ΣτΕ. Ολ 1213/2010
Καταχωρήθηκε: 13-05-2010
Μετάδοση σε τηλεοπτική εκπομπή στιγμιοτύπων ληφθέντων με τη μέθοδο της «κρυφής κάμερας» -.
Απορρίφθηκε αίτηση ακυρώσεως εταιρίας που εκμεταλλεύεται ιδιωτικό τηλεοπτικό σταθμό εθνικής εμβέλειας κατά αποφάσεως του Ε.Σ.Ρ., με την οποία επιβλήθηκαν στο σταθμό, λόγω μεταδόσεως κατά τη διάρκεια δύο εκπομπών στιγμιοτύπων που είχαν ληφθεί με τη μέθοδο της «κρυφής κάμερας», πρόστιμο 100.000 ευρώ για κάθε εκπομπή και κύρωση συνισταμένη στην υποχρέωση μεταδόσεως, κατά την έναρξη τριών συνεχομένων κεντρικών δελτίων ειδήσεων του σταθμού, κειμένου με το οποίο εγνωστοποιείτο η επιβολή του ανωτέρω προστίμου.
(Απόσπασμα - Περίληψη) ... Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή, επί της έννοιας των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 5Α, 9 παρ. 1, 14 παρ. 1 και 2, και 15 του Συντάγματος, των άρθρων 8 παρ. 1 και 10 της Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), καθώς και των άρθρων 3 του ν. 2328/1995 και των διατάξεων των Κανονισμών 1/1991 και 2/1991 του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης (Ε.Σ.Ρ.), έγιναν δεκτά, κατά πλειοψηφία, τα εξής: Το άρθρο 14 παρ. 1 του Συντάγματος (βλ. συναφώς και το άρθρο 10 της Ε.Σ.Δ.Α) κατοχυρώνει την ελευθερία εκφράσεως, βασική εκδήλωση της οποίας αποτελεί το δικαίωμα του καθενός να διαδίδει μέσω του τύπου, της ραδιοφωνίας και της τηλεοράσεως ειδήσεις, σχόλια και απόψεις (δικαίωμα του πληροφορείν). Με την αυτή συνταγματική διάταξη, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος, κατοχυρώθηκε, εξ άλλου, ως αναγκαίο λογικώς παρακολούθημα του δικαιώματος του πληροφορείν, το δικαίωμα του καθενός να ενημερώνεται τακτικά, ελεύθερα και από κάθε διαθέσιμη πηγή για κάθε θέμα που τον ενδιαφέρει, το τελευταίο δε τούτο δικαίωμα (δικαίωμα στην πληροφόρηση) κατοχυρώνεται ήδη και ρητώς στο άρθρο 5Α παρ. 1 του Συντάγματος. Όπως ευθέως συνάγεται από τις προμνησθείσες συνταγματικές διατάξεις (βλ. συναφώς και το άρθρο 10 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α.), η άσκηση, τόσο του δικαιώματος του πληροφορείν, όσο και του δικαιώματος στην πληροφόρηση τελεί υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως, μεταξύ άλλων, των κανόνων δικαίου που κατοχυρώνουν δικαιώματα και ελευθερίες άλλων. Η εφαρμογή των τελευταίων αυτών κανόνων μπορεί, επομένως, να δικαιολογήσει περιορισμούς στην άσκηση του δικαιώματος του πληροφορείν και του δικαιώματος στην πληροφόρηση, τούτο, όμως, υπό την προϋπόθεση ότι οι περιορισμοί αυτοί παρίστανται, εν όψει και της κατοχυρουμένης στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας, ως απολύτως αναγκαίοι για την προστασία των δικαιωμάτων και των ελευθεριών τρίτων. Εν όψει των ανωτέρω, περιορισμοί στην άσκηση του δικαιώματος του πληροφορείν και του δικαιώματος στην πληροφόρηση μπορεί να δικαιολογηθούν και στην περίπτωση που οι περιορισμοί αυτοί παρίστανται ως απολύτως αναγκαίοι για την προστασία του δικαιώματος τρίτου προσώπου στο σεβασμό της ιδιωτικής ζωής του, το δικαίωμα δε τούτο κατοχυρώνεται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 του Συντάγματος (βλ. και άρθρο 8 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α.) και καλύπτει, πλην άλλων, το δικαίωμα του προσώπου να προστατεύει την εικόνα του, ως στοιχείο ουσιώδες για τη συγκρότηση της προσωπικότητάς του (πρβλ., περί του δικαιώματος προστασίας της εικόνας του προσώπου ως ιδιαίτερης εκφάνσεως του δικαιώματος στο σεβασμό της ιδιωτικής ζωής, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, αποφάσεις της 21.2.2002, Schüssel κατά Αυστρίας, της 24.6.2004, Von Hannover κατά Γερμανίας και της 11.1.2005, Sciacca κατά Ιταλίας). Κατά το μέρος, ειδικώς, που αφορά στην τηλεόραση, το Κράτος, στο οποίο ανατίθεται, με το άρθρο 15 παρ. 2 του Συντάγματος, ο άμεσος έλεγχος των ραδιοτηλεοπτικών μέσων, οφείλει να ελέγχει την τήρηση, εκ μέρους των ασκούντων μέσω της τηλεοράσεως το δικαίωμα του πληροφορείν, της κατά τα ανωτέρω υποχρεώσεώς τους να σέβονται, κατά την άσκηση του δικαιώματός τους, τα δικαιώματα των άλλων, περιλαμβανομένου και του δικαιώματος του καθενός στο σεβασμό της ιδιωτικής ζωής του, δεδομένου, μάλιστα, ότι ο άμεσος έλεγχος του Κράτους επί της τηλεοράσεως σκοπεί, μεταξύ άλλων, κατά τη ρητή πρόβλεψη του άρθρου 15 παρ. 2 του Συντάγματος, στη διασφάλιση του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, στην αποτελεσματική προάσπιση της οποίας σκοπεί και η συνταγματική κατοχύρωση των επί μέρους ατομικών δικαιωμάτων και, κατ�εξοχήν, του δικαιώματος του καθενός να απαιτεί σεβασμό της ιδιωτικής ζωής του. Μέσο ασκήσεως του ως άνω ελέγχου από το Κράτος της ασκήσεως του δικαιώματος του πληροφορείν εντός των ορίων που επιβάλλει η ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων των τρίτων αποτελεί, πλην άλλων, το θεσπιζόμενο στο άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 2328/1995 σύστημα επιβολής διοικητικών κυρώσεων, η αρμοδιότητα της επιβολής των οποίων ανατίθεται ήδη από Σύνταγμα κατ�αποκλειστικότητα στο Ε.Σ.Ρ. Η καταγραφή, εξ άλλου, με κρυφά μέσα, εικόνας, η οποία έχει ως κύριο ή ως μοναδικό θέμα συγκεκριμένο πρόσωπο, συνιστά, κατ�αρχήν, προσβολή του δικαιώματος του προσώπου τούτου επί της εικόνας του, το δικαίωμα δε αυτό προστατεύεται, κατά τα ήδη εκτεθέντα, από τα άρθρα 9 παρ. 1 του Συντάγματος και 8 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., ως ιδιαίτερη έκφανση του δικαιώματος στο σεβασμό της ιδιωτικής ζωής. Επομένως, η μετάδοση δια της τηλεοράσεως ειδήσεως, της οποίας αποκλειστική ή κύρια πηγή αποτελεί εικόνα συγκεκριμένου προσώπου, καταγραφείσα με κρυφά μέσα, δεν μπορεί, κατ�αρχήν, να θεωρηθεί ως θεμιτή άσκηση του δικαιώματος του πληροφορείν, εφ�όσον η μεταδιδόμενη είδηση έχει ληφθεί υπό συνθήκες που στοιχειοθετούν προσβολή του δικαιώματος τρίτου επί της εικόνας του. Ως εκ τούτου, η μετάδοση της εν λόγω ειδήσεως μπορεί, κατ�αρχήν, να δικαιολογήσει την επιβολή από το Ε.