
Αθήνα, 22.01.2008
Η ενέργεια αυτή έρχεται σε συνέχεια του ότι οι συγκεκριμένες διατάξεις ετοιμάσθηκαν σε χρόνο ρεκόρ και έγιναν γνωστές μόνο όταν υποβλήθηκαν στην Κεντρική Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή.
Το Δελτίο Τύπου φέρει ως πρώτο τίτλο «Το καθεστώς αρνησιδικίας με 30.000 εκκρεμείς υποθέσεις στο ΣτΕ» και διατυπώνεται η άποψη ότι οι προτεινόμενες διατάξεις θα συμβάλουν στην επίλυση του προβλήματος.
Η καθυστέρηση της ελληνικής Δικαιοσύνης είναι πράγματι μέγιστο πρόβλημα. Ακριβώς όμως για το λόγο αυτό, για την αντιμετώπισή της απαιτείται αντίστοιχη προσοχή και σοβαρή προετοιμασία.
Στο ΣτΕ εκκρεμούν σήμερα, κατά προσωρινή εκτίμηση, 28.000 υποθέσεις, στα διοικητικά πρωτοδικεία και εφετεία 350.000 (στοιχεία 30.6.2007), σε πολλαπλάσιο δε αριθμό εκτιμώνται οι εκκρεμείς υποθέσεις στα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια.
Το μέγεθος, το ενδημικό και η πολυπλοκότητα των αιτίων του προβλήματος δεν επιτρέπουν επιπόλαιους χειρισμούς. Σε καμία δε περίπτωση η «εκρηκτική» αυτή και διαρκώς επιδεινούμενη κατάσταση δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως πρόσχημα για την επίτευξη άλλων στόχων με τίμημα την απορρύθμιση των δικαστηρίων, και μάλιστα του ανωτάτου διοικητικού δικαστηρίου που, κατά το Σύνταγμα, αποτελεί τον δικαστή της Διοικήσεως.
Τα αναγκαία μέτρα δεν μπορεί παρά να είναι προϊόν συστηματικής μελέτης, να λαμβάνουν υπόψη τα πορίσματα της σύγχρονης οργάνωσης των δικαστηρίων, να αξιοποιούν την πείρα άλλων χωρών που έχουν δραστηριοποιηθεί εγκαίρως και επιτυχώς, καθώς και τις κατευθύνσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης. Θαυματοποιοί δεν έχουν θέση.
Ειδικά ως προς την κατάσταση στη διοικητική δικαιοσύνη και ειδικότερα στο ΣτΕ παρατηρούμε συνοπτικά τα εξής: Στο ΣτΕ το 1995 εκκρεμούσαν 31.800 υποθέσεις. Με τη μεταφορά κατηγοριών υποθέσεων στα διοικητικά δικαστήρια ο αριθμός μειώθηκε, στις 31.12.2002, στις 19.000, σταδιακά αυξήθηκε όμως και πλησιάζει πάλι το μέγεθος του 1995. Ο κύριος λόγος είναι ότι, παρότι μειώθηκαν οι υποθέσεις αρμοδιότητας του ΣτΕ, παραδόξως αυξήθηκαν τα κατατιθέμενα ένδικα μέσα, αποτέλεσμα, προφανώς, της κακής λειτουργίας της Διοίκησης, της μη συμμόρφωσης προς τη νομολογία του Δικαστηρίου και της συστηματικής άσκησης ενδίκων μέσων από το Δημόσιο ακόμη και κατά αποφάσεων που ακολουθούν τη νομολογία του ΣτΕ και του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου. Στα διοικητικά δικαστήρια οι εκκρεμείς υποθέσεις στις 31.12.1995 ανέρχονταν σε 138.000 περίπου, ενώ στις 31.12.2006 ανέρχονταν σε 341.000 περίπου.
Τα υποστηριζόμενα στο Δελτίο Τύπου και στην εισηγητική έκθεση, που συνοδεύει τις διατάξεις, για «παθογένειες», «δυσλειτουργίες», «καθεστωτική αντίληψη» και «αδυναμία ανανέωσης των δικαστών» προβάλλονται χωρίς καμία τεκμηρίωση. Οι προωθούμενες ρυθμίσεις κάθε άλλο παρά αντιμετωπίζουν το πρόβλημα της καθυστέρησης. Αντίθετα το επιδεινώνουν δραματικά. Ανατρέπεται άρδην και επί τα χείρω ο τρόπος λειτουργίας του ΣτΕ με την ανορθολογική αύξηση του αριθμού των τμημάτων του και την υποχρεωτική αλλαγή τμήματος και αντικειμένου των μελών του, η οποία παραπέμπει σε αναγκαστικές μαζικές μετακινήσεις λόγω εκτάκτων καταστάσεων. Eίναι βέβαιο ότι το αποτέλεσμα θα είναι διαμετρικά αντίθετο από τον επιδιωκόμενο σκοπό της επιτάχυνσης, δηλαδή θα υπάρξει μεγαλύτερη καθυστέρηση.
Η Ένωσή μας δεν έχει καμία διάθεση να διαπληκτίζεται με τον Υπουργό Δικαιοσύνης. Δεν είναι αυτός ο ρόλος μας. Δεν μας επιτρέπεται όμως να σιωπήσουμε μπροστά σε αυτό που επιχειρείται.
Ο νομικός κόσμος στο σύνολό του (ηγεσία των ανωτάτων δικαστηρίων, όργανα διοίκησης των δικαστηρίων, δικαστικές ενώσεις και δικηγορικοί σύλλογοι) βιώνει καθημερινά τις συνέπειες της κατάστασης αυτής, αγωνίζεται επί πολλά έτη για την λήψη των κατάλληλων μέτρων, υποβάλλει συνεχώς προτάσεις στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και έχει αποδείξει ότι διαθέτει καλή πίστη και ετοιμότητα για βελτιωτικές μεταρρυθμίσεις.
Ελπίζουμε να αποκατασταθεί στο συντομότερο δυνατό χρόνο το αναγκαίο κλίμα διαλόγου και συνεργασίας του ΣτΕ με το αρμόδιο Υπουργείο, κάτι που αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την επίτευξη ταχύτερης και καλύτερης λειτουργίας της Δικαιοσύνης.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου