29 Οκτωβρίου 2011

ΑΤΟΜΙΚΗ ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΓΙΑ ΤΕΛΟΣ ΑΚΙΝΗΤΟΥ


ΕΝΩΠΙΟΝ
ΤΟΥ ΜΟΝΟΜΕΛΟΥΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ

ΠΡΟΣΦΥΓΗ
Του Αντωνίου Αργυρού του Παναγιώτη, Δικηγόρου Αθηνών (Α.Μ./Δ.Σ.Α.:), κατοίκου …..Α.Φ.Μ. …..της Δ.Ο.Υ. … Αθηνών.

ΚΑΤΑ
1. Του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Δ’ Αθηνών, που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Κωλέττη αρ. 14Α’.
2. Του υπ’ αριθμ. …….Λογαριασμού Παροχής Ηλεκτρικού Ρεύματος της Δ.Ε.Η. Α.Ε. (αρ. παροχής …..), τον οποίο έλαβα στις **, κατά το μέρος αυτού, με το οποίο μου επιβάλλεται Έκτακτο Ειδικό Τέλος Ηλεκτροδοτούμενων Δομημένων Επιφανειών (Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε.), ύψους …….. Ευρώ, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 53 του Ν. 4021/2011.

*.*.*.*.*.*.*.*.*
           
Κατά του ως άνω Λογαριασμού Παροχής Ηλεκτρικού Ρεύματος της Δ.Ε.Η. Α.Ε. (αρ. παροχής …..), τον οποίο έλαβα στις                 ***011, κατά το μέρος αυτού, με το οποίο μου επιβάλλεται Έκτακτο Ειδικό Τέλος Ηλεκτροδοτούμενων Δομημένων Επιφανειών (Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε.), ύψους **** Ευρώ, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 53 του Ν. 4021/2011, προσφεύγω νομίμως και εμπροθέσμως διά της παρούσης ενώπιον του Δικαστηρίου Σας και ζητώ την ακύρωση αυτού για τους κάτωθι προβαλλομένους νομίμους, βασίμους και αληθείς λόγους, καθώς και όσους επιφυλάσσομαι να προσθέσω στο μέλλον, νομίμως και εμπροθέσμως.

Α. ΣΥΝΤΟΜΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ
Ι.             Είμαι αποκλειστικός κύριος, νομέας και κάτοχος μιας οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμερίσματος) ευρισκομένης στον Δήμο ***, οδός ***αρ**, δομημένης επιφανείας μέτρων τετραγωνικών εκατόν τεσσάρων (** με αριθμό παροχής Δ.Ε.Η. ****.
ΙΙ.         Με τον υπ’ αριθμ. *** Λογαριασμό Παροχής Ηλεκτρικού Ρεύματος της Δ.Ε.Η. Α.Ε. (αρ. παροχής ***** τον οποίο έλαβα στις ***, μου επιβάλλεται, καθ’ όσον αφορά στο ανωτέρω ακίνητο, Έκτακτο Ειδικό Τέλος Ηλεκτροδοτούμενων Δομημένων Επιφανειών (Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε.), ύψους ****) Ευρώ, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 53 του Ν. 4021/2011.
ΙΙΙ.        Εντούτοις, η επιβολή της ανωτέρω φορολογικής επιβαρύνσεως παρίσταται αντίθετη στις διατάξεις του Συντάγματος και της Ε.Σ.Δ.Α. Ειδικότερα:
                
Β. ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΝΟΜΙΚΗ ΦΥΣΗ ΤΟΥ Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε.
Ι.          Ο νομοθέτης έσπευσε να αποδώσει στην υπό κρίση φορολογική επιβάρυνση τον χαρακτηρισμό του «τέλους». Ωστόσο, ο χαρακτηρισμός αυτός παρίσταται προσχηματικός και παρελκυστικός, καθώς, όπως θα καταδειχθεί κατωτέρω, κατ’ ουσίαν πρόκειται για φόρο. Η δε αποσαφήνιση αυτή δεν στερείται συνεπειών κατά την εξέταση των όρων νομιμότητας και συνταγματικότητας της σχετικής επιβολής. Η ορθή διάκριση ενός οικονομικού βάρους ως φόρου ή ανταποδοτικού τέλους έχει σημασία για την εκτίμηση της συνταγματικότητας της σχετικής επιβολής, ιδίως σχετικά με την έκταση εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 78 του Συντάγματος. Σε κάθε περίπτωση, το κατά πόσον ένα οικονομικό βάρος αποτελεί φόρο ή ανταποδοτικό τέλος δεν κρίνεται από τον χαρακτηρισμό, που του αποδίδει ο νομοθέτης, αλλά από τη φύση και τον σκοπό που υπηρετεί. 
ΙΙ.         Σε νομικό επίπεδο, η έλλειψη ειδικού ανταλλάγματος επιτρέπει τη διάκριση του φόρου από τα τέλη ανταποδοτικού χαρακτήρα (βλ. Ι.Δ. Αναστόπουλου – Θ.Π. Φορτσάκη, Φορολογικό Δίκαιο, Γ’ Έκδοση, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, &25, σελ. 22). Τα ανταποδοτικά τέλη είναι μονομερώς επιβαλλόμενες χρηματικές υποχρεώσεις, η καταβολή των οποίων συνδέεται με την παροχή ειδικής ωφελείας στον υπόχρεο, δηλαδή την απόλαυση δημοσίας υπηρεσίας ή δημοσίου πράγματος (βλ. ΣτΕ 201/1961, ΣτΕ 1395/1967, ΣτΕ 649/1981, ΣτΕ 950/1981). 
            Όπως έχει παγίως κριθεί, το ανταποδοτικό τέλος διακρίνεται από τον φόρο κατά το ότι αποτελεί μεν και αυτό, όπως ο φόρος, αναγκαστική παροχή, καταβάλλεται, όμως, έναντι ειδικής αντιπαροχής, ήτοι έναντι ειδικώς παρεχομένης δημοσίας υπηρεσίας, προς την οποία, μάλιστα, τελεί σε σχέση αντιστοιχίας, γιατί αποσκοπεί στην κάλυψη του κόστους της υπηρεσίας. Η δημοσία, δε, αυτή υπηρεσία, προς την οποία αντιστοιχεί το ανταποδοτικό τέλος, παρέχεται προεχόντως χάριν δημοσίου σκοπού, εξυπηρετούνται, όμως, με αυτήν ταυτοχρόνως και όποιοι την χρησιμοποιούν, που φέρουν και το βάρος των δαπανών της. Λόγω, μάλιστα, ακριβώς του δημοσίου χαρακτήρα της ειδικής αντιπαροχής, η υποχρέωση καταβολής του ανταποδοτικού τέλους ούτε την πραγματική χρησιμοποίηση της υπηρεσίας στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέτει κατ’ ανάγκην, ούτε την ακριβή αντιστοιχία μεταξύ του ύψους του τέλους και του κόστους της παρεχομένης υπηρεσίας, αφού αρκεί απλώς η δυνατότητα (ετοιμότητα) παροχής της υπηρεσίας και η κατ’ αρχήν κάλυψη των δαπανών της από το τέλος, που καταβάλλουν οι χρήστες της (βλ. ΣτΕ 2483/1999, ΣτΕ 950/1981, ΣτΕ 649/1981, ΑΕΔ 5/1984). 
            Κατά τη νομολογία, μάλιστα, του Δ.Ε.Κ., το ύψος των ανταποδοτικών τελών πρέπει να είναι και ανάλογο με τη δαπάνη, στην οποία υποβάλλεται η Δημόσια Διοίκηση, άλλως, εάν το ύψος ενός τέλους είναι γενικώς άσχετο προς τα έξοδα, στα οποία υποβάλλεται η Διοίκηση, τότε δεν μπορεί να αποτελεί τέλος ανταποδοτικού χαρακτήρα {βλ. απόφαση Δ.Ε.Κ. της 2ας Δεκεμβρίου 1997, Fantask A/S κ.λπ. κατά Industriministeriet (Ehrvervministeriet), Συλλ. 1997 σελ. Ι-6783}. 
            Κατά συνέπεια, όταν ελλείπουν τα στοιχεία, τα οποία επιτρέπουν σε ένα οικονομικό βάρος να χαρακτηρισθεί ως τέλος, τότε η σχετική επιβάρυνση αποτελεί φόρο (βλ. ΣτΕ 60/2010 ΕΔΔΔΔ 2011.516, ΣτΕ 2462/1999 ΕΕμπΔ 2001.355). 
ΙΙΙ.        Εν προκειμένω, το τιτλοφορούμενο ως «Έκτακτο Ειδικό Τέλος Ηλεκτροδοτούμενων Δομημένων Επιφανειών (Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε.)» ουδόλως αποτελεί, στην πραγματικότητα ανταποδοτικό τέλος, καθώς, εν απουσία όλων των στοιχείων, που θα επέτρεπαν κάτι τέτοιο, συνιστά κατ’ ουσίαν φόρο. 
            Ειδικότερα, στην Αιτιολογική Έκθεση του Νόμου επιχειρείται η θεμελίωση της ανταποδοτικότητας στη βάση ότι το Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. «επιβάλλεται σε περιουσία της οποίας η πραγματική αξία εξαρτάται απολύτως από την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων και συνεπώς, εμπεριέχει σαφή στοιχεία εμμέσου ανταποδοτικότητας». Εντούτοις, η επικαλουμένη «ανταποδοτικότητα», πέραν του ότι ρητώς χαρακτηρίζεται ως «έμμεση», δείγμα της αδυναμίας ανευρέσεως πιο πειστικού επιχειρήματος, εμφανίζει τόσο μεγάλη γενικότητα και αοριστία, που, ασφαλώς, πόρρω απέχει από την έννοια της «ειδικής αντιπαροχής», ήτοι της ειδικώς παρεχομένης δημοσίας υπηρεσίας, προς την οποία, μάλιστα, η σχετική οικονομική επιβάρυνση πρέπει να τελεί σε σχέση αντιστοιχίας.
            Περαιτέρω, στο ίδιο το γράμμα των διατάξεων του άρθρου 53 του Ν. 4021/2011 ευθέως αναγνωρίζεται ότι η επιβολή του Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. υπαγορεύεται από «επιτακτικούς λόγους εθνικού συμφέροντος, που συνίστανται στην άμεση μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος». Η δε Αιτιολογική Έκθεση, κινουμένη στο ίδιο πλαίσιο, αναφέρει ότι, δεδομένης της οικονομικής καταστάσεως της Χώρας, στόχο, που υπηρετεί και η επιβολή του Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε., «αποτελεί η δημοσιονομική της εξυγίανση, προκειμένου να αποκατασταθεί η εθνική δημοσιονομική ανεξαρτησία». 
            Επομένως, καθίσταται σαφές ότι ο προορισμός των εσόδων, που θα εισπραχθούν από την επιβολή του Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε, εντοπίζεται στην εξυπηρέτηση δημοσιονομικών στόχων, μη άμεσα συναρτωμένων με την παροχή κάποιας ειδικής ωφελείας στους ιδιοκτήτες των ακινήτων, με συνέπεια να αποκαλύπτεται ευχερώς ο αληθής χαρακτήρας της εν λόγω δημοσιονομικής επιβαρύνσεως, η οποία συνιστά αναντίρρητα φόρο επί της περιουσίας και όχι «τέλος». Ως εκ τούτου, νομίμως και βασίμως τίθεται υπό τη βάσανο των συνταγματικών αρχών και κανόνων, που αναπτύσσονται αναλυτικώς κατωτέρω.  
 
