμό Κονδυλίων Έρευνας (ΕΛΚΕ) και κατανέμονται ως εξής: α) 65% για λειτουργικά έξοδα του προγράμματος και για αμοιβές - αποζημιώσεις του διδακτικού, τεχνικού και διοικητικού προσωπικού για εργασία που υπερβαίνει τις κατά νόμο υποχρεώσεις τους, καθώς και για τη χορήγηση υποτροφιών σε μεταπτυχιακούς φοιτητές μετά από πρόταση της ΓΣΕΣ ή της ΕΔΕ. β) 25% για κάλυψη λειτουργικών εξόδων του ιδρύματος που αφορούν το ΠΜΣ και γ) 10% κρατήσεις υπέρ του ΕΛΚΕ. Η ανωτέρω κατανομή δεν ισχύει στην περίπτωση χορηγίας ή δωρεάς για συγκεκριμένο σκοπό, καθώς και για κρατικές επιχορηγήσεις, οι οποίες κατανέμονται σύμφωνα με τις ισχύουσες σχετικές διατάξεις. 3. Ο Διευθυντής του ΠΜΣ είναι αρμόδιος για τη σύνταξη του προϋπολογισμού και απολογισμού του Προγράμματος, τους οποίους υποβάλλει στη ΓΣΕΣ, την παρακολούθηση της εκτέλεσης του προϋπολογισμού και την έκδοση των εντολών πληρωμής των σχετικών δαπανών» και στο άρθρο 9 ότι: «1. α) Ο υποψήφιος που ενδιαφέρεται για την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής υποβάλλει σχετική αίτηση στη Γραμματεία του Τμήματος, στο οποίο ενδιαφέρεται να εκπονήσει τη διδακτορική διατριβή, προσδιορίζοντας σε γενικές γραμμές το αντικείμενό της. Η ΓΣΕΣ του Τμήματος εξετάζει αν ο υποψήφιος πληροί τις προϋποθέσεις για την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής με βάση τα κριτήρια που έχουν τεθεί σύμφωνα με τον Κανονισμό Μεταπτυχιακών Σπουδών. β) Δικαίωμα υποβολής αίτησης για την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής έχουν κάτοχοι ΜΔΕ. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις που προβλέπονται από τον Κανονισμό Μεταπτυχιακών Σπουδών και μετά από αιτιολογημένη απόφαση της ΓΣΕΣ μπορεί να γίνει δεκτός ως υποψήφιος  διδάκτορας  και  μη  κάτοχος  ΜΔΕ,  Πτυχιούχοι ΤΕΙ, ΑΣΠΑΙΤΕ ή ισότιμων σχολών μπορούν να γίνουν δεκτοί ως υποψήφιοι διδάκτορες μόνο, εφόσον είναι κάτοχοι ΜΔΕ. 2. … 5. α) Οι μεταπτυχιακοί φοιτητές για απόκτηση ΜΔΕ και οι υποψήφιοι διδάκτορες που δεν έχουν υγειονομική κάλυψη δικαιούνται υγειονομικής και νοσοκομειακής περίθαλψης, όπως ισχύει και για τους προπτυχιακούς φοιτητές. β) Οι διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 2640/1998 (ΦΕΚ 206 Α΄) εφαρμόζονται αναλόγως και στους μεταπτυχιακούς φοιτητές για απόκτηση ΜΔΕ ή υποψήφιους διδάκτορες, σε περίπτωση που πραγματοποιούν πρακτική άσκηση σύμφωνα με το πρόγραμμα σπουδών τους. γ) Για τους μεταπτυχιακούς φοιτητές και υποψήφιους διδάκτορες εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 43 του ν. 2413/1996 (ΦΕΚ 124 Α΄) για τη χορήγηση φοιτητικών δανείων» και στην § 2 του άρθρου 12 ότι: «Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 4 του ν. 3187/2003 (ΦΕΚ 233 Α΄), όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 3 του ν. 3413/2005 (ΦΕΚ 278 Α΄), από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου καταργούνται οι διατάξεις των άρθρων 10, 11, 12, 13, 14 § 1 και 17 του ν. 2083/1992, όπως ίσχυαν, το άρθρο 23 του ν. 3404/ 2005, καθώς και κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη που είναι αντίθετη στις διατάξεις του παρόντος νόμου ή αφορά σε θέματα που ρυθμίζονται διαφορετικά από αυτόν».
Επειδή με τις προδιαληφθείσες συνταγματικές διατάξεις κατοχυρώνεται η ανάπτυξη της ανωτάτης παιδείας ως θεμελιώδης σκοπός της πολιτείας που αποβλέπει στη προαγωγή και μετάδοση της επιστημονικής γνώσης, με την έρευνα και τη διδασκαλία και καθορίζονται οι βασικές προϋποθέσεις και αρχές, που διέπουν την παροχή της. Ειδικώτερα, κατά την έννοια των εν λόγω διατάξεων η παροχή της ανώτατης παιδείας, ανατίθεται σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, πλήρως αυτοδιοικούμενα, αποφασίζοντα για τις υποθέσεις τους αποκλειστικά με δικά τους συλλογικά ή ατομικά όργανα. Το κράτος διατηρεί την εξουσία να καθορίζει την αρμοδιότητα τους και να προβαίνει στην οργάνωση τους, εντός των διαγραφομένων υπό του Συντάγματος πλαισίων. Ασκώντας δε έλεγχο νομιμότητος επί των διοικητικών τους πράξεων υποχρεούται ταυτόχρονα στην οικονομική ενίσχυση τους. Διά τους ανωτέρω λόγους κατοχυρώνονται συνταγματικά οι αρχές της ακαδημαϊκής ελευθερίας και η ελευθερία της επιστήμης της έρευνας και της διδασκαλίας. Η κατοχύρωση αυτή δεν καλύπτει μόνο τη συλλογική δραστηριότητα, αλλά αφορά και σε κάθε ατομική δράση. Συνέπεια της ελευθερίας της αυτοδυνάμου διδασκαλίας ως ατομικού δικαιώματος, που αναφέρεται σε όλο το διδακτικό προσωπικό είναι το δικαίωμα μαθήσεως των φοιτητών, που στα σύγχρονα πανεπιστήμια δεν είναι απλοί χρήστες της παρεχομένης υπηρεσίας, αλλά παράγοντες συμμετέχοντες στην άσκηση της.(βλ ΣτΕ2805/1984). Το συνταγματικό δικαίωμα της δωρεάν παιδείας σε όλες της βαθμίδες της αποτελεί την εξέλιξη του σχετικού αρχαιότερου κοινωνικού δικαιώματος στην  ελληνική συνταγματική ιστορία . «Η κατοχύρωση του δικαιώματος δωρεάν παιδείας και η πρόβλεψη της παροχής από το Κράτος των αναγκαίων οικονομικών μέσων για την πραγματοποίηση των σκοπών τους δεν καλύπτει μόνον προγράμματα σπουδών ορισμένου επιπέδου ή περιεχομένου και δεν περιορίζεται στα υφιστάμενα κατά τον χρόνο θεσπίσεως του Συντάγματος προγράμματα εκπαιδεύσεως που αντιστοιχούν σε ορισμένα μόνον πτυχία, ειδικότερα δε δεν αφορά την παροχή παιδείας από τα πανεπιστήμια μόνον για τα προπτυχιακά προγράμματα σπουδών που ολοκληρώνεται με την χορήγηση σχετικού πτυχίου που υπήρχαν κατά τον χρόνο θεσπίσεώς του, αλλά αφορά όλα εκείνα τα προγράμματα σπουδών που ο νομοθέτης εκάστοτε αναθέτει σε αυτά και προσιδιάζουν στην αποστολή τους κατά τις απαιτήσεις της τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση και σύμφωνα και με τις διεθνείς υποχρεώσεις της και εν όψει των εκάστοτε κρατουσών οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών»[2]  
Αλλωστε  και από τη άποψη της μειοψηφίας στη Ολομέλεια του ΣΤΕ συνάγεται ότι: «ο συνταγματικός νομοθέτης αναθέτει την αποστολή της παιδείας ευθέως στο Κράτος και κατοχυρώνει σε όλους τους Έλληνες το δικαίωμα δωρεάν παιδείας, σε όλες τις βαθμίδες των κρατικών εκπαιδευτηρίων χωρίς καμμία διάκριση» και οπωσδήποτε και δεν είναι συμφωνη με το  Σύνταγμα η ρύθμιση, που επέβαλε την καταβολή διδάκτρων από μεταπτυχιακούς φοιτητές, αν και τα αντίθετα έκρινε η σχολιαζομένη απόφαση. Το άρθρο 16, λοιπόν, καθιερώνει συνταγματική αρχή παροχής δωρεάν ανώτατης παιδείας και στα ΑΕΙ , όπως δέχονται,  και οι Ν. Αλιβιζάτος και Αντ. Μανιτάκης (βλ. κείμενό τους « Πανεπιστήμια: Ας κατεβάσουμε λίγο τους τόνους », στην "Καθημερινή", 17.7.2011, σελ. 19).

