Αριθμός 3299/2014
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
.
Για να δικάσει την από 19
Απριλίου 2002 αίτηση:
των: 1) ΑΑ……,
κατά των Υπουργών: 1) Οικονομίας
και Οικονομικών και ήδη Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με την Αικατερίνη
Γρηγορίου, Νομική Σύμβουλο του Κράτους και 2) Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων
και ήδη Παιδείας και Θρησκευμάτων, ο οποίος παρέστη τον Ηλία Ψώνη, Νομικό
Σύμβουλο του Κράτους.
Στη δίκη παρεμβαίνουν οι:
Η πιο πάνω αίτηση παραπέμφθηκε
στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της υπ’ αριθ. 68/2006 παραπεμπτικής
αποφάσεως του Γ’ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας και μετά τη διαγραφή
από το Β’ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η
Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση.
Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες
επιδιώκουν να ακυρωθεί η υπ’ αριθ. Φ.35/10506/ΙΒ/19.2.2002 (ΦΕΚ 178 Β) κοινή
απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων
«Οργάνωση και Λειτουργία Ειδικών Λογαριασμών Πανεπιστημίων και ΤΕΙ σύμφωνα με
το Ν. 2817/2000» καθώς και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση
της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Γ. Τσιμέκα.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον
πληρεξούσιο των αιτούντων, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους
λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, τον πληρεξούσιο των
παρεμβαινόντων ο οποίος ζήτησε να γίνει δεκτή η παρέμβαση και τους αντιπροσώπους
των Υπουργών, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή τους.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το
δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε
τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ
ο
1. Επειδή, για την κρινόμενη
αίτηση έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθ. 126398, 156722 και 387281,
σειράς Α΄, ειδικά γραμμάτια παραβόλου).
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή,
όπως συμπληρώθηκε με δικόγραφα προσθέτων λόγων, οι αιτούντες, μέλη Διδακτικού
Εκπαιδευτικού Προσωπικού (ΔΕΠ) διαφόρων βαθμίδων του Τμήματος Νομικής της
Σχολής Νομικών, Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του Εθνικού και
Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, ζητούν να ακυρωθεί η υπ’ αριθ. Φ.
35/10506/ΙΒ/19.2.2002 (Β΄ 178) κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και
Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, η οποία τιτλοφορείται «Οργάνωση και
Λειτουργία Ειδικών Λογαριασμών Πανεπιστημίων και ΤΕΙ σύμφωνα με το νόμο
2817/2000». Με την προσβαλλόμενη απόφαση ρυθμίζεται η διαδικασία είσπραξης και
απόδοσης στον οικείο ειδικό λογαριασμό των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων
(Α.Ε.Ι.) και Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Τ.Ε.Ι.) των κρατήσεων με τις
οποίες επιβαρύνονται οι αμοιβές των εδαφ. δ΄, ε΄, στ΄ και ζ΄ της παρ. 2 του
άρθρου 2 του ν. 2530/1997 των μελών διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού
(Δ.Ε.Π.) των Α.Ε.Ι. πλήρους απασχόλησης και οι αμοιβές των εδαφ. γ΄, δ΄, ε΄ και
στ΄ της παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 2530/1997 των μελών εκπαιδευτικού προσωπικού
(Ε.Π.) των Τ.Ε.Ι. πλήρους απασχόλησης.
3. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση
εισάγεται στην Ολομέλεια με πράξη του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας,
λόγω της μείζονος σπουδαιότητάς της (άρθρο 14 παρ. 2 εδ. α΄ του π.δ/τος
18/1989, Α΄ 8), κατόπιν διαγραφής από το πινάκιο του Β΄ Τμήματος, στο οποίο
είχε παραπεμφθεί, ως αρμόδιο Τμήμα, με την υπ’ αριθ. 68/2006 απόφαση του Γ΄
Τμήματος του Δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου είχε εισαχθεί αρχικώς προς
εκδίκαση.
5. Επειδή, οι λοιποί αιτούντες
που νομιμοποιήθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 27 του π.δ/τος 18/1989, ως προς τους
οποίους είναι περαιτέρω εξεταστέα η υπό κρίση αίτηση, έχουν έννομο συμφέρον
προς άσκηση αυτής και ακύρωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως μέλη ΔΕΠ διαφόρων
βαθμίδων του Τμήματος Νομικής της Σχολής Νομικών, Οικονομικών και Πολιτικών
Επιστημών (Ν.Ο.Π.Ε.) του Πανεπιστημίου Αθηνών, μόνον όμως, κατά το μέρος που η
προσβαλλόμενη απόφαση αφορά μέλη Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. και όχι μέλη Ε.Π. των Τ.Ε.Ι.
και παραδεκτώς ομοδικούν, προβάλλοντες κοινούς λόγους ακυρώσεως που στηρίζονται
στην αυτή ιστορική και νομική αιτία Το γεγονός, εξάλλου, ότι με την επίδικη
παρακράτηση επιβαρύνονται μόνον τα μέλη Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. πλήρους απασχόλησης
και όχι και τα μέλη Δ.Ε.Π. μερικής απασχόλησης, δεν επιδρά επί του ζητήματος
του εννόμου συμφέροντος των αιτούντων που υπηρετούν ή υπηρέτησαν τυχόν κατά το
παρελθόν υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης. Και τούτο διότι η υποβολή δήλωσης
για ένταξη στην κατηγορία μελών ΔΕΠ πλήρους απασχόλησης, δικαίωμα συνυφασμένο
αρρήκτως προς το θεμελιώδες δικαίωμα των μελών Δ.Ε.Π. στην ακαδημαϊκή ελευθερία
και την ελευθερία της διδασκαλίας (άρθρο 16 παρ. 1 του Συντάγματος), είναι
δυνατή, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις (βλ. κατωτέρω σκέψη 8), κάθε έτος (με
εξαίρεση τα νεοδιοριζόμενα μέλη Δ.Ε.Π., που είναι υποχρεωτικώς πλήρους
απασχόλησης για τα πρώτα 3 έτη από το διορισμό τους – άρθρο 2 παρ. 10 ν.
2530/1997), με συνέπεια, ακόμη και αν ένα μέλος Δ.Ε.Π. ανήκει στην κατηγορία
της μερικής απασχόλησης, να υπάγεται υποχρεωτικά στο πεδίο εφαρμογής της
προσβαλλόμενης κανονιστικής πράξης, εφόσον ασκήσει το εκ του νόμου δικαίωμά του
να υπαχθεί στην κατηγορία των μελών ΔΕΠ πλήρους απασχόλησης. Συνεπώς, ενόψει
και του ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν είναι περιορισμένης χρονικής ισχύος, όλοι
οι ανωτέρω αιτούντες ασκούν την αίτηση με έννομο συμφέρον εκ μόνης της
ιδιότητάς τους ως μελών Δ.Ε.Π. - Α.Ε.Ι., η οποία, κατά τα εκτεθέντα, τους
παρέχει το δικαίωμα να υπαχθούν οποτεδήποτε στο καθεστώς της πλήρους
απασχόλησης.
6. Επειδή, η προσβαλλομένη
υπουργική απόφαση έχει εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 15 παρ.1 εδ. δ΄
του ν. 2817/2000 και ρυθμίζει ζητήματα που αφορούν τη διαδικασία της είσπραξης
και βεβαίωσης των κρατήσεων με τις οποίες επιβαρύνονται οι αμοιβές των μελών
ΔΕΠ των ΑΕΙ πλήρους απασχόλησης σύμφωνα με τις κατωτέρω εκτιθέμενες διατάξεις
της παρ. 8 του άρθρου 2 του ν. 2530/1997. Επομένως, ενδεχόμενη
αντισυνταγματικότητα των διατάξεων αυτών ή αντίθεσή τους προς το ευρωπαϊκό
κοινοτικό δίκαιο ή προς διατάξεις του διεθνούς δικαίου, το οποίο έχει αυξημένη
έναντι του κοινού νόμου τυπική ισχύ σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του
Συντάγματος, θα καθιστούσε μη νόμιμες και ακυρωτέες τις ρυθμίσεις της
προσβαλλομένης κανονιστικής πράξης που στηρίζονται σ’ αυτές και, ως εκ τούτου,
παραδεκτώς προβάλλονται με την κρινομένη αίτηση λόγοι ακυρώσεως σχετικοί με τη
συνταγματικότητα και τη συμβατότητα προς το ευρωπαϊκό κοινοτικό και το διεθνές
δίκαιο των ανωτέρω διατάξεων (πρβλ. ΣτΕ 1972/2012 Ολομ.).
7. Επειδή, στο άρθρο 1 παράγραφος
1 του ν. 2479/1997 (Α΄ 67 ) ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι: « α. Σε δίκη ενώπιον …
της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας …, στην οποία, εν όψει των
ισχυρισμών των διαδίκων ή της τυχόν παραπεμπτικής απόφασης, τίθεται ζήτημα αν
διάταξη τυπικού νόμου είναι σύμφωνη προς το Σύνταγμα ή όχι, έχουν το δικαίωμα
να ασκήσουν παρέμβαση φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή ενώσεις προσώπων, τα οποία
δικαιολογούν έννομο συμφέρον σε σχέση με την κρίση του ζητήματος αυτού, εφόσον
το αυτό ζήτημα εκκρεμεί σε δίκη ενώπιον άλλου δικαστηρίου ή δικαστικού
σχηματισμού του αυτού κλάδου δικαιοσύνης στην οποία είναι διάδικοι …. β. Ο
παρεμβαίνων με βάση το προηγούμενο εδάφιο νομιμοποιείται να προβάλει απόψεις
και επιχειρήματα αναφερόμενα αποκλειστικά σε ζητήματα συνταγματικότητας που
έχουν τεθεί. Η εκδιδόμενη απόφαση δεν παράγει έννομα αποτελέσματα για τον
παρεμβαίνοντα αυτόν.»...... Όμως, σε αντίθεση με τους αιτούντες που είναι μέλη
Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι., οι παρεμβαίνοντες είναι μέλη Ε.Π. των Τ.Ε.Ι. και η επίδικη
επιβάρυνση επιβάλλεται για αυτούς, κατά τα εκτιθέμενα κατωτέρω (σκέψη 8), από
τη διάταξη του άρθρου 8 του ν. 2530/1997, και όχι από τη διάταξη του άρθρου 2
παρ. 8 του ν. 2530/1997, την οποία και μόνο προσβάλλουν ενώπιον της Ολομελείας
ως αντισυνταγματική οι αιτούντες. Δεν πρόκειται, επομένως, για την ίδια τυπική
διάταξη που πλήσσεται με το κύριο ένδικο βοήθημα και, ενόψει αυτού, δεν
πρόκειται για το «αυτό ζήτημα» κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου
1 παράγραφος 1 του ν. 2479/1997, η οποία, όπως έχει κριθεί (ΣτΕ 1213/2010
Ολομ.), λόγω του ειδικού χαρακτήρα της, είναι στενώς ερμηνευτέα. Ως εκ τούτου,
η ασκηθείσα παρέμβαση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
8. Επειδή, στη διάταξη του άρθρου
2 του ν. 2479/1997(Α΄ 218) , υπό τον τίτλο «Μέλη ΔΕΠ πλήρους και μερικής
απασχόλησης», ως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, ορίζονται, μεταξύ
άλλων, τα εξής: «1. Τα μέλη Δ.Ε.Π. εντάσσονται σε μία από τις εξής δύο
κατηγορίες: α. της πλήρους απασχόλησης. β. της μερικής απασχόλησης. Η ένταξη σε
μία από τις δύο κατηγορίες γίνεται μετά από αίτηση του μέλους Δ.Ε.Π. κατά τα
οριζόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος. Στην περίπτωση που μέλος Δ.Ε.Π. δεν
υποβάλλει εμπρόθεσμα αίτηση, τεκμαίρεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του
ασυμβιβάστου. 2. Τα μέλη Δ.Ε.Π. πλήρους απασχόλησης υποχρεούνται: α. να
διαμένουν και να εγκαθίστανται στο νομό όπου εδρεύει το Τμήμα του Α.Ε.Ι. στο
οποίο υπηρετούν. β. να παραδίδουν προπτυχιακά και μεταπτυχιακά μαθήματα, καθώς
και να διδάσκουν σε φροντιστήρια ή σεμινάρια, σε εργαστήρια ή κλινικές,
ενταγμένα στο Πρόγραμμα Σπουδών του Τμήματος, στο οποίο ανήκουν ή σε άλλο Τμήμα
ή σε Προγράμματα Σπουδών του οικείου Α.Ε.Ι., κατ’ ελάχιστο όριο έξι (6) ώρες
εβδομαδιαίως, μετά από σχετικές αποφάσεις των αρμοδίων οργάνων. γ. να
παρευρίσκονται στους πανεπιστημιακούς χώρους δεκατέσσερις (14) ώρες
εβδομαδιαίως, κατ’ ελάχιστο όριο. Δύνανται μόνον: δ. να αμείβονται από
χρηματοδοτούμενα ερευνητικά προγράμματα ή από Ερευνητικά ινστιτούτα ή Κέντρα
υπό την εποπτεία της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας ή υπό την
εποπτεία άλλων Υπουργείων ή από Ερευνητικά Πανεπιστημιακά Ινστιτούτα υπό την
εποπτεία ή τη συνεποπτεία του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, ε.
