13 Ιουνίου 2015

ΥΠΟΘΕΣΗ PSI ΑΠΟΦΑΣΗ ΔΕΚ 11.6.2015

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΔΕΚ:
PSI - ΝΟΜΟΣ 4050/2012-Αποζημιωση
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πρώτο τμήμα)
της 11ης Ιουνίου 2015 (*)
«Προδικαστική παραπομπή — Δικαστική συνεργασία σε αστικές υποθέσεις — Κοινοποίηση δικαστικών και εξωδίκων πράξεων — Κανονισμός (EK) 1393/2007 — Άρθρο 1, παράγραφος 1 — Έννοια των “αστικών ή εμπορικών υποθέσεων” — Ευθύνη του κράτους για τις acta jure imperii»
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑226/13, C‑245/13, C‑247/13 και C‑578/13, με αντικείμενο τέσσερις αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, εκ των οποίων τρεις υποβλήθηκαν από το Landgericht Wiesbaden (Γερμανία), με αποφάσεις της 16ης και της 18ης Απριλίου 2013, οι οποίες περιήλθαν στο Δικαστήριο, αντιστοίχως, στις 29 Απριλίου 2013, 2 Μαΐου 2013 και 3 Μαΐου 2013, και μία υποβλήθηκε από το Landgericht Kiel (Γερμανία), με απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2013, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 15 Νοεμβρίου 2013, στο πλαίσιο των δικών
ΙΣΤΟΡΙΚΟ
  Οι ενάγοντες των κύριων δικών, άπαντες κάτοικοι Γερμανίας, απέκτησαν ομόλογα της Ελληνικής Δημοκρατίας που κατατέθηκαν στους λογαριασμούς τους κινητών αξιών τους οποίους διαχειρίζονταν τράπεζες.
 Κατόπιν της εκδόσεως του νόμου 4050/2012, η Ελληνική Δημοκρατία, τον Φεβρουάριο του 2012, απηύθυνε στους ενάγοντες των κύριων δικών πρόσκληση ανταλλαγής δανείων που προέβλεπε, ιδίως, την ανταλλαγή των ελληνικών κρατικών ομολόγων με νέα κρατικά ομόλογα σημαντικά μειωμένης ονομαστικής αξίας. Για την υλοποίηση της ανταλλαγής αυτής προβλεπόταν η ρητή αποδοχή εκ μέρους των ιδιωτών πιστωτών.
Παρά το γεγονός ότι δεν υπήρξε τέτοια αποδοχή εκ μέρους κανενός από τους ενάγοντες των κύριων δικών, η Ελληνική Δημοκρατία προχώρησε εντούτοις τον Μάρτιο του 2012 στην ανταλλαγή που είχε προτείνει και, παρά τις διαμαρτυρίες των ως άνω εναγόντων, δεν τους απέδωσε τη νομή των τίτλων που ήταν κατατεθειμένοι στους λογαριασμούς τους κινητών αξιών. Εν τω μεταξύ τα επίδικα στην υπόθεση C‑578/13 ομόλογα είχαν λήξει.
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, οι ενάγοντες των κύριων δικών ενήγαγαν την Ελληνική Δημοκρατία ενώπιον των αιτούντων δικαστηρίων με αίτημα είτε την ανόρθωση της ζημίας τους λόγω προσβολής της νομής και της κυριότητας είτε την εκπλήρωση των ληξιπρόθεσμων αρχικών συμβατικών υποχρεώσεων είτε την καταβολή αποζημιώσεως.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ :
«Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού (EK) 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Νοεμβρίου 2007, περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις και κατάργησης του κανονισμού (ΕΚ) 1348/2000 του Συμβουλίου, έχει την έννοια ότι αγωγές περί ανορθώσεως της ζημίας λόγω προσβολής της νομής και της κυριότητας, περί εκπληρώσεως της συμβάσεως και περί καταβολής αποζημιώσεως, όπως οι επίμαχες στις κύριες δίκες, οι οποίες ασκήθηκαν από ιδιώτες, δικαιούχους κρατικών ομολόγων, κατά του κράτους που εξέδωσε τα ομόλογα αυτά εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού  στο μέτρο που δεν προκύπτει ότι οι αγωγές αυτές προδήλως δεν υπάγονται στις αστικές ή εμπορικές υποθέσεις.»
ΤΟ ΠΛΗΡΕΣ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ:


EΝΗΜΕΡΩΤΙΚΟ ΣΧΟΛΙΟ:
1.-Τη δυνατότητα να επιδιώξουν την αποζημίωσή τους από την Ελλάδα έχουν Γερμανοί κάτοχοι ελληνικών ομολόγων, που αρνήθηκαν να αποδεχθούν τη ζημιογόνα γι’ αυτούς ανταλλαγή τίτλων του 2012. Τον Φεβρουάριο του 2012, οι επενδυτές των ελληνικών ομολόγων υπέστησαν 53,5% κούρεμα στην ονομαστική αξία των τίτλων που διακρατούσαν (PSI) και αρκετοί εξ αυτών δεν δέχθηκαν την προσφορά αυτή και προσέφυγαν στη γερμανική δικαιοσύνη, η οποία ζήτησε από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να γνωματεύσει κατά πόσο οι αγωγές αυτές εμπίπτουν στην κατηγορία «αστικών ή εμπορικών υποθέσεων». Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε ότι υπάγονται σε αυτή την κατηγορία, κάτι που επιτρέπει στους ενάγοντες να στραφούν νομικά κατά ενός κράτους.
Νομικοί κύκλοι στην Ελλάδα εκτιμούν ότι η συγκεκριμένη απόφαση δημιουργεί θετικό κλίμα και για τους Έλληνες μικροομολογιούχους, καθώς μπορεί να δημιουργήσει νομολογία, στην οποία μπορούν να βασιστούν ώστε να διεκδικούν τη δικαίωσή τους στα ελληνικά ή ευρωπαϊκά δικαστήρια.
2.. Σημειώνεται ότι με την ΣτΕ.Ολ 1116/2014 Απέρριψε την  αίτηση ακύρωσης κατά  των διατάξεων που προβλέπουν και ρυθμίζουν την ανταλλαγή τίτλων εκδόσεως ή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, τους οποίους κατείχαν ιδιώτες πιστωτές με νέους τίτλους, προκειμένου να μειωθεί ο δημόσιο χρέος (PSI). Απόρριψη αιτίασης ότι η προσβαλλόμενη ΠΥΣ δεν φέρει νόμιμη αιτιολογία ως προς την υπαγωγή των τίτλων των φυσικών προσώπων στις ρυθμίσεις του πρώτου άρθρου του ν. 4050/2012 (Αντίθετη μειοψηφία, σύμφωνα με την οποία η υπερβολική ευρύτητα του όρου «τίτλος» και η εντελώς άνευ ορίων και χωρίς θέσπιση οποιουδήποτε κριτηρίου διακριτική ευχέρεια που αναγνωρίζεται στην Διοίκηση με τον «ορισμό» της εννοίας του «επιλέξιμου τίτλου» αντίκεινται στο Σύνταγμα). Απόρριψη αιτίασης ότι κατά τον χρόνο έκδοσης των τίτλων δεν είχαν θεσπισθεί νομοθετικώς ή συμφωνηθεί ρήτρες τροποποίησής τους και ότι δεν είναι κατά το Σύνταγμα επιτρεπτή η παραβίαση από το Ελληνικό Δημόσιο των όρων των τίτλων αυτών. Κρίθηκε ότι η επιδίωξη, με τις διατάξεις του άρθρου πρώτου του ν. 4050/2012, μιας επαναδιαπραγμάτευσης μέρους του δημοσίου χρέους [του οφειλόμενου στον Ιδιωτικό Τομέα (Private Sector) χρέους] που αναμενόταν να έχει θετική έκβαση, δεν αντιβαίνει στα άρθρα 5 και 25 παρ. 1 Συντ. και στις αρχές του Συντάγματος, του Ενωσιακού Δικαίου και της ΕΣΔΑ (Αντίθετη μειοψηφία). Κρίθηκε ότι δεν συντρέχει νόμιμος λόγος υποβολής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης προδικαστικού ερωτήματος επί των ζητημάτων που τίθενται με τις διατάξεις των ν. 4046/2012 και 4050/2012 (Αντίθετη μειοψηφία). Απόρριψη αιτίασης ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις θίγουν περιουσιακής φύσεως δικαιώματα που προστατεύονται με το άρθρο 17 Συντ. και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (Αντίθετες μειοψηφούσες απόψεις, σύμφωνα με τις οποίες: α) στην έννοια της προστατευομένης ιδιοκτησίας, περιλαμβάνονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα οι απαιτήσεις που δύνανται να ικανοποιηθούν και δικαστικώς, όταν καταστούν ληξιπρόθεσμες, β) δεν συντρέχει το, κατά το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, στοιχείο της δημοσίας ωφελείας για την επίμαχη επέμβαση στην περιουσία των αιτούντων γ) η επίμαχη επέμβαση στην περιουσία των αιτούντων αντίκειται στην αρχή της αναλογικότητας). Κρίθηκε ότι οι προσβαλλόμενη πράξη δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας (Αντίθετη μειοψηφία).

Το πλήρες κείμενο της Αποφάσεως του ΣτΕ: http://www.dsanet.gr/Epikairothta/Nomologia/STE1116_14.htm

ΕΔΔΑ 30.4.2015, Καπετάνιος και άλλοι κατά Ελλάδας (3453/12, 42941/12 και 9028/13

ΕΔΔΑ 30.4.2015, Καπετάνιος και άλλοι κατά Ελλάδας (3453/12, 42941/12 και 9028/13)
Ne bis in idem
(άρ. 4 του 7ου Πρωτ. ΕΣΔΑ) και τεκμήριο αθωότητας (άρ. 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ) σε διοικητικές διαφορές – Καταδίκη της Ελλάδας σε τρεις υποθέσεις, κριθείσες από το ΣτΕ
Διοικητικές διαδικασίες και δίκες περί επιβολής μεγάλων διοικητικών προστίμων (περίπου το ισόποσο των 5.000.000 ευρώ το 1989, των 130.000 ευρώ το 1996 και των 1.500.000 ευρώ το 2001, αντίστοιχα, όταν εκδόθηκαν οι οικείες καταλογιστικές πράξεις της τελωνειακής αρχής) για τελωνειακές παραβάσεις λαθρεμπορίας (όπλου και ηλεκτρονικών συσκευών, καυσίμων και αυτοκινήτων, αντίστοιχα) σε υποθέσεις όπου οι αιτούντες διώχθηκαν ποινικά για τις ίδιες κατ’ ουσίαν λαθρεμπορικές παραβάσεις και αθωώθηκαν με αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων, που κατέστησαν αμετάκλητες (το 1992, το 2000 και το 1998 αντίστοιχα) – Απόρριψη (ολική ή μερική) από τα διοικητικά δικαστήρια των ενδίκων μέσων κατά των ανωτέρω προστίμων και απόρριψη από το Συμβούλιο της Επικρατείας των οικείων αιτήσεων αναίρεσης των αιτούντων (αποφάσεις ΣτΕ 1999/2011, 3616/2011 και 3457/2012, αντίστοιχα) – Πρόκειται για «ποινικές» υποθέσεις, σύμφωνα με τα κριτήρια Engel 
Ne bis in idem – Εφόσον ο καθού επικαλείται ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου τη σχετική αθωωτική ποινική απόφαση, το διοικητικό δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως την επιρροή που μπορεί να έχει η απόφαση αυτή στην κρίση του επί της υπόθεσης· άλλως, θα ανεχόταν σκοπίμως μια κατάσταση που ενδέχεται να είναι αντίθετη  προς την αρχή ne bis in idem – Απόρριψη του αμυντικού ισχυρισμού της Ελλάδας ότι σε κάποιες από τις ένδικες περιπτώσεις οι αιτούντες δεν επικαλέσθηκαν παραδεκτώς τις ποινικές αποφάσεις ή τον αμετάκλητο χαρακτήρα τους – Απόρριψη των επιχειρημάτων που διατύπωσε η Ελλάδα με βάση την απόφαση ΣτΕ 2067/2011 επταμ. – Ο κανόνας ne bis in idem δεν αποκλείει τη σωρευτική επιβολή στερητικής της ελευθερίας ποινής και χρηματικής κύρωσης στην ίδια ποινική διαδικασία και εφαρμόζεται και σε υποθέσεις, όπως τις δύο πρώτες από τις εδώ κρινόμενες, όπου η ποινική διαδικασία δεν έχει ολοκληρωθεί κατά το χρόνο κίνησης της διοικητικής διαδικασίας επιβολής κυρώσεων – Στην τρίτη υπόθεση δεν θα έπρεπε καν να έχει επιβληθεί διοικητικό πρόστιμο, δεδομένου ότι κατά το χρόνο έκδοσης της επίδικης καταλογιστικής πράξης είχε ήδη καταστεί αμετάκλητη η οικεία αθωωτική ποινική απόφαση – Διαπιστώνεται παραβίαση του άρ. 4 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ
Τεκμήριο αθωότητας – Ενόψει της ταυτότητας της φύσης των επίμαχων (ποινικών) διαδικασιών, των επίδικων πραγματικών περιστατικών (παραβατικών συμπεριφορών) και των στοιχείων που συγκροτούν, αφενός, την αποδοθείσα στους αιτούντες διοικητική παράβαση και, αφετέρου, το ποινικό αδίκημα για το οποίο αυτοί αθωώθηκαν, οι αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων εκδόθηκαν κατά παραγνώριση του τεκμηρίου αθωότητας των αιτούντων, που απορρέει από τις οικείες ποινικές αθωωτικές αποφάσεις – Διαπιστώνεται παραβίαση του άρ. 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ  
Ne bis in idem: Προς μία απόλυτα ευρωπαϊκή ερμηνεία ενός απόλυτου δικαιώματος 

ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΟ ΤΟ ΓΡΑΜΜΑΤΙΟ ΠΡΕΙΣΠΡΑΞΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗΣ ΑΜΟΙΒΗΣ

ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΟ ΤΟ ΓΡΑΜΜΑΤΙΟ ΠΡΕΙΣΠΡΑΞΗΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗΣ ΑΜΟΙΒΗΣ
ΣτΕ Ολομ. 1858/2015

Ένδικη προστασία – Υποχρέωση κατάθεσης στο δικαστήριο, επί ποινή απαραδέκτου της σχετικής διαδικαστικής πράξης, του γραμμάτιου προκαταβολής της προβλεπομένης εισφοράς προς τον οικείο δικηγορικό σύλλογο (άρ. 61 του Κώδικα περί Δικηγόρων) – Η διάταξη δεν προσκρούει στο άρθρο 20 παρ. 1 Σ. και 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι επιδιώκει την εξυπηρέτηση σκοπών που συνάπτονται προς την απονομή της δικαιοσύνης και δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο προς τούτο μέτρο [με μειοψηφία]

ΣτΕ 3705/2015 (εμμέσως contra στην ΣτΕ Ολομ. 1858/2015)
Ένδικη προστασία – Κατάθεση γραμμάτιου καταβολής εισφορών δικηγόρου, ως προϋπόθεση του παραδεκτού διαδικαστικής πράξης – Μη εφαρμογή της σχετικής διάταξης του Κώδικα Δικηγόρων, λόγω μεταστροφής της νομολογίας  
Όπως κρίθηκε με τη ΣτΕ Ολομ. 1858/2015 (δημοσιευθείσα στις 14.5.2015), οι παρ. 1 και 4 του άρθρου 61 του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013), όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 7 του ν. 4205/2013, περί  δεν προσκρούουν ούτε στο άρθρο 20 παρ. 1 Σ. ούτε στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι με αυτές επιδιώκεται η εξυπηρέτηση σκοπών που συνάπτονται προς την απονομή της δικαιοσύνης και δεν υπερβαίνουν το αναγκαίο μέτρο – Συνεπώς, θα έπρεπε η παράσταση του αναιρεσίβλητου να θεωρηθεί μη νόμιμη – Όμως, ενόψει του ότι η ερμηνεία στην οποία προέβη το Δικαστήριο με την ανωτέρω απόφαση έλαβε χώρα σε χρόνο μεταγενέστερο της δικασίμου της παρούσας υποθέσεως, συνιστά δε μεταστροφή νομολογίας, διότι μέχρι τούδε η σχετική ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διατάξεως του άρθρου 96 παρ. 6 του ν.δ. 3026/1954 ήταν ότι η παράλειψη καταθέσεως του γραμματίου καταβολής της δικηγορικής αμοιβής δεν συνεπάγεται ερημοδικία του διαδίκου (βλ. ΑΕΔ 33/1995), το Δικαστήριο κρίνει ότι, για λόγους προστασίας του αναιρεσίβλητου, πρέπει να θεωρηθεί ότι η εν προκειμένω παράλειψη καταθέσεως του γραμματίου προκαταβολής για την παράστασή του και το υπόμνημα δεν συνεπάγεται απαράδεκτο των εν λόγω διαδικαστικών πράξεων (πρβλ. ΣτΕ 2131/2015, σκ. 5) 

ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

  ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ -ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΕΝ ΟΨΕΙ   ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ (4...