Σ.Ρ. διοικητικής κυρώσεως από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 2328/1995. Είναι, εν τούτοις, δυνατόν να κριθεί από το Ε.Σ.Ρ., κατόπιν ειδικής και πλήρως αιτιολογουμένης σταθμίσεως, ότι η μετάδοση ειδήσεως, με αποκλειστική ή κύρια πηγή εικόνα, καταγραφείσα με κρυφά μέσα, συνιστά θεμιτή άσκηση του δικαιώματος του πληροφορείν, επειδή ο προερχόμενος από τη μετάδοση της συγκεκριμένης ειδήσεως περιορισμός του δικαιώματος του εικονιζόμενου προσώπου επί της εικόνας του δικαιολογείται, εν όψει και της ιδιότητος του προσώπου τούτου, λόγω της συμβολής της μεταδοθείσης ειδήσεως σε συζήτηση γενικού ενδιαφέροντος (πρβλ. συναφώς την προμνησθείσα απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου επί της υποθέσεως Von Hannover, ιδίως §§ 60 και επ.). Στην περίπτωση, όμως, κατά την οποία η μετάδοση της ως άνω ειδήσεως θεωρείται, για τους εκτεθέντες λόγους, ως θεμιτή άσκηση του δικαιώματος του πληροφορείν, τούτο δεν σημαίνει, άνευ ετέρου, ότι καθίσταται θεμιτή και η μετάδοση από την τηλεόραση της εικόνας που κατεγράφη με κρυφά μέσα και συνιστά την πηγή της θεμιτώς μεταδοθείσης ειδήσεως. Τούτο δε διότι η μετάδοση από την τηλεόραση της εικόνας που ελήφθη με κρυφά μέσα αποτελεί περιορισμό του συνταγματικώς προστατευομένου δικαιώματος του εικονιζομένου προσώπου επί της εικόνας του, κατά πολύ εντονότερο του περιορισμού που συνιστά για το εν λόγω δικαίωμα η απλή μετάδοση της ειδήσεως που έχει ως πηγή την επίμαχη, κρυφίως ληφθείσα εικόνα. Κατά συνέπεια, ο εντονότερος αυτός περιορισμός του δικαιώματος του εικονιζομένου προσώπου επί της εικόνας του μπορεί να θεωρηθεί ως θεμιτή άσκηση του δικαιώματος του πληροφορείν, μόνον εάν το Ε.Σ.Ρ. θεωρήσει, κατόπιν ειδικής και πλήρως αιτιολογουμένης κρίσεως, ότι η θεμιτή, για τους εκτεθέντες λόγους, μετάδοση της συγκεκριμένης ειδήσεως είναι απολύτως αδύνατη ή ιδιαιτέρως δυσχερής χωρίς την μετάδοση της εικόνας που ελήφθη με κρυφά μέσα και αποτελεί την πηγή της ειδήσεως. Υπό το φως δε των ανωτέρω αρχών, συναγομένων από τις μνημονευθείσες διατάξεις του Συντάγματος και της Ε.Σ.Δ.Α., είναι ερμηνευτέες και οι νομοθετικές και κανονιστικές ρυθμίσεις που παρατίθενται στην προηγούμενη σκέψη. Κατά την ειδικότερη, εξ άλλου, γνώμη ορισμένων συμβούλων και ενός παρέδρου, η χρησιμοποίηση, κατά τ�ανωτέρω, κρυφού μέσου για την, εν αγνοία ορισμένου προσώπου, απόσπαση οπτικού ή ηχητικού υλικού της ιδιωτικής του ζωής και η μετάδοση, με τον τρόπο αυτό, σχετικών ειδήσεων, συνιστά ευθεία προσβολή της ανθρώπινης αξίας, καθώς υποβιβάζει το συγκεκριμένο πρόσωπο από υποκείμενο της εννόμου τάξεως και των κοινωνικών σχέσεων σε απλό μέσον για την επιδίωξη ασύνδετων προς την βούλησή της σκοπών. Εφ�όσον δε κατά την αυτή, γνώμη η προστασία της ανθρώπινης αξίας, η οποία, κατά το Σύνταγμα (άρθρα 2 παρ. 1, 15 παρ. 2 και 25 παρ. 1), οριοθετεί τη λειτουργία των ραδιοτηλεοπτικών μέσων, είναι απόλυτη, η κατά τον ανωτέρω τρόπο μετάδοση ειδήσεων είναι, αντιστοίχως, απολύτως απαγορευμένη, μη υποκείμενη, ως εκ τούτου, σε σταθμίσεις με άλλα αγαθά, κινητοποιούσα δε, καθ�εαυτήν, την αρμοδιότητα της οικείας αρχής προς επιβολή κυρώσεων. Τούτο δε, ανεξαρτήτως εάν πρόκειται για μετάδοση μόνο της είδησης ή και του οπτικοακουστικού υλικού, στο οποίο αυτή στηρίχθηκε, του ζητήματος βεβαίως τούτου συνεκτιμωμένου κατά την κρίση της βαρύτητας της παραβάσεως. Τα ανωτέρω, εξ άλλου, δεν μεταβάλλονται στην περίπτωση που η μετάδοση ειδήσεως με τον προεκτεθέντα τρόπο αποκαλύπτει έκνομη συμπεριφορά, ενόσω, πάντως, ο εν λόγω τρόπος δεν εντάσσεται σε θεσμοθετημένη από την έννομη τάξη διαδικασία για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος. Κατά τη γνώμη, όμως, της μειοψηφίας, η κρίση του Ε.Σ.Ρ., με βάση τα μνημονευθέντα κριτήρια, ότι η μετάδοση ειδήσεως με αποκλειστική ή κύρια πηγή εικόνα, καταγραφείσα με κρυφά μέσα, συνιστά θεμιτή άσκηση του δικαιώματος του πληροφορείν, καθιστά επιτρεπτή και τη μετάδοση από την τηλεόραση της πιο πάνω εικόνας. Τούτο δε διότι, ενόψει της ιδιαίτερης φύσεως της τηλεοράσεως, σε σχέση προς τα λοιπά μέσα μαζικής ενημερώσεως, η τηλεοπτική μετάδοση της ειδήσεως συμβαδίζει με την μετάδοση της εικόνας. Τέλος, κατά την άποψη ορισμένων συμβούλων, από καμία συνταγματική διάταξη ή αρχή δεν απορρέει η κατ�ουσίαν απόλυτη απαγόρευση μεταδόσεως της εικόνας προσώπου, όπως την δέχεται η κρατήσασα γνώμη. Βεβαίως, η εικόνα του προσώπου, ως στοιχείο της προσωπικής του ζωής, καλύπτεται από την συνταγματικά κατοχυρωμένη αξίωση κάθε προσώπου για το, κατ�αρχήν, απαραβίαστο της προσωπικής ζωής του. Η αξίωση, όμως, αυτή δεν είναι απόλυτη, αλλά διαβαθμίζεται σε κατηγορίες, ανάλογες προς την ιδιότητα του προσώπου και τον χώρο, όπου λαμβάνει χώρα η αποτύπωση της προς μετάδοση εικόνας. Έτσι, για τους ιδιώτες, πρέπει να θεωρηθεί ότι υπάρχει απόλυτη προστασία από την ακούσια λήψη της εικόνας ή εάν η λήψη της εικόνας γίνεται για την πρόληψη αξιόποινης πράξης σε δημόσιο χώρο. Για τα δημόσια πρόσωπα, η προστασία είναι μικρότερη. Τα δημόσια πρόσωπα, όπως είναι τα πολιτικά πρόσωπα, εξ ορισμού εκτίθενται στη δημοσιότητα, ενίοτε δε, επιλεκτικά, την επιδιώκουν. Η επιδίωξη αυτή δεν είναι χωρίς συνέπειες. Δημιουργεί αντίστοιχη, εύλογη και εντός ορίων, επιδίωξη των μέσων ενημερώσεως και του κοινού για την προβολή στοιχείων της ζωής τους, που συνάπτονται, καθ�οιονδήποτε τρόπο, με τις δημόσιες δραστηριότητές τους. Για τα πρόσωπα αυτά, υπάρχει, όπως και για τους ιδιώτες, απόλυτη προστασία της εικόνας τους στον ιδιωτικό χώρο τους, καθώς και σε δημόσιο χώρο, προσιτό στο κοινό, όταν τα πρόσωπα αυτά έχουν, στον δημόσιο χώρο, υπαίθριο ή κλειστό, προσωπικές ή οικογενειακές στιγμές. Όταν, όμως, τα πρόσωπα αυτά δεν διατελούν, σε δημόσιο χώρο, στις ανωτέρω συνθήκες ή όταν, πολλώ μάλλον, ενεργούν κατά τρόπο που, δικαιολογημένα, μπορεί να ενδιαφέρει το κοινωνικό σύνολο, όπως στην περίπτωση που επιδεικνύουν συμπεριφορά αντίθετη προς εκείνη που επιβάλλει ο συγκεκριμένος δημόσιος ρόλος τους ή αντίθετη προς την εικόνα, που εκείνα προβάλλουν για τον εαυτό τους, τότε το δικαίωμα στην πληροφόρηση και το δικαίωμα του πληροφορείν μπορεί να δικαιολογήσει την ακούσια λήψη της εικόνας τους και την προβολή από τα μέσα ενημερώσεως των σχετικών στιγμιοτύπων. [πρβλ. ΕΔΔΑ, Krone κατά Αυστρίας (26-2-2002), Plon κατά Γαλλίας (18-5-2004), von Hannover κατά Γερμανίας (24-6-2004), Ρεκλός κατά Ελλάδος (15-1-2009), House of Lords (M.B.) Campbell κατά MGN (6-4-2004)]. Ειδικότερα, η καταγραφή της εικόνας προσώπου είναι σύμφυτη με την έννοια της τηλεοράσεως. Δεν νοείται να ρυθμίζεται, και, επομένως, να κατοχυρώνεται συνταγματικά, ο τρόπος λειτουργίας μέσου ενημερώσεως, όπως η τηλεόραση, αλλά αυτό να λειτουργεί με τον τρόπο λειτουργίας άλλου μέσου ενημερώσεως, όπως το ραδιόφωνο. Διότι ειδησεογραφική τηλεόραση με απλή εμφάνιση του εκφωνητή των ειδήσεων, χωρίς τηλεοπτική αναμετάδοση στιγμιοτύπων, που περιλαμβάνουν και την εν δράσει εικόνα δημοσίων προσώπων, κατ�ουδέν διαφέρει στην ουσία από την ραδιοφωνική μετάδοση ειδήσεων. Είναι διαφορετικό το ζήτημα μεταδόσεως εικόνων δημοσίων προσώπων σε περιπτώσεις άλλες από τις, κατά τα ανωτέρω, θεωρούμενες ως επιτρεπόμενες. Εκεί, ασφαλώς, η αναμετάδοση απαγορεύεται και το ίδιο το Σύνταγμα προβλέπει τις κυρώσεις (βλ., μεταξύ άλλων, τις παρ. 5, 6 και 7 του άρθρου 14). Στις κατά τα ανωτέρω, όμως, επιτρεπόμενες περιπτώσεις προβολής της εικόνας δημοσίων προσώπων, το τεκμήριο, κατά τη στάθμιση μεταξύ του δικαιώματος στην πληροφόρηση και την δημόσια διαφάνεια αφ�ενός και στην προστασία της εικόνας αφ�ετέρου, είναι υπέρ του επιτρεπτού της μεταδόσεως της ακουσίως ληφθείσης εικόνας. Η κρατήσασα γνώμη αναγορεύει την προστασία της εικόνας σε απόλυτο αγαθό, χωρίς να υπάρχει σχετική συνταγματική πρόβλεψη, και καθιστά το συνταγματικό κανόνα του επιτρεπτού της αναμεταδόσεως εικόνας, αν η αναμετάδοση δεν παραβιάζει άλλες συνταγματικές διατάξεις, εξαίρεση, υπό άκρως αυστηρές προϋποθέσεις επιτρεπόμενη. Υπό τα δεδομένα αυτά, η Ολομέλεια του Δικαστηρίου αποφάσισε ότι η κρίση του Ε.Σ.Ρ., κατά την οποία συνιστά παράβαση των κανόνων που διέπουν τη λειτουργία των ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών η μετάδοση, κατά τη διάρκεια των εκπομπών, εικόνων οι οποίες ελήφθησαν με κρυφά μέσα και έχουν ως κύριο θέμα τον παρεμβαίνοντα στη δίκη, και συνακόλουθα η προσβαλλόμενη πράξη, αιτιολογούνται νομίμως και επαρκώς. Απέρριψε δε τους περί του αντιθέτου προβληθέντες ισχυρισμούς, καθώς και τους λόγους περί παράβασης των αρχών δεοντολογίας του δημοσιογραφικού επαγγέλματος και της αρχής της αναλογικότητας.
ΝΟΜΙΚΗ ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ- ΜΕΛΕΤΕΣ-ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ- ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΡΓΥΡΟΣ (c) argyros.office@gmail.com
22 Μαΐου 2010
ΣτΕ: Μη νόμιμη η ίδρυση τεσσάρων νέων Εφετείων
ΣτΕ: Μη νόμιμη η ίδρυση τεσσάρων νέων Εφετείων
Μη νόμιμα έκρινε το Ε' Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας με τις υπ' αριθμόν 74 έως 77/2010 γνωμοδοτήσεις τα τέσσερα σχέδια Προεδρικών Διαταγμάτων του υπουργείου Δικαιοσύνης για την ίδρυση ισάριθμων νέων Εφετείων στη χώρα.
Μη νόμιμα έκρινε το Ε' Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας με τις υπ' αριθμόν 74 έως 77/2010 γνωμοδοτήσεις τα τέσσερα σχέδια Προεδρικών Διαταγμάτων του υπουργείου Δικαιοσύνης για την ίδρυση ισάριθμων νέων Εφετείων στη χώρα.
10 Μαΐου 2010
ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΣΥΜΦΕΡΟΝ ΚΑΙ ΤΑ ΜΕΤΡΑ ΤΟΥ ΔΝΤ
Το άρθρο 25 του ισχύοντος Συντάγματος, προβλέποντας ρητά την αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου, αναγνωρίζει, την αρχή του κράτους δικαίου. Έχει διαμορφωθεί εν τω μεταξύ νομολογιακά η αρχή της εμπιστοσύνης στις πράξεις της Διοικήσεως και καθιερώθηκε κατά την αναθεώρηση του 2001 η αρχή της αναλογικότητας. Η αρχή του κράτους δικαίου ανάγεται σε βασική αρχή διασφαλίσεως της νομιμότητας, δηλαδή της τηρήσεως όχι μόνο των νόμων, αλλά της επιδιώξεως αυτής της ιδέας του δικαίου υπό ουσιαστική πλέον έννοια και περιεχόμενο και ενέχει αντίστοιχη θεσμική-συνταγματική εγγύηση.Βασικό όμως χαρακτηριστικό του Κράτους Δικαίου είναι η ισονομία, δηλαδή η ισότητα και ισοτέλεια όλων όσων υπόκεινται στην έννομη τάξη που συγκροτούν οι παραπάνω αρχές και οι ρυθμιστικοί κανόνες συμπεριφοράς, οι οποίοι διέπουν τις σχέσεις των ατόμων, των νομικών προσώπων, μεταξύ τους και έναντι του Κράτους, καθώς επίσης τις πράξεις και γενικότερα την δράση του τελευταίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οργανισμών και κρατικών Αρχών, έναντι των πρώτων.
Βασικές αρχές της διοικητικής δράσης είναι η αρχή της νομιμότητας, το δημόσιο συμφέρον και η προστασία του διοικουμένου. Οι ιδιώτες μπορούν να πράξουν ό,τι δεν απαγορεύεται ενώ η Διοίκηση, μόνο ό,τι επιτρέπεται. Στο κράτος, η έννοια του δημοσίου συμφέροντος συνίσταται στο συμφέρον όλων των μελών της κοινωνίας ως σύνολο αλλά και κάθε ατόμου χωριστά. Το δημόσιο συμφέρον ορίζεται, λοιπόν, ως γενικό, όταν αφορά στο σύνολο των μελών της κοινωνίας και ως ειδικό, όταν αφορά σε επιμέρους κοινωνικές ομάδες (κοινωνικό συμφέρον) ή σε ένα μόνο άτομο (ατομικό συμφέρον). Στο κράτος, τόσο το ατομικό όσο και το κοινωνικό συμφέρον είναι πτυχές του δημοσίου συμφέροντος και ως, εκ τούτου, η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος δεν δύναται να γίνεται σε βάρος συγκεκριμένων ατόμων ή κοινωνικών ομάδων. Αντίστοιχα, δεν νοείται περιορισμός ατομικών, πολιτικών ή κοινωνικών δικαιωμάτων χάριν ενός κάποιου γενικότερου συμφέροντος, παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις υψίστης σημασίας (π.χ. όταν γίνεται πόλεμος, κινδυνος χρεωκοπιας της χωρας ) και πάντοτε με βάση την αρχή της αναλογικότητας Ψηφίστηκε χθες από την Επιτροπή Συνταγματικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου η έκθεση για την προσχώρηση της ΕΕ στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και τις Θεμελιώδεις Ελευθερίες (ΕΣΔΑ). Με την προσχώρηση, παίρνει σάρκα και οστά το αίτημα στη Συνθήκη της Λισαβόνας για τη δημιουργία ισχυρού ευρωπαϊκού συστήματος προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το οποίο μπορεί μέχρι σήμερα να ενσωμάτωνε ήδη το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, αλλά πλέον ενδυναμώνεται, καλύπτοντας σχεδόν το σύνολο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ισχυροποιώντας τη θέση της ΕΕ έναντι τρίτων στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών.
[1] (βλ. ήδη πριν από την αναθεώρηση του Συντάγματος Δ. Τσάτσου, Συνταγματικό Δίκαιο, Β΄, 2η εκδ., 1993, σ. 147 επ., Ευ. Βενιζέλου, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, Ι, 1991, σ. 311 επ.).
ότι οι άνδρες ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ δεν δικαιούνται πρόωρης σύνταξης γήρατος στο πεντηκοστό έτος
Με την υπ' αριθμό 1580/2010 απόφασή της, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε ότι οι άνδρες ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ δεν δικαιούνται πρόωρης σύνταξης γήρατος στο πεντηκοστό έτος της ηλικίας τους, όπως λαμβάνουν οι γυναίκες ασφαλισμένες, σύμφωνα με το άρθρο 27 Ν. 1902/1990. Το συγκεκριμένο άρθρο ορίζει ότι "ασφαλισμένη μητέρα με ανήλικα παιδιά, καθώς και ασφαλισμένη μητέρα με παιδιά οποιασδήποτε ηλικίας που είναι ανίκανα για κάθε βιοποριστική εργασία, η οποία συμπληρώνει το 50ό έτος της ηλικίας και 5.500 τουλάχιστον ημέρες εργασίας, δικαιούνται σύνταξη γήρατος, μειωμένη κατά 1/200 της πλήρους μηνιαίας συντάξεως για κάθε μήνα που λείπει από το 55ο έτος της ηλικίας της, το ποσό της οποίας δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το κάθε φορά κατώτερο όριο συντάξεων". Εν προκειμένω άνδρας υπάλληλος της Γενικής Τράπεζα της Ελλάδος, παντρεμένος με υπάλληλο της Εθνικής Τράπεζας, γεννηθείς το 1951, είχε 7.592 ημέρες εργασίας, δύο ανήλικα παιδιά και ζήτησε το 2001 από το ΙΚΑ να του χορηγηθεί μειωμένη σύνταξη γήρατος, όπως και στις γυναίκες ασφαλισμένες, σύμφωνα με το Ν. 1902/1990. Το ΙΚΑ απέρριψε το αίτημά του με τον ισχυρισμό ότι δεν ισχύει η εν λόγω νομοθετική ρύθμιση για τους πατέρες ασφαλισμένους. Στη συνέχεια ο αιτών προσέφυγε στην Δικαιοσύνη, επικαλούμενος ότι σύμφωνα με το άρθρο 4 του Συντάγματος περί ισότητας των πολιτών, μπορεί η σχετική διάταξη του Ν. 1902/1990 να εφαρμοστεί και στον ασφαλισμένο πατέρα με ανήλικα τέκνα. Η αίτησή του έγινε αρχικά δεκτή από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, αλλά εν συνεχεία απερρίφθη από το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών και την Ολομέλεια του ΣτΕ, που έκρινε ότι η διάταξη του Ν. 1902/1990 που προβλέπει πρόωρη σύνταξη γήρατος για τις γυναίκες που έχουν συμπληρώνει το 50ό έτος της ηλικίας και έχουν ανήλικα παιδιά είναι εξαιρετική και κατά συνέπεια δεν μπορεί να εφαρμοστεί κατ΄ επίκληση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και στους άνδρες ασφαλισμένους.
06 Μαΐου 2010
Ρυθμίσεις του μνημονίου με ΕΕ και ΔΝΤ για δικηγόρους και συμβολαιογράφους
Ρυθμίσεις του μνημονίου με ΕΕ και ΔΝΤ για δικηγόρους και συμβολαιογράφους
Ειδικές ρυθμίσεις που αφορούν και επηρεάζουν το καθεστώς εργασίας των δικηγόρων και συμβολαιογράφων της χώρας περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, το μνημόνιο που υπέγραψε η κυβέρνηση με την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Ειδικότερα, στη συμφωνία προβλέπεται ότι η κυβέρνηση θα προτείνει νομοθεσία για την άρση των περιορισμών σε κλειστά επαγγέλματα συμπεριλαμβανομένων του νομικού επαγγέλματος. Στους προς άρση περιορισμούς συγκαταλέγονται εκείνοι της ελάχιστης αμοιβής, της ουσιαστικής απαγόρευσης διαφήμισης και των γεωγραφικών περιορισμών σχετικά με το που μπορούν οι δικηγόροι να δρουν στην Ελλάδα. Αναφορικά με τους συμβολαιογράφους η κυβέρνηση θα προτείνει να αρθούν οι περιορισμοί της ελάχιστης αμοιβής, του αριθμού των συμβολαιογράφων, των γεωγραφικών περιορισμών σχετικά με το που μπορούν οι συμβολαιογράφοι να δρουν και της ουσιαστικής απαγόρευσης διαφήμισης.
Ειδικές ρυθμίσεις που αφορούν και επηρεάζουν το καθεστώς εργασίας των δικηγόρων και συμβολαιογράφων της χώρας περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, το μνημόνιο που υπέγραψε η κυβέρνηση με την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Ειδικότερα, στη συμφωνία προβλέπεται ότι η κυβέρνηση θα προτείνει νομοθεσία για την άρση των περιορισμών σε κλειστά επαγγέλματα συμπεριλαμβανομένων του νομικού επαγγέλματος. Στους προς άρση περιορισμούς συγκαταλέγονται εκείνοι της ελάχιστης αμοιβής, της ουσιαστικής απαγόρευσης διαφήμισης και των γεωγραφικών περιορισμών σχετικά με το που μπορούν οι δικηγόροι να δρουν στην Ελλάδα. Αναφορικά με τους συμβολαιογράφους η κυβέρνηση θα προτείνει να αρθούν οι περιορισμοί της ελάχιστης αμοιβής, του αριθμού των συμβολαιογράφων, των γεωγραφικών περιορισμών σχετικά με το που μπορούν οι συμβολαιογράφοι να δρουν και της ουσιαστικής απαγόρευσης διαφήμισης.
05 Μαΐου 2010
ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΤΟΥ ΔΝΤ
ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΤΟΥ ΔΝΤ
Αντώνης Αργυρός ,δικηγόρος
Τρίτη, 04 Μαΐου 2010
1.-ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), χαρακτήρισε "πολύ ισχυρά" τα νέα δημοσιονομικά μέτρα που παρουσίασε η κυβέρνηση της Αθήνας για την αντιμετώπιση της κρίσης του χρέους στην Ελλάδα. "Χαιρετίζουμε τα σημαντικά δημοσιονομικά μέτρα που ανακοινώθηκαν σήμερα από τις ελληνικές αρχές. Αποτελούν ένα σύνολο πολύ ισχυρών δημοσιονομικών μέτρων", αναφέρει η Κάρολιν Ατκινσον, εκπρόσωπος του Ταμείου, σε ανακοίνωση της που δόθηκε στη δημοσιότητα στην Ουάσινγκτον. "Η εφαρμογή αυτής της δέσμης μέτρων θα είναι μια κρίσιμη καμπή σε μια διαδικασία που θα διαρκέσει πολλά χρόνια", εκτιμά η κα. Ατκινσον, διευθύντρια εξωτερικών σχέσεων του διεθνούς Οργανισμού. Η ίδια πρόσθεσε ότι το ΔΝΤ είναι έτοιμο να προσφέρει "την τεχνογνωσία του" για να "βοηθήσει τις αρχές στην υλοποίηση των σχεδίων τους".
Όμως τα μέτρα περικοπών επιδομάτων ,μισθού ,συντάξεων και του περιορισμού των συλλογικών συμβάσεων εργασίας είναι αντισυνταγματικά και έρχονται σε άμεση αντίθεση με την ΕΣΔΑ ,έτσι θα ακυρωθούν από τα δικαστηρια και κάθε περίπτωση έρχονται σε αντίθεση με τις γενικές αρχές του δικαίου, ‘όπως την αρχη της αναλογικότητας: ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ:
Ι.-Το άρθρο 22 του συντάγματος αναφέρεται
«1. Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού. Όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας.
2. Με νόμο καθορίζονται οι γενικοί όροι εργασίας, που συμπληρώνονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας συναπτόμενες με ελεύθερες διαπραγματεύσεις και, αν αυτές αποτύχουν, με τους κανόνες που θέτει η διαιτησία.
3. Νόμος ορίζει τα σχετικά με τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας από τους δημόσιους υπαλλήλους και τους υπαλλήλους οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.
4. Οποιαδήποτε μορφή αναγκαστικής εργασίας απαγορεύεται. Ειδικοί νόμοι ρυθμίζουν τα σχετικά με την επίταξη προσωπικών υπηρεσιών σε περίπτωση πολέμου ή επιστράτευσης ή για την αντιμετώπιση αναγκών της άμυνας της Χώρας ή επείγουσας κοινωνικής ανάγκης από θεομηνία ή ανάγκης που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία, καθώς και τα σχετικά με την προσφορά προσωπικής εργασίας στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης για την ικανοποίηση τοπικών αναγκών.
5.Το Κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει.
Ερμηνευτική δήλωση: Στους γενικούς όρους εργασίας περιλαμβάνεται και ο προσδιορισμός του τρόπου και του υπόχρεου είσπραξης και απόδοσης στις συνδικαλιστικές οργανώσεις της συνδρομής των μελών τους που προβλέπεται από τα καταστατικά τους».
Όμως τα μέτρα περικοπών επιδομάτων ,μισθού ,συντάξεων και του περιορισμού των συλλογικών συμβάσεων εργασίας είναι αντισυνταγματικά και έρχονται σε άμεση αντίθεση με την ΕΣΔΑ ,έτσι θα ακυρωθούν από τα δικαστηρια και κάθε περίπτωση έρχονται σε αντίθεση με τις γενικές αρχές του δικαίου, ‘όπως την αρχη της αναλογικότητας: ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΑ:
Ι.-Το άρθρο 22 του συντάγματος αναφέρεται
«1. Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού. Όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας.
2. Με νόμο καθορίζονται οι γενικοί όροι εργασίας, που συμπληρώνονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας συναπτόμενες με ελεύθερες διαπραγματεύσεις και, αν αυτές αποτύχουν, με τους κανόνες που θέτει η διαιτησία.
3. Νόμος ορίζει τα σχετικά με τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας από τους δημόσιους υπαλλήλους και τους υπαλλήλους οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.
4. Οποιαδήποτε μορφή αναγκαστικής εργασίας απαγορεύεται. Ειδικοί νόμοι ρυθμίζουν τα σχετικά με την επίταξη προσωπικών υπηρεσιών σε περίπτωση πολέμου ή επιστράτευσης ή για την αντιμετώπιση αναγκών της άμυνας της Χώρας ή επείγουσας κοινωνικής ανάγκης από θεομηνία ή ανάγκης που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία, καθώς και τα σχετικά με την προσφορά προσωπικής εργασίας στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης για την ικανοποίηση τοπικών αναγκών.
5.Το Κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει.
Ερμηνευτική δήλωση: Στους γενικούς όρους εργασίας περιλαμβάνεται και ο προσδιορισμός του τρόπου και του υπόχρεου είσπραξης και απόδοσης στις συνδικαλιστικές οργανώσεις της συνδρομής των μελών τους που προβλέπεται από τα καταστατικά τους».
ΙΙ.Η ΣΥΜΒΑΣΗ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ:
1.Το άρθρο 1 του πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (1 ΠΠ) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/Ί974 (ΦΕΚ Α 259), ορίζει τα εξής:«Παν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμενοι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέση εν ισχύϊ νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρυθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρου ή άλλων εισφορών ή προστίμων».
1.Το άρθρο 1 του πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (1 ΠΠ) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/Ί974 (ΦΕΚ Α 259), ορίζει τα εξής:«Παν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμενοι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός κράτους όπως θέση εν ισχύϊ νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρυθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρου ή άλλων εισφορών ή προστίμων».
2.Κατά την έννοια των προπαρατιθέμενων διατάξεων, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 22του Συντάγματος, έχουν αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των κοινών νόμων (Ολ.ΣτΕ 542/1999, ΕΔΚΑ 1999 σελ. 337, Ολ. Α.Π. 40/1998,ΕΔΚΑ 1999 σελ. 138, Ολ.Ελ.Συν. 2274/1997, ΕΔΚΑ 1998 σελ. 323), οι παροχές κοινωνικής ασφάλισης , στις οποίες περιλαμβάνονται και οι απαιτήσειςγια συντάξεις, αποτελούν περιουσιακό δικαίωμα που προστατεύεται από τις διατάξεις αυτές (βλ. Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου -ΕΔΔΑ, Απόφ. Της 16/9/1996, υπόθεση : Gaygusuz κατά Αυστρίας, ΕΔΚΑ 1997σελ. 11 επ., Απόφ. Της 20/6/2002, υπόθεση Αζίνας κατά Κυπριακής Δήμοκρατίας, ΕΔΚΑ 2002 σελ. 896 επ., Ολ.ΕΣ 864/2002, ΕΔΚΑ 2002 σελ. 845 επ.). Οι ως άνω παροχές υπόκεινται δε σε περιορισμούς μόνο για λόγους δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι όμως πρέπει να βρίσκονται σε μία δίκαιη ισορροπία προς τα θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (βλ. τις ίδιες ως άνω αποφάσεις του ΕΔΔΑ και του ΕΣ, καθώς και Μητσόπουλου : Η προστασία των περιουσιακών δικαιωμάτων κατ' άρθρο 1 του 1ου ΠΠ της Σύμβασης της Ρώμης, του έτους 1987 σελ. 228 επ.). Για το σκοπό αυτό πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και οι συνέπειες που θα έχει για τον ασφαλισμένο και την οικογένεια του ο περιορισμός ή η στέρηση της συντάξεως του , σε περίπτωση μάλιστα που αυτοί δεν έχουν άλλο μέσο βιοπορισμού (βλ. και απόφαση ΕΔΔΑ της υπόθεσης Αζίνας, ως άνω).
Εξάλλου, από τις ίδιες διατάξεις του άρθρου 1 του 1ου ΠΠ της ΕΔΣΑ - που κατοχυρώνουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου - καλύπτονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεγενημένης κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά. Τέτοιες είναι κατά το Ελληνικό δίκαιο και οι απαιτήσεις από αδικοπραξία για την καταβολή αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 57, 59, 932 του ΑΚ ή άλλες ειδικές διατάξεις (βλ. και Ολ. Α.Π. 40/1998, ένθα ανωτέρω και την αναφερόμενη σ' αυτή πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ). Η στέρηση δε των ενοχικών δικαιωμάτων χωρεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό την προϋπόθεση της καταβολής αποζημιώσεως (Ολ.Α.Π. 33/2002, ΕΔΚΑ 2003 σελ. 214). Αξίζει, να σημειωθεί ότι κατά τον έλεγχο της συμβατότητας της κρατικής επέμβασης με το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου το ΕΔΑΔ δεν εξετάζει μόνο εάν το μέτρο είναι πρόσφορο, ικανό και αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, αλλά και εάν τηρεί τη θεμελιώδη αρχή της ασφάλειας δικαίου. Η αρχή αυτή αποτελεί ειδικότερη έκφανση της αρχής του κράτους δικαίου, η οποία διατρέχει το σύνολο της Συμβάσεως και διακηρύσσεται στο Προοίμιό της ως γενική αρχή της κοινής κληρονομιάς των συμβαλλομένων κρατών. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, "ένα από τα θεμελιώδη στοιχεία της αρχής του κράτους δικαίου είναι η αρχή της ασφάλειας των εννόμων σχέσεων" (απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1999, Brumarescu κατά Ρουμανίας, παραγρ. 61, της 15ης Ιουλίου 2003 Erdei και Wolf κατά Ρουμανίας, της 22ας Ιουλίου 2003 Dickman κατά Ρουμανίας και της 30ης Σεπτεμβρίου 2003, Todorescu κατά Ρουμανίας).Καλύπτονται ακόμη ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς [πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου: Pressos Compania Naviera S.A. κ.ά. κατά Βελγίου (1995) Pine Valley Development κατά Ιρλανδίας (1992) ΟλΑΠ 40/1998]. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 2 ΑΚ, «ο νόμος ορίζει για το μέλλον δεν έχει αναδρομική ισχύ». Παρά ταύτα, δεν υπάρχει στο Σύνταγμα γενική απαγόρευση αναδρομικότητας του νόμου (ΟλΑΠ 1067/1979), αρκεί να μη παραβιάζονται το άρθρο 4 παρ. 1 περί ισότητας και το άρθρο 17 του Συντάγματος περί προστασίας της ιδιοκτησίας (ΟλΑΠ 4 και 7/90). Κατά την παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος, «κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο...».
ΙΙΙ.-Το άρθρο 25 παρ. 1 Συντ., προβλέποντας μετά την αναθεώρηση του 2001 ρητά την αρχή του "κοινωνικού κράτους δικαίου" ως θεμελιώδη αρχή της έννομης τάξης, εδραιώνει κατά τρόπο στέρεο την, ήδη συναγόμενη από πολλές επί μέρους συνταγματικές διατάξεις, αρχή του κράτους δικαίου, η οποία διατρέχει οριζόντια όλη την έννομη τάξη (βλ. ήδη πριν από την αναθεώρηση του Συντάγματος Δ. Τσάτσου, Συνταγματικό Δίκαιο, Β΄, 2η εκδ., 1993, σ. 147 επ., Ευ. Βενιζέλου, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, Ι, 1991, σ. 311 επ.). Από την ενλόγω αρχή συνάγεται σειρά επί μέρους αρχών και κανόνων που αποτελούν εκδήλωσή της και αποβλέπουν στην αποτελεσματικότερη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Έκφανση του κράτους δικαίου είναι πρωτίστως η αρχή της ασφάλειας δικαίου, υπό την έννοια αφενός της σταθερότητας και της προβλεψιμότητας των νομικών και πραγματικών καταστάσεων που έχουν νομίμως διαμορφωθεί και αφετέρου του αποκλεισμού των αιφνίδιων και απροσδόκητων μεταβολών τους (πρβλ. Δ. Τσάτσου, Συνταγματικό Δίκαιο, Α΄, σ. 388, Επ. Σπηλιωτόπουλου, Η ασφάλεια δικαίου και η προστασία των περιουσιακών δημοσίων δικαιωμάτων στο ελληνικό δίκαιο, ΔτΑΤεΣ, Ι/2003, σ. 23-24, ΣτΕ 1508/2002). Η αρχή αυτή επιβάλλει προπάντων την εκ των προτέρων γνώση και ομοιόμορφη εφαρμογή των κανόνων δικαίου και τη δυνατότητα προσδιορισμού των μεταβολών που πρόκειται να επέλθουν στις έννομες σχέσεις των προσώπων. Εκδήλωση της συνταγματικά κατοχυρωμένης αρχής του κράτους δικαίου είναι επίσης και η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης, η οποία παρέχει προστασία στους πολίτες και εγγυάται ότι τα δικαιώματα και τα έννομα συμφέροντα που θεμελιώνονται στη νόμιμη δράση τους θα διατηρηθούν στο μέλλον και δεν θα μεταβληθούν από το νομοθέτη δυσμενώς, αιφνιδίως και βέβαια χωρίς τη συνδρομή αποχρώντος λόγου δημοσίου συμφέροντος (πρβλ. Α. Μανιτάκη, Ανάκληση διοικητικής άδειας και αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, Αρμ. 38 (1984), σ. 185 επ., Ευ. Κουτούπα-Ρεγκάκου, Η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, Αρμ. 49 (1995), σ. 1382 επ. και από τη νομολογία ΣτΕ 602/2003 και ΣτΕ 247/1980). Συναφής με αυτήν την αρχή είναι και ο κανόνας venire contra factum proprium, ο οποίος προσδίδει πιό απτό περιεχόμενο στην παραβίασή τηςΟι σχετικές ρυθμίσεις ΟΠΩΣ ΕΚΤΙΘΕΝΤΑΙ ΣΤΙ Ν/Σ ενόψει του περιεχομένου και της επιδιωκόμενης λειτουργίας τους, αντίκεινται στις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης που απορρέουν από την αρχή του κράτους δικαίου, αφού ανατρέπουν δραστικά διαμορφωμένες ήδη έννομες σχέσεις. Πολύ δε περισσότερο, αφού οι ανωτέρω πραγματικές και νομικές καταστάσεις, στις οποίες εύλογα στήριξαν τις επιλογές τους τα πιστωτικά ιδρύματα, διαμορφώθηκαν με νομοθετικές και κανονιστικές πράξεις, με τις οποίες υπήχθησαν σε καθεστώς εγγύησης οι σχετικές οφειλές των ιδιωτών.
Με αυτά τα δεδομένα, οι επίμαχες νομοθετικές προβλέψεις αντίκεινται και προς την αρχή της αναλογικότητας, η οποία μετά την αναθεώρηση του 2001 κατοχυρώνεται ρητά στο Σύνταγμα (άρθρο 25 παρ. 1 πρότ. 4 Συντ.). Το περιεχόμενό της προσδιορίζεται στη νομολογία των δικαστηρίων ως εξής: "Ενόψει της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, οι επιβαλλόμενοι από τον νόμο περιορισμοί πρέπει να είναι πρόσφοροι και αναγκαίοι για την επίτευξη του επιδιωκομένου από αυτόν σκοπού δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογοι σε σχέση με αυτόν. Μια νομοθετική ρύθμιση προσκρούει στη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, όταν είναι κατά κοινή αντίληψη προφανές ότι ο επιβαλλόμενος με αυτήν περιορισμός είναι απρόσφορος για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τον νόμο σκοπού ή δεν είναι αναγκαίος, ως εκ του ότι υπερακοντίζει τον σκοπό τούτον, ή ευρίσκεται σε σχέση δυσαναλογίας μέσου και σκοπού" (Σ.τ.Ε. 2110/2003 και 1006/2002).
Εξάλλου, από τις ίδιες διατάξεις του άρθρου 1 του 1ου ΠΠ της ΕΔΣΑ - που κατοχυρώνουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου - καλύπτονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεγενημένης κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά. Τέτοιες είναι κατά το Ελληνικό δίκαιο και οι απαιτήσεις από αδικοπραξία για την καταβολή αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 57, 59, 932 του ΑΚ ή άλλες ειδικές διατάξεις (βλ. και Ολ. Α.Π. 40/1998, ένθα ανωτέρω και την αναφερόμενη σ' αυτή πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ). Η στέρηση δε των ενοχικών δικαιωμάτων χωρεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό την προϋπόθεση της καταβολής αποζημιώσεως (Ολ.Α.Π. 33/2002, ΕΔΚΑ 2003 σελ. 214). Αξίζει, να σημειωθεί ότι κατά τον έλεγχο της συμβατότητας της κρατικής επέμβασης με το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου το ΕΔΑΔ δεν εξετάζει μόνο εάν το μέτρο είναι πρόσφορο, ικανό και αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, αλλά και εάν τηρεί τη θεμελιώδη αρχή της ασφάλειας δικαίου. Η αρχή αυτή αποτελεί ειδικότερη έκφανση της αρχής του κράτους δικαίου, η οποία διατρέχει το σύνολο της Συμβάσεως και διακηρύσσεται στο Προοίμιό της ως γενική αρχή της κοινής κληρονομιάς των συμβαλλομένων κρατών. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, "ένα από τα θεμελιώδη στοιχεία της αρχής του κράτους δικαίου είναι η αρχή της ασφάλειας των εννόμων σχέσεων" (απόφαση της 28ης Οκτωβρίου 1999, Brumarescu κατά Ρουμανίας, παραγρ. 61, της 15ης Ιουλίου 2003 Erdei και Wolf κατά Ρουμανίας, της 22ας Ιουλίου 2003 Dickman κατά Ρουμανίας και της 30ης Σεπτεμβρίου 2003, Todorescu κατά Ρουμανίας).Καλύπτονται ακόμη ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς [πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου: Pressos Compania Naviera S.A. κ.ά. κατά Βελγίου (1995) Pine Valley Development κατά Ιρλανδίας (1992) ΟλΑΠ 40/1998]. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 2 ΑΚ, «ο νόμος ορίζει για το μέλλον δεν έχει αναδρομική ισχύ». Παρά ταύτα, δεν υπάρχει στο Σύνταγμα γενική απαγόρευση αναδρομικότητας του νόμου (ΟλΑΠ 1067/1979), αρκεί να μη παραβιάζονται το άρθρο 4 παρ. 1 περί ισότητας και το άρθρο 17 του Συντάγματος περί προστασίας της ιδιοκτησίας (ΟλΑΠ 4 και 7/90). Κατά την παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος, «κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο...».
ΙΙΙ.-Το άρθρο 25 παρ. 1 Συντ., προβλέποντας μετά την αναθεώρηση του 2001 ρητά την αρχή του "κοινωνικού κράτους δικαίου" ως θεμελιώδη αρχή της έννομης τάξης, εδραιώνει κατά τρόπο στέρεο την, ήδη συναγόμενη από πολλές επί μέρους συνταγματικές διατάξεις, αρχή του κράτους δικαίου, η οποία διατρέχει οριζόντια όλη την έννομη τάξη (βλ. ήδη πριν από την αναθεώρηση του Συντάγματος Δ. Τσάτσου, Συνταγματικό Δίκαιο, Β΄, 2η εκδ., 1993, σ. 147 επ., Ευ. Βενιζέλου, Μαθήματα Συνταγματικού Δικαίου, Ι, 1991, σ. 311 επ.). Από την ενλόγω αρχή συνάγεται σειρά επί μέρους αρχών και κανόνων που αποτελούν εκδήλωσή της και αποβλέπουν στην αποτελεσματικότερη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Έκφανση του κράτους δικαίου είναι πρωτίστως η αρχή της ασφάλειας δικαίου, υπό την έννοια αφενός της σταθερότητας και της προβλεψιμότητας των νομικών και πραγματικών καταστάσεων που έχουν νομίμως διαμορφωθεί και αφετέρου του αποκλεισμού των αιφνίδιων και απροσδόκητων μεταβολών τους (πρβλ. Δ. Τσάτσου, Συνταγματικό Δίκαιο, Α΄, σ. 388, Επ. Σπηλιωτόπουλου, Η ασφάλεια δικαίου και η προστασία των περιουσιακών δημοσίων δικαιωμάτων στο ελληνικό δίκαιο, ΔτΑΤεΣ, Ι/2003, σ. 23-24, ΣτΕ 1508/2002). Η αρχή αυτή επιβάλλει προπάντων την εκ των προτέρων γνώση και ομοιόμορφη εφαρμογή των κανόνων δικαίου και τη δυνατότητα προσδιορισμού των μεταβολών που πρόκειται να επέλθουν στις έννομες σχέσεις των προσώπων. Εκδήλωση της συνταγματικά κατοχυρωμένης αρχής του κράτους δικαίου είναι επίσης και η αρχή της προστατευόμενης εμπιστοσύνης, η οποία παρέχει προστασία στους πολίτες και εγγυάται ότι τα δικαιώματα και τα έννομα συμφέροντα που θεμελιώνονται στη νόμιμη δράση τους θα διατηρηθούν στο μέλλον και δεν θα μεταβληθούν από το νομοθέτη δυσμενώς, αιφνιδίως και βέβαια χωρίς τη συνδρομή αποχρώντος λόγου δημοσίου συμφέροντος (πρβλ. Α. Μανιτάκη, Ανάκληση διοικητικής άδειας και αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, Αρμ. 38 (1984), σ. 185 επ., Ευ. Κουτούπα-Ρεγκάκου, Η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, Αρμ. 49 (1995), σ. 1382 επ. και από τη νομολογία ΣτΕ 602/2003 και ΣτΕ 247/1980). Συναφής με αυτήν την αρχή είναι και ο κανόνας venire contra factum proprium, ο οποίος προσδίδει πιό απτό περιεχόμενο στην παραβίασή τηςΟι σχετικές ρυθμίσεις ΟΠΩΣ ΕΚΤΙΘΕΝΤΑΙ ΣΤΙ Ν/Σ ενόψει του περιεχομένου και της επιδιωκόμενης λειτουργίας τους, αντίκεινται στις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της προστατευόμενης εμπιστοσύνης που απορρέουν από την αρχή του κράτους δικαίου, αφού ανατρέπουν δραστικά διαμορφωμένες ήδη έννομες σχέσεις. Πολύ δε περισσότερο, αφού οι ανωτέρω πραγματικές και νομικές καταστάσεις, στις οποίες εύλογα στήριξαν τις επιλογές τους τα πιστωτικά ιδρύματα, διαμορφώθηκαν με νομοθετικές και κανονιστικές πράξεις, με τις οποίες υπήχθησαν σε καθεστώς εγγύησης οι σχετικές οφειλές των ιδιωτών.
Με αυτά τα δεδομένα, οι επίμαχες νομοθετικές προβλέψεις αντίκεινται και προς την αρχή της αναλογικότητας, η οποία μετά την αναθεώρηση του 2001 κατοχυρώνεται ρητά στο Σύνταγμα (άρθρο 25 παρ. 1 πρότ. 4 Συντ.). Το περιεχόμενό της προσδιορίζεται στη νομολογία των δικαστηρίων ως εξής: "Ενόψει της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, οι επιβαλλόμενοι από τον νόμο περιορισμοί πρέπει να είναι πρόσφοροι και αναγκαίοι για την επίτευξη του επιδιωκομένου από αυτόν σκοπού δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογοι σε σχέση με αυτόν. Μια νομοθετική ρύθμιση προσκρούει στη συνταγματική αρχή της αναλογικότητας, όταν είναι κατά κοινή αντίληψη προφανές ότι ο επιβαλλόμενος με αυτήν περιορισμός είναι απρόσφορος για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τον νόμο σκοπού ή δεν είναι αναγκαίος, ως εκ του ότι υπερακοντίζει τον σκοπό τούτον, ή ευρίσκεται σε σχέση δυσαναλογίας μέσου και σκοπού" (Σ.τ.Ε. 2110/2003 και 1006/2002).
03 Μαΐου 2010
επιδόματα από τον Αρειο Πάγο
| ΕΙΔΗΣΕΙΣ :: ΚΟΙΝΩΝΙΑ | |
Ανατροπές σε επιδόματα από τον Αρειο Πάγο
Απώλειες για γιατρούς του ΕΣΥ
3/5/2010
Ανατροπές και ανακατατάξεις στα επιδόματα φέρνουν όχι μόνο... το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η κυβέρνηση, αλλά και η δικαιοσύνη.
Με αποφάσεις του ο Αρειος Πάγος επεκτείνει και σε άλλη κατηγορία εργαζομένων στο Δημόσιο (υπουργείο Μεταφορών) την αναδρομική καταβολή του γνωστού επιδόματος των 176 ευρώ, ενώ την ίδια στιγμή «παίρνει πίσω» το επίδομα των 200 ευρώ που είχε αναγνωριστεί ότι δικαιούνται οι ιατροί του ΕΣΥ, ανατρέποντας ευνοϊκή για τους εργαζόμενους απόφαση.
Στο... ράβε-ξήλωνε των επιδομάτων ευνοημένοι είναι καταρχήν οι υπάλληλοι του υπουργείου Μεταφορών και των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων, που απασχολούνται με την πρακτική εξέταση των υποψήφιων οδηγών, καθώς και οι βοηθοί εφόσον υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο του ευρύτερου δημόσιου τομέα.
Ο ΑΠ αναγνωρίζει το δικαίωμά τους να εισπράξουν αναδρομικά (και χωρίς περικοπές) την πρόσθετη ειδική παροχή των 176 ευρώ μηνιαίως, κρίνοντας ότι η μη χορήγησή της και σε αυτή την κατηγορία εργαζομένων (αφού έχει δοθεί σε πολλές άλλες κατηγορίες, χωρίς εργασιακά κριτήρια) αποτελεί δυσμενή διάκριση και παραβιάζει τις συνταγματικές αρχές για την ισότητα και την ίση αμοιβή για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας.
Το σκεπτικό της αρεοπαγιτικής απόφασης (754/10) δίνει ελπίδες και στις υπόλοιπες κατηγορίες εργαζομένων που το διεκδικούν (σε Δημόσιο, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ) ότι θα το κερδίσουν τελικά δικαστικά στις αλλεπάλληλες εκκρεμείς δίκες, με ανάλογη επιβάρυνση του προϋπολογισμού, που θα προκαλέσει βέβαια «πονοκέφαλο» στο οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης.
Μάλιστα ο ΑΠ απέρριψε τον ισχυρισμό του Δημοσίου ότι το επίμαχο επίδομα έπρεπε να θεωρηθεί ότι συμψηφίζεται και αλληλοκαλύπτεται από το επίδομα εξεταστών (550 ευρώ μηνιαίως). Κατά τον Αρειο Πάγο δεν επιτρέπεται κανένας συσχετισμός, αφού πρόκειται για εντελώς διαφορετικά επιδόματα, που οφείλονται ολόκληρα.
Ομως ο Αρειος Πάγος με άλλη απόφαση (751/10) ανέτρεψε εφετειακή απόφαση που είχε δεχθεί ότι οι ιατροί του ΕΣΥ δικαιούνται να εισπράξουν το επίδομα ειδικής απασχόλησης 200 ευρώ μηνιαίως, που είχε δοθεί με τον ν. 3229/05 στους υπαλλήλους της κεντρικής υπηρεσίας του υπουργείου Υγείας ενώ με τον ν. 3627/07 επεκτάθηκε και στους υπηρετούντες στην Κεντρική Υπηρεσία των Υγειονομικών περιφερειών.
Ως αιτιολογία για την καταβολή του επιδόματος δόθηκε ο αυξημένος φόρτος εργασίας και οι αυξημένες ευθύνες που δημιουργήθηκαν στις κεντρικές υπηρεσίες του υπουργείου από τις αλλαγές που επήλθαν στο ΕΣΥ, με την κατάργηση του ΠΕΣΥΠ και τη δημιουργία των ΔΥΠΕ (Διοικήσεων Υγειονομικών Περιφερειών) και την αναμόρφωση των νοσοκομείων σε ΝΠΔΔ.
Αλ. Αυλωνίτης
Με αποφάσεις του ο Αρειος Πάγος επεκτείνει και σε άλλη κατηγορία εργαζομένων στο Δημόσιο (υπουργείο Μεταφορών) την αναδρομική καταβολή του γνωστού επιδόματος των 176 ευρώ, ενώ την ίδια στιγμή «παίρνει πίσω» το επίδομα των 200 ευρώ που είχε αναγνωριστεί ότι δικαιούνται οι ιατροί του ΕΣΥ, ανατρέποντας ευνοϊκή για τους εργαζόμενους απόφαση.
Στο... ράβε-ξήλωνε των επιδομάτων ευνοημένοι είναι καταρχήν οι υπάλληλοι του υπουργείου Μεταφορών και των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων, που απασχολούνται με την πρακτική εξέταση των υποψήφιων οδηγών, καθώς και οι βοηθοί εφόσον υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο του ευρύτερου δημόσιου τομέα.
Ο ΑΠ αναγνωρίζει το δικαίωμά τους να εισπράξουν αναδρομικά (και χωρίς περικοπές) την πρόσθετη ειδική παροχή των 176 ευρώ μηνιαίως, κρίνοντας ότι η μη χορήγησή της και σε αυτή την κατηγορία εργαζομένων (αφού έχει δοθεί σε πολλές άλλες κατηγορίες, χωρίς εργασιακά κριτήρια) αποτελεί δυσμενή διάκριση και παραβιάζει τις συνταγματικές αρχές για την ισότητα και την ίση αμοιβή για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας.
Το σκεπτικό της αρεοπαγιτικής απόφασης (754/10) δίνει ελπίδες και στις υπόλοιπες κατηγορίες εργαζομένων που το διεκδικούν (σε Δημόσιο, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ) ότι θα το κερδίσουν τελικά δικαστικά στις αλλεπάλληλες εκκρεμείς δίκες, με ανάλογη επιβάρυνση του προϋπολογισμού, που θα προκαλέσει βέβαια «πονοκέφαλο» στο οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης.
Μάλιστα ο ΑΠ απέρριψε τον ισχυρισμό του Δημοσίου ότι το επίμαχο επίδομα έπρεπε να θεωρηθεί ότι συμψηφίζεται και αλληλοκαλύπτεται από το επίδομα εξεταστών (550 ευρώ μηνιαίως). Κατά τον Αρειο Πάγο δεν επιτρέπεται κανένας συσχετισμός, αφού πρόκειται για εντελώς διαφορετικά επιδόματα, που οφείλονται ολόκληρα.
Ομως ο Αρειος Πάγος με άλλη απόφαση (751/10) ανέτρεψε εφετειακή απόφαση που είχε δεχθεί ότι οι ιατροί του ΕΣΥ δικαιούνται να εισπράξουν το επίδομα ειδικής απασχόλησης 200 ευρώ μηνιαίως, που είχε δοθεί με τον ν. 3229/05 στους υπαλλήλους της κεντρικής υπηρεσίας του υπουργείου Υγείας ενώ με τον ν. 3627/07 επεκτάθηκε και στους υπηρετούντες στην Κεντρική Υπηρεσία των Υγειονομικών περιφερειών.
Ως αιτιολογία για την καταβολή του επιδόματος δόθηκε ο αυξημένος φόρτος εργασίας και οι αυξημένες ευθύνες που δημιουργήθηκαν στις κεντρικές υπηρεσίες του υπουργείου από τις αλλαγές που επήλθαν στο ΕΣΥ, με την κατάργηση του ΠΕΣΥΠ και τη δημιουργία των ΔΥΠΕ (Διοικήσεων Υγειονομικών Περιφερειών) και την αναμόρφωση των νοσοκομείων σε ΝΠΔΔ.
Αλ. Αυλωνίτης
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)
ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ
ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ -ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΕΝ ΟΨΕΙ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ (4...