να αμείβονται από κάθε είδους έργο, στ. να ασκούν εξωπανεπιστημιακή υπερωριακή
απασχόληση, εφόσον δεν αμείβονται από τη θέση για την οποία παρέχουν την
υπερωριακή τους απασχόληση, ζ. να ασκούν ελευθέριο επάγγελμα, η. . . . θ. . . .
ι. . . . ια. . . . ιβ. . . . Οι ως άνω αμοιβές των μελών ΔΕΠ πλήρους
απασχόλησης, υπό στοιχεία δ΄, ε΄, στ΄ και ζ΄, εισπράττονται υποχρεωτικώς μέσω
του «Ειδικού Λογαριασμού για την Αξιοποίηση των Κονδυλίων του Ιδρύματος». Η
εξωπανεπιστημιακή δραστηριότητα των μελών Δ.Ε.Π. πλήρους απασχόλησης κατά τα
εδάφια ε`, στ` και ζ` της παρούσας παραγράφου δεν μπορεί να υπερβαίνει συνολικά
τις οκτώ (8) ώρες εβδομαδιαίως, κατανεμόμενες σε δύο (2) ημέρες κατά ανώτατο
όριο. 3. α. . . . β. . . . γ. Τα μέλη Δ.Ε.Π. μερικής απασχόλησης υποχρεούνται:
i) να παραδίδουν προπτυχιακά και μεταπτυχιακά μαθήματα, καθώς και να διδάσκουν
σε φροντιστήρια ή σεμινάρια, σε εργαστήρια ή κλινικές, ενταγμένα στο Πρόγραμμα
Σπουδών του Τμήματος, στο οποίο ανήκουν ή σε άλλο Τμήμα ή σε πρόγραμμα σπουδών
του οικείου Πανεπιστημίου, κατ` ελάχιστον όριο τρεις (3) ώρες εβδομαδιαίως,
μετά από σχετικές αποφάσεις των αρμοδίων οργάνων. ii) Να παρευρίσκονται στους
πανεπιστημιακούς χώρους επτά (7) ώρες εβδομαδιαίως κατ’ ελάχιστο όριο, πέραν
των τριών (3) ωρών διδασκαλίας και να παρέχουν κάθε μορφής διδακτικό,
ερευνητικό - επιστημονικό ή διοικητικό έργο. 4. . . . 5. . . . 6. . . .. 7. . .
8. Το ποσοστό που περιέρχεται στο οικείο Α.Ε.Ι. από τις αμοιβές των μελών
Δ.Ε.Π. πλήρους απασχόλησης, που εισπράττονται μέσω του Ειδικού Λογαριασμού για
την αξιοποίηση κονδυλίων του ιδρύματος, ορίζεται με απόφαση της οικείας
Επιτροπής και δεν μπορεί να υπερβαίνει το δεκαπέντε τοις εκατό (15%) ανά αμοιβή
από χρηματοδοτούμενα ερευνητικά προγράμματα ή από ερευνητικά ινστιτούτα ή
Κέντρα υπό την εποπτεία της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας ή υπό
την εποπτεία άλλων Υπουργείων ή από Ερευνητικό Πανεπιστημιακό ινστιτούτο υπό
την εποπτεία ή τη συνεποπτεία του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.
Το ως άνω ποσοστό ορίζεται σε είκοσι τοίς εκατό (20%) ανά αμοιβή από την άσκηση
κάθε είδους έργου και σε τριάντα τοις εκατό (30%) ανά αμοιβή από την άσκηση
ελευθερίου επαγγέλματος. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Παιδείας και
Θρησκευμάτων και οικονομικών μπορεί να τροποποιούνται τα ως άνω ποσοστά. 9. Τα
μέλη Δ.Ε.Π. μερικής απασχόλησης δεν μπορούν να αμείβονται από χρηματοδοτούμενα
ερευνητικά προγράμματα του Ειδικού Λογαριασμού για την αξιοποίηση κονδυλίων στο
οικείο ή άλλο Α.Ε.Ι. Η διάταξη αυτή δεν ισχύει για τις ήδη ανειλημμένες
υποχρεώσεις των ερευνητικών προγραμμάτων της ως άνω κατηγορίας. Στην περίπτωση
αυτή οι αμοιβές των μελών Δ.Ε.Π. μερικής απασχόλησης εισπράττονται μέσω του
Ειδικού Λογαριασμού Κονδυλίων Έρευνας, κατά τα οριζόμενα στην πρώτη περίοδο της
παραγράφου 8 του παρόντος άρθρου. 10. Κάθε μέλος Δ.Ε.Π. είναι υποχρεωτικώς
πλήρους απασχόλησης για τα πρώτα τρία (3) έτη από το διορισμό του σε Ελληνικό
Α.Ε.Ι. Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις μετάκλησης Καθηγητών από
το εξωτερικό σε Τμήματα Πανεπιστημίων ή Τ.Ε.Ι. που εδρεύουν εκτός των Νομών
Αττικής και Θεσσαλονίκης και για ένα πλήρες ημερολογιακό έτος από την
ημερομηνία ανάληψης των καθηκόντων τους. 11. Τα μέλη Δ.Ε.Π. μερικής απασχόλησης
δεν μπορούν να εκλέγονται Πρόεδροι ή Αναπληρωτές Πρόεδροι Τμημάτων, Κοσμήτορες,
Πρυτάνεις, Αντιπρυτάνεις, δεν συμμετέχουν στη Σύγκλητο και δεν εκλέγονται
Διευθυντές σε εργαστήρια και κλινικές.». Αντίστοιχες προς τις ρυθμίσεις των ως
άνω παραγράφων του άρθρου 2 του ν. 2530/1997 περιέχονται στις ταυτάριθμες προς
αυτές παραγράφους του άρθρου 8 του ίδιου νόμου για τα μέλη ΕΠ των ΤΕΙ πλήρους
απασχόλησης. Περαιτέρω, στο άρθρο 3 του ίδιου ν. 2530/1997, υπό τον τίτλο
«Διαδικασία ένταξης», ορίζεται ότι «1. Τον Απρίλιο κάθε έτους όλα τα μέλη
Δ.Ε.Π. καταθέτουν υπεύθυνη δήλωση στην Υπηρεσία Διδακτικού Προσωπικού . . . του
οικείου Α.Ε.Ι. στην οποία αναγράφεται η κατηγορία όπου επιθυμούν να ενταχθούν
από το επόμενο ακαδημαϊκό έτος, . . . Ο Πρόεδρος του Τμήματος εκδίδει για κάθε
μέλος Δ.Ε.Π. πράξη ένταξης σε κάθε κατηγορία, την οποία εγκρίνει ή όχι η
Σύγκλητος . . . ».
9. Επειδή, η σύσταση και ο σκοπός
των ως άνω αναφερομένων «Ειδικών Λογαριασμών», μέσω των οποίων εισπράττονται οι
προαναφερθείσες αμοιβές των πλήρους απασχολήσεως μελών ΔΕΠ των Α.Ε.Ι.
προβλέπονται από την εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 50 του ν.
2413/1996 (Α΄ 124) υπ’ αριθ. 679/22.8.1996 κοινή απόφαση των Υπουργών
Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (Β’ 826), στο άρθρο 1 της
οποίας ορίζονται, ειδικότερα, τα εξής: «1. Συνιστάται σε καθένα από τα Ανώτατα
Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (ΑΕΙ), καθώς και τα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα
(ΤΕΙ) της χώρας Ειδικός Λογαριασμός για την αξιοποίηση των κονδυλίων
επιστημονικής έρευνας, εκπαίδευσης, κατάρτισης, τεχνολογικής ανάπτυξης και
παροχής σχετικών υπηρεσιών, ο οποίος αναφέρεται παρακάτω ως «Λογαριασμός». 2.
Σκοπός του Λογαριασμού είναι η διάθεση και διαχείριση κονδυλίων που προέρχονται
από οποιαδήποτε πηγή και προορίζονται για την κάλυψη δαπανών, οποιουδήποτε
είδους, που είναι απαραίτητες για τις ανάγκες ερευνητικών, εκπαιδευτικών,
επιμορφωτικών, αναπτυξιακών καθώς και έργων συνεχιζόμενης κατάρτισης και έργων
για την παροχή επιστημονικών, τεχνολογικών και καλλιτεχνικών υπηρεσιών, την εκπόνηση
ειδικών μελετών, την εκτέλεση δοκιμών, μετρήσεων εργαστηριακών εξετάσεων και
αναλύσεων, την παροχή γνωμοδοτήσεων, τη σύνταξη προδιαγραφών για λογαριασμό
τρίτων, ως και άλλων σχετικών υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων που συμβάλλουν στη
σύνδεση της εκπαίδευσης και της έρευνας με την παραγωγή και εκτελούνται ή
παρέχονται από το επιστημονικό προσωπικό των ΑΕΙ ή ΤΕΙ ή και με τη συνεργασία
άλλων ειδικών επιστημόνων».
10. Επειδή, εξάλλου, κατ’
εφαρμογή της διατάξεως της παρ. 7 του άρθρου 24 του ν. 2530/1997, με την οποία
παρασχέθηκε εξουσιοδότηση προς ρύθμιση του τρόπου οργάνωσης, λειτουργίας και
διαχείρισης των ειδικών λογαριασμών των Α.Ε.Ι. και Τ.Ε.Ι., εκδόθηκε η υπ’ αριθ.
ΙΒ/10900/18.12.1997 κοινή απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και
Θρησκευμάτων και του Υφυπουργού Οικονομικών, με τίτλο «Οργάνωση και λειτουργία
ειδικών λογαριασμών Α.Ε.Ι. και Τ.Ε.Ι. σύμφωνα με τον Ν. 2530/1997» (Β’ 1163),
με την οποία καθορίσθηκε η διαδικασία εισπράξεως και αποδόσεως στον οικείο
ειδικό λογαριασμό των Α.Ε.Ι. και Τ.Ε.Ι. των κρατήσεων με τις οποίες
επιβαρύνονται οι ανωτέρω αμοιβές των μελών Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. και Ε.Π. των
Τ.Ε.Ι. πλήρους απασχόλησης. Εν συνεχεία, δημοσιεύθηκε ο ν. 2817/2000 (Α΄ 78),
με την διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 του οποίου ορίσθηκαν τα εξής : «1. α) Τα
ποσοστά που προβλέπονται από τις διατάξεις της §8 του άρθρου 2 και της §8 του
άρθρου 8 του ν. 2530/1997 καθορίζονται από της ισχύος του προαναφερθέντος νόμου
μέχρι 10% ανά αμοιβή από χρηματοδοτούμενα ερευνητικά προγράμματα ή από
Ερευνητικά Ινστιτούτα ή Κέντρα υπό την εποπτεία της Γενικής Γραμματείας Έρευνας
και Τεχνολογίας ή υπό την εποπτεία άλλων Υπουργείων ή από Ερευνητικά
Πανεπιστημιακά Ινστιτούτα υπό την εποπτεία ή τη συνεποπτεία του Υπουργείου
Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, σε δέκα τοις εκατό (10%) ανά αμοιβή από την
άσκηση κάθε είδους έργου και σε δεκαπέντε τοις εκατό (15%) ανά αμοιβή από την
άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος για τα μέλη Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. και για τα μέλη
Ε.Π. των Τ.Ε.Ι. πλήρους απασχόλησης. β) Η διαφορά που προκύπτει από τα ήδη
καταβληθέντα ποσά των ως άνω μελών στο οικείο Α.Ε.Ι. ή Τ.Ε.Ι., βάσει των
ποσοστών του ν. 2530/1997, συμψηφίζεται με τα ποσά που καταβάλλονται, βάσει των
διατάξεων του προηγούμενου εδαφίου. γ) Τα ποσοστά του εδαφίου α’ του παρόντος
υπολογίζονται επί των ακαθαρίστων αμοιβών των μελών Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. και των
μελών Ε.Π. των Τ.Ε.Ι. πλήρους απασχόλησης, αντίστοιχα. Ειδικώς, το ποσοστό από
την άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος των ως άνω μελών που περιέρχεται στο οικείο
Α.Ε.Ι. ή Τ.Ε.Ι. υπολογίζεται επί των ακαθάριστων αμοιβών τους, αφαιρουμένων επί
του ποσού της αμοιβής τους των δαπανών που προορίζονται για την προμήθεια
αναλώσιμων υλικών για λογαριασμό των πελατών τους, μη υπολογιζομένων των
δαπανών για τη λειτουργία του γραφείου τους. δ) Καταργείται από τότε που ίσχυσε
η υπ’ αριθμ. ΙΒ/10900/18.12.1997 κοινή απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας
και Θρησκευμάτων και του Υφυπουργού Οικονομικών με θέμα «Οργάνωση και
λειτουργία Ειδικών Λογαριασμών Α.Ε.Ι. και Τ.Ε.Ι. σύμφωνα με το ν. 2530/1997»
(ΦΕΚ 1163 Β’/30.12.1997). Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Παιδείας και
Θρησκευμάτων και Οικονομικών ρυθμίζονται από της ισχύος της ανωτέρω
καταργηθείσας απόφασης και σύμφωνα με το ν. 2530/1997 και τις διατάξεις της
παρούσας: ι.) Η διαδικασία εισπράξεως και βεβαιώσεως του ποσού που περιέρχεται
στο οικείο Α.Ε.Ι. ή Τ.Ε.Ι. από τις αμοιβές των εδαφίων δ’, ε’, στ’ και ζ’ της
παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 2530/1997 των μελών Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. πλήρους
απασχόλησης και από τις αμοιβές των εδαφίων γ’, δ’, ε’ και στ’ της παρ. 2 του
άρθρου 8 του ν. 2530/1997 των μελών Ε.Π. των Τ.Ε.Ι. πλήρους απασχόλησης. ιι) Η
διαδικασία συμψηφισμού του εδαφίου β’ της παρούσας. ιιι) οι ειδικότερες
προϋποθέσεις και κάθε εν γένει λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας». Κατ’
εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διατάξεως εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη (υπ’
αριθ. Φ. 35/10506/ΙΒ/31.1.2002) κοινή υπουργική απόφαση, με το άρθρο μόνο της
οποίας ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: «1. Οι κρατήσεις, με τις οποίες
επιβαρύνονται οι αμοιβές των εδ. δ`, ε`, στ` και Γ της παρ. 2 του άρθρου 2 του
Ν.2530/97 των μελών ΔΕΠ των Πανεπιστημίων πλήρους απασχόλησης . . . , σύμφωνα
με τις διατάξεις της παρ. 8 του άρθρου 2 . . ., όπως αυτές τροποποιήθηκαν από
τις διατάξεις του εδαφίου α΄ της παρ. 1 του άρθρου 15 του Ν. 2817/2000,
αποτελούν έσοδα του (Eιδικoύ Λογαριασμού για την Αξιοποίηση Κονδυλίων του
Ιδρύματος) και εισπράττονται μέσω αυτού. 2. Η Επιτροπή Διαχείρισης του Ειδικού
Λογαριασμού ορίζει το ποσοστό κράτησης που επιβάλλεται στις αμοιβές των μελών
ΔΕΠ των Πανεπιστημίων . . . ΤΕΙ από χρηματοδοτούμενα ερευνητικά προγράμματα ή
από ερευνητικά ινστιτούτα ή κέντρα . . . , κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις της
πρώτης περιόδου της παρ. 8 του άρθρου 2 . . . του Ν. 2530/97, όπως αυτές
τροποποιήθηκαν από τις διατάξεις του εδαφίου α` της παρ. 1 του άρθρου 15του Ν.
2817/2000. 3. Η Επιτροπή Διαχείρισης του Ειδικού Λογαριασμού αποφασίζει την
υπαγωγή των αμοιβών των εδ. δ΄, ε΄, στ΄ και ζ΄ της παρ. 2 του άρθρου 2 του Ν.
2530/97 των μελών ΔΕΠ των Πανεπιστημίων πλήρους απασχόλησης . . ., στις
κατηγορίες των ποσοστών κράτησης, που προβλέπονται στις διατάξεις της παρ. 8
του άρθρου 2 . . . του Ν. 2530/97, όπως αυτές τροποποιήθηκαν από τις διατάξεις
του εδαφίου α της παρ. 1 του άρθρου 15 του Ν. 2817/2000. 4. Τα ποσοστά της παρ.
8 του άρθρου 2 . . . του Ν. 2530/97, όπως αυτά τροποποιήθηκαν από τις διατάξεις
του εδαφίου α΄ της παρ. 1 του άρθρου 15 του Ν. 2817/2000, επιβάλλονται επί των
ακαθαρίστων αμοιβών των μελών ΔΕΠ των Πανεπιστημίων . . . πλήρους απασχόλησης .
. . Ειδικώς, το ποσοστό από την άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος των ως άνω μελών
που περιέρχεται στο οικείο Πανεπιστήμιο ή ΤΕΙ υπολογίζεται επί των ακαθαρίστων
αμοιβών τους, αφαιρουμένων επί του ποσού αμοιβής τους των δαπανών που
προορίζονται για την προμήθεια αναλώσιμων υλικών και για αγορά υπηρεσιών από
τρίτους για λογαριασμό των πελατών τους, μη υπολογιζομένων των δαπανών για τη
λειτουργία του γραφείου τους. Οι ανωτέρω δαπάνες που προορίζονται για την
προμήθεια αναλώσιμων υλικών και για αγορά υπηρεσιών από τρίτους για λογαριασμό
των πελατών τους θα αποδεικνύονται με τα προβλεπόμενα από τον ΚΒΣ νόμιμα
παραστατικά και δεν θα υπερβαίνουν το 35% επί των συνολικών ετήσιων εσόδων από
την άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος. 5. Η Επιτροπή Διαχείρισης του Ειδικού
Λογαριασμού εισπράττει και καταβάλλει στα μέλη ΔΕΠ των Πανεπιστημίων . . .
πλήρους απασχόλησης τις αμοιβές των εδ. δ΄, ε΄, στ΄ και ζ΄ της παρ. 2 του
άρθρου 2 του Ν. 2530/97. . . μετά την παρακράτηση του ανάλογου ποσοστού που
περιέρχεται στο Ίδρυμα. 6. Τα έσοδα από παροχή υπηρεσιών των μελών ΔΕΠ των
Πανεπιστημίων . . . πλήρους απασχόλησης εισπράττονται από τον " Ειδικό
Λoγαριασμό για την Αξιοποίηση Κονδυλίων του Ιδρύματος", μέσω του μέλους
ΔΕΠ των Πανεπιστημίων ή ΕΠ των ΤΕΙ πλήρους απασχόλησης. . . . 7. Ο χρόνος
απόδοσης στον " Ειδικό Λογαριασμό για την Αξιοποίηση Κονδυλίων του
Ιδρύματος" του ποσοστού κρατήσεων, . . ., επί των αμοιβών των εδ. δ΄, ε΄,
στ΄ και ζ΄ της παρ. 2 του άρθρου 2 του Ν. 2530/97 των μελών ΔΕΠ των
Πανεπιστημίων πλήρους απασχόλησης . . ., καθορίζεται με απόφαση της Επιτροπής
Διαχείρισης φορολογικών υποχρεώσεων των μελών ΔΕΠ των Πανεπιστημίων . . .
πλήρους απασχόλησης και πάντως για χρονικό διάστημα όχι μεγάλύτερο του
εξαμήνου. 8. Οι αμοιβές των μελών ΔΕΠ των Πανεπιστημίων . . . πλήρους
απασχόλησης, που προκύπτουν από την άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος και
εισπράπονται μέσω του " Ειδικού Λογαριασμού για την Αξιοποίηση Κονδυλίων
του Ιδρύματος", αποτελούν εισόδημα Ζ πηγής και υπόκεινται στις φορολογικές
ρυθμίσεις των εισοδημάτων αυτών. Τα ως άνω μέλη ΔΕΠ ή ΕΠ τηρούν τα προβλεπόμενα
βιβλία και στοιχεία από τον ΚΒΣ, όπως ισχύει. Για την παρακράτηση του ποσοστού
της παρ. 8 του άρθρου 2 . . . του Ν. 2530/97, όπως αυτό τροποποιήθηκε από τις
διατάξεις του εδαφίου α` της παρ. 1 του άρθρου 15του Ν. 2817/2000, εκδίδεται
στο τέλος της διαχειριστικής περιόδου στο όνομα του μέλους ΔΕΠ των
Πανεπιστημίων ή ΕΠ των ΤΕΙ πλήρους απασχόλησης βεβαίωση από τον " Ειδικό
Λογαριασμό για την Αξιοποίηση Κονδυλίων του Ιδρύματος" , η οποία
καταχωρείται στα βιβλία του και αποτελεί το νόμιμο δικαιολογητικό εξόδων της
προβλεπόμενης από τον Ν. 2817/2000 υποχρεωτικής παρακράτησης. Το ποσό της
συγκεκριμένης δαπάνης εκπίπτει από το καθαρό φορολογητέο εισόδημα του μέλους
ΔΕΠ . . . που προκύπτει από την άσκηση του ελευθέριου επαγγέλματος. 9. . . .
10. Η διαφορά που προκύπτει από τα ήδη καταβληθέντα, βάσει των ποσοστών του Ν.
2530/97, ποσά από μέρους των ως άνω μελών στο οικείο Πανεπιστήμιο . . .
συμψηφίζεται με τα οφειλόμενα ποσά, βάσει των διατάξεων του εδαφίου α` της παρ.
1 του άρθρου 15 του Ν. 2817/2000. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει δυνατότητα συμψηφισμού
(λόγω συνταξιοδότησης, αναστολής καθηκόντων κ.λπ.), όπως επίσης και σε
περίπτωση πιστωτικής διαφοράς, η διαφορά επιστρέφεται στους δικαιούχους ατόκως
και δηλώνεται ως καθαρό φορολογητέο εισόδημα από τα μέλη ΔΕΠ ή ΕΠ στις αρμόδιες
ΔΟΥ σύμφωνα με βεβαιώσεις που θα τους χορηγεί ο « Ειδικός Λογαριασμός για την
Αξιοποίηση Κονδυλίων του Ιδρύματος». Ο Ειδικός Λογαριασμός υποχρεούται να
δηλώσει στη Διεύθυνση Φορολογίας Εισοδήματος του Υπουργείου Οικονομικών (ΚΕΠΥΟ)
ως καθαρό φορολογητέο εισόδημα τα ποσά που επιστρέφει στα μέλη ΔΕΠ ή ΕΠ σύμφωνα
με τα ανωτέρω.».
11. Επειδή, όπως έχει παγίως
κριθεί, με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 78 του Συντάγματος, στην οποία
ορίζεται ότι: «Το αντικείμενο της φορολογίας, ο φορολογικός συντελεστής, οι
απαλλαγές ή οι εξαιρέσεις από τη φορολογία … δεν μπορούν να αποτελέσουν
αντικείμενο νομοθετικής εξουσιοδότησης …», θεσπίζεται απαγόρευση νομοθετικής
εξουσιοδοτήσεως μόνον προκειμένου περί φορολογικών και όχι προκειμένου περί
ανταποδοτικών ή άλλου χαρακτήρος οικονομικών βαρών (βλ. ΣτΕ 815/2013 Ολομ.,
3293/2005 Ολομ. κ.α.).
12. Επειδή, από τις διατάξεις που
παρατίθενται στις σκέψεις 8 και 9 και προβλέπουν την παρακράτηση ποσοστού επί
των αμοιβών από τις ανωτέρω δραστηριότητες μελών Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. και τον
τρόπο διάθεσης των αντίστοιχων ποσών, συνάγεται ότι οι επίμαχες επιβαρύνσεις
δεν έχουν φορολογικό χαρακτήρα, καθόσον τα παρακρατούμενα ποσά διατίθενται υπέρ
των οικείων ιδρυμάτων για την κάλυψη δαπανών, απαραίτητων για τις ανάγκες έργων
(εκπαιδευτικών, επιμορφωτικών κ.α.) και την παροχή υπηρεσιών (επιστημονικών,
τεχνολογικών κ.α.), που συμβάλλουν στη σύνδεση της εκπαίδευσης και της έρευνας
με την παραγωγή, τα οποία εκτελούνται ή παρέχονται και από το επιστημονικό
προσωπικό των Α.Ε.Ι. Οι τελευταίοι είναι, ενόψει αυτού, οι τελικοί αποδέκτες
των παρακρατούμενων ποσών, τα οποία συμβάλλουν στην εξασφάλιση των υλικών
προϋποθέσεων αξιοπρεπούς ασκήσεως του πανεπιστημιακού τους έργου και
απολαμβάνουν δυνατότητες παροχής εκπαίδευσης υψηλού επιπέδου εντός του
Πανεπιστημίου (εγκαταστάσεις, ερευνητικό εξοπλισμό, πανεπιστημιακές
βιβλιοθήκες), ενώ παράλληλα μπορούν να ασκούν και ελευθέριο επάγγελμα, να
επαυξάνουν δε την ιδιωτική τους πελατεία λόγω του αυξημένου κύρους που τους
προσδίδει η θέση τους και η εν γένει απασχόλησή τους στο Πανεπιστήμιο. Κατά την
γνώμη, όμως, των Συμβούλων Ν. Μαρκουλάκη, Ν. Καραμανώφ, Ιωαν. Ματζουράνη, Ευαγ.
Νίκα, Γ. Τσιμέκα, Π. Καρλή, Α. Ντέμσια, Μ. Σταματελάτου και Δ. Μακρή, προς την
οποία συντάχθηκε και ο Πάρεδρος Χ. Ντουχάνης, οι επίμαχες κρατήσεις έχουν τον
χαρακτήρα φόρου διότι, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις της υπ’ αριθ.
679/22.8.1996 κοινής υπουργικής απόφασης, διατίθενται για τη χρηματοδότηση
έργων και υπηρεσιών που εκτελούνται ή παρέχονται από το επιστημονικό προσωπικό
των Α.Ε.Ι. ή και με τη συνεργασία άλλων ειδικών επιστημόνων και συμβάλλουν στη
σύνδεση της εκπαίδευσης και της έρευνας με την παραγωγή, αξιοποιούνται, δηλαδή,
για την εξυπηρέτηση γενικών σκοπών κρατικού ενδιαφέροντος και υπηρετούν
δραστηριότητες οι οποίες δεν αποτελούν αντάλλαγμα κάποιας ιδιαίτερης υπηρεσίας
που παρέχεται στα βαρυνόμενα με την καταβολή τους μέλη Δ.Ε.Π., αλλά δύνανται,
από τη φύση τους, να ωφελήσουν αόριστο κύκλο προσώπων (πρβλ. ΣτΕ 1620/2012
Ολομ., 3293/2005 Ολομ.). Το κύρος, εξάλλου, των πανεπιστημιακών λειτουργών και
η εξ αυτού άντληση πρόσθετης πελατείας, οφείλεται πρωτίστως στην προσωπική τους
αξία, η δε χρήση των πανεπιστημιακών βιβλιοθηκών και λοιπών εγκαταστάσεων δεν
αποτελεί ειδική αντιπαροχή προς αυτούς, διότι και αν γίνει ακόμη δεκτό ότι
ωφελούνται από την αξιοποίηση των επίμαχων κρατήσεων με την εν γένει βελτίωση
των συνθηκών άσκησης του λειτουργήματός τους, ένα τόσο έμμεσο όφελος, όμοιο
προς την εν γένει προσδοκώμενη βελτίωση των συνθηκών παροχής κάθε δημόσιας
υπηρεσίας μέσω της κατάλληλης αξιοποίησης των δημόσιων πόρων με τους οποίους
χρηματοδοτείται, δεν συνιστά την απαιτούμενη κατά τη νομολογία (βλ. ΣτΕ
875/2013 Ολομ.) άμεση και ειδική αντιπαροχή ώστε να αναιρείται ο χαρακτήρας των
σχετικών επιβαρύνσεων ως φορολογικών.
13. Επειδή, προβάλλεται ότι
αντίκειται στο Σύνταγμα η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του ν. 2530/1997 (όπως
ισχύει μετά το άρθρο 15 του ν. 2817/2000), κατά το μέρος που με αυτήν α)
καθορίζεται μόνον το ανώτατο όριο (10 %) του ποσοστού που παρακρατείται από
αμοιβές του διδακτικού προσωπικού από χρηματοδοτούμενα προγράμματα ή από
ερευνητικά ινστιτούτα ή κέντρα και, περαιτέρω, χορηγείται εξουσιοδότηση στην
Επιτροπή Διαχείρισης του οικείου Ειδικού Λογαριασμού (ανά ΑΕΙ) να καθορίσει το
ακριβές ποσοστό με κανονιστική απόφασή της, και β) ορίζεται ότι όλα τα ποσοστά
κρατήσεων επί αμοιβών του διδακτικού προσωπικού (τόσο το προαναφερθέν, που
ορίζεται μόνο ως προς το ανώτατο όριο, όσο και τα υπόλοιπα, που ορίζονται από
το νόμο σε ορισμένο ύψος) μπορούν να τροποποιούνται με κοινές υπουργικές
αποφάσεις. Οι αιτούντες προβάλλουν, ειδικότερα, ότι οι ρυθμίσεις αυτές
επιτρέπουν τον καθορισμό του παρακρατούμενου ποσοστού με κατ’ εξουσιοδότηση
εκδιδόμενες διοικητικές πράξεις κατά παράβαση του άρθρου 78 παρ. 4 του
Συντάγματος που απαγορεύει τον καθορισμό φορολογικού συντελεστή κατ’
εξουσιοδότηση νόμου. Οι λόγοι αυτοί ακυρώσεως, ενόψει των όσων έγιναν δεκτά
στις δύο προηγούμενες σκέψεις, πρέπει να απορριφθούν, διότι στηρίζονται στην
εσφαλμένη προϋπόθεση ότι οι επίδικες επιβαρύνσεις έχουν τον χαρακτήρα φόρου.
Απορριπτέα, για τον ίδιο λόγο, είναι και τα περαιτέρω προβαλλόμενα ότι η
επιβολή των επίδικων κρατήσεων συνιστά παραβίαση του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος
σύμφωνα με το οποίο: «Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα
δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους», διότι η διάταξη αυτή κατοχυρώνει
την ισότητα των πολιτών έναντι των φορολογικών βαρών.
14. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο
43 παρ. 2 του Συντάγματος: «Ύστερα από πρόταση του αρμόδιου υπουργού
επιτρέπεται η έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων, με ειδική εξουσιοδότηση του
νόμου και μέσα στα όριά της. Εξουσιοδότηση για έκδοση κανονιστικών πράξεων από
άλλα όργανα της διοίκησης επιτρέπεται προκειμένου να ρυθμιστούν ειδικότερα
θέματα ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό».
Κατά την έννοια των διατάξεως αυτής, η νομοθετική εξουσιοδότηση, για να είναι
σύμφωνη με το Σύνταγμα, πρέπει να είναι ειδική και ορισμένη, υπό την έννοια ότι
πρέπει να προσδιορίζει καθ' ύλην το αντικείμενό της, ήτοι να μην είναι γενική
και αόριστος, ασχέτως αν είναι ευρεία ή στενή, ασχέτως, δηλαδή αν είναι
μεγαλύτερος ή μικρότερος ο αριθμός των περιπτώσεων τις οποίες η Διοίκηση μπορεί
να ρυθμίσει, βάσει της συγκεκριμένης νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, κανονιστικώς.
(βλ. ενδ. ΣτΕ 2304/1995 Ολομ., 1466/1995 Ολομ.). Ως «ειδικότερα» θέματα
νοούνται, εξάλλου, εκείνα τα οποία αποτελούν, κατά το περιεχόμενό τους και σε
σχέση με την ουσιαστική ρύθμιση που περιέχεται στο νομοθετικό κείμενο,
μερικότερη περίπτωση ορισμένου θέματος που αποτελεί το αντικείμενο της
νομοθετικής ρυθμίσεως. Απαιτείται επομένως, στην περίπτωση αυτή, να περιέχει το
νομοθετικό κείμενο όχι απλώς τον καθ’ ύλην προσδιορισμό του αντικειμένου της
εξουσιοδοτήσεως, αλλά, επί πλέον και την ουσιαστική ρύθμιση του, έστω και σε
γενικό, ορισμένο, όμως, πλαίσιο σύμφωνα προς το οποίο θα ενεργήσει η Διοίκηση
προκειμένου να ρυθμίσει τα μερικότερα θέματα (βλ. ενδ. ΣτΕ 1101/2002 Ολομ.,
2815/2004 Ολομ.).
15. Επειδή, στην προκειμένη
περίπτωση, η επίμαχη διάταξη του άρθρου 15 του ν. 2817/2000: α) καθορίζει
αναδρομικώς (από της ισχύος του ν. 2530/1997) τα (μειωμένα) ποσοστά επί των
οποίων επιβάλλονται οι επίμαχες κρατήσεις επί των αμοιβών των μελών ΔΕΠ ΑΕΙ από
εξωπανεπιστημιακή δραστηριότητα (παρ. 1 περ. α΄), β) προβλέπει συμψηφισμό της
διαφοράς που προκύπτει από τα ήδη καταβληθέντα ποσά βάσει του άρθρου 2 παρ. 8
του ν. 2530/1997 και αυτών που καταβάλλονται εφεξής βάσει της περίπτωσης α΄ της
παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 2817/2000 (παρ. 1 περ. β΄), γ) ορίζει ότι
υποβάλλονται σε κρατήσεις οι ακαθάριστες αμοιβές, καθορίζει δε και τα ποσά που
αφαιρούνται από τις αμοιβές αυτές (παρ. 1 περ. γ΄), και δ) χορηγεί
εξουσιοδότηση στους Υπουργούς Παιδείας και Οικονομικών (παρ. 1 περ. δ΄) να
ρυθμίσουν με κοινή απόφασή τους ι) τη διαδικασία είσπραξης και βεβαίωσης των
ποσών που περιέρχονται στα οικεία εκπαιδευτικά ιδρύματα, ιι) τη διαδικασία
συμψηφισμού της διαφοράς από καταβληθείσες ήδη κρατήσεις και ιιι) τις
ειδικότερες προϋποθέσεις και κάθε λεπτομέρεια για την εφαρμογή της διάταξης του
άρθρου 15 παρ. 1 του ν. 2817/2000. Με το περιεχόμενο αυτό, η εξουσιοδοτική
διάταξη της παρ. 1 περ. δ΄ του άρθρου 15 του ν. 2817/2000, κατ' επίκληση της
οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση, είναι ειδική, όπως
απαιτεί η διάταξη του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος, διότι καθορίζει κατά
τρόπο συγκεκριμένο τα θέματα που είναι δυνατό να ρυθμίσει ο κανονιστικός
νομοθέτης και δεν αντίκειται στην εν λόγω συνταγματική διάταξη, διότι τα θέματα
για τα οποία χορηγείται η εξουσιοδότηση αποτελούν στο σύνολό τους ειδικότερα
θέματα, δηλαδή μερικότερες περιπτώσεις των ρυθμίσεων των περιπτώσεων α' έως γ'
της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 2817/2000, οι οποίες περιέχουν τις βασικές
ουσιαστικές ρυθμίσεις. Συνεπώς, ο λόγος ακυρώσεως του από 2.7.2007 προσθέτου
δικογράφου, με τον οποίο προβάλλεται ότι η ανωτέρω εξουσιοδοτική διάταξη
αντίκειται στο άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
16. Επειδή, προβάλλεται ότι οι
ρυθμίσεις του άρθρου 2 του ν. 2530/1997, με τις οποίες τα μέλη του Δ.Ε.Π. των
Α.Ε.Ι. εντάσσονται σε δύο κατηγορίες, πλήρους και μερικής απασχόλησης, και
καθορίζονται οι συναφείς με την εν λόγω διάκριση υποχρεώσεις και δικαιώματα
κάθε κατηγορίας, περιλαμβανομένης της θεσπίσεως των επίδικων επιβαρύνσεων,
αντίκεινται στο άρθρο 16 παρ. 5 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει την
"πλήρη αυτοδιοίκηση" των Α.Ε.Ι. Οι αιτούντες προβάλλουν, ειδικότερα,
ότι, ενόψει και του άρθρου 16 παρ. 6 του Συντάγματος που ορίζει ότι τα σχετικά
με την κατάσταση των καθηγητών Α.Ε.Ι. καθορίζονται από τους οργανισμούς των
οικείων ιδρυμάτων, η αυτοδιοίκηση αυτή περιλαμβάνει και τον καθορισμό του έργου
και των υποχρεώσεων και δικαιωμάτων του εν λόγω προσωπικού της ανώτατης
εκπαίδευσης, και ότι, επομένως, ο καθορισμός των ζητημάτων αυτών ανήκει
αποκλειστικά στην αρμοδιότητα των Α.Ε.Ι. και δεν μπορούσε να αποτελέσει
αντικείμενο νομοθετικής ρύθμισης. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί. Και τούτο
διότι η αρχή της πλήρους αυτοδιοίκησης των Α.Ε.Ι. έχει ως περιεχόμενο την
εξουσία των ιδρυμάτων αυτών να αποφασίζουν για τις δικές τους υποθέσεις με δικά
τους αποκλειστικά όργανα (υπό κρατική πάντοτε εποπτεία η οποία περιορίζεται
μόνον στην άσκηση ελέγχου νομιμότητας), η εξουσία, όμως, αυτή όπως γίνεται
παγίως δεκτό, περιορίζεται στην εφαρμογή των κανόνων δικαίου που διέπουν την
οργάνωση και λειτουργία των Α.Ε.Ι. Δεν περιλαμβάνει και άμεση αρμοδιότητα
θέσπισης των τελευταίων αυτών κανόνων δικαίου, γιατί το Σύνταγμα δεν ιδρύει
καθεστώς αυτονομίας των Α.Ε.Ι.. Οι κανόνες οργάνωσης και λειτουργίας των Α.Ε.Ι.
θεσπίζονται, όπως και για κάθε άλλη κρατική ή αυτοδιοικούμενη δημόσια υπηρεσία,
από τον νομοθέτη, κοινό και κανονιστικό, ο οποίος δεν είναι υποχρεωμένος να
ακολουθεί συγκεκριμένα οργανωτικά πρότυπα ως προς τη διαμόρφωση της υπηρεσιακής
κατάστασης του διδακτικού προσωπικού των ΑΕΙ, παρά μόνο να διασφαλίζει την
ακαδημαϊκή ελευθερία του μέσα στο εγγυημένο θεσμικά πλαίσιο της "πλήρους
αυτοδιοίκησης" των εν λόγω ιδρυμάτων. (βλ. ενδ. ΣτΕ 1817/1983 Ολομ.,
32/1989 επτ. κ.α.). Στην προκειμένη περίπτωση, τα ζητήματα που ρυθμίζονται με
το επίμαχο άρθρο 2 του ν. 2530/1997, σχετικά με την υπηρεσιακή κατάσταση και
τον καθορισμό του έργου και των υποχρεώσεων των μελών Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι.,
αποτελούν ταυτόχρονα θέματα οργάνωσης και λειτουργίας των Α.Ε.Ι. σχετικά με
τους όρους υπό τους οποίους θα παρέχεται το επιστημονικό, διδακτικό και
ερευνητικό τους έργο. Οι εν λόγω όροι δεν σχετίζονται με ζητήματα ακαδημαϊκής
ελευθερίας του εν λόγω προσωπικού, η δε επίδικη ρύθμιση του ζητήματος της παρακράτησης
μέρους της αμοιβής των μελών Δ.Ε.Π. από άσκηση εξωπανεπιστημιακών
δραστηριοτήτων δεν συνδέεται με την αυτοδιοίκηση των Α.Ε.Ι. Ενόψει αυτών, η
ρύθμιση των εν λόγω θεμάτων ανήκει πράγματι στο ρυθμιστικό πεδίο του νόμου και,
νομίμως έγινε με τυπικό νόμο, ο δε αντίθετος λόγος ακυρώσεως είναι αβάσιμος.
17. Επειδή, όπως έχει παγίως
κριθεί, η ελευθερία ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας, ως ειδικότερη
εκδήλωση της οικονομικής ελευθερίας, την οποία κατοχυρώνει ως ατομικό δικαίωμα
το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, δεν παρακωλύει τη θέσπιση από το νομοθέτη
περιορισμών που τίθενται κατά τρόπο γενικό και αντικειμενικό, για λόγους
προστασίας του δημοσίου και κοινωνικού συμφέροντος. Οι επιβαλλόμενοι κατά τα
ανωτέρω περιορισμοί, ενόψει της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας που
κατοχυρώνεται με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος, πρέπει να είναι
πρόσφοροι και αναγκαίοι και να συνάπτονται με τον σκοπό που επιδιώκει ο νόμος,
επιβάλλεται δε πάντοτε να υπάρχει εύλογη σχέση μεταξύ του συγκεκριμένου μέτρου
και του επιδιωκόμενου σκοπού. (βλ. ΣτΕ 2527-2531/13 Ολομ, 2204/2010 Ολομ.). Εν
προκειμένω, η επιβολή παρακράτησης στις αμοιβές επί συγκεκριμένων
δραστηριοτήτων των μελών Δ.Ε.Π. πλήρους απασχόλησης τίθεται με γενικά και
αντικειμενικά κριτήρια και εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό, δεδομένου όπως προκύπτει
από την, παρατεθείσα στη σκέψη 8, υπ’ αριθ. 679/22.8.1996 κοινή απόφαση των
Υπουργών Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, οι Ειδικοί
Λογαριασμοί για την αξιοποίηση κονδυλίων των ΑΕΙ, έσοδο των οποίων αποτελεί
κατά τα οριζόμενα στην προσβαλλόμενη πράξη η επίδικη παρακράτηση, έχουν ως
σκοπό τη διάθεση κονδυλίων για την κάλυψη δαπανών, οποιουδήποτε είδους, που
είναι απαραίτητες για το ερευνητικό, εκπαιδευτικό, επιμορφωτικό και αναπτυξιακό
έργο των ΑΕΙ και για την παροχή υπηρεσιών, την εκπόνηση μελετών και άλλων
σχετικών υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων από πλευράς των ιδρυμάτων που συμβάλλουν
στη σύνδεση της εκπαίδευσης και της έρευνας με την παραγωγή. Εξάλλου, η επιβολή
παρακράτησης σε αμοιβές για υπηρεσίες που τα μέλη Δ.Ε.Π. πλήρους απασχόλησης
παρέχουν στα πλαίσια επιτρεπόμενης εξωπανεπιστημιακής δραστηριότητας ως
ελεύθεροι επαγγελματίες αποτελεί περιορισμό που απορρέει από την ένταξη του
ελεύθερου επαγγελματία στο διδακτικό προσωπικό πλήρους απασχόλησης των Α.Ε.Ι.
και δεν θίγει τον πυρήνα της επαγγελματικής ελευθερίας, δεδομένου μάλιστα ότι
το ποσοστό παρακράτησης επί των συγκεκριμένων αμοιβών (μέχρι 10% ανά αμοιβή από
χρηματοδοτούμενα προγράμματα ή ερευνητικά ινστιτούτα ή κέντρα, 10% από άσκηση
κάθε είδους έργου και 15% ανά αμοιβή από ελευθέριο επάγγελμα), δεν περιορίζει
ουσιωδώς το εισόδημα των εν λόγω μελών - οι οποίοι, άλλωστε, έχουν έσοδα και
από τον μισθό τους ως μέλη Δ.Ε.Π. - πρωτίστως λόγω του ύψους του, σε συνδυασμό
και με το γεγονός ότι η παρακράτηση επιβάλλεται σε ορισμένες από τις
αμειβόμενες δραστηριότητες των μελών ΔΕΠ πλήρους απασχόλησης (βλ. στοιχ. η΄-
ι΄και ιβ΄ του εδαφ. γ΄ της παραγρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 2530/1997). Ενόψει
αυτών, τα προβαλλόμενα περί παραβιάσεως των ανωτέρω αυξημένης τυπικής ισχύος
συνταγματικών διατάξεων πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.
18. Επειδή, η αρχή της ισότητας
που καθιερώνεται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος θεσπίζει νομικό κανόνα ο
οποίος δεσμεύει όλα τα συντεταγμένα όργανα της πολιτείας και, επομένως, και το
νομοθέτη. Ο κανόνας αυτός, κατά τα παγίως κριθέντα, επιβάλλει μεν την
ομοιόμορφη μεταχείριση των προσώπων που τελούν υπό τις αυτές συνθήκες, δεν
αποκλείει, όμως, τη διάφορη ρύθμιση περιπτώσεων που τελούν υπό διαφορετικές ή
ειδικές συνθήκες, καθώς και τη θέσπιση εξαιρέσεων, εφόσον αυτές δικαιολογούνται
από ειδικούς λόγους γενικότερου ή υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος. (βλ. ενδ. ΣτΕ
1481-2/2002, 2873/2000 κ.α.). Στην υπό κρίση περίπτωση, οι αιτούντες προβάλλουν
ότι, κατά παράβαση της αρχής της ισότητας, τίθενται σε δυσμενέστερη θέση έναντι
των υπολοίπων ελεύθερων επαγγελματιών που δεν είναι μέλη Δ.Ε.Π. πλήρους
απασχόλησης ως προς τη νομοθετική μεταχείριση των αμοιβών τους από την άσκηση
ελευθέρου επαγγέλματος, καθώς και έναντι των συναδέλφων τους μελών Δ.Ε.Π. μερικής
απασχόλησης στα οποία δεν επιβάλλονται οι επίμαχες επιβαρύνσεις. Προβάλλεται
ακόμη ότι το διδακτικό προσωπικό των Α.Ε.Ι., σύμφωνα με το άρθρο 16 παραγρ. 6
του Συντάγματος, είναι "δημόσιοι λειτουργοί" και ότι θέσπιση
περιορισμών στην άσκηση εξωπανεπιστημιακών και λοιπών επαγγελματικών και
επιστημονικών δραστηριοτήτων τους επιτρέπεται μόνο στο μέτρο που απαιτείται από
το πανεπιστημιακό τους λειτούργημα. Η αναγνώριση, όμως, και μάλιστα ευθέως από
το ίδιο το Σύνταγμα, των μελών του διδακτικού προσωπικού της ανώτατης
εκπαίδευσης ως δημοσίων λειτουργών, ιδιότητα η οποία συνδέεται προδήλως με την
εξυπηρέτηση ιδιαίτερα σημαντικού δημοσίου συμφέροντος - την παροχή της ανώτατης
εκπαίδευσης από αμιγώς δημόσια ιδρύματα- συνιστά επαρκή λόγο που δικαιολογεί τη
διαφορετική νομοθετική μεταχείριση των αιτούντων από τους μη κατέχοντες δημόσιο
λειτούργημα (βλ. ΣτΕ. 257/2005 επτ., 4113/2000 επτ. κ.ά.). Η διαφορετική αυτή
μεταχείριση μπορεί να έχει ως περιεχόμενο, ιδίως, την επιβολή περιορισμών ή και
απαγορεύσεων στην άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος ή άλλων δραστηριοτήτων, οι
οποίες δεν εντάσσονται στα κύρια καθήκοντα του δημοσίου λειτουργήματος, όπως εν
προκειμένω, στα κύρια ακαδημαϊκά καθήκοντα του διδακτικού προσωπικού της
ανώτατης εκπαίδευσης. Μπορεί, ειδικότερα, να συνίσταται στην επιβολή ιδιαίτερων
υποχρεώσεων, όπως επιβαρύνσεων δημοσιονομικού χαρακτήρα στις αμοιβές που ο
δημόσιος λειτουργός εισπράττει από τυχόν επιτρεπόμενες σε αυτόν - κατά
παραχώρηση του νομοθέτη - παράλληλες δραστηριότητες, όπως είναι η άσκηση ελευθερίου
επαγγέλματος. Οι επιβαρύνσεις δε αυτές είναι επιτρεπτό να διαφοροποιούνται και
ως προς το ύψος του επιβαλλόμενου συντελεστή, ανάλογα με το είδος ή την
προέλευση των αμοιβών ή τη βαθμίδα που κατέχει ο βαρυνόμενος με την υποχρέωση.
Ενόψει των ανωτέρω, η διαφορετική νομοθετική μεταχείριση των επίμαχων αμοιβών
των αιτούντων δημοσίων λειτουργών εν σχέσει προς τους ασκούντες το ίδιο με
αυτούς ελευθέριο επάγγελμα, όπως και ο καθορισμός του ύψους των επίδικων
επιβαρύνσεων ανάλογα με το είδος της βαρυνόμενης αμοιβής, δεν παραβιάζει το
άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνει την ισότητα των Ελλήνων
ενώπιον του νόμου και υπό την έννοια της διαφορετικής μεταχείρισης προσώπων που
δεν τελούν υπό τις αυτές συνθήκες (αναλογική ισότητα). Περαιτέρω, από τις προαναφερθείσες
διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 2530/1997 προκύπτουν διαφορές στο υπηρεσιακό
καθεστώς των μελών Δ.Ε.Π. πλήρους απασχόλησης σε σχέση με τα μέλη Δ.Ε.Π.
μερικής απασχόλησης, οι οποίες δικαιολογούν τη διαφορετική μεταχείριση των δύο
αυτών κατηγοριών μελών Δ.Ε.Π. Οι διαφορές αυτές ανάγονται, ειδικότερα, κατά τα
εκτιθέμενα στη σκέψη 8, στην υποχρέωση διαμονής και εγκατάστασης [τα μέλη
Δ.Ε.Π. πλήρους απασχόλησης υποχρεούνται να διαμένουν και να εγκαθίστανται στο
νομό όπου εδρεύει το τμήμα του Α.Ε.Ι. στο οποίο υπηρετούν (άρθρο 2 παρ. 2
στοιχείο α΄), ενώ δεν υφίσταται αντίστοιχη υποχρέωση των μελών Δ.Ε.Π. μερικής
απασχόλησης], στους χρονικούς όρους απασχόλησης [τα μέλη Δ.Ε.Π. πλήρους
απασχόλησης υποχρεούνται να παραδίδουν προπτυχιακά και μεταπτυχιακά μαθήματα,
να διδάσκουν σε φροντιστήρια ή σεμινάρια κ.λ.π. κατ’ ελάχιστο όριο έξι (6) ώρες
εβδομαδιαίως (άρθρο 2 παρ. 2 στοιχείο β΄) και να παρευρίσκονται στους
πανεπιστημιακούς χώρους δεκατέσσερις (14) ώρες εβδομαδιαίως κατ’ ελάχιστο όριο,
πέραν των έξι (6) ωρών διδασκαλίας (άρθρο 2 παρ. 2 στοιχείο γ΄), ενώ οι
αντίστοιχες υποχρεώσεις των μελών Δ.Ε.Π. μερικής απασχόλησης περιορίζονται σε
τρεις (3) ώρες (άρθρο 2 παρ. 3 στοιχείο β΄) και επτά (7) ώρες εβδομαδιαίως
(άρθρο 2 παρ. 3 στοιχείο γ΄), αντίστοιχα], στη δυνατότητα κτήσης
πανεπιστημιακών αξιωμάτων [τα μέλη Δ.Ε.Π. μερικής απασχόλησης δεν μπορούν να
εκλεγούν Προέδροι ή Αναπληρωτές Πρόεδροι Τμημάτων, Κοσμήτορες, Πρυτάνεις,
Αντιπρυτάνεις, δεν συμμετέχουν στη Σύγκλητο και δεν εκλέγονται Διευθυντές σε
εργαστήρια και κλινικές (άρθρο 2 παρ. 11)] και στις μισθολογικές απολαβές [τα
μέλη Δ.Ε.Π. μερικής απασχόλησης λαμβάνουν μηνιαίως το 1/3 του συνόλου των
αποδοχών και επιδομάτων των μελών Δ.Ε.Π. πλήρους απασχόλησης αντίστοιχης
βαθμίδας (άρθρο 14 του ν. 2530/1997)], ενώ, τέλος, τα μέλη Δ.Ε.Π. δεν μπορούν
να αμείβονται από χρηματοδοτούμενα ερευνητικά προγράμματα του Ειδικού
Λογαριασμού για την αξιοποίηση κονδυλίων στο οικείο ή άλλο Α.Ε.Ι. (άρθρο 2 παρ.
9). Ενόψει αυτών, οι λόγοι περί αντιθέσεως των επίδικων ρυθμίσεων στην αρχή της
ισότητας πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
19. Επειδή, τα προβαλλόμενα ότι
με την κρίσιμη διάταξη του άρθρου του 2 παρ. 8 του ν. 2530/1997 (όπως
τροποποιήθηκε με το άρθρο 15 παρ. 1 του ν. 2817/2000) που επιτάσσει την επιβολή
των επίμαχων επιβαρύνσεων εισάγονται ανεπίτρεπτοι περιορισμοί στην άσκηση του
δικηγορικού λειτουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 22 του Συντάγματος, είναι
απορριπτέα ως αβάσιμα. Τούτο δε, προεχόντως, διότι η εν λόγω συνταγματική
διάταξη, που αναφέρεται στο κοινωνικό δικαίωμα εργασίας, προϋποθέτει παροχή
εξηρτημένης εργασίας με σχέση ιδιωτικού δικαίου (βλ. ΑΕΔ 16/1983, ΣτΕ 449/2013,
393/2003 επτ. κ.ά.), η οποία δεν συντρέχει εν προκειμένω, εφόσον, σύμφωνα με
τις διατάξεις των άρθρων 61 επ. του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ/γμα 3026/1954,
Α΄ 235), οι δικηγόροι, συνδέονται με τον πελάτη τους με σχέση έμμισθης εντολής
(βλ. ΣτΕ 909/2011 επτ., 696/2008, 1438/2005 κ.ά.), η δε παροχή νομικών
συμβουλών από δικηγόρο, δεν μπορεί ποτέ να αποτελέσει αντικείμενο συμβάσεως
εξηρτημένης εργασίας (πρβλ. Α.Π. 941/1992). Περαιτέρω, προβάλλεται ότι οι
αμοιβές που εισπράττουν οι αιτούντες, για τη συγγραφή γνωμοδοτήσεων επί
διαφόρων επιστημονικών θεμάτων, δεν αποτελούν αμοιβές από την άσκηση του
ελευθερίου επαγγέλματος του δικηγόρου υποκείμενες στην επίδικη παρακράτηση,
διότι η εν λόγω δραστηριότητα είναι καθαρά επιστημονική και για την άσκησή της
δεν είναι απαραίτητη η κατοχή της δικηγορικής ιδιότητας. Το ζήτημα, όμως, αυτό
δεν ρυθμίζεται ειδικώς από τις πιο πάνω διατάξεις, ούτε από την προσβαλλόμενη υπουργική
απόφαση, αλλά ανακύπτει μόνο σε περίπτωση επιβολής, σε ατομική περίπτωση,
κράτησης από αμοιβή αυτής της κατηγορίας, με πράξη η οποία αυτοτελώς
προσβάλλεται ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων. Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος
ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι με αυτόν δεν προβάλλεται
πλημμέλεια της προσβαλλόμενης κανονιστικής πράξης.
