05 Απριλίου 2014

ΣτΕ 100/2014-ΕΣΔΑ και αίτηση για δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης.

ΣτΕ 100/2014-ΕΣΔΑ και αίτηση για δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης.


Περίληψη: Αν οι αιτούντες είναι περισσότεροι και ζητούν ο καθένας αυτοτελώς την καταβολή ενός συγκεκριμένου ποσού, καταβάλλουν ο καθένας όλο το παράβολο. Δεν απορρίπτονται αιτήσεις, για τις οποίες έχει καταβληθεί ενιαίο παράβολο, αν έχουν κατατεθεί πριν από την 18.6.2013, και για έναν εύλογο χρόνο. Κριτήρια σύμφωνα με τα οποία εκτιμάται η εύλογη χρονική διάρκεια της διοικητικής δίκης. Μη καταβολή επιδόματος Η/Υ σε στρατιωτικούς με την ειδικότητα του προγραμματιστή – αναλυτή Η/Υ/. Κατά τη εκδίκαση της αναίρεσης, υπήρξε υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης και οι αιτούντες δικαιούνται αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης. Η επιδείνωση της οικονομικής καταστάσεως της χώρας δικαιολογεί την επιδίκαση μικρότερου ποσού χρηματικής ικανοποιήσεως από αυτό που θα επιδίκαζε το ΕΔΔΑ. Επιδίκαση σε κάθε αιτούντα ποσού 1.000 ευρώ, που δεν είναι τοκοφόρο. Σε περίπτωση μερικής αποδοχής της αιτήσεως η δικαστική δαπάνη συμψηφίζεται. Μερικά δεκτή η αίτηση. 
Αριθμός 100/2014
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ ΣΤ’  (ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ)
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2013, συγκροτούμενο από την Πάρεδρο Κ. Μαρίνου, η οποία ορίσθηκε με την από 24 Σεπτεμβρίου 2013 πράξη του Προέδρου του Στ΄ Τμήματος, βάσει του άρθρου 56 παρ. 1 του Ν. 4055/2012, με την παρουσία της Γραμματέως Δ. Κατσάνη. Για να δικάσει την από 22 Αυγούστου 2013 αίτηση για δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης (άρθρο 53 του ν.4055/2012): των: 1) …… του……., κατοίκου Αθηνών (…..), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Νικόλαο Αναγνωστόπουλο (Α.Μ. 19556), που τον διόρισε στο ακροατήριο, 2) …….. του …….. κατοίκουΑγίου Δημητρίου Αττικής (……..), 3) ……. του …….,κατοίκουΠεύκης Αττικής (……), οι οποίοι παρέστησαν μετον ίδιο ως άνω δικηγόρο Νικόλαο Αναγνωστόπουλο, που τον διόρισαν μεπληρεξούσιο, κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τονΒασίλειο Καραγεώργο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτου.Το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο των αιτούντων, ο οποίος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήΤησε την απόρριψή της κ α ι
Α φ ο ύ  μ ε λ έ τ η σ ε  τ α  σ χ ε τ ι κ ά  έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε  κ α τ ά  τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως, η οποία εισάγεται προς εκδίκαση με τη διαδικασία του άρθρου 56 του ν. 4055/2012 (Α΄51), έχει καταβληθεί παράβολο 200 ευρώ (υπ’ αριθ. 1075202-3/2013 ειδικά έντυπα παραβόλου). Κατά τα ήδη κριθέντα (ΣτΕ 3017, 3151/2013)κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 55 παρ. 4 του ν. 4055/2012,αν οι αιτούντες είναι περισσότεροι του ενός και ζητούν ο καθένας αυτοτελώς την καταβολή ενός συγκεκριμένου ποσού,τότε, κατ’ ανάλογη εφαρμογή της, συναφούς εν προκειμένω, διατάξεως του άρθρου 277 παρ.8του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999), καταβάλλεται από καθέναν από αυτούς ολόκληρο το προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 55 παρ. 4 του ν. 4055/2012 παράβολο των 200 ευρώ. Σε περίπτωση δε μερικής αποδοχής της σχετικής αίτησης, αποδίδεται το παράβολο κατά ένα μόνο μέρος, το οποίο και καθορίζεται κατά την κρίση του δικαστηρίου, κατ’ ανάλογη επίσης εφαρμογή της σχετικής συναφούς προβλέψεως της παρ. 9 του άρθρου 77 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας. Επομένως, αιτήσεις που δεν συνοδεύονται από το κατά τα ανωτέρω εμπροθέσμως καταβληθέν παράβολο, πρέπει να απορρίπτονται για το λόγο αυτό. Δεδομένου όμως ότι το σχετικό ζήτημα δεν ρυθμίζεται με σαφήδιάταξη του ν. 4055/2012, πρέπει, με βάση τις αρχές της δίκαιης δίκης, να μην απορρίπτονται αιτήσεις, για τις οποίες έχει καταβληθεί μόνο το ενιαίο παράβολο, αν αυτές έχουν κατατεθεί πριν από την 18.6.2013, με την οποία διαμορφώνεται η σχετική νομολογία, και για ένανεύλογο χρόνο μετά το εν λόγω χρονικό σημείο.Συνεπώς, η παρούσα αίτηση, που κατατέθηκε την 23.8.2013, ασκείται, από την άποψη αυτή, παραδεκτά και πρέπει να εξετασθεί κατ’ ουσίαν.
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται να επιδικασθεί σε καθένα απότους αιτούντες το ποσό των 15.000 ευρώ, ως δίκαιη ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την υπέρβαση της εύλογης διάρκειαςτης δίκης, η οποία άρχισε την 16.9.2002 με την κατάθεση από τον Υπουργό Οικονομικών αιτήσεως περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 5123/2001 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και περατώθηκε με την καθαρογραφή, θεώρηση και υπογραφή της υπ’ αριθ. 791/2013 αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με την κρινόμενη αίτηση οι αιτούντες ζητούν επίσης να επιδικασθεί σε καθένα εξ αυτών ποσό 500 ευρώ ως έξοδα για την σύνταξη της εν λόγω αιτήσεως και την παράσταση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους κατά την συζήτηση αυτής,καθώς και να τους καταβληθούν τόσο το ποσό αυτό των 500 ευρώ όσο και εκείνο των 15.000ευρώ νομιμοτόκως, με βάση το ισχύον για τις μεταξύ των ιδιωτών διαφορές επιτόκιο υπερημερίας,από την ημερομηνία καταθέσεως της κρινομένης αιτήσεως, άλλως από την ημερομηνία κοινοποιήσεως αυτής προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους.
3. Επειδή, από τους αιτούντες δεν νομιμοποίησε τον υπογράφοντα την κρινόμενη αίτηση δικηγόρο,κατά έναν από τους προβλεπομένους στο άρθρο 27 του π.δ/τος 18/1989 (Α΄ 8), όπως ήδη ισχύει,τρόπους, ο ……. Ενόψει τούτου, η κρινόμενη αίτηση είναι εξεταστέα ως προς τους λοιπούς αιτούντες.
4. Επειδή, με τις διατάξεις των άρθρων 53 έως 58 του Ν. 4055/2012 θεσμοθετήθηκε, ως νέο ένδικο βοήθημα, η αίτηση για δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης, η οποία ασκείται ανά βαθμό δικαιοδοσίας και από κάθε διάδικο στρέφεται δε κατά του Ελληνικού Δημοσίου, εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών. Αντικείμενο της αιτήσεως είναι η δίκαιη ικανοποίηση των διαδίκων με την επιδίκαση εύλογου χρηματικού ποσού για την αποκατάσταση της ηθικής, κατά κύριο λόγο, βλάβης που υπέστησαν, λόγω της προσβολής του δικαιώματος σε ταχεία απονομή της διοικητικής δικαιοσύνης. Περαιτέρω, με τις ανωτέρω διατάξεις ρυθμίζονται ζητήματα σχετικάμε τα κριτήρια σύμφωνα με τα οποία εκτιμάται η εύλογη χρονική διάρκεια της διοικητικής δίκης. Τα κριτήρια αυτά, τα οποία, σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του Ν. 4055/2012, είναι αντίστοιχα με εκείνα που έχει διαπλάσει η νομολογία του ΕΔΑΔ, απαριθμούνται στο άρθρο 57 παρ. 1 του νόμου και αφορούν, ειδικότερα, στη συμπεριφορά των διαδίκων κατά την εξέλιξη της δίκης για την οποία πρόκειται, στην πολυπλοκότητα της υποθέσεως, τόσο από δικονομική όσο και από ουσιαστική άποψη, στη στάση των αρμοδίων κρατικών αρχών και στο διακύβευμα, δηλαδή τη σημασία, της υποθέσεως για τον αιτούντα. Τέλος, όπως προκύπτει, ειδικότερα, από τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 57 του Ν. 4055/2012, η κρίση του αρμοδίου δικαστηρίου που επιλαμβάνεται αιτήσεως για δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας τηςδιοικητικής δίκης περιλαμβάνει τρία (3) στάδια. Στο πρώτο στάδιο, το δικαστήριο αποφαίνεται αν συντρέχει παραβίαση του δικαιώματος τουαιτούντος σε ταχεία απονομή της δικαιοσύνης, λόγω υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης με βάση τα κριτήρια της παρ. 1 του άρθρου 57 του νόμου. Εφόσον διαπιστωθεί ότι συντρέχει στη συγκεκριμένη περίπτωση παραβίαση του ως άνω δικαιώματος σε ταχεία απονομή της δικαιοσύνης, το δικαστήριο αποφαίνεται, σε δεύτερο στάδιο, αν θα πρέπει να καταβληθεί χρηματικό ποσό για τη δίκαιη ικανοποίησητου αιτούντος ή αν, αντιθέτως, μόνη η διαπίστωση της παραβιάσεως του ως άνω δικαιώματος μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση και κατά την αιτιολογημένη σχετική κρίση του δικαστηρίου, να θεωρηθεί επαρκής ικανοποίηση (βλ. σχετ. αποφ. ΕΔΑΔ, της 29.3.2006, Cochiarella κατά Ιταλίας, της 23.9.2004, Αγαθός κλπ. κατά Ελλάδος και της 15.7.2004, Θεοδωρόπουλος κατά Ελλάδος). Εάν, κατά το δεύτερο στάδιο, το αρμόδιο δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί χρηματικό ποσό για τη δίκαιη ικανοποίηση του αιτούντος, το δικαστήριο προβαίνει, στο τρίτο και τελευταίο στάδιο, αφενός, στον καθαρισμό του ύψους τουεν λόγω ποσού, λαμβάνοντας, ιδίως, υπόψη την περίοδο που υπερβαίνειτον εύλογο χρόνο για την εκδίκαση της υποθέσεως, καθώς και την ενδεχόμενη ικανοποίηση του αιτούντος από άλλα μέτρα προβλεπόμενα στην κείμενη νομοθεσία, και, αφετέρου, στην επιβολή, σε βάρος του Δημοσίου των εξόδων του αιτούντος, κατά τα προβλεπόμενα, ειδικότερα, στις διατάξεις των παρ. 2 και 3 του προαναφερόμενου άρθρου 57 του Ν. 4055/2012. (ΣτΕ 4467/2012, βλ. και 1, 1856/2013).
5. Επειδή, στην υπό κρίση περίπτωση από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αιτούντες, οι οποίοι ανήκουν στο στρατιωτικό προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων και έχουν την ειδικότητα του προγραμματιστή – αναλυτή Η/Υ, απασχολήθηκαν αποκλειστικώς και με πλήρες ωράριο με τα καθήκοντα της ως άνω ειδικότητάς τους, κατά χρονικά διαστήματα μεταξύ 1/1/1992 έως 9/6/1995, σε θέσεις που προβλέπονται από τον Πίνακα Οργανώσεως και Υλικού της Μονάδας. Οπως προκύπτει από τις από 9/6/1995 βεβαιώσεις του Διευθυντή του Οικονομικού και Λογιστικού Κέντρου Στρατού, η ίδια Υπηρεσία, με τις αριθμ. Φ.841.2/31/639097/Σ.1770/5-4-1995 & Φ.841.2/32/639885/Σ. 1771/5-4-1995 πράξεις της αρνήθηκε να καταβάλει στους αναιρεσίβλητους το επίδομα Η/Υ, καίτοι αυτοί απασχολήθηκαν κατά πλήρες ωράριο με την ειδικότητα του προγραμματιστή – αναλυτή, με την αιτιολογία ότι οι ειδικότητες που προβλέπονται από την 2048842/6017/002/6.5.1989 κοινή απόφαση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Οικονομικών και Εργασίας, και στις οποίες χορηγείται το επίδομα αυτό, δεν υφίστανται στο Στρατιωτικό Προσωπικό. Κατόπιν αυτού, οι αιτούντες άσκησαν την από 8.6.1995 προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζήτησαν να τους καταβληθεί το ποσόν των 1.203 ευρώ στον πρώτο και το ποσό των 822 ευρώ στον τρίτο. Η προσφυγή αυτή έγινε εν μέρει δεκτή με την 12468/1997 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την αιτιολογία ότι η μη χορήγηση του επιδίκου επιδόματος και στο στρατιωτικό προσωπικό των Ενόπλων Δυνάμεων συνιστά άνιση μεταχείριση αυτού έναντι των υπαλλήλων του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ, στους οποίους χορηγείται με τις προαναφερθείσες διατάξεις και υποχρεώθηκε το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στον μεν πρώτο αιτούντα το ποσό των 851 ευρώ, στον δε τρίτο αιτούντα το ποσό των 645 ευρώ. Κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις, οι οποίες συνεκδικάστηκανκαι απορρίφθηκαν με την 5123/2001 