25 Φεβρουαρίου 2014

ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ ΑΠΟΝΟΜΗ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΕΣΔΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ

Σημαντική νομολογία Ε.Δ.Δ.Α. ΔΙΚΑΙΗ ΔΙΚΗ  Ν 4055/12 

http://www.scribd.com/doc/209019538/%CE%94%CE%99%CE%9A%CE%91%CE%99%CE%97-%CE%99%CE%9A%CE%91%CE%9D%CE%9F%CE%A0%CE%9F%CE%99%CE%97%CE%A3%CE%97-%CE%91%CE%A0%CE%9F%CE%A6%CE%91%CE%A3%CE%97-%CE%95%CE%A3%CE%94%CE%91

Με την από 1-10-2013 απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην υπόθεση Τεχνική Ολυμπιακή Α.Ε. κατά Ελλάδας (αριθμ. προσφυγής 40547/10), η οποία δημοσιεύθηκε στις 16-10-2013 και είναι οριστική, το Ε.Δ.Δ.Α. απέρριψε ομόφωνα ως απαράδεκτη την ατομική προσφυγή της εταιρείας «ΤΕΧΝΙΚΗ ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ Α.Ε.» κατά της Ελλάδος, με την οποία η προσφεύγουσα παραπονείτο για παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της διαδικασίας ενώπιον των διοικητικών Δικαστηρίων και του Συμβουλίου της Επικρατείας και του άρθρου 13 της ΕΣΔΑ, λόγω έλλειψης αποτελεσματικής προσφυγής στην ελληνική έννομη τάξη για να προβάλει το ανωτέρω παράπονό της. Ειδικότερα, το Ε.Δ.Δ.Α. δέχθηκε ότι η εν θέματι προσφυγή, κατά την αιτίασή της που αφορούσε στην παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, ήταν απαράδεκτη, διότι η προσφεύγουσα δεν είχε εξαντλήσει τα εθνικά ένδικα βοηθήματα που υπήρχαν στη διάθεσή της μετά τη θέση σε ισχύ του ν. 4055/12. Για να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό, το Ε.Δ.Δ.Α. εξέτασε τον αποτελεσματικό χαρακτήρα της αίτησης επιτάχυνσης και της αίτησης αποζημίωσης που προβλέπει ο ν. 4055/12, υπό το φως των κριτηρίων της νομολογίας του. ? Αναφορικά με την αίτηση επιτάχυνσης (άρθρα 59-60 ν. 4055/12), το Ε.Δ.Δ.Α. διαπίστωσε ότι η δυνατότητα άσκησης αίτησης επιτάχυνσης της διαδικασίας ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, που προβλέπουν οι ανωτέρω διατάξεις του ν. 4055/2012, επιτρέπει πράγματι την επιτάχυνση της έκδοσης απόφασης από το δικαστήριο που έχει επιληφθεί της υπόθεσης. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τους κανόνες εφαρμογής της αίτησης επιτάχυνσης του ανωτέρω νόμου, έκρινε ότι διασφαλίζουν μία σημαντική επίδραση στη διάρκεια της διαδικασίας στο σύνολό της, είτε καταλήγοντάς στην επιτάχυνσή της, είτε εμποδίζοντας να διαρκέσει πέραν του ευλόγου χρόνου και κατέληξε ότι μπορεί να θεωρηθεί ως πραγματική προσφυγή, κατά την έννοια του άρθρου 35 παρ. 1 της ΕΣΔΑ ( βλ. παρ. 38-40). ? Αναφορικά με την αίτηση αποζημίωσης (άρθρα 53-58 του ν. 4055/12), το Ε.Δ.Δ.Α. εξέτασε αρχικά τα σχετικά με τις δικονομικές εγγυήσεις κριτήρια, ήτοι το δίκαιο χαρακτήρα, την ταχύτητα και τη δικαστική δαπάνη της διαδικασίας. α) Όσον αφορά στο δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας, το Ε.Δ.Δ.Α. σημείωσε ότι τα άρθρα 54-56 του ν. 4055/12 προβλέπουν μία δικαστική διαδικασία που είναι κατ΄αρχήν σύμφωνη με τις δικονομικές εγγυήσεις του άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, ότι τα λειτουργικά κριτήρια που προβλέπονται στο άρθρο 57 παρ. 1 του ίδιου νόμου είναι τα θεσπισθέντα με τη σχετική νομολογία του και ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας και το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών εφάρμοσαν τα εν λόγω κριτήρια στις σχετικές υποθέσεις που εξέτασαν (παρ. 42). Περαιτέρω, το Ε.Δ.Δ.Α. σημείωσε ότι, εφόσον το άρθρο 56 του ν. 4055/12 προβλέπει ειδική διαδικασία ορισμού του αρμόδιου δικαστικού οργάνου για κάθε βαθμό δικαιοδοσίας, η διαδικασία αυτή και ο τρόπος κατανομής της δικαστικής αρμοδιότητας δεν εγείρουν από μόνες τους θέμα αμεροληψίας και εναπόκειται στα αρμόδια δικαστικά όργανα να φροντίσουν ώστε να τηρείται η εγγύηση της αμεροληψίας (παρ. 43-44). Εξάλλου, το Ε.Δ.Δ.Α. παρατήρησε ότι ο ν. 4055/12 δεν επιτρέπει την άσκηση αίτησης αποζημίωσης πριν την ολοκλήρωση της διαδικασίας σε κάθε βαθμό δικαιοδοσίας. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τη διακριτική ευχέρεια κάθε κράτους μέλους να οργανώσει ένα εσωτερικό ένδικο βοήθημα κατά τρόπο που να παρουσιάζει συνοχή με το δικαιϊκό του σύστημα, αναφέρθηκε στην αιτιολογική σκέψη του ανωτέρω νόμου, σύμφωνα με την οποία δεν είναι παράλογο να απαιτείται το πέρας της δίκης ανά βαθμό δικαιοδοσίας για να αποφευχθεί η άσκηση άσκοπων προσφυγών, στο μέτρο που οι ενδιαφερόμενοι διατηρούν το δικαίωμα να παραπονούνται σε κάθε βαθμό, για όλα τα στάδια διαδικασίας, σημειώνοντας, επιπλέον, ότι ο νομοθέτης δεν περιορίστηκε στην πρόβλεψη της αίτησης αποζημίωσης, αλλά τη συνδύασε με μία διαδικασία επιτάχυνσης (παρ. 45-46). Τέλος, ως προς το θέμα την έναρξης της εξάμηνης προθεσμίας για την άσκηση της αίτησης αποζημίωσης από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης του δικαστηρίου, και όχι από την καθαρογραφή και την έκδοση επικυρωμένου αντιγράφου της απόφασης, το τελευταίο δέχθηκε ότι η διαφοροποίηση αυτή δεν μπορεί να επιφέρει από μόνη της τη «μη αποτελεσματικότητα» της αίτησης αποζημίωσης και πρόκειται για μία επιλογή του νομοθέτη. Το Ε.Δ.Δ.Α. δεν θεώρησε αποφασιστικό ότι οι κανόνες άσκησης της αίτησης αποζημίωσης δεν αντιστοιχούν ακριβώς στα κριτήρια που έχει διατυπώσει το Δικαστήριο, υπό την προϋπόθεση ότι τα εθνικά δικαστήρια θα επιδικάζουν αποζημιώσεις που θα είναι σε αναλογία με αυτές που επιδικάζει το Ε.Δ.Δ.Α. σε παρόμοιες υποθέσεις (παρ. 47-49). β) Αναφορικά με την ταχύτητα της διαδικασίας, το Ε.Δ.Δ.Α. σημείωσε ότι η απόφαση επί της αίτησης αποζημίωσης δημοσιεύεται το αργότερο εντός προθεσμίας δύο μηνών από τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία πρέπει να οριστεί εντός πέντε μηνών το αργότερο από την άσκηση της αίτησης αποζημίωσης και σύμφωνα με τη σχετική νομολογία των εθνικών δικαστηρίων (ΣτΕ 4467/2012 και ΔΕΑ 1/2013), οι ανωτέρω προθεσμίες μέχρι στιγμής φαίνεται να τηρούνται από τα δικαστήρια (παρ. 50-51). γ) Τέλος, αναφορικά με τη δικαστική δαπάνη της διαδικασίας της αίτησης αποζημίωσης, το Ε.Δ.Δ.Α. δέχθηκε ότι δεν είναι μη εύλογη, λαμβάνοντας υπόψη το ύψος του παραβόλου (200 ευρώ) για την άσκησή της, ότι σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης η δικαστική δαπάνη καταλογίζεται στο Κράτος και ότι σε περίπτωση απόρριψης, η συμπληρωματική δαπάνη δεν είναι υπερβολική (παρ. 52-53). Εν συνεχεία, το Ε.Δ.Δ.Α. εξέτασε τα κριτήρια που αφορούν στην υπολογισμό και στην καταβολή της αποζημίωσης. α) Στο πλαίσιο αυτό, λαμβάνοντας υπόψη τα ποσά που επιδικάσθηκαν με την 4467/2012 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας και την 1/2013 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, διαπίστωσε ότι κυμαίνονται μεταξύ 60-80% των ποσών που επιδικάζει γενικά το Δικαστήριο σε παρόμοιες ελληνικές υποθέσεις και έκρινε ότι δεν είναι μη εύλογα (παρ. 55). β) Επιπλέον ως προς την καταβολή της αποζημίωσης, το Ε.Δ.Δ.Α. σημείωσε ότι ν. 4055/12 (άρθρο 58) προβλέπει ότι η απόφαση με την οποία επιδικάζεται αποζημίωση εκτελείται εντός έξι μηνών από την κοινοποίησή της στο Υπουργείο Οικονομικών, γεγονός που εγγυάται την ταχεία εκτέλεση των αποφάσεων επί των αιτήσεων αποζημίωσης. Επεσήμανε, επίσης, δύο πρόσθετα στοιχεία που εγγυώνται την ταχεία εκτέλεση των αποφάσεων, δηλαδή ότι δεν επιτρέπεται η άσκηση ενδίκου μέσου κατ΄αυτών (άρθρο 56 παρ. 5) και ότι ο ενδιαφερόμενος έχει δικαίωμα να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση κατά του Δημοσίου, αν δεν του καταβληθεί αποζημίωση εντός έξι μηνών (άρθρο 58 παρ. 1) (παρ. 56). Ενόψει των ανωτέρω έκρινε ότι και η αίτηση αποζημίωσης του ν. 4055/12 είναι μία πραγματική και προσβάσιμη προσφυγή (παρ. 57). Ενόψει όλων των ανωτέρω, το Ε.Δ.Δ.Α. κατέληξε ότι «έχει πειστεί» ότι τα δύο ένδικα βοηθήματα που έθεσε η Ελλάδα σε ισχύ, δηλαδή τόσο η αίτηση επιτάχυνσης όσο και η αίτηση αποζημίωσης, είναι πραγματικές προσφυγές, υπό την έννοια ότι μπορούν συγχρόνως να εμποδίσουν την εξακολούθηση της επικαλούμενης παραβίασης του δικαιώματος του προσφεύγοντος να εξετασθεί η υπόθεσή του χωρίς υπερβολική καθυστέρηση και να αποκατασταθεί δεόντως η παραβίαση που έγινε. Επιπρόσθετα, λαμβάνοντας υπόψη τη σχετική νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (απόφαση 4467/2012) και των διοικητικών Δικαστηρίων (απόφαση 1/2013 ΔΕΑ), που αφορά σε αιτήσεις αποζημίωσης του ν. 4055/12, δέχθηκε ότι το εν λόγω αποζημιωτικό ένδικο βοήθημα είναι αποτελεσματικό όχι μόνο στη θεωρία, αλλά και στην πράξη και είναι σύμφωνο προς την υποχρέωση του καθ΄ου η προσφυγή Κράτους να διασφαλίσει την ύπαρξη πραγματικών ενδίκων μέσων για την εκδίκαση των ισχυρισμών περί παραβιάσεως των ατομικών δικαιωμάτων που κατοχυρώνει η ΕΣΔΑ (παρ. 58). ? Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, το Ε.Δ.Δ.Α. δέχθηκε ότι η προσφεύγουσα υποχρεούταν εν προκειμένω να κάνει χρήση της αίτησης αποζημίωσης του ν. 4055/12, προκειμένου να παραπονεθεί για τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και ως εκ τούτου απέρριψε την προσφυγή της, ως προς την αιτίαση υπό το πρίσμα του άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ, λόγω μη εξάντλησης των εθνικών ενδίκων μέσων, κατ΄εφαρμογή του άρθρου 35 παρ. 1 και 4 ΕΣΔΑ (παρ. 67). Όσον αφορά στην αιτίαση της προσφεύγουσας υπό το πρίσμα του άρθρου 13 ΕΣΔΑ, το Ε.Δ.Δ.Α. έκρινε ότι, ενόψει των ανωτέρω διαπιστώσεών του, ήταν απορριπτέα ως προδήλως αβάσιμη (παρ. 68).
Ζ. Χατζηπαύλου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

  ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ -ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΕΝ ΟΨΕΙ   ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ (4...