Γ. ΛΟΓΟΙ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ

1ος Λόγος Προσφυγής
Ι.          Στη διάταξη του άρθρου 17§1 του Συντάγματος ορίζεται ότι «Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος». Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 17§2 εδ. α’ του Συντάγματος προβλέπεται ότι «Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης». 
            Σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. ΣτΕ 1395-96/1956, 2307/1963, 1131/1965 και Ι. Σαρμά, Η συνταγματική και διοικητική νομολογία του ΣτΕ, Β’ Έκδοση, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1994, σελ. 478), η επιβολή φόρων δεν επιτρέπεται να οδηγεί ούτε σε δήμευση της περιουσίας του φορολογουμένου, δηλαδή σε ουσιώδη περιορισμό του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, ούτε σε κατάλυση της οικονομικής ελευθερίας, που κατοχυρώνονται συνταγματικά. Σε κάθε περίπτωση, η φορολογική νομοθεσία δεν μπορεί να προχωρήσει μέχρι του να αναιρεί την ουσία της ιδιοκτησίας, η οποία είναι, μέσα σε λογικά όρια και στο πλαίσιο της κοινωνικής λειτουργίας της, η απόλαυση, χρήση και ανάλωση των καρπών της ιδιοκτησίας (βλ. Ι.Δ. Αναστόπουλο – Θ.Π. Φορτσάκη, Φορολογικό Δίκαιο, Γ’ Έκδοση, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 2008, §129, σελ. 131). Διαφορετικά, ο φόρος αποκτά μη επιτρεπτό δημευτικό χαρακτήρα (βλ. Ι.Δ. Αναστόπουλο – Θ.Π. Φορτσάκη, ό.π., Γ. Κασιμάτη, Τα συνταγματικά όρια της ιδιοκτησίας, 1972, σελ. 30 επ., Μ.Γ. Κυπραίο, Στοιχεία Φορολογικού Δικαίου, Αθήνα, 1980, σελ. 680-682, Κ.Δ. Φινοκαλιώτη, Φορολογικό Δίκαιο, Γ’ Έκδοση, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, σελ. 152).  Η τυχόν φορολόγηση της περιουσίας με υπερβολικά υψηλούς συντελεστές, εφ’ όσον αυτή καταλήγει με μαθηματική βεβαιότητα, μέσα σε λίγα χρόνια, στην απομύζηση από το Κράτος ολόκληρης της οικονομικής αξίας της, εξομοιώνεται προς τη στέρηση της ιδιοκτησίας και αντίκειται στις επιταγές του άρθρου 17 του Συντάγματος (βλ. Κ.Χ. Χρυσόγονο, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, Β’ Έκδοση, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 2002, σελ. 345).
ΙΙ.         Στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., που τιτλοφορείται «Προστασία ιδιοκτησίας», προβλέπεται ότι «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή διά λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύει Νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων». Το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ε.Σ.Δ.Α. κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν.Δ. 53/1974 και, μετά την κύρωσή του, έχει, δυνάμει της διατάξεως του άρθρου 28§1 του Συντάγματος, υπερνομοθετική ισχύ.
Κατά τη νομολογιακή προσέγγιση των ανωτέρω διατάξεων, το Ε.Δ.Δ.Α. διαπιστώνει στη δεύτερη παράγραφο του ως άνω άρθρου 1 μια επιπρόσθετη εγγύηση για τους πολίτες στα ζητήματα φορολογίας και επιβεβαιώνει τον τιθέμενο με την πρώτη παράγραφο κανόνα, ερμηνεύοντας τη διάταξη υπέρ της προστασίας του δικαιώματος (βλ. Γ.Β. Φουφόπουλο, Η ΕΣΔΑ και οι φορολογικές κυρώσεις στη νομολογία του ΕΔΔΑ, ΔΦΝ 2001, σελ. 931 επ.). Ειδικότερα, στην απόφαση Gasus Dosier-und Fordertechnik GmbH κατά Ολλανδίας (23-02-1995, A’ 306 B, ΕΕΕυρΔ 1996.144), Δικαστήριο επιβεβαιώνει την ανάγκη ερμηνείας της φράσεως της δεύτερης παραγράφου υπό το φως της αρχής, που τίθεται στο πρώτο εδάφιο της πρώτης παραγράφου. Κατά συνέπεια, η αρχή της «δίκαιης (εύλογης) ισορροπίας» (fair balance - juste équilibre) μεταξύ των απαιτήσεων του δημοσίου συμφέροντος και των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου τίθεται υπό εξέταση και επιτρέπει να διερευνάται «η αναλογικότητα μεταξύ του ποσού του φόρου και της φοροδοτικής ικανότητας του φορολογουμένου» (βλ. και  L. Sermet, «La CEDH et le droit de propriété», Dossier sur les droits de l’homme, Conseil de l’Europe, Strasbourg, 1991, σελ. 28). Περιορισμοί, δε, επιβάλλονται και ως προς τα μέτρα και κυρώσεις, που μπορεί ο νομοθέτης να θεσπίσει και η φορολογική διοίκηση ενός Κράτους να επιβάλει προς εξασφάλιση της καταβολής των φόρων (βλ. απόφαση Hentrich κατά Γαλλίας, 22-9-1994, Α’ 320-Α, Revue Française de Droit Administratif , τεύχος 6, 1995, σελ. 1173 επ.).
ΙΙΙ.        Η εξέταση των ανεκτών προς το δικαίωμα προστασίας της ιδιοκτησίας ορίων φορολογήσεως της κατοχής της ακίνητης περιουσίας απετέλεσε αντικείμενο προβληματισμού και για τη γερμανική και γαλλική νομολογία. Στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνεται ότι στη Γερμανία, το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο της Καρλσρούης, με μια απόφαση που εξέδωσε στις 22 Ιουνίου 1995 (BVerfGE, 93, 121), οδήγησε, κατ’ ουσίαν, στη σιωπηρή απόσυρση του γερμανικού φόρου επί της κατοχής της περιουσίας (Vermögensteuer). Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, ο φόρος επί της κατοχής της περιουσίας δεν μπορεί να καθιερώνεται, παρά στο μέτρο που, από τη συνύπαρξή του με τους άλλους υφισταμένους φόρους, αφήνει άθικτη την ουσία της περιουσίας και μπορεί να καταβάλλεται ετησίως χάρη στα εισοδήματα, τα οποία προέρχονται κατά συνήθη χρήση από την περιουσία αυτή. Προχωρώντας δε ακόμη παραπέρα, σημείωσε ότι και το εισόδημα, που προκύπτει από την περιοδική εκμετάλλευση της περιουσίας, πρέπει μεν να συμβάλλει στην κάλυψη των δημοσίων βαρών, συγχρόνως, όμως, ένα τμήμα του πρέπει να παραμένει εις χείρας του φορολογουμένου-κατόχου της περιουσίας. Διατυπώνοντας δε τον λεγόμενο κανόνα της «διαιρέσεως εις το ήμισυ» (Halbteilungsgrundsatz), τοποθέτησε το όριο στο ήμισυ του ως άνω εισοδήματος, με την έννοια ότι η συνολική φορολογική επιβάρυνση της ακίνητης περιουσίας δεν μπορεί να υπερβαίνει το ήμισυ του εισοδήματος, που παράγεται από αυτή.
            Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε κατά το παρελθόν και το Γαλλικό Συνταγματικό Συμβούλιο (Conseil Constitutionnel), σε μια απόφαση, που εξέδωσε στις 29 Δεκεμβρίου 1998 (no 98-405 DC), σχετικά με τον γαλλικό φόρο αλληλεγγύης επί της περιουσίας (Impôt de Solidarité sur la Fortune), ο οποίος, σημειωτέον, επιβάλλεται στο σύνολο της περιουσίας και όχι μόνον στην ακίνητη ιδιοκτησία. Στην απόφαση αυτή, το Γαλλικό Συνταγματικό Συμβούλιο επεσήμανε ότι ο φόρος αλληλεγγύης επί της περιουσίας αποτελεί φόρο επί της κατοχής της περιουσίας, καταβλητέο διά των εισοδημάτων, που παράγει αυτή. Για να είναι η φορολόγηση της περιουσίας συνταγματικώς ανεκτή, θα πρέπει η κατοχή της να συνδέεται και με παραγωγή εισοδήματος. Προς την κατεύθυνση αυτή, μάλιστα, θεσπίστηκε, με τον φορολογικό νόμο (loi de finances) του 2006, και η λεγομένη «φορολογική ασπίδα» (bouclier fiscal), σύμφωνα με την οποία η συνολική φορολογική επιβάρυνση του φορολογουμένου από τους αμέσους φόρους (φόρος εισοδήματος, φόρος κατοχής, δημοτικοί φόροι - αντίστοιχοι με το Τ.Α.Π. - και φόρος κατοικίας) δεν πρέπει να υπερβαίνει αθροιστικώς το εξήντα τοις εκατό (60%) των εισοδημάτων του. Εν συνεχεία δε, με τον νόμο της 1ης Αυγούστου 2007 «για την ενίσχυση της εργασίας, της απασχολήσεως και της αγοραστικής δυνάμεως», το όριο των ως άνω αμέσων φόρων, στους οποίους, μάλιστα, προστέθηκαν και οι κοινωνικές εισφορές, κατήλθε στο πενήντα τοις εκατό (50%) των εισοδημάτων του φορολογουμένου. Η στόχευση του μέτρου αυτού είναι προφανής, ήτοι η αποφυγή προσλήψεως δημευτικού χαρακτήρα από τη σχετική φορολογία (βλ. και Ε.Κ. Μπακάλη, Φορολογικοί Περιορισμοί της Ιδιοκτησίας, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 2008).
            Εκ των ανωτέρω καθίσταται σαφής η ευρύτερη τάση να συνδέεται ο καταβλητέος λόγω της κατοχής της περιουσίας φόρος με το παραγόμενο εκ της περιουσίας αυτής εισόδημα, αλλά και με το συνολικό εισόδημα του φορολογουμένου, ώστε αφενός να αποφεύγεται η σταδιακή απομείωση της αξίας της ακίνητης περιουσίας διά της συνολικής φορολογικής επιβαρύνσεώς της, που συνιστά, κατ’ ουσίαν, ανεπίτρεπτη συνταγματικώς δήμευση αυτής, και αφετέρου η φορολόγησή της να αντανακλά πραγματική φοροδοτική ικανότητα.
IV.       Υπό το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, πλην του Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε., επί της ακίνητης περιουσίας επιβάλλονται οι ακόλουθοι φόροι και τέλη: α) Στο πεδίο της φορολογίας της μεταβιβάσεως της ακίνητης περιουσίας από επαχθή αιτία ο Φόρος Μεταβιβάσεως Ακινήτων (Φ.Μ.Α., Ν. 1587/1950) και ο Φόρος Προστιθέμενης Αξίας στις νεόδμητες οικοδομές (Φ.Π.Α., άρθρο 1 Ν. 3427/2005, άρθρο 6 Κ.Φ.Π.Α.), β) στο πεδίο της φορολογίας της μεταβιβάσεως της ακίνητης περιουσίας από χαριστική αιτία ο Φόρος Κληρονομιών, Δωρεών και Γονικών Παροχών (Ν. 2961/2001). γ) Στο πεδίο της φορολογίας της κατοχής της ακίνητης περιουσίας ο Φόρος Ακίνητης Περιουσίας (Φ.Α.Π., άρθρα 27 επ. Ν. 3842/2010), το Τέλος Ακίνητης Περιουσίας (Τ.Α.Π., άρθρο 24 Ν. 2130/1993), ο Ειδικός Φόρος επί των Ακινήτων (άρθρα 15-18 Ν. 3091/2002), ενώ σχετικά πρόσφατα επιβλήθηκε και Έκτακτη Εισφορά στα Ακίνητα (άρθρο 3 Ν. 3808/2009), δ) στο πεδίο της φορολογίας του εισοδήματος, το Εισόδημα από Ακίνητα αποτελεί εισόδημα Α’-Β’ πηγής (άρθρα 20-23 Κ.Φ.Ε.) και συναθροίζεται, κατ’ αρχάς, με τα λοιπά εισοδήματα του φορολογουμένου ενώ, επιπλέον, επιβάλλεται Συμπληρωματικός Φόρος στο ακαθάριστο εισόδημα από ακίνητα (άρθρα 9§5, 10§2 και 109§3 Κ.Φ.Ε.), Τέλος Χαρτοσήμου πλέον Εισφοράς υπέρ Ο.Γ.Α. στα μισθώματα πλην μισθώσεων κατοικιών (άρθρο 13§2 εδ. α’ Κ.Ν.Τ.Χ.), και, περαιτέρω, υπολογίζεται τεκμαρτό εισόδημα για ιδιοχρησιμοποιούμενες ή δωρεάν παραχωρούμενες οικοδομές (άρθρο 22 Κ.Φ.Ε.) και προβλέπεται «αντικειμενική δαπάνη» (τεκμήριο) για ιδιοκατοικουμένη ή μισθωμένη ή δωρεάν παραχωρουμένη κύρια κατοικία και για ιδιοκατοικουμένη ή μισθωμένη δευτερεύουσα κατοικία (άρθρο 16§1 περ. α’ και β’ Κ.Φ.Ε.) και «αντικειμενική δαπάνη» (τεκμήριο) αποκτήσεως περιουσιακών στοιχείων για αγορά ή χρονομεριστική ή χρηματοδοτική μίσθωση ακινήτων ή ανέγερση οικοδομών (άρθρο 17 περ. γ’ Κ.Φ.Ε.). Τα ανωτέρω αποτελούν τα σημαντικότερα φορολογικά βάρη, που προβλέπονται σχετικά με την ακίνητη περιουσία, χωρίς, ωστόσο, η φορολογική επιβάρυνση να εξαντλείται σε αυτά, καθώς υπάρχει ακόμη πληθώρα δημοτικών τελών, αλλά και τελών, που σχετίζονται με τη σύνταξη και μεταγραφή των μεταβιβαστικών συμβολαίων, την έκδοση των οικοδομικών αδειών κ.λπ.
V.        Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, το Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. δεν πρέπει να αξιολογηθεί κατά τρόπο αυτόνομο, αλλά συνδυαστικώς και συνολικώς, ήτοι σε συνάρτηση με τις προαναφερθείσες φορολογικές επιβαρύνσεις της ακίνητης περιουσίας, που δημιουργούν υπέρμετρη φορολογική πίεση σε αυτή, απειλούσα την ιδία την ουσία της και καταλήγουσα, ουσιαστικώς, σε σταδιακή δήμευση αυτής. Πολλώ δε μάλλον, αφ’ ης στιγμής η φορολόγηση της κατοχής της ακίνητης περιουσίας δεν πραγματοποιείται αποκλειστικώς στην περίπτωση, που αυτή παράγει εισόδημα, ώστε και η αναλογούσα σε αυτή φορολογική επιβάρυνση να καταβάλλεται ακριβώς από ένα μέρος των εισοδημάτων αυτών, παρά ο νομοθέτης αρκείται, άνευ ετέρου, στην κατοχή αυτής. Περαιτέρω, προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας επέρχεται και διά του εξαναγκασμού του ιδιοκτήτη – φορολογουμένου να προβεί σε εκποίηση της περιουσίας του αυτής, ώστε να καταφέρει να αντεπεξέλθει στην καταβολή των φόρων, που συνδέονται με αυτή, ιδίως σε περίοδο οξυτάτης οικονομικής υφέσεως, που χαρακτηρίζεται από τεραστία έλλειψη ρευστότητας. 
VI.       Η ανωτέρω φορολογική επιβάρυνση, εξεταζομένη υπό το πρίσμα της αρχής της «δίκαιης (εύλογης) ισορροπίας» μεταξύ απαιτήσεων του δημοσίου συμφέροντος και του θεμελιώδους δικαιώματος της ατομικής ιδιοκτησίας, αλλά και υπό το πρίσμα της συνταγματικώς κατοχυρωμένης αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25§1 Συντ.). ουδόλως μπορεί να υποστηριχθεί ότι ικανοποιεί τις απαιτήσεις τους. Ειδικότερα, μόνη η κατοχή της ακίνητης περιουσίας, ως ο «εύκολος στόχος» φορολογήσεως σε κάθε συγκυρία, στην οποία απαιτείται η άμεση εισροή εσόδων στο Δημόσιο Ταμείο, δεν αποτελεί τη μόνη ή την επιεικέστερη δυνατή επιλογή, καθώς ο επιδιωκόμενος σκοπός μπορεί να επιτευχθεί με ηπιότερα εναλλακτικά μέτρα, τα οποία δεν θα έρχονται σε αντίθεση το συνταγματικώς και υπερνομοθετικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα ιδιοκτησίας, πλήττοντας την ουσία αυτού. Τα ανωτέρω ισχύουν κατά μείζονα λόγο, εάν συνεκτιμηθεί το γεγονός ότι ως κύρωση για τη μη καταβολή του Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. προβλέπεται η διακοπή της παροχής ενός κοινωνικού αγαθού, όπως είναι το ηλεκτρικό ρεύμα. Τέλος, για την ορθή προσέγγιση της ανωτέρω σταθμίσεως, επισημαίνεται ότι μόνο το ταμιευτικό συμφέρον του Δημοσίου δεν αποτελεί σκοπό δημοσίου συμφέροντος, ώστε να δικαιολογηθεί επαρκώς η περιστολή ενός ατομικού δικαιώματος, όπως η προστασία της ιδιοκτησίας (βλ. ΟλΣτΕ 1663/2009 ΔΔίκη 2010.507 και Ε.Δ.Δ.Α., απόφαση Μεϊδάνης κατά Ελλάδας, 22-05-2008, Δίκη 2008.704).
            Επομένως, εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι η προσβαλλομένη πράξη, ως ερειδομένη επί των διατάξεων του άρθρου 53 του Ν. 4021/2001, οι οποίες εισάγουν ένα επιπρόσθετο φορολογικό βάρος στην ακίνητη περιουσία και, σε συνδυασμό με τις λοιπές φορολογικές επιβαρύνσεις της ακίνητης περιουσίας, καταλήγουν στη σταδιακή δήμευση αυτής, με αποτέλεσμα να αντίκεινται στις διατάξεις του άρθρου 17 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., παρίσταται ακυρωτέα.    

2ος Λόγος Προσφυγής
Ι.          Στη διάταξη του άρθρου 78§1 του Συντάγματος ορίζεται ότι «Κανένας  φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο που καθορίζει  το υποκείμενο της φορολογίας και το εισόδημα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους, στις οποίες αναφέρεται ο φόρος». Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 78§4 του Συντάγματος προβλέπεται ότι «Το αντικείμενο της φορολογίας, ο φορολογικός συντελεστής, οι απαλλαγές ή εξαιρέσεις από τη φορολογία και η απονομή των συντάξεων δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο  νομοθετικής εξουσιοδότησης».
            Στις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις ορίζονται τα αντικειμενικώς ουσιώδη στοιχεία του φόρου, ήτοι το υποκείμενο, το αντικείμενο και ο συντελεστής του φόρου, καθώς και οι φορολογικές απαλλαγές ή εξαιρέσεις, τα οποία, μάλιστα, κατά ρητή επιταγή, δύνανται να ορίζονται μόνο με τυπικό νόμο και δεν μπορούν να αποτελούν αντικείμενο νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως (βλ. ΟλΑΠ 18/1994 Δ/νη 1994.1264). Ειδικώς καθ’ όσον αφορά στο αντικείμενο του φόρου, η συνταγματική υποχρέωση καθορισμού του με τυπικό νόμο εκτείνεται και στον προσδιορισμό της φορολογικής βάσεως, δηλαδή του μεγέθους εκείνου, επί του οποίου υπολογίζεται ο φόρος (βλ. Ι.Δ. Αναστόπουλου – Θ.Π. Φορτσάκη, ό.π., §87, σελ. 72).
ΙΙ.            Εν προκειμένω, όπως προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 53§2 του Ν. 4021/2011, για τον υπολογισμό του Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. λαμβάνεται υπ’ όψιν το εμβαδό της δομημένης επιφανείας, το ύψος της τιμής ζώνης και η παλαιότητα του ακινήτου, όπως αυτά αναγράφονται στο λογαριασμό της Δ.Ε.Η. ή των εναλλακτικών προμηθευτών ηλεκτρικού ρεύματος, με βάση τα οποία υπολογίστηκε κατά τη 17-09-2011 το Τέλος Ακίνητης Περιουσίας της παρ. 1 του άρθρου 24 του Ν. 2130/1993, καθώς και συντελεστής προσαύξησης αντιστρόφως ανάλογος προς την παλαιότητα του ακινήτου και συντελεστής προσδιορισμού του τέλους σε ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο σύμφωνα με τους πίνακες, που παρατίθενται στην ως άνω διάταξη. Κατά συνέπεια, η φορολογική βάση του Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. δεν καθορίζεται ευθέως από τον Νόμο, αλλά κατά παραπομπή στη μέθοδο υπολογισμού, την οποία χρησιμοποιεί η Δ.Ε.Η. και, κατ’ επέκταση, οι εναλλακτικοί προμηθευτές ηλεκτρικού ρεύματος για το Τ.Α.Π. Το δε γεγονός αυτό συνιστά κατ’ εξουσιοδότηση προσδιορισμό ενός ουσιώδους στοιχείου του φόρου και, μάλιστα, ούτε καν από την κανονιστικώς δρώσα διοίκηση, αλλά από νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου. 
               Ο - ανεπίτρεπτος συνταγματικώς - κατ’ εξουσιοδότηση προσδιορισμός της βάσεως υπολογισμού του φόρου από ιδιώτη αποκτά μείζονες διαστάσεις ιδίως καθ’ όσον αφορά στο εμβαδό των δομημένων επιφανειών, ως προσδιοριστικού παράγοντα της βάσεως υπολογισμού. Συγκεκριμένα, ο υπολογισμός του Τ.Α.Π. στηρίζεται στην ιδιωτική καταγραφή της ακίνητης περιουσίας των πολιτών από τη Δ.Ε.Η., η οποία, όπως αποδεικνύεται εν τοις πράγμασι, σε πολλές περιπτώσεις είναι εσφαλμένη. Σε κάθε περίπτωση, η καταγραφή αυτή δεν περιβάλλεται με τις αυξημένες θεσμικές εγγυήσεις, που απαιτεί η αναγόρευση του στοιχείου αυτού ως προσδιοριστικού παράγοντα του αντικειμένου του φόρου. Θεσμικές εγγυήσεις, τις οποίες θα μπορούσε να εξασφαλίσει μόνο η συγκρότηση «περιουσιολογίου» ακινήτων (άρθρο 52 Ν. 3842/2010) ή η χρησιμοποίηση των στοιχείων του Κτηματολογίου. 
               Επομένως, η προσβαλλομένη πράξη στηρίζεται σε διατάξεις αντίθετες προς τις συνταγματικές διατάξεις του άρθρου 78§§1,4 και, για τον λόγο αυτό, παρίσταται ακυρωτέα.
3ος Λόγος Προσφυγής
Ι.          Στη διάταξη του άρθρου 26§2 του Συντάγματος ορίζεται ότι «Η εκτελεστική λειτουργία ασκείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την Κυβέρνηση». Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 1§3 του Συντάγματος ορίζεται ότι «Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα». Εκ των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων παρέπεται ότι οι πράξεις, που συνιστούν κατ’ εξοχήν άσκηση δημοσίας εξουσίας και έκφραση κυριαρχίας, ασκούνται αποκλειστικώς από το Κράτος και επ’ ουδενί από ιδιώτες (βλ. ΟλΣτΕ 1934/1998 ΤοΣ 1999.598).
ΙΙ.         Ο φόρος αποτελεί υποχρεωτική παροχή, το περιεχόμενο της οποίας καθορίζεται μονομερώς από τη δημοσία εξουσία, που ενεργεί ως imperium, και η καταβολή της εξασφαλίζεται με μέσα καταναγκασμού (βλ. Ι.Δ. Αναστόπουλο – Θ.Π. Φορτσάκη, Φορολογικό Δίκαιο, ό.π., §19, σελ. 16). Τα μέσα αναγκαστικής εισπράξεως των φόρων καθορίζονται με τις διατάξεις του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε., Ν.Δ. 356/1974), στη διάταξη του άρθρου 2 του οποίου ορίζεται ότι η πράξη βεβαιώσεως του φόρου αποτελεί τίτλο εκτελεστό.
Επομένως, η βεβαίωση και είσπραξη των φόρων, αλλά και η βεβαίωση των φορολογικών παραβάσεων και η επιβολή των προβλεπομένων δι’ αυτές φορολογικών (διοικητικών) κυρώσεων, ως κατ’ εξοχήν άσκηση δημοσίας εξουσίας, ανήκει αποκλειστικώς στο Κράτος. Αντιθέτως, η αρμοδιότητα αυτή δεν δύναται να ανατεθεί, κατά τρόπο συνταγματικώς ανεκτό και επιτρεπτό, σε ιδιώτες.
ΙΙΙ.        Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 53§§8-11 του Ν. 4021/2011, τόσο η βεβαίωση, όσο και η είσπραξη του Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. ανατίθεται στη Δ.Ε.Η. και στους λοιπούς εναλλακτικούς προμηθευτές ηλεκτρικού ρεύματος. Μάλιστα, ρητώς χορηγείται στα ανωτέρω πρόσωπα το δικαίωμα, σε περίπτωση μη καταβολής του Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε., να προβούν σε διακοπή της παροχής του ηλεκτρικού ρεύματος. Κατά τον τρόπο, όμως, αυτό μια κατ’ εξοχήν έκφανση της δημοσίας εξουσίας και της κρατικής κυριαρχίας, όπως είναι η βεβαίωση και είσπραξη ενός φόρου επί του κεφαλαίου, ανατίθεται σε ιδιωτικές ανώνυμες εταιρείες, που ουδόλως συνιστούν, ασφαλώς, όργανα της εκτελεστικής εξουσίας, κατά πρόδηλη παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 26§2 και 1§3 του Συντάγματος, συνδυαστικώς ερμηνευομένων.
Επομένως, η προσβαλλομένη πράξη ερείδεται επί αντισυνταγματικών διατάξεων και, ως εκ τούτου, τυγχάνει ακυρωτέα.

4ος Λόγος Προσφυγής
Ι.          Στη διάταξη του άρθρου 4§5 του Συντάγματος ορίζεται ότι «Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους». Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται συνταγματικώς η αρχή της φορολογικής ισότητας, με την έννοια της καθολικότητας της φορολογικής υποχρεώσεως και της φορολογίας με βάση τη φοροδοτική ικανότητα των πολιτών. Εξάλλου, ο γενικός κανόνας της ισότητας ενώπιον του νόμου, όπως καθιερώνεται με τη διάταξη του άρθρου 4§1 του Συντάγματος, εφαρμοζόμενος στο αντικείμενο της φορολογίας, συνεπάγεται για τον νομοθέτη την υποχρέωση να χειρίζεται κατά τρόπο ομοιόμορφο τις όμοιες από πλευράς φοροδοτικής ικανότητας περιπτώσεις, δηλαδή την ίση μεταχείριση των φορολογουμένων, που τελούν υπό τις αυτές συνθήκες (οριζόντια φορολογική ισότητα, βλ. Κ. Δ. Φινοκαλιώτη, Φορολογικό Δίκαιο, Γ’ Έκδοση, σελ. 136 και ΣτΕ 2060/1990, ΣτΕ 648/1995 ΔΔίκη 1995 ΔΦΝ 1996.592). Αντιθέτως, ο νομοθέτης όχι μόνο δεν κωλύεται, αλλά και υποχρεούται, κατ’ εφαρμογή της συνταγματικής αυτής αρχής, αλλά και των επιταγών της αρχής της φορολογικής δικαιοσύνης και του κοινωνικού κράτους, να προβλέπει διαφορετική μεταχείριση κατηγοριών φορολογουμένων, που ευρίσκονται, αντικειμενικώς κρινόμενοι, σε διαφορετικές, ιδιαίτερες συνθήκες (κάθετη φορολογική ισότητα, βλ. Κ. Δ. Φινοκαλιώτη, ό.π., σελ. 136 και ΣτΕ 1228/1963, ΣτΕ 3095-97/1976, ΣτΕ 2912/1980, ΣτΕ 4446/1984, ΣτΕ 2254/1987, ΣτΕ 2060/1990, ΣτΕ 323/1993 ΔΦΝ 1994.227, ΣτΕ 1642/1993 ΦορΕπιθ 1994.493, ΣτΕ 2269/1995 ΤοΣ 1997.154, ΣτΕ 3136/1997 ΔΦΝ 1998.1446, ΣτΕ 1305/1999).
ΙΙ.         Εν προκειμένω, το Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. επιβάλλεται αδιακρίτως σε όλους τους ιδιοκτήτες «δομημένων επιφανειών», χωρίς να συνεκτιμά περαιτέρω ουσιώδεις παράγοντες, που προσδιορίζουν την αληθινή φοροδοτική τους ικανότητα. Ειδικότερα, κατ’ αρχάς, δεν λαμβάνει καθ’ όλου υπ’ όψιν την παραγωγή ή όχι εισοδήματος από την ακίνητη αυτή ιδιοκτησία και, περαιτέρω, το ύψος του εισοδήματος αυτού. Ωστόσο, μόνη η κατοχή μιας ακίνητης περιουσίας, ακόμη και του ιδίου ύψους, δεν συνεπάγεται αυτομάτως και την ιδία φοροδοτική ικανότητα δύο διαφορετικών ιδιοκτητών, δεδομένου ότι στη μια περίπτωση δύναται να αποβαίνει παραγωγική και να δημιουργεί πραγματική φοροδοτική ικανότητα, ενώ στη δεύτερη είναι δυνατό, λόγω αντικειμενικής αδυναμίας εκμεταλλεύσεως (π.χ. αδυναμία εκμισθώσεως), να παραμένει απονεκρωμένη ή να αποβαίνει και ζημιογόνος (π.χ. λόγω χρείας αποκαταστάσεως φθορών λόγω παλαιότητας). Έτσι, όμως, κατά παραβίαση των προαναλυθέντων, καταλήγουμε στο αποτέλεσμα να τυγχάνουν ομοίας φορολογικής μεταχειρίσεως δύο περιπτώσεις, οι οποίες, βάσει πραγματικών δεδομένων, ουδόλως αποτυπώνουν ομοία φοροδοτική ικανότητα.
ΙΙΙ.        Περαιτέρω, για τη διάγνωση της πραγματικής φοροδοτικής ικανότητας του ιδιοκτήτη δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν ούτε το εν γένει αποκτώμενο εξ αυτού εισόδημα, ώστε να εξακριβώνεται η πραγματική δυνατότητά του να καταβάλει τον φόρο, που αντιστοιχεί στην ακίνητη περιουσία του, αλλά και συνολικώς τους φόρους που του αναλογούν. Μόνο η κατοχή ακίνητης ιδιοκτησίας δεν αντανακλά πραγματική φοροδοτική ικανότητα, εφ’ όσον ο φορέας αυτής δεν αποκτά εισόδημα οποιασδήποτε πηγής τέτοιου ύψους, ώστε να δύναται δι’ αυτού να συμμορφωθεί προς την απορρέουσα εκ της ιδιοκτησίας αυτής φορολογική υποχρέωσή του. Σύμφωνα, δε, με την προπαρατεθείσα γερμανική και γαλλική συνταγματική νομολογία, το αποκτώμενο εισόδημα θα πρέπει, στη χειρότερη περίπτωση, να επιμερίζεται μεταξύ καταβολής του συνόλου των ατομικών φορολογικών επιβαρύνσεων και διατηρήσεως του ημίσεως αυτού εις χείρας του φορολογουμένου, προς ικανοποίηση των ατομικών αναγκών του. Άλλως, καταλήγουμε στο δημευτικό αποτέλεσμα η καταβολή του φόρου να καθίσταται δυνατή μόνο διά της εκποιήσεως της ακίνητης περιουσίας, που αποτελεί ταυτοχρόνως και αντικείμενο φορολογήσεως.
IV.       Επιπροσθέτως, για τον υπολογισμό του Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. λαμβάνονται υπ’ όψιν μόνο η επιφάνεια του ακινήτου, η τιμή ζώνης αυτού (η οποία, μάλιστα, καθορίζεται με κατ’ εξουσιοδότηση του Νόμου εκδοθείσες Υ.Α.) και η παλαιότητα αυτού. Αντιθέτως, δεν λαμβάνονται υπ’ όψιν άλλοι ουσιώδεις προσδιοριστικοί παράγοντες, όπως ο συντελεστής ορόφου ή ο συντελεστής εμπορικότητας, οι οποίοι, βεβαίως, διαφοροποιούν την αξία των ακινήτων, γι’ αυτό και λαμβάνονται υπ’ όψιν και στο σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων (άρθρο 41 Ν. 1249/1982). Όσον αφορά, δε, στις τιμές ζώνης, αυτές κατηγοριοποιούνται και συνδέονται με πάγιο ποσό φόρου ανά τ.μ. με τέτοιο τρόπο, ώστε ακίνητα ευρισκόμενα σε περιοχές με τιμές ζώνης ουσιωδώς διαφορετικές (π.χ. 1.001 ευρώ/τ.μ. και 1.500 ευρώ/τ.μ.), να τυγχάνουν αδικαιολογήτως ομοίας φορολογικής μεταχειρίσεως. 
V.        Τέλος, το Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. αποτελεί τη δεύτερη φορολογική επιβάρυνση της κατοχής της ακίνητης περιουσίας μέσα στο ίδιο οικονομικό έτος (2011). Ειδικότερα, όσοι έχουν ακίνητη περιουσία άνω των διακοσίων χιλιάδων (200.000) Ευρώ επιβαρύνονται, όπως προεκτέθηκε, και με τον Φ.Α.Π. (άρθρα 27 επ. Ν. 3842/2010). Έτσι, όμως, σημειώνεται παραβίαση και της αρχής της απαγορεύσεως της διπλής φορολογίας, ήτοι της απαγορεύσεως εκ νέου φορολογήσεως της ιδίας φορολογητέας ύλης για την ιδία αιτία (βλ. ΣτΕ 1500/1986 Ευρετήριο ΣτΕ 1986.1375).  
            Σύμφωνα με τα προαναλυθέντα, η προσβαλλομένη πράξη, ως ερειδομένη επί διατάξεων αντιθέτων προς τις αρχές της φορολογικής ισότητας, της φορολογήσεως βάσει της φοροδοτικής ικανότητας και της απαγορεύσεως της διπλής φορολογίας, τυγχάνει ακυρωτέα.

5ος Λόγος Προσφυγής
Ι.             Στη διάταξη του άρθρου 2§1 του Συντάγματος ορίζεται ότι «Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας». Σύμφωνα, δε, με τις διατάξεις των άρθρων 110§1 και 48§1 του Συντάγματος, η ανωτέρω θεμελιώδης συνταγματική διάταξη εξαιρείται των υποκειμένων σε αναθεώρηση ή αναστολή συνταγματικών διατάξεων.  
               Η διάταξη αυτή, η οποία βρίσκεται στο Τμήμα Α’ του πρώτου μέρους του Συντάγματος, που φέρει τον τίτλο «Μορφή του Πολιτεύματος», δεν θεσπίζει «ατομικό δικαίωμα», αλλά χαρακτηρίζει το δημοκρατικό μας πολίτευμα ως ανθρωποκεντρικό, με θεμέλιο την αξία του ανθρώπου. Ο σεβασμός της αναγορεύεται σε ύπατο κριτήριο της εκφράσεως και δράσεως των οργάνων της Πολιτείας. Στην αξία του ανθρώπου περιλαμβάνεται πρωτίστως η ανθρώπινη προσωπικότητα, ως εσωτερικό συναίσθημα τιμής και ως κοινωνική αναγνώριση υπολήψεως. Με βάση τη διάταξη αυτή του άρθρου 2, που δεν αποτελεί απλή διακήρυξη, αλλά κανόνα δικαίου συνταγματικού επιπέδου, η Πολιτεία, δηλαδή όλα τα πολιτειακά όργανα, οφείλουν όχι μόνο να «σέβονται», αλλά και να «προστατεύουν» την αξία αυτή από προσβολές προερχόμενες από τρίτους, όταν ορισμένη πολιτειακή πράξη μειώνει ή καταργεί σε συγκεκριμένη περίπτωση την προστασία, που παρέχεται από την κοινή νομοθεσία (άρθρα 34, 57, 59, 932 ΑΚ). Αίροντας έτσι, στην περίπτωση αυτή, την γενικώς αναγνωρισμένη διασφάλιση της προσωπικότητας έναντι προσβολών κατ’ αυτής, η πράξη αυτή αντιβαίνει στο άρθρο 2§1 του Συντάγματος και είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Τα πράγματα δεν μεταβάλλονται και αν ακόμη θεωρηθεί ότι το άρθρο 2§1 ιδρύει ατομικό δικαίωμα, δεδομένου ότι στο ατομικό αυτό δικαίωμα περιλαμβάνεται όχι μόνο η άμυνα κατά επεμβάσεων της πολιτειακής εξουσίας, αλλά και η αξίωση κατά της Πολιτείας για θετική ενέργεια προς αποτροπή προσβολών της αξίας του ανθρώπου από τρίτους, εις τρόπον, ώστε το περιεχόμενο του συγκεκριμένου ατομικού δικαιώματος να εμποδίζει τον νομοθέτη να υποβιβάσει σε συγκεκριμένη περίπτωση το υφιστάμενο επίπεδο προστασίας (βλ. ΟλΑΠ 40/1998 ΝοΒ 1999.752).  
ΙΙ.         Στο πεδίο της επιβολής των φορολογικών βαρών, οι συνέπειες της μη συμμορφώσεως προς την εκπλήρωση των σχετικών υποχρεώσεων εντοπίζονται σε τρία επίπεδα: α) την επιβολή διοικητικών και ποινικών κυρώσεων (Ν. 2523/1997 και επιμέρους ρυθμίσεις φορολογικών νομοθετημάτων), β) τη μη χορήγηση Αποδεικτικού Φορολογικής Ενημερότητας (άρθρο 26 Ν. 1882/1990) και γ) την επιδίωξη της αναγκαστικής εισπράξεως των οφειλομένων ποσών με μέσα διοικητικού καταναγκασμού (Κ.Ε.Δ.Ε., Ν.Δ. 356/1974). Τα μέτρα αυτά κρίνονται συνταγματικώς ανεκτά ως προς τον κολασμό και τον εξαναγκασμό των οφειλετών του Δημοσίου. Αντιθέτως, το μέτρο της προσωπικής κρατήσεως για χρέη προς το Δημόσιο κρίθηκε από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο ως αντίθετο στις διατάξεις του άρθρου 2§1 του Συντάγματος (βλ. Α.Ε.Δ. 1/2010 ΔΔίκη 2010.196).
ΙΙΙ.        Εν προκειμένω, στη διάταξη του άρθρου 53§11 του Ν. 4021/2011 προβλέπεται ως επιπρόσθετη «κύρωση» για την περίπτωση, στην οποία ο φορολογούμενος δεν προβαίνει σε καταβολή του Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε., η διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος στο ακίνητο, στο οποίο αφορά ο φόρος. Επαπειλείται, δηλαδή - χωρίς, μάλιστα, να προβλέπεται τούτο στον Κ.Ε.Δ.Ε., υπό τη μορφή αναγκαστικού μέτρου εισπράξεως – η διακοπή της παροχής ενός κοινωνικού αγαθού, προκειμένου να επιτευχθεί ο εξαναγκασμός του φορολογουμένου να συμμορφωθεί προς την υποχρέωση καταβολής του Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. Πρόκειται, δε, αναντίρρητα, για μια μορφή ψυχολογικής βίας, η οποία προσλαμβάνει μείζονες διαστάσεις απαξίας όταν απευθύνεται σε πρόσωπα οικονομικώς εξαθλιωμένα ή αντιμετωπίζοντα άλλους αντικειμενικούς λόγους αδυναμίας καταβολής (π.χ. ασθενείς).    
IV.       Όπως προκύπτει εκ των ανωτέρω, διά του «μηχανισμού» της διακοπής του ηλεκτρικού ρεύματος στους αδυνατούντες να καταβάλουν την προδήλως αντισυνταγματική και επαχθεστάτη αυτή φορολογική επιβάρυνση προσβάλλεται ευθέως η ιδία η αξία του ανθρώπου, καθώς τίθεται προ του κινδύνου να στερηθεί ένα ζωτικό αγαθό, απαραίτητο για τη διαβίωσή του. Έτσι, όμως, υποβιβάζεται το επίπεδό του κάτω των ορίων του στοιχειωδώς ανεκτού και τίθεται σε κίνδυνο ακόμη και η υγεία, αλλά και η ιδία η επιβίωση αυτού. Ουδείς λόγος για διατήρηση της ανθρωπίνης αξιπορεπείας μπορεί να γίνει στην περίπτωση αυτή, με αποτέλεσμα να θίγεται ουσιωδώς ο ίδιος ο πυρήνας της προπαρατεθείσης διατάξεως του άρθρου 2§1 του Συντάγματος.
            Ως εκ τούτου, η προσβαλλομένη πράξη, ως τη στηριζομένη σε διατάξεις αντίθετες στην ως άνω συνταγματική διάταξη, παρίσταται και εκ του λόγου αυτού ακυρωτέα.    
 
6ος Λόγος Προσφυγής 
Ι.          Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5§1 του Συντάγματος «Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική και οικονομική ζωή της χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη». Με τη διάταξη αυτή ανάγεται σε δικαίωμα (ατομικό) η συμμετοχή στην οικονομική ζωή της χώρας και κατοχυρώνεται η οικονομική ελευθερία. Η ελευθερία αυτή περιλαμβάνει την ελευθερία των συμβάσεων (ελευθερία συνάψεως και καταγγελίας της συμβάσεως, ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλομένου, ελευθερία διαμορφώσεως του περιεχομένου της συμβάσεως κ.λπ.), όπως προβλέπεται ειδικότερα στη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ. Με την ελευθερία των συμβάσεων, ως εκδήλωση του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, δεν συμβιβάζεται, κατ’ αρχήν, μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική της ελευθερίας αυτής, εκτός από τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες η ελευθερία αυτή προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων ή ασκείται κατά παραβίαση του Συντάγματος ή ενέχει προσβολή των χρηστών ηθών, καθώς επίσης και κατά τις περιπτώσεις, που ασκείται εις βάρος της Εθνικής Οικονομίας (άρθρα 5§1, 25§3 και 106§2 του Συντάγματος, βλ. ΟλΑΠ 33/2002 ΝοΒ 2003.853, ΟλΑΠ 4/1998 ΤοΣ 1999.120, ΑΠ 808/2010 ΧρΙΔ 2011.385).
ΙΙ.         Στην υπό κρίση περίπτωση, με τις διατάξεις του άρθρου 53 του Ν. 4021/2011 προβλέπεται η σύνδεση της καταβολής του Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. με τον λογαριασμό ηλεκτρικού ρεύματος, που εκδίδει η Δ.Ε.Η. ή οι εναλλακτικοί πάροχοι, κατά τρόπο, μάλιστα, ώστε η μη καταβολή αυτού, ακόμη και αν έχει καταβληθεί το αναλογούν στην κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος ποσό, να επιφέρει ως συνέπεια τη διακοπή της ηλεκτροδοτήσεως. Εντούτοις, κατά την υποβολή της αιτήσεως για ηλεκτροδότηση και την υπογραφή των σχετικών συμβάσεων, που έχουν υπογράψει οι καταναλωτές (και νυν υποκείμενοι στο Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε.), περιεχόμενο αυτών απετέλεσε η ρητή περιγραφή των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων μερών. Στις δε οικονομικές υποχρεώσεις του καταναλωτή περιλαμβάνεται μόνο η καταβολή του ποσού, που αντιστοιχεί στην κατανάλωση του ηλεκτρικού ρεύματος, ενδεχομένως και των συνεισπραττομένων με τον λογαριασμό αυτό δημοτικών τελών. Παραλλήλως, η διακοπή της ηλεκτροδοτήσεως προβλέπεται ως συνέπεια αποκλειστικώς για την περίπτωση μη καταβολής των ανωτέρω ποσών.
            Παρά ταύτα, διά των προαναφερθεισών διατάξεων επιφέρεται συνταγματικώς ανεπίτρεπτη, κατά τα ανωτέρω, επέμβαση της Πολιτείας στον συμβατικό δεσμό μεταξύ των ανωνύμων εταιρειών, που παρέχουν το ηλεκτρικό ρεύμα, και των αντισυμβαλλομένων τους ιδιωτών. Δεν θεσπίζεται, μάλιστα, μόνο μια επιπρόσθετη οικονομική υποχρέωση για τον πολίτη, αλλά και προβλέπεται ρητή και ιδιαιτέρως επαχθής κύρωση, ήτοι η διακοπή της ηλεκτροδοτήσεως. Η μεταγενέστερη, δε, αυτή νομοθετική τροποποίηση των υφισταμένων ιδιωτικών συμβάσεων ουδόλως εντάσσεται στις επιτρεπτές εξαιρέσεις αποκλίσεως από τις επιταγές του άρθρου 5§1 του Συντάγματος, καθώς πουθενά στις διατάξεις του άρθρου 53 του Ν. 4021/2011 δεν γίνεται αναφορά σε μη νομίμους ή βλαπτικούς όρους των ανωτέρω συμβάσεων, οι οποίοι δικαιολογούν την επέμβαση αυτή (βλ. ΣτΕ 3199/2003 ΔΦΝ 2010.934).
ΙΙΙ.        Ανεπίτρεπτη επέμβαση σε ιδιωτικής φύσεως συμβατικό δεσμό επέρχεται και ένα δεύτερο επίπεδο, αυτό της σχέσεως μεταξύ ιδιοκτήτη – εκμισθωτή της «δομημένης επιφανείας» και μισθωτή αυτής. Ειδικότερα, στη διάταξη του άρθρου 53§12 του Ν. 4021/2011 ορίζεται ως «υπόχρεος» για την καταβολή του τέλους του ακινήτου ο «χρήστης» αυτού. Μάλιστα, ρητώς προβλέπεται ότι, σε περίπτωση, που ο μισθωτής καταβάλει το Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε., τότε το καταβληθέν ποσό συμψηφίζεται αυτοδικαίως με οφειλόμενα ή μελλοντικά μισθώματα.
            Η ως άνω πρόβλεψη, πέραν των προβλημάτων, που δημιουργεί η αοριστία της εννοίας του όρου «χρήστης» από πλευράς της αρχής της βεβαιότητας του φόρου (άρθρο 78§1 Συντ.), αποβαίνει προβληματική, διότι ρυθμίζει κατά τρόπο εξωγενή και αναγκαστικό τη συμβατική σχέση μεταξύ δύο ιδιωτών, του εκμισθωτή και του μισθωτή. Δυνάμει της αρχής της συμβατικής ελευθερίας, τόσο η διαμόρφωση, όσο και η εξέλιξη της συμβατικής σχέσεως ανήκουν στην ακώλυτη βούληση των συμβαλλομένων μερών. Στο πλαίσιο αυτό, ιδίως σε περίοδο οξυτάτης οικονομικής κρίσεως, δύναται να διαπιστώνεται η βούληση των μερών για «χαλάρωση» του συμβατικού δεσμού και επίδειξη επιεικείας ως προς την εκτέλεση των υποχρεώσεων του μισθωτή (ανεκτή καθυστέρηση στην καταβολή του μηνιαίου μισθώματος).
            Εντούτοις, με την προπεριγραφείσα νομοθετική πρόβλεψη η ιδιωτική αυτή αυτονομία απόλλυται, καθώς η απειλή της διακοπής της παροχής του ηλεκτρικού ρεύματος επηρεάζει και τον μισθωτή, εξαναγκάζοντάς τον εμμέσως σε άμεση συμμόρφωση με τη σχετική υποχρέωση, έστω και αν είχε συμφωνηθεί διαφορετικώς με τον εκμισθωτή η εξέλιξη των οικονομικών του υποχρεώσεων. Έτσι, πραγματοποιείται αδικαιολόγητη εμπλοκή ενός τρίτου προσώπου στο πεδίο της φορολογικής ενοχής, το οποίο τίθεται σε καθεστώς ομηρίας και παρακάμπτεται η συμβατική ελευθερία, υπό την οποία διαμόρφωσε με τον αντισυμβαλλόμενό του τους όρους της σχετικής συμβάσεως. Ούτε, τέλος, στην περίπτωση αυτή διαγιγνώσκονται μη νόμιμοι ή βλαπτικοί όροι στη συμβατική σχέση, οι οποίοι να καθιστούν συνταγματικώς επιτρεπτή τη νομοθετική επέμβαση.
            Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η προσβαλλομένη πράξη στηρίζεται σε διατάξεις, που προσβάλλουν την κατοχυρουμένη από τις διατάξεις του άρθρου 5§1 αρχή της οικονομικής (συμβατικής) ελευθερίας, με αποτέλεσμα να παρίσταται και για τον λόγο ακυρωτέα.                
 
7ος Λόγος Προσφυγής
Ι.          Δικαιολογητική βάση της εισαγωγής ενός συστήματος τεκμαρτού προσδιορισμού της φορολογητέας ύλης αποτελεί η αποφυγή ή ο περιορισμός της φοροδιαφυγής, που συνιστά, αναμφισβήτητα, σκοπό δημοσίου συμφέροντος. Εν όψει του ως άνω σκοπού, όταν ο πραγματικός προσδιορισμός της φορολογητέας ύλης είναι ανέφικτος ή αλυσιτελής, ο νομοθέτης οφείλει να προβλέψει επικουρικές διαδικασίες ή μεθόδους, προκειμένου να καταστεί δυνατή η σύλληψη της φορολογητέας ύλης, έχει δε ευρεία διακριτική ευχέρεια σχετικά με την επιλογή του προσφοροτέρου για την επίτευξη του σκοπού αυτού συστήματος. Εντούτοις, η θέσπιση των τεκμηρίων, ως επικουρική μέθοδος προσδιορισμού της φορολογητέας ύλης, οφείλει, για να είναι συνταγματικώς ανεκτή, να διακρίνεται από τη σταθερότητα της αποδεικτικής βάσεως και την αβίαστη συναγωγή του συμπεράσματος των τεκμηρίων αυτών, ως και από τη συμφωνία τους με τα δεδομένα της κοινής πείρας, ώστε να αποφεύγεται η φορολόγηση πλασματικής φορολογητέας ύλης και να μη θίγονται οι αρχές της νομιμότητας του φόρου και της φορολογίας βάσει της φοροδοτικής ικανότητας (βλ. ΣτΕ 4340/1983, ΣτΕ 2065/1988 Λογιστής 1988.973, ΣτΕ 2443/1989, ΣτΕ 1192/1990 ΔΦΝ 1991.139, ΣτΕ 1145/1991 ΔΦΝ 1991.1442).
            Προκειμένου ένα φορολογικό τεκμήριο να είναι ανεκτό, υπό το πρίσμα του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματος δικαστικής προστασίας (άρθρο 20§1 του Συντάγματος), το οποίο, παραλλήλως, απολαμβάνει και υπερνομοθετικής προστασίας (άρθρο 6 της ΕΣ.Δ.Α., που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974), πρέπει να παρέχεται στον φορολογούμενο η δυνατότητα να αμφισβητήσει αυτό, επικαλούμενος τις ιδιαίτερες συνθήκες της προσωπικής του καταστάσεως (βλ. ΣτΕ 2919/1999 ΔΕΕ 2000.215, ΣτΕ 3284/2000 ΔΕΕ 2001.924, ΣτΕ 1576/2002, ΣτΕ 1340/2003). 
Στο ίδιο πλαίσιο, σημειώνεται ότι με τη διάταξη του άρθρου 6§5 του Ν. 1249/1982 καταργήθηκε το αμάχητο των τεκμηρίων βάσει των δαπανών διαβιώσεως, τα οποία είχαν θεσπισθεί με τη διάταξη του άρθρου 12 του Ν. 820/1978. Έκτοτε, επιτρέπεται η αμφισβήτηση από τον φορολογούμενο του τεκμαρτού προσδιορισμού του εισοδήματός του βάσει των δαπανών διαβιώσεως (πλέον αντικειμενικών δαπανών) και η απόδειξη ότι στην περίπτωσή του συντρέχουν διαφορετικά πραγματικά στοιχεία και συνθήκες, κατά τρόπο, ώστε να μη θίγεται το συνταγματικώς και υπερνομοθετικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, στο οποίο περιλαμβάνεται και το δικαίωμα αποδείξεως (βλ και Κ. Μπέη, Τεκμήρια: είναι και πόσο αντισυνταγματικά, Δίκη 9.761, Μ. Κυπραίο, Τα αντισυνταγματικά αμάχητα τεκμήρια του Ν. 870/1978, ΔΦΝ 1980, 679 και ΔΠρωτΑθ 102/1980, ΔΠρωτΘεσ 1903/1980 και 1932/1980, ΔΠρωτΛειβ 97/1980, ΔΕφΧαν 35/1982).
Τέλος, επισημαίνεται ότι το αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων, που καθιερώνουν οι διατάξεις του άρθρου 41 του Ν. 1249/2982, κρίθηκε ως συμβατό με το συνταγματικώς (άρθρο 20§1 Συντ.) και υπερνομοθετικώς (άρθρο 6§1 Ε.Σ.Δ.Α.) δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας «διότι … δεν εμποδίζει το φορολογούμενο να μην αποδεχθεί την εφαρμογή του συστήματος αυτού ασκώντας προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου, …, με την οποία μπορεί να επικαλεσθεί ως συγκριτικά στοιχεία μεταβιβάσεις παρόμοιων ακινήτων που προκύπτουν μεταξύ άλλων και από συμβόλαια μεταβιβάσεων, τα οποία λαμβάνονται υπόψη κατά τον προσδιορισμό της αγοραίας αξίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των Α.Ν. 1521/1950 και Ν.Δ. 118/1973» (βλ. ΣτΕ 230/2002 ΝοΒ 2002.1790).
ΙΙ.         Εν προκειμένω, η επιβολή του Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε. άνευ οποιασδήποτε συναρτήσεώς του είτε με το παραγόμενο εκ της ιδιοκτησίας αυτής εισόδημα είτε με το εν γένει αποκτώμενο εισόδημα του φορολογουμένου, συνιστά, κατ’ ουσίαν, θέσπιση τεκμηρίου. Με μόνη τη συνεκτίμηση αντικειμενικών παραγόντων - οι οποίοι, μάλιστα, λόγω της άκρως περιοριστικής αναφοράς τους, δεν συμπεριλαμβάνουν όλα τα δυνατά προσδιοριστικά της αξίας κριτήρια -, όπως είναι το εμβαδό του ακινήτου, η τιμή ζώνης και η παλαιότητα, καταλογίζεται μια φορολογική επιβάρυνση, που στερεί από τον φορολογούμενο τη δυνατότητα ανταποδείξεως. Έτσι, όμως, σύμφωνα με τα προαναλυθέντα, δεν προσβάλλεται μόνο η αρχή της φορολογική ισότητας υπό την έννοια της απαιτήσεως φορολογήσεως με βάση την πραγματική φοροδοτική ικανότητα, αλλά και το δικαίωμα δικαστικής προστασίας (άρθρο 20§1 Συντ. και άρθρο 6§1 Ε.Σ.Δ.Α.), λόγω της καθιερώσεως του αμαχήτου αυτού τεκμηρίου.
            Επιπλέον, από πλευράς ελέγχου του τεκμηρίου αυτού υπό τη βάσανο της ανταποκρίσεώς του στα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι τούτο πληροί στο ακέραιο τις προϋποθέσεις, υπό τις οποίες μπορεί να θεωρηθεί συνταγματικώς ανεκτό. Τούτο, δε, διότι καταλείπονται εκτός του πεδίου των σχετικών ρυθμίσεων ουσιώδεις προσδιοριστικοί παράγοντες της αντικειμενικής αξίας, όπως είναι ο συντελεστής ορόφου και ο συντελεστής εμπορικότητας. Κατά τον τρόπο αυτό, καίτοι το σύστημα, το οποίο υιοθετεί ο νομοθέτης για τον προσδιορισμό της αξίας των «δομημένων επιφανειών», φιλοδοξεί, ως «αντικειμενικό», να παρουσιασθεί ως σύμφωνο με τα δεδομένα της κοινής πείρας, τελικώς αποτυγχάνει ως προς τον στόχο αυτό. Σε κάθε περίπτωση, αφ’ ης στιγμής καθιερώνεται ως αμάχητο τεκμήριο, ήτοι απουσιάζει η δυνατότητα δικαστικού ελέγχου των ανωτέρω, ουδόλως μπορεί να θεωρηθεί ως συνταγματικώς επιτρεπτό.
            Κατά συνέπεια, η προσβαλλομένη πράξη, που βασίζεται σε διατάξεις θεσπίζουσες αμάχητο τεκμήριο και, ως εκ τούτου, αντικείμενες στις διατάξεις του άρθρου 20§1 του Συντάγματος και του άρθρου 6§1 της Ε.Σ.Δ.Α., τυγχάνει ακυρωτέα.       
 
Επειδή η παρούσα είναι νόμιμη, βάσιμη και αληθής, παραδεκτώς δε ασκείται ενώπιον του Δικαστηρίου Σας. 
Επειδή η προσβαλλομένη πράξη, κατά το μέρος, που μου επιβάλλει το Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε., τυγχάνει παράνομη και ακυρωτέα για τους προαναφερθέντες νομίμους, βασίμους και αληθείς λόγους.
Επειδή έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο για το παραδεκτό της ασκήσεως της παρούσης προσφυγής, όπως προκύπτει από το υπ’ αριθμ.                  ……………………… Διπλότυπο Εισπράξεως Τύπου Α’ της Δ.Ο.Υ. ……………………… και το σχετικό Σημείωμα Παραβόλου του Προϊσταμένου της ιδίας ως άνω Δ.Ο.Υ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
και όσους επιφυλάσσομαι να προσθέσω στο μέλλον

ΑΙΤΟΥΜΑΙ
-  Να γίνει δεκτή στο σύνολό της η παρούσα Προσφυγή.
- Να ακυρωθεί και να εξαφανισθεί ο υπ’ αριθμ. **** Λογαριασμός Παροχής Ηλεκτρικού Ρεύματος της Δ.Ε.Η. Α.Ε. (αρ. παροχής ****), τον οποίο έλαβα στις ****, κατά το μέρος αυτού, με το οποίο μου επιβάλλεται Έκτακτο Ειδικό Τέλος Ηλεκτροδοτούμενων Δομημένων Επιφανειών (Ε.Ε.Τ.Η.Δ.Ε.), ύψους *****) Ευρώ, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 53 του Ν. 4021/2011.
- Να εισαχθεί με πράξη της προβλεπομένης Τριμελούς Επιτροπής στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας η ασκηθείσα Προσφυγή, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 1 του Ν. 3900/2010, διότι το κρινόμενο ζήτημα εμφανίζει γενικότερο ενδιαφέρον, που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων.
-  Να διαταχθεί η επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου.
-  Να καταδικασθεί το αντίδικο Ελληνικό Δημόσιο στην καταβολή της εν γένει δικαστική μου δαπάνης. 

Πληρεξούσιο Δικηγόρο διορίζω τον Δικηγόρο Αθηνών ……


Αθήνα, 25-10-2011
Ο πληρεξούσιος Δικηγόρος


02 Οκτωβρίου 2011

ΕΜΕΙΣ ΥΠΟΦΕΡΟΥΜΕ ΑΥΤΟΙ ΚΑΛΑ ΠΕΡΝΑΝΕ

ΕΜΕΙΣ ΥΠΟΦΕΡΟΥΜΕ ΑΥΤΟΙ ΚΑΛΑ ΠΕΡΝΑΝΕ
Η χώρα μπορεί να βρίσκεται «επί ποδός πολέμου», όπως αναφέρουν σε καθημερινή βάση υψηλόβαθμοι κυβερνητικοί παράγοντες, αλλά τα κεκτημένα των «εκπροσώπων του λαού», παρότι «ψαλιδίστηκαν», ζουν και... βασιλεύουν.
Το «επάγγελμα» κατά πολλούς, «λειτούργημα» κατά άλλους, του βουλευτή παραμένει καλοπληρωμένο και ιδιαίτερα... ελκυστικό, αν λάβει κανείς υπόψη τη βίαιη επίθεση στα εισοδήματα κυρίως των μεσαίων και των χαμηλών οικονομικά στρωμάτων της χώρας.
Εισόδημα από 5.800 έως 6.100 ευρώ τον μήνα, επίδομα συμμετοχής σε κοινοβουλευτικές επιτροπές 150 ευρώ για τον κάθε βουλευτή ανά συνεδρίαση, πλήρης σύνταξη (εκτός αυτής του επαγγέλματός τους) με τη συμπλήρωση 8 χρόνων κοινοβουλευτικής θητείας, μηνιαίο επίδομα ενοικίου 1.000 ευρώ για τους βουλευτές επαρχίας και ετήσιο επίδομα οργάνωσης γραφείου 1.500 ευρώ.
Επίσης, 65 αεροπορικά εισιτήρια τον χρόνο για τους βουλευτές της Περιφέρειας, ένα κινητό τηλέφωνο με μηνιαία ατέλεια στα 180 ευρώ, ατέλεια στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς, αλλά και απασχόληση ενός επιστημονικού συνεργάτη, τεσσάρων μετακλητών υπαλλήλων και ενός αστυνομικού είναι κάποια από τα προνόμια των «εθνοπατέρων» μας.
Οι συνολικές δε δαπάνες για τα βουλευτικά προνόμια μόνο ευκαταφρόνητες δεν είναι, παρά το γεγονός ότι οι μισθολογικές περικοπές έφτασαν το 40% των απολαβών τους.
Σύμφωνα με τον επίσημο προϋπολογισμό δαπανών της Βουλής για το 2011, οι πιστώσεις για τις αποζημιώσεις των βουλευτών σχετικά με τη συμμετοχή τους στα τμήματα διακοπών της Βουλής και στις επιτροπές αυτής ανέρχονται στα 5 εκατ. ευρώ από 5,5 στον προϋπολογισμό του 2010, το συνολικό κόστος για την οργάνωση του βουλευτικού γραφείου φτάνει τα 8.086.300 ευρώ έναντι 9.286.300 το 2010, ενώ τα βουλευτικά έξοδα κίνησης είναι 1.715.600 ευρώ έναντι 1.987.800 ευρώ το 2010.
Για μετακινήσεις
Επίσης, η υπερωριακή απασχόληση των υπαλλήλων που έχουν διατεθεί στους βουλευτές προσδιορίζεται για το 2011 στα 5.526.800 έναντι 6 εκατομμυρίων ευρώ το 2010, τα έξοδα μετακίνησης των μελών του Κοινοβουλίου στο εσωτερικό στο 1.670.000 ευρώ (1.850.000 ευρώ) και τα αντίστοιχα έξοδα μετακίνησης τους προς το εξωτερικό και αντίστροφα στο 1.500.000 ευρώ (1.400.000 το 2010).
Οι δαπάνες κινητής τηλεφωνίας (για το Κοινοβούλιο) ανέρχονται στις 658.000 ευρώ (680.000 ευρώ το 2010), ενώ γενικότερα οι δαπάνες για τις υποχρεώσεις από παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών φτάνουν τα 8.715.000 ευρώ (8.878.000 ευρώ το 2010).
Σημειώνεται ότι μετά τις περικοπές οι μειώσεις στις συνολικές αποδοχές των βουλευτών από το 2010 μέχρι και σήμερα υπολογίζεται ότι ανέρχονται σε 40.500 ευρώ περίπου ετησίως, και η ετήσια βουλευτική αποζημίωση (δίχως να υπολογίζεται το όφελος από την τηλεφωνική και την ταχυδρομική ατέλεια, την παροχή ηλεκτρονικού εξοπλισμού, την ενοικίαση γραφείων για τους βου­λευτές της Περιφέρειας, την παροχή αυτοκινήτου και επιστημονικού συνεργάτη κ.λπ.) υπολογίζεται ότι κυμαίνεται πλέον μεταξύ 70.000 και 80.000 ευρώ (καθαρές απο­λαβές).
Πόσο στοιχίζουν τα... τυχερά των βουλευτών ετησίως
8 εκατ. € για την οργάνωση των γραφείων τους
8,7 εκατ. € για τηλεπικοινω-νιακές υπηρεσίες
5,5 εκατ. € η υπερωριακή απασχόληση των υπαλλήλων που τους έχουν διατεθεί
5 εκατ. € για τη συμμετοχή τους στα τμήματα διακοπών της Βουλής
5 εκατ. € για τα αυτοκίνητά τους
3,2 εκατ. € για ταξίδια
Οι απολαβές του κάθε εθνοπατέρα
5.800 έως 6.100 € ο μηνιαίος μισθός
150 € επίδομα συμμετοχής σε κοινο­βουλευτικές επιτροπές ανά συνεδρίαση
1.500 € ετήσιο επίδομα οργάνωσης γραφείου
1.000 € μηνιαίο επίδομα ενοικίου για τους βουλευτές επαρχίας
180 € μηνιαία ατέλεια για το κινητό τους τηλέφωνο
65 εισιτήρια τον χρόνο για τις αεροπορικές μετακινήσεις των βουλευτών της περιφέρειας
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΤΑΚΡΑΥΓΗ
Εξαφανίζονται οι λιμουζίνες
Oι βουλευτές σε Αθήνα - Πειραιά, καθώς και οι βουλευτές Επικρατείας θα λάβουν αυτοκίνητα μέχρι 1.400 κ.εκ.
Μπροστά στην κρίση και την κοινωνική κατακραυγή αναμένεται εντός του μήνα να? εξαφανιστούν οι βουλευ­τικές λιμουζίνες, αφού, σύμφωνα με απόφαση της Βουλής, όλα τα αυτοκίνητα θα αντικατασταθούν με άλλα, μικρότερου κυβισμού.
Το κόστος δε για τα αυτοκίνητα των βουλευτών ανέρχεται περίπου στα 5 εκατ. ευρώ ετησίως (μειωμένο περίπου κατά 1,5 εκατ. ευρώ), ενώ ο κάθε βουλευτής επιβαρύνεται μόνο με την καταβολή του τιμήματος των... καυσίμων του και όχι φυσικά με τα «φουσκωμένα» τέλη κυκλοφορίας, την ασφάλεια και τη συντήρηση του οχήματός τους. Ετσι, οι βουλευτές σε Αθήνα - Πειραιά, καθώς και οι βουλευτές Επικρατείας θα λάβουν αυτοκίνητα μέχρι 1.400 κ.εκ. με μίσθωμα που θα επιβαρύνει τη Βουλή 750 ευρώ μηνιαίως, ενώ για τους βουλευτές της επαρχίας προβλέπεται αυτοκίνητο μέχρι 1.800 κ.εκ. με μηνιαίο μίσθωμα που φτάνει τα 1.200 ευρώ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥΣ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ
60 εκατ. ευρώ ετησίως σε μισθούς
Τα έξοδα της Βουλής για το ανθρώπινο δυναμικό της περιλαμβάνουν και τη μισθοδοσία των υπαλλήλων της, η οποία για το 2011 ανέρχεται σε περίπου 60 εκατομμύρια ευρώ.
Σε αυτό το κόστος περιλαμβάνονται η μισθοδοσία και οι ασφαλιστικές εισφορές των 1.343 μονίμων και σε καθεστώς αορίστου χρόνου υπαλλήλων (37.904.800 ευρώ), καθώς και οι αμοιβές των επιστημονικών συνεργατών των βουλευτών, των εργαζομένων με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου με συνολικό κόστος 20.823.700 ευρώ.
Περικοπές
Ωστόσο, εκτός από τις περικοπές που ίσχυσαν για όλους τους εργαζόμενους στο Δημόσιο, στους υπαλλήλους της Βουλής έχει περικοπεί το 8% στο επίδομα υπερωριακής απασχόλησης και κίνησης, δεν λαμβάνουν δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, στο ειδικό επίδομα ανοίγματος και κλεισίματος των εργασιών της Βουλής έχει επέλθει «ψαλίδισμα» 39% για τους χαμηλόμισθους και 50% για τους υψηλόμισθους υπαλλήλους της Βουλής, ενώ τα χρήματα αυτά υποπίπτουν σε φορολογία, κάτι που δεν γινόταν στο παρελθόν.
Από το Εθνος της Κυριακής

22 Σεπτεμβρίου 2011

ντροπη

«Μόνο ένα κτήνος μπορεί να συνιστά στους φτωχούς να κάνουν οικονομία… το να συνιστούμε οικονομία στους φτωχούς είναι κάτι τόσο εξωφρενικό, όσο και υβριστικό.

