02 Οκτωβρίου 2011

ΕΜΕΙΣ ΥΠΟΦΕΡΟΥΜΕ ΑΥΤΟΙ ΚΑΛΑ ΠΕΡΝΑΝΕ

ΕΜΕΙΣ ΥΠΟΦΕΡΟΥΜΕ ΑΥΤΟΙ ΚΑΛΑ ΠΕΡΝΑΝΕ
Η χώρα μπορεί να βρίσκεται «επί ποδός πολέμου», όπως αναφέρουν σε καθημερινή βάση υψηλόβαθμοι κυβερνητικοί παράγοντες, αλλά τα κεκτημένα των «εκπροσώπων του λαού», παρότι «ψαλιδίστηκαν», ζουν και... βασιλεύουν.
Το «επάγγελμα» κατά πολλούς, «λειτούργημα» κατά άλλους, του βουλευτή παραμένει καλοπληρωμένο και ιδιαίτερα... ελκυστικό, αν λάβει κανείς υπόψη τη βίαιη επίθεση στα εισοδήματα κυρίως των μεσαίων και των χαμηλών οικονομικά στρωμάτων της χώρας.
Εισόδημα από 5.800 έως 6.100 ευρώ τον μήνα, επίδομα συμμετοχής σε κοινοβουλευτικές επιτροπές 150 ευρώ για τον κάθε βουλευτή ανά συνεδρίαση, πλήρης σύνταξη (εκτός αυτής του επαγγέλματός τους) με τη συμπλήρωση 8 χρόνων κοινοβουλευτικής θητείας, μηνιαίο επίδομα ενοικίου 1.000 ευρώ για τους βουλευτές επαρχίας και ετήσιο επίδομα οργάνωσης γραφείου 1.500 ευρώ.
Επίσης, 65 αεροπορικά εισιτήρια τον χρόνο για τους βουλευτές της Περιφέρειας, ένα κινητό τηλέφωνο με μηνιαία ατέλεια στα 180 ευρώ, ατέλεια στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς, αλλά και απασχόληση ενός επιστημονικού συνεργάτη, τεσσάρων μετακλητών υπαλλήλων και ενός αστυνομικού είναι κάποια από τα προνόμια των «εθνοπατέρων» μας.
Οι συνολικές δε δαπάνες για τα βουλευτικά προνόμια μόνο ευκαταφρόνητες δεν είναι, παρά το γεγονός ότι οι μισθολογικές περικοπές έφτασαν το 40% των απολαβών τους.
Σύμφωνα με τον επίσημο προϋπολογισμό δαπανών της Βουλής για το 2011, οι πιστώσεις για τις αποζημιώσεις των βουλευτών σχετικά με τη συμμετοχή τους στα τμήματα διακοπών της Βουλής και στις επιτροπές αυτής ανέρχονται στα 5 εκατ. ευρώ από 5,5 στον προϋπολογισμό του 2010, το συνολικό κόστος για την οργάνωση του βουλευτικού γραφείου φτάνει τα 8.086.300 ευρώ έναντι 9.286.300 το 2010, ενώ τα βουλευτικά έξοδα κίνησης είναι 1.715.600 ευρώ έναντι 1.987.800 ευρώ το 2010.
Για μετακινήσεις
Επίσης, η υπερωριακή απασχόληση των υπαλλήλων που έχουν διατεθεί στους βουλευτές προσδιορίζεται για το 2011 στα 5.526.800 έναντι 6 εκατομμυρίων ευρώ το 2010, τα έξοδα μετακίνησης των μελών του Κοινοβουλίου στο εσωτερικό στο 1.670.000 ευρώ (1.850.000 ευρώ) και τα αντίστοιχα έξοδα μετακίνησης τους προς το εξωτερικό και αντίστροφα στο 1.500.000 ευρώ (1.400.000 το 2010).
Οι δαπάνες κινητής τηλεφωνίας (για το Κοινοβούλιο) ανέρχονται στις 658.000 ευρώ (680.000 ευρώ το 2010), ενώ γενικότερα οι δαπάνες για τις υποχρεώσεις από παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών φτάνουν τα 8.715.000 ευρώ (8.878.000 ευρώ το 2010).
Σημειώνεται ότι μετά τις περικοπές οι μειώσεις στις συνολικές αποδοχές των βουλευτών από το 2010 μέχρι και σήμερα υπολογίζεται ότι ανέρχονται σε 40.500 ευρώ περίπου ετησίως, και η ετήσια βουλευτική αποζημίωση (δίχως να υπολογίζεται το όφελος από την τηλεφωνική και την ταχυδρομική ατέλεια, την παροχή ηλεκτρονικού εξοπλισμού, την ενοικίαση γραφείων για τους βου­λευτές της Περιφέρειας, την παροχή αυτοκινήτου και επιστημονικού συνεργάτη κ.λπ.) υπολογίζεται ότι κυμαίνεται πλέον μεταξύ 70.000 και 80.000 ευρώ (καθαρές απο­λαβές).
Πόσο στοιχίζουν τα... τυχερά των βουλευτών ετησίως
8 εκατ. € για την οργάνωση των γραφείων τους
8,7 εκατ. € για τηλεπικοινω-νιακές υπηρεσίες
5,5 εκατ. € η υπερωριακή απασχόληση των υπαλλήλων που τους έχουν διατεθεί
5 εκατ. € για τη συμμετοχή τους στα τμήματα διακοπών της Βουλής
5 εκατ. € για τα αυτοκίνητά τους
3,2 εκατ. € για ταξίδια
Οι απολαβές του κάθε εθνοπατέρα
5.800 έως 6.100 € ο μηνιαίος μισθός
150 € επίδομα συμμετοχής σε κοινο­βουλευτικές επιτροπές ανά συνεδρίαση
1.500 € ετήσιο επίδομα οργάνωσης γραφείου
1.000 € μηνιαίο επίδομα ενοικίου για τους βουλευτές επαρχίας
180 € μηνιαία ατέλεια για το κινητό τους τηλέφωνο
65 εισιτήρια τον χρόνο για τις αεροπορικές μετακινήσεις των βουλευτών της περιφέρειας
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΤΑΚΡΑΥΓΗ
Εξαφανίζονται οι λιμουζίνες
Oι βουλευτές σε Αθήνα - Πειραιά, καθώς και οι βουλευτές Επικρατείας θα λάβουν αυτοκίνητα μέχρι 1.400 κ.εκ.
Μπροστά στην κρίση και την κοινωνική κατακραυγή αναμένεται εντός του μήνα να? εξαφανιστούν οι βουλευ­τικές λιμουζίνες, αφού, σύμφωνα με απόφαση της Βουλής, όλα τα αυτοκίνητα θα αντικατασταθούν με άλλα, μικρότερου κυβισμού.
Το κόστος δε για τα αυτοκίνητα των βουλευτών ανέρχεται περίπου στα 5 εκατ. ευρώ ετησίως (μειωμένο περίπου κατά 1,5 εκατ. ευρώ), ενώ ο κάθε βουλευτής επιβαρύνεται μόνο με την καταβολή του τιμήματος των... καυσίμων του και όχι φυσικά με τα «φουσκωμένα» τέλη κυκλοφορίας, την ασφάλεια και τη συντήρηση του οχήματός τους. Ετσι, οι βουλευτές σε Αθήνα - Πειραιά, καθώς και οι βουλευτές Επικρατείας θα λάβουν αυτοκίνητα μέχρι 1.400 κ.εκ. με μίσθωμα που θα επιβαρύνει τη Βουλή 750 ευρώ μηνιαίως, ενώ για τους βουλευτές της επαρχίας προβλέπεται αυτοκίνητο μέχρι 1.800 κ.εκ. με μηνιαίο μίσθωμα που φτάνει τα 1.200 ευρώ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥΣ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ
60 εκατ. ευρώ ετησίως σε μισθούς
Τα έξοδα της Βουλής για το ανθρώπινο δυναμικό της περιλαμβάνουν και τη μισθοδοσία των υπαλλήλων της, η οποία για το 2011 ανέρχεται σε περίπου 60 εκατομμύρια ευρώ.
Σε αυτό το κόστος περιλαμβάνονται η μισθοδοσία και οι ασφαλιστικές εισφορές των 1.343 μονίμων και σε καθεστώς αορίστου χρόνου υπαλλήλων (37.904.800 ευρώ), καθώς και οι αμοιβές των επιστημονικών συνεργατών των βουλευτών, των εργαζομένων με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου με συνολικό κόστος 20.823.700 ευρώ.
Περικοπές
Ωστόσο, εκτός από τις περικοπές που ίσχυσαν για όλους τους εργαζόμενους στο Δημόσιο, στους υπαλλήλους της Βουλής έχει περικοπεί το 8% στο επίδομα υπερωριακής απασχόλησης και κίνησης, δεν λαμβάνουν δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα, στο ειδικό επίδομα ανοίγματος και κλεισίματος των εργασιών της Βουλής έχει επέλθει «ψαλίδισμα» 39% για τους χαμηλόμισθους και 50% για τους υψηλόμισθους υπαλλήλους της Βουλής, ενώ τα χρήματα αυτά υποπίπτουν σε φορολογία, κάτι που δεν γινόταν στο παρελθόν.
Από το Εθνος της Κυριακής

22 Σεπτεμβρίου 2011

ντροπη

«Μόνο ένα κτήνος μπορεί να συνιστά στους φτωχούς να κάνουν οικονομία… το να συνιστούμε οικονομία στους φτωχούς είναι κάτι τόσο εξωφρενικό, όσο και υβριστικό.

Είναι σαν να συμβουλεύουμε έναν που πεινάει να τρώει λιγότερο»

«Απόσπασμα από το δοκίμιο του Όσκαρ Ουάιλντ , «Ο άνθρωπος κάτω από το σοσιαλισμό» («The Soul of Man under Socialism» 1891). 

προσφυγή κατά της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης


Πρώτη προσφυγή κατά της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης


Η πρώτη προσφυγή κατά της έκτακτης ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης και η δεύτερη κατά του ετήσιου τέλους επιτηδεύματος κατατέθηκε στο Συμβούλιο της Επικρατείας ενώ μέσα στις επόμενες μέρες στο δικαστήριο θα καταθεσει Αιτηση Αλυρωσης  ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών.

Παράλληλα, σύμφωνα με πληροφορίες, ο Σύλλογος θα καταθέσει και αίτημα προκειμένου να συζητηθεί άμεσα η υπόθεση στην Ολομέλεια του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου με τη διαδικασία της «πρότυπης δίκης» όπως προβλέπει ο Ν. 3900/2010. Ακόμη, ο Σύλλογος θα αναρτήσει στην ιστοσελίδα του το κείμενο της προσφυγής του για να αποτελέσει υπόδειγμα για τους δικηγόρους.
Στο Συμβούλιο της Επικρατείας προσέφυγε σήμερα ο Δικηγόρος Αθηνών Αγγελος Τσιγκρής ο οποίος στρέφεται κατά της από 2.8.2011 απόφασης του υπουργού Οικονομικών (ΠΟΛ.1167) που καθορίζει τη «διαδικασία για τη βεβαίωση και είσπραξη της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης στα φυσικά πρόσωπα, της έκτακτης εισφοράς σε αντικειμενικές δαπάνες και του τέλους επιτηδεύματος». Ο δικηγόρος υποστηρίζει ότι η επίμαχη υπουργική απόφαση είναι αντισυνταγματική, παράνομη και αντίθετη στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).
Ειδικότερα, υπογραμμίζει ότι παραβιάζονται οι διατάξεις του άρθρου 78 του Συντάγματος που καθιερώνουν τις αρχές της φοροδοτικής ικανότητας των πολιτών της φορολογικής ισότητας και της νομιμότητας του φόρου. Αλλά πέρα από το χαρακτηρισμό της επίμαχης οικονομικής επιβάρυνσης ως τέλους, αυτό συνιστά φόρο, συμπληρώνει ο δικηγόρος. Ειδικότερα, τονίζει ο Τσιγκρής ότι «η έλλειψη ειδικού ανταλλάγματος, η οποία συνιστά την ειδοποιό διαφορά μεταξύ φόρου και ανταποδοτικού τέλους, φανερώνει την πραγματική φύση του επιβαλλόμενου τέλους επιτηδεύματος ως φόρου». Μάλιστα, επικαλείται νομολογία (παλαιές αποφάσεις) τόσο του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου όσο και του Συμβουλίου της Επικρατείας σύμφωνα με την οποία «μια οικονομική επιβάρυνση έχει το χαρακτήρα φόρου και όχι τέλους, ακόμη και αν ονομάζεται έτσι, σε περίπτωση που δεν προβλέπεται ειδικό αντάλλαγμα από το κράτος ή άλλο δημόσιο φορέα».
Επίσης χαρακτηρίζει παράνομη την πρόβλεψη της επίμαχης απόφασης που αναφέρει ότι η κατάθεση προσφυγής στα Διοικητικά Δικαστήρια δεν αναστέλλει την είσπραξη του τέλους επιτηδεύματος.
Ως προς την ειδική εισφορά αλληλεγγύης ο Τσιγκρής υπογραμμίζει, μεταξύ άλλων, ότι παραβιάζει τις συνταγματικές αρχές της φοροδοτικής ικανότητας και της μη αναδρομικότητας των φορολογικών νόμων. Σημειώνει ακόμη πως η εισφορά αλληλεγγύης και το τέλος επιτηδεύματος παραβιάζουν την ΕΣΔΑ, καθώς και τα δύο επιβάλλονται για το ίδιο οικονομικό αντικείμενο προσβάλλοντας έτσι το κατοχυρωμένο περιουσιακό δικαίωμα των φορολογουμένων.
Τέλος, σημειώνει ότι το ύψος των νέων έκτακτων φόρων είναι δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με τη φοροδοτική ικανότητα των φορολογούμενων και ενδέχεται οι φορολογούμενοι να στερηθούν την ιδιοκτησία τους, αφού για να καταβάλουν το ποσό των αμφισβητούμενων φόρων, θα πρέπει να προβούν στη λήψη μέτρων (π.χ. λήψη δανείων), ενώ σε περίπτωση μη συμμόρφωσής τους με την υποχρέωση αυτή υπάρχει ο κίνδυνος να ληφθούν μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της περιουσίας τους, όπως για παράδειγμα επιβολή κατάσχεσης στην ακίνητη περιουσία.

