30 Οκτωβρίου 2014

έλλειψη ημερομηνίας εκδόσεως διοικητικής πράξεως δεν επάγεται ακυρότητα αυτής.

Με την 2282/2014 απόφαση του Β΄ Τμήματος (7μ), επιλύεται το ζήτημα σε ποια περίπτωση η έλλειψη ημερομηνίας εκδόσεως διοικητικής πράξεως δεν επάγεται ακυρότητα αυτής.
Ειδικότερα, κρίθηκε ότι «κατά την έννοια του άρθρου 16 παράγραφος 1 του (κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του Ν. 2690/1999, Α΄ 45) Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, ναι μεν η διοικητική πράξη πρέπει να αναφέρει την ημερομηνία έκδοσής της, διότι με βάση την χρονολογία αυτή κρίνεται το νομικό και πραγματικό καθεστώς που είναι ληπτέο υπόψη για την εγκυρότητά της, αλλά η έλλειψη του ως άνω στοιχείου, δεν επάγεται ακυρότητα αυτής σε περίπτωση κατά την οποία από το όλο περιεχόμενο της πράξης ή/και τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης συνάγεται ότι αυτή εκδόθηκε μεταξύ δύο συγκεκριμένων ημερομηνιών, ο δε καθορισμός της ακριβούς
χρονολογίας έκδοσής της δεν ασκεί επιρροή στην ανεύρεση του κρίσιμου για την επίλυση της διαφοράς νομικού και πραγματικού καθεστώτος, το οποίο δεν μεταβλήθηκε ανάμεσα στις δύο αυτές ημερομηνίες». 

23 Οκτωβρίου 2014

Συνταγματικό και σύμφωνο με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) είναι η επιβολή προστίμου ανερχόμενο στο 400% του κυρίου φόρου λόγω μη υποβολής φορολογικής δήλωσης.


Συνταγματικό και σύμφωνο με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) είναι η επιβολή προστίμου ανερχόμενο στο 400%  του κυρίου φόρου λόγω  μη υποβολής φορολογικής δήλωσης.





Αυτό έκρινε η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας (απόφαση 3173/2014) και απέρριψε την προσφυγή  Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης που δραστηριοποιείτε στο χώρο της εστίασης.

Η εταιρεία ζητούσε να ακυρωθεί κύριος φόρος ύψους 45.373,4 ευρώ και πρόστιμο (πρόσθετος φόρος) ύψους 181.493 ευρώ που τις επιβλήθηκε από τον προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ.  ΦΑΕΕ Αθηνών.

Το επίμαχο πρόστιμο επιβλήθηκε επειδή δεν υπέβαλε φορολογική δήλωση κατά την μεταβίβαση μετοχών.
Στην περίπτωση αυτή, δηλαδή μη υποβολής φορολογικής δήλωσης,  σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος,  το επιβαλλόμενο πρόστιμο ανέρχεται στο 400% του κυρίου φόρου (σύν το φόρο φυσικά που αναλογεί).

Η εταιρεία επικαλέστηκε ότι καλόπιστα δεν υπέβαλε δήλωση, καθώς τις είχε δημιουργηθεί η πεποίθηση, λόγω της αλλαγής της  νομοθεσίας, ότι δεν είχε υποχρέωση υποβολής φορολογικής δήλωσης (πλάνη περί τα πράγματα).

Εν πάση περιπτώσει η εταιρεία υποστήριξε ότι η επιβολή του υπέρογκοι προστίμου που επιβάλλεται στις περιπτώσεις αυτές είναι αντίθετο στις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας, όπως επίσης προσκρούει στα άρθρα του Συντάγματος που αναφέρονται στην προστασία της περιουσίας (άρθρο 17), στην ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας (άρθρο 5) και στο δικαίωμα δικαστικής προστασίας (άρθρο 20). Ακόμη, υποστήριζε ότι προσκρούει  και στην ΕΣΔΑ.

Η  Ολομέλεια του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου από το 2011 (απόφαση 3474/2011) έχει κρίνει ότι η επιβολή του υψηλού αυτού προστίμου (400%) για την μη υποβολή φορολογικής δήλωσης δεν προσκρούει στην Συνταγματική αρχή της αναλογικότητας.

Τώρα ήρθε εκ νέου η Ολομέλεια του ΣτΕ με νέα απόφασή της (3173/2014) και προσέθεσε ότι η επιβολή του επίμαχου προστίμου δεν προσκρούει και στις υπόλοιπες συνταγματικές διατάξεις που επικαλείται η εταιρεία.

Αναλυτικότερα, οι σύμβουλοι Επικρατείας έκριναν ότι η επίμαχη διάταξη του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος,  που προβλέπει πρόστιμο 400% του κυρίου φόρου  δεν προσκρούει στο άρθρο 20 του Συντάγματος  και στην ΕΣΔΑ που προστατεύουν το δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια.

Ακόμη, δεν είναι αντίθετο το εν λόγω πρόστιμο στο κατοχυρωμένο δικαίωμα της προσωπικής και οικονομικής ελευθερίας, ούτε όμως προσβάλει τον πυρήνα του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας.

Κατόπιν αυτών η Ολομέλεια απέρριψε ως αβάσιμους όλους τους ισχυρισμούς της επίμαχης εταιρείας.

λειτουργία των εμπορικών καταστημάτων .ΕΑ ΣΤΕ 307/2014


Δεκτή αίτηση αναστολής εκτελέσεως της υπ’ αριθμ. Κ1-1119/7.7.2014 αποφάσεως του Υφυπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας με τίτλο «Ορισμός τριών τουριστικών περιοχών της Ελλάδας, όπου επιτρέπεται πιλοτικά για ένα (1) έτος ή προαιρετική λειτουργία των εμπορικών καταστημάτων και τις υπόλοιπες Κυριακές, πέραν των αναφερομένων στην παρ. 1 του άρθρου 16 του Ν. 4177/2013» (ΦΕΚ Β΄ 1859/8.7.2014).


Αριθμός 307/2014

Η Επιτροπή Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας
(άρθρο 52 του π.δ/τος 18/1989, όπως ισχύει)
___________________
Συνεδρίασε σε συμβούλιο στις 28 Αυγούστου 2014 με την εξής σύνθεση : Σωτ. Ρίζος, Πρόεδρος, Δ. Μαρινάκης, Μ. Καραμανώφ, Σύμβουλοι. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.
Για να αποφασίσει σχετικά με την από 21 Ιουλίου 2014 αίτηση:
των: 1. ...., κατά του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, ο οποίος παρέστη με την Αικατερίνη Γρηγορίου, Νομική Σύμβουλο του Κράτους. Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ανασταλεί η εκτέλεση της υπ’ αριθμ. Κ1-1119/7.7.2014 αποφάσεως του Υφυπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και κάθε άλλης σχετικής πράξεως της Διοικήσεως. Κατά τη συνεδρίασή της η Επιτροπή άκουσε την εισηγήτρια, Σύμβουλο Μ. Καραμανώφ.
Κατόπιν η Επιτροπή άκουσε τους πληρεξουσίους των αιτούντων, οι οποίοι ζήτησαν να γίνει δεκτή η αίτηση και την αντιπρόσωπο του Υπουργού, που ζήτησε την απόρριψή της.
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας έχει κατατεθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. 1358428/2014 ειδικό γραμμ. παραβόλου), ζητείται η αναστολή εκτελέσεως της υπ’ αριθμ. Κ1-1119/7.7.2014 αποφάσεως του Υφυπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας με τίτλο «Ορισμός τριών τουριστικών περιοχών της Ελλάδας, όπου επιτρέπεται πιλοτικά για ένα (1) έτος ή προαιρετική λειτουργία των εμπορικών καταστημάτων και τις υπόλοιπες Κυριακές, πέραν των αναφερομένων στην παρ. 1 του άρθρου 16 του Ν. 4177/2013» (ΦΕΚ Β΄ 1859/8.7.2014). Κατά της ανωτέρω αποφάσεως οι αιτούντες έχουν ασκήσει αίτηση ακυρώσεως, δικάσιμος της οποίας έχει προσδιοριστεί ενώπιον της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας η 7.11.2014.
2. Επειδή, στο άρθρο 16 του ν. 4177/2013 (Α΄ 173) ορίζονται τα εξής: «1. Επιτρέπεται προαιρετικά η λειτουργία των εμπορικών καταστημάτων τις εξής Κυριακές: α) Την πρώτη Κυριακή κατά την έναρξη των χρονικών περιόδων της παραγράφου 1 του άρθρου 15 του παρόντος νόμου. Σε περίπτωση που η πρώτη Κυριακή συμπίπτει με επίσημη αργία, η δυνατότητα μετατίθεται την επόμενη Κυριακή. β) Τις δύο (2) Κυριακές πριν από την ημέρα των Χριστουγέννων. γ) Την Κυριακή των Βαΐων. 2. Με αιτιολογημένη απόφαση του κατά τόπον αρμόδιου Αντιπεριφερειάρχη, η οποία εκδίδεται εντός διαστήματος τριών (3) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, ορίζονται οι περιοχές, στις οποίες επιτρέπεται προαιρετικά η λειτουργία των εμπορικών καταστημάτων και άλλες Κυριακές, πλην των αναφερομένων στην παράγραφο 1 λαμβανομένων υπόψη των τοπικών ιδιαιτεροτήτων, υπό τις εξής προϋποθέσεις: α) τα εμπορικά καταστήματα να έχουν συνολική επιφάνεια εμβαδού, όπως αυτό αναγράφεται στο λογαριασμό παροχής ηλεκτρικού ρεύματος, μέχρι διακόσια πενήντα (250) τετραγωνικά μέτρα, β) να μην ανήκουν υπό οποιαδήποτε νομική σχέση σε αλυσίδα καταστημάτων, εξαιρουμένων των περιπτώσεων συμβάσεων δικαιόχρησης (franchise), γ) να μην λειτουργούν με συμφωνίες συνεργασίας τύπου «κατάστημα εντός καταστήματος» («shops-in-a-shop») και να μην βρίσκονται σε εκπτωτικά καταστήματα («outlet»), εμπορικά κέντρα ή εκπτωτικά χωριά. Εφόσον η προθεσμία των τριών (3) μηνών του προηγούμενου εδαφίου παρέλθει άπρακτη, ο Αντιπεριφερειάρχης υπέχει πειθαρχική ευθύνη σύμφωνα με τα άρθρα 233 και 234 του ν. 3852/2010 (Α΄ 87). Η απόφαση του Αντιπεριφερειάρχη δύναται να αναθεωρείται ετησίως, με απόφαση που εκδίδεται κατά το μήνα Ιανουάριο και πρώτη εφαρμογή τον Ιανουάριο του 2015. Εάν δεν εκδοθεί η απόφαση, ισχύει η προηγούμενη ρύθμιση. 3. α. Με την επιφύλαξη των ειδικώς οριζομένων για τα καταστήματα που αναφέρονται στο άρθρο 42 του ν. 1892/1990 (Α΄ 101) και στο άρθρο 14 του ν. 2194/1994 (Α΄ 34), κατά τη λειτουργία των εμπορικών καταστημάτων τις Κυριακές, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου, εφαρμόζεται το πλαίσιο του ωραρίου του άρθρου 23 του ν. 2224/1994, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 3377/2005 (Α΄ 202). β. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 23 του ν. 2224/1994, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 3377/2005, αντικαθίσταται ως εξής: "Το ανωτέρω πλαίσιο ωραρίου καθορίζεται για τις καθημερινές ημέρες μέχρι την 21:00 ώρα, το Σάββατο μέχρι την 20:00 ώρα και την Κυριακή από ώρα 11:00 έως ώρα 20:00."». Ακολούθως, με το άρθρο 25 του ν. 4208/2013 (Α΄ 252) προστέθηκε στο ανωτέρω άρθρο 16 του ν. 4177/2013 παράγραφος 4 ως εξής: «4. α) Επιτρέπεται η απασχόληση των εργαζομένων σε εμπορικά καταστήματα που λειτουργούν σύμφωνα με τα ανωτέρω. Η απασχόληση των εργαζομένων στις περιπτώσεις αυτές είναι νόμιμη και αμείβεται σύμφωνα με τις κοινές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας που ορίζουν πρόσθετη αμοιβή για εργασία κατά τις Κυριακές. Στους εργαζόμενους που θα απασχοληθούν κατά τις Κυριακές της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 δύναται να χορηγηθεί η αναπληρωματική ανάπαυση σε εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας που προηγείται των Κυριακών αυτών. β) Η ισχύς της παρούσας αρχίζει από την ψήφισή της από την Βουλή των Ελλήνων». Τέλος, με την υποπαρ. 1α της παρ. ΣΤ5 του πρώτου άρθρου του ν. 4254/2014 (Α΄ 85) προστέθηκε στο ίδιο ως άνω άρθρο του ν. 4177/2013 παράγραφος 5 ως εξής: «5. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας που εκδίδεται μετά από διαβούλευση με τοπικούς και συλλογικούς φορείς ορίζονται τρεις (3) τουριστικές περιοχές, όπου επιτρέπεται πιλοτικά για ένα (1) έτος η προαιρετική λειτουργία των εμπορικών καταστημάτων και τις υπόλοιπες Κυριακές, πέραν των αναφερομένων στην παράγραφο 1 του παρόντος χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος και χωρίς να απαιτείται απόφαση του Αντιπεριφερειάρχη. Με όμοια απόφαση μπορεί να ορίζεται ο φορέας παρακολούθησης της δράσης για την εξαγωγή συγκριτικών συμπερασμάτων και κάθε άλλη λεπτομέρεια». Στην υποπαρ.1β της ιδίας παρ. ΣΤ5 του πρώτου άρθρου του ν. 4254/2014 ορίζεται ότι: «β. Η απόφαση της προηγούμενης υποπερίπτωσης εκδίδεται εντός τριών (3) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου».
3. Επειδή, κατ’ επίκληση της προδιαληφθείσης εξουσιοδοτικής διατάξεως της παρ. 5 του άρθρου 16 του ν. 4177/2013 εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, στο άρθρο 1 της οποίας ορίζονται τα εξής: «Οι τρεις (3) τουριστικές περιοχές της χώρας, όπου επιτρέπεται πιλοτικά για ένα (1) έτος η προαιρετική λειτουργία των εμπορικών καταστημάτων και τις υπόλοιπες Κυριακές, πέραν των αναφερομένων στην παρ. 1 του αρθρ. 16 του Ν. 4177/2013 είναι: 1. Περιφέρεια Αττικής και ειδικότερα: (α) Ιστορικό κέντρο Δήμου Αθηναίων, όπως αυτό προσδιορίζεται και οριοθετείται από το Π.Δ. 21.9/13.10.1979 (ΦΕΚ Δ΄ 567) όπως ισχύει. (β) Δήμος Ραφήνας−Πικερμίου. 2. Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας και ειδικότερα: (α) Ιστορικό κέντρο Δήμου Θεσσαλονίκης, όπως αυτό προσδιορίζεται και οριοθετείται από την Υ.Α. ΥΠΠΟ/ΔΙΛΑΠ/Γ/3046/51009/14.10.1994 (ΦΕΚ Β΄ 833). (β) Περιφερειακή ενότητα Χαλκιδικής 3. Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου και ειδικότερα: (α) Δήμος Ρόδου (β) Δήμος Κω (γ) Δήμος Σύρου−Ερμούπολης (δ) Δήμος Μυκόνου (ε) Δήμος Θήρας».
4. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, οι αιτούντες ζητούν την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, ισχυριζόμενοι ότι η ασκηθείσα κατ’ αυτής αίτηση ακυρώσεως είναι προδήλως βάσιμη. Ειδικότερα, με την αίτηση ακυρώσεως προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι μη νόμιμη διότι α) εκδόθηκε μετά την πάροδο της προβλεπόμενης από το νόμο τρίμηνης προθεσμίας και, συνεπώς, αναρμοδίως κατά χρόνο, β) εκδόθηκε κατά παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, ήτοι χωρίς να προηγηθεί η προσήκουσα δημοσιοποίηση της σχεδιαζομένης ρυθμίσεως και χωρίς να λάβει χώρα διαβούλευση με τους ενδιαφερομένους φορείς, γ) εκδόθηκε κατά παράβαση της εξουσιοδοτικής διατάξεως, καθώς με την απόφαση αυτή καθορίστηκαν συνολικά περισσότερες από τρεις (3) τουριστικές περιοχές για την πιλοτική εφαρμογή της επίμαχης ρυθμίσεως, δ) εκδόθηκε χωρίς να εκτιμηθούν στοιχεία που δικαιολογούν την πιλοτική λειτουργία των εμπορικών καταστημάτων καθ’ όλες τις Κυριακές του έτους στις επιλεγείσες περιοχές, ε) αντιβαίνει σε διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος, με τις οποίες καθιερώνεται για τους εργαζομένους η αργία της Κυριακής, όπως οι διεθνείς συμβάσεις της Γενεύης που κυρώθηκαν αντιστοίχως με τους ν. 2990/1922 (Α΄ 163) και ν. 1174/1981 (Α΄ 182), και οι διατάξεις της Οδηγίας 93/104/ΕΚ του Συμβουλίου σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας, και στ) θεσπίζει ουσιαστικώς την κατάργηση της αργίας της Κυριακής για τους εμπόρους και τους εργαζομένους στα εμπορικά καταστήματα, κατά παράβαση των συνταγματικών αρχών της ισότητας, αναλογικότητας και προστασίας της οικογένειας και των ατομικών δικαιωμάτων της άσκησης της θρησκευτικής λατρείας και της επαγγελματικής ελευθερίας. Οι ανωτέρω λόγοι ακυρώσεως, ως προς τους οποίους δεν υπάρχει νομολογία εν όψει της πρόσφατης θεσπίσεως της σχετικής εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 16 παρ. 5 του ν. 4177/2013, δεν κρίνονται ως προδήλως βάσιμοι και, ως εκ τούτου, είναι απορριπτέος ο προβαλλόμενος σχετικός λόγος αναστολής.
5. Επειδή, οι αιτούντες προβάλλουν ότι η εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως θα προκαλέσει σ’ αυτούς ανεπανόρθωτη, άλλως δυσχερώς επανορθώσιμη, βλάβη, αφ’ ενός μεν, ηθική και προσωπική, αφ’ ετέρου δε, οικονομική και επαγγελματική. Ειδικότερα, προβάλλουν ότι η κατάργηση της αργίας της Κυριακής θα στερήσει από αυτούς την αναγκαία εβδομαδιαία ανάπαυση, ψυχαγωγία και επαφή με τα μέλη της οικογένειάς τους, θα δυσχεράνει δε την άσκηση των θρησκευτικών τους καθηκόντων. Εν όψει δε της κατοχύρωσης, ταυτόχρονα και παράλληλα με τα λοιπά εργασιακά δικαιώματα, της Κυριακής ως ημέρας κοινής και υποχρεωτικής αργίας στη χώρα επί 100 και πλέον έτη, η βλάβη αυτή δεν δύναται να θεραπευθεί με την μετάθεση της αργίας σε διαφορετική ημέρα της εβδομάδας για κάθε εργαζόμενο, θα πληγούν δε εξίσου από τη ρύθμιση τόσον οι ιδιοκτήτες μικρών και μεσαίων εμπορικών επιχειρήσεων, οι οποίοι θα αναγκαστούν σε παροχή απασχολήσεως προσωπικής ή των μελών της οικογενείας τους λόγω αδυναμίας απασχολήσεως πρόσθετου προσωπικού, όσο και οι εργαζόμενοι εμποροϋπάλληλοι, οι οποίοι θα εξαναγκασθούν εκ των πραγμάτων να παρέχουν εργασία την Κυριακή. Ούτε, εξ άλλου, κατά τους ισχυρισμούς των αιτούντων, αίρεται η ανωτέρω βλάβη ως εκ του προαιρετικού χαρακτήρα του μέτρου, διότι όσες μεν επιχειρήσεις επιλέξουν να παραμένουν κλειστές την Κυριακή, διατρέχουν σοβαρό κίνδυνο διαρροής, ή και οριστικής απώλειας, της πελατείας τους, η οποία θα μετακινηθεί προς τα λειτουργούντα καταστήματα, όσες δε επιχειρήσεις επιλέξουν να παραμένουν ανοικτές, διατρέχουν σοβαρό κίνδυνο κλονισμού της βιωσιμότητάς τους λόγω του αυξημένου κόστους λειτουργίας τους, το οποίο είναι δυσβάστακτο εν όψει της κοινώς γνωστής οικονομικής κρίσης. Οι αιτούντες ισχυρίζονται περαιτέρω ότι το επίμαχο μέτρο δεν αναμένεται να οδηγήσει ούτε στη βελτίωση των όρων της αγοράς εργασίας και τη μείωση της ανεργίας, ούτε στην αύξηση του κύκλου εργασιών των καταστημάτων, ούτε στη μείωση των τιμών προς όφελος των καταναλωτών, αλλά, αντίθετα, θα καταφέρει ένα πρόσθετο πλήγμα στον ήδη δοκιμαζόμενο κλάδο των μικρών και μεσαίων εμπορικών επιχειρήσεων. Προς απόδειξη των ισχυρισμών τους επικαλούνται και προσκομίζουν, μεταξύ άλλων, σχετική έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ (Ινστιτούτο Μελετών της Γενικής Συνομοσπονδίας Επαγγελματιών Βιοτεχνών Εμπόρων Ελλάδας) Ιανουαρίου 2013, η οποία αναφέρει τα εξής: «… 1) Σύμφωνα με την 6η Έκθεση του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου για τις Μικρές & Μεσαίες Επιχειρήσεις (που εξετάζει 19 χώρες): - οι επιπτώσεις στην απασχόληση από το διευρυμένο ωράριο είναι αρνητικές. - Ο καταμερισμός εργασίας στον τομέα του λιανικού εμπορίου, βάσει των αλλαγών, αλλάζει σημαντικά. Το εργασιακό κόστος αυξάνεται περισσότερο απ’ ό,τι οι πωλήσεις (ιδιαίτερα τις Κυριακές). «Η απελευθέρωση του ωραρίου των λιανεμπορικών καταστημάτων φαίνεται να επιταχύνει την μείωση του μεριδίου της αγοράς των ΜΜΕ, ελαττώνοντας την κερδοφορία τους». - Τα μικρά καταστήματα μειώνουν τις θέσεις εργασίας (καθώς το κόστος είναι μεγαλύτερο των κερδών, γεγονός που αναγκάζει τους μικρούς επιχειρηματίες και τις οικογένειες τους να δουλεύουν πολύ περισσότερο), ενώ τα μεγαλύτερα καταστήματα (κυρίως τροφίμων) δημιουργούν νέες θέσεις μόνο μερικής απασχόλησης. - Εξαιτίας του μεγαλύτερου ανταγωνισμού και την μείωση των κερδών, τα μικρά καταστήματα εξαφανίζονται από τον εμπορικό χάρτη ή υποχρεώνονται σε εξαγορά από μεγάλες αλυσίδες καταστημάτων (franchised). Επιπλέον, από την ανάλυση των στοιχείων απασχόλησης μετά την απελευθέρωση ωραρίου για συγκεκριμένες χώρες, προέκυψαν τα εξής: • Στην Αυστρία η συνολική απασχόληση δεν επηρεάστηκε. • Στην Ολλανδία μειώθηκε η πλήρης απασχόληση στο σύνολο των λιανεμπορικών καταστημάτων. • Στην Γερμανία τα αποτελέσματα των μελετών του SFS (Ινστιτούτο Κοινωνικής Έρευνας) και του Ifo (Ινστιτούτο Οικονομικής Έρευνας) σε σχέση με την επιρροή της διεύρυνσης του ωραρίου των καταστημάτων στο κύκλο εργασιών και την απασχόληση, ήταν αρνητικά (μείωση συνολικής απασχόλησης 5,8%). 2) Στο Λονδίνο, η πρακτική εφαρμογή της λειτουργίας των καταστημάτων την Κυριακή δείχνει αρνητικά αποτελέσματα για τα μικρά καταστήματα. Σύμφωνα με το τελευταίο δελτίο της BRC – KPMG (5/9/2012) φαίνεται πτώση των πωλήσεων, γεγονός που πυροδότησε για άλλη μια φορά την κριτική εναντίον της λειτουργίας των καταστημάτων την Κυριακή καθώς όπως αναφέρει η ACS (Association of Convenience Stores) τα μικρά καταστήματα «υποφέρουν» από μείωση των πωλήσεών τους, τα κέρδη από τα οποία μεταφέρθηκαν στα μεγάλα καταστήματα και πως η λειτουργία την Κυριακή δεν επέφερε ουδεμία θετική αλλαγή στις πωλήσεις τους. Αντίστοιχα, η Συνομοσπονδία Διανομέων Χονδρικής (Federation of Wholesales Distributors) αναφέρει πως δεν υπάρχει οικονομική ή κοινωνική βάση για την απελευθέρωση της Κυριακής καθώς οι καταναλωτές απέδειξαν πως δεν την χρειάζονται και τα τοπικά καταστήματα καταστρέφονται. 3) Σύμφωνα με μελέτη του Πανεπιστημίου της Μαδρίτης στις περιοχές όπου τα καταστήματα παραμένουν ανοικτά σε ημέρες αργίας, το κόστος αυξάνεται κατά 15% και οι πωλήσεις μόλις κατά 0,5%, γεγονός που ασκεί επιρροή στις τιμές. Οι καταναλωτές πληρώνουν περισσότερο, ανεξάρτητα με το αν κάνουν τις αγορές τους σε ημέρες αργίας. Επιπλέον, η μεταφορά μεριδίου της αγοράς σε πολυκαταστήματα, μειώνει τον ανταγωνισμό και οδηγεί τα μικρά καταστήματα σε κλείσιμο. Η έρευνα καταλήγει με έντονα ερωτηματικά για το κατά πόσο η αύξηση των ωρών λειτουργίας συντελεί σε βελτίωση της απασχόλησης. Τα μικρά καταστήματα λιανικού εμπορίου χάνουν μερίδιο αγοράς. Δημιουργούνται τάσεις υπερσυγκέντρωσης, και εξ αυτού του λόγου σημειώνεται μείωση της απασχόλησης. Υπολογίζεται πως 277 υπάλληλοι σε μια μεγάλη υπεραγορά, μπορούν να αντικαταστήσουν 318 σε υπεραγορά και 1557 παραδοσιακούς καταστηματάρχες. 4) Μελέτη για τις επιπτώσεις από την απελευθέρωση της λειτουργίας καταστημάτων τις Κυριακές στην Ισπανική οικονομία έδειξε πως οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις θα υποστούν μείωση του μεριδίου αγοράς, γεγονός που θα οδηγήσει σε απώλεια θέσεων εργασίας, οι δε τιμές δεν αναμένεται να μειωθούν. Με την μελέτη συμφωνούσε και το «παράδειγμα της Μαδρίτης» όπου από το 1996 είχαν καθιερωθεί ως εργάσιμες 12 επίσημες αργίες το χρόνο, κάτι που είχε ως συνέπεια τις μεγαλύτερες απώλειες σε θέσεις εργασίας και τα περισσότερα λουκέτα σε μαγαζιά από κάθε άλλη αυτόνομη κοινότητα της Ισπανίας». Εξ άλλου, όσον αφορά την Ελλάδα, οι αιτούντες προσκομίζουν στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ σχετικά με την απασχόληση στον κλάδο του εμπορίου, από τα οποία προκύπτει ότι η συνολική απασχόληση μεταξύ Γ΄ και Δ΄ Τριμήνου του 2013 μειώθηκε σε απόλυτα μεγέθη κατά 15.300, μεταξύ δε Γ΄ Τριμήνου 2013 και Α΄ Τριμήνου 2014 κατά 10.600, παρά το γεγονός ότι από το Δ΄ Τρίμηνο του 2013 είχαν εφαρμοστεί οι διατάξεις του ν. 4677/2013 για το άνοιγμα των καταστημάτων ορισμένες Κυριακές του έτους.
6. Επειδή, η Διοίκηση, με το έγγραφο των απόψεών της προς το Δικαστήριο και το κατατεθέν υπόμνημά της, προβάλλει ότι η επίμαχη ρύθμιση έχει πιλοτικό χαρακτήρα με σκοπό την εξαγωγή συμπερασμάτων για την αξιολόγηση της λειτουργίας των καταστημάτων τις Κυριακές, ιδίως εν όψει της αύξησης του αριθμού των τουριστών της χώρας, η εξυπηρέτηση των οποίων και τις Κυριακές αναμένεται να έχει πολλαπλά οφέλη, τα οποία θα διαπιστωθούν με ασφάλεια μόνο μετά το πέρας της περιόδου πιλοτικής εφαρμογής της προσβαλλομένης πράξεως.
7. Επειδή, η Επιτροπή κρίνει ότι η μεν ηθική βλάβη των αιτούντων η αναφερόμενη στο δικαίωμα του ελευθέρου χρόνου και της απολαύσεώς του από κοινού με την οικογένειά τους κατά την κοινή αργία της Κυριακής καθώς και στο δικαίωμα στην άσκηση της θρησκευτικής λατρείας, παρίσταται αυτονοήτως δυσεπανόρθωτη. Η δε οικονομική βλάβη, πιθανολογείται επίσης ως ανεπανόρθωτη, ή πάντως δυσχερώς επανορθώσιμη, από τα προσκομισθέντα από αυτούς στοιχεία και μελέτες αρμοδίων ερευνητικών φορέων της Ελλάδας και του εξωτερικού, εκτιμώμενα υπό το φως της κοινώς γνωστής οικονομικής κρίσεως, τα στοιχεία δε αυτά δεν αμφισβητούνται ούτε αποκρούονται από τη Διοίκηση. Εξ άλλου, η επίκληση εκ μέρους της Διοικήσεως της εξαγωγής συμπερασμάτων από την πιλοτική εφαρμογή του μέτρου ως λόγου δημοσίου συμφέροντος κωλύοντος τη χορήγηση της αιτούμενης αναστολής, δεν δύναται να αντισταθμίσει την πιθανολογούμενη βλάβη των αιτούντων, πολλώ μάλλον καθ’ όσον η Διοίκηση δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει στοιχεία ή μελέτες επί των οποίων δύναται να θεμελιωθεί προσδοκία θετικών αποτελεσμάτων από το επίμαχο μέτρο. Τέλος, η ανάγκη εξυπηρέτησης του αυξημένου αριθμού των τουριστών της χώρας και τις Κυριακές δύναται να καλυφθεί με την εφαρμογή της προμνημονευθείσας παρ. 2 του άρθρου 16 του ν. 4177/2013, δυνάμει της οποίας ο Αντιπεριφερειάρχης εξουσιοδοτείται να εκδώσει απόφαση για τον ορισμό περιοχών της περιφερείας του, στις οποίες επιτρέπεται η λειτουργία και τις Κυριακές καταστημάτων μέχρι 250 τ.μ., υπό τον όρο να μην ανήκουν σε αλυσίδα καταστημάτων, να μη λειτουργούν ως «κατάστημα εντός καταστήματος» και να μην βρίσκονται σε εκπτωτικά καταστήματα, εκπτωτικά κέντρα ή εκπτωτικά χωριά.
8. Επειδή, κατά τούτα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να ανασταλεί η εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως μέχρι την έκδοση αποφάσεως επί της κατ’ αυτής ασκηθείσας αιτήσεως ακυρώσεως.
Διά ταύτα Δέχεται την κρινόμενη αίτηση.
Αναστέλλει την εκτέλεση της υπ’ αριθμ. Κ1-1119/7.7.2014 αποφάσεως του Υφυπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας μέχρι την έκδοση αποφάσεως επί της κατ’ αυτής ασκηθείσας αιτήσεως ακυρώσεως.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Σεπτεμβρίου 2014 και εκδόθηκε στις 10 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους.
Ο Πρόεδρος      Η Γραμματέας

17 Οκτωβρίου 2014

ΘΑ ΧΑΘΕΙ ΚΙ ΑΥΤΗ Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ;


"Ακόμη τούτη η Άνοιξη, ραγιάδες... "ΘΑ ΧΑΘΕΙ ΚΙ ΑΥΤΗ Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ;

Δέν διαθέτω το "κληρονομικό" χάρισμα της προγνωσης και έτσι αδυνατώ να πώ με βεβαιότητα αν οδηγούμεθα σε βουλευτικές εκλογές σε λίγο ή πολύ χρόνο. και μάλιστα ισως με αφορμή την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας . Ομως για πιά "αξιοπιστία" συζητάμε αν χαθεί που ετσι φαίνεται κι αυτή η ευκαιρία για την θεραπεία σημαντικών προβλημάτων που βασανίζουν την πολιτική μας ζωή μέσα όμως απο την αναγκαία συνταγματική αναθεώρηση;
Η ευκαιρία να θεραπευθούν κακά που δηλητηριαζουν υπάρχει ακόμη μεσα (οπως πχ η βουλευτική ασυλία ,η Υπουργική ευθυνη.η διαλυση της Βουλής για την Προεδρική εκλογή ,η εκλογή της Ηγεσίας της Δικαιοσύνης κλπ) Ετσι αντί την "κοκορομαχίας" δεμ καταθέτουν τώρα την πρόταση τους που να τυχει της ψηφοφορίας της Βουλής άμεσα. Εκτός καί αν
"έσται η εσχατη πλάνη χείρων της πρώτης" 

Αποφαση ΣτΕ για την παρακράτηση υπέρ ΕΛΚΕ ποσοστού15% επί των αμοιβών από δραστηριότητες μελών Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι

Αριθμός 3299/2014

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
.
Για να δικάσει την από 19 Απριλίου 2002 αίτηση:
των: 1) ΑΑ……,
κατά των Υπουργών: 1) Οικονομίας και Οικονομικών και ήδη Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με την Αικατερίνη Γρηγορίου, Νομική Σύμβουλο του Κράτους και 2) Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και ήδη Παιδείας και Θρησκευμάτων, ο οποίος παρέστη τον Ηλία Ψώνη, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους.
Στη δίκη παρεμβαίνουν οι:
Η πιο πάνω αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της υπ’ αριθ. 68/2006 παραπεμπτικής αποφάσεως του Γ’ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας και μετά τη διαγραφή από το Β’ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση.
Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθεί η υπ’ αριθ. Φ.35/10506/ΙΒ/19.2.2002 (ΦΕΚ 178 Β) κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων «Οργάνωση και Λειτουργία Ειδικών Λογαριασμών Πανεπιστημίων και ΤΕΙ σύμφωνα με το Ν. 2817/2000» καθώς και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Γ. Τσιμέκα.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο των αιτούντων, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, τον πληρεξούσιο των παρεμβαινόντων ο οποίος ζήτησε να γίνει δεκτή η παρέμβαση και τους αντιπροσώπους των Υπουργών, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή τους.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, για την κρινόμενη αίτηση έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθ. 126398, 156722 και 387281, σειράς Α΄, ειδικά γραμμάτια παραβόλου).
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή, όπως συμπληρώθηκε με δικόγραφα προσθέτων λόγων, οι αιτούντες, μέλη Διδακτικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (ΔΕΠ) διαφόρων βαθμίδων του Τμήματος Νομικής της Σχολής Νομικών, Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, ζητούν να ακυρωθεί η υπ’ αριθ. Φ. 35/10506/ΙΒ/19.2.2002 (Β΄ 178) κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, η οποία τιτλοφορείται «Οργάνωση και Λειτουργία Ειδικών Λογαριασμών Πανεπιστημίων και ΤΕΙ σύμφωνα με το νόμο 2817/2000». Με την προσβαλλόμενη απόφαση ρυθμίζεται η διαδικασία είσπραξης και απόδοσης στον οικείο ειδικό λογαριασμό των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Α.Ε.Ι.) και Τεχνολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (Τ.Ε.Ι.) των κρατήσεων με τις οποίες επιβαρύνονται οι αμοιβές των εδαφ. δ΄, ε΄, στ΄ και ζ΄ της παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 2530/1997 των μελών διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού (Δ.Ε.Π.) των Α.Ε.Ι. πλήρους απασχόλησης και οι αμοιβές των εδαφ. γ΄, δ΄, ε΄ και στ΄ της παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 2530/1997 των μελών εκπαιδευτικού προσωπικού (Ε.Π.) των Τ.Ε.Ι. πλήρους απασχόλησης.
3. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια με πράξη του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω της μείζονος σπουδαιότητάς της (άρθρο 14 παρ. 2 εδ. α΄ του π.δ/τος 18/1989, Α΄ 8), κατόπιν διαγραφής από το πινάκιο του Β΄ Τμήματος, στο οποίο είχε παραπεμφθεί, ως αρμόδιο Τμήμα, με την υπ’ αριθ. 68/2006 απόφαση του Γ΄ Τμήματος του Δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου είχε εισαχθεί αρχικώς προς εκδίκαση.