ΑΝΤΩΝΗΣ Π.ΑΡΓΥΡΟΣ
argyrospa@yahoo.com


[1] Το πρώτο νομοθέτημα στον κόσμο για παροχή δωρεάν παιδείας είναι έργο τού σπουδαίου νομοθέτη Χαρωνδα. Πράγματι, στην Κατάνη τής Κάτω Ιταλίας, τον 6° αιώνα π.Χ., ο Χαρωνδας πρώτος ενομοθέτησε ότι «όλα τα παιδιά τών πολιτών πρέπει να μαθαίνουν γράμματα και η πόλη να πληρώνει τους μισθούς τών δασκάλων, διότι θεώρησε ότι οι άποροι, οι οποίοι δεν μπορούσαν από μόνοι τους να πληρώνουν μισθούς, θα στερούνταν τις ευγενέστερες επιδιώξεις.» (ενομοθέτησε γαρ των πολιτών τους υιείς άπαντας μανθάνειν γράμματα, χορηγούσης της πόλεως τους μισθούς τοις διδασκάλοις...). (Διόδωρος Σικελιώτης, 12,12,4,3).Στην προκήρυξη τής Πελοποννησιακής Γερουσίας (Τριπολιτσά, 16 Μαρτίου 1822) αναφέρεται ρητώς ότι «προσκαλείται η φιλομαθής νεολαία αφ’ όλην την Πελοπόννησον να συντρέξη εδώ διά να διδαχθή αμισθί, κηρύττουσα ότι κάθε μαθητής δεν θα εξοδεύση άλλο τι παρά δια τα βιβλία του και δια την ζωοτροφίαν του. Διατάττει δε τους γονείς να μη παραμελήσουν το ιερόν χρέος των αλλά να φροντίσουν επιμόνως δια την παιδείαν τών τέκνων των».
[2]  Όπως ορθότατα αναφέρει η μειοψηφια της παραπέμπτικης, με αριθμό 2714/10 Απόφασης του Γ  Τμηματος ΣτΕ

25 Ιουλίου 2012

Συμβούλιο Επικρατείας (ΣΤ΄ Τμήμα) Αριθ. 2164/2012Δυνατότητα αυτεπάγγελτου συμψηφισμού και επί μη ληξιπρόθεσμων οφειλών ή μη ληξιπρόθεσμων δόσεων



Συμβούλιο Επικρατείας
(ΣΤ΄ Τμήμα)
Αριθ. 2164/2012

Πρόεδρος: Α. Ράντος, Αντιπρόεδρος
Μέλη: Μ. Καραμανώφ, Β. Αραβαντινός, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Φιλοπούλου, Σύμβουλοι, Φ. Γιαννακού, Θ. Ζιάμου, Πάρεδροι
Εισηγήτρια: Θ. Ζιάμου, Πάρεδρος
Δικηγόροι: Α. Παπαγεωργίου, Πάρεδρος ΝΣΚ

Πρότυπη δίκη άρθρου 1 του ν. 3900/2010. Επίλυση ζητήματος της συνταγματικότητας του άρθρου 11 του ν. 3943/2011 και του άρθρου 67 § 5 του ν. 3842/2010Το άρθρο 83 του ΚΕΔΕ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 του ν. 3943/2011, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα. Δυνατότητα αυτεπάγγελτου συμψηφισμού και επί μη ληξιπρόθεσμων οφειλών ή μη ληξιπρόθεσμων δόσεων ρυθμισμένων οφειλών, στοιχούσα και προς γενική αρχή για την απόσβεση των ενοχών, δεν ανατρέπει την εμπιστοσύνη που επέδειξαν οι οφειλέτες του Δημοσίου στη χαριστική προθεσμία που τους χορηγήθηκε για την εξόφληση των οφειλών τους μέσω της τμηματικής καταβολής, διότι, όπως προαναφέρθηκε, ο αυτεπάγγελτος συμψηφισμός δεν απαιτεί την καταβολή χρέους, αλλά μόνο το συνυπολογισμό βέβαιων και εκκαθαρισμένων απαιτήσεων. Ο αυτεπάγγελτος συμψηφισμός δεν κωλύεται από τη δικαστική αναστολή καταβολής χρεών ή λήψης άλλων μέτρων εκτέλεσης των νόμιμων τίτλων για λόγους που δεν ανάγονται στην ύπαρξη της οφειλής. [Μειοψηφία] (Άρθρα 1 ν. 3900/2010, 83 ΚΕΔΕ όπως τροποποιήθηκε με άρθρ. 11 § 1 ν. 3943/ 2011και 67 § 5 ν. 3842/2010).

(…) Επειδή, με τις διατάξεις του ως άνω άρθρου 1 του ν. 3900/2010 εισάγεται ο θεσμός της «δίκης-πιλότου» ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας σε θέματα που, ως εκ της φύσεως τους, έχουν γενικότερο ενδιαφέρον και, συνεπώς, αναμένεται να προκαλέσουν σημαντικό αριθμό διαφορών, με τον κίνδυνο να εκδοθούν αντιφατικές αποφάσεις και να υπάρξει σημαντική καθυστέρηση για τους διαδίκους ενώπιον των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Στις περιπτώσεις αυτές δίνεται η δυνατότητα στους διαδίκους και στα διοικητικά δικαστήρια να απευθύνονται απευθείας στο Συμβούλιο της Επικρατείας ώστε αυτό να επιλύει τα σχετικά ζητήματα, διασφαλίζοντας την ενότητα της νομολογίας και την ασφάλεια δικαίου (βλ. σχετική αιτιολογική έκθεση του νόμου). Ειδικότερα, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, εφόσον αίτημα διαδίκου να εισαχθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας ένδικο βοήθημα ή μέσο αρμοδιότητας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, για τον λόγο ότι τίθεται με αυτό ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος με συνέπειες για ευρύ κύκλο προσώπων, γίνει δεκτό από την προβλεπομένη από τις διατάξεις αυτές τριμελή Επιτροπή, η οποία αποφασίζει εκ των ενόντων βάσει των προβαλλομένων ισχυρισμών και των στοιχείων του φακέλου που διαθέτει, το Δικαστήριο αυτό εκδικάζει σε Ολομέλεια ή σε Τμήμα το ένδικο βοήθημα ή μέσο, εφαρμόζοντας ως προς την πληρεξουσιότητα τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 27 του π.δ. 18/1989 «Κωδικοποίηση διατάξεων νόμου για το Συμβούλιο της Επικρατείας» (ΦΕΚ Α' 8) και κατά τα λοιπά, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο του ενδίκου βοηθήματος ή μέσου, τις ισχύουσες για το ένδικο βοήθημα ή μέσο οικείες διατάξεις. (ΟλΣτΕ 601/2012)
Επειδή, με την ασκηθείσα προσφυγή ζητείται η ακύρωση της ** αποφάσεως του Προϊσταμένου της Δ* ΔΟΥ Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση της προσφεύγουσας εταιρείας για την καταβολή των ποσών των ενταλμάτων που αντιστοιχούν σε εργολαβικά ανταλλάγματα, οφειλόμενα από το Ελληνικό Δημόσιο και αποφασίστηκε η διενέργεια αυτεπάγγελτου συμψηφισμού τους αφενός με μη ληξιπρόθεσμες οφειλές της εταιρείας ύψους 1.396.441,21 ευρώ (που έχουν βεβαιωθεί ταμειακά κατόπιν της υπαγωγής τους στη ρύθμιση της περαίωσης σε 24 ισόποσες δόσεις), αφετέρου δε, με ευρισκόμενες σε δικαστική αναστολή οφειλές της ύψους 38.538,66 ευρώ πλέον προσαυξήσεων. Η προσφεύγουσα, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα της παροχής υπηρεσιών ασφάλειας και φύλαξης σε ιδιώτες και φορείς του δημοσίου, υπέβαλε, στις 15.6.2011, αίτηση προς τον Προϊστάμενο της Δ' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης για την καταβολή σε αυτήν των ποσών των χρηματικών ενταλμάτων που βρίσκονταν στο τμήμα εξόδων της ΔΟΥ και αντιστοιχούσαν σε εργολαβικά ανταλλάγματα που της οφείλονταν. Ο Προϊστάμενος της ΔΟΥ, με την από 30.6.2011 πράξη του, απέρριψε το αίτημα της εταιρείας με την αιτιολογία ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του αυτεπάγγελτου συμψηφισμού (άρθρ. 83 του ΚΕΔΕ όπως τροποποιήθηκε με  άρθρ.  11 § 1  του ν. 3943/2011), έλαβε δε υπόψη τα ακόλουθα: α) Στη ΔΟΥ εκκρεμούσαν χρηματικά εντάλματα με δικαιούχο την προσφεύγουσα, συνολικού ποσού 207.798,38 ευρώ. β) Η προσφεύγουσα είχε ήδη υποβάλει την 723**αίτηση της για το συμψηφισμό των ενταλμάτων είσπραξης που βρίσκονταν στο τμήμα εξόδων, με οφειλόμενες δόσεις περαίωσης (για ΚΒΣ και φόρο εισοδήματος) και έκτακτης εισφοράς συνολικού ποσού 99.927,31 ευρώ. γ) Τα χρέη της εταιρείας υπό αναστολή μαζί με τις προσαυξήσεις καθώς και τα μη ληξιπρόθεσμα χρέη ανέρχονται σε 1.446.541,47 ευρώ. δ) Συντρέχουν οι προϋποθέσεις του αυτεπάγγελτου συμψηφισμού, σύμφωνα με τα άρθρα 6 και 83 του ΚΕΔΕ, όπως αυτά ισχύουν, μετά την τροποποίηση τους αντίστοιχα με το άρθρο 67 του ν. 3842/2010 και το άρθρο 11 του ν. 3943/2011. ε) Ο ίδιος είναι αρμόδιος για τη διενέργεια του συμψηφισμού.
Κατά της ως άνω αποφάσεως του Προϊσταμένου της Δ' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης η ΕΠΕ «…» άσκησε την από 4 Ιουλίου 2011 προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, καθώς και αίτηση αναστολής, που απορρίφθηκε με την 1348/2011 απόφαση της Επιτροπής Αναστολών του Θ' Τμήματος του ίδιου δικαστηρίου.
Με την προσφυγή αυτή η ανωτέρω εταιρεία έθεσε τα ακόλουθα ζητήματα: Α) Αν, κατά το άρθρο 83 του ΚΕΔΕ, επιτρέπεται ο συμψηφισμός με μη ληξιπρόθεσμη οφειλή.
Ειδικότερα προέβαλε ότι ο συμψηφισμός μη ληξιπρόθεσμης οφειλής που προέκυψε από την εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3888/2010 για την περαίωση εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων, καταστρατηγεί τις διατάξεις για τη ρύθμιση χρεών προς το Δημόσιο και προσκρούει στην αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Β) Αν είναι δυνατή η διενέργεια του αυτεπάγγελτου συμψηφισμού για μη ληξιπρόθεσμα χρέη προς το Δημόσιο πριν από την έκδοση της κανονιστικής υπουργικής αποφάσεως που προβλέπεται στο άρθρο 83 § 5 του ΚΕΔΕ, όπως τούτο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 του ν. 3943/2011 και πριν από τη θέσπιση κριτηρίων και περιορισμών για την εφαρμογή του αυτεπάγγελτου συμψηφισμού.
Γ) Αν συμφωνεί ή όχι προς τις διατάξεις του Συντάγματος που κατοχυρώνουν την προσωρινή δικαστική προστασία και τη συμμόρφωση της Διοίκησης στις αποφάσεις των δικαστηρίων η διάταξη του άρθρου 67 § 5 του ν. 3842/2010, με την οποία τροποποιήθηκε η § 6 του άρθρου 6 του ΚΕΔΕ και επετράπη ο συμψηφισμός χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία έχουν ανασταλεί δικαστικά.
Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, με την από 24.10.2011 πράξη της τριμελούς Επιτροπής του άρθρου 1 § 1 του ν. 3900/2010, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «…» την 1.11.2011 και στην εφημερίδα «…» στις 2.11.2011, εισήχθη προς εκδίκαση στο Συμβούλιο της Επικρατείας, κατόπιν αποδοχής του από 24.10.2011 αιτήματος της προσφεύγουσας εταιρείας, η ως άνω προσφυγή της Μονοπρόσωπης Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία … MON/ΠΗ ΕΠΕ», προκειμένου, όπως αναφέρεται στην πράξη της Επιτροπής, να κριθούν τα ζητήματα της συμφωνίας με το Σύνταγμα των διατάξεων του άρθρου 11 του ν. 3943/ 2011 και του άρθρου 67 § 5 του ν. 3842/2010.
Επειδή, στην κατά τα ανωτέρω ανοιγείσα ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας δίκη παρεμβαίνει παραδεκτώς, κατά το άρθρο 1 § 1 τρίτο εδάφιο του ν. 3900/2010, ο δικηγόρος **, ο οποίος προβάλλει και αποδεικνύει ότι είναι διάδικος σε εκκρεμή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών δίκη, επί ανακοπής του κατά πράξεων συμψηφισμού (ΓΑΚ 6255/2011), όπου τίθεται το αυτό ως εν προκειμένω νομικό ζήτημα.
Επειδή, στο άρθρο 83 του ν.δ. 356/1974 «Περί Κωδικός Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων» (ΚΕΔΕ - ΦΕΚ 90 Α), που επιγράφεται «Ενέργειαι και αποτελέσματα συμψηφισμού» προβλέφθηκαν αρχικώς τα εξής: «1. Συμψηφισμός απαιτήσεων οφειλέτου του Δημοσίου έναντι χρεών αυτού προς το Δημόσιον δύναται να αντιταχθή εις πάσαν περίπτωσιν καθ ην ούτος έχει βεβαίαν χρηματικήν απαίτησιν κατά του Δημοσίου, εκκαθαρισμένην και αποδεικνυομένην εκ τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως ή εκ δημοσίου εγγράφου. Ο συμψηφισμός προτείνεται διά δηλώσεως υποβαλλομένης εις το Δημόσιον Ταμείον εις ο είναι βεβαιωμένον το χρέος. 2. ... 3. Ο συμψηφισμός ενεργείται και αυτεπαγγέλτως υπό του Δημοσίου Ταμείου εφ’ όσον εκ των παρ' αυτώ στοιχείων αποδεικνύεται η απαίτησις του οφειλέτου. Διά του συμψηφισμού αι αμοιβαίαι απαιτήσεις αποσβέννυνται, αφ' ου χρόνου συνυπήρξαν, φυλαττομένης της διατάξεως του άρθρου 96 του ν.δ. 321/69. Απαίτησις του Δημοσίου παραγεγραμμένη δύναται να αντιταχθή εις συμψηφισμόν επί τριετίαν από της συμπληρώσεως της παραγραφής. 4. Κατά τα λοιπά ισχύουν αι διατάξεις του Αστικού Κωδικός εφ’ όσον δεν αντίκεινται εις τας διατάξεις του παρόντος.» Με το άρθρο 15 § 2 του ν. 3888/2010 «Εκούσια κατάργηση φορολογικών διαφορών, ρύθμιση ληξιπρόθεσμων χρεών, διατάξεις για την αποτελεσματική τιμωρία της φοροδιαφυγής και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ 175 Α/30.9.2010) προστέθηκε εδάφιο στο τέλος της § 3 του άρθρου 83 του ΚΕΔΕ, ως εξής: «Ομοίως δύναται να αντιταχθεί σε συμψηφισμό και απαίτηση βεβαιωμένη ακόμη και αν δεν έχει καταστεί ληξιπρόθεσμη.» Εξάλλου, στο άρθρο 14 του ίδιου ως άνω ν. 3888/2010 με τον τίτλο «Ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών» ορίζεται ότι: «1. ... 6. ... Κατά το χρονικό διάστημα της ρύθμισης αναστέλλεται επίσης η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης επί κινητών ή ακινήτων, με την προϋπόθεση ότι η εκτέλεση αφορά αποκλειστικά χρέη που υπήχθησαν στη ρύθμιση του άρθρου αυτού. Η αναστολή δεν ισχύει για κατασχέσεις για τις οποίες έχουν εκδοθεί οι σχετικές παραγγελίες πριν την καταβολή της πρώτης δόσης ή την εφάπαξ εξόφληση της ρύθμισης, τα αποδιδόμενα όμως ποσά από αυτές καλύπτουν δόσεις της ρύθμισης, εφόσον δεν συμψηφίζονται με άλλες οφειλές που δεν έχουν ρυθμιστεί. ... Οι διατάξεις του άρθρου 20 του ν. 2648/1998 πλην της παραγράφου 2 εφαρμόζονται και για τα χρέη που υπάγονται στη ρύθμιση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού. ...» Σύμφωνα με το άρθρο 20 § 1 ε του ν. 2648/1998, το Δημόσιο διατηρεί, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα, και μετά τη συμμόρφωση του οφειλέτη στη διευκόλυνση τμηματικής καταβολής που του χορηγήθηκε, να προβαίνει σε συμψηφισμό των χρηματικών απαιτήσεων του οφειλέτη κατά του Δημοσίου και μέχρι το ύψος των ληξιπρόθεσμων χρεών του, σύμφωνα με το άρθρο 83 του ΚΕΔΕ. Στη συνέχεια, με το άρθρο 11 του ν. 3943/2011 «Καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, στελέχωση των ελεγκτικών υπηρεσιών και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Οικονομικών» (ΦΕΚ 66 Α/31.3.2011), το άρθρο 83 του ΚΕΔΕ, όπως ίσχυε μέχρι τότε, αντικαταστάθηκε ολόκληρο, ως εξής: «Άρθρο 83. Ενέργειες και αποτελέσματα συμψηφισμού. 1. Βέβαιη και εκκαθαρισμένη χρηματική απαίτηση του οφειλέτη κατά του Δημοσίου, η οποία αποδεικνύεται με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή δημόσιο έγγραφο, συμψηφίζεται με βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο. 2. Ο συμψηφισμός προτείνεται με δήλωση του οφειλέτη που υποβάλλεται στη ΔΟΥ, η οποία είναι αρμόδια για την είσπραξη του χρέους. Ο συμψηφισμός μπορεί να ενεργείται και αυτεπάγγελτα, με πράξη του προϊσταμένου της ίδιας υπηρεσίας, εφόσον από τα υπάρχοντα στοιχεία αποδεικνύεται απαίτηση του οφειλέτη. Απαίτηση του Δημοσίου παραγεγραμμένη αντιτάσσεται σε συμψηφισμό για μια τριετία από τη συμπλήρωση της παραγραφής. Η δήλωση του οφειλέτη για συμψηφισμό της απαίτησης κατά του Δημοσίου ή το έγγραφο του προϊσταμένου της ΔΟΥ για αυτεπάγγελτο συμψηφισμό κοινοποιείται στην εκκαθαρίζουσα την απαίτηση υπηρεσία, η οποία υποχρεούται σε άμεση απόδοση του συμψηφισθέντος ποσού. 3. Με τις πιο πάνω προϋποθέσεις επιτρέπεται ο συμψηφισμός απαιτήσεων κατά του Δημοσίου με χρέη προς το Δημόσιο που καταβάλλονται με ταυτόχρονη υποβολή δήλωσης φόρου ή άλλου εσόδου. Η δήλωση συμψηφισμού, που υποβάλλεται μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της δήλωσης που αναφέρεται στο προηγούμενο εδάφιο, δεν απαλλάσσει τον οφειλέτη από τις συνέπειες της εκπρόθεσμης υποβολής της. 4. Με το συμψηφισμό οι αμοιβαίες απαιτήσεις αποσβένονται από την ημερομηνία που συνυπήρξαν και κατά το μέρος που καλύπτονται, με την επιφύλαξη των άρθρων 89 και 94 του ν. 2362/1995 (ΦΕΚ 247 Α).
 Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι προϋποθέσεις και η ειδικότερη διαδικασία, με την τήρηση των οποίων εξαιρούνται από τον αυτεπάγγελτο συμψηφισμό χρηματικές απαιτήσεις του οφειλέτη έναντι του Δημοσίου με βεβαιωμένα αλλά μη ληξιπρόθεσμα χρέη του προς το Δημόσιο. 6. Κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα.» Εξάλλου, στο άρθρο 5 του ΚΕΔΕ, όπως αντικαταστάθηκε με την § 1 του άρθρου 50 του ν. 1591/1986 (ΦΕΚ 50Α), που φέρει τον τίτλο «Ληξιπρόθεσμα χρέη», ορίζεται ότι: «Τα χρέη προς το Δημόσιο που βεβαιώνονται στα δημόσια ταμεία και τα τελωνεία του Κράτους γίνονται ληξιπρόθεσμα ως εξής: 1. Τα χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του επόμενου από τη βεβαίωση μήνα. 2. Τα χρέη που με βάση το νόμο καταβάλλονται σε δόσεις την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του μήνα κατά τον οποίο πρέπει να καταβληθεί κάθε δόση, σύμφωνα με τις φορολογικές ή άλλες διατάξεις. Αν η βεβαίωση γίνει μετά την πάροδο της προθεσμίας πληρωμής της πρώτης ή οποιασδήποτε επόμενης δόσης, την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του μήνα πληρωμής της δόσης, που λήγει μετά τη βεβαίωση. ...» Στο άρθρο 6 του ΚΕΔΕ με τον τίτλο «Προσαυξήσεις εκπροθέσμου καταβολής», οι §§ 5-9 του οποίου αναριθμήθηκαν σε § 3-7 αντίστοιχα με την § 2 του άρθρου 22 του ν. 2523/1997 (ΦΕΚ 179 Α), προβλέπονται τα εξής: «1. Από την πρώτη εργάσιμη, για τις δημόσιες υπηρεσίες, ημέρα του μήνα που ακολουθεί μετά τη λήξη της προθεσμίας κατά την οποία, σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο, γίνονται ληξιπρόθεσμα τα χρέη προς το Δημόσιο, επιβάλλονται σ’ αυτά προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής. ... 2. ... 6. Αναστολαί καταβολής χρεών προς το Δημόσιον και των μετά τούτων συνεισπραττομένων, αναστολαί λήψεως αναγκαστικών μέτρων, ως και διευκολύνσεις τμηματικής καταβολής παρεχόμενοι υπό των αρμοδίων κατά νόμον οργάνων ή δικαστηρίων, δεν απαλλάσσουν τα χρέη εκ των προσαυξήσεων εκπροθέσμου καταβολής καθ' ον χρόνον διαρκεί η παρασχεθείσα αναστολή ή διευκόλυνσις. ...». Με το άρθρο 67 § 5 του ν. 3842/2010 «Αποκατάσταση φορολογικής δικαιοσύνης, αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ 58 Α/23.4.2010), προστέθηκαν δύο νέα εδάφια στο τέλος της § 6 του άρθρου 6 του ΚΕΔΕ, ως ακολούθως: «Το ίδιο ισχύει και για τις αναστολές είτε του νόμιμου τίτλου είτε της ταμειακής βεβαίωσης είτε των πράξεων της διοικητικής εκτέλεσης, που χορηγούνται στα πλαίσια δικαστικής αμφισβήτησης, για το ποσό που οφείλεται τελικά με βάση τη δικαστική απόφαση. Οι ως άνω αναστολές δεν εμποδίζουν την εφαρμογή των διατάξεων του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 8, καθώς και του άρθρου 83 του παρόντος.». Στο άρθρο 7 του ΚΕΔΕ προβλέπεται ότι «Από της επομένης ημέρας καθ’ ην κατά το άρθρον 5 του παρόντος Ν. Διατάγματος τα χρέη προς το Δημόσιον καθίστανται ληξιπρόθεσμα ο Διευθυντής του Ταμείου δικαιούται εις την λήψιν αναγκαστικών μέτρων κατά των οφειλετών διά το καθυστερούμενον μέρος του χρέους». Τέλος, στο άρθρο 8 του ΚΕΔΕ με τον τίτλο «Λήψις μέτρων δια μη ληξιπρόθεσμα χρέη», προβλέπεται ότι: «Κατ’ εξαίρεσιν προκειμένου περί οφειλετών υπόπτων φυγής ή και γενικώς εάν εκ της μη αμέσου λήψεως αναγκαστικών μέτρων πιθανολογήται κίνδυνος ζημίας του Δημοσίου, ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου δικαιούται να προέλθη εις την λήψιν αναγκαστικών μέτρων και πριν ή το χρέος καταστή ληξιπρόθεσμον δέον όμως προς τούτο να έχη την σύμφωνον γνώμην του Ειρηνοδίκου ή της Αστυνομικής Αρχής της έδρας του Ταμείου όπου δεν εδρεύει Ειρηνοδικείον. Περί τούτου συντάσσεται πρακτικόν. Υπό τας αυτάς ως άνω προϋποθέσεις και κατά τον αυτόν τρόπον δύναται να εγγραφή υποθήκη διά παν χρέος προς το Δημόσιον. ...».
Επειδή, όπως συνάγεται από τις προαναφερόμενες διατάξεις, το δικαίωμα του Δημοσίου να αποφασίζει αυτεπαγγέλτως το συμψηφισμό βεβαιωμένων και εκκαθαρισμένων χρηματικών απαιτήσεων οφειλετών του με βεβαιωμένες από το ίδιο απαιτήσεις του κατ' αυτών, μέχρι το ύψος που αυτές καλύπτονται, καθιερώθηκε ήδη από το έτος 1974 με το άρθρο 83 του ΚΕΔΕ, για λόγους έγκαιρης είσπραξης των δημόσιων εσόδων, οικονομίας χρόνου και δαπάνης, καθώς και αποφυγής των δυσμενών συνεπειών της αφερεγγυότητας των οφειλετών του Δημοσίου.
 Έκτοτε, και πριν, δηλαδή, αυτό προβλεφθεί ρητά με την επ’ ολίγον ισχύσασα διάταξη του τελευταίου εδαφίου της § 3 του άρθρου 83 του ΚΕΔΕ (άρ. 15 § 2 του ν. 3888/2010), αναγνωρίζεται η δυνατότητα αυτεπάγγελτου συμψηφισμού εκ μέρους του Δημοσίου και χρεών οφειλετών του που δεν έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμα κατά την έννοια του ΚΕΔΕ, δηλαδή, χρεών που δεν έχουν βεβαιωθεί ταμειακώς, οπότε και καθίστανται αυτά εισπρακτέα με τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης.
 Τούτο διότι με το συμψηφισμό δεν διενεργείται αναγκαστική εκτέλεση προς είσπραξη των απαιτήσεων που απορρέουν από τους οικείους νόμιμους τίτλους, αλλά αποσβένονται οι εκατέρωθεν απαιτήσεις με συνυπολογισμό, που υποκαθιστά την καταβολή των οφειλών.
Για το συμψηφισμό αρκεί οι εκατέρωθεν απαιτήσεις να είναι βέβαιες και εκκαθαρισμένες, δηλαδή να μην υπόκεινται σε αμφισβήτηση, και να είναι προσδιορισμένες κατά το ποσό και την αιτία τους, να αποδεικνύονται δε με τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις ή δημόσια έγγραφα. (Πρβλ. ΣτΕ 1877/2009 7μ., ΣτΕ 2244/2009, ΣτΕ 2006/2001, ΣτΕ 2864/1996, ΣτΕ 1555/1996, ΣτΕ 3144/1994, ΣτΕ 3490/1992, ΣτΕ 3169/1992 7μ., ΣτΕ 3328/1991.)
 Δεδομένου δε ότι, κατά τις πάγιες διατάξεις του Αστικού Κώδικα (άρθρο 441), τα αποτελέσματα του συμψηφισμού επέρχονται στο χρόνο συναντήσεως των αμοιβαίων απαιτήσεων, επιτρέπεται η επιβολή του και σε σχέση με τις μη ληξιπρόθεσμες δόσεις βεβαιωμένων ήδη χρεών που έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση και συνιστούν εξ ορισμού βέβαιες και εκκαθαρισμένες απαιτήσεις του Δημοσίου, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι θα συνυπολογιστούν, κατά το συμψηφισμό, οι εκπτώσεις που τυχόν δικαιούται ο εκάστοτε οφειλέτης από την πρόωρη εξόφληση του συνόλου της οφειλής του.
 Η δυνατότητα αυτεπάγγελτου συμψηφισμού και επί μη ληξιπρόθεσμων οφειλών ή μη ληξιπρόθεσμων δόσεων ρυθμισμένων οφειλών, στοιχούσα και προς γενική αρχή για την απόσβεση των ενοχών (βλ. άρθρο 445 ΑΚ), δεν ανατρέπει την εμπιστοσύνη που επέδειξαν οι οφειλέτες του Δημοσίου στη χαριστική προθεσμία που τους χορηγήθηκε για την εξόφληση των οφειλών τους μέσω της τμηματικής καταβολής, διότι, όπως προαναφέρθηκε, ο αυτεπάγγελτος συμψηφισμός δεν απαιτεί την καταβολή χρέους, αλλά μόνο το συνυπολογισμό βέβαιων και εκκαθαρισμένων απαιτήσεων.
 Επομένως, το άρθρο 83 του ΚΕΔΕ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 του ν. 3943/2011, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα. Κατά τη γνώμη, όμως, των Συμβούλων Μ. Καραμανώφ και Β. Αραβαντινού και της Παρέδρου, Φρ. Γιαννακού, η εξουσία του Δημοσίου να επιβάλλει αυτεπαγγέλτως το συμψηφισμό επί μη ληξιπρόθεσμων χρεών, ειδικότερα δε, επί μη ληξιπρόθεσμων δόσεων οφειλών που έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση, προσκρούει στο άρθρο 5 § 1 του Συντάγματος που κατοχυρώνει την οικονομική ελευθερία και το δικαίωμα του κάθε πολίτη να προγραμματίζει την οικονομική δραστηριότητα δείχνοντας εμπιστοσύνη στις αποφάσεις που λαμβάνει κάθε φορά η Διοίκηση και τον αφορούν, οι οποίες δεν δύνανται να ανατρέπονται μονομερώς από τη Διοίκηση, λόγω μεταβολής του τρόπου δράσης της.
Επειδή, ενόψει της ως άνω ρητώς προβλεπόμενης δυνατότητας αυτεπάγγελτου συμψηφισμού και  μη  ληξιπρόθεσμων,  κατά την έννοια του ΚΕΔΕ, χρεών, δεν είναι υποχρεωτική, για την εφαρμογή του κανόνα του άρθρ. 83 του ΚΕΔΕ, η προηγούμενη έκδοση υπουργικής απόφασης για τον καθορισμό των προϋποθέσεων και της διαδικασίας εξαίρεσης από τον αυτεπάγγελτο συμψηφισμό χρηματικών απαιτήσεων του οφειλέτη με βεβαιωμένα αλλά μη ληξιπρόθεσμα χρέη του προς το Δημόσιο.
 Η υπουργική αυτή απόφαση, η πρόβλεψη, μάλιστα, έκδοσης της οποίας επιβεβαιώνει τον κανόνα της δυνατότητας αυτεπάγγελτου συμψηφισμού και μη ληξιπρόθεσμων χρεών, θα έχει ως συνέπεια, όταν εκδοθεί, να εξαιρούνται, τότε μόνον, από τον αυτεπάγγελτο συμψηφισμό όσες κατηγορίες βεβαιωμένων αλλά μη ληξιπρόθεσμων χρεών περιληφθούν σ’ αυτήν.
Επειδή, όπως προαναφέρθηκε, προϋπόθεση του αυτεπάγγελτου συμψηφισμού είναι η ύπαρξη εκατέρωθεν απαιτήσεων βεβαιωμένων και εκκαθαρισμένων κατά ποσό, δηλαδή, απαιτήσεων για τις οποίες δεν υπάρχει εκκρεμής δικαστική αμφισβήτηση. Ως δικαστική δε αμφισβήτηση πρέπει εν προκειμένω να νοηθεί αυτή που κατά το νόμο επιδρά στην εγκυρότητα του νόμιμου τίτλου καθιστώντας αυτόν αδρανή.
 Υπό την έννοια αυτή, απόφαση της Επιτροπής Αναστολών που διατάσσει, για λόγους πρόδηλης βασιμότητας του κύριου ένδικου βοηθήματος, την αναστολή καταλογιστικής πράξης ή ταμειακής βεβαίωσης στο σύνολο της, εμποδίζοντας την είσπραξη της οφειλής, κωλύει τη διενέργεια συμψηφισμού εκ μέρους του Δημοσίου και τούτο διότι, στην περίπτωση αυτή, τα αποτελέσματα της προσωρινής απόφασης εξομοιώνονται με εκείνα της οριστικής δικαστικής προστασίας και εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο τόσο του άρθρου 20 § 1 του Συντάγματος, όσο και του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ.
Αντίθετα, ο αυτεπάγγελτος συμψηφισμός δεν κωλύεται από τη δικαστική αναστολή καταβολής χρεών ή λήψης άλλων μέτρων εκτέλεσης των νόμιμων τίτλων για λόγους που δεν ανάγονται στην ύπαρξη της οφειλής.
Στην περίπτωση αυτή, η άσκηση, από τον οφειλέτη του Δημοσίου, του δικαιώματος στην προσωρινή δικαστική προστασία και η χορήγηση, από τον αρμόδιο δικαστικό σχηματισμό, αναστολής εκτελέσεως, η οποία, άλλωστε, αφορά την εκτέλεση και όχι την ισχύ της καταλογιστικής πράξεως ή της πράξεως αναγκαστικής εκτελέσεως, δεν επηρεάζει την κατ’ ουσία ύπαρξη της υποχρέωσης του προς το Δημόσιο, αλλά αποσκοπεί στην εξασφάλιση του από τη λήψη μέτρων εκτέλεσης εναντίον του που επιφέρουν ανεπανόρθωτη βλάβη στη διαβίωση του ή την οικονομική του υπόσταση. Ο συμψηφισμός, όμως, δεν έχει, από τη φύση του, τέτοιες συνέπειες, γι’ αυτό και εν προκειμένω επιτρέπεται. Δεν περιλαμβάνεται δε στο εννοιολογικό περιεχόμενο της τυχόν χορηγούμενης αναστολής εκτελέσεως η επέκταση των αποτελεσμάτων της και σε έννομες συνέπειες διαφορετικές από εκείνες, προς αποτροπή των οποίων χορηγήθηκε.
Ενόψει των ανωτέρω, το άρθρο 67 § 5 του ν. 3842/2010, με την προεκτεθείσα ερμηνεία του, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα. Κατά τη γνώμη, όμως, των Συμβούλων Μ. Καραμανώφ και Β. Αραβαντινού, καθώς και της Παρέδρου Φρ. Γιαννακού, το άρθρο 20 § 1 του Συντάγματος που κατοχυρώνει και την προσωρινή δικαστική προστασία, σε συνδυασμό με το άρθρο 26 του Συντάγματος που καθιερώνει τη διάκριση, το κύρος και τον αμοιβαίο σεβασμό των κρατικών λειτουργιών, επιτάσσουν την πλήρη συμμόρφωση της Διοίκησης προς το ανασταλτικό αποτέλεσμα των αποφάσεων που εκδίδονται επί αιτήσεων αναστολών, μέχρι την οριστική κρίση της υπόθεσης από το αρμόδιο δικαστήριο.
 Το ανασταλτικό αποτέλεσμα των αποφάσεων με τις οποίες παρέχεται προσωρινή δικαστική προστασία, ανεξαρτήτως των ειδικότερων αιτιολογιών των αποφάσεων και των διατασσόμενων με αυτές μέτρων, συνίσταται στην παρεμπόδιση της πραγμάτωσης, με τα μέσα του διοικητικού καταναγκασμού, του περιεχομένου της προσβαλλόμενης με το κύριο ένδικο βοήθημα πράξης. Εφόσον δε ο συμψηφισμός επιφέρει αμοιβαία απόσβεση των απαιτήσεων των μερών, όταν ενεργείται αυτεπαγγέλτως από τη Διοίκηση, επί χρεών που τελούν σε δικαστική αναστολή για οποιονδήποτε λόγο, ματαιώνει το σκοπό για τον οποίο παρέχεται το κύριο ένδικο βοήθημα και εξουδετερώνει τη δυνατότητα παροχής οριστικής δικαστικής προστασίας στον ασκήσαντα το κύριο ένδικο βοήθημα ή μέσο. Κατά τη μειοψηφούσα αυτή γνώμη, στην περίπτωση αυτή συντρέχει περίπτωση παραβίασης των άρθρων 20 § 1 και 26 του Συντάγματος.
Επειδή, μετά την επίλυση των ζητημάτων της συνταγματικότητας του άρθρου 11 του ν. 3943/ 2011 και του άρθρου 67 § 5 του ν. 3842/2010, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης για την κατ' ουσία εκδίκαση της κρινόμενης προσφυγής.
Επιλύει τα ζητήματα της συνταγματικότητας του άρθρου 11 του ν. 3943/2011 και του άρθρου 67 § 5 του ν. 3842/2010.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά τα λοιπά στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

ΣΧΟΛΙΟ
Η δυνατότητα αυτεπάγγελτου συμψηφισμού εκ μέρους του Δημοσίου και χρεών οφειλετών του που δεν έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμα κατά την έννοια του ΚΕΔΕ.
Το ΣΤ΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας με την υπ΄ αριθμ. 2164/2012 απόφασή του (εκδόθηκε ως «δίκη πιλότος» για νομικό ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος του άρθρου 1 του ν. 3900/10) έκρινε ότι «δεν αντίκειται στο Σύνταγμα το άρθρο 83 του ΚΕΔΕ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 του Ν. 3943/2011» που προβλέπει τον αυτεπάγγελτο συμψηφισμό χρεών προς το Δημόσιο.

Η πλειοψηφία έκρινε ότι «η δυνατότητα αυτεπάγγελτου συμψηφισμού και επί μη ληξιπρόθεσμων οφειλών ή μη ληξιπρόθεσμων δόσεων ρυθμισμένων οφειλών δεν ανατρέπει την εμπιστοσύνη που επέδειξαν οι οφειλέτες του Δημοσίου στη χαριστική προθεσμία που του χορηγήθηκε για την εξόφληση των οφειλών τους μέσω της τμηματικής καταβολής, διότι ο αυτεπάγγελτος συμψηφισμός δεν απαιτεί την καταβολή χρέους, αλλά μόνο το συνυπολογισμό βέβαιων και εκκαθαρισμένων απαιτήσεων».
Εχει κριθεί αλλωστε  ότι : η νομιμότητα της διοικητικής πράξεως του συμψηφισμού, η αμφισβήτηση της οποίας υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, εξαρτάται από τη νομιμότητα της πράξεως του καταλογισμού του ποσού, καθόσον ο συμψηφισμός προϋποθέτει την ύπαρξη νόμιμης απαιτήσεως του Δημοσίου εις βάρος του λαβόντος. Επομένως, αν η πράξη του καταλογισμού δεν είναι νόμιμη ή δεν υφίσταται για οποιονδήποτε λόγο, δεν μπορεί να αποτελέσει βάση για τη διενέργεια του συμψηφισμού της απαιτήσεως του Δημοσίου, που απορρέει από την καταλογιστική αυτή πράξη, με ανταπαίτηση του προσώπου, εις βάρος του οποίου γίνεται ο καταλογισμός (βλ. Σ.τ.Ε.100.2012, 2961/2009, 3081/2010). Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 20 παρ. 1, 94 και 95 του Συντάγματος συνάγεται ότι ο κοινός νομοθέτης υποχρεούται να εξασφαλίζει την δυνατότητα έννομης προστασίας έναντι των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών. Η προστασία αυτή, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, δεν αφορά μόνο την οριστική επίλυση της ένδικης διαφοράς, δηλαδή την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί του κυρίου ενδίκου βοηθήματος, αλλά περιλαμβάνει και την προσωρινή δικαστική προστασία, δηλαδή την λήψη του μέτρου που κρίνεται κατάλληλο για να αποσοβηθεί η ανεπανόρθωτη βλάβη που κατά περίπτωση συνδέεται με την άμεση εκτέλεση της διοικητικής πράξης, ήτοι για να αποσοβηθεί η ματαίωση του σκοπού, για τον οποίο παρέχεται το κύριο ένδικο βοήθημα (πρβλ. Ε.Α. 718/1993, 57/2009 κ.ά.). Στην σχολιαζομένη  απόφαση επισημαίνεται  ότι η απόφαση της επιτροπής Αναστολών που διατάσσει (για λόγους πρόδηλης βασιμότητας του κύριου ένδικου βοηθήματος- κυρίας προσφυγής) την αναστολή καταλογιστικής πράξης ή ταμειακής βεβαίωσης στο σύνολο της, εμποδίζοντας την είσπραξη της οφειλής, κωλύει τη διενέργεια συμψηφισμού εκ μέρους του Δημοσίου.

Και τούτο διότι τα αποτελέσματα της προσωρινής απόφασης εξομοιούνται με εκείνα της οριστικής δικαστικής προστασίας και εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο τόσο του άρθρου 20 παράγραφος 1 του Συντάγματος, όσο και του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).

Αντίθετα, συνεχίζει η απόφαση του ΣτΕ, «ο αυτεπάγγελτος συμψηφισμός δεν κωλύεται από τη δικαστική αναστολή καταβολής χρεών ή λήψης άλλων μέτρων εκτέλεσης των νομίμων τίτλων για λόγους που δεν ανάγονται στην ύπαρξη της οφειλής». Κατόπιν αυτών, το ΣτΕ ανέπεμψε την υπόθεση στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης
       ΑΝΤΩΝΗΣ Π.ΑΡΓΥΡΟΣ
               argytospa@yahoo.com 


Σολεϊντάκη Νικόλαου: «ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΕΠΤΩΧΕΥΣΑΜΕΝ ΟΙ ΣΤΑΣΕΙΣ ΠΛΗΡΩΜΩΝ 1827, 1893, 1932»



ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΑ ΣΤΟ ΝΟΒ ΙΟΥΛΙΟΥ-ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2012
ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ
Σολεϊντάκης Νικόλαος :
«ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΕΠΤΩΧΕΥΣΑΜΕΝ
ΟΙ ΣΤΑΣΕΙΣ ΠΛΗΡΩΜΩΝ 1827, 1893, 1932»
(Εκδότης              ΠΑΠΑΖΗΣΗΣ
Χρονολογία Έκδοσης Φεβρουάριος 2012
Αριθμός σελίδων             192)

Με μεγάλη χαρά και ενδιαφέρον διαπιστώνει κανείς μελετώντας το βιβλίο του συγγραφέως  ότι ένας εκλεκτός δικαστικός λειτουργός εκτός από το φόρτο της ασκήσεως του καθημερινού λειτουργήματός του, ασχολείται την εποχή του Μνημονίου με ένα τόσο επίκαιρο ζήτημα, όπως οι  Ελληνικές ΣΤΑΣΕΙΣ ΠΛΗΡΩΜΩΝ 1827, 1893, 1932 . Αν εξαιρέσει κανείς την Κατοχή, στη διάρκεια της οποίας η χώρα υποχρεώθηκε για υπέρτερους λόγους σε παύση πληρωμών, έχουν περάσει 80 χρόνια από την τελευταία φορά που η λέξη «χρεοκοπία» ακούστηκε στην Ελλάδα τόσο πολύ όσο αυτές τις ημέρες. Ήταν η χρονιά της τελευταίας από τις τέσσερις ελληνικές πτωχεύσεις των ετών 1827, 1843, 1893 και 1932. Πτωχεύσεις που οφείλονταν στην αδυναμία της χώρας να εξυπηρετήσει έναν υπέρμετρο και πανάκριβο εξωτερικό δανεισμό και λύνονταν με ακόμη μεγαλύτερο και επαχθέστερο δανεισμό δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο. Και που είχαν σχεδόν πάντα μια έμμεση άμεση σχέση με την εθνική μας  κυριαρχία.
 Ο πολυγραφότατος  συγγραφέας κ. Σολεϊντάκης Νικόλαος  Προέδρος Εφετών Διοικητικών Δικαστηρίων, στο εξαίρετο  βιβλίο του με τίτλο «ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΕΠΤΩΧΕΥΣΑΜΕΝ[1]» αναλύει  το κρίσιμο ζήτημα της  οικονομικής κρίσης  ως εξής :  «Από της ενάρξεως της Επαναστάσεως του 1821, η πατρίδα μας αναγκάσθηκε να καταφεύγει σε συνεχή δανεισμό για να επιβιώνει. Όμως, είτε λόγω των όρων του δανεισμού, είτε λόγω της διεθνούς συγκυρίας, είτε λόγω κακής διαχειρίσεως της εθνικής οικονομίας, οδηγηθήκαμε σε πτώχευση ή επί το ευηχώτερον σε στάση πληρωμών. Έχει σημειωθεί (Σπ. Μαρκεζίνης) ότι η Ιστορία του ελληνικού δημοσίου χρέους είναι αξιόλογος και διδακτική. Οι Έλληνες εις το κεφάλαιο τούτο υπήρξαμε ή ατυχείς ή κατά κανόνα θύματα εκμεταλλεύσεως άνευ ορίου. Παρεσχέθησαν τα δάνεια εκ του εξωτερικού είτε σε περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν μπορούσε να γίνη αλλιώς, είτε οσάκις εδημιουργείτο η εντύπωση ότι η Ελλάς προσεφερόταν για κερδοφόρο τοποθέτηση αλλοδαπού χρήματος, κατά κανόνα υπό βαρείς όρους. Η παρούσα δημοσιονομική και γενικώτερα οικονομική κρίση της πατρίδος μας, μας οδήγησε στην έρευνα του τρόπου αντιμετωπίσεως των προηγουμένων πτωχεύσεών μας, κατά την περίοδο από το 1821 μέχρι και το 1932. Από τις πηγές και τη χρησιμοποιηθείσα βιβλιογραφία διαπιστώσαμε ότι τα γεγονότα της τελευταίας διετίας δεν είναι πρωτόγνωρα, αλλά έχουν όμοια προηγούμενα και διαφορετική αντιμετώπιση από τη σημερινή.»
 Το βιβλίου του κ. Νικολάου Σολεϊντάκη με τίτλο αυτή την ιστορική φράση του μεγάλου  Χ.Τρικούπη, χαρακτηρίζεται από  την συνήθη για τον συγγραφέα  γλαφυρότητα  αλλά και για την διαχρονικότητά του, ενώ  εισάγει  το σύγχρονο αναγνώστη μέσα από τη ροή της ελληνικής οικονομικής ιστορίας, προκειμένου  να αναλογισθεί και να προσεγγίσει τα σύγχρονα οικονομικά προβλήματα, που αντιμετωπίζει η χώρα μας με περισσότερο ρεαλισμό και αντικειμενικότητα.
Ο συγγραφέας έχει επιλέξει και έχει διαρθρώσει το περιεχόμενο του βιβλίου του κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να περιγράφει με σαφήνεια την οικονομική κατάσταση που επικράτησε στην Ελλάδα από την περίοδο του αγώνα της Παλιγγενεσίας του 1821 έως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο το 1939.
Το ολιγοσέλιδο αυτό βιβλίο το οποίο δεν «κουράζει» τον αναγνώστη δίνει το απόσταγμα της γνώσης της οικονομικοπολιτικής ιστορίας της Ελλάδας με έναν ιδιαίτερα περιγράφικο και ευσύνοπτο τρόπο. Παρουσιάζοντας τα γεγονότα που ανήκουν στη σφαίρα του παρελθόντος το βιβλίο αυτό γίνεται πιο επίκαιρο από ποτέ αναλύοντας τη συνεχή δανειοδότηση και οικονομική εξάρτηση της Χώρας μας από τις ξένες δυνάμεις, όσο και τις συνθήκες οικονομικής εξαθλίωσης που επικράτησαν σε δύσκολες περιόδους για τον ελληνικό λαό με τους πολιτικούς ηγέτες να προσπαθούν να ισοσκελίσουν τις εγχώριες και δημοσιονομικές ανάγκες της χώρας και με τις απαιτήσεις που απέρρεαν από τον εξωτερικό δανεισμό και τις στρατιωτικές συρράξεις που ταλάνιζαν τις εθνική ασφάλεια της χώρας μας κατά καιρούς είτε από εσωτερικούς είτε από εξωτερικούς κινδύνους.
Ο σύγχρονος αναγνώστης, λόγω της δύσκολης οικονομικής συγκυρίας που έχει προκαλέσει η διεθνής οικονομική κρίση και στην Ελλάδα, θα προσεγγίσει το βιβλίο αυτό με ιδιαίτερο ενδιαφέρον και θα διαμορφώσει μια πληρέστερη εικόνα για το υπάρχον πολιτικό και οικονομικό γίγνεσθαι και τις πολιτικές επιλογές, που κατά καιρούς έρχονται στο επίκεντρο συζητήσεων σε κυβερνητικό επίπεδο.
Ο συγγραφέας παραθέτει αυτούσιους τους πολιτικούς λόγους των μεγάλων ελλήνων ηγετών ως αδιάψευστα τεκμήρια της νεότερης οικονομικής ιστορίας, δίνοντας έτσι στον αναγνώστη με ακρίβεια το πολιτικό γίγνεσθαι της εποχής χωρίς ίχνος παρέμβασης και παραποίησης από τη μεριά του δημιουργού. Χαρακτηριστική είναι η φράση του Ιωάννη Καποδίστρια στην Γ’ Εθνική Συνέλευση στην Τροιζήνα στις 3 Απριλίου του 1827: «..Τώρα που ελευθερώθημεν πρέπει να προαγάγωμεν όσον το δυνατόν τα οικονομικά μας. καλή αυτών διαχείρισις σημαίνει δια το μέλλον Μεγάλη Πατρίς..». Επιπροσθέτως το κεφάλαιο που αναφέρεται στον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο μετά την πτώχευση του Τρικούπη περιγράφει λεπτομερώς τα δύσκολα χρόνια της Ελλάδος, η οποία είχε απωλέσει ,όπως και σήμερα  εν μέρει την κρατική της υπόσταση και ανεξαρτησία.
Ο συγγραφέας, προσηλωμένος στα ιδανικά της πατρίδος μας λέει χαρακτηριστικά για την καταστροφή της Σμύρνης το 1922: «…Ενάμιση εκατομμύριο (1.500.000) πρόσφυγες της Ανατολικής Θράκης και της Μικράς Ασίας ήρθαν καταδιωγμένοι και όχι συνωστιζόμενοι και στερέωσαν το εθνικό μας δένδρο βυθίζοντας πιο βαθειά τις ρίζες του στη Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη…» δίνοντας έτσι την δική του ιστορική απάντηση σε όσους αμφισβητούν τις συνθήκες διωγμού των προσφύγων και προσπαθούν να πείσουν για δήθεν ειρηνική ανταλλαγή πληθυσμών. Αίσθηση προκαλεί το κεφάλαιο που αναφέρεται στον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο που επιβλήθηκε στη Χώρα μας μετά το τέλος του ελληνοτουρκικού πολέμου το 1897 με πρωταγωνιστή και τότε  τη Γερμανία η οποία τιμώρησε την ανυπάκουη Ελλάδα «επιβάλλουσα ειρήνη γερμανική», όπως χαρακτηριστικά λέγει ο συγγραφέας, καθώς επίσης και το κεφάλαιο που αναφέρεται στην αναπτυξιακή πολιτική του Βενιζέλου που όμως κατέληξε μετά το κραχ στις ΗΠΑ, το 1929, σε στάση πληρωμών με αποκορύφωμα το 1932 .
Εν κατακλείδι ο συγγραφέας στον επίλογό του χωρίς να προβαίνει σε οιαδήποτε υποκειμενική κρίση παραθέτει το συμπέρασμα του με βάση τα ιστορικά γεγονότα μένοντας αποστασιοποιημένος από πολιτικές πεποιθήσεις και γνώμες λέγοντας χαρακτηριστικά ότι «..η Ιστορία είναι του παρελθόντος ραψωδός, του παρόντος οδηγός και χρησμωδός του μέλλοντος.» Ας ελπίσουμε και ας ευχηθούμε η ιστορία να μας συνετίσει και να μην επαναληφθούν κάποιες μελανές της σελίδες, οι οποίες οδήγησαν το Έθνος μας σε δυσάρεστες περιπέτειες και βάσανα, αλλά ως φάρος θα μας φωτίσει για να βγούμε από το  οικονομικό αδιέξοδο που φαίνεται ότι αντιμετωπίζουμε. Το βιβλίο αυτό του εξαίρετου Δικαστού Νικολάου Π. Σολεϊντάκη αποτελεί χρήσιμο οδηγό για να κατανοήσουμε με αντικειμενικότητα, την οικονομικοπολιτική ιστορία της Ελλάδος μας πιο επίκαιρη από ποτέ.
     Άλλωστε Ο Σολωμός στο Εθνικό μας Ύμνο αναφέρει :
«Μοναχή το δρόμο επήρες,
εξανάλθες μοναχή·
δεν είν' εύκολες οι θύρες
εάν η χρεία τες κουρταλεί