21 Σεπτεμβρίου 2011

Προσφυγές κατά του νόμου στο ΣτΕ

Προσφυγές κατά του νόμου στο ΣΤΕ
Το νομικό τους οπλοστάσιο προετοιμάζουν το υπουργείο Παιδείας και τα πανεπιστήμια, καθώς ο νέος νόμος-πλαίσιο για την τριτοβάθμια εκπαίδευση θα κριθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Το νομικό έρεισμα για να κατατεθούν οι πρώτες προσφυγές κατά του νόμου θα προσφέρει η πρώτη διοικητική πράξη εφαρμογής του νόμου, για την έκδοση της οποίας ο χρόνος κυλά αντίστροφα.

Ειδικότερα, την προσεχή Τετάρτη εκπνέει η 15νθήμερη προθεσμία μέσα στην οποία, μετά τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ο πρύτανης κάθε ιδρύματος πρέπει να συγκροτήσει την πενταμελή εφορευτική επιτροπή για την ανάδειξη των 8 πανεπιστημιακών, που θα αποτελέσουν τα πρώτα μέλη του 15μελούς Συμβουλίου Ιδρύματος. Εάν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία, η διαπιστωτική πράξη θα εκδοθεί από την υπουργό Παιδείας, όπως ορίζει ο νόμος. Σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», η συντριπτική πλειονότητα των πρυτάνεων δεν θα εκδώσει τη διαπιστωτική πράξη, αφήνοντας η αρμοδιότητα να περάσει στο υπουργείο Παιδείας. Βέβαια, με βάση άλλες πληροφορίες, πρυτάνεις ζήτησαν για το θέμα τη γνώμη νομικών και πήραν την απάντηση ότι οι πρυτανικές αρχές κινδυνεύουν με διώξεις για παράβαση καθήκοντος στην περίπτωση που δεν θα εκδώσουν τη διαπιστωτική πράξη ορισμού των μελών της εφορευτικής επιτροπής.

Πάντως, ανεξαρτήτως ποιος θα υπογράψει την πράξη, κάθε νόμιμος δικαιούχος θα μπορεί να την προσβάλει. Το βασικό επιχείρημα μερίδας της πανεπιστημιακής κοινότητας είναι ότι το μοντέλο διοίκησης των ΑΕΙ, που καθιερώνει ο νόμος, πλήττει το συνταγματικά κατοχυρωμένο (στο άρθρο 16) αυτοδιοίκητο των ΑΕΙ.

Ηδη, η Σύνοδος των Πρυτάνεων έχει ορίσει άτυπη εξαμελή επιτροπή νομικών, οι οποίοι θα έχουν έργο να συνδράμουν τα ιδρύματα σε νομικά περί του νόμου ζητήματα, όπως για παράδειγμα ερμηνευτικά ζητήματα αλλά και κατάθεση προσφυγών. Την επιτροπή αποτελούν οι νομικοί-πανεπιστημιακοί Χαράλαμπος Ανθόπουλος (επίκουρος στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο), Αντώνης Αργυρός (δικηγόρος του Πανεπιστημίου Αθηνών), Χρήστος Δετσαρίδης (λέκτορας Δημοκρίτειου Θράκης), Αθανάσιος Τσιρωνάς (λέκτορας Δημοκρίτειου), Χαράλαμπος Χρυσανθάκης (καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών) και Κωνσταντίνος Χρυσόγονος (καθηγητής ΑΠΘ).

Τα ζητήματα που θα τεθούν από τις προσφυγές κατά του νόμου, αναμένεται να κληθεί να επιλύσει η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, όπως εξήγησε μιλώντας στην «Κ» ο νομικός, προεδρεύων της Συνόδου Πρυτάνεων και πρύτανης του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης, κ. Κωνσταντίνος Ρέμελης. Στο πλαίσιο αυτό εκτιμάται ότι όλα θα έχουν ξεκαθαρίσει μέχρι τον Ιούνιο του 2012. Από την άλλη, αναμένεται ότι τα πρώτα συμπεράσματα από την εφαρμογή του νόμου θα διατυπωθούν στη Σύνοδο των Πρυτάνεων στις 21 Οκτωβρίου στην Κομοτηνή.




Hμερομηνία : 18/9/11
Copyright: http://www.kathimerini.gr/

18 Αυγούστου 2011

H AΓΩΓΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ

. H AΓΩΓΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ
Ο Γ προήδρευε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ,σε υποθέσεις Οικογενειακού δικαίου. Το πινάκιο βαρυφορτωμένο οι δικηγόροι πλaτειαζαν είχε κουραστεί. Ενώ δικάζονταν η υπόθεση διατροφής συζύγου και ανηλίκων παιδιών και εξετάζονταν ο μάρτυρας της ενάγουσας συζύγου, στο δικαστήριο εισήλθε μια κυρία σε έξαλλη κατάσταση
Αυτή είναι η υπόθεση μου θελω να μιλήσω . Ποια είστε κυρία είμαι η ενάγουσα παύω τον δικηγόρο μου κ Πρόεδρε ,του είπα να μην προχωρήσει.
Ελάτε κυρία μου τι συμβαίνει
Κύριε ΠΡΟΕΔΡΕ ''Ξέρεις με τι μετριέται η αγάπη;».
- Mα όλα όσα απαρνιέται κανείς για χάρη της…
Ολα ξεκινούν από τον πόθο. Να τον κατακτήσεις τον άλλον, να τον κάνεις δικό σου, να τον υποτάξεις, να τον γοητεύσεις, με όποια σειρά θές βάλε τα. Εκεί κάπου μπαίνει και το πάθος. Γιατί σε παθιάζει και το γεγονός και το πρόσωπο...Ο Πόθος γίνεται Πάθος, το Πάθος φέρνει τον Πόθο, και πάλι απ'την αρχή...Σαν παιχνίδι. Ενα πράγμα δεν πρέπει να ξεχνάς μόνο...
- Όλα Τα παιχνίδια έχουν αρχή και τέλος..".Αυτό είπε η αξιότιμη ΕΝΑΓΟΥΣΑ για να ενημερώσει ΤΟ δικαστηριο ότι συγχώρησε τον άπιστο επισμηναγο που την είχε παρατήσει για την εικοσάχρονη σμηνια γραμματέα του. Ο Δικηγιρος της έμεινε άναυδος ΚΑΙ ΔΗΛΩΣΕ ότι μόλις την παραμονή της δικασίμου , η κυρια του έφερε μια τσάντα με υλικό για αποδείξει την απιστία του ζωηρού συζύγου και να ζητάει την πάσης φύσεως καταδίωξη του.ΑΒΥΣΣΟΣ Η ΨΥΧΉ ΚΑΙ ΑΠΛΗΡΩΤΟΣ Ο ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

05 Αυγούστου 2011

ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΤΟΚΟΦΟΡΙΑ



 
ΑΡΙΘΜΟΣ 5/2011 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΕ ΠΛΗΡΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της πλήρους Ολομελείας: Γεώργιο Καλαμίδα Πρόεδρο του 
Αρείου Πάγου, Ηλία Γιαννακάκη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μιχαήλ 
Θεοχαρίδη Αντιπροέδρους, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ανδρέα Τσόλια, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο 
Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Λεοντή, Βιολέττα Κυτέα, Γεωργία Λαλούση, 
Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, 
Γεώργιο Γεωργέλλη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Δημήτριο Μουστάκα, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο 
Αθανασίου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο, Σαράντη Δρινέα, 
Νικόλαο Πάσσο- Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Δημήτριο Τίγγα, 
Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, 
Κωνσταντίνο Τσόλα, Δημήτριο Κράνη, Χριστόφορο Κοσμίδη, Ανδρέα Ξένο, Κυριακούλα 
Γεροστάθη, Βασίλειο Φράγγο, Ευφημία Λαμπροπούλου, Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Νικόλαο Τρούσα, 
Δημήτριος Κόμη, Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αντώνιο Ζευγώλη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Ασπασία 
Καρέλλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Μιλτιάδη Σπυρόπουλο και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες, 
(κωλυομένων των λοιπών Δικαστών της σύνθεσης).

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2011 με την παρουσία 
του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή και της Γραμματέως Σουλτάνας Κουφιάδου, 
για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Οργανισμός λιμένος Πειραιώς» και 
τον διακριτικό τίτλο "ΟΛΠ", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία 
εκπροσώπησαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι Γεώργιος Λεβέντης, Κωνσταντίνος Καλαβρός, Ανδρέας 
Μαμαγκάκης και Ιωάννης Πίκουλας, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Θ. του Σ., κατοίκου ... και 2) Γ. Γ. του Π., κατοίκου ..., οι 
οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Βασιλείου Σαξώνη, ο οποίος 
κατέθεσε προτάσεις. 

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Αυγούστου 2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που 
κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5852/2007 του 
ίδιου Δικαστηρίου και 622/2009 του Εφετείου Πειραιώς.Την αναίρεση της τελευταίας 
απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 7 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή της, την οποία 
έφεραν προς συζήτηση στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, με την 26/2010 κοινή πράξη, ο 
Πρόεδρος και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, γιατί με αυτή τίθεται νομικό ζήτημα 
γενικότερου ενδιαφέροντος.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι 
παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος ανάγνωσε την από 11.1.2011 έκθεσή του, με την 
οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και την 
απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής.

Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων, αφού έλαβαν το λόγο από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, 
ανέπτυξαν και προφορικά στο ακροατήριο τους σχετικούς ισχυρισμούς τους, που αναφέρονται 
στις προτάσεις τους, και ζήτησαν οι μεν της αναιρεσείουσας την παραδοχή της αίτησης 
αναίρεσης, ο δε των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του 
αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, πρότεινε να απορριφθούν ως αβάσιμοι 
οι παραπεμπόμενοι στην Ολομέλεια λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.

Κατόπιν αυτών ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους πιο πάνω πληρεξουσίους των 
διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε αυτά που προηγούμενα είχαν αναπτύξει.

Κατά την 5η Μαΐου 2011, ημέρα που συγκροτήθηκε το παρόν δικαστήριο προκειμένου να 
διασκεφθεί την ανωτέρω υπόθεση ήταν απόντες οι Αρεοπαγίτες: Ιωάννης Σίδερης, Νικόλαος 
Ζαϊρης, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημήτριος Μουστάκας, Χαράλαμπος Αθανασίου, Αθανάσιος 
Γεωργόπουλος και Βασίλειος Λαμπρόπουλος, οι οποίοι δήλωσαν κώλυμα αρμοδίως, παρισταμένων 
πλέον των είκοσι εννέα (29) μελών εκ των συμμετασχόντων στη συζήτηση της υπόθεσης, κατ' 
άρθρο 23 παρ. 2 του ν.1756/1988, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 44 του 
ν.3659/2008.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με το 26/16-2-2010 κοινό πρακτικό του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου 
παραπέμφθηκε στην πλήρη Ολομέλεια, λόγω γενικότερου ενδιαφέροντος, σύμφωνα με το αρθ. 
563§3 ΚΠολΔ και 23§2 του κυρωθέντος με το ν. 1756/1988 Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και 
Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, όπως ισχύει μετά το ν. 2331/1995 (αρθ. 16), η από 7-
12-2009 αίτηση του "Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς ΑΕ" (ΟΛΠ ΑΕ) για αναίρεση της 622/2009 
απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
II. Κατά την έννοια της διάταξης του αρθ. 281 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι η άσκηση του 
δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή 
τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, μόνη η αδράνεια του 
δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για 
την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα 
κατ' αυτού ή ότι αυτό δεν πρόκειται ν' ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή 
δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί καταρχήν να καταστήσει 
καταχρηστική την επιγενόμενη άσκηση του δικαιώματος. Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από 
ειδικές περιστάσεις που συνδέονται κυρίως με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και 
ο ίδιος μεταβάλλοντας την στάση του επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που 
έχει ήδη διαμορφωθεί και παγιωθεί, δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται από την 
επιχειρούμενη ανατροπή αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο καταστάσεις, αλλ' αρκεί 
να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντα του επιπτώσεις, στην περίπτωση δε αυτή η 
άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά 
ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη (ΟλΑΠ 8/2001). Εξάλλου, η μελλοντική 
άσκηση και από τρίτους παρόμοιων αξιώσεων, στην περίπτωση κατά την οποία ευδοκιμήσει η 
επίδικη, δεν συνιστά καθ? εαυτήν ειδική περίσταση, αφού η ενέργεια αυτή αφορά 
αποκλειστικά τις συνέπειες που μπορεί να έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση του ήδη 
ασκηθέντος δικαιώματος και δεν συνδέεται με την προηγηθείσα της άσκησης του δικαιώματος 
συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη. Αν, όμως, συντρέχουν οι προερχόμενες από 
την συμπεριφορά αυτών ειδικές περιστάσεις, οι ενέργειες των τρίτων που έχουν ήδη ασκήσει 
ή αναμένεται βασίμως ότι θα ασκήσουν όμοιες αξιώσεις, μπορούν να ληφθούν υπόψη για την 
εκτίμηση επαχθών συνεπειών που θα έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση της επίδικης 
αξίωσης, στις περιπτώσεις ιδίως που κρίνεται ότι η ικανοποίηση μόνο αυτής δεν θα έχει 
δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του οφειλέτη. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο 
με την προσβαλλομένη απόφαση του ως προς την υποβληθείσα πρωτοδίκως και ενώπιον αυτού με 
τον 1° λόγο της έφεσης της εναγομένης επαναφερθείσα ένστασή της ότι η ένδικη αγωγή 
ασκήθηκε καταχρηστικά διότι (α) οι ενάγοντες ως μέλη της συνδικαλιστικής οργάνωσής τους 
επί πολλά έτη δέχονταν χωρίς επιφύλαξη ή αμφισβήτηση τον υπολογισμό των αποδοχών και του 
επιδόματος αδείας, όπως προβλέπεται από τις εκάστοτε εφαρμοζόμενες ΕΣΣΕ (β) μετά την 
παρέλευση τόσο μακρού χρόνου δημιουργήθηκε στην εναγομένη η εύλογη πεποίθηση ότι οι 
ενάγοντες δεν πρόκειται ν' ασκήσουν τις επίδικες αξιώσεις (για διαφορετικό τρόπο 
υπολογισμού των αποδοχών και του επιδόματος αδείας), καθόσον καθόλο το διάστημα των 18 
ετών χορηγούσε στους λιμενεργάτες, άρα και στους ενάγοντες, παροχές που υπερκάλυπταν την 
ελάχιστη προστασία του κρατικού νομοθέτη, όπως άδεια 35 ημερών και προσαύξηση 25% στις 
αποδοχές αδείας και (γ) ενδεχομένη ικανοποίηση των απαιτήσεων των εναγόντων θα 
προξενήσει τεράστια ζημία σ' αυτήν, ενόψει του γεγονότος ότι από το σύνολο των 711 
λιμενεργατών το ήμισυ περίπου έχει ασκήσει παρόμοιες αγωγές κατά της εναγομένης και 
πρόκειται ν' ακολουθήσουν και οι υπόλοιποι, δέχθηκε, ότι η άσκηση του επιδίκου 
δικαιώματος (που αφορά τον υπολογισμό των αποδοχών και του επιδόματος αδείας με βάση το 
πραγματικό ημερομίσθιο που προκύπτει από την απόδοσή τους και την επικρατέστερη 
απασχόλησή τους κατά το τελευταίο τρίμηνο πριν από την λήψη της αδείας) δεν είναι 
καταχρηστική, καθόσον η επί πολλά έτη καταβολή σ' αυτούς (και τους λοιπούς εργαζομένους 
του ΟΛΠ) αποδοχών και επιδόματος αδείας κατωτέρων από τις πράγματι οφειλόμενες και η 
πρόβλεψη του ως άνω (βλαπτικού για τους ίδιους) τρόπου υπολογισμού αυτών με τις 
αντίστοιχες ΣΣΕ δεν μπορεί να θεωρηθεί ως οριστική αποδοχή απ' αυτούς του παραπάνω 
υπολογισμού και ως συνειδητή αποβολή της πρόθεσής τους προς δικαστική επιδίωξη των 
σχετικών απαιτήσεών τους, ότι ούτε είναι δυνατόν η κατάσταση αυτή να στηρίξει εύλογη 
πεποίθηση του ΟΛΠ ότι οι ενάγοντες δεν πρόκειται ν' ασκήσουν τα δικαιώματά τους στο 
μέλλον και δη κατά την επίδικη περίοδο από 1-1-2001 έως 31- 12-2005, ενόψει και του ότι 
η συνδικαλιστική οργάνωσή τους αξίωσε ρητά την μεταβολή του τρόπου υπολογισμού των ως 
άνω παροχών ήδη από το έτος 1994, αλλά αποκρούσθηκε από την εναγομένη, με την οποία 
βρίσκονταν έκτοτε διαρκώς σε σχετικές διαπραγματεύσεις για την επίλυση του προβλήματος, 
ότι ως προς τις επαχθείς οικονομικές συνέπειες που πρόκειται να υποστεί η εναγομένη από 
την ευδοκίμηση της ένδικης αγωγής και άλλων παρομοίων, ανεξάρτητα από την έκταση της 
ζημίας που επικαλείται, η ζημία αυτή δεν βρίσκεται σε αιτιώδη σχέση με επιλήψιμη 
συμπεριφορά των εναγόντων, αλλά με την αρνητική και αντίθετη προς τον οικείο Κανονισμό 
και τις γενικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας τακτική της ίδιας να δεχθεί τον 
προαναφερόμενο τρόπο υπολογισμού των αποδοχών και του επιδόματος αδείας των εναγόντων 
(καθώς και των λοιπών λιμενεργατών) και δεν είναι επιτρεπτό σ' αυτήν να επικαλείται την 
ύπαρξη ζημίας για την απόκρουση των αγωγικών απαιτήσεων, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω 
δεκτά απέρριψε τον λόγο αυτόν της έφεσης της αναιρεσείουσας εναγομένης, κατ' επικύρωση 
της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά 
ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του αρθ. 281 ΑΚ, διότι, με βάση 
όσα δέχθηκε, η συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων εναγόντων πριν από την άσκηση των επίδικων 
δικαιωμάτων τους, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που 
μεσολάβησε, δεν μπορούσαν να δημιουργήσουν στην οφειλέτρια αναιρεσείουσα (και δη στους 
ασκούντες την διοίκηση αυτής) την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, έτσι 
ώστε η μεταγενέστερη με την ένδικη αγωγή άσκησή του να μην δικαιολογείται επαρκώς και να 
υπερβαίνει, και δη προφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο 
κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως 
αβάσιμος ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης από το αρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. 
III. Με την §1 του άρθρου πρώτου του ν. 2688/1999 το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με 
την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς", που ιδρύθηκε με το ν. 4748/1930 και 
αναμορφώθηκε με τον α.ν. 1559/1950, που κυρώθηκε με το ν. 1630/1951, όπως τροποποιήθηκε 
και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, μετετράπη σε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία 
"Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς ΑΕ" και με τον διακριτικό τίτλο "ΟΛΠ ΑΕ" (δηλ. την 
αναιρεσείουσα εναγομένη), η οποία είναι ανώνυμη εταιρεία κοινής ωφέλειας με σκοπό την 
εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής 
οικονομίας, απολαμβάνει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας, τελεί υπό την εποπτεία 
του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας και διέπεται από τον παρόντα νόμο και τον κ.ν. 
2190/1920 και συμπληρωματικά από τις διατάξεις του ν. 2414/1996, καθώς και του α.ν. 
1559/1950, όπως κάθε φορά ισχύουν. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του αρθ. 3§§ 1 
και 2 περ. δ' του α.ν. 1559/1950, που κατά την ρητή διάταξη της §2 του δεύτερου άρθρου 
του ως άνω ν. 2688/1999 εφαρμόζονται στην εταιρεία ΟΛΠ ΑΕ, η οποία υπόκειται μόνο σε 
φόρο εισοδήματος, ο ΟΛΠ και ήδη η αναιρεσείουσα εταιρεία ΟΛΠ ΑΕ απολαύει όλων των 
προνομίων, απαλλαγών και ατελειών που απολαύει το Δημόσιο σε όλες τις δημόσιες και 
ιδιωτικές σχέσεις και συναλλαγές του και εφαρμόζονται εν γένει επ' αυτής όλες οι 
σχετικές διατάξεις εξαιρετικού δικαίου που ισχύουν εκάστοτε για το Δημόσιο, ειδικότερα 
δε και ενδεικτικά ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής της ορίζεται σε 6% 
ετησίως, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά όλων των διατάξεων περί τόκου των οφειλετών του 
Δημοσίου (γίνεται δηλ. ουσιαστικά παραπομπή στην προβλέπουσα το προνόμιο αυτό για το 
Δημόσιο διάταξη του αρθ. 21 του ΒΔ της 26-6/10-7-1944 "περί κωδικός των νόμων περί δικών 
του Δημοσίου"). Η ρύθμιση αυτή αντίκειται στην διάταξη του αρθ. 1 του Πρώτου Προσθέτου 
Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με 
το ν.δ. 53/1974 (έχοντας έκτοτε την κατ' αρθ. 28§1 του Συντάγματος υπερνομοθετική ισχύ), 
κατά την οποία "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. 
Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και 
υπό τους προβλεπόμενους υπό τον νόμου και των γενικών αρχών του δικαίου όρους". Και 
τούτο διότι ο νόμιμος τόκος που επιδικάζεται με δικαστική απόφαση εμπίπτει στην έννοια 
της προστατευόμενης ως άνω περιουσίας, με την επίκληση δε από την ΟΛΠ ΑΕ και την 
εφαρμογή της ως άνω διάταξης του αρθ. 3 α.ν. 1559/1950 επέρχεται προσβολή της περιουσίας 
των εργαζομένων σ' αυτήν ως δανειστών της για οφειλόμενες αποδοχές κλπ. με τον 
περιορισμό της αστικής ευθύνης αυτής που θα ωφεληθεί τον τόκο υπερημερίας (6% αντί 10-
12,75% κατά την επίδικη περίοδο), χωρίς να συντρέχει προς τούτο λόγος δημοσίου 
συμφέροντος, καθόσον (α) το απλό ταμειακό συμφέρον του νομικού αυτού προσώπου και δη 
ιδιωτικού δικαίου δεν ταυτίζεται με το δημόσιο ή το γενικό συμφέρον και δεν μπορεί να 
δικαιολογήσει την παραβίαση του δικαιώματος των πιστωτών στην περιουσία τους και την 
επιδίκαση για τις αξιώσεις τους τόκου μικρότερου εκείνου που καταβάλλουν οι ιδιώτες (από 
22-5-2008 απόφαση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Μεϊδάνης κατά Ελλάδος, Δ39.704, η οποία μάλιστα 
αφορούσε ν.π.δ.δ., νοσοκομείο, όπως και η αντιθέτως κρίνασα για την αυτή υπόθεση ΟλΑΠ 
3/2006, και όχι, όπως στην κρινομένη περίπτωση, ν.π.ι.δ., βλ. και ΟλΣτΕ 1663/2009 που 
έκρινε ότι η διάταξη του αρθ. 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου, περί 
διαφοροποιήσεως του ύψους του επιτοκίου, αντίκειται στην διάταξη του αρθ. 1 του Πρώτου 
Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αλλά και του αρθ. 4§1 του Συντάγματος, και ως προς το 
Δημόσιο) και (β) η αναιρεσείουσα, ναι μεν έχει σκοπό την εξυπηρέτηση του δημοσίου 
συμφέροντος, πλην, όμως, ως ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με τον ως άνω νόμο (περί 
μετατροπής του ΟΛΠ από ν.π.δ.δ. σε ανώνυμη εταιρεία), λειτουργεί με τους κανόνες της 
ιδιωτικής οικονομίας, διαθέτοντας οικονομική και διοικητική αυτοτέλεια, αναπτύσσει και 
επιχειρηματική δραστηριότητα, αφού έχει ως σκοπό την (διοίκηση και) εκμετάλλευση του 
λιμένος Πειραιώς (ή και άλλων λιμένων), δυναμένη για την επίτευξη του σκοπού αυτού να 
συνιστά θυγατρικές εταιρείες και να συμμετέχει σε άλλες εταιρείες που έχουν σκοπό την 
εκμετάλλευση χώρων και ανάπτυξη δραστηριοτήτων στον λιμένα Πειραιώς κλπ. (αρθ. 3 του 
εγκριθέντος με το ν. 2688/1999 καταστατικού της) και είναι ισότιμη με κάθε άλλη ανώνυμη 
εταιρεία και κατά συνέπεια δεν είναι νομικά λογικό να εφαρμόζεται υπέρ αυτής το ως άνω 
προνόμιο του Δημοσίου (πρβλ. ΟλΑΠ 23/2004 που έκρινε ότι η προβλεπομένη επέκταση της ως 
άνω διάταξης ως προς την έναρξη τοκοφορίας από την επίδοση μόνο καταψηφιστικής αγωγής 
και στην ΟΣΕ ΑΕ, που επίσης αποτελεί επιχείρηση κοινής ωφελείας, αντίκειται στα αρθ. 4§1 
και 20§1 του Συντάγματος, καθώς και ΟλΑΠ 11/2008, κατά την οποία η επέκταση επίσης στην 
ΟΣΕ ΑΕ της προβλεπομένης για το Δημόσιο βραχυπρόθεσμης παραγραφής των κατ' αυτής 
αξιώσεων των εργαζομένων της προσκρούει στις διατάξεις των αρθ. 4§§1 και 2, 20§1, 22§1β, 
25§1 του συντάγματος, 6 της ΕΣΔΑ και 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και 
Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν. 2462/1997). Κατά συνέπεια το 
Εφετείο που με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε ότι η ως άνω διάταξη του αρθ. 3§2 
περ. δ' α.ν. 1559/1950 δεν εφαρμόζεται ως αντίθετη προς την διάταξη του αρθ. 1 του 
Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και στην συνέχεια επιδίκασε στους αναιρεσίβλητους 
ενάγοντες τα εκεί ποσά (ως οφειλόμενες διαφορές αποδοχών και επιδομάτων αδείας) με τον 
καταβαλλόμενο και από τους ιδιώτες τόκο (και όχι τον μικρότερο 6% ετησίως), δεν 
παραβίασεν ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των αρθ. 3§2 α.ν. 1559/1950 
και των άρθρων πρώτου και δευτέρου του ν. 2688/1999 και επομένως ο περί του αντιθέτου 
τρίτος (και τελευταίος) λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από το αρθ. 559 αριθ. 1 
ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