5. Επειδή, οι λοιποί αιτούντες που νομιμοποιήθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 27 του π.δ/τος 18/1989, ως προς τους οποίους είναι περαιτέρω εξεταστέα η υπό κρίση αίτηση, έχουν έννομο συμφέρον προς άσκηση αυτής και ακύρωση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως μέλη ΔΕΠ διαφόρων βαθμίδων του Τμήματος Νομικής της Σχολής Νομικών, Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών (Ν.Ο.Π.Ε.) του Πανεπιστημίου Αθηνών, μόνον όμως, κατά το μέρος που η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά μέλη Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. και όχι μέλη Ε.Π. των Τ.Ε.Ι. και παραδεκτώς ομοδικούν, προβάλλοντες κοινούς λόγους ακυρώσεως που στηρίζονται στην αυτή ιστορική και νομική αιτία Το γεγονός, εξάλλου, ότι με την επίδικη παρακράτηση επιβαρύνονται μόνον τα μέλη Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. πλήρους απασχόλησης και όχι και τα μέλη Δ.Ε.Π. μερικής απασχόλησης, δεν επιδρά επί του ζητήματος του εννόμου συμφέροντος των αιτούντων που υπηρετούν ή υπηρέτησαν τυχόν κατά το παρελθόν υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης. Και τούτο διότι η υποβολή δήλωσης για ένταξη στην κατηγορία μελών ΔΕΠ πλήρους απασχόλησης, δικαίωμα συνυφασμένο αρρήκτως προς το θεμελιώδες δικαίωμα των μελών Δ.Ε.Π. στην ακαδημαϊκή ελευθερία και την ελευθερία της διδασκαλίας (άρθρο 16 παρ. 1 του Συντάγματος), είναι δυνατή, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις (βλ. κατωτέρω σκέψη 8), κάθε έτος (με εξαίρεση τα νεοδιοριζόμενα μέλη Δ.Ε.Π., που είναι υποχρεωτικώς πλήρους απασχόλησης για τα πρώτα 3 έτη από το διορισμό τους – άρθρο 2 παρ. 10 ν. 2530/1997), με συνέπεια, ακόμη και αν ένα μέλος Δ.Ε.Π. ανήκει στην κατηγορία της μερικής απασχόλησης, να υπάγεται υποχρεωτικά στο πεδίο εφαρμογής της προσβαλλόμενης κανονιστικής πράξης, εφόσον ασκήσει το εκ του νόμου δικαίωμά του να υπαχθεί στην κατηγορία των μελών ΔΕΠ πλήρους απασχόλησης. Συνεπώς, ενόψει και του ότι η προσβαλλόμενη πράξη δεν είναι περιορισμένης χρονικής ισχύος, όλοι οι ανωτέρω αιτούντες ασκούν την αίτηση με έννομο συμφέρον εκ μόνης της ιδιότητάς τους ως μελών Δ.Ε.Π. - Α.Ε.Ι., η οποία, κατά τα εκτεθέντα, τους παρέχει το δικαίωμα να υπαχθούν οποτεδήποτε στο καθεστώς της πλήρους απασχόλησης.
6. Επειδή, η προσβαλλομένη υπουργική απόφαση έχει εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 15 παρ.1 εδ. δ΄ του ν. 2817/2000 και ρυθμίζει ζητήματα που αφορούν τη διαδικασία της είσπραξης και βεβαίωσης των κρατήσεων με τις οποίες επιβαρύνονται οι αμοιβές των μελών ΔΕΠ των ΑΕΙ πλήρους απασχόλησης σύμφωνα με τις κατωτέρω εκτιθέμενες διατάξεις της παρ. 8 του άρθρου 2 του ν. 2530/1997. Επομένως, ενδεχόμενη αντισυνταγματικότητα των διατάξεων αυτών ή αντίθεσή τους προς το ευρωπαϊκό κοινοτικό δίκαιο ή προς διατάξεις του διεθνούς δικαίου, το οποίο έχει αυξημένη έναντι του κοινού νόμου τυπική ισχύ σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, θα καθιστούσε μη νόμιμες και ακυρωτέες τις ρυθμίσεις της προσβαλλομένης κανονιστικής πράξης που στηρίζονται σ’ αυτές και, ως εκ τούτου, παραδεκτώς προβάλλονται με την κρινομένη αίτηση λόγοι ακυρώσεως σχετικοί με τη συνταγματικότητα και τη συμβατότητα προς το ευρωπαϊκό κοινοτικό και το διεθνές δίκαιο των ανωτέρω διατάξεων (πρβλ. ΣτΕ 1972/2012 Ολομ.).
7. Επειδή, στο άρθρο 1 παράγραφος 1 του ν. 2479/1997 (Α΄ 67 ) ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι: « α. Σε δίκη ενώπιον … της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας …, στην οποία, εν όψει των ισχυρισμών των διαδίκων ή της τυχόν παραπεμπτικής απόφασης, τίθεται ζήτημα αν διάταξη τυπικού νόμου είναι σύμφωνη προς το Σύνταγμα ή όχι, έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν παρέμβαση φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή ενώσεις προσώπων, τα οποία δικαιολογούν έννομο συμφέρον σε σχέση με την κρίση του ζητήματος αυτού, εφόσον το αυτό ζήτημα εκκρεμεί σε δίκη ενώπιον άλλου δικαστηρίου ή δικαστικού σχηματισμού του αυτού κλάδου δικαιοσύνης στην οποία είναι διάδικοι …. β. Ο παρεμβαίνων με βάση το προηγούμενο εδάφιο νομιμοποιείται να προβάλει απόψεις και επιχειρήματα αναφερόμενα αποκλειστικά σε ζητήματα συνταγματικότητας που έχουν τεθεί. Η εκδιδόμενη απόφαση δεν παράγει έννομα αποτελέσματα για τον παρεμβαίνοντα αυτόν.»...... Όμως, σε αντίθεση με τους αιτούντες που είναι μέλη Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι., οι παρεμβαίνοντες είναι μέλη Ε.Π. των Τ.Ε.Ι. και η επίδικη επιβάρυνση επιβάλλεται για αυτούς, κατά τα εκτιθέμενα κατωτέρω (σκέψη 8), από τη διάταξη του άρθρου 8 του ν. 2530/1997, και όχι από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του ν. 2530/1997, την οποία και μόνο προσβάλλουν ενώπιον της Ολομελείας ως αντισυνταγματική οι αιτούντες. Δεν πρόκειται, επομένως, για την ίδια τυπική διάταξη που πλήσσεται με το κύριο ένδικο βοήθημα και, ενόψει αυτού, δεν πρόκειται για το «αυτό ζήτημα» κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 1 παράγραφος 1 του ν. 2479/1997, η οποία, όπως έχει κριθεί (ΣτΕ 1213/2010 Ολομ.), λόγω του ειδικού χαρακτήρα της, είναι στενώς ερμηνευτέα. Ως εκ τούτου, η ασκηθείσα παρέμβαση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
8. Επειδή, στη διάταξη του άρθρου 2 του ν. 2479/1997(Α΄ 218) , υπό τον τίτλο «Μέλη ΔΕΠ πλήρους και μερικής απασχόλησης», ως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «1. Τα μέλη Δ.Ε.Π. εντάσσονται σε μία από τις εξής δύο κατηγορίες: α. της πλήρους απασχόλησης. β. της μερικής απασχόλησης. Η ένταξη σε μία από τις δύο κατηγορίες γίνεται μετά από αίτηση του μέλους Δ.Ε.Π. κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος. Στην περίπτωση που μέλος Δ.Ε.Π. δεν υποβάλλει εμπρόθεσμα αίτηση, τεκμαίρεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του ασυμβιβάστου. 2. Τα μέλη Δ.Ε.Π. πλήρους απασχόλησης υποχρεούνται: α. να διαμένουν και να εγκαθίστανται στο νομό όπου εδρεύει το Τμήμα του Α.Ε.Ι. στο οποίο υπηρετούν. β. να παραδίδουν προπτυχιακά και μεταπτυχιακά μαθήματα, καθώς και να διδάσκουν σε φροντιστήρια ή σεμινάρια, σε εργαστήρια ή κλινικές, ενταγμένα στο Πρόγραμμα Σπουδών του Τμήματος, στο οποίο ανήκουν ή σε άλλο Τμήμα ή σε Προγράμματα Σπουδών του οικείου Α.Ε.Ι., κατ’ ελάχιστο όριο έξι (6) ώρες εβδομαδιαίως, μετά από σχετικές αποφάσεις των αρμοδίων οργάνων. γ. να παρευρίσκονται στους πανεπιστημιακούς χώρους δεκατέσσερις (14) ώρες εβδομαδιαίως, κατ’ ελάχιστο όριο. Δύνανται μόνον: δ. να αμείβονται από χρηματοδοτούμενα ερευνητικά προγράμματα ή από Ερευνητικά ινστιτούτα ή Κέντρα υπό την εποπτεία της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας ή υπό την εποπτεία άλλων Υπουργείων ή από Ερευνητικά Πανεπιστημιακά Ινστιτούτα υπό την εποπτεία ή τη συνεποπτεία του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, ε. να αμείβονται από κάθε είδους έργο, στ. να ασκούν εξωπανεπιστημιακή υπερωριακή απασχόληση, εφόσον δεν αμείβονται από τη θέση για την οποία παρέχουν την υπερωριακή τους απασχόληση, ζ. να ασκούν ελευθέριο επάγγελμα, η. . . . θ. . . . ι. . . . ια. . . . ιβ. . . . Οι ως άνω αμοιβές των μελών ΔΕΠ πλήρους απασχόλησης, υπό στοιχεία δ΄, ε΄, στ΄ και ζ΄, εισπράττονται υποχρεωτικώς μέσω του «Ειδικού Λογαριασμού για την Αξιοποίηση των Κονδυλίων του Ιδρύματος». Η εξωπανεπιστημιακή δραστηριότητα των μελών Δ.Ε.Π. πλήρους απασχόλησης κατά τα εδάφια ε`, στ` και ζ` της παρούσας παραγράφου δεν μπορεί να υπερβαίνει συνολικά τις οκτώ (8) ώρες εβδομαδιαίως, κατανεμόμενες σε δύο (2) ημέρες κατά ανώτατο όριο. 3. α. . . . β. . . . γ. Τα μέλη Δ.Ε.Π. μερικής απασχόλησης υποχρεούνται: i) να παραδίδουν προπτυχιακά και μεταπτυχιακά μαθήματα, καθώς και να διδάσκουν σε φροντιστήρια ή σεμινάρια, σε εργαστήρια ή κλινικές, ενταγμένα στο Πρόγραμμα Σπουδών του Τμήματος, στο οποίο ανήκουν ή σε άλλο Τμήμα ή σε πρόγραμμα σπουδών του οικείου Πανεπιστημίου, κατ` ελάχιστον όριο τρεις (3) ώρες εβδομαδιαίως, μετά από σχετικές αποφάσεις των αρμοδίων οργάνων. ii) Να παρευρίσκονται στους πανεπιστημιακούς χώρους επτά (7) ώρες εβδομαδιαίως κατ’ ελάχιστο όριο, πέραν των τριών (3) ωρών διδασκαλίας και να παρέχουν κάθε μορφής διδακτικό, ερευνητικό - επιστημονικό ή διοικητικό έργο. 4. . . . 5. . . . 6. . . .. 7. . . 8. Το ποσοστό που περιέρχεται στο οικείο Α.Ε.Ι. από τις αμοιβές των μελών Δ.Ε.Π. πλήρους απασχόλησης, που εισπράττονται μέσω του Ειδικού Λογαριασμού για την αξιοποίηση κονδυλίων του ιδρύματος, ορίζεται με απόφαση της οικείας Επιτροπής και δεν μπορεί να υπερβαίνει το δεκαπέντε τοις εκατό (15%) ανά αμοιβή από χρηματοδοτούμενα ερευνητικά προγράμματα ή από ερευνητικά ινστιτούτα ή Κέντρα υπό την εποπτεία της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας ή υπό την εποπτεία άλλων Υπουργείων ή από Ερευνητικό Πανεπιστημιακό ινστιτούτο υπό την εποπτεία ή τη συνεποπτεία του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Το ως άνω ποσοστό ορίζεται σε είκοσι τοίς εκατό (20%) ανά αμοιβή από την άσκηση κάθε είδους έργου και σε τριάντα τοις εκατό (30%) ανά αμοιβή από την άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και οικονομικών μπορεί να τροποποιούνται τα ως άνω ποσοστά. 9. Τα μέλη Δ.Ε.Π. μερικής απασχόλησης δεν μπορούν να αμείβονται από χρηματοδοτούμενα ερευνητικά προγράμματα του Ειδικού Λογαριασμού για την αξιοποίηση κονδυλίων στο οικείο ή άλλο Α.Ε.Ι. Η διάταξη αυτή δεν ισχύει για τις ήδη ανειλημμένες υποχρεώσεις των ερευνητικών προγραμμάτων της ως άνω κατηγορίας. Στην περίπτωση αυτή οι αμοιβές των μελών Δ.Ε.Π. μερικής απασχόλησης εισπράττονται μέσω του Ειδικού Λογαριασμού Κονδυλίων Έρευνας, κατά τα οριζόμενα στην πρώτη περίοδο της παραγράφου 8 του παρόντος άρθρου. 10. Κάθε μέλος Δ.Ε.Π. είναι υποχρεωτικώς πλήρους απασχόλησης για τα πρώτα τρία (3) έτη από το διορισμό του σε Ελληνικό Α.Ε.Ι. Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις μετάκλησης Καθηγητών από το εξωτερικό σε Τμήματα Πανεπιστημίων ή Τ.Ε.Ι. που εδρεύουν εκτός των Νομών Αττικής και Θεσσαλονίκης και για ένα πλήρες ημερολογιακό έτος από την ημερομηνία ανάληψης των καθηκόντων τους. 11. Τα μέλη Δ.Ε.Π. μερικής απασχόλησης δεν μπορούν να εκλέγονται Πρόεδροι ή Αναπληρωτές Πρόεδροι Τμημάτων, Κοσμήτορες, Πρυτάνεις, Αντιπρυτάνεις, δεν συμμετέχουν στη Σύγκλητο και δεν εκλέγονται Διευθυντές σε εργαστήρια και κλινικές.». Αντίστοιχες προς τις ρυθμίσεις των ως άνω παραγράφων του άρθρου 2 του ν. 2530/1997 περιέχονται στις ταυτάριθμες προς αυτές παραγράφους του άρθρου 8 του ίδιου νόμου για τα μέλη ΕΠ των ΤΕΙ πλήρους απασχόλησης. Περαιτέρω, στο άρθρο 3 του ίδιου ν. 2530/1997, υπό τον τίτλο «Διαδικασία ένταξης», ορίζεται ότι «1. Τον Απρίλιο κάθε έτους όλα τα μέλη Δ.Ε.Π. καταθέτουν υπεύθυνη δήλωση στην Υπηρεσία Διδακτικού Προσωπικού . . . του οικείου Α.Ε.Ι. στην οποία αναγράφεται η κατηγορία όπου επιθυμούν να ενταχθούν από το επόμενο ακαδημαϊκό έτος, . . . Ο Πρόεδρος του Τμήματος εκδίδει για κάθε μέλος Δ.Ε.Π. πράξη ένταξης σε κάθε κατηγορία, την οποία εγκρίνει ή όχι η Σύγκλητος . . . ».
9. Επειδή, η σύσταση και ο σκοπός των ως άνω αναφερομένων «Ειδικών Λογαριασμών», μέσω των οποίων εισπράττονται οι προαναφερθείσες αμοιβές των πλήρους απασχολήσεως μελών ΔΕΠ των Α.Ε.Ι. προβλέπονται από την εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 50 του ν. 2413/1996 (Α΄ 124) υπ’ αριθ. 679/22.8.1996 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (Β’ 826), στο άρθρο 1 της οποίας ορίζονται, ειδικότερα, τα εξής: «1. Συνιστάται σε καθένα από τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (ΑΕΙ), καθώς και τα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (ΤΕΙ) της χώρας Ειδικός Λογαριασμός για την αξιοποίηση των κονδυλίων επιστημονικής έρευνας, εκπαίδευσης, κατάρτισης, τεχνολογικής ανάπτυξης και παροχής σχετικών υπηρεσιών, ο οποίος αναφέρεται παρακάτω ως «Λογαριασμός». 2. Σκοπός του Λογαριασμού είναι η διάθεση και διαχείριση κονδυλίων που προέρχονται από οποιαδήποτε πηγή και προορίζονται για την κάλυψη δαπανών, οποιουδήποτε είδους, που είναι απαραίτητες για τις ανάγκες ερευνητικών, εκπαιδευτικών, επιμορφωτικών, αναπτυξιακών καθώς και έργων συνεχιζόμενης κατάρτισης και έργων για την παροχή επιστημονικών, τεχνολογικών και καλλιτεχνικών υπηρεσιών, την εκπόνηση ειδικών μελετών, την εκτέλεση δοκιμών, μετρήσεων εργαστηριακών εξετάσεων και αναλύσεων, την παροχή γνωμοδοτήσεων, τη σύνταξη προδιαγραφών για λογαριασμό τρίτων, ως και άλλων σχετικών υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων που συμβάλλουν στη σύνδεση της εκπαίδευσης και της έρευνας με την παραγωγή και εκτελούνται ή παρέχονται από το επιστημονικό προσωπικό των ΑΕΙ ή ΤΕΙ ή και με τη συνεργασία άλλων ειδικών επιστημόνων».
10. Επειδή, εξάλλου, κατ’ εφαρμογή της διατάξεως της παρ. 7 του άρθρου 24 του ν. 2530/1997, με την οποία παρασχέθηκε εξουσιοδότηση προς ρύθμιση του τρόπου οργάνωσης, λειτουργίας και διαχείρισης των ειδικών λογαριασμών των Α.Ε.Ι. και Τ.Ε.Ι., εκδόθηκε η υπ’ αριθ. ΙΒ/10900/18.12.1997 κοινή απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και του Υφυπουργού Οικονομικών, με τίτλο «Οργάνωση και λειτουργία ειδικών λογαριασμών Α.Ε.Ι. και Τ.Ε.Ι. σύμφωνα με τον Ν. 2530/1997» (Β’ 1163), με την οποία καθορίσθηκε η διαδικασία εισπράξεως και αποδόσεως στον οικείο ειδικό λογαριασμό των Α.Ε.Ι. και Τ.Ε.Ι. των κρατήσεων με τις οποίες επιβαρύνονται οι ανωτέρω αμοιβές των μελών Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. και Ε.Π. των Τ.Ε.Ι. πλήρους απασχόλησης. Εν συνεχεία, δημοσιεύθηκε ο ν. 2817/2000 (Α΄ 78), με την διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 του οποίου ορίσθηκαν τα εξής : «1. α) Τα ποσοστά που προβλέπονται από τις διατάξεις της §8 του άρθρου 2 και της §8 του άρθρου 8 του ν. 2530/1997 καθορίζονται από της ισχύος του προαναφερθέντος νόμου μέχρι 10% ανά αμοιβή από χρηματοδοτούμενα ερευνητικά προγράμματα ή από Ερευνητικά Ινστιτούτα ή Κέντρα υπό την εποπτεία της Γενικής Γραμματείας Έρευνας και Τεχνολογίας ή υπό την εποπτεία άλλων Υπουργείων ή από Ερευνητικά Πανεπιστημιακά Ινστιτούτα υπό την εποπτεία ή τη συνεποπτεία του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, σε δέκα τοις εκατό (10%) ανά αμοιβή από την άσκηση κάθε είδους έργου και σε δεκαπέντε τοις εκατό (15%) ανά αμοιβή από την άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος για τα μέλη Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. και για τα μέλη Ε.Π. των Τ.Ε.Ι. πλήρους απασχόλησης. β) Η διαφορά που προκύπτει από τα ήδη καταβληθέντα ποσά των ως άνω μελών στο οικείο Α.Ε.Ι. ή Τ.Ε.Ι., βάσει των ποσοστών του ν. 2530/1997, συμψηφίζεται με τα ποσά που καταβάλλονται, βάσει των διατάξεων του προηγούμενου εδαφίου. γ) Τα ποσοστά του εδαφίου α’ του παρόντος υπολογίζονται επί των ακαθαρίστων αμοιβών των μελών Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. και των μελών Ε.Π. των Τ.Ε.Ι. πλήρους απασχόλησης, αντίστοιχα. Ειδικώς, το ποσοστό από την άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος των ως άνω μελών που περιέρχεται στο οικείο Α.Ε.Ι. ή Τ.Ε.Ι. υπολογίζεται επί των ακαθάριστων αμοιβών τους, αφαιρουμένων επί του ποσού της αμοιβής τους των δαπανών που προορίζονται για την προμήθεια αναλώσιμων υλικών για λογαριασμό των πελατών τους, μη υπολογιζομένων των δαπανών για τη λειτουργία του γραφείου τους. δ) Καταργείται από τότε που ίσχυσε η υπ’ αριθμ. ΙΒ/10900/18.12.1997 κοινή απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και του Υφυπουργού Οικονομικών με θέμα «Οργάνωση και λειτουργία Ειδικών Λογαριασμών Α.Ε.Ι. και Τ.Ε.Ι. σύμφωνα με το ν. 2530/1997» (ΦΕΚ 1163 Β’/30.12.1997). Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και Οικονομικών ρυθμίζονται από της ισχύος της ανωτέρω καταργηθείσας απόφασης και σύμφωνα με το ν. 2530/1997 και τις διατάξεις της παρούσας: ι.) Η διαδικασία εισπράξεως και βεβαιώσεως του ποσού που περιέρχεται στο οικείο Α.Ε.Ι. ή Τ.Ε.Ι. από τις αμοιβές των εδαφίων δ’, ε’, στ’ και ζ’ της παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 2530/1997 των μελών Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. πλήρους απασχόλησης και από τις αμοιβές των εδαφίων γ’, δ’, ε’ και στ’ της παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 2530/1997 των μελών Ε.Π. των Τ.Ε.Ι. πλήρους απασχόλησης. ιι) Η διαδικασία συμψηφισμού του εδαφίου β’ της παρούσας. ιιι) οι ειδικότερες προϋποθέσεις και κάθε εν γένει λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας». Κατ’ εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διατάξεως εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη (υπ’ αριθ. Φ. 35/10506/ΙΒ/31.1.2002) κοινή υπουργική απόφαση, με το άρθρο μόνο της οποίας ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: «1. Οι κρατήσεις, με τις οποίες επιβαρύνονται οι αμοιβές των εδ. δ`, ε`, στ` και Γ της παρ. 2 του άρθρου 2 του Ν.2530/97 των μελών ΔΕΠ των Πανεπιστημίων πλήρους απασχόλησης . . . , σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 8 του άρθρου 2 . . ., όπως αυτές τροποποιήθηκαν από τις διατάξεις του εδαφίου α΄ της παρ. 1 του άρθρου 15 του Ν. 2817/2000, αποτελούν έσοδα του (Eιδικoύ Λογαριασμού για την Αξιοποίηση Κονδυλίων του Ιδρύματος) και εισπράττονται μέσω αυτού. 2. Η Επιτροπή Διαχείρισης του Ειδικού Λογαριασμού ορίζει το ποσοστό κράτησης που επιβάλλεται στις αμοιβές των μελών ΔΕΠ των Πανεπιστημίων . . . ΤΕΙ από χρηματοδοτούμενα ερευνητικά προγράμματα ή από ερευνητικά ινστιτούτα ή κέντρα . . . , κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις της πρώτης περιόδου της παρ. 8 του άρθρου 2 . . . του Ν. 2530/97, όπως αυτές τροποποιήθηκαν από τις διατάξεις του εδαφίου α` της παρ. 1 του άρθρου 15του Ν. 2817/2000. 3. Η Επιτροπή Διαχείρισης του Ειδικού Λογαριασμού αποφασίζει την υπαγωγή των αμοιβών των εδ. δ΄, ε΄, στ΄ και ζ΄ της παρ. 2 του άρθρου 2 του Ν. 2530/97 των μελών ΔΕΠ των Πανεπιστημίων πλήρους απασχόλησης . . ., στις κατηγορίες των ποσοστών κράτησης, που προβλέπονται στις διατάξεις της παρ. 8 του άρθρου 2 . . . του Ν. 2530/97, όπως αυτές τροποποιήθηκαν από τις διατάξεις του εδαφίου α της παρ. 1 του άρθρου 15 του Ν. 2817/2000. 4. Τα ποσοστά της παρ. 8 του άρθρου 2 . . . του Ν. 2530/97, όπως αυτά τροποποιήθηκαν από τις διατάξεις του εδαφίου α΄ της παρ. 1 του άρθρου 15 του Ν. 2817/2000, επιβάλλονται επί των ακαθαρίστων αμοιβών των μελών ΔΕΠ των Πανεπιστημίων . . . πλήρους απασχόλησης . . . Ειδικώς, το ποσοστό από την άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος των ως άνω μελών που περιέρχεται στο οικείο Πανεπιστήμιο ή ΤΕΙ υπολογίζεται επί των ακαθαρίστων αμοιβών τους, αφαιρουμένων επί του ποσού αμοιβής τους των δαπανών που προορίζονται για την προμήθεια αναλώσιμων υλικών και για αγορά υπηρεσιών από τρίτους για λογαριασμό των πελατών τους, μη υπολογιζομένων των δαπανών για τη λειτουργία του γραφείου τους. Οι ανωτέρω δαπάνες που προορίζονται για την προμήθεια αναλώσιμων υλικών και για αγορά υπηρεσιών από τρίτους για λογαριασμό των πελατών τους θα αποδεικνύονται με τα προβλεπόμενα από τον ΚΒΣ νόμιμα παραστατικά και δεν θα υπερβαίνουν το 35% επί των συνολικών ετήσιων εσόδων από την άσκηση ελευθέριου επαγγέλματος. 5. Η Επιτροπή Διαχείρισης του Ειδικού Λογαριασμού εισπράττει και καταβάλλει στα μέλη ΔΕΠ των Πανεπιστημίων . . . πλήρους απασχόλησης τις αμοιβές των εδ. δ΄, ε΄, στ΄ και ζ΄ της παρ. 2 του άρθρου 2 του Ν. 2530/97. . . μετά την παρακράτηση του ανάλογου ποσοστού που περιέρχεται στο Ίδρυμα. 6. Τα έσοδα από παροχή υπηρεσιών των μελών ΔΕΠ των Πανεπιστημίων . . . πλήρους απασχόλησης εισπράττονται από τον " Ειδικό Λoγαριασμό για την Αξιοποίηση Κονδυλίων του Ιδρύματος", μέσω του μέλους ΔΕΠ των Πανεπιστημίων ή ΕΠ των ΤΕΙ πλήρους απασχόλησης. . . . 7. Ο χρόνος απόδοσης στον " Ειδικό Λογαριασμό για την Αξιοποίηση Κονδυλίων του Ιδρύματος" του ποσοστού κρατήσεων, . . ., επί των αμοιβών των εδ. δ΄, ε΄, στ΄ και ζ΄ της παρ. 2 του άρθρου 2 του Ν. 2530/97 των μελών ΔΕΠ των Πανεπιστημίων πλήρους απασχόλησης . . ., καθορίζεται με απόφαση της Επιτροπής Διαχείρισης φορολογικών υποχρεώσεων των μελών ΔΕΠ των Πανεπιστημίων . . . πλήρους απασχόλησης και πάντως για χρονικό διάστημα όχι μεγάλύτερο του εξαμήνου. 8. Οι αμοιβές των μελών ΔΕΠ των Πανεπιστημίων . . . πλήρους απασχόλησης, που προκύπτουν από την άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος και εισπράπονται μέσω του " Ειδικού Λογαριασμού για την Αξιοποίηση Κονδυλίων του Ιδρύματος", αποτελούν εισόδημα Ζ πηγής και υπόκεινται στις φορολογικές ρυθμίσεις των εισοδημάτων αυτών. Τα ως άνω μέλη ΔΕΠ ή ΕΠ τηρούν τα προβλεπόμενα βιβλία και στοιχεία από τον ΚΒΣ, όπως ισχύει. Για την παρακράτηση του ποσοστού της παρ. 8 του άρθρου 2 . . . του Ν. 2530/97, όπως αυτό τροποποιήθηκε από τις διατάξεις του εδαφίου α` της παρ. 1 του άρθρου 15του Ν. 2817/2000, εκδίδεται στο τέλος της διαχειριστικής περιόδου στο όνομα του μέλους ΔΕΠ των Πανεπιστημίων ή ΕΠ των ΤΕΙ πλήρους απασχόλησης βεβαίωση από τον " Ειδικό Λογαριασμό για την Αξιοποίηση Κονδυλίων του Ιδρύματος" , η οποία καταχωρείται στα βιβλία του και αποτελεί το νόμιμο δικαιολογητικό εξόδων της προβλεπόμενης από τον Ν. 2817/2000 υποχρεωτικής παρακράτησης. Το ποσό της συγκεκριμένης δαπάνης εκπίπτει από το καθαρό φορολογητέο εισόδημα του μέλους ΔΕΠ . . . που προκύπτει από την άσκηση του ελευθέριου επαγγέλματος. 9. . . . 10. Η διαφορά που προκύπτει από τα ήδη καταβληθέντα, βάσει των ποσοστών του Ν. 2530/97, ποσά από μέρους των ως άνω μελών στο οικείο Πανεπιστήμιο . . . συμψηφίζεται με τα οφειλόμενα ποσά, βάσει των διατάξεων του εδαφίου α` της παρ. 1 του άρθρου 15 του Ν. 2817/2000. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει δυνατότητα συμψηφισμού (λόγω συνταξιοδότησης, αναστολής καθηκόντων κ.λπ.), όπως επίσης και σε περίπτωση πιστωτικής διαφοράς, η διαφορά επιστρέφεται στους δικαιούχους ατόκως και δηλώνεται ως καθαρό φορολογητέο εισόδημα από τα μέλη ΔΕΠ ή ΕΠ στις αρμόδιες ΔΟΥ σύμφωνα με βεβαιώσεις που θα τους χορηγεί ο « Ειδικός Λογαριασμός για την Αξιοποίηση Κονδυλίων του Ιδρύματος». Ο Ειδικός Λογαριασμός υποχρεούται να δηλώσει στη Διεύθυνση Φορολογίας Εισοδήματος του Υπουργείου Οικονομικών (ΚΕΠΥΟ) ως καθαρό φορολογητέο εισόδημα τα ποσά που επιστρέφει στα μέλη ΔΕΠ ή ΕΠ σύμφωνα με τα ανωτέρω.».
11. Επειδή, όπως έχει παγίως κριθεί, με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 78 του Συντάγματος, στην οποία ορίζεται ότι: «Το αντικείμενο της φορολογίας, ο φορολογικός συντελεστής, οι απαλλαγές ή οι εξαιρέσεις από τη φορολογία … δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο νομοθετικής εξουσιοδότησης …», θεσπίζεται απαγόρευση νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως μόνον προκειμένου περί φορολογικών και όχι προκειμένου περί ανταποδοτικών ή άλλου χαρακτήρος οικονομικών βαρών (βλ. ΣτΕ 815/2013 Ολομ., 3293/2005 Ολομ. κ.α.).
12. Επειδή, από τις διατάξεις που παρατίθενται στις σκέψεις 8 και 9 και προβλέπουν την παρακράτηση ποσοστού επί των αμοιβών από τις ανωτέρω δραστηριότητες μελών Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. και τον τρόπο διάθεσης των αντίστοιχων ποσών, συνάγεται ότι οι επίμαχες επιβαρύνσεις δεν έχουν φορολογικό χαρακτήρα, καθόσον τα παρακρατούμενα ποσά διατίθενται υπέρ των οικείων ιδρυμάτων για την κάλυψη δαπανών, απαραίτητων για τις ανάγκες έργων (εκπαιδευτικών, επιμορφωτικών κ.α.) και την παροχή υπηρεσιών (επιστημονικών, τεχνολογικών κ.α.), που συμβάλλουν στη σύνδεση της εκπαίδευσης και της έρευνας με την παραγωγή, τα οποία εκτελούνται ή παρέχονται και από το επιστημονικό προσωπικό των Α.Ε.Ι. Οι τελευταίοι είναι, ενόψει αυτού, οι τελικοί αποδέκτες των παρακρατούμενων ποσών, τα οποία συμβάλλουν στην εξασφάλιση των υλικών προϋποθέσεων αξιοπρεπούς ασκήσεως του πανεπιστημιακού τους έργου και απολαμβάνουν δυνατότητες παροχής εκπαίδευσης υψηλού επιπέδου εντός του Πανεπιστημίου (εγκαταστάσεις, ερευνητικό εξοπλισμό, πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες), ενώ παράλληλα μπορούν να ασκούν και ελευθέριο επάγγελμα, να επαυξάνουν δε την ιδιωτική τους πελατεία λόγω του αυξημένου κύρους που τους προσδίδει η θέση τους και η εν γένει απασχόλησή τους στο Πανεπιστήμιο. Κατά την γνώμη, όμως, των Συμβούλων Ν. Μαρκουλάκη, Ν. Καραμανώφ, Ιωαν. Ματζουράνη, Ευαγ. Νίκα, Γ. Τσιμέκα, Π. Καρλή, Α. Ντέμσια, Μ. Σταματελάτου και Δ. Μακρή, προς την οποία συντάχθηκε και ο Πάρεδρος Χ. Ντουχάνης, οι επίμαχες κρατήσεις έχουν τον χαρακτήρα φόρου διότι, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις της υπ’ αριθ. 679/22.8.1996 κοινής υπουργικής απόφασης, διατίθενται για τη χρηματοδότηση έργων και υπηρεσιών που εκτελούνται ή παρέχονται από το επιστημονικό προσωπικό των Α.Ε.Ι. ή και με τη συνεργασία άλλων ειδικών επιστημόνων και συμβάλλουν στη σύνδεση της εκπαίδευσης και της έρευνας με την παραγωγή, αξιοποιούνται, δηλαδή, για την εξυπηρέτηση γενικών σκοπών κρατικού ενδιαφέροντος και υπηρετούν δραστηριότητες οι οποίες δεν αποτελούν αντάλλαγμα κάποιας ιδιαίτερης υπηρεσίας που παρέχεται στα βαρυνόμενα με την καταβολή τους μέλη Δ.Ε.Π., αλλά δύνανται, από τη φύση τους, να ωφελήσουν αόριστο κύκλο προσώπων (πρβλ. ΣτΕ 1620/2012 Ολομ., 3293/2005 Ολομ.). Το κύρος, εξάλλου, των πανεπιστημιακών λειτουργών και η εξ αυτού άντληση πρόσθετης πελατείας, οφείλεται πρωτίστως στην προσωπική τους αξία, η δε χρήση των πανεπιστημιακών βιβλιοθηκών και λοιπών εγκαταστάσεων δεν αποτελεί ειδική αντιπαροχή προς αυτούς, διότι και αν γίνει ακόμη δεκτό ότι ωφελούνται από την αξιοποίηση των επίμαχων κρατήσεων με την εν γένει βελτίωση των συνθηκών άσκησης του λειτουργήματός τους, ένα τόσο έμμεσο όφελος, όμοιο προς την εν γένει προσδοκώμενη βελτίωση των συνθηκών παροχής κάθε δημόσιας υπηρεσίας μέσω της κατάλληλης αξιοποίησης των δημόσιων πόρων με τους οποίους χρηματοδοτείται, δεν συνιστά την απαιτούμενη κατά τη νομολογία (βλ. ΣτΕ 875/2013 Ολομ.) άμεση και ειδική αντιπαροχή ώστε να αναιρείται ο χαρακτήρας των σχετικών επιβαρύνσεων ως φορολογικών.
13. Επειδή, προβάλλεται ότι αντίκειται στο Σύνταγμα η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του ν. 2530/1997 (όπως ισχύει μετά το άρθρο 15 του ν. 2817/2000), κατά το μέρος που με αυτήν α) καθορίζεται μόνον το ανώτατο όριο (10 %) του ποσοστού που παρακρατείται από αμοιβές του διδακτικού προσωπικού από χρηματοδοτούμενα προγράμματα ή από ερευνητικά ινστιτούτα ή κέντρα και, περαιτέρω, χορηγείται εξουσιοδότηση στην Επιτροπή Διαχείρισης του οικείου Ειδικού Λογαριασμού (ανά ΑΕΙ) να καθορίσει το ακριβές ποσοστό με κανονιστική απόφασή της, και β) ορίζεται ότι όλα τα ποσοστά κρατήσεων επί αμοιβών του διδακτικού προσωπικού (τόσο το προαναφερθέν, που ορίζεται μόνο ως προς το ανώτατο όριο, όσο και τα υπόλοιπα, που ορίζονται από το νόμο σε ορισμένο ύψος) μπορούν να τροποποιούνται με κοινές υπουργικές αποφάσεις. Οι αιτούντες προβάλλουν, ειδικότερα, ότι οι ρυθμίσεις αυτές επιτρέπουν τον καθορισμό του παρακρατούμενου ποσοστού με κατ’ εξουσιοδότηση εκδιδόμενες διοικητικές πράξεις κατά παράβαση του άρθρου 78 παρ. 4 του Συντάγματος που απαγορεύει τον καθορισμό φορολογικού συντελεστή κατ’ εξουσιοδότηση νόμου. Οι λόγοι αυτοί ακυρώσεως, ενόψει των όσων έγιναν δεκτά στις δύο προηγούμενες σκέψεις, πρέπει να απορριφθούν, διότι στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι οι επίδικες επιβαρύνσεις έχουν τον χαρακτήρα φόρου. Απορριπτέα, για τον ίδιο λόγο, είναι και τα περαιτέρω προβαλλόμενα ότι η επιβολή των επίδικων κρατήσεων συνιστά παραβίαση του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος σύμφωνα με το οποίο: «Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους», διότι η διάταξη αυτή κατοχυρώνει την ισότητα των πολιτών έναντι των φορολογικών βαρών.
14. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος: «Ύστερα από πρόταση του αρμόδιου υπουργού επιτρέπεται η έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων, με ειδική εξουσιοδότηση του νόμου και μέσα στα όριά της. Εξουσιοδότηση για έκδοση κανονιστικών πράξεων από άλλα όργανα της διοίκησης επιτρέπεται προκειμένου να ρυθμιστούν ειδικότερα θέματα ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό». Κατά την έννοια των διατάξεως αυτής, η νομοθετική εξουσιοδότηση, για να είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα, πρέπει να είναι ειδική και ορισμένη, υπό την έννοια ότι πρέπει να προσδιορίζει καθ' ύλην το αντικείμενό της, ήτοι να μην είναι γενική και αόριστος, ασχέτως αν είναι ευρεία ή στενή, ασχέτως, δηλαδή αν είναι μεγαλύτερος ή μικρότερος ο αριθμός των περιπτώσεων τις οποίες η Διοίκηση μπορεί να ρυθμίσει, βάσει της συγκεκριμένης νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, κανονιστικώς. (βλ. ενδ. ΣτΕ 2304/1995 Ολομ., 1466/1995 Ολομ.). Ως «ειδικότερα» θέματα νοούνται, εξάλλου, εκείνα τα οποία αποτελούν, κατά το περιεχόμενό τους και σε σχέση με την ουσιαστική ρύθμιση που περιέχεται στο νομοθετικό κείμενο, μερικότερη περίπτωση ορισμένου θέματος που αποτελεί το αντικείμενο της νομοθετικής ρυθμίσεως. Απαιτείται επομένως, στην περίπτωση αυτή, να περιέχει το νομοθετικό κείμενο όχι απλώς τον καθ’ ύλην προσδιορισμό του αντικειμένου της εξουσιοδοτήσεως, αλλά, επί πλέον και την ουσιαστική ρύθμιση του, έστω και σε γενικό, ορισμένο, όμως, πλαίσιο σύμφωνα προς το οποίο θα ενεργήσει η Διοίκηση προκειμένου να ρυθμίσει τα μερικότερα θέματα (βλ. ενδ. ΣτΕ 1101/2002 Ολομ., 2815/2004 Ολομ.).
15. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, η επίμαχη διάταξη του άρθρου 15 του ν. 2817/2000: α) καθορίζει αναδρομικώς (από της ισχύος του ν. 2530/1997) τα (μειωμένα) ποσοστά επί των οποίων επιβάλλονται οι επίμαχες κρατήσεις επί των αμοιβών των μελών ΔΕΠ ΑΕΙ από εξωπανεπιστημιακή δραστηριότητα (παρ. 1 περ. α΄), β) προβλέπει συμψηφισμό της διαφοράς που προκύπτει από τα ήδη καταβληθέντα ποσά βάσει του άρθρου 2 παρ. 8 του ν. 2530/1997 και αυτών που καταβάλλονται εφεξής βάσει της περίπτωσης α΄ της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 2817/2000 (παρ. 1 περ. β΄), γ) ορίζει ότι υποβάλλονται σε κρατήσεις οι ακαθάριστες αμοιβές, καθορίζει δε και τα ποσά που αφαιρούνται από τις αμοιβές αυτές (παρ. 1 περ. γ΄), και δ) χορηγεί εξουσιοδότηση στους Υπουργούς Παιδείας και Οικονομικών (παρ. 1 περ. δ΄) να ρυθμίσουν με κοινή απόφασή τους ι) τη διαδικασία είσπραξης και βεβαίωσης των ποσών που περιέρχονται στα οικεία εκπαιδευτικά ιδρύματα, ιι) τη διαδικασία συμψηφισμού της διαφοράς από καταβληθείσες ήδη κρατήσεις και ιιι) τις ειδικότερες προϋποθέσεις και κάθε λεπτομέρεια για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 15 παρ. 1 του ν. 2817/2000. Με το περιεχόμενο αυτό, η εξουσιοδοτική διάταξη της παρ. 1 περ. δ΄ του άρθρου 15 του ν. 2817/2000, κατ' επίκληση της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση, είναι ειδική, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος, διότι καθορίζει κατά τρόπο συγκεκριμένο τα θέματα που είναι δυνατό να ρυθμίσει ο κανονιστικός νομοθέτης και δεν αντίκειται στην εν λόγω συνταγματική διάταξη, διότι τα θέματα για τα οποία χορηγείται η εξουσιοδότηση αποτελούν στο σύνολό τους ειδικότερα θέματα, δηλαδή μερικότερες περιπτώσεις των ρυθμίσεων των περιπτώσεων α' έως γ' της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 2817/2000, οι οποίες περιέχουν τις βασικές ουσιαστικές ρυθμίσεις. Συνεπώς, ο λόγος ακυρώσεως του από 2.7.2007 προσθέτου δικογράφου, με τον οποίο προβάλλεται ότι η ανωτέρω εξουσιοδοτική διάταξη αντίκειται στο άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
16. Επειδή, προβάλλεται ότι οι ρυθμίσεις του άρθρου 2 του ν. 2530/1997, με τις οποίες τα μέλη του Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι. εντάσσονται σε δύο κατηγορίες, πλήρους και μερικής απασχόλησης, και καθορίζονται οι συναφείς με την εν λόγω διάκριση υποχρεώσεις και δικαιώματα κάθε κατηγορίας, περιλαμβανομένης της θεσπίσεως των επίδικων επιβαρύνσεων, αντίκεινται στο άρθρο 16 παρ. 5 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει την "πλήρη αυτοδιοίκηση" των Α.Ε.Ι. Οι αιτούντες προβάλλουν, ειδικότερα, ότι, ενόψει και του άρθρου 16 παρ. 6 του Συντάγματος που ορίζει ότι τα σχετικά με την κατάσταση των καθηγητών Α.Ε.Ι. καθορίζονται από τους οργανισμούς των οικείων ιδρυμάτων, η αυτοδιοίκηση αυτή περιλαμβάνει και τον καθορισμό του έργου και των υποχρεώσεων και δικαιωμάτων του εν λόγω προσωπικού της ανώτατης εκπαίδευσης, και ότι, επομένως, ο καθορισμός των ζητημάτων αυτών ανήκει αποκλειστικά στην αρμοδιότητα των Α.Ε.Ι. και δεν μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο νομοθετικής ρύθμισης. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί. Και τούτο διότι η αρχή της πλήρους αυτοδιοίκησης των Α.Ε.Ι. έχει ως περιεχόμενο την εξουσία των ιδρυμάτων αυτών να αποφασίζουν για τις δικές τους υποθέσεις με δικά τους αποκλειστικά όργανα (υπό κρατική πάντοτε εποπτεία η οποία περιορίζεται μόνον στην άσκηση ελέγχου νομιμότητας), η εξουσία, όμως, αυτή όπως γίνεται παγίως δεκτό, περιορίζεται στην εφαρμογή των κανόνων δικαίου που διέπουν την οργάνωση και λειτουργία των Α.Ε.Ι. Δεν περιλαμβάνει και άμεση αρμοδιότητα θέσπισης των τελευταίων αυτών κανόνων δικαίου, γιατί το Σύνταγμα δεν ιδρύει καθεστώς αυτονομίας των Α.Ε.Ι.. Οι κανόνες οργάνωσης και λειτουργίας των Α.Ε.Ι. θεσπίζονται, όπως και για κάθε άλλη κρατική ή αυτοδιοικούμενη δημόσια υπηρεσία, από τον νομοθέτη, κοινό και κανονιστικό, ο οποίος δεν είναι υποχρεωμένος να ακολουθεί συγκεκριμένα οργανωτικά πρότυπα ως προς τη διαμόρφωση της υπηρεσιακής κατάστασης του διδακτικού προσωπικού των ΑΕΙ, παρά μόνο να διασφαλίζει την ακαδημαϊκή ελευθερία του μέσα στο εγγυημένο θεσμικά πλαίσιο της "πλήρους αυτοδιοίκησης" των εν λόγω ιδρυμάτων. (βλ. ενδ. ΣτΕ 1817/1983 Ολομ., 32/1989 επτ. κ.α.). Στην προκειμένη περίπτωση, τα ζητήματα που ρυθμίζονται με το επίμαχο άρθρο 2 του ν. 2530/1997, σχετικά με την υπηρεσιακή κατάσταση και τον καθορισμό του έργου και των υποχρεώσεων των μελών Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι., αποτελούν ταυτόχρονα θέματα οργάνωσης και λειτουργίας των Α.Ε.Ι. σχετικά με τους όρους υπό τους οποίους θα παρέχεται το επιστημονικό, διδακτικό και ερευνητικό τους έργο. Οι εν λόγω όροι δεν σχετίζονται με ζητήματα ακαδημαϊκής ελευθερίας του εν λόγω προσωπικού, η δε επίδικη ρύθμιση του ζητήματος της παρακράτησης μέρους της αμοιβής των μελών Δ.Ε.Π. από άσκηση εξωπανεπιστημιακών δραστηριοτήτων δεν συνδέεται με την αυτοδιοίκηση των Α.Ε.Ι. Ενόψει αυτών, η ρύθμιση των εν λόγω θεμάτων ανήκει πράγματι στο ρυθμιστικό πεδίο του νόμου και, νομίμως έγινε με τυπικό νόμο, ο δε αντίθετος λόγος ακυρώσεως είναι αβάσιμος.
17. Επειδή, όπως έχει παγίως κριθεί, η ελευθερία ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας, ως ειδικότερη εκδήλωση της οικονομικής ελευθερίας, την οποία κατοχυρώνει ως ατομικό δικαίωμα το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, δεν παρακωλύει τη θέσπιση από το νομοθέτη περιορισμών που τίθενται κατά τρόπο γενικό και αντικειμενικό, για λόγους προστασίας του δημοσίου και κοινωνικού συμφέροντος. Οι επιβαλλόμενοι κατά τα ανωτέρω περιορισμοί, ενόψει της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας που κατοχυρώνεται με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος, πρέπει να είναι πρόσφοροι και αναγκαίοι και να συνάπτονται με τον σκοπό που επιδιώκει ο νόμος, επιβάλλεται δε πάντοτε να υπάρχει εύλογη σχέση μεταξύ του συγκεκριμένου μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού. (βλ. ΣτΕ 2527-2531/13 Ολομ, 2204/2010 Ολομ.). Εν προκειμένω, η επιβολή παρακράτησης στις αμοιβές επί συγκεκριμένων δραστηριοτήτων των μελών Δ.Ε.Π. πλήρους απασχόλησης τίθεται με γενικά και αντικειμενικά κριτήρια και εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό, δεδομένου όπως προκύπτει από την, παρατεθείσα στη σκέψη 8, υπ’ αριθ. 679/22.8.1996 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, οι Ειδικοί Λογαριασμοί για την αξιοποίηση κονδυλίων των ΑΕΙ, έσοδο των οποίων αποτελεί κατά τα οριζόμενα στην προσβαλλόμενη πράξη η επίδικη παρακράτηση, έχουν ως σκοπό τη διάθεση κονδυλίων για την κάλυψη δαπανών, οποιουδήποτε είδους, που είναι απαραίτητες για το ερευνητικό, εκπαιδευτικό, επιμορφωτικό και αναπτυξιακό έργο των ΑΕΙ και για την παροχή υπηρεσιών, την εκπόνηση μελετών και άλλων σχετικών υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων από πλευράς των ιδρυμάτων που συμβάλλουν στη σύνδεση της εκπαίδευσης και της έρευνας με την παραγωγή. Εξάλλου, η επιβολή παρακράτησης σε αμοιβές για υπηρεσίες που τα μέλη Δ.Ε.Π. πλήρους απασχόλησης παρέχουν στα πλαίσια επιτρεπόμενης εξωπανεπιστημιακής δραστηριότητας ως ελεύθεροι επαγγελματίες αποτελεί περιορισμό που απορρέει από την ένταξη του ελεύθερου επαγγελματία στο διδακτικό προσωπικό πλήρους απασχόλησης των Α.Ε.Ι. και δεν θίγει τον πυρήνα της επαγγελματικής ελευθερίας, δεδομένου μάλιστα ότι το ποσοστό παρακράτησης επί των συγκεκριμένων αμοιβών (μέχρι 10% ανά αμοιβή από χρηματοδοτούμενα προγράμματα ή ερευνητικά ινστιτούτα ή κέντρα, 10% από άσκηση κάθε είδους έργου και 15% ανά αμοιβή από ελευθέριο επάγγελμα), δεν περιορίζει ουσιωδώς το εισόδημα των εν λόγω μελών - οι οποίοι, άλλωστε, έχουν έσοδα και από τον μισθό τους ως μέλη Δ.Ε.Π. - πρωτίστως λόγω του ύψους του, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι η παρακράτηση επιβάλλεται σε ορισμένες από τις αμειβόμενες δραστηριότητες των μελών ΔΕΠ πλήρους απασχόλησης (βλ. στοιχ. η΄- ι΄και ιβ΄ του εδαφ. γ΄ της παραγρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 2530/1997). Ενόψει αυτών, τα προβαλλόμενα περί παραβιάσεως των ανωτέρω αυξημένης τυπικής ισχύος συνταγματικών διατάξεων πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.
18. Επειδή, η αρχή της ισότητας που καθιερώνεται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος θεσπίζει νομικό κανόνα ο οποίος δεσμεύει όλα τα συντεταγμένα όργανα της πολιτείας και, επομένως, και το νομοθέτη. Ο κανόνας αυτός, κατά τα παγίως κριθέντα, επιβάλλει μεν την ομοιόμορφη μεταχείριση των προσώπων που τελούν υπό τις αυτές συνθήκες, δεν αποκλείει, όμως, τη διάφορη ρύθμιση περιπτώσεων που τελούν υπό διαφορετικές ή ειδικές συνθήκες, καθώς και τη θέσπιση εξαιρέσεων, εφόσον αυτές δικαιολογούνται από ειδικούς λόγους γενικότερου ή υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος. (βλ. ενδ. ΣτΕ 1481-2/2002, 2873/2000 κ.α.). Στην υπό κρίση περίπτωση, οι αιτούντες προβάλλουν ότι, κατά παράβαση της αρχής της ισότητας, τίθενται σε δυσμενέστερη θέση έναντι των υπολοίπων ελεύθερων επαγγελματιών που δεν είναι μέλη Δ.Ε.Π. πλήρους απασχόλησης ως προς τη νομοθετική μεταχείριση των αμοιβών τους από την άσκηση ελευθέρου επαγγέλματος, καθώς και έναντι των συναδέλφων τους μελών Δ.Ε.Π. μερικής απασχόλησης στα οποία δεν επιβάλλονται οι επίμαχες επιβαρύνσεις. Προβάλλεται ακόμη ότι το διδακτικό προσωπικό των Α.Ε.Ι., σύμφωνα με το άρθρο 16 παραγρ. 6 του Συντάγματος, είναι "δημόσιοι λειτουργοί" και ότι θέσπιση περιορισμών στην άσκηση εξωπανεπιστημιακών και λοιπών επαγγελματικών και επιστημονικών δραστηριοτήτων τους επιτρέπεται μόνο στο μέτρο που απαιτείται από το πανεπιστημιακό τους λειτούργημα. Η αναγνώριση, όμως, και μάλιστα ευθέως από το ίδιο το Σύνταγμα, των μελών του διδακτικού προσωπικού της ανώτατης εκπαίδευσης ως δημοσίων λειτουργών, ιδιότητα η οποία συνδέεται προδήλως με την εξυπηρέτηση ιδιαίτερα σημαντικού δημοσίου συμφέροντος - την παροχή της ανώτατης εκπαίδευσης από αμιγώς δημόσια ιδρύματα- συνιστά επαρκή λόγο που δικαιολογεί τη διαφορετική νομοθετική μεταχείριση των αιτούντων από τους μη κατέχοντες δημόσιο λειτούργημα (βλ. ΣτΕ. 257/2005 επτ., 4113/2000 επτ. κ.ά.). Η διαφορετική αυτή μεταχείριση μπορεί να έχει ως περιεχόμενο, ιδίως, την επιβολή περιορισμών ή και απαγορεύσεων στην άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος ή άλλων δραστηριοτήτων, οι οποίες δεν εντάσσονται στα κύρια καθήκοντα του δημοσίου λειτουργήματος, όπως εν προκειμένω, στα κύρια ακαδημαϊκά καθήκοντα του διδακτικού προσωπικού της ανώτατης εκπαίδευσης. Μπορεί, ειδικότερα, να συνίσταται στην επιβολή ιδιαίτερων υποχρεώσεων, όπως επιβαρύνσεων δημοσιονομικού χαρακτήρα στις αμοιβές που ο δημόσιος λειτουργός εισπράττει από τυχόν επιτρεπόμενες σε αυτόν - κατά παραχώρηση του νομοθέτη - παράλληλες δραστηριότητες, όπως είναι η άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος. Οι επιβαρύνσεις δε αυτές είναι επιτρεπτό να διαφοροποιούνται και ως προς το ύψος του επιβαλλόμενου συντελεστή, ανάλογα με το είδος ή την προέλευση των αμοιβών ή τη βαθμίδα που κατέχει ο βαρυνόμενος με την υποχρέωση. Ενόψει των ανωτέρω, η διαφορετική νομοθετική μεταχείριση των επίμαχων αμοιβών των αιτούντων δημοσίων λειτουργών εν σχέσει προς τους ασκούντες το ίδιο με αυτούς ελευθέριο επάγγελμα, όπως και ο καθορισμός του ύψους των επίδικων επιβαρύνσεων ανάλογα με το είδος της βαρυνόμενης αμοιβής, δεν παραβιάζει το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνει την ισότητα των Ελλήνων ενώπιον του νόμου και υπό την έννοια της διαφορετικής μεταχείρισης προσώπων που δεν τελούν υπό τις αυτές συνθήκες (αναλογική ισότητα). Περαιτέρω, από τις προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 2530/1997 προκύπτουν διαφορές στο υπηρεσιακό καθεστώς των μελών Δ.Ε.Π. πλήρους απασχόλησης σε σχέση με τα μέλη Δ.Ε.Π. μερικής απασχόλησης, οι οποίες δικαιολογούν τη διαφορετική μεταχείριση των δύο αυτών κατηγοριών μελών Δ.Ε.Π. Οι διαφορές αυτές ανάγονται, ειδικότερα, κατά τα εκτιθέμενα στη σκέψη 8, στην υποχρέωση διαμονής και εγκατάστασης [τα μέλη Δ.Ε.Π. πλήρους απασχόλησης υποχρεούνται να διαμένουν και να εγκαθίστανται στο νομό όπου εδρεύει το τμήμα του Α.Ε.Ι. στο οποίο υπηρετούν (άρθρο 2 παρ. 2 στοιχείο α΄), ενώ δεν υφίσταται αντίστοιχη υποχρέωση των μελών Δ.Ε.Π. μερικής απασχόλησης], στους χρονικούς όρους απασχόλησης [τα μέλη Δ.Ε.Π. πλήρους απασχόλησης υποχρεούνται να παραδίδουν προπτυχιακά και μεταπτυχιακά μαθήματα, να διδάσκουν σε φροντιστήρια ή σεμινάρια κ.λ.π. κατ’ ελάχιστο όριο έξι (6) ώρες εβδομαδιαίως (άρθρο 2 παρ. 2 στοιχείο β΄) και να παρευρίσκονται στους πανεπιστημιακούς χώρους δεκατέσσερις (14) ώρες εβδομαδιαίως κατ’ ελάχιστο όριο, πέραν των έξι (6) ωρών διδασκαλίας (άρθρο 2 παρ. 2 στοιχείο γ΄), ενώ οι αντίστοιχες υποχρεώσεις των μελών Δ.Ε.Π. μερικής απασχόλησης περιορίζονται σε τρεις (3) ώρες (άρθρο 2 παρ. 3 στοιχείο β΄) και επτά (7) ώρες εβδομαδιαίως (άρθρο 2 παρ. 3 στοιχείο γ΄), αντίστοιχα], στη δυνατότητα κτήσης πανεπιστημιακών αξιωμάτων [τα μέλη Δ.Ε.Π. μερικής απασχόλησης δεν μπορούν να εκλεγούν Προέδροι ή Αναπληρωτές Πρόεδροι Τμημάτων, Κοσμήτορες, Πρυτάνεις, Αντιπρυτάνεις, δεν συμμετέχουν στη Σύγκλητο και δεν εκλέγονται Διευθυντές σε εργαστήρια και κλινικές (άρθρο 2 παρ. 11)] και στις μισθολογικές απολαβές [τα μέλη Δ.Ε.Π. μερικής απασχόλησης λαμβάνουν μηνιαίως το 1/3 του συνόλου των αποδοχών και επιδομάτων των μελών Δ.Ε.Π. πλήρους απασχόλησης αντίστοιχης βαθμίδας (άρθρο 14 του ν. 2530/1997)], ενώ, τέλος, τα μέλη Δ.Ε.Π. δεν μπορούν να αμείβονται από χρηματοδοτούμενα ερευνητικά προγράμματα του Ειδικού Λογαριασμού για την αξιοποίηση κονδυλίων στο οικείο ή άλλο Α.Ε.Ι. (άρθρο 2 παρ. 9). Ενόψει αυτών, οι λόγοι περί αντιθέσεως των επίδικων ρυθμίσεων στην αρχή της ισότητας πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
19. Επειδή, τα προβαλλόμενα ότι με την κρίσιμη διάταξη του άρθρου του 2 παρ. 8 του ν. 2530/1997 (όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 15 παρ. 1 του ν. 2817/2000) που επιτάσσει την επιβολή των επίμαχων επιβαρύνσεων εισάγονται ανεπίτρεπτοι περιορισμοί στην άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος κατά παράβαση του άρθρου 22 του Συντάγματος, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Τούτο δε, προεχόντως, διότι η εν λόγω συνταγματική διάταξη, που αναφέρεται στο κοινωνικό δικαίωμα εργασίας, προϋποθέτει παροχή εξηρτημένης εργασίας με σχέση ιδιωτικού δικαίου (βλ. ΑΕΔ 16/1983, ΣτΕ 449/2013, 393/2003 επτ. κ.ά.), η οποία δεν συντρέχει εν προκειμένω, εφόσον, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 61 επ. του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ/γμα 3026/1954, Α΄ 235), οι δικηγόροι, συνδέονται με τον πελάτη τους με σχέση έμμισθης εντολής (βλ. ΣτΕ 909/2011 επτ., 696/2008, 1438/2005 κ.ά.), η δε παροχή νομικών συμβουλών από δικηγόρο, δεν μπορεί ποτέ να αποτελέσει αντικείμενο συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας (πρβλ. Α.Π. 941/1992). Περαιτέρω, προβάλλεται ότι οι αμοιβές που εισπράττουν οι αιτούντες, για τη συγγραφή γνωμοδοτήσεων επί διαφόρων επιστημονικών θεμάτων, δεν αποτελούν αμοιβές από την άσκηση του ελευθερίου επαγγέλματος του δικηγόρου υποκείμενες στην επίδικη παρακράτηση, διότι η εν λόγω δραστηριότητα είναι καθαρά επιστημονική και για την άσκησή της δεν είναι απαραίτητη η κατοχή της δικηγορικής ιδιότητας. Το ζήτημα, όμως, αυτό δεν ρυθμίζεται ειδικώς από τις πιο πάνω διατάξεις, ούτε από την προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση, αλλά ανακύπτει μόνο σε περίπτωση επιβολής, σε ατομική περίπτωση, κράτησης από αμοιβή αυτής της κατηγορίας, με πράξη η οποία αυτοτελώς προσβάλλεται ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων. Συνεπώς, ο ανωτέρω λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι με αυτόν δεν προβάλλεται πλημμέλεια της προσβαλλόμενης κανονιστικής πράξης.
20. Επειδή, προβάλλεται ότι η επιβολή των επίδικων κρατήσεων αντίκειται στα άρθρα 43 (πρώην 52) και 49 (πρώην 59) της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, με τα οποία κατοχυρώνονται, αντιστοίχως, το δικαίωμα της ελεύθερης εγκατάστασης και το δικαίωμα της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στο εσωτερικό της Κοινότητας. Ο λόγος, όμως, αυτός ακυρώσεως είναι απορριπτέος, προεχόντως, διότι οι διατάξεις αυτές της Συνθήκης δεν εφαρμόζονται, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Δ.Ε.Κ.), σε δραστηριότητες που δεν έχουν συνδετικό στοιχείο με οποιαδήποτε από τις καταστάσεις που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο, γιατί όλα τα στοιχεία τους περιορίζονται στο εσωτερικό ενός και μόνον κράτους μέλους, (βλ. ΣτΕ 1387-1388/2005 επτ., 3924/2003, 1958/2000 Ολομ., 4675/1998 Ολομ. 1792/1997 Ολομ, Δ.Ε.Κ. αποφάσεις της 15.5.2003, C-300/01, Salzmann, Συλλογή 2003, σ. Ι-4922, σκέψη 32, της 2ας Ιουλίου 1998, C-225-227/95, Ανέστης Καπασακάλης κλπ., Συλλογή 1998, σ. I-4239, σκέψη 22, της 5ης Ιουνίου 1997, C-64-65/96, Uecker και Jacquet, Συλλογή 1997, σ. I-3171, σκέψη 16 κ.ά.). Στην προκειμένη περίπτωση, κανένας από τους αιτούντες, οι οποίοι είναι μέλη ΔΕΠ ημεδαπού ΑΕΙ, δεν ισχυρίζεται ούτε αποδεικνύει ότι ασκεί στην Ελλάδα δραστηριότητα κατ' ενάσκηση είτε δικαιώματος εγκατάστασής του στη χώρα ως κοινοτικός αλλοδαπός (άρθρο 43 της Συνθήκης) είτε δικαιώματος ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στην Ελλάδα υπό την ιδιότητα επαγγελματία εγκατεστημένου σε άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (άρθρο 49 της Συνθήκης). Κατά συνέπεια, δεν συντρέχει, εν προκειμένω, περίπτωση εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 43 και 49 της Συνθήκης και οι συναφείς λόγοι είναι, οπωσδήποτε, απορριπτέοι. Προεχόντως για τον ίδιο λόγο, πρέπει να απορριφθεί και ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση του άρθρου 81 (πρώην 85) της Συνθήκης, που απαγορεύει τις συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, τις αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που δύνανται να επηρεάσουν το ενδοκοινοτικό εμπόριο, η εφαρμογή της οποίας προϋποθέτει η ύπαρξη του περιορισμού ή η νόθευση των όρων του ανταγωνισμού να επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Απορριπτέα, ως αβάσιμα, είναι, τέλος, και τα προβαλλόμενα περί παραβιάσεως των παρομοίου προς την ως άνω διάταξη (άρθρου 81) περιεχομένου άρθρων 1 και 2 του ν. 702/1977 (Α΄ 278) περί προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού, διότι η επιβολή των επίμαχων επιβαρύνσεων γίνεται επίσης με διατάξεις τυπικού νόμου (άρθρα 2 παρ. 8 του ν. 2530/1997 και 15 παρ. 1 περ. α΄ του ν. 2817/2000), δηλαδή με ισόκυρους τυπικά κανόνες δικαίου.
21. Επειδή, προβάλλεται ότι η θέσπιση των επίδικων επιβαρύνσεων παραβιάζει τις εξής διατάξεις της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας: α) της παραγρ. 1 του άρθρου 4 (πρώην άρθρου 3Α), κατά την οποία: «Για τους σκοπούς του άρθρου 2, η δράση των κρατών μελών και της Κοινότητας περιλαμβάνει, σύμφωνα με τους όρους και το χρονοδιάγραμμα που προβλέπει η παρούσα Συνθήκη, τη θέσπιση μιας οικονομικής πολιτικής, που (…) ασκείται σύμφωνα με την αρχή της οικονομίας της ανοικτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό» και β) του δευτέρου εδαφίου του άρθρου 98 (πρώην άρθρο 102 Α) της Συνθήκης που ορίζει ότι: «Τα κράτη μέλη ασκούν την οικονομική τους πολιτική με σκοπό να συμβάλουν στην υλοποίηση των στόχων της Κοινότητας, όπως αυτοί ορίζονται στο άρθρο 2 (…) Τα κράτη μέλη και η Κοινότητα δρουν σύμφωνα με την αρχή της οικονομίας της ανοικτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό, που ευνοεί την αποτελεσματική κατανομή των πόρων και σύμφωνα με τις αρχές του άρθρου 4». Οι λόγοι αυτοί ακυρώσεως είναι απορριπτέοι, προεχόντως διότι οι διατάξεις αυτές της Συνθήκης που καθορίζουν το γενικό πλαίσιο της οικονομικής πολιτικής των κρατών μελών και της Κοινότητας (όπως και η διάταξη του άρθρου 2 της Συνθήκης, στο οποίο παραπέμπουν οι διατάξεις αυτές), έχουν κατευθυντήριο απλώς χαρακτήρα και δεν γεννούν, επομένως, καθ’ εαυτές, δικαιώματα ιδιωτών, δεκτικά επικλήσεως ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων (βλ. ΣτΕ 1387-1388/2005 επτ., Δ.Ε.Κ. αποφάσεις της 29.9.1987, 126/1986, Zaera, Συλλογή 1987, σ. 3697, σκ. 11 και της 24.1.1991, C-339/89, Alsthom Atlantique, Συλλογή 1991, σ. Ι-107, σκ. 8 και 9 κ.ά.).
22. Επειδή, με άλλο λόγο ακυρώσεως προβάλλεται ότι η επιβολή των επίμαχων κρατήσεων επί των αμοιβών των μελών ΔΕΠ αντίκειται στην παραγρ. 1 του άρθρου 33 της έκτης οδηγίας του Συμβουλίου της 17ης Μαΐου 1977 για τον φόρο προστιθεμένης αξίας «περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με τους φόρους κύκλου εργασιών – κοινό σύστημα φόρου προστιθεμένης αξίας: ομοιόμορφη φορολογική βάση» (77/388/ΕΟΚ, ΕΕ Ν 145/1977), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 23 του άρθρου 1 της οδηγίας 91/680/ΕΟΚ (ΕΕ L 376/1991 σελ. 1), με την οποία, όπως έχει κριθεί (ΣτΕ 2469/2008 Ολομ.) απαγορεύθηκε η διατήρηση των υφισταμένων εθνικών φόρων επί του κύκλου εργασιών, αλλά και η επιβολή νέων φόρων με χαρακτήρα φόρου κύκλου εργασιών (Φ.Κ.Ε.). Με το από 11.2.2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων προβάλλεται, συναφώς προς τον ανωτέρω λόγο ακυρώσεως, ότι από τη διάταξη του άρθρου 132 παρ. 1 περ. γ' και 375 της Οδηγίας 2006/112, «σχετικά με το κοινό σύστημα φόρου προστιθέμενης αξίας» (ΕΕ L της 11.12.2006), σε συνδυασμό με το Παρ. Χ, Μέρος Β, σημ. 2 αυτής, προκύπτει ότι η παροχή υπηρεσιών από δικηγόρους απαλλάσσεται από το Φ.Π.Α., η δε αρχή της φορολογικής ουδετερότητας απαγορεύει, όσον αφορά την επιβολή του Φ.Π.Α., τη διαφορετική μεταχείριση φορολογουμένων που διενεργούν τις ίδιες πράξεις. Ενόψει δε αυτών προβάλλεται ότι με τις επίδικες ρυθμίσεις αφενός μεν επανεισάγεται ένας Φ.Κ.Ε. τον οποίο ρητώς έχουν αποκλείσει τόσο η εθνική όσο και η ελληνική νομοθεσία, αφετέρου δε επιφυλάσσεται, κατά παράβαση της αρχής της φορολογικής ουδετερότητας, διαφορετική μεταχείριση στις παροχές δικηγόρων που έχουν την ιδιότητα μέλους Δ.Ε.Π. έναντι των λοιπών συναδέλφων τους που δεν έχουν την ιδιότητα αυτή, χωρίς να συντρέχει αντικειμενικός λόγος διαφοροποίησής τους που να ανάγεται στη φύση των παρεχομένων υπηρεσιών. Οι λόγοι, όμως, αυτοί πρέπει να απορριφθούν, προεχόντως διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη σκέψη 12 στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι οι επίμαχες κρατήσεις έχουν χαρακτήρα φορολογικών επιβαρύνσεων.
23. Επειδή, εξ άλλου, στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ/τος 53/1974 (Α΄ 256), ορίζεται ότι: «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων». Όπως γίνεται παγίως δεκτό, οι δύο τελευταίες διατάξεις του άρθρου αυτού, οι οποίες προβλέπουν περιπτώσεις επεμβάσεων στο δικαίωμα της αδιατάρακτης χρήσης και κάρπωσης της περιουσίας, πρέπει να ερμηνεύονται ενόψει της γενικής αρχής του σεβασμού της περιουσίας η οποία κατοχυρώνεται με την πρώτη διάταξη. Επομένως, σε κάθε περίπτωση επέμβασης στην περιουσία ενός προσώπου, όπως είναι η επιβολή οποιουδήποτε οικονομικού βάρους - το είδος και το ύψος του οποίου ανήκει στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών κάθε συμβαλλόμενου κράτους, οι οποίες αποφασίζουν σχετικώς κατ' ενάσκηση ευρείας διακριτικής ευχέρειας - πρέπει να εξετάζεται αν επιτυγχάνεται η εξασφάλιση δίκαιης ισορροπίας ανάμεσα στις απαιτήσεις του δημοσίου συμφέροντος και τις επιταγές προστασίας των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων (βλ. ΣτΕ 2165//2013 επτ., αποφάσεις Ε.Δ.Α.Δ.: της 29.4.2008 Burden κ. Ηνωμένου Βασιλείου σκ. 59, της 21.2.2008 Driha κ. Ρουμανίας σκ. 23-25, της 13.1.2004 Orion Břeclav s.r.o. κ. Δημοκρατίας της Τσεχίας, της 16.9.2003 Baláž κ. Σλοβακίας, της 21.5.2002 Jokela κ. Φινλανδίας σκ. 47, 57, της 18.4.2002 Ouzounis και άλλοι κ. Ελλάδος σκ. 24, της 16.4.2002 S.A. Dangeville κ. Γαλλίας σκ. 49-52 κ.ά.). Στην προκειμένη περίπτωση, η επιβολή των επίδικων επιβαρύνσεων συνδέεται με εκτιμήσεις του νομοθέτη σχετικές με τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες αναγνωρίζεται στους πανεπιστημιακούς λειτουργούς η άσκηση εξωπανεπιστημιακών δραστηριοτήτων και δικαιολογείται από λόγους δημοσίου συμφέροντος που ανάγονται στο ότι οι επίμαχες επιβαρύνσεις αποσκοπούν στην οικονομική ενίσχυση των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, στα οποία ανήκουν οι βαρυνόμενοι πανεπιστημιακοί λειτουργοί. Εξάλλου, τα ποσοστά των επιβαρύνσεων αυτών, τα οποία δεν υπερβαίνουν, σε κάθε περίπτωση, το 15% των αντίστοιχων αμοιβών, δεν αποτελούν, κατά την κοινή πείρα, υπέρμετρο βάρος, ικανό να κλονίσει την περιουσιακή υπόσταση των υποχρέων, ώστε να αναιρείται κατά τρόπο προφανή η σχέση αναλογικότητας ανάμεσα στους επιδιωκόμενους σκοπούς δημοσίου συμφέροντος και τα επιβαλλόμενα βάρη. Συνεπώς, τα προβαλλόμενα με το από 18.12.2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων ότι η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 8 του ν. ν. 2530/1997 (όπως ισχύει μετά το άρθρο 15 παρ. 1 του ν. 2817/2000), με την οποία επιβάλλονται οι ένδικες επιβαρύνσεις, αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., διότι δεν συντρέχει εν προκειμένω δημόσιο συμφέρον που δικαιολογεί την προσβολή των δικαιωμάτων των αιτούντων και, επικουρικώς, διότι η άνευ αποζημιώσεως στέρηση των αιτούντων από μέρος των αμοιβών τους δεν τελεί σε ισορροπία προς το προσβαλλόμενο δικαίωμά τους, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
24. Επειδή, προβάλλεται ότι με τη διάταξη της παραγράφου 7 της προσβαλλόμενης πράξης παρέχεται αρμοδιότητα στην Επιτροπή Διαχείρισης του οικείου Ειδικού Λογαριασμού για τον καθορισμό του χρόνου απόδοσης των κρατήσεων, χωρίς να προβλέπεται από τη νομοθετική εξουσιοδότηση η δυνατότητα παροχής υπεξουσιοδότησης σε άλλο όργανο της Διοίκησης για την έκδοση κανονιστικής πράξης. Δεδομένου, όμως, ότι με την ανωτέρω διάταξη (παρ. 7) καθορίζεται το χρονικό διάστημα απόδοσης του ποσοστού των κρατήσεων στον οικείο Ειδικό Λογαριασμό υπό μορφή πλαισίου, με ανώτατο όριο το εξάμηνο (βλ. σκέψη 10), ο ακριβής προσδιορισμός του χρόνου τούτου κατά ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα αποτελεί, πράγματι, λεπτομερειακό ζήτημα της διαδικασίας είσπραξης των κρατήσεων. Συνεπώς, η ανάθεση στην Επιτροπή Διαχείρισης του οικείου Ειδικού Λογαριασμού της αρμοδιότητας να εκδώσει απόφαση για τον προσδιορισμό του πιο πάνω χρόνου δεν συνιστά ανεπίτρεπτη υπεξουσιοδότηση (πρβλ. Πρ.Επεξ. 132/2008, 151/2007) και ο εξεταζόμενος λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
25. Επειδή, προβάλλεται ότι η διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παρ. 4 της προσβαλλόμενης πράξης, στην οποία ορίζεται ότι το ύψος του ποσού που αφαιρείται από τις ακαθάριστες αμοιβές από άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος λόγω δαπανών για προμήθεια αναλωσίμων υλικών και υπηρεσιών από τρίτους για λογαριασμό των πελατών δεν θα υπερβαίνει το 35% των συνολικών ετησίων εσόδων από την άσκηση του ελευθερίου επαγγέλματος, έχει τεθεί καθ’ υπέρβαση της νομοθετικής εξουσιοδότησης, δοθέντος ότι η διάταξη της περίπτωσης γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 2817/2000 δεν προβλέπει τέτοιον περιορισμό ούτε παρέχεται εξουσιοδότηση για τη θέσπισή του. Ο λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι ο καθορισμός του ποσοστού των συνολικών ετησίων εσόδων μέχρι του οποίου είναι επιτρεπτή η αφαίρεση των ανωτέρω δαπανών, προκειμένου να αποτραπεί η τεχνητή διόγκωσή τους και η μέσω αυτής ματαίωση του σκοπού του νόμου, συνιστά ρύθμιση ειδικότερης προϋπόθεσης για την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης, η οποία εγκύρως θεσπίζεται, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 15 παρ. 1, περιπτ. δ΄, στοιχ. ιιι του ν. 2817/2000 που παρέχει σχετική εξουσιοδότηση προς ρύθμιση των ειδικότερων προϋποθέσεων για την εφαρμογή της παραγρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 2817/2000.
26. Επειδή, προβάλλεται ότι η διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 εδαφ. δ΄ δεν παρέχει εξουσιοδότηση προς ρύθμιση θεμάτων φορολογίας εισοδήματος και, επομένως, κείνται εκτός των ορίων της δοθείσης εξουσιοδοτήσεως: α) η διάταξη της παρ. 8, εδάφιο τελευταίο, της προσβαλλόμενης Κ.Υ.Α., κατά την οποία η υποχρεωτική παρακράτηση επί των αμοιβών από άσκηση ελευθερίου επαγγέλματος εκπίπτει, ως δαπάνη, από το φορολογητέο εισόδημα του μέλους ΔΕΠ από την οικεία πηγή· και β) η διάταξη της παρ. 10 της προσβαλλόμενης πράξης, κατά την οποία τα επιστρεφόμενα, λόγω πιστωτικής διαφοράς, ποσά στα μέλη ΔΕΠ δηλώνονται ως καθαρό φορολογητέο εισόδημα από τα μέλη αυτά και από τον Ειδικό Λογαριασμό. Αμφότερες, όμως, οι ρυθμίσεις αυτές, ανεξαρτήτως του ότι δεν εισάγουν το πρώτον υποχρεώσεις φορολογικού χαρακτήρα αλλά αποδίδουν περιεχόμενο ισχυουσών φορολογικών διατάξεων (άρθρο 49 του ν. 2238/1994), αφορούν ζητήματα προσδιορισμού του φορολογητέου εισοδήματος, τα οποία ανακύπτουν ως άμεσες συνέπειες της διαδικασίας βεβαίωσης και είσπραξης των κρατήσεων και της διαδικασίας του συμψηφισμού τους με τυχόν καταβληθέντα ποσά. Συνέχονται, κατ' ακολουθία, στενότατα με τα θέματα της νομοθετικής εξουσιοδότησης των περιπτ. ι και ιι του εδαφ. δ΄ της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 2817/2000, που αφορούν στη ρύθμιση των ως άνω διαδικασιών και, επομένως, οι εν λόγω διατάξεις της προσβαλλόμενης πράξης βρίσκονται εντός των ορίων της νομοθετικής εξουσιοδότησης, ο δε προβαλλόμενος ανωτέρω λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
27. Επειδή, τέλος, προβάλλεται ότι η παρ. 5 της προσβαλλόμενης πράξης, με την οποία ορίζεται ότι η Επιτροπή Διαχείρισης του Ειδικού Λογαριασμού εισπράττει και καταβάλλει στα μέλη Δ.Ε.Π. πλήρους απασχόλησης τις αμοιβές των εδαφίων δ΄, ε΄, στ΄ και ζ΄ της παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 2530/1997 μετά την παρακράτηση του ποσοστού που περιέρχεται στο οικείο Α.Ε.Ι., κείται εκτός νομοθετικής εξουσιοδότησης, διότι ο νόμος δεν προβλέπει την είσπραξη των αμοιβών από την οικεία Επιτροπή Διαχείρισης, αλλά την καταβολή αυτής από τα ως άνω μέλη Δ.Ε.Π. Η εν λόγω παρ. 5, όμως, ρυθμίζοντας, ως ανωτέρω, τη διαδικασία είσπραξης των εν λόγω αμοιβών, επαναλαμβάνει και εξειδικεύει, στο πλαίσιο της χορηγηθείσης με το άρθρο 15 παρ. 1, εδαφ. δ΄, περιπτ. ι του ν. 2817/2000 σχετικής εξουσιοδότησης, τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 προτελευταίο εδάφιο, του ν. 2530/1997, στην οποία ρητώς ορίζεται ότι οι αναφερθείσες αμοιβές των μελών Δ.Ε.Π. πλήρους απασχόλησης "εισπράττονται υποχρεωτικώς μέσω του Ειδικού Λογαριασμού για την Αξιοποίηση Κονδυλίων του Ιδρύματος". Επομένως, δεν υπερβαίνει τα όρια της δοθείσας νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως και ο συναφής λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
28. Επειδή, κατόπιν αυτών και εφόσον δεν προβάλλεται άλλος λόγος ακυρώσεως, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Απορρίπτει την αίτηση