Είναι σαν να συμβουλεύουμε έναν που πεινάει να τρώει λιγότερο»

«Απόσπασμα από το δοκίμιο του Όσκαρ Ουάιλντ , «Ο άνθρωπος κάτω από το σοσιαλισμό» («The Soul of Man under Socialism» 1891). 

προσφυγή κατά της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης


Πρώτη προσφυγή κατά της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης


Η πρώτη προσφυγή κατά της έκτακτης ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης και η δεύτερη κατά του ετήσιου τέλους επιτηδεύματος κατατέθηκε στο Συμβούλιο της Επικρατείας ενώ μέσα στις επόμενες μέρες στο δικαστήριο θα καταθεσει Αιτηση Αλυρωσης  ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών.

Παράλληλα, σύμφωνα με πληροφορίες, ο Σύλλογος θα καταθέσει και αίτημα προκειμένου να συζητηθεί άμεσα η υπόθεση στην Ολομέλεια του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου με τη διαδικασία της «πρότυπης δίκης» όπως προβλέπει ο Ν. 3900/2010. Ακόμη, ο Σύλλογος θα αναρτήσει στην ιστοσελίδα του το κείμενο της προσφυγής του για να αποτελέσει υπόδειγμα για τους δικηγόρους.
Στο Συμβούλιο της Επικρατείας προσέφυγε σήμερα ο Δικηγόρος Αθηνών Αγγελος Τσιγκρής ο οποίος στρέφεται κατά της από 2.8.2011 απόφασης του υπουργού Οικονομικών (ΠΟΛ.1167) που καθορίζει τη «διαδικασία για τη βεβαίωση και είσπραξη της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης στα φυσικά πρόσωπα, της έκτακτης εισφοράς σε αντικειμενικές δαπάνες και του τέλους επιτηδεύματος». Ο δικηγόρος υποστηρίζει ότι η επίμαχη υπουργική απόφαση είναι αντισυνταγματική, παράνομη και αντίθετη στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).
Ειδικότερα, υπογραμμίζει ότι παραβιάζονται οι διατάξεις του άρθρου 78 του Συντάγματος που καθιερώνουν τις αρχές της φοροδοτικής ικανότητας των πολιτών της φορολογικής ισότητας και της νομιμότητας του φόρου. Αλλά πέρα από το χαρακτηρισμό της επίμαχης οικονομικής επιβάρυνσης ως τέλους, αυτό συνιστά φόρο, συμπληρώνει ο δικηγόρος. Ειδικότερα, τονίζει ο Τσιγκρής ότι «η έλλειψη ειδικού ανταλλάγματος, η οποία συνιστά την ειδοποιό διαφορά μεταξύ φόρου και ανταποδοτικού τέλους, φανερώνει την πραγματική φύση του επιβαλλόμενου τέλους επιτηδεύματος ως φόρου». Μάλιστα, επικαλείται νομολογία (παλαιές αποφάσεις) τόσο του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου όσο και του Συμβουλίου της Επικρατείας σύμφωνα με την οποία «μια οικονομική επιβάρυνση έχει το χαρακτήρα φόρου και όχι τέλους, ακόμη και αν ονομάζεται έτσι, σε περίπτωση που δεν προβλέπεται ειδικό αντάλλαγμα από το κράτος ή άλλο δημόσιο φορέα».
Επίσης χαρακτηρίζει παράνομη την πρόβλεψη της επίμαχης απόφασης που αναφέρει ότι η κατάθεση προσφυγής στα Διοικητικά Δικαστήρια δεν αναστέλλει την είσπραξη του τέλους επιτηδεύματος.
Ως προς την ειδική εισφορά αλληλεγγύης ο Τσιγκρής υπογραμμίζει, μεταξύ άλλων, ότι παραβιάζει τις συνταγματικές αρχές της φοροδοτικής ικανότητας και της μη αναδρομικότητας των φορολογικών νόμων. Σημειώνει ακόμη πως η εισφορά αλληλεγγύης και το τέλος επιτηδεύματος παραβιάζουν την ΕΣΔΑ, καθώς και τα δύο επιβάλλονται για το ίδιο οικονομικό αντικείμενο προσβάλλοντας έτσι το κατοχυρωμένο περιουσιακό δικαίωμα των φορολογουμένων.
Τέλος, σημειώνει ότι το ύψος των νέων έκτακτων φόρων είναι δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με τη φοροδοτική ικανότητα των φορολογούμενων και ενδέχεται οι φορολογούμενοι να στερηθούν την ιδιοκτησία τους, αφού για να καταβάλουν το ποσό των αμφισβητούμενων φόρων, θα πρέπει να προβούν στη λήψη μέτρων (π.χ. λήψη δανείων), ενώ σε περίπτωση μη συμμόρφωσής τους με την υποχρέωση αυτή υπάρχει ο κίνδυνος να ληφθούν μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της περιουσίας τους, όπως για παράδειγμα επιβολή κατάσχεσης στην ακίνητη περιουσία.

21 Σεπτεμβρίου 2011

Προσφυγές κατά του νόμου στο ΣτΕ

Προσφυγές κατά του νόμου στο ΣΤΕ
Το νομικό τους οπλοστάσιο προετοιμάζουν το υπουργείο Παιδείας και τα πανεπιστήμια, καθώς ο νέος νόμος-πλαίσιο για την τριτοβάθμια εκπαίδευση θα κριθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Το νομικό έρεισμα για να κατατεθούν οι πρώτες προσφυγές κατά του νόμου θα προσφέρει η πρώτη διοικητική πράξη εφαρμογής του νόμου, για την έκδοση της οποίας ο χρόνος κυλά αντίστροφα.

Ειδικότερα, την προσεχή Τετάρτη εκπνέει η 15νθήμερη προθεσμία μέσα στην οποία, μετά τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ο πρύτανης κάθε ιδρύματος πρέπει να συγκροτήσει την πενταμελή εφορευτική επιτροπή για την ανάδειξη των 8 πανεπιστημιακών, που θα αποτελέσουν τα πρώτα μέλη του 15μελούς Συμβουλίου Ιδρύματος. Εάν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία, η διαπιστωτική πράξη θα εκδοθεί από την υπουργό Παιδείας, όπως ορίζει ο νόμος. Σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», η συντριπτική πλειονότητα των πρυτάνεων δεν θα εκδώσει τη διαπιστωτική πράξη, αφήνοντας η αρμοδιότητα να περάσει στο υπουργείο Παιδείας. Βέβαια, με βάση άλλες πληροφορίες, πρυτάνεις ζήτησαν για το θέμα τη γνώμη νομικών και πήραν την απάντηση ότι οι πρυτανικές αρχές κινδυνεύουν με διώξεις για παράβαση καθήκοντος στην περίπτωση που δεν θα εκδώσουν τη διαπιστωτική πράξη ορισμού των μελών της εφορευτικής επιτροπής.

Πάντως, ανεξαρτήτως ποιος θα υπογράψει την πράξη, κάθε νόμιμος δικαιούχος θα μπορεί να την προσβάλει. Το βασικό επιχείρημα μερίδας της πανεπιστημιακής κοινότητας είναι ότι το μοντέλο διοίκησης των ΑΕΙ, που καθιερώνει ο νόμος, πλήττει το συνταγματικά κατοχυρωμένο (στο άρθρο 16) αυτοδιοίκητο των ΑΕΙ.

Ηδη, η Σύνοδος των Πρυτάνεων έχει ορίσει άτυπη εξαμελή επιτροπή νομικών, οι οποίοι θα έχουν έργο να συνδράμουν τα ιδρύματα σε νομικά περί του νόμου ζητήματα, όπως για παράδειγμα ερμηνευτικά ζητήματα αλλά και κατάθεση προσφυγών. Την επιτροπή αποτελούν οι νομικοί-πανεπιστημιακοί Χαράλαμπος Ανθόπουλος (επίκουρος στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο), Αντώνης Αργυρός (δικηγόρος του Πανεπιστημίου Αθηνών), Χρήστος Δετσαρίδης (λέκτορας Δημοκρίτειου Θράκης), Αθανάσιος Τσιρωνάς (λέκτορας Δημοκρίτειου), Χαράλαμπος Χρυσανθάκης (καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών) και Κωνσταντίνος Χρυσόγονος (καθηγητής ΑΠΘ).

Τα ζητήματα που θα τεθούν από τις προσφυγές κατά του νόμου, αναμένεται να κληθεί να επιλύσει η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, όπως εξήγησε μιλώντας στην «Κ» ο νομικός, προεδρεύων της Συνόδου Πρυτάνεων και πρύτανης του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, κ. Κωνσταντίνος Ρέμελης. Στο πλαίσιο αυτό εκτιμάται ότι όλα θα έχουν ξεκαθαρίσει μέχρι τον Ιούνιο του 2012. Από την άλλη, αναμένεται ότι τα πρώτα συμπεράσματα από την εφαρμογή του νόμου θα διατυπωθούν στη Σύνοδο των Πρυτάνεων στις 21 Οκτωβρίου στην Κομοτηνή.




Hμερομηνία : 18/9/11
Copyright: http://www.kathimerini.gr/

18 Αυγούστου 2011

H AΓΩΓΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ

. H AΓΩΓΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ
Ο Γ προήδρευε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ,σε υποθέσεις Οικογενειακού δικαίου. Το πινάκιο βαρυφορτωμένο οι δικηγόροι πλaτειαζαν είχε κουραστεί. Ενώ δικάζονταν η υπόθεση διατροφής συζύγου και ανηλίκων παιδιών και εξετάζονταν ο μάρτυρας της ενάγουσας συζύγου, στο δικαστήριο εισήλθε μια κυρία σε έξαλλη κατάσταση
Αυτή είναι η υπόθεση μου θελω να μιλήσω . Ποια είστε κυρία είμαι η ενάγουσα παύω τον δικηγόρο μου κ Πρόεδρε ,του είπα να μην προχωρήσει.
Ελάτε κυρία μου τι συμβαίνει
Κύριε ΠΡΟΕΔΡΕ ''Ξέρεις με τι μετριέται η αγάπη;».
- Mα όλα όσα απαρνιέται κανείς για χάρη της…
Ολα ξεκινούν από τον πόθο. Να τον κατακτήσεις τον άλλον, να τον κάνεις δικό σου, να τον υποτάξεις, να τον γοητεύσεις, με όποια σειρά θές βάλε τα. Εκεί κάπου μπαίνει και το πάθος. Γιατί σε παθιάζει και το γεγονός και το πρόσωπο...Ο Πόθος γίνεται Πάθος, το Πάθος φέρνει τον Πόθο, και πάλι απ'την αρχή...Σαν παιχνίδι. Ενα πράγμα δεν πρέπει να ξεχνάς μόνο...
- Όλα Τα παιχνίδια έχουν αρχή και τέλος..".Αυτό είπε η αξιότιμη ΕΝΑΓΟΥΣΑ για να ενημερώσει ΤΟ δικαστηριο ότι συγχώρησε τον άπιστο επισμηναγο που την είχε παρατήσει για την εικοσάχρονη σμηνια γραμματέα του. Ο Δικηγιρος της έμεινε άναυδος ΚΑΙ ΔΗΛΩΣΕ ότι μόλις την παραμονή της δικασίμου , η κυρια του έφερε μια τσάντα με υλικό για αποδείξει την απιστία του ζωηρού συζύγου και να ζητάει την πάσης φύσεως καταδίωξη του.ΑΒΥΣΣΟΣ Η ΨΥΧΉ ΚΑΙ ΑΠΛΗΡΩΤΟΣ Ο ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

05 Αυγούστου 2011

ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΤΟΚΟΦΟΡΙΑ



 
ΑΡΙΘΜΟΣ 5/2011 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΕ ΠΛΗΡΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της πλήρους Ολομελείας: Γεώργιο Καλαμίδα Πρόεδρο του 
Αρείου Πάγου, Ηλία Γιαννακάκη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μιχαήλ 
Θεοχαρίδη Αντιπροέδρους, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ανδρέα Τσόλια, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο 
Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Λεοντή, Βιολέττα Κυτέα, Γεωργία Λαλούση, 
Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, 
Γεώργιο Γεωργέλλη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Δημήτριο Μουστάκα, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο 
Αθανασίου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο, Σαράντη Δρινέα, 
Νικόλαο Πάσσο- Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Δημήτριο Τίγγα, 
Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, 
Κωνσταντίνο Τσόλα, Δημήτριο Κράνη, Χριστόφορο Κοσμίδη, Ανδρέα Ξένο, Κυριακούλα 
Γεροστάθη, Βασίλειο Φράγγο, Ευφημία Λαμπροπούλου, Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Νικόλαο Τρούσα, 
Δημήτριος Κόμη, Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αντώνιο Ζευγώλη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Ασπασία 
Καρέλλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Μιλτιάδη Σπυρόπουλο και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες, 
(κωλυομένων των λοιπών Δικαστών της σύνθεσης).

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2011 με την παρουσία 
του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή και της Γραμματέως Σουλτάνας Κουφιάδου, 
για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Οργανισμός λιμένος Πειραιώς» και 
τον διακριτικό τίτλο "ΟΛΠ", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία 
εκπροσώπησαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι Γεώργιος Λεβέντης, Κωνσταντίνος Καλαβρός, Ανδρέας 
Μαμαγκάκης και Ιωάννης Πίκουλας, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Θ. του Σ., κατοίκου ... και 2) Γ. Γ. του Π., κατοίκου ..., οι 
οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Βασιλείου Σαξώνη, ο οποίος 
κατέθεσε προτάσεις. 

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Αυγούστου 2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που 
κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5852/2007 του 
ίδιου Δικαστηρίου και 622/2009 του Εφετείου Πειραιώς.Την αναίρεση της τελευταίας 
απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 7 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή της, την οποία 
έφεραν προς συζήτηση στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, με την 26/2010 κοινή πράξη, ο 
Πρόεδρος και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, γιατί με αυτή τίθεται νομικό ζήτημα 
γενικότερου ενδιαφέροντος.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι 
παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος ανάγνωσε την από 11.1.2011 έκθεσή του, με την 
οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και την 
απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής.

Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων, αφού έλαβαν το λόγο από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, 
ανέπτυξαν και προφορικά στο ακροατήριο τους σχετικούς ισχυρισμούς τους, που αναφέρονται 
στις προτάσεις τους, και ζήτησαν οι μεν της αναιρεσείουσας την παραδοχή της αίτησης 
αναίρεσης, ο δε των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του 
αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, πρότεινε να απορριφθούν ως αβάσιμοι 
οι παραπεμπόμενοι στην Ολομέλεια λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.

Κατόπιν αυτών ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους πιο πάνω πληρεξουσίους των 
διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε αυτά που προηγούμενα είχαν αναπτύξει.

Κατά την 5η Μαΐου 2011, ημέρα που συγκροτήθηκε το παρόν δικαστήριο προκειμένου να 
διασκεφθεί την ανωτέρω υπόθεση ήταν απόντες οι Αρεοπαγίτες: Ιωάννης Σίδερης, Νικόλαος 
Ζαϊρης, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημήτριος Μουστάκας, Χαράλαμπος Αθανασίου, Αθανάσιος 
Γεωργόπουλος και Βασίλειος Λαμπρόπουλος, οι οποίοι δήλωσαν κώλυμα αρμοδίως, παρισταμένων 
πλέον των είκοσι εννέα (29) μελών εκ των συμμετασχόντων στη συζήτηση της υπόθεσης, κατ' 
άρθρο 23 παρ. 2 του ν.1756/1988, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 44 του 
ν.3659/2008.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με το 26/16-2-2010 κοινό πρακτικό του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου 
παραπέμφθηκε στην πλήρη Ολομέλεια, λόγω γενικότερου ενδιαφέροντος, σύμφωνα με το αρθ. 
563§3 ΚΠολΔ και 23§2 του κυρωθέντος με το ν. 1756/1988 Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και 
Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, όπως ισχύει μετά το ν. 2331/1995 (αρθ. 16), η από 7-
12-2009 αίτηση του "Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς ΑΕ" (ΟΛΠ ΑΕ) για αναίρεση της 622/2009 
απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
II. Κατά την έννοια της διάταξης του αρθ. 281 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι η άσκηση του 
δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή 
τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, μόνη η αδράνεια του 
δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για 
την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα 
κατ' αυτού ή ότι αυτό δεν πρόκειται ν' ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή 
δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί καταρχήν να καταστήσει 
καταχρηστική την επιγενόμενη άσκηση του δικαιώματος. Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από 
ειδικές περιστάσεις που συνδέονται κυρίως με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και 
ο ίδιος μεταβάλλοντας την στάση του επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που 
έχει ήδη διαμορφωθεί και παγιωθεί, δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται από την 
επιχειρούμενη ανατροπή αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο καταστάσεις, αλλ' αρκεί 
να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντα του επιπτώσεις, στην περίπτωση δε αυτή η 
άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά 
ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη (ΟλΑΠ 8/2001). Εξάλλου, η μελλοντική 
άσκηση και από τρίτους παρόμοιων αξιώσεων, στην περίπτωση κατά την οποία ευδοκιμήσει η 
επίδικη, δεν συνιστά καθ? εαυτήν ειδική περίσταση, αφού η ενέργεια αυτή αφορά 
αποκλειστικά τις συνέπειες που μπορεί να έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση του ήδη 
ασκηθέντος δικαιώματος και δεν συνδέεται με την προηγηθείσα της άσκησης του δικαιώματος 
συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη. Αν, όμως, συντρέχουν οι προερχόμενες από 
την συμπεριφορά αυτών ειδικές περιστάσεις, οι ενέργειες των τρίτων που έχουν ήδη ασκήσει 
ή αναμένεται βασίμως ότι θα ασκήσουν όμοιες αξιώσεις, μπορούν να ληφθούν υπόψη για την 
εκτίμηση επαχθών συνεπειών που θα έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση της επίδικης 
αξίωσης, στις περιπτώσεις ιδίως που κρίνεται ότι η ικανοποίηση μόνο αυτής δεν θα έχει 
δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του οφειλέτη. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο 
με την προσβαλλομένη απόφαση του ως προς την υποβληθείσα πρωτοδίκως και ενώπιον αυτού με 
τον 1° λόγο της έφεσης της εναγομένης επαναφερθείσα ένστασή της ότι η ένδικη αγωγή 
ασκήθηκε καταχρηστικά διότι (α) οι ενάγοντες ως μέλη της συνδικαλιστικής οργάνωσής τους 
επί πολλά έτη δέχονταν χωρίς επιφύλαξη ή αμφισβήτηση τον υπολογισμό των αποδοχών και του 
επιδόματος αδείας, όπως προβλέπεται από τις εκάστοτε εφαρμοζόμενες ΕΣΣΕ (β) μετά την 
παρέλευση τόσο μακρού χρόνου δημιουργήθηκε στην εναγομένη η εύλογη πεποίθηση ότι οι 
ενάγοντες δεν πρόκειται ν' ασκήσουν τις επίδικες αξιώσεις (για διαφορετικό τρόπο 
υπολογισμού των αποδοχών και του επιδόματος αδείας), καθόσον καθόλο το διάστημα των 18 
ετών χορηγούσε στους λιμενεργάτες, άρα και στους ενάγοντες, παροχές που υπερκάλυπταν την 
ελάχιστη προστασία του κρατικού νομοθέτη, όπως άδεια 35 ημερών και προσαύξηση 25% στις 
αποδοχές αδείας και (γ) ενδεχομένη ικανοποίηση των απαιτήσεων των εναγόντων θα 
προξενήσει τεράστια ζημία σ' αυτήν, ενόψει του γεγονότος ότι από το σύνολο των 711 
λιμενεργατών το ήμισυ περίπου έχει ασκήσει παρόμοιες αγωγές κατά της εναγομένης και 
πρόκειται ν' ακολουθήσουν και οι υπόλοιποι, δέχθηκε, ότι η άσκηση του επιδίκου 
δικαιώματος (που αφορά τον υπολογισμό των αποδοχών και του επιδόματος αδείας με βάση το 
πραγματικό ημερομίσθιο που προκύπτει από την απόδοσή τους και την επικρατέστερη 
απασχόλησή τους κατά το τελευταίο τρίμηνο πριν από την λήψη της αδείας) δεν είναι 
καταχρηστική, καθόσον η επί πολλά έτη καταβολή σ' αυτούς (και τους λοιπούς εργαζομένους 
του ΟΛΠ) αποδοχών και επιδόματος αδείας κατωτέρων από τις πράγματι οφειλόμενες και η 
πρόβλεψη του ως άνω (βλαπτικού για τους ίδιους) τρόπου υπολογισμού αυτών με τις 
αντίστοιχες ΣΣΕ δεν μπορεί να θεωρηθεί ως οριστική αποδοχή απ' αυτούς του παραπάνω 
υπολογισμού και ως συνειδητή αποβολή της πρόθεσής τους προς δικαστική επιδίωξη των 
σχετικών απαιτήσεών τους, ότι ούτε είναι δυνατόν η κατάσταση αυτή να στηρίξει εύλογη 
πεποίθηση του ΟΛΠ ότι οι ενάγοντες δεν πρόκειται ν' ασκήσουν τα δικαιώματά τους στο 
μέλλον και δη κατά την επίδικη περίοδο από 1-1-2001 έως 31- 12-2005, ενόψει και του ότι 
η συνδικαλιστική οργάνωσή τους αξίωσε ρητά την μεταβολή του τρόπου υπολογισμού των ως 
άνω παροχών ήδη από το έτος 1994, αλλά αποκρούσθηκε από την εναγομένη, με την οποία 
βρίσκονταν έκτοτε διαρκώς σε σχετικές διαπραγματεύσεις για την επίλυση του προβλήματος, 
ότι ως προς τις επαχθείς οικονομικές συνέπειες που πρόκειται να υποστεί η εναγομένη από 
την ευδοκίμηση της ένδικης αγωγής και άλλων παρομοίων, ανεξάρτητα από την έκταση της 
ζημίας που επικαλείται, η ζημία αυτή δεν βρίσκεται σε αιτιώδη σχέση με επιλήψιμη 
συμπεριφορά των εναγόντων, αλλά με την αρνητική και αντίθετη προς τον οικείο Κανονισμό 
και τις γενικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας τακτική της ίδιας να δεχθεί τον 
προαναφερόμενο τρόπο υπολογισμού των αποδοχών και του επιδόματος αδείας των εναγόντων 
(καθώς και των λοιπών λιμενεργατών) και δεν είναι επιτρεπτό σ' αυτήν να επικαλείται την 
ύπαρξη ζημίας για την απόκρουση των αγωγικών απαιτήσεων, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω 
δεκτά απέρριψε τον λόγο αυτόν της έφεσης της αναιρεσείουσας εναγομένης, κατ' επικύρωση 
της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά 
ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του αρθ. 281 ΑΚ, διότι, με βάση 
όσα δέχθηκε, η συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων εναγόντων πριν από την άσκηση των επίδικων 
δικαιωμάτων τους, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που 
μεσολάβησε, δεν μπορούσαν να δημιουργήσουν στην οφειλέτρια αναιρεσείουσα (και δη στους 
ασκούντες την διοίκηση αυτής) την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, έτσι 
ώστε η μεταγενέστερη με την ένδικη αγωγή άσκησή του να μην δικαιολογείται επαρκώς και να 
υπερβαίνει, και δη προφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο 
κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως 
αβάσιμος ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης από το αρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. 
III. Με την §1 του άρθρου πρώτου του ν. 2688/1999 το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με 
την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς", που ιδρύθηκε με το ν. 4748/1930 και 
αναμορφώθηκε με τον α.ν. 1559/1950, που κυρώθηκε με το ν. 1630/1951, όπως τροποποιήθηκε 
και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, μετετράπη σε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία 
"Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς ΑΕ" και με τον διακριτικό τίτλο "ΟΛΠ ΑΕ" (δηλ. την 
αναιρεσείουσα εναγομένη), η οποία είναι ανώνυμη εταιρεία κοινής ωφέλειας με σκοπό την 
εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής 
οικονομίας, απολαμβάνει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας, τελεί υπό την εποπτεία 
του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας και διέπεται από τον παρόντα νόμο και τον κ.ν. 
2190/1920 και συμπληρωματικά από τις διατάξεις του ν. 2414/1996, καθώς και του α.ν. 
1559/1950, όπως κάθε φορά ισχύουν. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του αρθ. 3§§ 1 
και 2 περ. δ' του α.ν. 1559/1950, που κατά την ρητή διάταξη της §2 του δεύτερου άρθρου 
του ως άνω ν. 2688/1999 εφαρμόζονται στην εταιρεία ΟΛΠ ΑΕ, η οποία υπόκειται μόνο σε 
φόρο εισοδήματος, ο ΟΛΠ και ήδη η αναιρεσείουσα εταιρεία ΟΛΠ ΑΕ απολαύει όλων των 
προνομίων, απαλλαγών και ατελειών που απολαύει το Δημόσιο σε όλες τις δημόσιες και 
ιδιωτικές σχέσεις και συναλλαγές του και εφαρμόζονται εν γένει επ' αυτής όλες οι 
σχετικές διατάξεις εξαιρετικού δικαίου που ισχύουν εκάστοτε για το Δημόσιο, ειδικότερα 
δε και ενδεικτικά ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής της ορίζεται σε 6% 
ετησίως, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά όλων των διατάξεων περί τόκου των οφειλετών του 
Δημοσίου (γίνεται δηλ. ουσιαστικά παραπομπή στην προβλέπουσα το προνόμιο αυτό για το 
Δημόσιο διάταξη του αρθ. 21 του ΒΔ της 26-6/10-7-1944 "περί κωδικός των νόμων περί δικών 
του Δημοσίου"). Η ρύθμιση αυτή αντίκειται στην διάταξη του αρθ. 1 του Πρώτου Προσθέτου 
Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με 
το ν.δ. 53/1974 (έχοντας έκτοτε την κατ' αρθ. 28§1 του Συντάγματος υπερνομοθετική ισχύ), 
κατά την οποία "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. 
Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και 
υπό τους προβλεπόμενους υπό τον νόμου και των γενικών αρχών του δικαίου όρους". Και 
τούτο διότι ο νόμιμος τόκος που επιδικάζεται με δικαστική απόφαση εμπίπτει στην έννοια 
της προστατευόμενης ως άνω περιουσίας, με την επίκληση δε από την ΟΛΠ ΑΕ και την 
εφαρμογή της ως άνω διάταξης του αρθ. 3 α.ν. 1559/1950 επέρχεται προσβολή της περιουσίας 
των εργαζομένων σ' αυτήν ως δανειστών της για οφειλόμενες αποδοχές κλπ. με τον 
περιορισμό της αστικής ευθύνης αυτής που θα ωφεληθεί τον τόκο υπερημερίας (6% αντί 10-
12,75% κατά την επίδικη περίοδο), χωρίς να συντρέχει προς τούτο λόγος δημοσίου 
συμφέροντος, καθόσον (α) το απλό ταμειακό συμφέρον του νομικού αυτού προσώπου και δη 
ιδιωτικού δικαίου δεν ταυτίζεται με το δημόσιο ή το γενικό συμφέρον και δεν μπορεί να 
δικαιολογήσει την παραβίαση του δικαιώματος των πιστωτών στην περιουσία τους και την 
επιδίκαση για τις αξιώσεις τους τόκου μικρότερου εκείνου που καταβάλλουν οι ιδιώτες (από 
22-5-2008 απόφαση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Μεϊδάνης κατά Ελλάδος, Δ39.704, η οποία μάλιστα 
αφορούσε ν.π.δ.δ., νοσοκομείο, όπως και η αντιθέτως κρίνασα για την αυτή υπόθεση ΟλΑΠ 
3/2006, και όχι, όπως στην κρινομένη περίπτωση, ν.π.ι.δ., βλ. και ΟλΣτΕ 1663/2009 που 
έκρινε ότι η διάταξη του αρθ. 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου, περί 
διαφοροποιήσεως του ύψους του επιτοκίου, αντίκειται στην διάταξη του αρθ. 1 του Πρώτου 
Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αλλά και του αρθ. 4§1 του Συντάγματος, και ως προς το 
Δημόσιο) και (β) η αναιρεσείουσα, ναι μεν έχει σκοπό την εξυπηρέτηση του δημοσίου 
συμφέροντος, πλην, όμως, ως ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με τον ως άνω νόμο (περί 
μετατροπής του ΟΛΠ από ν.π.δ.δ. σε ανώνυμη εταιρεία), λειτουργεί με τους κανόνες της 
ιδιωτικής οικονομίας, διαθέτοντας οικονομική και διοικητική αυτοτέλεια, αναπτύσσει και 
επιχειρηματική δραστηριότητα, αφού έχει ως σκοπό την (διοίκηση και) εκμετάλλευση του 
λιμένος Πειραιώς (ή και άλλων λιμένων), δυναμένη για την επίτευξη του σκοπού αυτού να 
συνιστά θυγατρικές εταιρείες και να συμμετέχει σε άλλες εταιρείες που έχουν σκοπό την 
εκμετάλλευση χώρων και ανάπτυξη δραστηριοτήτων στον λιμένα Πειραιώς κλπ. (αρθ. 3 του 
εγκριθέντος με το ν. 2688/1999 καταστατικού της) και είναι ισότιμη με κάθε άλλη ανώνυμη 
εταιρεία και κατά συνέπεια δεν είναι νομικά λογικό να εφαρμόζεται υπέρ αυτής το ως άνω 
προνόμιο του Δημοσίου (πρβλ. ΟλΑΠ 23/2004 που έκρινε ότι η προβλεπομένη επέκταση της ως 
άνω διάταξης ως προς την έναρξη τοκοφορίας από την επίδοση μόνο καταψηφιστικής αγωγής 
και στην ΟΣΕ ΑΕ, που επίσης αποτελεί επιχείρηση κοινής ωφελείας, αντίκειται στα αρθ. 4§1 
και 20§1 του Συντάγματος, καθώς και ΟλΑΠ 11/2008, κατά την οποία η επέκταση επίσης στην 
ΟΣΕ ΑΕ της προβλεπομένης για το Δημόσιο βραχυπρόθεσμης παραγραφής των κατ' αυτής 
αξιώσεων των εργαζομένων της προσκρούει στις διατάξεις των αρθ. 4§§1 και 2, 20§1, 22§1β, 
25§1 του συντάγματος, 6 της ΕΣΔΑ και 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και 
Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν. 2462/1997). Κατά συνέπεια το 
Εφετείο που με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε ότι η ως άνω διάταξη του αρθ. 3§2 
περ. δ' α.ν. 1559/1950 δεν εφαρμόζεται ως αντίθετη προς την διάταξη του αρθ. 1 του 
Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και στην συνέχεια επιδίκασε στους αναιρεσίβλητους 
ενάγοντες τα εκεί ποσά (ως οφειλόμενες διαφορές αποδοχών και επιδομάτων αδείας) με τον 
καταβαλλόμενο και από τους ιδιώτες τόκο (και όχι τον μικρότερο 6% ετησίως), δεν 
παραβίασεν ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των αρθ. 3§2 α.ν. 1559/1950 
και των άρθρων πρώτου και δευτέρου του ν. 2688/1999 και επομένως ο περί του αντιθέτου 
τρίτος (και τελευταίος) λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από το αρθ. 559 αριθ. 1 
ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

IV. (Α) Κατά την διάταξη του αρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα 
ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές 
της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις 
εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν αυτός δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές 
συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 
31/2009, 7/2006, 4/2005) (Β) Περαιτέρω, από την διαπνέουσα ολόκληρο το εργατικό δίκαιο 
γενικότερη αρχή της προστασίας των μισθωτών, με την εφαρμογή της οποίας αποτρέπεται η 
σύγκρουση των όρων εργασίας που διαμορφώνονται από περισσότερες πηγές διαφορετικής 
ιεραρχικής βαθμίδας, συνάγεται ότι η αποτελούσα ειδική μορφή αυτής αρχή της εύνοιας υπέρ 
των μισθωτών, προβλεπομένη ήδη από το αρθ. 680 ΑΚ και την διάταξη του αρθ. 7§2 
ν.1876/1990, κατά την οποία οι ευνοϊκότεροι για τους εργαζομένους όροι των ατομικών 
συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των δυσμενέστερων όρων των συλλογικών συμβάσεων, 
εφαρμόζεται όχι μόνο στην σχέση συλλογικής και ατομικής σύμβασης εργασίας, αλλά και στην 
σχέση περισσοτέρων πηγών (νόμου, συλλογικής σύμβασης εργασίας, κανονισμού, ατομικής 
σύμβασης) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας (ΟλΑΠ 26/2007). Για την εφαρμογή, όμως, της 
αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών κατά την συσχέτιση ΣΣΕ ή άλλης πηγής, ως ρυθμιστικού 
παράγοντος της εργασιακής σχέσης, και ατομικής σύμβασης εργασίας και γενικότερα κατά την 
συσχέτιση διαφόρων πηγών μεταξύ τους οι αποδοχές συγκρίνονται ως μία ενότητα, αφού 
(εκτός αντίθετης ειδικής ρύθμισης) δεν είναι δυνατή η επιλεκτική αναζήτηση τμήματος 
αποδοχών από τη μία πηγή και άλλου από διαφορετική πηγή, διότι δεν είναι επιτρεπτή η 
σύγχρονη εφαρμογή όλων των πηγών αυτών ως προς την έννοια των αποδοχών (τούτο ειδικά ως 
προς την συσχέτιση περισσοτέρων ΣΣΕ αποτυπώνεται ρητά στο αρθ. 10§1 ν. 1876/1990). Κατά 
την συσχέτιση περισσοτέρων πηγών της αυτής ιεραρχικής βαθμίδας δεν εφαρμόζεται η ως άνω 
αρχή της εύνοιας, ούτε η διάταξη του αρθ. 7§3 ν. 1876/1990 (που ρυθμίζει την σχέση νόμου 
και ΣΣΕ), αλλά οι νεότεροι και ειδικοί κανόνες αποκλείουν την εφαρμογή των παλαιοτέρων 
και γενικών και αυτοί εφαρμόζονται, όταν ρυθμίζουν το ίδιο γενικά θέμα κατά τρόπο 
αντίθετο και σε κάθε περίπτωση διαφορετικό και ασυμβίβαστο προς την ρύθμιση των 
παλαιοτέρων κανόνων, είτε ευνοϊκότερο είτε δυσμενέστερο σε σχέση με αυτούς (αρθ. 2 ΑΚ). 
Σε σχέση και συνάφεια προς τα προαναφερθέντα για την συσχέτιση διαφόρων πηγών, ως προς 
τους Κανονισμούς Εργασίας που καταρτίσθηκαν και κυρώθηκαν υπό την ισχύ και με την 
διαδικασία του ν.δ. 3789/1957 ορίζεται με τις διατάξεις αυτού ότι (1) (α) επιχειρήσεις, 
εκμεταλλεύσεις ή εργασίες εν γένει, ανεξάρτητ' από τη νομική μορφή αυτών ή του φυσικού ή 
νομικού προσώπου (δημόσιο, νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, οργανισμοί 
κλπ.), στο οποίο ανήκουν, εφόσον απασχολούν προσωπικό μεγαλύτερο των 70 προσώπων, 
οφείλουν να καταρτίσουν, κατά την διαδικασία του παρόντος, κανονισμό εργασίας 
ρυθμίζοντα, σύμφωνα με τους κείμενους νόμους, τις διαμορφούμενες κατά την εκτέλεση της 
εργασίας σχέσεις μεταξύ αυτών και του πάσης φύσεως προσωπικού τους, που συνδέεται με 
αυτές με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (αρθ. 1§1 εδ. α') (β) οι κανονισμοί εργασίας 
δεν αποτελούν συμπλήρωση της ατομικής σύμβασης εργασίας, εάν δεν έχουν εγκριθεί κατά την 
διαδικασία του ως άνω ν.δ. και δεν είναι ανά πάσα στιγμή αναρτημένοι σε εμφανή και 
προσιτά για τους εργαζομένους σημεία του τόπου εργασίας (άρθ. 1§2) (2) η κύρωση των 
Κανονισμών Εργασίας γίνεται για τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις κλπ. που ασκούνται από 
το Δημόσιο ή για λογαριασμό αυτού, τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) κλπ. με 
κοινή απόφαση του Υπουργού Εργασίας και του εποπτεύοντος σε κάθε περίπτωση Υπουργού, η 
κυρωτική δε αυτή απόφαση εκδίδεται μετά προηγουμένη γνωμοδότηση του συσταθέντος με το 
αυτό ν.δ. Τμήματος Κανονισμών Εργασίας του Εθνικού Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Κοινωνικής 
Πολιτικής, η οποία είναι υποχρεωτική για τους Υπουργούς, εφόσον ανάγεται στην τήρηση 
διατάξεων νόμων και των σε εκτέλεση αυτών διαταγμάτων και υπουργικών αποφάσεων, ενώ οι 
Κανονισμοί που είχαν εκδοθεί, με β.δ. ή υπουργικές αποφάσεις, κατ' εξουσιοδότηση των ν. 
3752/1929, 3221/1955, 3430/1955 και κάθε άλλου ειδικού νόμου, εξακολουθούν να ισχύουν, 
πλην, όμως, για κάθε σύνταξη, ανασύνταξη ή τροποποίηση Κανονισμών, για τους οποίους 
προβλέπουν οι παραπάνω νόμοι, ισχύουν οι διατάξεις των νόμων αυτών, καθόσον μέρος τους 
δεν αντιτίθενται στα οριζόμενα από τα αρθ. 1 και 2 αυτού του παρόντος νομοθετικού 
διατάγματος (αρθ. 2§§1 και 2). Σημειώνεται ότι με το αρθ. 3§2 ν.δ 385/1969 ορίσθηκε στην 
συνέχεια ότι οι κατά το ν.δ. 3789/1957 Κανονισμοί Εργασίας προκειμένου περί του 
προσωπικού του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων ΝΠΔΔ κυρώνονται με κοινή απόφαση των 
Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εργασίας και του κατά περίπτωση αρμοδίου, που 
εκδίδεται μετά από γνώμη του ΑΣΔΥ (Ανωτάτου Συμβουλίου Δημοσίων Υπηρεσιών). Από τις 
παραπάνω διατάξεις του ν.δ. 3789/1957 (το οποίο δεν κατάργησαν οι ν. 1876/1990 και 
1767/1988, περιόρισαν, όμως, σημαντικά το πεδίο εφαρμογής του, αρθ. 3§5, 6§1στ, 15§1 και 
16§1 ν.1876/1990, 12§4 ν. 1767/1988) προκύπτει, ότι οι Κανονισμοί Εργασίας που 
καταρτίσθηκαν υπό την ισχύ του ως άνω ν.δ., με το οποίο το θέμα των Κανονισμών Εργασίας 
ρυθμίζεται με τρόπο ενιαίο για όλες τις επιχειρήσεις κλπ. ανεξάρτητ' από τη νομική μορφή 
τους ή από το σε ποιόν ανήκουν (Δημόσιο, νομικά πρόσωπα ιδιωτικού ή δημόσιου δικαίου 
κλπ., το δίκαιο δηλ. που εισάγεται με αυτό είναι γενικό και αποκλειστικό για τις 
επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις κλπ. που υπάγονται στις διατάξεις του) έχουν κανονιστική 
νομική φύση, δηλ. ισχύ ουσιαστικού (όχι, όμως, και τυπικού) νόμου και η θέσπισή τους 
αποτελεί άσκηση "νομοθετικής" εξουσίας από την πλευρά του εργοδότη που απορρέει από την 
εξουσιοδότηση του ως άνω ν.δ. 3789/1957. Η νομική αυτή φύση (κανονιστική και όχι 
συμβατική) των Κανονισμών Εργασίας συνάγεται από τα εξής : (α) Το γεγονός ότι οι 
Κανονισμοί αυτοί, αφού εγκριθούν και αναρτηθούν, αποτελούν συμπλήρωση της ατομικής 
σύμβασης εργασίας, η συμπλήρωση δε αυτή γίνεται αυτόματα (ex lege) και οι όροι γι' αυτήν 
(έγκριση και ανάρτηση του κανονισμού) αποσυνδέουν το κύρος και την ισχύ του από κάθε 
προσχώρηση και ο κανονισμός ισχύει ανεξάρτητα από την θέληση του προσωπικού, ακόμη και 
παρά την θέλησή του, η ενέργειά τους δηλ. είναι επιτακτική (β) Η ανάρτησή τους στον τόπο 
της εργασίας, σε φανερά και προσιτά για τους μισθωτούς σημεία, είναι συστατικός όρος 
δημοσιότητας, με σκοπό να καταστεί στους εργαζομένους γνωστός ο "νόμος" που τους 
δεσμεύει στον χώρο της εκμετάλλευσης, ώστε να ρυθμίζουν ανάλογα την συμπεριφορά τους 
κατά την εκτέλεση της εργασίας και να γνωρίζουν τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματά τους, 
η ιδιόρρυθμη δε αυτή δημοσιότητα είναι ανάλογη με την δημοσίευση των κρατικών νόμων στην 
Εφημερίδα της Κυβέρνησης (γ) Οι επιχειρήσεις και εκμεταλλεύσεις έχουν υποχρέωση να 
καταρτίσουν κανονισμούς, στους οποίους διατυπώνονται γενικά και αντικειμενικά οι κανόνες 
που πρόκειται να ρυθμίζουν τις σχέσεις που διαμορφώνονται μεταξύ του εργοδότη και των 
εργαζομένων, το δίκαιο δε που περιέχεται στον κανονισμό δεν ισχύει για ορισμένο χρόνο, 
δεν συνδέεται με ορισμένο εργοδότη, ούτε αφορά μόνο τους μισθωτούς που συγκροτούν το 
προσωπικό κατά τον χρόνο θέσης του σε ισχύ και δεν ρυθμίζει συγκεκριμένες καταστάσεις, 
αλλά είναι απρόσωπο, γενικό και αφηρημένο, ρυθμίζει τις σχέσεις του εργοδότη και των 
μισθωτών που κινούνται κάθε φορά στην επιχείρηση και ισχύει για όλες τις εργασιακές 
σχέσεις και όχι μόνοι γι' αυτές που στηρίζονται σε έγκυρη σύμβαση εργασίας (δ) 
Κυρώνονται από κρατικό όργανο, ύστερ' από έλεγχο της νομιμότητας και της σκοπιμότητάς 
τους, αφού προηγηθεί γνώμη αρμόδιου υπηρεσιακού οργάνου (ε) Σκοποί του ως άνω ν.δ., 
σύμφωνα και με την εισηγητική έκθεσή του, είναι η εξασφάλιση δίκαιων όρων, ομοιομορφίας, 
ενιαίας κατεύθυνσης, δίκαιης πειθαρχικής εξουσίας και ίσης μεταχείρισης για τους 
μισθωτούς, οι σκοποί δε αυτοί μπορούν να επιτευχθούν μόνο με γενικές κανονιστικές 
διατάξεις, η ισχύς των οποίων δεν (μπορεί να) εξαρτάται από επιμέρους συμβατικούς 
ορισμούς. Όμως, οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις της κοινής (γενικής) εργατικής 
νομοθεσίας υπερισχύουν, εφόσον περιέχουν ρυθμίσεις, στο σύνολό τους λαμβανόμενες, 
ευνοϊκότερες για τους εργαζομένους ως διατάξεις ανώτερης βαθμίδας, των διατάξεων των 
εχόντων ισχύ ουσιαστικού νόμου διατάξεων Κανονισμών Εργασίας που καταρτίσθηκαν και 
κυρώθηκαν υπό την ισχύ και κατά την διαδικασία του ν.δ. 3789/1957, ανεξάρτητα από την 
τυχόν πρόβλεψη παλαιοτέρων αυτού νόμων της δυνατότητας της κατ' εξουσιοδότηση αυτών 
κατάρτισης τέτοιων κανονισμών, αφού, όπως προαναφέρθηκε, με το ως άνω ν.δ. ρυθμίσθηκε με 
τρόπο ενιαίο και αποκλειστικό το θέμα των Κανονισμών Εργασίας για όλες τις επιχειρήσεις, 
εκμεταλλεύσεις κλπ. ανεξάρτητ' από τη νομική μορφή τους ή από το εάν ανήκουν στο 
Δημόσιο, σε ΝΠΔΔ ή ΝΠΙΔ κλπ. Αντίθετα, υπερισχύουν οι διατάξεις των Κανονισμών Εργασίας, 
εάν, με την αυτή προϋπόθεση, είναι ευνοϊκότερες των αντιστοίχων της κοινής εργατικής 
νομοθεσίας (Γ) Ειδικότερα σε σχέση με τις αποδοχές και το επίδομα αδείας των εργαζομένων 
: (1) Γενικά και ως προς όλους καταρχήν τους εργαζομένους, τον κεντρικό κορμό και τον 
πυρήνα του ρυθμιστικού καθεστώτος του θεσμού των αδειών αποτελεί ο α.ν 539/1945 "περί 
χορηγήσεως κατ' έτος εις τους μισθωτούς αδειών μετ' αποδοχών", όπως έχει κατά καιρούς 
τροποποιηθεί. Οι ρυθμίσεις που περιλαμβάνει διασφαλίζουν τις ελάχιστες υπέρ όλων των 
εργαζομένων εγγυήσεις, λόγω δε του εντόνως προστατευτικού χαρακτήρα τους και του στενού 
δεσμού τους με την ικανοποίηση και προστασία του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, 
αποτελούν μονομερώς αναγκαστικό δίκαιο και κατά συνέπεια απόκλιση από τις σχετικές 
διατάξεις αυτού επιτρέπεται μόνο για την εφαρμογή ευμενέστερων για τον εργαζόμενο 
διατάξεων άλλων πηγών, με την προαναφερθείσα έννοια της αρχής της εύνοιας υπέρ των 
μισθωτών. Με το αρθ. 3§1 του ως άνω α.ν. 539/1945 ορίζεται ότι κατά την διάρκεια της 
άδειας ανάπαυσής του ο μισθωτός δικαιούται τις συνήθεις αποδοχές, τις οποίες θα 
εδικαιούτο, εάν απασχολείτο στην "υπόχρεη" (με τον όρο αυτόν αντικαταστάθηκε με το αρθ. 
1 §2 ν. 1346/1983 ο αρχικός όρος "υποκείμενη") επιχείρηση κατά τον αντίστοιχο χρόνο της 
αδείας του ή τις τυχόν για την περίπτωση αυτήν καθορισμένες με συλλογική σύμβαση, ενώ 
κατά την §3 του ίδιου άρθρου (όπως αυτή ισχύει μετά την απάλειψη φράσης με το αρθ. 1 §2 
ν. 4547/1966) στην έννοια των αποδοχών περιλαμβάνονται και οι κάθε είδους πρόσθετες ή 
συμπληρωματικές τακτικές παροχές (αντίτιμο τροφής, επιδόματα κλπ.). Επίσης, κατά το αρθ. 
3§16 ν. 4504/1966 "οι επί σχέσει εργασίας του ιδιωτικού δικαίου απασχολούμενοι, παρ' 
οιωδήποτε εργοδότη, μισθωτοί δικαιούνται κατ' έτος "επιδόματος αδείας" ίσου προς το 
σύνολον των αποδοχών των υπό του α.ν. 539/1945 ή άλλων διατάξεων καθοριζομένων ημερών 
αδείας αναπαύσεως μετ' αποδοχών, ων δικαιούται έκαστος μισθωτός, υπό τον περιορισμόν ότι 
το επίδομα τούτο δεν δύναται να υπερβαίνει τας αποδοχάς ενός 15νθημέρου, διά τους επί 
μηνιαίω μισθώ αμειβόμενους, των 13 δε εργασίμων ημερών δια τους επί ημερομίσθια) ή κατά 
μονάδα εργασίας ή επί ποσοστοίς ή κατ' άλλον τρόπον αμειβόμενους μισθωτούς. Το ως άνω 
επίδομα καταβάλλεται ομού μετά των αποδοχών της αδείας αναπαύσεως του μισθωτού...". Από 
τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με τις διατάξεις των αρθ. 648, 653, 666, 679 ΑΚ, της 
κυρωθείσας με το ν.3248/1955 με αριθ. 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "περί προστασίας του 
ημερομισθίου", 2 της κυρωθείσας με το ν. 133/1975 από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, 1§1 ν. 435/1976, 
1§2 ν. 1082/1980 και 2 των κατά καιρούς εκδοθεισών Υπουργικών Αποφάσεων "περί χορηγήσεως 
δώρων για τις εορτές του Πάσχα και των Χριστουγέννων", προκύπτει ότι ως "συνήθεις 
αποδοχές", με βάση τις οποίες υπολογίζονται οι αποδοχές και το ισούμενο προς αυτές, υπό 
τον ως άνω χρονικό περιορισμό, επίδομα αδείας, ταυτίζονται δε προς τις "τακτικές 
αποδοχές" που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό των επιδομάτων εορτών Πάσχα και 
Χριστουγέννων, και είναι ίσες με τις αποδοχές που θα εδικαιούτο ο μισθωτός, αν είχε 
απασχοληθεί κατά τον αντίστοιχο χρόνο της αδείας του, νοούνται ο συμβατικός ή ο νόμιμος 
μισθός ή το ημερομίσθιο, καθώς και οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη εργοδοτική παροχή, σε χρήμα 
ή σε είδος, που καταβάλλεται κατά την διάρκεια της σύμβασης εργασίας, με την προϋπόθεση 
ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας. 
Έτσι, εφόσον παρέχονται τακτικά και σταθερά, περιλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές, 
μεταξύ άλλων η αμοιβή για υπερεργασία και για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, καθώς και οι 
προσαυξήσεις για την παροχή εργασίας κατά τη νύκτα, τις Κυριακές και τις αργίες και 
γενικά κάθε προσαύξηση του βασικού μισθού ή ημερομισθίου. Ενόψει των ανωτέρω και δη της 
εννοίας των "τακτικών" ή "συνήθων" αποδοχών (που περιλαμβάνουν, όπως προαναφέρθηκε, τον 
συμβατικό ή νόμιμο μισθό ή ημερομίσθιο, καθώς και όλες γενικά τις ως άνω προσαυξήσεις, 
επιδόματα κλπ.), με βάση τις οποίες υπολογίζονται οι αποδοχές και το επίδομα αδείας, για 
τον προσδιορισμό αυτών λαμβάνονται υπόψη, πέραν του βασικού μισθού ή ημερομισθίου, οι 
πρόσθετες ως άνω παροχές του χρονικού διαστήματος από την λήψη της προηγουμένης αδείας 
(2) Με την 45058/7/1971 ΚΥΑ των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εμπορικής Ναυτιλίας 
και Εργασίας (ΦΕΚ Β' 579) εγκρίθηκε ο Κανονισμός Εργασίας Εργατών Λιμένος Πειραιώς (με 
τον προσαρτημένο σ' αυτόν πίνακα συνθέσεων εργατικών ομάδων και αποδόσεων αυτών σε 
τόννους ή m3), με τον οποίο ρυθμίζονται οι όροι εργασίας και αμοιβής του εργατικού 
προσωπικού, που συνδέεται (μόνιμο και έκτακτο) με τον ΟΛΠ (και ήδη την αναιρεσείουσα ΟΛΠ 
ΑΕ) πάντοτε με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου (άρθ. 10), καθώς και οι συνθήκες και ο τρόπος 
διεξαγωγής των φορτοεκφορτωτικών εργασιών στην περιοχή του Λιμένος Πειραιώς (αρθ. 1§1). 
Ο Κανονισμός αυτός, καταρτισθείς και εγκριθείς υπό την ισχύ και κατά την διαδικασία των 
αρθ. 1 και 2 ν.δ. 3789/1957, όπως και στο προοίμιό του αναφέρεται, έχει ισχύ ουσιαστικού 
νόμου, με την προαναφερθείσα έννοια, με αυτόν δε ορίζονται ειδικότερα τα εξής και δη σε 
σχέση με τον τρόπο υπολογισμού των αποδοχών και του επιδόματος αδείας του ως άνω 
προσωπικού σε συνάρτηση και με το είδος και τις κατηγορίες των εργασιών αυτών, ενώ το 
εκάστοτε ύψος του βασικού ημερομισθίου των διαφόρων κατηγοριών (ειδών) φορτοεκφορτωτικών 
εργασιών ορίζεται με τις οικείες ΣΣΕ : (i) Σύμφωνα με το άρθ. 35§1 οι αποδοχές αδείας 
(και κατ' επέκταση και το μαζί μ' αυτές καταβαλλόμενο επίδομα) ισούνται προς το γινόμενο 
των ημερών αδείας που δικαιούται κάθε μισθωτός επί το βασικό ημερομίσθιο της απασχόλησής 
του, όπως δε διευκρινίζεται στην συνέχεια ως "βασικό ημερομίσθιο" για τον υπολογισμό των 
αποδοχών αδείας των (μονίμων) εργατών (με τον αυτό τρόπο υπολογίζονται οι αποδοχές αυτές 
και για τους εκτάκτους) λογίζεται αυτό της επικρατέστερης απασχόλησής τους κατά το 
τελευταίο πριν από την χορήγηση της αδείας τρίμηνο (και προκειμένου για εργάτες που 
απασχολούνται σε φορτοεκφορτωτικές εργασίες δημητριακών και γαιανθράκων το βασικό 
ημερομίσθιο που καθορίζεται για τις εργασίες αυτές). Ως "επικρατέστερη απασχόληση" 
νοείται κατά την διάταξη αυτή η επικρατέστερη κατά χρόνο, δηλ. εκείνη η οποία είχε 
συνολικά την μεγαλύτερη διάρκεια και στην οποία ο εργαζόμενος πραγματοποίησε τα 
περισσότερα ημερομίσθια κατά το τελευταίο πριν από την λήψη της αδείας τρίμηνο. Βάση, 
επομένως, υπολογισμού των αποδοχών αδείας είναι το βασικό ημερομίσθιο και όχι η τελική 
αμοιβή που προκύπτει από τυχόν προσαυξήσεις λόγω αποδόσεως (για τους εργαζομένους "επί 
αποδόσει") ή λόγω τριπλασιασμού του βασικού ημερομισθίου (για τους απασχολουμένους στις 
γερανογέφυρες) ή λόγω άλλων προβλεπομένων προσαυξήσεων, οι προκύπτουσες δε και 
καταβαλλόμενες με τον υπολογισμό αυτόν αποδοχές αδείας προσαυξάνονται για όλους τους 
εργάτες κατά ποσοστό 25%. (ii) Το ύψος του βασικού ημερομισθίου των (μονίμων κλπ.) 
εργατών του ΟΛΠ, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, λαμβάνεται ως βάση για τον υπολογισμό των 
αποδοχών κλπ. αδείας, ορίζεται ειδικά στο αρθ. 23 §1 του Κανονισμού (αναπροσαρμοζόμενο 
εκάστοτε με τις οικείες ΕΣΣΕ) ανάλογα και σε αντιστοιχία με το είδος της απασχόλησης 
τους κατά τις διακρίσεις του αρθ. 12§1 του Κανονισμού (στο οποίο ρητά παραπέμπει το αρθ. 
23§1), είναι δε αυτές (α) η απασχόληση σε φορτοεκφορτώσεις γενικά χύδην φορτίων 
δημητριακών, γαιανθράκων κλπ. (β) η απασχόληση σε φορτοεκφορτώσεις επί πλοίων γενικά και 
επί παντός είδους πλωτών ναυπηγημάτων και (γ) η απασχόληση σε κομιστικές εργασίες 
(μεταφοράς των εμπορευμάτων από τον τόπο της οριστικής εναπόθεσής τους στα μεταφορικά 
μέσα των παραληπτών και αντίστροφα), σε εργασίες μεταφοράς των αποσκευών των επιβατών, 
σε εργασίες κάλυψης και αποκάλυψης των υπαιθρίων εμπορευμάτων και σε λοιπές βοηθητικές 
εργασίες σχετιζόμενες με την φορτοεκφόρτωση. Στις κατηγορίες αυτές απασχόλησης, 
ειδικότερα, δεν προβλέπεται και δεν περιλαμβάνεται στο ως άνω άρθρο, ως είδος 
απασχόλησης η "επί αποδόσει", αφού αυτή κατά το αρθ. 20 του Κανονισμού, που έχει ακριβώς 
τον τίτλο "τρόπος διεξαγωγής της εργασίας", προβλέπεται ως τρόπος εργασίας και όχι ως 
κατηγορία (διάκριση) απασχόλησης. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το ως άνω αρθ. 20 του 
Κανονισμού (α) η εργασία στον λιμένα διεξάγεται "επί αποδόσει" στις περιπτώσεις 
εκφόρτωσης ή φόρτωσης και ειδικότερα στις περιπτώσεις της, από το κύτος ή τις φορτηγίδες 
μέχρι τον τόπο οριστικής απόθεσης, μεταφοράς (αα) γαιανθράκων, ορυκτών, μεταλλευμάτων, 
πορσελάνης και χωμάτων (χύμα) χωρίς την χρήση αρπάγης (ββ) σιτηρών και λοιπών 
δημητριακών "εις χύμα" (γγ) ξυλείας (δδ) φορτίων δε σάκκους γενικά (εε) σιδήρων, 
σιδηροφύλλων κλπ (στστ) ειδών γενικού εμπορίου και (ζζ) φορτίων πλοίων ψυγείων, κατ' 
εξαίρεση, όμως, εφόσον οι συνθήκες διεξαγωγής των εργασιών για τα παραπάνω φορτία 
παρεμποδίζουν την εργασία με το ως άνω τρόπο, αυτός μπορεί με απόφαση των αρμοδίων 
οργάνων να μεταβληθεί (επειδή ακριβώς η "επί αποδόσει" εργασία δεν αποτελεί είδος 
απασχόλησης, αλλά τρόπο εκτέλεσης της εργασίας) σε εργασία "επί ημερομισθίω" (β) η 
εργασία "επί ημερομισθίω" εκτελείται για (αα) την από την αποθήκη ή ύπαιθρο μεταφορά 
όλων των ανωτέρω ειδών (πλην της ξυλείας) μέχρι το μεταφορικό μέσο του παραλήπτη και 
αντίστροφα (ββ) φορτοεκφορτώσεις αποσκευών των επιβατών (γγ) φορτοεκφορτώσεις νωπών 
ιχθύων, φρούτων και λαχανικών (δδ) φορτοεκφορτώσεις φορτίων κάθε είδους "εις χύμα" και 
(εε) εργασίες εκφόρτωσης βαγονιών και αυτοκινήτων που μεταφέρουν εμπορεύματα εξωτερικού, 
ενώ, κατά την περαιτέρω ρύθμιση του αυτού άρθρου, οι εργασίες πλήρωσης και εκκένωσης 
εμπορευματοκιβωτίων, ρυμουλκούμενων οχημάτων και αυτοκινήτων μεταφερομένων με 
οχηματαγωγά πλοία εξωτερικού, καθώς και οι εργασίες φορτοεκφόρτωσης στρατιωτικών εφοδίων 
επί αυτοκινήτων κλπ. μπορούν να εκτελούνται "επί αποδόσει" με βάση τους 6 τόννους κατ' 
εργάτη κλπ. Η αμοιβή για την "επί αποδόσει" εργασία έχει προβλεφθεί (αρθ. 27) και 
καταβάλλεται και στις τρεις περιπτώσεις απασχόλησης του αρθ. 12§1 επιπρόσθετα του 
βασικού ημερομισθίου του αρθ. 23§1 (iii) Τέλος, κατ' αρθ. 30§1 το "ασφαλιστικό 
ημερομίσθιο" που καταβάλλεται στους μόνιμους εργάτες για όσες εργάσιμες ημέρες δεν 
διατίθενται σε φορτοεκφορτωτικές εργασίες του λιμένος λόγω έλλειψης εργασίας είναι ίσο 
προς αυτό που καταβάλλεται στους μονίμους εργάτες που απασχολούνται σε κομιστικές 
εργασίες του αρθ. 23§1 εδ. β', μετά των συντρεχόντων επιδομάτων εμπειρίας, ειδικών 
συνθηκών και γάμου, δεν αποτελεί δηλ. το "ασφαλιστικό" ημερομίσθιο το κατώτερο 
ημερομίσθιο, αλλ' αυτό καθορίζεται ίσο προς το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο για τις 
κομιστικές εργασίες. Με τα άρθρα τέταρτο παράγραφος 3 και πέμπτο εδ. ε' του ν. 
2668/1999, με τον οποίο το μέχρι τότε ΝΠΔΔ με την επωνυμία Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς 
(που ιδρύθηκε με το ν. 4748/1930 και αναμορφώθηκε με τον α.ν. 1559/1950 κλπ.) μετετράπη 
σε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς Ανώνυμη Εταιρεία" (ΟΛΠ 
ΑΕ), δηλ. την αναιρεσείουσα, ο ως άνω Κανονισμός Εργασίας Εργατών Λιμένος Πειραιώς 
διατηρήθηκε, καταρχάς, σε ισχύ και μετά την μετατροπή αυτήν, ενώ με την 5115.01/02/2004 
απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών-Δημόσιας Διοίκησης και 
Αποκέντρωσης, και Εμπορικής Ναυτιλίας (ΦΕΚ Β' 390/20-6-2004) εγκρίθηκε και δημοσιεύθηκε 
ο καταρτισθείς στα πλαίσια και κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων τετάρτου, δωδεκάτου και 
δεκάτου τρίτου του ως άνω ν. 2688/1999 Γενικός Κανονισμός Προσωπικού της ΟΛΠ ΑΕ (που 
άρχισε να ισχύει 10 ημέρες μετά την δημοσίευσή του στην ΕτΚ, αρθ. 83 αυτού) για την 
ρύθμιση των εργασιακών σχέσεων των εργαζομένων σ' αυτήν, σύμφωνα δε με αυτόν το 
προσωπικό της αναιρεσείουσας (τακτικό, έκτακτο και δόκιμο), στο οποίο υπάγεται ως 
ιδιαίτερη υπηρεσιακή κατηγορία το λιμενεργατικό προσωπικό και δη οι λιμενεργάτες (αρθ. 
5§§1α, 2, 4α), δικαιούταν ετήσιας άδειας με αποδοχές, καθώς και επιδόματος αδείας, 
σύμφωνα με την εργατική νομοθεσία (γίνεται δηλ. παραπομπή και στον α.ν. 539/1945) σε 
συνδυασμό με τις διατάξεις της εκάστοτε ισχύουσας ΕΓΣΣΕ, τις ειδικότερες συλλογικές 
συμβάσεις εργασίας που εφαρμόζονται στην εταιρεία (αναιρεσείουσα) και τις διατάξεις του 
παρόντος Κανονισμού (αρθ. 55§1). Στο σημείο αυτό, πρέπει να επισημανθεί ότι ενόψει της 
ως άνω σχέσης του Κανονισμού Εργασίας Εργατών Λιμένος Πειραιώς και των αναγκαστικού 
δικαίου διατάξεων της κοινής εργατικής νομοθεσίας (και δη του α.ν. 539/1945) δεν τίθεται 
θέμα, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσίβλητοι, "κατάργησης" των κρίσιμων διατάξεων του 
Κανονισμού αυτού με μεταγενέστερους κανόνες δικαίου, οι οποίοι όλοι αναφέρονται γενικά 
στο δικαίωμα λήψης αδείας με αποδοχές και δεν ρυθμίζουν ειδικά τον τρόπο υπολογισμού 
τους, ειδικότερα δε με (α) την κυρωθείσα με το ν. 133/1975 από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, οι 
διατάξεις της οποίας, άλλωστε, κατ' αρθ. 8§1β αυτής δεν εφαρμόζονται καθ' ολοκληρίαν επί 
των φορτοεκφορτωτών ξηράς και λιμένων, που διέπονται, όπως στην κρινομένη περίπτωση, από 
την νομοθεσία ρύθμισης των φορτοεκφορτωτικών εργασιών στους λιμένες κλπ. (β) τις 
διατάξεις της κυρωθείσης με το ν. 549/1977 από 26-1-1977 ΕΓΣΣΕ (γ) το ν. 993/1979 που 
κωδικοποιήθηκε σε ενιαίο κείμενο, μαζί με άλλα νομοθετήματα, με το ΠΔ 410/1988, αφού 
αφορά το προσωπικό με σχέση εργασίας του δημοσίου, των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ, ενώ ήδη 
κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα η αναιρεσείουσα είχε μετατραπεί σε α.ε. (δ) άρθ. 101 
του ΠΔ 611/1977 (Υπαλληλικός Κώδικας) που σε κάθε περίπτωση αφορά τους πολιτικούς 
διοικητικούς υπαλλήλους του Κράτους (αρθ. 2) (και των ΝΠΔΔ, αρθ. 2 ν. 2683/1999 του 
μεταγενεστέρου Κώδικα Δημοσίων Υπαλλήλων) (ε) αρθ. 16 ν. 1082/1980, που αναφέρεται 
γενικά στο δικαίωμα λήψης αδείας σε περίπτωση λήξης κλπ. της σχέσης εργασίας πριν την 
συμπλήρωση του απαιτουμένου χρόνου απασχόλησης (στ) από 19-5-1982 ΠΝΠ που δεν περιέχει 
ειδική ρύθμιση (ζ) αρθ. 1 και 7 ΠΔ 88/1999 (για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας 
προς τις διατάξεις της Οδηγίας 93/104/ΕΚ, που αναφέρονται γενικά στο δικαίωμα λήψης 
άδειας με αποδοχές (η) αρθ. 4§5 ν. 2839/2000, αφού αφορά στο προσωπικό του Δημοσίου, ΟΤΑ 
και ΝΠΔΔ, ενώ η αναιρεσείουσα είναι α.ε. δηλ. ΝΠΙΔ (ι) αρθ. 6 ν. 3144/2003 και 1 ν. 
3302/2004, αφού αναφέρονται στο δικαίωμα καθεαυτό για την λήψη άδειας με αποδοχές και 
όχι στον τρόπο υπολογισμού τους. (Δ) Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Πειραιώς 
κρίνοντας, ύστερ' από την άσκηση εφέσεων εκ μέρους αμφοτέρων των διαδίκων πλευρών, επί 
αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων με αντικείμενο την καταβολή των αναφερομένων εκεί ποσών 
για διαφορές αποδοχών και επιδόματος αδείας των ετών 2001 έως και 2005, με την 
προσβαλλομένη 622/2009 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει (1) ερμηνεύοντας, στην 
μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του, τις ως άνω διατάξεις των αρθ. 3 α.ν. 
539/1945, 3§16 ν. 4504/1966, ως ανωτέρω, καθώς και των αρθ. 20§1, 23, 27 και 35 του 
Κανονισμού Εργασίας Εργατών Λιμένος Πειραιώς (που εγκρίθηκε με την 45058/7/1971 ΚΥΑ) 
έκρινε ότι (α) οι λιμενικές φορτοεκφορτωτικές εργασίας των αναφερομένων στο αρθ. 20 του 
κανονισμού ειδών διεξάγονται με το σύστημα της απόδοσης, η οφειλομένη δε στους 
εργαζομένους με το σύστημα αυτό αμοιβή δεν είναι προκαθορισμένη σε συγκεκριμένο σταθερό 
ποσό, αλλά ποικίλλει και υπολογίζεται ανά τόννο ή m3 με βάση ένα σταθερό ελάχιστο φορτίο 
υποχρεωτικής φορτοεκφόρτωσης και ένα αναπροσαρμοζόμενο με τις εκάστοτε ισχύουσες ΕΣΣΕ 
ποσό (β) από τα στοιχεία αυτά διαμορφώνεται (εκτός από το κατώτατο ημερομίσθιο που 
αντιστοιχεί στο ελάχιστο όριο φορτοεκφόρτωσης) το κυμαινόμενο ημερομίσθιο απόδοσης, το 
οποίο αναλογεί στις ποσότητες που πράγματι φορτοεκφορτώνονται επιπλέον του ελαχίστου 
σταθερού φορτίου φορτοεκφόρτωσης, όπως προβλέπεται στον πίνακα συνθέσεων και αποδόσεων 
εργατικών ομάδων (γ) η κυμαινόμενη και ανώτερη αυτή αμοιβή απόδοσης προβλέπεται και 
καταβάλλεται στους εργαζομένους τακτικά και σταθερά ως αντάλλαγμα της παρεχομένης 
εργασίας τους και συνεπώς η αμοιβή αυτή έχει την έννοια των τακτικών αποδοχών, επί των 
οποίων πρέπει να υπολογίζονται οι αποδοχές άδειας, το επίδομα αδείας και τα λοιπά 
επιδόματα σύμφωνα με τις οικείες ως άνω διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (δηλ. του 
α.ν. 539/1945 και ν. 4504/1966), που υπερισχύουν από τις αντίθετες και δυσμενέστερες για 
τους εργαζομένους διατάξεις κανονισμών εργασίας ή ΣΣΕ, ενώ έχουν παράλληλη ισχύ με τις 
αποκλίνουσες ευνοϊκές για τους εργαζομένους ρυθμίσεις κανονισμών εργασίας ή ΣΣΕ (τις 
οποίες μπορούν να επικαλούνται οι τελευταίοι για την θεμελίωση των αξιώσεων τους), 
αποκλίνουσα δε και ευμενής για τους μόνιμους εργάτες του ΟΛΠ διάταξη είναι εκείνη του 
αρθ. 35§1δ του ως άνω Κανονισμού, κατά την οποία ως βασικό ημερομίσθιο για τον 
υπολογισμό των αποδοχών αδείας λογίζεται εκείνο της επικρατέστερης απασχόλησης τους κατά 
το τελευταίο τρίμηνο πριν από την χορήγηση της ετήσιας κανονικής άδειας τους (δ) σύμφωνα 
με τις διατάξεις αυτές οι αποδοχές αδείας των μονίμων εργατών του ΟΛΠ είναι ίσες με το 
γινόμενο των ημερών αδείας που δικαιούται έκαστος επί το βασικό ημερομίσθιο απασχόλησής 
του, ως τέτοιου λογιζομένου -για τον υπολογισμό των αποδοχών αδείας- εκείνου της 
επικρατέστερης απασχόλησης κατά το τελευταίο τρίμηνο πριν από την χορήγηση της άδειας, 
το βασικό δε αυτό ημερομίσθιο εξευρίσκεται με την διαίρεση του συνόλου όλων των αποδοχών 
του εργαζομένου κατά τα τρίμηνο αυτό δια του αριθμού 3 κλπ. (ε) το επίδομα αδείας είναι 
ίσο με τις αποδοχές 13 εργασίμων ημερών με βάση ημερομίσθιο που εξευρίσκεται με την 
διαίρεση του συνόλου όλων των συνυπολογιστέων κατά νόμον αποδοχών του εργαζομένου κατά 
το τελευταίο πριν από την λήψη της αδείας 12μηνο (ώστε να περιληφθούν όλες οι 
εργοδοτικές παροχές που καταβλήθηκαν κατά το χρονικό αυτό διάστημα ως αντάλλαγμα της 
παρεχομένης εργασίας τακτικά ανά μήνα κλπ.) διά του αριθμού 12 κλπ. (2) στην ελάσσονα 
πρόταση δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες προσλήφθηκαν από την 
αναιρεσείουσα εναγομένη ήδη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ 
ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" και τον διακριτικό τίτλο "ΟΛΠ ΑΕ" (πρώην νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου) ο 
1ος την 29-5-1989 και ο 2ος την 15-6-1989 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου 
χρόνου προκειμένου να εργασθούν με την ειδικότητα του λιμενεργάτη, ότι αντικείμενο της 
εργασίας τους είναι η εκτέλεση κάθε λιμενεργατικής εργασίας που σχετίζεται με την 
φορτοεκφόρτωση και διακίνηση φορτίων εντός του χώρου του λιμένος Πειραιώς, ότι οι όροι 
εργασίας των εναγόντων διέπονταν από τον Κανονισμό Εργασίας Εργατών Λιμένος Πειραιώς και 
από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας που καταρτίζονταν μεταξύ του ΟΛΠ και του σωματείου 
των εργαζομένων με την επωνυμία "....", ότι ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες οι ενάγοντες 
κατανέμονταν από τα αρμόδια όργανα του ΟΛΠ και απασχολούνταν με όλα τα είδη των 
λιμενικών εργασιών, είτε αυτές διεξάγονταν με απόδοση, είτε με σταθερό ημερομίσθιο, και 
ανάλογα με την εργασία που παρείχαν καταβαλλόταν σ' αυτούς το προβλεπόμενο από τις 
διατάξεις του Κανονισμού και τις οικείες ΕΣΣΕ σταθερό ημερομίσθιο ή το κυμαινόμενο 
ημερομίσθιο απόδοσης που αναλογεί στις ποσότητες που φορτοεκφορτώνονται επί πλέον του 
ελαχίστου ορίου φορτοεκφόρτωσης, με βάση δε το ημερομίσθιο αυτό διαμορφώνονταν και 
καταβάλλονταν κατά την ένδικη χρονική περίοδο από 1-1-2001 μέχρι 31-12-2005 όλα τα 
προβλεπόμενα επιδόματα και οι λοιπές πρόσθετες παροχές, εκτός από τις αποδοχές και το 
επίδομα αδείας, ότι συγκεκριμένα οι αποδοχές και το επίδομα αδείας που λάμβαναν οι 
ενάγοντες κατά την ως άνω χρονική περίοδο δεν διαμορφώνονταν με βάση το ημερομίσθιο που 
προέκυπτε από την πραγματική απόδοσή τους και καταβαλλόταν σ' αυτούς, ούτε από το 
ημερομίσθιο που αναλογούσε στην επικρατέστερη απασχόλησή τους κατά το τελευταίο τρίμηνο 
(και δωδεκάμηνο για το επίδομα) πριν από την λήψη της αδείας, όπως θα έπρεπε, αλλά με 
βάση το κατώτερο ημερομίσθιο ασφαλείας προσαυξημένο κατά 20% από το έτος 1990 και 25% 
αργότερα, κατά την σχετική πρόβλεψη των αντίστοιχων ΕΣΣΕ, και ότι ο τρόπος αυτός του 
υπολογισμού των αποδοχών και του επιδόματος αδείας των εναγόντων σε ποσά κατώτερα από 
εκείνα που αναλογούν στο προβλεπόμενο και πραγματικά καταβαλλόμενο ημερομίσθιο απόδοσης, 
καθώς και στο ημερομίσθιο της επικρατέστερης απασχόλησης αυτών κατά το τελευταίο τρίμηνο 
πριν από την λήψη της αδείας είναι βλαπτικός γι' αυτούς, οι οποίοι δικαιούνται ν' 
αξιώσουν τον υπολογισμό των αποδοχών και του επιδόματος αδείας με βάση το πραγματικό 
ημερομίσθιο απόδοσης και της επικρατέστερης απασχόλησης τους κατά το τελευταίο τρίμηνο 
πριν από την λήψη της αδείας σύμφωνα με τις ευμενέστερες διατάξεις της εργατικής 
νομοθεσίας και του Κανονισμού Εργασίας Εργατών Λιμένος Πειραιώς, οι οποίες υπερισχύουν 
από τις σχετικές (κανονιστικού περιεχομένου) δυσμενέστερες προβλέψεις των οικείων ΕΣΣΕ. 

Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του και κατά 
μερική παραδοχή των εφέσεων αμφοτέρων των διαδίκων μερών εξαφάνισε την απόφαση του 
πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή και επεδίκασε στους 
ενάγοντες αναιρεσιβλήτους ως οφειλόμενες διαφορές αποδοχών και επιδόματος αδείας του 
χρονικού διαστήματος των ετών 2001 έως και 2005, προκύπτουσες από τον υπολογισμό αυτών 
με βάση το πραγματικό ημερομίσθιο απόδοσης και της επικρατέστερης απασχόλησής τους κατά 
το τελευταίο τρίμηνο πριν από την λήψη της αδείας, δηλ. τις καταβαλλόμενες αποδοχές τους 
(και όχι μόνο το βασικό ημερομίσθιο), τα συνολικά ποσά (α) στον 1° ενάγοντα των 
30.523,66, καθώς και των 5.113,33  ως νόμιμους τόκους των μεταγενεστέρως εξοφληθέντων 
σχετικών κονδυλίων του έτους 2003 και (β) στον 2° ενάγοντα των 19.365,69, καθώς και των 
3.060,19 ως νόμιμους τόκους των μεταγενεστέρως εξοφληθέντων κονδυλίων του έτους 2003. Με 
την κρίση του αυτή το Εφετείο, εφόσον εφάρμοσε την αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών 
και για τον υπολογισμό των αποδοχών αδείας κλπ. των αναιρεσιβλήτων εναγόντων έλαβε το 
σύνολο των αποδοχών με βάση την κυμαινόμενη και ανώτερη του βασικού ημερομισθίου αμοιβή 
απόδοσης, δηλ. τις πλήρεις αποδοχές, αλλά του τελευταίου τριμήνου πριν από την λήψη της 
αδείας, προέβη δηλ. κατά την σύγκριση των αποδοχών κλπ. αδείας ως μίας ενότητας σε 
επιλεκτική εφαρμογή και της ρύθμισης του αρθ. 3 α.ν. 539/1945 και των διατάξεων του ως 
άνω Κανονισμού και δη του αρθ. 35 αυτού, παραβίασεν ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού 
δικαίου διατάξεις και επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος 
αναίρεσης από το αρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ν' αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση, 
να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που 
εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές 
(άρθ.580§3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι σε μέρος των δικαστικών εξόδων 
της αναιρεσείουσας κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 

Αναιρεί την 622/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό 
μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος τούτο στο ως άνω 
δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που 
ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια ευρώ (2.300).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2011. 

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                     Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ 




ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

  ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ -ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΕΝ ΟΨΕΙ   ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ (4...