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Ειδικά δε η έφεση του Δημοσίου απορρίφθηκε με την ίδια αιτιολογία που περιείχε η πρωτόδικη απόφαση. Με αίτηση, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών στις 16.9.2002 και περιήλθε στο Συμβούλιο της Επικρατείας την 7.2.2003, το ΕλληνικόΔημόσιο ζήτησε την αναίρεση της ως άνω 5123/2001 αποφάσεως. Η εκδίκαση της αιτήσεως αναιρέσεως προσδιορίσθηκε αρχικώς για τη δικάσιμο της 19.1.2004 ενώπιον της πενταμελούς συνθέσεως του Στ’ Τμήματος, αναβλήθηκε δε αυτεπαγγέλτως διαδοχικώς δέκα τρεις φορές και η υπόθεση συζητήθηκε τελικώς στις 15.3.2010. Η δίκη περατώθηκε με τη δημοσίευση στις 25.2.2013 της 791/2013 αποφάσεως του Στ’ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, της οποίας η διαδικασία καθαρογράφησης, θεώρησης και υπογραφής ολοκληρώθηκε την 23.4.2013. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η αίτηση αναιρέσεως με τη σκέψη ότι το ως άνω ειδικό επίδομα χορηγείται μόνο σε πολιτικούς υπαλλήλους των Διευθύνσεων Τμημάτων και Κέντρων Πληροφορικής του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ. που έχουν τις αναφερόμενες στην κοινή αυτή υπουργική απόφαση ειδικότητεςή τους έχουν ανατεθεί καθήκοντα σχετικά με το αντικείμενο των ειδικοτήτων αυτών κατ’ αποκλειστική ή τουλάχιστον κύρια απασχόληση και εφόσον στη δεύτερη αυτή περίπτωση, στις υπηρεσίες που υπηρετούν δεν έχουν προβλεφθεί σχετικές οργανικές θέσεις. Περαιτέρω, με την ως άνω απόφαση κρίθηκε ότι δεν χορηγείται το εν λόγω επίδομα σε μη πολιτικούς υπαλλήλους, όπως κατ’ εξοχήν είναι οι στρατιωτικοί των Ενόπλων Δυνάμεων, σώμα με στρατιωτική οργάνωση που λειτουργεί με τους δικούς του οργανικούς νόμους και για το οποίο δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις που αφορούν τους δημοσίους πολιτικούς υπαλλήλους, οι δε αποδοχές τους καθορίζονται από ειδικό μισθολόγιο, καθώς και ότι η πρόβλεψη αυτή, της χορηγήσεως του επιδίκου επιδόματος μόνο σε πολιτικούς υπαλλήλους του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ. και όχι συγχρόνως σε στρατιωτικούς, δεν αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας, εφόσονοι στρατιωτικοί υπάλληλοι δεν τελούν υπό τις αυτές συνθήκες με τουςπολιτικούς υπαλλήλους. Στη συνέχεια κρατήθηκε η υπόθεση, έγινε δεκτή η έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, μεταρρυθμίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και απορρίφθηκε η προσφυγή των αιτούντων.
6. Επειδή, οι αιτούντες προβάλλουν ότι ο χρόνος που απαιτήθηκε για την εκδίκαση της υποθέσεως (δέκα έτη και έξι περίπου μήνες) υπερέβητην εύλογη διάρκεια της δίκης, χωρίς υπαιτιότητά τους,καθώς δεν ζήτησαν σε καμία δικάσιμο την αναβολή της υποθέσεως. Περαιτέρω, ισχυρίζονται ότι η υπόθεση, δεν παρουσίαζε αποδεικτική δυσκολία ή νομική ιδιαιτερότητα, καθώς το μόνο νομικό ζήτημα που ετίθετο ήταν αυτό της επέκτασης ενός επιδόματος και σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου, κατ’ εφαρμογή της αρχής της ισότητος, το οποίο είχε ήδη απασχολήσει το δικαστήριο και είχε τύχει επεξεργασίας από τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ήδη από το έτος 1994. Ισχυρίζονται επίσης ότι η καθυστέρηση αυτή τους προκάλεσε ψυχική ταλαιπωρία, άγχος και αγωνία εν αναμονή της αμετάκλητης αποφάσεως, για οικονομικόζήτημα ιδιαίτερα σημαντικό γι’ αυτούς, ενόψει των εν γένει χαμηλών εισοδημάτων τους.