12 Οκτωβρίου 2014

Αντισυνταγματικότητα της παρατάσεως της παραγραφής άρθρου 85 (παρ. 1 και 4) του ν. 2676/1999, ολστε 3174/2014

Αντισυνταγματικότητα της  παρατάσεως της παραγραφής άρθρου 85 (παρ. 1 και 4) του ν. 2676/1999, ΟλΣτΕ 3174/2014
Αριθμός 3174/2014 
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ 
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ 
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Μαρτίου 2014, με την εξής σύνθεση: Σωτ. Ρίζος, Πρόεδρος, Ν. Σακελλαρίου, Αγγ. Θεοφιλοπούλου, Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας, Χρ. Ράμμος, Γ. Παπαγεωργίου, Ι. Μαντζουράνης, Δ. Σκαλτσούνης, Α. - Γ. Βώρος, Ι. Γράβαρης, Σπ. Μαρκάτης, Φ. Ντζίμας, Β. Καλαντζή, Α. Καλογεροπούλου, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Πισπιρίγκος, Β. Αναγνωστοπούλου - Σαρρή, Ηλ. Μάζος, Χρ. Ντουχάνης, Β. Κίντζιου, Σύμβουλοι, Δ. Βασιλειάδης, Ο. Βασιλάκη, Π. Χαλιούλιας, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Φ. Ντζίμας και Α. Καλογεροπούλου, καθώς και ο Πάρεδρος Δ. Βασιλειάδης μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη. 
2. Επειδή, η υπόθεση συζητήθηκε αρχικά στο Β΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο, με την 3936/2013 απόφασή του, αφού έκρινε την αίτηση αναιρέσεως παραδεκτή, με τη σκέψη μεταξύ άλλων, ότι, σύμφωνα με το ισχύον κατά την άσκησή της άρθρο 35 παρ. 1 του ν. 3772/2009 (Α΄112), θέτει το σπουδαίο, κατά το άρθρο αυτό, νομικό ζήτημα της συνταγματικότητας της περί παρατάσεως της παραγραφής διατάξεως του άρθρου 85 (παρ. 1 και 4) του ν. 2676/1999, θεώρησε περαιτέρω ότι η εν λόγω διάταξη αντίκειται στο Σύνταγμα και παρέπεμψε, κατόπιν αυτού, το ζήτημα στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 100 παρ. 5 του Συντάγματος.
4. Επειδή, στο άρθρο 78 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος ορίζονται τα εξής: «1. Κανένας φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο που καθορίζει το υποκείμενο της φορολογίας και το εισόδημα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους στις οποίες αναφέρεται ο φόρος. 2. Φόρος ή άλλο οποιοδήποτε οικονομικό βάρος δεν μπορεί να επιβληθεί με νόμο αναδρομικής ισχύος που εκτείνεται πέρα από το οικονομικό έτος το προηγούμενο εκείνου κατά το οποίο επιβλήθηκε.».
5. Επειδή, η πρόβλεψη στο νόμο ότι με την πάροδο ορισμένου χρονικού διαστήματος παραγράφεται η αξίωση του Δημοσίου για τη βεβαίωση και επιβολή συγκεκριμένου φόρου, συνιστά, κατά την έννοια της παραγράφου 1 του πιο πάνω άρθρου 78 του Συντάγματος, ουσιαστικό στοιχείο της οικείας φορολογικής ενοχής. Μετά τη συμπλήρωση, επομένως, του εν λόγω διαστήματος και τη συνακόλουθη παραγραφή των αντίστοιχων φορολογικών αξιώσεων, νομοθετική ρύθμιση η οποία θα «παρέτεινε», ως προς τις αξιώσεις αυτές, το χρόνο της παραγραφής, τροποποιώντας έτσι αναδρομικά, εις βάρος των φορολογουμένων, το νομοθετικό καθεστώς βάσει του οποίου είχε λήξει η υποχρέωσή τους, θα ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της διατάξεως της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου του Συντάγματος· διότι, με την τελευταία αυτή διάταξη, ο συνταγματικός νομοθέτης, θεσπίζοντας για την επιβολή εν γένει των φορολογικών βαρών καθεστώς ιδιαίτερης ασφάλειας δικαίου και προστασίας της εμπιστοσύνης, απαγορεύει την αναδρομική νομοθετική διαμόρφωση του ουσιαστικού περιεχομένου των φορολογικών σχέσεων, εφ’ όσον άγει σε επιβάρυνση της θέσης των φορολογουμένων, η δε ισχύς της οικείας αναδρομικής διατάξεως εκτείνεται πέραν του οικονομικού έτους που προηγείται της δημοσιεύσεώς της. Κατά συνέπεια, διάταξη νόμου περί «παρατάσεως», κατά τ’ ανωτέρω, του χρόνου παραγραφής φορολογικών αξιώσεων οι οποίες ήταν ήδη παραγεγραμμένες κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού και των οποίων η έναρξη της παραγραφής είναι προγενέστερη του προηγούμενου της δημοσιεύσεως οικονομικού έτους, θα ήταν ανίσχυρη ως αντικείμενη στις πιο πάνω συνταγματικές διατάξεις. Αν και κατά τη γνώμη του Συμβούλου Σ. Μαρκάτη, οι εν λόγω διατάξεις του άρθρου 78 του Συντάγματος αναφέρονται στην ίδια τη νομοθετική θέσπιση ορισμένου φόρου και δεν καταλαμβάνουν περαιτέρω ζητήματα περί τη βεβαίωση του φόρου αυτού σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπως είναι το ζήτημα της παραγραφής των σχετικών φορολογικών αξιώσεων. Συνεπώς, κατά την εν λόγω γνώμη, περίπτωση παρατάσεως του χρόνου παραγραφής φορολογικής αξιώσεως, δεν ρυθμίζεται από τις πιο πάνω συνταγματικές διατάξεις. Θα ήταν όμως, και κατά τη γνώμη αυτή, ανίσχυρη διάταξη όπως η ανωτέρω, περί αναδρομικής «παρατάσεως» του χρόνου παραγραφής παραγεγραμμένων ήδη αξιώσεων, καθώς θα αντέκειτο στην απορρέουσα από το Σύνταγμα αρχή του κράτους δικαίου και, ειδικότερα, στην αρχή της ασφάλειας του δικαίου.
6. Επειδή, στην παράγραφο 1 του άρθρου 102 του ν.δ. 118/1973 «Περί Κώδικος φορολογίας κληρονομιών, δωρεών, προικών και κερδών εκ λαχείων» ( Α΄ 202), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 45 του ν. 820/1978 (Α΄ 174) και το άρθρο 57 παρ. 3 του ν. 1249/1982 (Α΄43), ορίζεται ότι «Το Δημόσιον εκπίπτει του δικαιώματος αυτού δια την κοινοποίησιν πράξεως επιβολής φόρου και προστίμου: α) προκειμένου για ανακριβή δήλωση, μετά από την πάροδο δεκαετίας από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο υποβλήθηκε η δήλωση». Ακολούθως, στο ν. 2676/1999 («Οργανωτική και λειτουργική αναδιάρθρωση των φορέων κοινωνικής ασφάλισης και άλλες διατάξεις», Α΄ 1/5.1.1999) ορίσθηκαν, στο άρθρο 85, υπό τον τίτλο «Θέματα φορολογίας κεφαλαίου – ληξιπρόθεσμων χρεών», τα εξής: «1. Ο χρόνος παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου, ο οποίος συμπληρώνεται την 31η Δεκεμβρίου 1998 παρατείνεται μέχρι και την 30ή Ιουνίου 1999 για υποθέσεις φόρου μεταβίβασης […μεταξύ άλλων] αιτία θανάτου, δωρεάς, γονικής παροχής ή προίκας, για τις οποίες προβλέπουν οι διατάξεις […] της παραγράφου 1α του άρθρου 102 του ν.δ. 118/1973 (ΦΕΚ 202 Α).[ ...] 4. Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος άρθρου αρχίζει από 23.11.1998».
7. Επειδή, με την ως άνω διάταξη του άρθρου 85 παρ. 1 του ν. 2676/1999 «παρατάθηκε» ο χρόνος παραγραφής φορολογικών αξιώσεων του Δημοσίου οι οποίες, κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού (5.1.1999), είχαν ήδη, από 31.12.1998, υποπέσει στη δεκαετή παραγραφή του άρθρου 102 παρ. 1 περ. α του ν.δ. 118/1973. Σύμφωνα όμως με τα εκτεθέντα στη σκέψη 5, η διάταξη αυτή του ν. 2676/1999, καθώς αφορά παραγεγραμμένες αξιώσεις των οποίων η παραγραφή είχε αρχίσει πριν από το προηγούμενο της δημοσιεύσεώς της οικονομικό έτος, είναι ανίσχυρη, ως αντικείμενη στο άρθρο 78 παρ. 2 του Συντάγματος. Είναι δε άνευ σημασίας, από την άποψη αυτή, ότι η εν λόγω διάταξη, προσλαμβάνοντας, κατά την παράγραφο 4 του ίδιου νόμου, αναδρομική ισχύ, από 23.11.1998, εμφανίζεται πλασματικά να ισχύει σε χρόνο κατά τον οποίο οι σχετικές αξιώσεις δεν είχαν ακόμη παραγραφεί. … Το διοικητικό εφετείο, απορρίπτοντας με την προσβαλλόμενη απόφαση έφεση του Δημοσίου κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία, κατ’ αποδοχή της προσφυγής της αναιρεσίβλητης, είχαν ακυρωθεί οι εν λόγω πράξεις, έκρινε ότι οι πράξεις αυτές ήταν ακυρωτέες γιατί είχαν επιδοθεί στην αναιρεσίβλητη μετά την παραγραφή της σχετικής αξιώσεως του Δημοσίου, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 102 παρ. 1 περ. α του ν.δ. 118/1972, είχε, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, συμπληρωθεί στις 31.12.1998· οι δε διατάξεις του άρθρου 85 παρ. 1 και 4 του ν. 2676/1999, με τις οποίες είχε μετά ταύτα παραταθεί αναδρομικά ο χρόνος της παραγραφής, ήταν αντισυνταγματικές και ανίσχυρες. Η κρίση αυτή περί αντισυνταγματικότητας, ανεξαρτήτως της ειδικότερης θεμελιώσεώς της στις αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλομένης, είναι, κατά τα εκτεθέντα στις προηγούμενες σκέψεις, ορθή, τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

  ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ -ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΕΝ ΟΨΕΙ   ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ (4...