IV. (Α) Κατά την διάταξη του αρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα 
ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές 
της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις 
εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν αυτός δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές 
συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 
31/2009, 7/2006, 4/2005) (Β) Περαιτέρω, από την διαπνέουσα ολόκληρο το εργατικό δίκαιο 
γενικότερη αρχή της προστασίας των μισθωτών, με την εφαρμογή της οποίας αποτρέπεται η 
σύγκρουση των όρων εργασίας που διαμορφώνονται από περισσότερες πηγές διαφορετικής 
ιεραρχικής βαθμίδας, συνάγεται ότι η αποτελούσα ειδική μορφή αυτής αρχή της εύνοιας υπέρ 
των μισθωτών, προβλεπομένη ήδη από το αρθ. 680 ΑΚ και την διάταξη του αρθ. 7§2 
ν.1876/1990, κατά την οποία οι ευνοϊκότεροι για τους εργαζομένους όροι των ατομικών 
συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των δυσμενέστερων όρων των συλλογικών συμβάσεων, 
εφαρμόζεται όχι μόνο στην σχέση συλλογικής και ατομικής σύμβασης εργασίας, αλλά και στην 
σχέση περισσοτέρων πηγών (νόμου, συλλογικής σύμβασης εργασίας, κανονισμού, ατομικής 
σύμβασης) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας (ΟλΑΠ 26/2007). Για την εφαρμογή, όμως, της 
αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών κατά την συσχέτιση ΣΣΕ ή άλλης πηγής, ως ρυθμιστικού 
παράγοντος της εργασιακής σχέσης, και ατομικής σύμβασης εργασίας και γενικότερα κατά την 
συσχέτιση διαφόρων πηγών μεταξύ τους οι αποδοχές συγκρίνονται ως μία ενότητα, αφού 
(εκτός αντίθετης ειδικής ρύθμισης) δεν είναι δυνατή η επιλεκτική αναζήτηση τμήματος 
αποδοχών από τη μία πηγή και άλλου από διαφορετική πηγή, διότι δεν είναι επιτρεπτή η 
σύγχρονη εφαρμογή όλων των πηγών αυτών ως προς την έννοια των αποδοχών (τούτο ειδικά ως 
προς την συσχέτιση περισσοτέρων ΣΣΕ αποτυπώνεται ρητά στο αρθ. 10§1 ν. 1876/1990). Κατά 
την συσχέτιση περισσοτέρων πηγών της αυτής ιεραρχικής βαθμίδας δεν εφαρμόζεται η ως άνω 
αρχή της εύνοιας, ούτε η διάταξη του αρθ. 7§3 ν. 1876/1990 (που ρυθμίζει την σχέση νόμου 
και ΣΣΕ), αλλά οι νεότεροι και ειδικοί κανόνες αποκλείουν την εφαρμογή των παλαιοτέρων 
και γενικών και αυτοί εφαρμόζονται, όταν ρυθμίζουν το ίδιο γενικά θέμα κατά τρόπο 
αντίθετο και σε κάθε περίπτωση διαφορετικό και ασυμβίβαστο προς την ρύθμιση των 
παλαιοτέρων κανόνων, είτε ευνοϊκότερο είτε δυσμενέστερο σε σχέση με αυτούς (αρθ. 2 ΑΚ). 
Σε σχέση και συνάφεια προς τα προαναφερθέντα για την συσχέτιση διαφόρων πηγών, ως προς 
τους Κανονισμούς Εργασίας που καταρτίσθηκαν και κυρώθηκαν υπό την ισχύ και με την 
διαδικασία του ν.δ. 3789/1957 ορίζεται με τις διατάξεις αυτού ότι (1) (α) επιχειρήσεις, 
εκμεταλλεύσεις ή εργασίες εν γένει, ανεξάρτητ' από τη νομική μορφή αυτών ή του φυσικού ή 
νομικού προσώπου (δημόσιο, νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, οργανισμοί 
κλπ.), στο οποίο ανήκουν, εφόσον απασχολούν προσωπικό μεγαλύτερο των 70 προσώπων, 
οφείλουν να καταρτίσουν, κατά την διαδικασία του παρόντος, κανονισμό εργασίας 
ρυθμίζοντα, σύμφωνα με τους κείμενους νόμους, τις διαμορφούμενες κατά την εκτέλεση της 
εργασίας σχέσεις μεταξύ αυτών και του πάσης φύσεως προσωπικού τους, που συνδέεται με 
αυτές με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (αρθ. 1§1 εδ. α') (β) οι κανονισμοί εργασίας 
δεν αποτελούν συμπλήρωση της ατομικής σύμβασης εργασίας, εάν δεν έχουν εγκριθεί κατά την 
διαδικασία του ως άνω ν.δ. και δεν είναι ανά πάσα στιγμή αναρτημένοι σε εμφανή και 
προσιτά για τους εργαζομένους σημεία του τόπου εργασίας (άρθ. 1§2) (2) η κύρωση των 
Κανονισμών Εργασίας γίνεται για τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις κλπ. που ασκούνται από 
το Δημόσιο ή για λογαριασμό αυτού, τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) κλπ. με 
κοινή απόφαση του Υπουργού Εργασίας και του εποπτεύοντος σε κάθε περίπτωση Υπουργού, η 
κυρωτική δε αυτή απόφαση εκδίδεται μετά προηγουμένη γνωμοδότηση του συσταθέντος με το 
αυτό ν.δ. Τμήματος Κανονισμών Εργασίας του Εθνικού Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Κοινωνικής 
Πολιτικής, η οποία είναι υποχρεωτική για τους Υπουργούς, εφόσον ανάγεται στην τήρηση 
διατάξεων νόμων και των σε εκτέλεση αυτών διαταγμάτων και υπουργικών αποφάσεων, ενώ οι 
Κανονισμοί που είχαν εκδοθεί, με β.δ. ή υπουργικές αποφάσεις, κατ' εξουσιοδότηση των ν. 
3752/1929, 3221/1955, 3430/1955 και κάθε άλλου ειδικού νόμου, εξακολουθούν να ισχύουν, 
πλην, όμως, για κάθε σύνταξη, ανασύνταξη ή τροποποίηση Κανονισμών, για τους οποίους 
προβλέπουν οι παραπάνω νόμοι, ισχύουν οι διατάξεις των νόμων αυτών, καθόσον μέρος τους 
δεν αντιτίθενται στα οριζόμενα από τα αρθ. 1 και 2 αυτού του παρόντος νομοθετικού 
διατάγματος (αρθ. 2§§1 και 2). Σημειώνεται ότι με το αρθ. 3§2 ν.δ 385/1969 ορίσθηκε στην 
συνέχεια ότι οι κατά το ν.δ. 3789/1957 Κανονισμοί Εργασίας προκειμένου περί του 
προσωπικού του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων ΝΠΔΔ κυρώνονται με κοινή απόφαση των 
Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εργασίας και του κατά περίπτωση αρμοδίου, που 
εκδίδεται μετά από γνώμη του ΑΣΔΥ (Ανωτάτου Συμβουλίου Δημοσίων Υπηρεσιών). Από τις 
παραπάνω διατάξεις του ν.δ. 3789/1957 (το οποίο δεν κατάργησαν οι ν. 1876/1990 και 
1767/1988, περιόρισαν, όμως, σημαντικά το πεδίο εφαρμογής του, αρθ. 3§5, 6§1στ, 15§1 και 
16§1 ν.1876/1990, 12§4 ν. 1767/1988) προκύπτει, ότι οι Κανονισμοί Εργασίας που 
καταρτίσθηκαν υπό την ισχύ του ως άνω ν.δ., με το οποίο το θέμα των Κανονισμών Εργασίας 
ρυθμίζεται με τρόπο ενιαίο για όλες τις επιχειρήσεις κλπ. ανεξάρτητ' από τη νομική μορφή 
τους ή από το σε ποιόν ανήκουν (Δημόσιο, νομικά πρόσωπα ιδιωτικού ή δημόσιου δικαίου 
κλπ., το δίκαιο δηλ. που εισάγεται με αυτό είναι γενικό και αποκλειστικό για τις 
επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις κλπ. που υπάγονται στις διατάξεις του) έχουν κανονιστική 
νομική φύση, δηλ. ισχύ ουσιαστικού (όχι, όμως, και τυπικού) νόμου και η θέσπισή τους 
αποτελεί άσκηση "νομοθετικής" εξουσίας από την πλευρά του εργοδότη που απορρέει από την 
εξουσιοδότηση του ως άνω ν.δ. 3789/1957. Η νομική αυτή φύση (κανονιστική και όχι 
συμβατική) των Κανονισμών Εργασίας συνάγεται από τα εξής : (α) Το γεγονός ότι οι 
Κανονισμοί αυτοί, αφού εγκριθούν και αναρτηθούν, αποτελούν συμπλήρωση της ατομικής 
σύμβασης εργασίας, η συμπλήρωση δε αυτή γίνεται αυτόματα (ex lege) και οι όροι γι' αυτήν 
(έγκριση και ανάρτηση του κανονισμού) αποσυνδέουν το κύρος και την ισχύ του από κάθε 
προσχώρηση και ο κανονισμός ισχύει ανεξάρτητα από την θέληση του προσωπικού, ακόμη και 
παρά την θέλησή του, η ενέργειά τους δηλ. είναι επιτακτική (β) Η ανάρτησή τους στον τόπο 
της εργασίας, σε φανερά και προσιτά για τους μισθωτούς σημεία, είναι συστατικός όρος 
δημοσιότητας, με σκοπό να καταστεί στους εργαζομένους γνωστός ο "νόμος" που τους 
δεσμεύει στον χώρο της εκμετάλλευσης, ώστε να ρυθμίζουν ανάλογα την συμπεριφορά τους 
κατά την εκτέλεση της εργασίας και να γνωρίζουν τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματά τους, 
η ιδιόρρυθμη δε αυτή δημοσιότητα είναι ανάλογη με την δημοσίευση των κρατικών νόμων στην 
Εφημερίδα της Κυβέρνησης (γ) Οι επιχειρήσεις και εκμεταλλεύσεις έχουν υποχρέωση να 
καταρτίσουν κανονισμούς, στους οποίους διατυπώνονται γενικά και αντικειμενικά οι κανόνες 
που πρόκειται να ρυθμίζουν τις σχέσεις που διαμορφώνονται μεταξύ του εργοδότη και των 
εργαζομένων, το δίκαιο δε που περιέχεται στον κανονισμό δεν ισχύει για ορισμένο χρόνο, 
δεν συνδέεται με ορισμένο εργοδότη, ούτε αφορά μόνο τους μισθωτούς που συγκροτούν το 
προσωπικό κατά τον χρόνο θέσης του σε ισχύ και δεν ρυθμίζει συγκεκριμένες καταστάσεις, 
αλλά είναι απρόσωπο, γενικό και αφηρημένο, ρυθμίζει τις σχέσεις του εργοδότη και των 
μισθωτών που κινούνται κάθε φορά στην επιχείρηση και ισχύει για όλες τις εργασιακές 
σχέσεις και όχι μόνοι γι' αυτές που στηρίζονται σε έγκυρη σύμβαση εργασίας (δ) 
Κυρώνονται από κρατικό όργανο, ύστερ' από έλεγχο της νομιμότητας και της σκοπιμότητάς 
τους, αφού προηγηθεί γνώμη αρμόδιου υπηρεσιακού οργάνου (ε) Σκοποί του ως άνω ν.δ., 
σύμφωνα και με την εισηγητική έκθεσή του, είναι η εξασφάλιση δίκαιων όρων, ομοιομορφίας, 
ενιαίας κατεύθυνσης, δίκαιης πειθαρχικής εξουσίας και ίσης μεταχείρισης για τους 
μισθωτούς, οι σκοποί δε αυτοί μπορούν να επιτευχθούν μόνο με γενικές κανονιστικές 
διατάξεις, η ισχύς των οποίων δεν (μπορεί να) εξαρτάται από επιμέρους συμβατικούς 
ορισμούς. Όμως, οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις της κοινής (γενικής) εργατικής 
νομοθεσίας υπερισχύουν, εφόσον περιέχουν ρυθμίσεις, στο σύνολό τους λαμβανόμενες, 
ευνοϊκότερες για τους εργαζομένους ως διατάξεις ανώτερης βαθμίδας, των διατάξεων των 
εχόντων ισχύ ουσιαστικού νόμου διατάξεων Κανονισμών Εργασίας που καταρτίσθηκαν και 
κυρώθηκαν υπό την ισχύ και κατά την διαδικασία του ν.δ. 3789/1957, ανεξάρτητα από την 
τυχόν πρόβλεψη παλαιοτέρων αυτού νόμων της δυνατότητας της κατ' εξουσιοδότηση αυτών 
κατάρτισης τέτοιων κανονισμών, αφού, όπως προαναφέρθηκε, με το ως άνω ν.δ. ρυθμίσθηκε με 
τρόπο ενιαίο και αποκλειστικό το θέμα των Κανονισμών Εργασίας για όλες τις επιχειρήσεις, 
εκμεταλλεύσεις κλπ. ανεξάρτητ' από τη νομική μορφή τους ή από το εάν ανήκουν στο 
Δημόσιο, σε ΝΠΔΔ ή ΝΠΙΔ κλπ. Αντίθετα, υπερισχύουν οι διατάξεις των Κανονισμών Εργασίας, 
εάν, με την αυτή προϋπόθεση, είναι ευνοϊκότερες των αντιστοίχων της κοινής εργατικής 
νομοθεσίας (Γ) Ειδικότερα σε σχέση με τις αποδοχές και το επίδομα αδείας των εργαζομένων 
: (1) Γενικά και ως προς όλους καταρχήν τους εργαζομένους, τον κεντρικό κορμό και τον 
πυρήνα του ρυθμιστικού καθεστώτος του θεσμού των αδειών αποτελεί ο α.ν 539/1945 "περί 
χορηγήσεως κατ' έτος εις τους μισθωτούς αδειών μετ' αποδοχών", όπως έχει κατά καιρούς 
τροποποιηθεί. Οι ρυθμίσεις που περιλαμβάνει διασφαλίζουν τις ελάχιστες υπέρ όλων των 
εργαζομένων εγγυήσεις, λόγω δε του εντόνως προστατευτικού χαρακτήρα τους και του στενού 
δεσμού τους με την ικανοποίηση και προστασία του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, 
αποτελούν μονομερώς αναγκαστικό δίκαιο και κατά συνέπεια απόκλιση από τις σχετικές 
διατάξεις αυτού επιτρέπεται μόνο για την εφαρμογή ευμενέστερων για τον εργαζόμενο 
διατάξεων άλλων πηγών, με την προαναφερθείσα έννοια της αρχής της εύνοιας υπέρ των 
μισθωτών. Με το αρθ. 3§1 του ως άνω α.ν. 539/1945 ορίζεται ότι κατά την διάρκεια της 
άδειας ανάπαυσής του ο μισθωτός δικαιούται τις συνήθεις αποδοχές, τις οποίες θα 
εδικαιούτο, εάν απασχολείτο στην "υπόχρεη" (με τον όρο αυτόν αντικαταστάθηκε με το αρθ. 
1 §2 ν. 1346/1983 ο αρχικός όρος "υποκείμενη") επιχείρηση κατά τον αντίστοιχο χρόνο της 
αδείας του ή τις τυχόν για την περίπτωση αυτήν καθορισμένες με συλλογική σύμβαση, ενώ 
κατά την §3 του ίδιου άρθρου (όπως αυτή ισχύει μετά την απάλειψη φράσης με το αρθ. 1 §2 
ν. 4547/1966) στην έννοια των αποδοχών περιλαμβάνονται και οι κάθε είδους πρόσθετες ή 
συμπληρωματικές τακτικές παροχές (αντίτιμο τροφής, επιδόματα κλπ.). Επίσης, κατά το αρθ. 
3§16 ν. 4504/1966 "οι επί σχέσει εργασίας του ιδιωτικού δικαίου απασχολούμενοι, παρ' 
οιωδήποτε εργοδότη, μισθωτοί δικαιούνται κατ' έτος "επιδόματος αδείας" ίσου προς το 
σύνολον των αποδοχών των υπό του α.ν. 539/1945 ή άλλων διατάξεων καθοριζομένων ημερών 
αδείας αναπαύσεως μετ' αποδοχών, ων δικαιούται έκαστος μισθωτός, υπό τον περιορισμόν ότι 
το επίδομα τούτο δεν δύναται να υπερβαίνει τας αποδοχάς ενός 15νθημέρου, διά τους επί 
μηνιαίω μισθώ αμειβόμενους, των 13 δε εργασίμων ημερών δια τους επί ημερομίσθια) ή κατά 
μονάδα εργασίας ή επί ποσοστοίς ή κατ' άλλον τρόπον αμειβόμενους μισθωτούς. Το ως άνω 
επίδομα καταβάλλεται ομού μετά των αποδοχών της αδείας αναπαύσεως του μισθωτού...". Από 
τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με τις διατάξεις των αρθ. 648, 653, 666, 679 ΑΚ, της 
κυρωθείσας με το ν.3248/1955 με αριθ. 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "περί προστασίας του 
ημερομισθίου", 2 της κυρωθείσας με το ν. 133/1975 από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, 1§1 ν. 435/1976, 
1§2 ν. 1082/1980 και 2 των κατά καιρούς εκδοθεισών Υπουργικών Αποφάσεων "περί χορηγήσεως 
δώρων για τις εορτές του Πάσχα και των Χριστουγέννων", προκύπτει ότι ως "συνήθεις 
αποδοχές", με βάση τις οποίες υπολογίζονται οι αποδοχές και το ισούμενο προς αυτές, υπό 
τον ως άνω χρονικό περιορισμό, επίδομα αδείας, ταυτίζονται δε προς τις "τακτικές 
αποδοχές" που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό των επιδομάτων εορτών Πάσχα και 
Χριστουγέννων, και είναι ίσες με τις αποδοχές που θα εδικαιούτο ο μισθωτός, αν είχε 
απασχοληθεί κατά τον αντίστοιχο χρόνο της αδείας του, νοούνται ο συμβατικός ή ο νόμιμος 
μισθός ή το ημερομίσθιο, καθώς και οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη εργοδοτική παροχή, σε χρήμα 
ή σε είδος, που καταβάλλεται κατά την διάρκεια της σύμβασης εργασίας, με την προϋπόθεση 
ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας. 
Έτσι, εφόσον παρέχονται τακτικά και σταθερά, περιλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές, 
μεταξύ άλλων η αμοιβή για υπερεργασία και για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, καθώς και οι 
προσαυξήσεις για την παροχή εργασίας κατά τη νύκτα, τις Κυριακές και τις αργίες και 
γενικά κάθε προσαύξηση του βασικού μισθού ή ημερομισθίου. Ενόψει των ανωτέρω και δη της 
εννοίας των "τακτικών" ή "συνήθων" αποδοχών (που περιλαμβάνουν, όπως προαναφέρθηκε, τον 
συμβατικό ή νόμιμο μισθό ή ημερομίσθιο, καθώς και όλες γενικά τις ως άνω προσαυξήσεις, 
επιδόματα κλπ.), με βάση τις οποίες υπολογίζονται οι αποδοχές και το επίδομα αδείας, για 
τον προσδιορισμό αυτών λαμβάνονται υπόψη, πέραν του βασικού μισθού ή ημερομισθίου, οι 
πρόσθετες ως άνω παροχές του χρονικού διαστήματος από την λήψη της προηγουμένης αδείας 
(2) Με την 45058/7/1971 ΚΥΑ των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εμπορικής Ναυτιλίας 
και Εργασίας (ΦΕΚ Β' 579) εγκρίθηκε ο Κανονισμός Εργασίας Εργατών Λιμένος Πειραιώς (με 
τον προσαρτημένο σ' αυτόν πίνακα συνθέσεων εργατικών ομάδων και αποδόσεων αυτών σε 
τόννους ή m3), με τον οποίο ρυθμίζονται οι όροι εργασίας και αμοιβής του εργατικού 
προσωπικού, που συνδέεται (μόνιμο και έκτακτο) με τον ΟΛΠ (και ήδη την αναιρεσείουσα ΟΛΠ 
ΑΕ) πάντοτε με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου (άρθ. 10), καθώς και οι συνθήκες και ο τρόπος 
διεξαγωγής των φορτοεκφορτωτικών εργασιών στην περιοχή του Λιμένος Πειραιώς (αρθ. 1§1). 
Ο Κανονισμός αυτός, καταρτισθείς και εγκριθείς υπό την ισχύ και κατά την διαδικασία των 
αρθ. 1 και 2 ν.δ. 3789/1957, όπως και στο προοίμιό του αναφέρεται, έχει ισχύ ουσιαστικού 
νόμου, με την προαναφερθείσα έννοια, με αυτόν δε ορίζονται ειδικότερα τα εξής και δη σε 
σχέση με τον τρόπο υπολογισμού των αποδοχών και του επιδόματος αδείας του ως άνω 
προσωπικού σε συνάρτηση και με το είδος και τις κατηγορίες των εργασιών αυτών, ενώ το 
εκάστοτε ύψος του βασικού ημερομισθίου των διαφόρων κατηγοριών (ειδών) φορτοεκφορτωτικών 
εργασιών ορίζεται με τις οικείες ΣΣΕ : (i) Σύμφωνα με το άρθ. 35§1 οι αποδοχές αδείας 
(και κατ' επέκταση και το μαζί μ' αυτές καταβαλλόμενο επίδομα) ισούνται προς το γινόμενο 
των ημερών αδείας που δικαιούται κάθε μισθωτός επί το βασικό ημερομίσθιο της απασχόλησής 
του, όπως δε διευκρινίζεται στην συνέχεια ως "βασικό ημερομίσθιο" για τον υπολογισμό των 
αποδοχών αδείας των (μονίμων) εργατών (με τον αυτό τρόπο υπολογίζονται οι αποδοχές αυτές 
και για τους εκτάκτους) λογίζεται αυτό της επικρατέστερης απασχόλησής τους κατά το 
τελευταίο πριν από την χορήγηση της αδείας τρίμηνο (και προκειμένου για εργάτες που 
απασχολούνται σε φορτοεκφορτωτικές εργασίες δημητριακών και γαιανθράκων το βασικό 
ημερομίσθιο που καθορίζεται για τις εργασίες αυτές). Ως "επικρατέστερη απασχόληση" 
νοείται κατά την διάταξη αυτή η επικρατέστερη κατά χρόνο, δηλ. εκείνη η οποία είχε 
συνολικά την μεγαλύτερη διάρκεια και στην οποία ο εργαζόμενος πραγματοποίησε τα 
περισσότερα ημερομίσθια κατά το τελευταίο πριν από την λήψη της αδείας τρίμηνο. Βάση, 
επομένως, υπολογισμού των αποδοχών αδείας είναι το βασικό ημερομίσθιο και όχι η τελική 
αμοιβή που προκύπτει από τυχόν προσαυξήσεις λόγω αποδόσεως (για τους εργαζομένους "επί 
αποδόσει") ή λόγω τριπλασιασμού του βασικού ημερομισθίου (για τους απασχολουμένους στις 
γερανογέφυρες) ή λόγω άλλων προβλεπομένων προσαυξήσεων, οι προκύπτουσες δε και 
καταβαλλόμενες με τον υπολογισμό αυτόν αποδοχές αδείας προσαυξάνονται για όλους τους 
εργάτες κατά ποσοστό 25%. (ii) Το ύψος του βασικού ημερομισθίου των (μονίμων κλπ.) 
εργατών του ΟΛΠ, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, λαμβάνεται ως βάση για τον υπολογισμό των 
αποδοχών κλπ. αδείας, ορίζεται ειδικά στο αρθ. 23 §1 του Κανονισμού (αναπροσαρμοζόμενο 
εκάστοτε με τις οικείες ΕΣΣΕ) ανάλογα και σε αντιστοιχία με το είδος της απασχόλησης 
τους κατά τις διακρίσεις του αρθ. 12§1 του Κανονισμού (στο οποίο ρητά παραπέμπει το αρθ. 
23§1), είναι δε αυτές (α) η απασχόληση σε φορτοεκφορτώσεις γενικά χύδην φορτίων 
δημητριακών, γαιανθράκων κλπ. (β) η απασχόληση σε φορτοεκφορτώσεις επί πλοίων γενικά και 
επί παντός είδους πλωτών ναυπηγημάτων και (γ) η απασχόληση σε κομιστικές εργασίες 
(μεταφοράς των εμπορευμάτων από τον τόπο της οριστικής εναπόθεσής τους στα μεταφορικά 
μέσα των παραληπτών και αντίστροφα), σε εργασίες μεταφοράς των αποσκευών των επιβατών, 
σε εργασίες κάλυψης και αποκάλυψης των υπαιθρίων εμπορευμάτων και σε λοιπές βοηθητικές 
εργασίες σχετιζόμενες με την φορτοεκφόρτωση. Στις κατηγορίες αυτές απασχόλησης, 
ειδικότερα, δεν προβλέπεται και δεν περιλαμβάνεται στο ως άνω άρθρο, ως είδος 
απασχόλησης η "επί αποδόσει", αφού αυτή κατά το αρθ. 20 του Κανονισμού, που έχει ακριβώς 
τον τίτλο "τρόπος διεξαγωγής της εργασίας", προβλέπεται ως τρόπος εργασίας και όχι ως 
κατηγορία (διάκριση) απασχόλησης. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το ως άνω αρθ. 20 του 
Κανονισμού (α) η εργασία στον λιμένα διεξάγεται "επί αποδόσει" στις περιπτώσεις 
εκφόρτωσης ή φόρτωσης και ειδικότερα στις περιπτώσεις της, από το κύτος ή τις φορτηγίδες 
μέχρι τον τόπο οριστικής απόθεσης, μεταφοράς (αα) γαιανθράκων, ορυκτών, μεταλλευμάτων, 
πορσελάνης και χωμάτων (χύμα) χωρίς την χρήση αρπάγης (ββ) σιτηρών και λοιπών 
δημητριακών "εις χύμα" (γγ) ξυλείας (δδ) φορτίων δε σάκκους γενικά (εε) σιδήρων, 
σιδηροφύλλων κλπ (στστ) ειδών γενικού εμπορίου και (ζζ) φορτίων πλοίων ψυγείων, κατ' 
εξαίρεση, όμως, εφόσον οι συνθήκες διεξαγωγής των εργασιών για τα παραπάνω φορτία 
παρεμποδίζουν την εργασία με το ως άνω τρόπο, αυτός μπορεί με απόφαση των αρμοδίων 
οργάνων να μεταβληθεί (επειδή ακριβώς η "επί αποδόσει" εργασία δεν αποτελεί είδος 
απασχόλησης, αλλά τρόπο εκτέλεσης της εργασίας) σε εργασία "επί ημερομισθίω" (β) η 
εργασία "επί ημερομισθίω" εκτελείται για (αα) την από την αποθήκη ή ύπαιθρο μεταφορά 
όλων των ανωτέρω ειδών (πλην της ξυλείας) μέχρι το μεταφορικό μέσο του παραλήπτη και 
αντίστροφα (ββ) φορτοεκφορτώσεις αποσκευών των επιβατών (γγ) φορτοεκφορτώσεις νωπών 
ιχθύων, φρούτων και λαχανικών (δδ) φορτοεκφορτώσεις φορτίων κάθε είδους "εις χύμα" και 
(εε) εργασίες εκφόρτωσης βαγονιών και αυτοκινήτων που μεταφέρουν εμπορεύματα εξωτερικού, 
ενώ, κατά την περαιτέρω ρύθμιση του αυτού άρθρου, οι εργασίες πλήρωσης και εκκένωσης 
εμπορευματοκιβωτίων, ρυμουλκούμενων οχημάτων και αυτοκινήτων μεταφερομένων με 
οχηματαγωγά πλοία εξωτερικού, καθώς και οι εργασίες φορτοεκφόρτωσης στρατιωτικών εφοδίων 
επί αυτοκινήτων κλπ. μπορούν να εκτελούνται "επί αποδόσει" με βάση τους 6 τόννους κατ' 
εργάτη κλπ. Η αμοιβή για την "επί αποδόσει" εργασία έχει προβλεφθεί (αρθ. 27) και 
καταβάλλεται και στις τρεις περιπτώσεις απασχόλησης του αρθ. 12§1 επιπρόσθετα του 
βασικού ημερομισθίου του αρθ. 23§1 (iii) Τέλος, κατ' αρθ. 30§1 το "ασφαλιστικό 
ημερομίσθιο" που καταβάλλεται στους μόνιμους εργάτες για όσες εργάσιμες ημέρες δεν 
διατίθενται σε φορτοεκφορτωτικές εργασίες του λιμένος λόγω έλλειψης εργασίας είναι ίσο 
προς αυτό που καταβάλλεται στους μονίμους εργάτες που απασχολούνται σε κομιστικές 
εργασίες του αρθ. 23§1 εδ. β', μετά των συντρεχόντων επιδομάτων εμπειρίας, ειδικών 
συνθηκών και γάμου, δεν αποτελεί δηλ. το "ασφαλιστικό" ημερομίσθιο το κατώτερο 
ημερομίσθιο, αλλ' αυτό καθορίζεται ίσο προς το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο για τις 
κομιστικές εργασίες. Με τα άρθρα τέταρτο παράγραφος 3 και πέμπτο εδ. ε' του ν. 
2668/1999, με τον οποίο το μέχρι τότε ΝΠΔΔ με την επωνυμία Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς 
(που ιδρύθηκε με το ν. 4748/1930 και αναμορφώθηκε με τον α.ν. 1559/1950 κλπ.) μετετράπη 
σε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς Ανώνυμη Εταιρεία" (ΟΛΠ 
ΑΕ), δηλ. την αναιρεσείουσα, ο ως άνω Κανονισμός Εργασίας Εργατών Λιμένος Πειραιώς 
διατηρήθηκε, καταρχάς, σε ισχύ και μετά την μετατροπή αυτήν, ενώ με την 5115.01/02/2004 
απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών-Δημόσιας Διοίκησης και 
Αποκέντρωσης, και Εμπορικής Ναυτιλίας (ΦΕΚ Β' 390/20-6-2004) εγκρίθηκε και δημοσιεύθηκε 
ο καταρτισθείς στα πλαίσια και κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων τετάρτου, δωδεκάτου και 
δεκάτου τρίτου του ως άνω ν. 2688/1999 Γενικός Κανονισμός Προσωπικού της ΟΛΠ ΑΕ (που 
άρχισε να ισχύει 10 ημέρες μετά την δημοσίευσή του στην ΕτΚ, αρθ. 83 αυτού) για την 
ρύθμιση των εργασιακών σχέσεων των εργαζομένων σ' αυτήν, σύμφωνα δε με αυτόν το 
προσωπικό της αναιρεσείουσας (τακτικό, έκτακτο και δόκιμο), στο οποίο υπάγεται ως 
ιδιαίτερη υπηρεσιακή κατηγορία το λιμενεργατικό προσωπικό και δη οι λιμενεργάτες (αρθ. 
5§§1α, 2, 4α), δικαιούταν ετήσιας άδειας με αποδοχές, καθώς και επιδόματος αδείας, 
σύμφωνα με την εργατική νομοθεσία (γίνεται δηλ. παραπομπή και στον α.ν. 539/1945) σε 
συνδυασμό με τις διατάξεις της εκάστοτε ισχύουσας ΕΓΣΣΕ, τις ειδικότερες συλλογικές 
συμβάσεις εργασίας που εφαρμόζονται στην εταιρεία (αναιρεσείουσα) και τις διατάξεις του 
παρόντος Κανονισμού (αρθ. 55§1). Στο σημείο αυτό, πρέπει να επισημανθεί ότι ενόψει της 
ως άνω σχέσης του Κανονισμού Εργασίας Εργατών Λιμένος Πειραιώς και των αναγκαστικού 
δικαίου διατάξεων της κοινής εργατικής νομοθεσίας (και δη του α.ν. 539/1945) δεν τίθεται 
θέμα, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσίβλητοι, "κατάργησης" των κρίσιμων διατάξεων του 
Κανονισμού αυτού με μεταγενέστερους κανόνες δικαίου, οι οποίοι όλοι αναφέρονται γενικά 
στο δικαίωμα λήψης αδείας με αποδοχές και δεν ρυθμίζουν ειδικά τον τρόπο υπολογισμού 
τους, ειδικότερα δε με (α) την κυρωθείσα με το ν. 133/1975 από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, οι 
διατάξεις της οποίας, άλλωστε, κατ' αρθ. 8§1β αυτής δεν εφαρμόζονται καθ' ολοκληρίαν επί 
των φορτοεκφορτωτών ξηράς και λιμένων, που διέπονται, όπως στην κρινομένη περίπτωση, από 
την νομοθεσία ρύθμισης των φορτοεκφορτωτικών εργασιών στους λιμένες κλπ. (β) τις 
διατάξεις της κυρωθείσης με το ν. 549/1977 από 26-1-1977 ΕΓΣΣΕ (γ) το ν. 993/1979 που 
κωδικοποιήθηκε σε ενιαίο κείμενο, μαζί με άλλα νομοθετήματα, με το ΠΔ 410/1988, αφού 
αφορά το προσωπικό με σχέση εργασίας του δημοσίου, των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ, ενώ ήδη 
κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα η αναιρεσείουσα είχε μετατραπεί σε α.ε. (δ) άρθ. 101 
του ΠΔ 611/1977 (Υπαλληλικός Κώδικας) που σε κάθε περίπτωση αφορά τους πολιτικούς 
διοικητικούς υπαλλήλους του Κράτους (αρθ. 2) (και των ΝΠΔΔ, αρθ. 2 ν. 2683/1999 του 
μεταγενεστέρου Κώδικα Δημοσίων Υπαλλήλων) (ε) αρθ. 16 ν. 1082/1980, που αναφέρεται 
γενικά στο δικαίωμα λήψης αδείας σε περίπτωση λήξης κλπ. της σχέσης εργασίας πριν την 
συμπλήρωση του απαιτουμένου χρόνου απασχόλησης (στ) από 19-5-1982 ΠΝΠ που δεν περιέχει 
ειδική ρύθμιση (ζ) αρθ. 1 και 7 ΠΔ 88/1999 (για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας 
προς τις διατάξεις της Οδηγίας 93/104/ΕΚ, που αναφέρονται γενικά στο δικαίωμα λήψης 
άδειας με αποδοχές (η) αρθ. 4§5 ν. 2839/2000, αφού αφορά στο προσωπικό του Δημοσίου, ΟΤΑ 
και ΝΠΔΔ, ενώ η αναιρεσείουσα είναι α.ε. δηλ. ΝΠΙΔ (ι) αρθ. 6 ν. 3144/2003 και 1 ν. 
3302/2004, αφού αναφέρονται στο δικαίωμα καθεαυτό για την λήψη άδειας με αποδοχές και 
όχι στον τρόπο υπολογισμού τους. (Δ) Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Πειραιώς 
κρίνοντας, ύστερ' από την άσκηση εφέσεων εκ μέρους αμφοτέρων των διαδίκων πλευρών, επί 
αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων με αντικείμενο την καταβολή των αναφερομένων εκεί ποσών 
για διαφορές αποδοχών και επιδόματος αδείας των ετών 2001 έως και 2005, με την 
προσβαλλομένη 622/2009 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει (1) ερμηνεύοντας, στην 
μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του, τις ως άνω διατάξεις των αρθ. 3 α.ν. 
539/1945, 3§16 ν. 4504/1966, ως ανωτέρω, καθώς και των αρθ. 20§1, 23, 27 και 35 του 
Κανονισμού Εργασίας Εργατών Λιμένος Πειραιώς (που εγκρίθηκε με την 45058/7/1971 ΚΥΑ) 
έκρινε ότι (α) οι λιμενικές φορτοεκφορτωτικές εργασίας των αναφερομένων στο αρθ. 20 του 
κανονισμού ειδών διεξάγονται με το σύστημα της απόδοσης, η οφειλομένη δε στους 
εργαζομένους με το σύστημα αυτό αμοιβή δεν είναι προκαθορισμένη σε συγκεκριμένο σταθερό 
ποσό, αλλά ποικίλλει και υπολογίζεται ανά τόννο ή m3 με βάση ένα σταθερό ελάχιστο φορτίο 
υποχρεωτικής φορτοεκφόρτωσης και ένα αναπροσαρμοζόμενο με τις εκάστοτε ισχύουσες ΕΣΣΕ 
ποσό (β) από τα στοιχεία αυτά διαμορφώνεται (εκτός από το κατώτατο ημερομίσθιο που 
αντιστοιχεί στο ελάχιστο όριο φορτοεκφόρτωσης) το κυμαινόμενο ημερομίσθιο απόδοσης, το 
οποίο αναλογεί στις ποσότητες που πράγματι φορτοεκφορτώνονται επιπλέον του ελαχίστου 
σταθερού φορτίου φορτοεκφόρτωσης, όπως προβλέπεται στον πίνακα συνθέσεων και αποδόσεων 
εργατικών ομάδων (γ) η κυμαινόμενη και ανώτερη αυτή αμοιβή απόδοσης προβλέπεται και 
καταβάλλεται στους εργαζομένους τακτικά και σταθερά ως αντάλλαγμα της παρεχομένης 
εργασίας τους και συνεπώς η αμοιβή αυτή έχει την έννοια των τακτικών αποδοχών, επί των 
οποίων πρέπει να υπολογίζονται οι αποδοχές άδειας, το επίδομα αδείας και τα λοιπά 
επιδόματα σύμφωνα με τις οικείες ως άνω διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (δηλ. του 
α.ν. 539/1945 και ν. 4504/1966), που υπερισχύουν από τις αντίθετες και δυσμενέστερες για 
τους εργαζομένους διατάξεις κανονισμών εργασίας ή ΣΣΕ, ενώ έχουν παράλληλη ισχύ με τις 
αποκλίνουσες ευνοϊκές για τους εργαζομένους ρυθμίσεις κανονισμών εργασίας ή ΣΣΕ (τις 
οποίες μπορούν να επικαλούνται οι τελευταίοι για την θεμελίωση των αξιώσεων τους), 
αποκλίνουσα δε και ευμενής για τους μόνιμους εργάτες του ΟΛΠ διάταξη είναι εκείνη του 
αρθ. 35§1δ του ως άνω Κανονισμού, κατά την οποία ως βασικό ημερομίσθιο για τον 
υπολογισμό των αποδοχών αδείας λογίζεται εκείνο της επικρατέστερης απασχόλησης τους κατά 
το τελευταίο τρίμηνο πριν από την χορήγηση της ετήσιας κανονικής άδειας τους (δ) σύμφωνα 
με τις διατάξεις αυτές οι αποδοχές αδείας των μονίμων εργατών του ΟΛΠ είναι ίσες με το 
γινόμενο των ημερών αδείας που δικαιούται έκαστος επί το βασικό ημερομίσθιο απασχόλησής 
του, ως τέτοιου λογιζομένου -για τον υπολογισμό των αποδοχών αδείας- εκείνου της 
επικρατέστερης απασχόλησης κατά το τελευταίο τρίμηνο πριν από την χορήγηση της άδειας, 
το βασικό δε αυτό ημερομίσθιο εξευρίσκεται με την διαίρεση του συνόλου όλων των αποδοχών 
του εργαζομένου κατά τα τρίμηνο αυτό δια του αριθμού 3 κλπ. (ε) το επίδομα αδείας είναι 
ίσο με τις αποδοχές 13 εργασίμων ημερών με βάση ημερομίσθιο που εξευρίσκεται με την 
διαίρεση του συνόλου όλων των συνυπολογιστέων κατά νόμον αποδοχών του εργαζομένου κατά 
το τελευταίο πριν από την λήψη της αδείας 12μηνο (ώστε να περιληφθούν όλες οι 
εργοδοτικές παροχές που καταβλήθηκαν κατά το χρονικό αυτό διάστημα ως αντάλλαγμα της 
παρεχομένης εργασίας τακτικά ανά μήνα κλπ.) διά του αριθμού 12 κλπ. (2) στην ελάσσονα 
πρόταση δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες προσλήφθηκαν από την 
αναιρεσείουσα εναγομένη ήδη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ 
ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" και τον διακριτικό τίτλο "ΟΛΠ ΑΕ" (πρώην νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου) ο 
1ος την 29-5-1989 και ο 2ος την 15-6-1989 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου 
χρόνου προκειμένου να εργασθούν με την ειδικότητα του λιμενεργάτη, ότι αντικείμενο της 
εργασίας τους είναι η εκτέλεση κάθε λιμενεργατικής εργασίας που σχετίζεται με την 
φορτοεκφόρτωση και διακίνηση φορτίων εντός του χώρου του λιμένος Πειραιώς, ότι οι όροι 
εργασίας των εναγόντων διέπονταν από τον Κανονισμό Εργασίας Εργατών Λιμένος Πειραιώς και 
από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας που καταρτίζονταν μεταξύ του ΟΛΠ και του σωματείου 
των εργαζομένων με την επωνυμία "....", ότι ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες οι ενάγοντες 
κατανέμονταν από τα αρμόδια όργανα του ΟΛΠ και απασχολούνταν με όλα τα είδη των 
λιμενικών εργασιών, είτε αυτές διεξάγονταν με απόδοση, είτε με σταθερό ημερομίσθιο, και 
ανάλογα με την εργασία που παρείχαν καταβαλλόταν σ' αυτούς το προβλεπόμενο από τις 
διατάξεις του Κανονισμού και τις οικείες ΕΣΣΕ σταθερό ημερομίσθιο ή το κυμαινόμενο 
ημερομίσθιο απόδοσης που αναλογεί στις ποσότητες που φορτοεκφορτώνονται επί πλέον του 
ελαχίστου ορίου φορτοεκφόρτωσης, με βάση δε το ημερομίσθιο αυτό διαμορφώνονταν και 
καταβάλλονταν κατά την ένδικη χρονική περίοδο από 1-1-2001 μέχρι 31-12-2005 όλα τα 
προβλεπόμενα επιδόματα και οι λοιπές πρόσθετες παροχές, εκτός από τις αποδοχές και το 
επίδομα αδείας, ότι συγκεκριμένα οι αποδοχές και το επίδομα αδείας που λάμβαναν οι 
ενάγοντες κατά την ως άνω χρονική περίοδο δεν διαμορφώνονταν με βάση το ημερομίσθιο που 
προέκυπτε από την πραγματική απόδοσή τους και καταβαλλόταν σ' αυτούς, ούτε από το 
ημερομίσθιο που αναλογούσε στην επικρατέστερη απασχόλησή τους κατά το τελευταίο τρίμηνο 
(και δωδεκάμηνο για το επίδομα) πριν από την λήψη της αδείας, όπως θα έπρεπε, αλλά με 
βάση το κατώτερο ημερομίσθιο ασφαλείας προσαυξημένο κατά 20% από το έτος 1990 και 25% 
αργότερα, κατά την σχετική πρόβλεψη των αντίστοιχων ΕΣΣΕ, και ότι ο τρόπος αυτός του 
υπολογισμού των αποδοχών και του επιδόματος αδείας των εναγόντων σε ποσά κατώτερα από 
εκείνα που αναλογούν στο προβλεπόμενο και πραγματικά καταβαλλόμενο ημερομίσθιο απόδοσης, 
καθώς και στο ημερομίσθιο της επικρατέστερης απασχόλησης αυτών κατά το τελευταίο τρίμηνο 
πριν από την λήψη της αδείας είναι βλαπτικός γι' αυτούς, οι οποίοι δικαιούνται ν' 
αξιώσουν τον υπολογισμό των αποδοχών και του επιδόματος αδείας με βάση το πραγματικό 
ημερομίσθιο απόδοσης και της επικρατέστερης απασχόλησης τους κατά το τελευταίο τρίμηνο 
πριν από την λήψη της αδείας σύμφωνα με τις ευμενέστερες διατάξεις της εργατικής 
νομοθεσίας και του Κανονισμού Εργασίας Εργατών Λιμένος Πειραιώς, οι οποίες υπερισχύουν 
από τις σχετικές (κανονιστικού περιεχομένου) δυσμενέστερες προβλέψεις των οικείων ΕΣΣΕ. 

Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του και κατά 
μερική παραδοχή των εφέσεων αμφοτέρων των διαδίκων μερών εξαφάνισε την απόφαση του 
πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή και επεδίκασε στους 
ενάγοντες αναιρεσιβλήτους ως οφειλόμενες διαφορές αποδοχών και επιδόματος αδείας του 
χρονικού διαστήματος των ετών 2001 έως και 2005, προκύπτουσες από τον υπολογισμό αυτών 
με βάση το πραγματικό ημερομίσθιο απόδοσης και της επικρατέστερης απασχόλησής τους κατά 
το τελευταίο τρίμηνο πριν από την λήψη της αδείας, δηλ. τις καταβαλλόμενες αποδοχές τους 
(και όχι μόνο το βασικό ημερομίσθιο), τα συνολικά ποσά (α) στον 1° ενάγοντα των 
30.523,66, καθώς και των 5.113,33  ως νόμιμους τόκους των μεταγενεστέρως εξοφληθέντων 
σχετικών κονδυλίων του έτους 2003 και (β) στον 2° ενάγοντα των 19.365,69, καθώς και των 
3.060,19 ως νόμιμους τόκους των μεταγενεστέρως εξοφληθέντων κονδυλίων του έτους 2003. Με 
την κρίση του αυτή το Εφετείο, εφόσον εφάρμοσε την αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών 
και για τον υπολογισμό των αποδοχών αδείας κλπ. των αναιρεσιβλήτων εναγόντων έλαβε το 
σύνολο των αποδοχών με βάση την κυμαινόμενη και ανώτερη του βασικού ημερομισθίου αμοιβή 
απόδοσης, δηλ. τις πλήρεις αποδοχές, αλλά του τελευταίου τριμήνου πριν από την λήψη της 
αδείας, προέβη δηλ. κατά την σύγκριση των αποδοχών κλπ. αδείας ως μίας ενότητας σε 
επιλεκτική εφαρμογή και της ρύθμισης του αρθ. 3 α.ν. 539/1945 και των διατάξεων του ως 
άνω Κανονισμού και δη του αρθ. 35 αυτού, παραβίασεν ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού 
δικαίου διατάξεις και επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος 
αναίρεσης από το αρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ν' αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση, 
να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που 
εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές 
(άρθ.580§3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι σε μέρος των δικαστικών εξόδων 
της αναιρεσείουσας κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 

Αναιρεί την 622/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό 
μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος τούτο στο ως άνω 
δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που 
ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια ευρώ (2.300).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2011. 

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                     Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ 




29 Ιουλίου 2011

ΡΕ ΕΙΣΤΕ ΝΤΕΝΕΚΕΔΕΣ ΞΕΓΑΝΩΤΟΙ»


ΡΕ ΕΙΣΤΕ ΝΤΕΝΕΚΕΔΕΣ ΞΕΓΑΝΩΤΟΙ»


«ΡΕ ΕΙΣΤΕ ΝΤΕΝΕΚΕΔΕΣ ΞΕΓΑΝΩΤΟΙ»
Η φράση ανήκει στον Ευάγγελο Γιαννόπουλο και αφιερώνεται όπου δει.

To νομοσχέδιο για την Ανώτατη Παιδεία , εκτιμάται  ότι θα αποτελέσει την τελική αφορμή για μια ανεξέλεγκτη κοινωνική έκρηξη στις αρχές του φθινοπώρου, αφού η κοινωνική αναταραχή είναι ορατή πλέον σε όλους, με την φρικτή οικονομική κατάσταση που έχει δημιουργηθεί συνεπεία της εφαρμογή του Μνημονίου ,στην Ελληνική Οικογένεια. Όμως οι μέχρι σήμερα κινητοποιήσεις παρά την ένταση και την σφοδρότητα των συγκρούσεων τους είχαν χαρακτηριστικά περιορισθεί στους εργαζόμενους και συνταξιούχους ,χωρίς να είναι έντονα φανερή η κινητοποίηση της νεολαίας.
Φαίνεται όμως πώς η Κυβέρνηση θέλησε να προσθέσει και αυτήν την σημαντική ομάδα την νεολαία, στις μελλοντικές κινητοποιήσεις του Φθινοπώρου κι έτσι έσπευσε να καταθέσει το υπό ψήφιση νομοσχέδιο, που θα οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια σε ανατροπή του υπάρχοντος σκηνικού και σε πολύ σύντομες σοβαρές  εξελίξεις, ακόμη και εκλογές.
Βέβαια η ίδια η Κυβέρνηση «επιδιώκει» με «αυτογκόλ» φαίνεται μανιωδώς την αναταραχή της Ελληνικής Κοινωνίας και έτσι «προσπαθεί»  να ματαιώσει με κάθε τρόπο την προσπάθεια της στον οικονομικό τομέα. Πως μπορεί να εξηγήσει κανείς το καλοκαιρινό ξεσήκωμα των ταξιτζήδων, με άμεση συνέπεια να υποστεί ανεπανόρθωτο πλήγμα ο τουρισμός. Μόνο συμπεριφορά «παιδικού θιάσου» και όχι υπεύθυνης Κυβέρνησης δικαιολογεί την προχειρότητα αντιμετώπισης των ζητημάτων, έτσι λησμονήθηκαν οι αγώνες και οι θυσίες της φοιτητικής νεολαίας της δημοκρατικής παράταξης για την παιδεία και αποφασίστηκε καταστροφή του Ελληνικού Πανεπιστημίου, του πιο σταθερού δημοκρατικού θεσμού της μεταπολίτευσης, με τη μετατροπή των πανεπιστημίων σε ημι-ιδιωτικά κολέγια (και δη χρηματοδοτούμενα από το κράτος), την κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου και -επί της ουσίας- των ακαδημαϊκών ελευθεριών, διά της προβλεπόμενης εκκαθάρισης όσων πανεπιστημιακών που δεν είναι αρεστοί στους ιδιώτες επιχειρηματίες που θα στελεχώσουν τα όργανα διοίκησης των (τύποις κρατικών) ιδρυμάτων. Αυτή είναι μια εξέλιξη που ικανοποιεί πάγια αιτήματα «των ανθρώπων της επιχειρηματικότητας» που δεν κατάφεραν να ανατρέψουν μέχρι σήμερα την Συνταγματική διάταξη του άρθρου 16 του Συντάγματος, πράγμα που γίνεται τώρα από την πίσω πόρτα με το υπό ψήφιση νομοσχέδιο
Σημειώνεται ότι οι παρεμβάσεις στη Ανωτάτη Εκπαίδευση οδήγησαν πάντοτε μετά την Μεταπολίτευση σε σημαντικές ανατροπές και κινητοποιήσεις:
Τέσσερις νόμοι είναι οι σημαντικότεροι στην τριτοβάθμια εκπαίδευση από το '74 και μετά:
1) Ο νόμος πλαίσιο 815/ 1980 από την κυβέρνηση του  Κωνσταντίνου Καραμανλή ο οποίος αν και ψηφισμένος ανατράπηκε από το μαζικό φοιτητικό κίνημα
2) Ο νόμος πλαίσιο 1268/1982 για τα ΑΕΙ από την κυβέρνηση τουA.Παπανδρέου και 1404 το '83 για τα ΤΕΙ. Ο νόμος αυτός θεωρήθηκε μεγάλη κατάκτηση, κυρίως λόγω κατάργησης της Εδρας και της  δημιουργίας του Τομέα και της δημοκρατικής οργάνωσης του Πανεπιστημίου. Ο νόμος αυτός και φιλοσοφία του  ανατρέπεται πλήρως με το υπό ψήφιση νομοσχέδιο .
3) Ο νόμος πλαίσιο 2083/1992. Λόγω του μαζικού κινήματος στην εκπαίδευση (καταλήψεις ‘91-'92) ο νόμος του Σουφλιά ποτέ δεν εφαρμόστηκε.
4) Ο νόμος πλαίσιο 3549/2007 ο λεγόμενος νόμος Γιανάκου. Το φοιτητικό κίνημα έχει ήδη δώσει ένα μεγάλο και μαζικό αγώνα για την ανατροπή του.
 Το υπό ψήφιση νομοσχέδιο, όπως εξειδικευμένοι νομικοί έχουν κρίνει είναι εμφανώς «κακότεχνο» ή μάλλον «νομική καρικατούρα» που αγνοεί την πανεπιστημιακή πραγματικότητα και επιδιώκει την πιο αυταρχική διοίκηση και την παλινόρθωση της «έδρας», αγνοεί την πλούσια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας με επί πλέον χαρακτηριστικά :την άρση του αυτοδιοίκητου, την πλήρη κομματικοποίηση της ανώτατης εκπαίδευσης, την κατακόρυφη μείωση της χρηματοδότησης, έχει ήδη προκαλέσει αντιδράσεις. Όλες οι σύγκλητοι και οι πρυτάνεις είναι αρνητικές, ενώ συγκαλούνται ακαδημαϊκά όργανα, γενικές συνελεύσεις συλλόγων καθηγητών, ενώ ήδη βγήκαν οι πρώτες αποφάσεις ανυπακοής. Τμήματα δηλώνουν ότι δεν θα εφαρμόσουν το νόμο ακόμα κι αν ψηφιστεί .
Ήδη η πανεπιστημιακή Κοινότητα ετοιμάζεται για κινητοποιήσεις η ένταση των οποίων δεν θα έχει προηγούμενο. Είναι απολύτως φυσικό αυτό αφού, οι βασικοί θεσμοί που οι αγώνες των φοιτητών κατέχτησαν ανατρέπονται δηλαδή το άσυλο, η αυτοδιοίκηση του Πανεπιστήμιου, η πραγματική δωρεάν Παιδεία συγκεκριμένα: 
1.- Καταργείται το θεσμοθετημένο άσυλο  και γίνεται ζήτημα της διοίκησης του Πανεπιστημίου καθώς στο νομοσχέδιο αναφέρεται ότι «η ακαδημαϊκή ελευθερία στην έρευνα και τη διδασκαλία καθώς και η ελεύθερη διακίνηση ιδεών τηρούνται με ευθύνη του πρύτανη, ενώ κάθε Πανεπιστήμιο ορίζει τη διαδικασία διαφύλαξης της ακαδημαϊκής του ελευθερίας». Μετά το 2014-15 τέλος η διανομή με δαπάνη Δημοσίου, αρχίζει το ηλεκτρονικό σύγγραμμα. Μέχρι το 2013-14 συντάσσεται κατάλογος με ένα προτεινόμενο σύγγραμμα ανά υποχρεωτικό ή επιλεγόμενο μάθημα. Καταργείται η υποχρέωση του κράτους να παρέχει την ανώτατη εκπαίδευση σε κάθε Έλληνα πολίτη που το επιθυμεί. Αφού δεν μπόρεσε να περάσει την αναθεώρηση του αρ. 16, η κυβέρνηση προσπαθεί μ’ αυτό τον τρόπο να αποποιηθεί τη χρηματοδότηση της ανώτατης εκπαίδευσης και απ’ την υποχρέωσή της να παρέχει δωρεάν σπουδές.


2. Ένας  καινούργιος θεσμός που θα καταλύσει πλήρως την αυτοδιοίκηση των ΑΕΙ είναι το συμβούλιο που θα διοικεί το ίδρυμα, με υπερεξουσίες. Θα είναι 15μελές με επτά εσωτερικά μέλη εκλεγμένα από το ΔΕΠ, τα οποία θα εκλέγουν επτά εξωτερικά, ενώ θα υπάρχει και ένας εκπρόσωπος φοιτητών. Το συμβούλιο θα εκλέγει τον πρόεδρό του και θα διορίζει τον πρύτανη μετά από διεθνή διαγωνισμό. Έγκριτοι Συνταγματολόγοι  κρίνουν με γνωμοδοτήσεις τους που έχουν δημοσιοποιηθεί, ότι το μέτρο είναι αντισυνταγματικό και επισημαίνουν ότι με αυτό τον τρόπο παραδίδεται η διοίκηση του ιδρύματος σε μία διαρχία (πρόεδρος συμβουλίου και πρύτανης). Το ολιγομελές αυτό όργανο, που δεν είναι εκλεγμένο από το σύνολο της κοινότητας, αποκτά  τεράστιες υπερεξουσίες, αφού έχει συνολικά 17 διαφορετικές αρμοδιότητες, με ακαδημαϊκό, οικονομικό και διοικητικό περιεχόμενο. Δεν θα είναι δηλαδή απλώς ελεγκτικό, αλλά θα ασχολείται με τη χρηματοδότηση, θα διορίζει κοσμήτορες, θα μπορεί να απολύει τον πρύτανη κ.λπ. Επιπλέον θα επιχειρηθεί το δυσκολότερο όλων: να βρουν κοινή συνισταμένη απόψεων ο πρύτανης, το συμβούλιο αλλά και η σύγκλητος, που πλέον είναι ολιγομελής. Έτσι  το όργανο αυτό θυμίζει τον αλήστου μνήμης «Κυβερνητικό Επίτροπο» στα Πανεπιστήμια την εποχή της Χούντας .Είναι ένα όργανο με περιορισμένη δημοκρατική νομιμοποίηση που στερείται και της Ακαδημαϊκής αντίληψης σε μεγάλο αριθμό των μελών του που είναι εξωπανεπιστημιακοί και που ουσιαστικά διοικεί με τους «όρους της αγοράς» το Πανεπιστήμιο!!!!!!!Το όργανο αυτό αντικειμενικά δεν μπορεί να διοικήσει το Πανεπιστήμιο και θα πρέπει να χρησιμοποιήσει αλλά μέσα  ακόμα και την βία για επιβάλει την άποψη του, αφού η Ακαδημαϊκή Κοινότητα δεν θα αναγνωρίσει στην συνείδηση της δηλαδή στην πράξη.-
3. Ζήτω στην παλινόρθωση της Έδρας. Οι νέες βαθμίδες του διδακτικού προσωπικού (ΔΕΠ) που μετά την κατάργηση των λεκτόρων, διακρίνονται σε καθηγητές α' βαθμίδας, αναπληρωτές και επίκουρους. Όλες οι διαδικασίες αλλά και οι αρμοδιότητες, λένε εξειδικευμένοι νομικοί-πανεπιστημιακοί, επιστρέφουν στην παντοδυναμία της έδρας. Όλες οι εξουσίες συγκεντρώνονται στους καθηγητές, οι οποίοι θα μπορούν να ελέγχουν και τις εκλογές των επτά μελών του συμβουλίου. Αντί για την δημοκρατική οργάνωση του Τομέα με την συμμετοχή την ισότιμη όλων των μελών ΔΕΠ τώρα ο παντοκράτορας επιστρέφει ο «αφέντης»  καθηγητής, με την ψήφο του οποίου θα κρίνονται οι πάντες. Αυτό λέγεται δημοκρατική οπισθοδρόμηση. Ακόμα και καθηγητές πολλών ταχυτήτων θα υπάρχουν αφού ο νέος νόμος αφήνει τα προσόντα επιλογής τους στα ΑΕΙ και δεν τα προβλέπει ενιαία.
4. Από Σεπτέμβριο ξεκινούν σαρωτικές συγχωνεύσεις. Με Π.Δ. και ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου και της ΑΔΙΠ θα γίνουν συγχωνεύσεις, κατατμήσεις, μετονομασίες, καταργήσεις ΑΕΙ και σχολών. Προϋποθέσεις: η μη επαρκής κάλυψη στόχων που συνδέονται με την οικονομικοκοινωνική ανάπτυξη της χώρας, ο δυσανάλογα μεγάλος ή μικρός αριθμός φοιτητών ή αποφοίτων κατ' έτος, η μη ύπαρξη επιστημονικών λόγων ύπαρξης μεμονωμένων ΑΕΙ.
Η σχολή καθίσταται ως βασική διοικητική και ακαδημαϊκή μονάδα. Καταργούνται τα τμήματα, δημιουργούνται τα «προγράμματα σπουδών». Κάθε σχολή οργανώνει διαφορετικά προγράμματα σπουδών, απονέμει αντίστοιχα πτυχία. Μπορεί να οργανώνει ενιαίο πρόγραμμα σπουδών στο πρώτο έτος ώστε να εισάγονται οι φοιτητές σε σχολές και να εντάσσονται στα προγράμματα σπουδών μετά το πρώτο έτος. Δυνατότητα ίδρυσης μεταπτυχιακής σχολής και σχολής διά βίου μάθησης και εξ αποστάσεως εκπαίδευσης Η δημιουργία σχολών και η κατάργηση των σημερινών τμημάτων. αποφασίζαμε και διατάσσουμε την διάλυση του Πανεπιστήμιου χωρίς καμιά απολύτως επιστημονική προετοιμασία ,έτσι που φαίνεται ότι μάλλον εξωπανεπιστημιακοι παράγοντες(σκιτζήδες που θα έλεγε ο Γιαννόπουλος) πήραν την απόφαση να διαλύσουν την Ελληνική Παιδεία Πώς μπορείς να δημιουργήσεις σχολή σε πανεπιστήμια με τμήματα διασκορπισμένα σε διαφορετικές πόλεις; Πώς μπορείς να δημιουργήσεις κοινό έτος σπουδών σε κάθε πανεπιστήμιο για να εισαγάγεις τους νέους φοιτητές μετά την κατάργηση των πανελλαδικών εξετάσεων, δημιουργώντας δηλαδή προπαρασκευαστικό έτος;

5.-Τα ΑΕΙ μπορούν να χρηματοδοτούνται από ιδιωτικούς φορείς της Ελλάδας και του εξωτερικού βάσει συμφωνιών και με όρους «που συνάδουν με την αποστολή και τη λειτουργία του ΑΕΙ». Μεταξύ των πόρων: δωρεές από φυσικά ή νομικά πρόσωπα, κληροδοσίες και άλλες χαριστικές παροχές από οποιαδήποτε πηγή, χρηματοδοτήσεις από οποιαδήποτε ιδιωτική πηγή, ημεδαπή ή αλλοδαπή. Σε ό,τι αφορά την εκμετάλλευση κληροδοτημάτων και δωρεών προβλέπεται η θέσπιση (με Π.Δ. αλά fast track) αποκλίσεων από τη σχετική νομοθεσία με σκοπό την απλοποίηση και επιτάχυνση των διοικητικών διαδικασιών. Συγχρόνως ιδρύονται ανώνυμες εταιρείες στα Πανεπιστήμια που θα διαχειρίζονται την περιουσία τους, αλλά και θα αναζητούν πόρους.
 Σημείο αμφισβήτησης αποτελεί και ο τρόπος χρηματοδότησης, ιδιαίτερα σε περίοδο οικονομικής κρίσης, όπου οι περικοπές αγγίζουν ήδη το 50%. Τα πανεπιστήμια, θα ξεκινήσουν αργά ή γρήγορα, λόγω της υποχρηματοδότησης, το κυνήγι του ευρώ. Η θέσπιση μιας ανεξάρτητης αρχής διευρυμένων αρμοδιοτήτων, με παρέμβαση στη χρηματοδότηση, δεν υπάρχει πουθενά στον κόσμο, λένε οι πανεπιστημιακοί. Προφανώς, εκτιμούν ότι το υπουργείο έχει στόχο την περαιτέρω μείωση των κονδυλίων, και των διορισμών. Και γι' αυτό μεταθέτει την ευθύνη του σε «ενδιάμεσο» φορέα, που θα ενεργεί δίκην ανώνυμης εταιρείας, όταν ο ρόλος της ανεξάρτητης αρχής είναι, σε όλο τον κόσμο, η πιστοποίηση της ποιότητας.
6) Το υπουργείο επιχειρεί να διχάσει Πανεπιστήμια-ΤΕΙ, προσφέροντας, δίκην «καρότου», στα τελευταία το δικαίωμα διδακτορικών την ώρα που καταργεί τον καθηγητή εφαρμογών, δηλαδή τη στοιχειώδη ειδικότητα για την ύπαρξη ενός τεχνολογικού ιδρύματος.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ Σε μετωπική σύγκρουση βρίσκονται πλέον το υπουργείο Παιδείας και η πανεπιστημιακή κοινότητα, με τους πρυτάνεις να μπαίνουν σ' έναν σκληρό αγώνα αναμέτρησης δυνάμεων με την ίδια την υπουργό .Το νομοσχέδιο αυτό  είναι κακότεχνο και οπισθοδρομικό σε αντιλήψεις προ του 1940 που έχουν πλήρως ξεπεραστεί από τα νεωτέρα δεδομένα, επαναφέρει τον αυταρχισμό στο Πανεπιστήμιο και θα μπλοκάρει την εκπαιδευτική διαδικασία και θα βγάλει στο δρόμο την νεολαία με κυρίαρχο στοιχείο την απολύτως αντικειμενική αδυναμία να λειτουργήσει το Πανεπιστήμιο ακόμα κι αν το θέλουν οι πανεπιστημιακοί άλλωστε -η παιδεία είναι ο δεύτερος ήλιος των ανθρώπων [Πλάτωνας),φτάνει να θέλουν να βλέπουν.-

«ΘΕΜΙΣΤΟΠΟΛΟΣ»

ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

  ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ -ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΕΝ ΟΨΕΙ   ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ (4...