ΑΝΤΩΝΗΣ Π.ΑΡΓΥΡΟΣ
argyrospa@yahoo.com


[1] Η φράση Δυστυχώς επτωχεύσαμεν αποτελεί μια ιστορική αναφορά που πιστώνεται στον πρωθυπουργό της Ελλάδας, Χαρίλαο Τρικούπη. Ο Τρικούπης λέγεται πως χρησιμοποίησε τη φράση σε ομιλία του στη Βουλή στις 10 Δεκεμβρίου του 1893, αναφερόμενος στην οικονομική κατάσταση του κράτους και την αδυναμία του να αποπληρώσει το δημόσιο χρέος του. Η Κυβέρνησή του κήρυξε πτώχευση, η οποία και επέφερε την επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου σε βάρος της Ελλάδας. (Κ. Παπαρρηγόπουλος: "Ιστορία του Ελληνικού Έθνους" τομ.8ος, σελ.52 (σημειώσεις). Έκτοτε, η φράση αυτή χρησιμοποιείται για να δηλώσει αποτυχία, τόσο για οικονομικά θέματα όσο και για γενικότερους λόγους. Παρόμοια επίσης φράση, ελαφρά παραλλαγμένη, χρησιμοποίησε και ο Ελευθέριος Βενιζέλος, όταν με την φράση του «τελικώς επτωχεύσαμεν»τον Μάιο του 1932, η κυβέρνησή του θα κηρύξει για άλλη μια φορά πτώχευση της Ελλάδας, κάτω από το υψηλό χρέος του εξωτερικού δανεισμού, επικαλούμενος ακόμη και τη Μικρασιατική Καταστροφή, που είχε σημειωθεί δέκα χρόνια πριν, αλλά και τη διεθνή οικονομική ύφεση από το Κραχ του 1929, ενώ στην πραγματικότητα ήταν συσσώρευση πολλών χρεών μαζί από την αρχή του αιώνα.

21 Ιουλίου 2012


ΣτΕ: Συνταγματικό το Ειδικό Τέλος Ακινήτων, αντισυνταγματική η διακοπή του ρεύματος







Με την υπ. αριθμ 1972/2012 απόφασή της η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε κατά πλειοψηφία οτι το «χαράτσι» της ΔΕΗ δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και στο Πρώτο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ25/05/2012 20:38 
Με την υπ. αριθμ 1972/2012 απόφασή της η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε, κατά πλειοψ
ηφία, ότι δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και στο Πρώτο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) το λεγόμενο «χαράτσι» της ΔΕΗ.

Παράλληλα, με τη συγκεκριμένη απόφαση η Ολομέλεια του ΣτΕ ακυρώνει την απόφαση του αναπληρωτή υπουργού Οικονομικών (1211/2011), κατά το μέρος που προβλέπει ότι θα διακόπτεται η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος σε όποιον δεν καταβάλλει το Έκτατο Ειδικό Τέλος Ηλεκτροδοτούμενων Δομημένων Επιφανειών (ΕΕΤΗΔΕ), κρίνοντας την ως αντίθετη με το Σύνταγμα.
Αναλυτικά, στη απόφαση αναφέρονται τα εξής: α/ Το ειδικό τέλος αποτελεί φόρο προσωρινού χαρακτήρα που στηρίζεται σε γενικά και αντικειμενικά κριτήρια (εμβαδόν, τιμή ζώνης κ.λπ.) β/ Η επιβολή του συγκεκριμένου μέτρου πραγματοποιήθηκε για την αντιμετώπιση επείγουσας ανάγκης σοβαρού δημόσιου συμφέροντος και προκειμένου να καλυφθεί άμεσα πρόσθετο δημοσιονομικό έλλειμμα σε περιβάλλον οικονομικής υφέσεως. γ/ Το ειδικό τέλος αποτελεί μια σημαντική οικονομική επιβάρυνση των πολιτών, λόγω όμως των επειγουσών δημοσιονομικών συνθηκών, καθίσταται επιτρεπτή και ανεκτή.

Σύμφωνα με την απόφαση, αντισυνταγματική είναι η δυνατότητα διακοπής ρεύματος που προβλέπεται και στο άρθρο 53 του Ν. 4021/2011, για όποιον δεν καταβάλλει το τέλος, καθώς αποτελεί συνταγματικώς ανεπίτρεπτη επέμβαση στη συμβατική σχέση μεταξύ του καταναλωτή και του προμηθευτή ηλεκτρικού ρεύματος. Άλλωστε η διακοπή συνεπάγεται και τη στέρηση αγαθού ουσιώδους σημασίας για την αξιοπρεπή διαβίωση των πολιτών.


ΑΠ ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΗ Η ΕΚ ΠΕΡΙΤΡΟΠΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑ 




Καταχρηστική, έκρινε την εφαρμογή του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας, σε εργαζόμενους του ομίλου επιχειρήσεων, της εφημερίδας «Μακεδονία» της Θεσσαλονίκης, ο Άρειος Πάγος, με απόφασή του, που αναμένεται να αποτελέσει νομολογία για τα εργασιακά δεδομένα.


Η υπόθεση αφορά διακόσιους περίπου δημοσιογράφους, τεχνικούς, διοικητικούς υπαλλήλους, κ.α. εργαζόμενους, στις εταιρίες «Μακεδονική Εκδοτική Εκτυπωτική ΑΕ» και «Εκδοτική Θεσσαλονίκης Μονοπρόσωπη ΕΠΕ» στους οποίους η εργοδοσία επέβαλε σύστημα εκ περιτροπής εργασίας, το Φεβρουάριο του 2011.

Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις πραγματοποίησαν 48ωρες απεργίες, σε ένδειξη διαμαρτυρίας, ενώ το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης έκρινε παράνομες τις κινητοποιήσεις, θεωρώντας ότι ανήκει στο διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη η ευχέρεια επιβολής της εκ περιτροπής εργασίας και ότι η απεργία δεν μπορεί να έχει αίτημα της επίλυσης μιας νομικής διαφοράς.

Το Εφετείο Θεσσαλονίκης όμως, ακύρωσε την πρωτόδικη απόφαση- κρίνοντας νόμιμη την απεργία - και το Ανώτατο Δικαστήριο την επικύρωσε, γεγονός που δίνει το δικαίωμα στους εργαζόμενους να προσφύγουν στη Δικαιοσύνη, για να διεκδικήσουν, αυτή τη φορά, αναπλήρωση των εισοδημάτων που έχασαν, εξαιτίας των μειώσεων στους μισθούς τους.

Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (αρ.468/2012), επιβλήθηκε καταχρηστικά στους εργαζόμενους των εφημερίδων «Μακεδονία», «Θεσσαλονίκη», «Σπόρ του Βορρά» και των άλλων εντύπων του ιστορικού εκδοτικού συγκροτήματος, το σύστημα της εκ περιτροπής εργασίας, που είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση των μισθών, από 20%, έως 60%.

«Με τον τρόπο αυτό μετακυλίστηκε από την εργοδοσία η αντιμετώπιση της οικονομικής ζημίας των επιχειρήσεών της για την επέλευση της οποίας ευθύνεται κυρίως, η ίδια και οι επιλογές των οργάνων της και όχι οι εργαζόμενοι, που δεν μπορούν πλέον να αντιμετωπίσουν τα έξοδα επιβίωσης της οικογένειάς τους», αναφέρεται μεταξύ άλλων στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

Όπως είπε στο ΑΜΠΕ, ο νομικός σύμβουλος της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Μακεδονίας – Θράκης, Στρατής Μαυραγάνης, εκτός από το θέμα της εκ περιτροπής εργασίας αποτελεί επίσης δεδικασμένο και το σκεπτικό της απόφασης του Αρείου Πάγου, σχετικά με το δικαίωμα της απεργίας των εργαζομένων. «Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι είναι νόμιμο το αίτημα της απεργίας, παρότι πρόκειται για νομική διαφορά, γιατί, στη συγκεκριμένη περίπτωση με τους εργαζόμενους του εκδοτικού συγκροτήματος της εφημερίδας «Μακεδονία», η συλλογικότητα της διαφοράς υπερισχύει της νομικής της φύσης», δήλωσε ο κ. Μαυραγάνης.

Να σημειωθεί, ότι πριν την εφαρμογή του μέτρου της εκ΄ περιτροπής εργασίας οι εκπρόσωποι της εργοδοσίας απηύθυναν πρόσκληση στα συνδικαλιστικά σωματεία των δημοσιογράφων, τεχνικών και διοικητικών υπαλλήλων, για διαβούλευση, αλλά οι συζητήσεις δεν καρποφόρησαν. Επίσης, και οι δύο εκδοτικές εταιρίες, πριν καθιερώσουν την εκ περιτροπής εργασία, συμφώνησαν με διευθυντικά τους στελέχη, μείωση των αποδοχών τους, κατά 20% και 30%, γεγονός που, όπως αναφέρει η απόφαση, δεν αποτελεί υποχρέωση των εργαζομένων να δεχθούν αντίστοιχες μειώσεις μισθών.

10 Ιουλίου 2012

ΑΡΝΗΣΙΔΙΚΙΑ ή Η ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

Οχι λιγότερες από 120 υποθέσεις ετησίως θα πρέπει να εκδικάζουν οι διοικητικοί εφέτες, σύμφωνα με απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία παρατηρεί μεγάλη αύξηση στον αριθμό των εκκρεμών υποθέσεων στα Διοικητικά Δικαστήρια της χώρας. Γενικότερα, πάντως, η καθυστέρηση στην έκδοση αποφάσεων στα Διοικητικά Εφετεία και Πρωτοδικεία της χώρας ξεπερνά πλέον τα πέντε χρόνια, ενώ τον Δεκέμβριο του 2011 η ετήσια καθυστέρηση εκδίκασης των υποθέσεων ανερχόταν σε 3,5 χρόνια!
Συνολικά, οι υποθέσεις που βρίσκονται σε εκκρεμότητα στα διοικητικά δικαστήρια της χώρας ανέρχονται στις 440.000, σύμφωνα με στοιχεία που παρέθεσε ο υπουργός Δικαιοσύνης Αντώνης Ρουπακιώτης, στις προγραμματικές δηλώσεις στη Βουλή.
Από τα στοιχεία που  παρέθεσε ο υπουργός Δικαιοσύνης, αναδείχθηκε για μια ακόμη φορά η ευθύνη του δημοσίου το οποίο, όπως έχουν επισημάνει κατ’ επανάληψη και μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας, ασκεί συνεχώς αναιρέσεις επί εφετειακών αποφάσεων με αποτέλεσμα και να επιβαρύνει το δικαστήριο αλλά και «μπλοκάρει» με την τακτική του αυτή την είσπραξη φόρων και δασμών.
Πιο συγκεκριμένα σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέθεσε ο υπουργός Δικαιοσύνης:
-          Στο Β’ Τμήμα του ΣτΕ στο οποίο εκδικάζονται μόνο φορολογικές και τελωνειακές υποθέσεις το 2010 το Δημόσιο είχε καταθέσει 808 αναιρέσεις επί εφετειακών αποφάσεων και το περασμένο έτος 2.184.
-          Σε Ειρηνοδικείο σε νησί των Κυκλάδων εκτελεί χρέη γραμματέα, η καθαρίστρια.
-          Σε Ειρηνοδικείο, λόγω έλλειψης δικαστικού υπαλλήλου, είναι κλειστό και υπάρχει πινακίδα που αναγράφει «τα κλειδιά στο Αστυνομικό Τμήμα».
-           Δικηγορικοί Σύλλογοι προσφέρουν τη συνδρομή τους για τη  λειτουργία των δικαστηρίων προκειμένου να προμηθευτούν είτε γραφική ύλη είτε υλικά καθαριότητας.
-          Στο Ειρηνοδικείο Περιστερίου οι αιτήσεις που κατατίθενται προσδιορίζονται να δικαστούν το 2017.

Ο κ. Ρουπακιώτης τόνισε ότι  «η μεγάλη πλειονότητα των δικαστών στέκεται σε υψηλό επίπεδο ευθύνης και οφείλουμε να τους τιμήσουμε» κάλεσε ωστόσο τα αρμόδια δικαστικά συμβούλια, να θέσουν εκτός σώματος τους δικαστές που είτε δεν θέλουν να εργαστούν είτε δεν μπορούν για λόγους υγείας.
Η απόφαση  της Ολομέλειας ΣτΕ
 Ειδικότερα, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου συνεδρίασε για την έγκριση των κανονισμών των Ολομελειών των Διοικητικών Εφετείων. Τα μέλη της Ολομέλειας διατύπωσαν σοβαρές παρατηρήσεις ως προς τους αργούς ρυθμούς απονομής δικαιοσύνης και αποφάνθηκαν πως κάθε εφέτης της Διοικητικής Δικαιοσύνης πρέπει να χρεώνεται ετησίως τουλάχιστον 120 υποθέσεις, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι αποφάσεις επί αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων, όχι όμως και οι αποφάσεις αναστολών ή αποφάσεις που εκδόθηκαν σε σχηματισμό συμβουλίου. Υπό τα δεδομένα αυτά η Ολομέλεια του ΣτΕ επέστρεψε κανονισμούς Διοικητικών Εφετείων για να συμπεριληφθεί σε αυτούς το πλαφόν των 120 υποθέσεων ετησίως ανά δικαστή.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Διοικητικού Εφετείου Ιωαννίνων, ο νεότερος κανονισμός του οποίου προβλέπει ότι δεν μπορεί να ανατίθενται σε κάθε δικαστή περισσότερες από 12 υποθέσεις κατά μήνα, γεγονός που είχε προκαλέσει, κατά πληροφορίες, τις έντονες αντιδράσεις του γενικού γραμματέα του υπουργείου Δικαιοσύνης, ο οποίος, εύλογα, είχε υποστηρίξει ότι με τους ρυθμούς αυτούς δεν μπορεί να υπάρξει επιτάχυνση απονομής δικαίου.
Το συγκεκριμένο Διοικητικό Εφετείο παρουσιάζει, σε σύγκριση με ανάλογης δυναμικότητας δικαστήρια, τον μικρότερο αριθμό διεκπεραιωμένων υποθέσεων πανελλαδικά. Πρόκειται για δικαστήριο δυναμικότητας 5 εφετών, ενώπιον του οποίου συζητηθήκαν το περασμένο έτος 357 υποθέσεις. Δηλαδή, 70 περίπου υποθέσεις ανά δικαστή ετησίως, ο οποίος συμμετείχε σε μία δικάσιμο κατά μήνα.
 Εξετάζοντας τα στοιχεία αυτά η Ολομέλεια του ΣτΕ έκρινε ότι πρέπει να εφαρμοστεί ο παλαιός κανονισμός που προβλέπει την ανάθεση 10-17 υποθέσεων κάθε μήνα σε καθένα από τους πέντε εφέτες και ότι σε καμία περίπτωση ο αριθμός των εκδικαζομένων υποθέσεων δεν μπορεί να είναι κατώτερος των 120 ετησίως.

ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

  ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ -ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΕΝ ΟΨΕΙ   ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ (4...