20. Επειδή, προβάλλεται ότι η
επιβολή των επίδικων κρατήσεων αντίκειται στα άρθρα 43 (πρώην 52) και 49 (πρώην
59) της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, με τα οποία
κατοχυρώνονται, αντιστοίχως, το δικαίωμα της ελεύθερης εγκατάστασης και το
δικαίωμα της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στο εσωτερικό της Κοινότητας. Ο λόγος,
όμως, αυτός ακυρώσεως είναι απορριπτέος, προεχόντως, διότι οι διατάξεις αυτές
της Συνθήκης δεν εφαρμόζονται, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου των
Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Δ.Ε.Κ.), σε δραστηριότητες που δεν έχουν συνδετικό
στοιχείο με οποιαδήποτε από τις καταστάσεις που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο,
γιατί όλα τα στοιχεία τους περιορίζονται στο εσωτερικό ενός και μόνον κράτους
μέλους, (βλ. ΣτΕ 1387-1388/2005 επτ., 3924/2003, 1958/2000 Ολομ., 4675/1998
Ολομ. 1792/1997 Ολομ, Δ.Ε.Κ. αποφάσεις της 15.5.2003, C-300/01, Salzmann,
Συλλογή 2003, σ. Ι-4922, σκέψη 32, της 2ας Ιουλίου 1998, C-225-227/95, Ανέστης
Καπασακάλης κλπ., Συλλογή 1998, σ. I-4239, σκέψη 22, της 5ης Ιουνίου 1997,
C-64-65/96, Uecker και Jacquet, Συλλογή 1997, σ. I-3171, σκέψη 16 κ.ά.). Στην
προκειμένη περίπτωση, κανένας από τους αιτούντες, οι οποίοι είναι μέλη ΔΕΠ
ημεδαπού ΑΕΙ, δεν ισχυρίζεται ούτε αποδεικνύει ότι ασκεί στην Ελλάδα
δραστηριότητα κατ' ενάσκηση είτε δικαιώματος εγκατάστασής του στη χώρα ως
κοινοτικός αλλοδαπός (άρθρο 43 της Συνθήκης) είτε δικαιώματος ελεύθερης παροχής
υπηρεσιών στην Ελλάδα υπό την ιδιότητα επαγγελματία εγκατεστημένου σε άλλη χώρα
της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (άρθρο 49 της Συνθήκης). Κατά συνέπεια, δεν
συντρέχει, εν προκειμένω, περίπτωση εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων
43 και 49 της Συνθήκης και οι συναφείς λόγοι είναι, οπωσδήποτε, απορριπτέοι.
Προεχόντως για τον ίδιο λόγο, πρέπει να απορριφθεί και ο λόγος ακυρώσεως με τον
οποίο προβάλλεται παραβίαση του άρθρου 81 (πρώην 85) της Συνθήκης, που
απαγορεύει τις συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, τις αποφάσεις ενώσεων
επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που δύνανται να επηρεάσουν το
ενδοκοινοτικό εμπόριο, η εφαρμογή της οποίας προϋποθέτει η ύπαρξη του
περιορισμού ή η νόθευση των όρων του ανταγωνισμού να επηρεάζει το εμπόριο
μεταξύ κρατών μελών. Απορριπτέα, ως αβάσιμα, είναι, τέλος, και τα προβαλλόμενα
περί παραβιάσεως των παρομοίου προς την ως άνω διάταξη (άρθρου 81) περιεχομένου
άρθρων 1 και 2 του ν. 702/1977 (Α΄ 278) περί προστασίας του ελεύθερου
ανταγωνισμού, διότι η επιβολή των επίμαχων επιβαρύνσεων γίνεται επίσης με
διατάξεις τυπικού νόμου (άρθρα 2 παρ. 8 του ν. 2530/1997 και 15 παρ. 1 περ. α΄
του ν. 2817/2000), δηλαδή με ισόκυρους τυπικά κανόνες δικαίου.
21. Επειδή, προβάλλεται ότι η
θέσπιση των επίδικων επιβαρύνσεων παραβιάζει τις εξής διατάξεις της συνθήκης
για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας: α) της παραγρ. 1 του άρθρου 4 (πρώην
άρθρου 3Α), κατά την οποία: «Για τους σκοπούς του άρθρου 2, η δράση των κρατών
μελών και της Κοινότητας περιλαμβάνει, σύμφωνα με τους όρους και το
χρονοδιάγραμμα που προβλέπει η παρούσα Συνθήκη, τη θέσπιση μιας οικονομικής
πολιτικής, που (…) ασκείται σύμφωνα με την αρχή της οικονομίας της ανοικτής
αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό» και β) του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 98
(πρώην άρθρο 102 Α) της Συνθήκης που ορίζει ότι: «Τα κράτη μέλη ασκούν την
οικονομική τους πολιτική με σκοπό να συμβάλουν στην υλοποίηση των στόχων της
Κοινότητας, όπως αυτοί ορίζονται στο άρθρο 2 (…) Τα κράτη μέλη και η Κοινότητα
δρουν σύμφωνα με την αρχή της οικονομίας της ανοικτής αγοράς με ελεύθερο
ανταγωνισμό, που ευνοεί την αποτελεσματική κατανομή των πόρων και σύμφωνα με
τις αρχές του άρθρου 4». Οι λόγοι αυτοί ακυρώσεως είναι απορριπτέοι, προεχόντως
διότι οι διατάξεις αυτές της Συνθήκης που καθορίζουν το γενικό πλαίσιο της
οικονομικής πολιτικής των κρατών μελών και της Κοινότητας (όπως και η διάταξη
του άρθρου 2 της Συνθήκης, στο οποίο παραπέμπουν οι διατάξεις αυτές), έχουν
κατευθυντήριο απλώς χαρακτήρα και δεν γεννούν, επομένως, καθ’ εαυτές,
δικαιώματα ιδιωτών, δεκτικά επικλήσεως ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων (βλ. ΣτΕ
1387-1388/2005 επτ., Δ.Ε.Κ. αποφάσεις της 29.9.1987, 126/1986, Zaera, Συλλογή
1987, σ. 3697, σκ. 11 και της 24.1.1991, C-339/89, Alsthom Atlantique, Συλλογή
1991, σ. Ι-107, σκ. 8 και 9 κ.ά.).
22. Επειδή, με άλλο λόγο
ακυρώσεως προβάλλεται ότι η επιβολή των επίμαχων κρατήσεων επί των αμοιβών των
μελών ΔΕΠ αντίκειται στην παραγρ. 1 του άρθρου 33 της έκτης οδηγίας του
Συμβουλίου της 17ης Μαΐου 1977 για τον φόρο προστιθεμένης αξίας «περί
εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με τους φόρους κύκλου
εργασιών – κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας: ομοιόμορφη φορολογική βάση»
(77/388/ΕΟΚ, ΕΕ Ν 145/1977), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 23 του άρθρου 1
της οδηγίας 91/680/ΕΟΚ (ΕΕ L 376/1991 σελ. 1), με την οποία, όπως έχει κριθεί
(ΣτΕ 2469/2008 Ολομ.) απαγορεύθηκε η διατήρηση των υφισταμένων εθνικών φόρων
επί του κύκλου εργασιών, αλλά και η επιβολή νέων φόρων με χαρακτήρα φόρου
κύκλου εργασιών (Φ.Κ.Ε.). Με το από 11.2.2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων
προβάλλεται, συναφώς προς τον ανωτέρω λόγο ακυρώσεως, ότι από τη διάταξη του
άρθρου 132 παρ. 1 περ. γ' και 375 της Οδηγίας 2006/112, «σχετικά με το κοινό
σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας» (ΕΕ L της 11.12.2006), σε συνδυασμό με το
Παρ. Χ, Μέρος Β, σημ. 2 αυτής, προκύπτει ότι η παροχή υπηρεσιών από δικηγόρους
απαλλάσσεται από το Φ.Π.Α., η δε αρχή της φορολογικής ουδετερότητας απαγορεύει,
όσον αφορά την επιβολή του Φ.Π.Α., τη διαφορετική μεταχείριση φορολογουμένων
που διενεργούν τις ίδιες πράξεις. Ενόψει δε αυτών προβάλλεται ότι με τις
επίδικες ρυθμίσεις αφενός μεν επανεισάγεται ένας Φ.Κ.Ε. τον οποίο ρητώς έχουν
αποκλείσει τόσο η εθνική όσο και η ελληνική νομοθεσία, αφετέρου δε
επιφυλάσσεται, κατά παράβαση της αρχής της φορολογικής ουδετερότητας,
διαφορετική μεταχείριση στις παροχές δικηγόρων που έχουν την ιδιότητα μέλους
Δ.Ε.Π. έναντι των λοιπών συναδέλφων τους που δεν έχουν την ιδιότητα αυτή, χωρίς
να συντρέχει αντικειμενικός λόγος διαφοροποίησής τους που να ανάγεται στη φύση
των παρεχομένων υπηρεσιών. Οι λόγοι, όμως, αυτοί πρέπει να απορριφθούν,
προεχόντως διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη σκέψη 12 στηρίζονται στην
εσφαλμένη προϋπόθεση ότι οι επίμαχες κρατήσεις έχουν χαρακτήρα φορολογικών
επιβαρύνσεων.