7. Επειδή, από τα εκτιθέμενα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και τα λοιπά στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως, δεν προκύπτει ότι οι αιτούντες συνέβαλαν με τη συμπεριφορά τους στην καθυστέρηση εκδικάσεως της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η 791/2013 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, καθώς οι αναβολές συζητήσεως της υποθέσεως χορηγήθηκαν, κατ’ αρχήν, αυτεπαγγέλτως. Το χειρόγραφο δε σημείωμα της εισηγητού της υποθέσεως που βρίσκεται μέσα στη δικογραφία και στο οποίο αναγράφεται ότι ο πληρεξούσιος των αιτούντων είχε ζητήσει αναβολή της υποθέσεως σε δικάσιμο μεταγενέστερη του Σεπτεμβρίου έτους 2004 για προσωπικούς λόγους, πάντως δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή, ενόψει του συνολικού χρόνου καθυστερήσεως, ο οποίος εξακολουθεί να υπερβαίνει τα εννέα έτη, ακόμα και αν αφαιρεθεί το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.
8. Επειδή, περαιτέρω, η υπόθεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, δεν εμφάνιζε μεν αποδεικτική δυσχέρεια, αφορούσε, πάντως, στο ιδιαίτερης σπουδαιότητος και γενικότερης σημασίας ζήτημα της δυνατότητας επεκτατικής εφαρμογής διατάξεων, που είχαν θεσπίσει την χορήγηση επιδόματος για συγκεκριμένο λόγο σε ορισμένες κατηγορίες δημοσίων υπαλλήλων, και σε άλλες κατηγορίες, τις οποίες δεν είχε λάβει υπόψη ο νομοθέτης κατά την θέσπιση του εν λόγω επιδόματος (βλ. ΣτΕ 3152/2013).
9. Επειδή, τέλος, οι αξιώσεις, οι οποίες αποτελούσαν το αντικείμενο της ανοιγείσης με την αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου υποθέσεως, ύψους 851 και 645 ευρώ, αφορούσαν στην χορήγηση προσαυξήσεως αποδοχών με την μορφή επιδόματος για παροχή εργασίας εντός του νομίμου ωραρίου απασχολήσεως και, επομένως, δεν συνδέονταν με την διασφάλιση των μέσων βιοπορισμού των αιτούντων, οι οποίοι, ως εν ενεργεία στρατιωτικοί υπάλληλοι και στη συνέχεια συνταξιούχοι στρατιωτικοί υπάλληλοι, ελάμβαναν πλήρεις τις προβλεπόμενες από το ισχύον γι’ αυτούς ειδικό μισθολόγιο αποδοχές και στη συνέχεια πλήρη την προβλεπόμενη από τον νόμο και υπολογιζόμενη με βάση τις αποδοχές αυτές σύνταξη και, άρα, δεν είχαν άμεσα οικονομικό πρόβλημα από την καθυστέρηση εκδικάσεως της αιτήσεως αναιρέσεως, ούτε η καθυστέρηση αυτή επηρέαζε κατ’ άλλον τρόπο την προσωπική τους κατάσταση (βλ. ΣτΕ 3152/2013). Με τα δεδομένα αυτά το διακύβευμα της υποθέσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί σημαντικό για τους αιτούντες, κατά την έννοια της νομολογίας του Ε.Δ.Δ.Α. (πρβλ. Ε.Δ.Δ.Α. Vilho Eskelinen κ.λπ. κατά Φινλανδίας της 19.4.2007 σκ. 68, Αρβανιτάκη – Ρομποτή και λοιποί κατά Ελλάδος της 15.2.2008 σκ. 35, Αναστασιάδης και λοιποί κατά Ελλάδος της 18.4.2013 σκ. 43 και Φεργαδιώτη – Ριζάκη κατά Ελλάδος της 18.4.2013 σκ. 27). Ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι το διακύβευμα της υποθέσεως, υπό την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Ε.Δ.Δ.Α., κατέστη εκ των υστέρων σημαντικό, ενόψει της από το έτος 2010 επιδεινώσεως της οικονομικής καταστάσεως της Ελλάδος και της θεσπισθείσης μειώσεως μισθών και συντάξεων, όπως αβασίμως προβάλλουν οι αιτούντες. Αντιθέτως, κατά την έννοια της νομολογίας του Ε.Δ.Δ.Α., η επιδείνωση της οικονομικής καταστάσεως μιας χώρας, η οποία επηρεάζει προδήλως το βιοτικό επίπεδο στη χώρα αυτή,δικαιολογεί την επιδίκαση μικροτέρου ποσού χρηματικής ικανοποιήσεως, σε περίπτωση διαπιστώσεως υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας δίκης, από εκείνο που θα επιδικαζόταν αν δεν συνέτρεχε ο παράγων αυτός (ΣτΕ 3152/2013).
10. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο, εκτιμώντας το σύνολο των περιστάσεων της υποθέσεως, με βάση τα αναφερόμενα στο άρθρο 57 παρ. 1 του ν. 4055/2012 κριτήρια, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το χρονικό διάστημα των δέκα ετών και έξι περίπου μηνών, που μεσολάβησε από την έναρξη έως την λήξη της επίμαχης διαδικασίας, δεν ικανοποιεί τις απαιτήσεις της «εύλογης διάρκειας» της δίκης, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, ούτε, άλλωστε, τις απαιτήσεις της «λογικής προθεσμίας», κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α.. Η καθυστέρηση αυτή προκάλεσε πράγματι στους αιτούντες ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση δε της βλάβης αυτής κρίνεται δικαιολογημένη ως δίκαιη ικανοποίηση η επιδίκαση σ’ αυτούς ευλόγου χρηματικού ποσού, ο δε ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου ότι, εν προκειμένω, δεν πρέπει να επιδικασθεί δίκαιη αποζημίωση, διότι οι αιτούντες, πέραν της παράτασεως της αναμονής για την έκβαση της δίκης, δεν υπέστησαν από την καθυστέρησή της κάποια αξιοσημείωτη ηθική βλάβη αποκαταστατέα χρηματικά, ενόψει και των ιδιαιτέρως χαμηλών ποσών που διεκδικούσανκαι τα οποία δεν αφαιρέθηκαν από αυτούς κατά τρόπο δυνάμενο να επηρεάσει τον ομαλό τρόπο διαβίωσής τους καθώς και ότι, εν προκειμένω,η διαπίστωση της παραβάσεως αποκαθιστά πλήρως την ηθική βλάβη των αιτούντων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
11. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση οι αιτούντες ζητούν να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει σε καθένα από αυτούς το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ ως δίκαιη ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστησαν λόγω της προαναφερόμενης παραβιάσεως του δικαιώματός τους σε ταχεία απονομή της δικαιοσύνης. Εξάλλου, το Ελληνικό Δημόσιο θεωρεί ότι εν προκειμένω δεν πρέπει να επιδικασθεί χρηματική ικανοποίηση. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει κρίνει ότι, όταν έχει θεσμοθετηθεί εθνικό ένδικο βοήθημα δίκαιης ικανοποιήσεως, είναι δυνατή η επιδίκαση χαμηλοτέρων χρηματικών ποσών σε σχέση με εκείνα που θα επιδίκαζε το ίδιο σε ανάλογες υποθέσεις, εφόσον τα επιδικαζόμενα σε εθνικό επίπεδο ποσά δεν είναι πολύ κατώτερα ενός ευλόγου ορίου («unreasonable») και υπό τον όρο ότι οι σχετικές αποφάσεις, οι οποίες πρέπει να είναι σύμφωνες με την νομική παράδοση και το βιοτικό επίπεδο («standard of living») της συγκεκριμένης χώρας, εκδίδονται ταχέως, είναι αιτιολογημένες και εκτελούνται αμέσως (βλ. Ε.Δ.Δ.Α. Dubjakova κατά Σλοβακίας της 10.10.2004, Scordino κατά Ιταλίας, σκ. 206). Στο πλαίσιο αυτό δεν μπορεί να παραγνωρισθεί η προκύπτουσα από τα διαθέσιμα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής συνεχής πτώση, κατά τα τελευταία έτη, του βιοτικού επιπέδου στην Ελλάδα, η οποία οφείλεται στο σοβαρότατο κλονισμό της δημοσιονομικής ισορροπίας του ελληνικού κράτους – προς αποκατάσταση της οποίας έχουν θεσπισθεί, μεταξύ άλλων, μειώσεις των αποδοχών των εν ενεργεία υπαλλήλων και μειώσεις των συνταξιοδοτικών παροχών και των καταβαλλομένων σε συνταξιοδοτουμένους εφάπαξ βοηθημάτων – καθώς και στην συνεχιζόμενη σοβαρή ύφεση, η οποία συνεπάγεται την συνεχή μείωση του Α.Ε.Π. και, εντεύθεν, του διαθέσιμου κατά κεφαλήν εισοδήματος (βλ. ΣτΕ 3152/2013, πρβλ. Σ.τ.Ε. 4467/2012 ). Κατά την έννοια δε της νομολογίας του Ε.Δ.Δ.Α., όπως εκτέθηκε στην προηγούμενη σκέψη, η, συνεπεία του κλονισμού της δημοσιονομικής ισορροπίας του ελληνικού κράτους και της συνεχιζομένης υφέσεως, πτώση του βιοτικού επιπέδου στην Ελλάδα κατά τα τελευταία έτη δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ως παράγων για τον προσδιορισμό μεγαλύτερου χρηματικού ποσού ως αποζημιώσεως για την υπέρβαση του ευλόγου χρόνου διαρκείας μιας δίκης, λαμβανομένου, άλλωστε, υπόψη ότι το επιδικάζομενο ποσό θα καταβληθεί σε χρόνο δημοσιονομικής και οικονομικής κρίσεως και ότι η επίμαχη χρηματική ικανοποίηση σκοπεί στην αποζημίωση για την ηθική βλάβη που έχουν υποστεί οι αιτούντες από την καθυστέρηση εκδικάσεως της υποθέσεώς τους και δεν έχει ως σκοπό να αναπληρώσει ζημία που έχουν ενδεχομένως υποστεί από μέτρα που ελήφθησαν για την αντιμετώπιση της κρίσεως. Περαιτέρω, το ποσό της επιδικαζομένης ικανοποιήσεως πρέπει να τελεί σε αναλογία προς το οικονομικό αντικείμενο της κύριας διαφοράς (βλ. ΣτΕ 3152/2013, πρβλ. Ε.Δ.Δ.Α. Αναστασιάδης και λοιποί κατά Ελλάδος της 18.4.2013 σκ. 43 και Φεργαδιώτη – Ριζάκη κατά Ελλάδος της 18.4.2013 σκ. 27, με τις οποίες το Ε.Δ.Δ.Α. δέχθηκε ότι επί υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας δίκης, το οικονομικό αντικείμενο της οποίας ανερχόταν, αντιστοίχως, σε 554,65ευρώ και 2.826,61 ευρώ, η διαπίστωση παραβιάσεως των άρθρων 6 παρ.1 και 13 της Ε.Σ.Δ.Α. αποτελούσε επαρκή ικανοποίηση).
12. Επειδή, κατόπιν όλων των προεκτεθέντων, το Δικαστήριο, συνεκτιμώντας το σύνολο των περιστάσεων της υποθέσεως, κρίνει ότι πρέπει, κατά μερική παραδοχή της κρινομένης αιτήσεως, να επιδικασθεί σε καθένα από τους αιτούντες, ως προς τους οποίους ασκείται παραδεκτώς η κρινόμενη αίτηση (υπ’ αριθ. 1, 3), το ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ για ηθική βλάβη.
13. Επειδή, το άρθρο 58 του ν. 4055/2012 ορίζει ότι «1. Η απόφαση με την οποία επιδικάζεται το χρηματικό ποσό της δίκαιης ικανοποίησης εκτελείται κατά τις οικείες, περί εντάλματος πληρωμής, διατάξεις εντός έξι (6) μηνών από την κοινοποίηση της απόφασης στον Υπουργό Οικονομικών. Η είσπραξη του ποσού αυτού μπορεί να επιτευχθεί και με αναγκαστική εκτέλεση κατά του Δημοσίου … μετά την παρέλευση των έξι (6) μηνών … 2. Για την κάλυψη της δαπάνης προς δίκαιη ικανοποίηση των διαδίκων … εγγράφεται κατ’ έτος ειδική πίστωση στον Κρατικό Προϋπολογισμό, σε περίπτωση δε που δεν έχει εγγραφεί … ή η εγγεγραμμένη είναι ανεπαρκής ή έχει εξαντληθεί, τηρείται η … διαδικασία εγγραφής ή μεταφοράς πίστωσης». Με τις ανωτέρω διατάξεις, με τις οποίες θεσπίζεται ειδική και πλήρης ρύθμιση για την εκτέλεση των αποφάσεων που επιδικάζουν δίκαιη ικανοποίηση, αποβλέπουσα στην ταχεία εκτέλεση των αποφάσεων αυτών και στην διασφάλιση της υπάρξεως πιστώσεως στον κρατικό προϋπολογισμό για την κάλυψη της σχετικής δαπάνης, δεν προβλέπεται η καταβολή τόκων επί του επιδικαζομένου ποσού. Αλλωστε,και το Ε.Δ.Δ.Α. δέχεται αφενός μεν ότι οι αρχές χρειάζονται κάποιο χρόνο για να καταβάλουν την αποζημίωση προς επανόρθωση των συνεπειών μιας μακράς δικαστικής διαδικασίας, ο οποίος, όμως, κατά κανόνα δεν πρέπει να απέχει πέραν των έξι μηνών από την ημερομηνία, κατά την οποία η επιδικάζουσα την αποζημίωση απόφαση καθίσταται εκτελεστή, και αφετέρου ότι ένδικο βοήθημα που καταλήγει στην επιδίκαση αποζημιώσεως εντός ευλόγου χρόνου μπορεί να υπάγεται σε διαδικαστικούς κανόνες που δεν είναι επακριβώς όμοιοι σε σχέση με τις συνήθεις αγωγές αποζημιώσεως (βλ. Ε.Δ.Δ.Α. Cocchiarella κατά Ιταλίας της 29.3.2006, σκ. 89 και 91, Αθανασίου και λοιποί κατά Ελλάδος της 21.12.2010, σκ. 55). Εξάλλου, και το ίδιο το Ε.Δ.Δ.Α., όταν δικάζει Τμήμα του, δίνει προθεσμία τριών μηνών για την πληρωμή του επιδικαζόμενου από αυτό ποσού από την ημερομηνία που θα καταστεί η απόφαση οριστική (ήτοι μετά την πάροδο τριών μηνών από την δημοσίευσή της – βλ. άρθρο 44 παρ. 2 περ. β΄ της ΕΣΔΑ) και διατάσσει την πληρωμή τόκων υπερημερίας μόνον σε περίπτωση υπερβάσεως της εν λόγω προθεσμίας, υπολογιζομένους μάλιστα από την λήξη της προθεσμίας αυτής (και όχι από την άσκηση της ενώπιόν του προσφυγής) και έως την καταβολή (βλ. Ε.Δ.Δ.Α., ΦΙΞ κατά Ελλάδος της 12.7.2011, διατακτικό υπ’ αριθ. 4, Αθανασίου κατά Ελλάδας διατακτικό υπ’ αριθ. 6 στοιχείο β΄, Μάτου κ.λπ. κατά Ελλάδος της 22.7.2010 διατακτικό υπ’ αριθ. 4 στοιχείο β, κ.ά.). Ενόψει των ανωτέρω, είναι απορριπτέο ως αβάσιμο το αίτημα των αιτούντων να τους καταβληθεί το ποσό της δίκαιης ικανοποιήσεως νομιμοτόκως, με βάση το ισχύον επιτόκιο υπερημερίας για τις μεταξύ των ιδιωτών διαφορές, από την ημερομηνία καταθέσεως της κρινομένης αιτήσεως, άλλως από την ημερομηνία κοινοποιήσεως αυτής στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (βλ. ΣτΕ 3152, 3517/2013) .
14. Επειδή, κατά την έννοια της διατάξεως του εδαφίου α΄ της παρ. 3 του άρθρου 57 του ν. 4055/2012, κατά την οποία «Αν γίνει αποδεκτή η αίτηση, επιβάλλονται στο Δημόσιο τα έξοδα του αιτούντος για τη σύνταξη της αίτησης και την παράσταση του πληρεξουσίου δικηγόρου, τα οποία δεν μπορεί να υπερβαίνουν το εκάστοτε οριζόμενο ποσό για την άσκηση και συζήτηση της παρέμβασης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας», σε περίπτωση μερικής αποδοχής της αιτήσεως για δίκαιη ικανοποίηση η δικαστική δαπάνη συμψηφίζεται μεταξύ των διαδίκων. Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση πρέπει να συμψηφισθεί η δικαστική δαπάνη των αιτούντων,ως προς τους οποίους γίνεται εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, και του Δημοσίου, απορριπτομένου του προβαλλομένου με την εν λόγω αίτηση αιτήματος περί επιδικάσεως σε καθένα από τους αιτούντες ποσού πεντακοσίων ευρώ για δικαστική δαπάνη (βλ. ΣτΕ 3152/2013). Εξάλλου, το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, σύμφωνα με τη διάταξη του δευτέρου εδαφίου της ανωτέρω παρ. 3 του άρθρου 57του ν. 4055/2012, κρίνει ότι πρέπει να απαλλαγεί από την δικαστική δαπάνη του Δημοσίου ο δεύτερος αιτών, ως προς τον οποίο απορρίπτεται, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη σκέψη 3, η αίτηση. Τέλος, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να αποδοθεί σ’ αυτούς τμήμα του κατατεθέντος παραβόλου, ανερχόμενο σε 100 ευρώ.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση ως προς τον …………
Δέχεται εν μέρει την κρινόμενη αίτηση ως προς τους λοιπούς αιτούντες.
Υποχρεώνει το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλλει σε κάθε έναν από αυτούς το ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ, σύμφωνα με το αιτιολογικό.
Διατάσσει την απόδοση στους αιτούντες, ως προς τους οποίους γίνεται εν μέρει δεκτή η αίτηση, τμήματος του καταβληθέντος παραβόλου, το οποίο ανέρχεται σε 100 ευρώ.
Συμψηφίζει την δικαστική δαπάνη μεταξύ των αιτούντων, ως προς τους οποίους γίνεται εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, και του Δημοσίου και απαλλάσσει από την δικαστική δαπάνη του Δημοσίου τον αιτούντα, ως προς τον οποίο απορρίπτεται η αίτηση. Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2013 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 13ης Ιανουαρίου 2014.
Η Πάρεδρος                                                                             Η Γραμματέας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

  ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ -ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΕΝ ΟΨΕΙ   ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ (4...