23. Επειδή, εξ άλλου, στο άρθρο 1
του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του
Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ/τος 53/1974 (Α΄
256), ορίζεται ότι: «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της
περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους
δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών
αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το
δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον
προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς
εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων». Όπως γίνεται
παγίως δεκτό, οι δύο τελευταίες διατάξεις του άρθρου αυτού, οι οποίες
προβλέπουν περιπτώσεις επεμβάσεων στο δικαίωμα της αδιατάρακτης χρήσης και
κάρπωσης της περιουσίας, πρέπει να ερμηνεύονται ενόψει της γενικής αρχής του
σεβασμού της περιουσίας η οποία κατοχυρώνεται με την πρώτη διάταξη. Επομένως,
σε κάθε περίπτωση επέμβασης στην περιουσία ενός προσώπου, όπως είναι η επιβολή
οποιουδήποτε οικονομικού βάρους - το είδος και το ύψος του οποίου ανήκει στην
αρμοδιότητα των εθνικών αρχών κάθε συμβαλλόμενου κράτους, οι οποίες αποφασίζουν
σχετικώς κατ' ενάσκηση ευρείας διακριτικής ευχέρειας - πρέπει να εξετάζεται αν
επιτυγχάνεται η εξασφάλιση δίκαιης ισορροπίας ανάμεσα στις απαιτήσεις του
δημοσίου συμφέροντος και τις επιταγές προστασίας των θεμελιωδών ατομικών
δικαιωμάτων (βλ. ΣτΕ 2165//2013 επτ., αποφάσεις Ε.Δ.Α.Δ.: της 29.4.2008 Burden
κ. Ηνωμένου Βασιλείου σκ. 59, της 21.2.2008 Driha κ. Ρουμανίας σκ. 23-25, της 13.1.2004
Orion Břeclav s.r.o. κ. Δημοκρατίας της Τσεχίας, της 16.9.2003 Baláž κ.
Σλοβακίας, της 21.5.2002 Jokela κ. Φινλανδίας σκ. 47, 57, της 18.4.2002
Ouzounis και άλλοι κ. Ελλάδος σκ. 24, της 16.4.2002 S.A. Dangeville κ. Γαλλίας
σκ. 49-52 κ.ά.). Στην προκειμένη περίπτωση, η επιβολή των επίδικων επιβαρύνσεων
συνδέεται με εκτιμήσεις του νομοθέτη σχετικές με τις προϋποθέσεις υπό τις
οποίες αναγνωρίζεται στους πανεπιστημιακούς λειτουργούς η άσκηση
εξωπανεπιστημιακών δραστηριοτήτων και δικαιολογείται από λόγους δημοσίου
συμφέροντος που ανάγονται στο ότι οι επίμαχες επιβαρύνσεις αποσκοπούν στην
οικονομική ενίσχυση των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, στα οποία ανήκουν οι
βαρυνόμενοι πανεπιστημιακοί λειτουργοί. Εξάλλου, τα ποσοστά των επιβαρύνσεων
αυτών, τα οποία δεν υπερβαίνουν, σε κάθε περίπτωση, το 15% των αντίστοιχων
αμοιβών, δεν αποτελούν, κατά την κοινή πείρα, υπέρμετρο βάρος, ικανό να
κλονίσει την περιουσιακή υπόσταση των υποχρέων, ώστε να αναιρείται κατά τρόπο
προφανή η σχέση αναλογικότητας ανάμεσα στους επιδιωκόμενους σκοπούς δημοσίου
συμφέροντος και τα επιβαλλόμενα βάρη. Συνεπώς, τα προβαλλόμενα με το από
18.12.2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων ότι η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του ν.
ν. 2530/1997 (όπως ισχύει μετά το άρθρο 15 παρ. 1 του ν. 2817/2000), με την
οποία επιβάλλονται οι ένδικες επιβαρύνσεις, αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου
Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., διότι δεν συντρέχει εν προκειμένω δημόσιο
συμφέρον που δικαιολογεί την προσβολή των δικαιωμάτων των αιτούντων και,
επικουρικώς, διότι η άνευ αποζημιώσεως στέρηση των αιτούντων από μέρος των
αμοιβών τους δεν τελεί σε ισορροπία προς το προσβαλλόμενο δικαίωμά τους, είναι
απορριπτέα ως αβάσιμα.
24. Επειδή, προβάλλεται ότι με τη
διάταξη της παραγράφου 7 της προσβαλλόμενης πράξης παρέχεται αρμοδιότητα στην
Επιτροπή Διαχείρισης του οικείου Ειδικού Λογαριασμού για τον καθορισμό του
χρόνου απόδοσης των κρατήσεων, χωρίς να προβλέπεται από τη νομοθετική
εξουσιοδότηση η δυνατότητα παροχής υπεξουσιοδότησης σε άλλο όργανο της
Διοίκησης για την έκδοση κανονιστικής πράξης. Δεδομένου, όμως, ότι με την
ανωτέρω διάταξη (παρ. 7) καθορίζεται το χρονικό διάστημα απόδοσης του ποσοστού
των κρατήσεων στον οικείο Ειδικό Λογαριασμό υπό μορφή πλαισίου, με ανώτατο όριο
το εξάμηνο (βλ. σκέψη 10), ο ακριβής προσδιορισμός του χρόνου τούτου κατά
ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα αποτελεί, πράγματι, λεπτομερειακό ζήτημα της
διαδικασίας είσπραξης των κρατήσεων. Συνεπώς, η ανάθεση στην Επιτροπή
Διαχείρισης του οικείου Ειδικού Λογαριασμού της αρμοδιότητας να εκδώσει απόφαση
για τον προσδιορισμό του πιο πάνω χρόνου δεν συνιστά ανεπίτρεπτη
υπεξουσιοδότηση (πρβλ. Πρ.Επεξ. 132/2008, 151/2007) και ο εξεταζόμενος λόγος
είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
25. Επειδή, προβάλλεται ότι η
διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 4 της προσβαλλόμενης πράξης, στην οποία
ορίζεται ότι το ύψος του ποσού που αφαιρείται από τις ακαθάριστες αμοιβές από
άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος λόγω δαπανών για προμήθεια αναλωσίμων υλικών και
υπηρεσιών από τρίτους για λογαριασμό των πελατών δεν θα υπερβαίνει το 35% των συνολικών
ετησίων εσόδων από την άσκηση του ελευθερίου επαγγέλματος, έχει τεθεί καθ’
υπέρβαση της νομοθετικής εξουσιοδότησης, δοθέντος ότι η διάταξη της περίπτωσης
γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 2817/2000 δεν προβλέπει τέτοιον περιορισμό
ούτε παρέχεται εξουσιοδότηση για τη θέσπισή του. Ο λόγος πρέπει να απορριφθεί
ως αβάσιμος, διότι ο καθορισμός του ποσοστού των συνολικών ετησίων εσόδων μέχρι
του οποίου είναι επιτρεπτή η αφαίρεση των ανωτέρω δαπανών, προκειμένου να
αποτραπεί η τεχνητή διόγκωσή τους και η μέσω αυτής ματαίωση του σκοπού του
νόμου, συνιστά ρύθμιση ειδικότερης προϋπόθεσης για την εφαρμογή της ανωτέρω
διάταξης, η οποία εγκύρως θεσπίζεται, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 15 παρ. 1,
περιπτ. δ΄, στοιχ. ιιι του ν. 2817/2000 που παρέχει σχετική εξουσιοδότηση προς
ρύθμιση των ειδικότερων προϋποθέσεων για την εφαρμογή της παραγρ. 1 του άρθρου
15 του ν. 2817/2000.
26. Επειδή, προβάλλεται ότι η
διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 εδαφ. δ΄ δεν παρέχει εξουσιοδότηση προς ρύθμιση
θεμάτων φορολογίας εισοδήματος και, επομένως, κείνται εκτός των ορίων της
δοθείσης εξουσιοδοτήσεως: α) η διάταξη της παρ. 8, εδάφιο τελευταίο, της
προσβαλλόμενης Κ.Υ.Α., κατά την οποία η υποχρεωτική παρακράτηση επί των αμοιβών
από άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος εκπίπτει, ως δαπάνη, από το φορολογητέο
εισόδημα του μέλους ΔΕΠ από την οικεία πηγή· και β) η διάταξη της παρ. 10 της
προσβαλλόμενης πράξης, κατά την οποία τα επιστρεφόμενα, λόγω πιστωτικής
διαφοράς, ποσά στα μέλη ΔΕΠ δηλώνονται ως καθαρό φορολογητέο εισόδημα από τα
μέλη αυτά και από τον Ειδικό Λογαριασμό. Αμφότερες, όμως, οι ρυθμίσεις αυτές,
ανεξαρτήτως του ότι δεν εισάγουν το πρώτον υποχρεώσεις φορολογικού χαρακτήρα
αλλά αποδίδουν περιεχόμενο ισχυουσών φορολογικών διατάξεων (άρθρο 49 του ν.
2238/1994), αφορούν ζητήματα προσδιορισμού του φορολογητέου εισοδήματος, τα
οποία ανακύπτουν ως άμεσες συνέπειες της διαδικασίας βεβαίωσης και είσπραξης
των κρατήσεων και της διαδικασίας του συμψηφισμού τους με τυχόν καταβληθέντα
ποσά. Συνέχονται, κατ' ακολουθία, στενότατα με τα θέματα της νομοθετικής εξουσιοδότησης
των περιπτ. ι και ιι του εδαφ. δ΄ της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 2817/2000,
που αφορούν στη ρύθμιση των ως άνω διαδικασιών και, επομένως, οι εν λόγω
διατάξεις της προσβαλλόμενης πράξης βρίσκονται εντός των ορίων της νομοθετικής
εξουσιοδότησης, ο δε προβαλλόμενος ανωτέρω λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος ως
αβάσιμος.
27. Επειδή, τέλος, προβάλλεται
ότι η παρ. 5 της προσβαλλόμενης πράξης, με την οποία ορίζεται ότι η Επιτροπή
Διαχείρισης του Ειδικού Λογαριασμού εισπράττει και καταβάλλει στα μέλη Δ.Ε.Π.
πλήρους απασχόλησης τις αμοιβές των εδαφίων δ΄, ε΄, στ΄ και ζ΄ της παρ. 2 του
άρθρου 2 του ν. 2530/1997 μετά την παρακράτηση του ποσοστού που περιέρχεται στο
οικείο Α.Ε.Ι., κείται εκτός νομοθετικής εξουσιοδότησης, διότι ο νόμος δεν
προβλέπει την είσπραξη των αμοιβών από την οικεία Επιτροπή Διαχείρισης, αλλά
την καταβολή αυτής από τα ως άνω μέλη Δ.Ε.Π. Η εν λόγω παρ. 5, όμως,
ρυθμίζοντας, ως ανωτέρω, τη διαδικασία είσπραξης των εν λόγω αμοιβών,
επαναλαμβάνει και εξειδικεύει, στο πλαίσιο της χορηγηθείσης με το άρθρο 15 παρ.
1, εδαφ. δ΄, περιπτ. ι του ν. 2817/2000 σχετικής εξουσιοδότησης, τη διάταξη του
άρθρου 2 παρ. 2 προτελευταίο εδάφιο, του ν. 2530/1997, στην οποία ρητώς
ορίζεται ότι οι αναφερθείσες αμοιβές των μελών Δ.Ε.Π. πλήρους απασχόλησης "εισπράττονται
υποχρεωτικώς μέσω του Ειδικού Λογαριασμού για την Αξιοποίηση Κονδυλίων του
Ιδρύματος". Επομένως, δεν υπερβαίνει τα όρια της δοθείσας νομοθετικής
εξουσιοδοτήσεως και ο συναφής λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
28. Επειδή, κατόπιν αυτών και
εφόσον δεν προβάλλεται άλλος λόγος ακυρώσεως, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να
απορριφθεί.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Απορρίπτει την αίτηση
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου