04 Αυγούστου 2017

«ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ - ΜΕΛΕΤΕΣ ΚΑΙ ΑΡΘΡΑ»

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΕΣ-ΒΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ

«ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ - ΜΕΛΕΤΕΣ ΚΑΙ ΑΡΘΡΑ»

ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
Έτος Έκδοσης: 2017   Σελίδες: 1128.
Εκδότης: Π. Ν. Σάκκουλας

Αποτελεί κοινό  τόπο η αναφορά, ότι ο  εκλεκτός συγγραφέας είναι  ένας επιφανής νομοδιδάσκαλος και «μπαρουτοκαπνισμένος» εφαρμοστής του δικαίου, υπόδειγμα επιμονής εργατικότητας και της βαθειάς ενδελεχούς μελέτης της νομικής επιστήμης. Είναι επίσης αναντίρρητο γεγονός ότι η συγγραφή του είναι πυξίδα για κάθε νομικό της πράξης και τα βιβλία του έργα αναφοράς. Το βιβλίο αυτό είναι μια ελπίδα ένας φάρος γνώσης και αναζήτησης για την σύγχρονη νομική επιστήμη. Ο  Ακαδημαϊκός-Καθηγητής Γεωργιάδη με το παρόν βιβλίο του που περιλαμβάνει εξαιρετικής ποιότητας μονογραφίες, ειδικές μελέτες και  ανακοινώσεις προσφέρει στην επιστημονική κοινότητα την δυνατότητα να προσεγγίσει σε ένα σπάνιο επιστημονικό θησαυρό. Το υλικό που περιλαμβάνει το βιβλίο είναι δυσεύρετο, αφού είναι κατασπασμένο σε διάφορα έντυπα και περιοδικά, μερικά από τα οποία δεν υπάρχουν πια. Αξίζει ν’ αναφέρουμε λίγα λόγια από τον πρόλογο του εξαιρετικού αυτού βιβλίου, ιδού τι καταθέτει ο συγγραφέας στον Πρόλογο του βιβλίου αναφερόμενος στον τίτλο του «ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ» : «Από τα φοιτητικά μου χρόνια στη Νομική Σχολή μέχρι σήμερα δεν έκανα τίποτε άλλο παρά να «αναζητώ» αυτό που αποκαλούμε «δίκαιο». Πρώτα για να το κατανοήσω, να το «μάθω», και αργότερα για να το διδάξω, να το εξηγήσω, να το ερμηνεύσω και -σε αρκετές περιπτώσεις- να το εφαρμόσω. Πρέπει να ομολογήσουμε ότι ο ορισμός του δικαίου, που απαντάται συνήθως στα νομικά εγχειρίδια, είναι κατά το πλείστον φορμαλιστικός (μορφοκρατικός), γιατί περιορίζεται στην περιγραφή του δικαίου ως παράγοντα ρύθμισης της κοινωνικής συμβίωσης, χωρίς αναφορά στην ουσία του δικαίου και στη σχέση του με το ιδεώδες της Δικαιοσύνης. Πράγματι, όπως η έννοια του «αριθμού» στα Μαθηματικά, του «κυττάρου» στη Βιολογία, του «ατόμου» στη Φυσική, έτσι και η έννοια του «δικαίου» στη Νομική δεν είναι μονοσήμαντη ούτε εύκολη στην εννοιολογική της απόδοση. Γι' αυτό και αποτελεί τον άξονα, γύρω από τον οποίο στρέφεται ολόκληρη η προσπάθεια για τη σύλληψη της ουσίας και της δικαιολογίας ισχύος του δικαίου.»  Ο Συγγραφέας με την θαυμαστή επιστημονική του θεώρηση, την λαμπρή παρουσίαση, επιτυγχάνει το άρτιο της συγγραφής .Είναι αλήθεια ότι κάθε μια μελέτη του είναι ένα σπάνιο  επιστημονικό κομμάτι, που συνθέτει σαν ψηφίδα, την συνολική εικόνα στην εν γένει αναζήτηση του δικαίου. Θα ήθελα να αναφερθώ ειδικότερα στις  μελέτες:  « Η συμβολή του Αστικού Κώδικα στην ανανέωση του δικαίου», «Το ιδιωτικό δίκαιο στο κατώφλι του 21ου αιώνα» «Σκέψεις γύρω από τη σχέση μεταξύ Δικαίου και Πολιτικής» «Η αμφισβήτηση της Νομικής ως επιστήμης».Κάνουν ιδιαίτερη εντύπωση, οι μελέτες « Ο Απόστολος Παύλος και το Δίκαιο», «Οι πηγές του ιδιωτικού δικαίου κατά την Επανάσταση του 1821», «Η συμβολή του Ελευθερίου Βενιζέλου στην διάπλαση του Αστικού Δικαίου», οι μελέτες για τον Γεώργιο Μπαλή  και Βας, Οικονομίδη, «Το ιδιωτικό δίκαιο στο διήγημα του Παπαδιαμάντη», «Η δίκη στον «Έμπορο της Βενετίας του Σαίξπηρ», «Το δικαίωμα στον θάνατο», «Η παραίτηση υπό αίρεση» «Η νομολογιακή εφαρμογή του άρθρου 281ΑΚ στο Ενοχικό Δίκαιο», «Η αξίωση του εργοδότη για διόρθωση του έργου», «Η ενημέρωση του ασθενούς ως υποχρέωση του ιατρού», «Η αστική ευθύνη από σεισμό», «Η άσκηση της επικαρπίας πριν από την  σύσταση της», «Ο δικαστικός έλεγχος τω συμβάσεων ναυλώσεως». Παρέλειψα  την εξαντλητική αναφορά  σε ένα σημαντικό αριθμό σπανίων μελετών που συμπεριλαμβάνονται στο βιβλίο και αναλύουν διεξοδικά ζητήματα που απασχολούν τον εφαρμοστή του  δικαίου στην καθημερινότητα, όπως :η επιστολή προθέσεων, η συρροή αξιώσεων ,η ρήτρα περί ανεύθυνου επί οφειλής εις ολόκληρο, η εξώνηση ακινήτου, η επίταξη του μισθίου ,η αστική εταιρεία .η «εύλογη αμοιβή του δημιουργού», η εμπράγματη αγωγή, η επικαρπία, η οικογενειακή στέγη, η εξέλιξη της βιοτεχνολογίας και τόσα άλλα που μπορεί ν’ ανακαλύψει κανείς στην μελέτη του βιβλίου.
Το βιβλίο αποτελείται  τα ακόλουθα κεφάλαια-ενότητες : Γενική Θεωρία Δικαίου, Ιστορία Δικαίου, Δίκαιο και Λογοτεχνία, Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου, Ενοχικό Δίκαιο, Εμπράγματο Δίκαιο, Οικογενειακό Δίκαιο, Κληρονομικό Δίκαιο, Εμπορικό Δίκαιο και ένα εξαιρετικό αλφαβητικό ευρετήριο.
 Το βιβλίο «ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ» προορίζεται να αποτελέσει ένα έργο αναφοράς για τη θεωρία και την πράξη του Ελληνικού Δικαίου και για όλους όσους ασχολούνται καθημερινά με αυτό. Το έργο αυτό είναι ένα εξαιρετικά πολύτιμο βοήθημα για τον ακαδημαϊκό, τον ερευνητή, το φοιτητή, αλλά και τους νομικούς πράξης. Ο συγγραφέας ανήκει στο σπάνιο εκείνο γένος των επιστημόνων που προτιμούν να δημιουργούν και να προσφέρουν  βιβλία κατανοητά, εύχρηστα, γλαφυρά και ευκολοδιάβαστα ακόμα και από τον μη εξειδικευμένο στην νομική επιστήμη.

ΑΝΤΩΝΗΣ Π.ΑΡΓΥΡΟΣ
argyros.office@gmail.com




31 Ιουλίου 2017

ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ,«Αν απουσιάζει η δικαιοσύνη, τι άλλο είναι η πολιτική εξουσία, παρά οργανωμένη ληστεία;»




Περί δικαιοσύνης και άλλες ιστορίες
«Αν απουσιάζει η δικαιοσύνη, τι άλλο είναι η πολιτική εξουσία, παρά οργανωμένη ληστεία;»
(Άγιος Αυγουστίνος)
Όταν το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων  του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) έκρινε νόμιμες τις περικοπές συντάξεων στη Λιθουανία λόγω κρίσης, νομιμοποιώντας και με δικαστική βούλα, ένα επαχθέστατο μέτρο σε βάρος των πιο αδύναμων ,τότε αλήθεια πρέπει όλοι ν’ ανησυχούμε για το μέλλον του νομικού πολιτισμού μας . Η απόφαση αυτή, αναμένεται να επηρεάσει και την Ελλάδα, η οποία έχει ακριβώς παρόμοιο ζήτημα . Σύμφωνα με το δικαστήριο του Στρασβούργου οι περικοπές στη σύνταξη της προσφεύγουσας είναι νόμιμες επειδή ήταν επιβεβλημένες από το «δημόσιο συμφέρον»
Είχε προηγηθεί η Απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ), κρίνοντας επί υποθέσεως «Ιωάννας Κουφάκη κατά Ελλάδας» , απεφάνθη ότι δε συνιστά παραβίαση του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και του δικαιώματος στην περιουσία η περικοπή αποδοχών κι επιδομάτων βάσει των ν. 3833/2010, 3845/2010 και 3847/2010, για την προστασία της εθνικής οικονομίας και την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης, ύστερα από την σχετική για Μνημόνιο 1 απόφαση του ΣτΕ.
Το ΕΔΔΑ τότε  έκρινε ότι υφίσταται μεν επέμβαση στην απόλαυση του δικαιώματος στην περιουσία, η επέμβαση αυτή όμως είναι νόμιμη και υπαγορεύεται από λόγους δημοσίου συμφέροντος χωρίς να διαταράσσεται η ισορροπία μεταξύ του σεβασμού της ατομικής περιουσίας και της αρχής της αναλογικότητας
Είναι πια συχνές οι περιπτώσεις που τα Δικαστήρια αντιμετωπίζουν την Κρίση με πνεύμα που αντιπαλεύει σε Αρχές και Αξίες που είχαν καθιερωθεί στονσυγχρόνο νομικό πολιτισμό μας και   με πραγματική αναφορά στις αξίες του Ουμανισμού και του Κοινωνικού Κράτους. Πάντως η νομολογία των Ελληνικών Δικαστηρίων , παρ' όλη την έντονη αρνητική κριτική που της είχε ασκηθεί διατηρεί σημαντικά δείγματα σεβασμού στις Αρχές και τις αξίες του Κοινωνικού Κράτους και του Κράτους Δικαίου, πρόσφατο δείγμα Ο Άρειος Πάγος, με την με αριθμό. 1194/2017 απόφασή του, δικαίωσε τη δικαστική μάχη των 393 καθαριστριών του υπουργείου Οικονομικών που απολύθηκαν από τις θέσεις τους στις 16 Σεπτεμβρίου 2013.Το Συμβούλιο της Επικρατείας έκανε γνωστή την απόφασή του σχετικά με την προσφυγή εκατοντάδων εκπαιδευτικών που ζητούσαν να μπει ένα «φρένο» στις αναθέσεις των μαθημάτων ειδικοτήτων στο δημοτικό σε εκπαιδευτικούς που δεν ανήκουν στις συγκεκριμένες ειδικότητες, θέτοντας νέα δεδομένα για την ερχόμενη σχολική χρονιά.  Σάλος προέκυψε μετά την απόφαση 1738 /2017 του Συμβουλίου της Επικρατείας που βάζει «πάγο» στις απανωτές παρατάσεις στο δικαίωμα της εφορίας να ασκεί αναδρομικά φορολογικούς  ελέγχους. Όμως η Πολιτεία με επαχθή μέτρα και τα τεράστια παράβολα και δυσθεώρητα τέλη και μεγάλα δικονομικά εμπόδια, την μεροληπτική νομοθέτηση υπερ. του πανίσχυρου Κράτους  με συνεχή προνόμια υπερ. του και σε βάρος των αδυνάτων, εμποδίζει τον αδύναμο πολίτη να καταφύγει στην Δικαιοσύνη και έτσι μαζί με την μακρόχρονη καθυστέρηση απονομής της Δικαιοσύνης  ,την πολυνομία και την κακονομία ,δεν μπορούμε να μιλάμε για την δυνατότητα του πολίτη να βρει το δίκιο του μπορούμε να μιλάμε για γενικευμένη αρνησιδικία. Οι περισσότεροι δεν ασχολούνται με τα μεγάλα ζητήματα της Δικαιοσύνης, τις μεγάλες δίκες και τις πολιτικές αντιδικίες, ασχολούνται με την αδυναμία να βρουν το δίκιο τους. Ας σκεφτούμε την επαχθέστατη θέση των εργαζομένων και συνταξιούχων στην εποχή μας .
ΥΓ «Νιώθω σαν να χτυπάμε τα κεφάλια μας στα σίδερα.
Πολλά κεφάλια θα σπάσουν.
Μα κάποια στιγμή, θα σπάσουν και τα σίδερα.¨»
Νικος  καζαντζακης



ΑΝΤΩΝΗΣΠ.ΑΡΓΥΡΟΣ

31/7/2017

29 Ιουλίου 2017

ΤΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΛΠΙΖΕΙ ΕΝΑΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ;

ΤΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΛΠΙΖΕΙ ΕΝΑΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ;
ΑΓΑΠΗΤΕ ΜΟΥ ΚΟΥΜΠΑΡΕ,

Έχω να σε πληροφορήσω ότι η αξιοσέβαστος πελατεία μου ,μου έχει βάλει τέτοιο φέσι που σκέπτομαι να το στείλω στον κουμπάρο μας τον Σουλτάνο για ανταλλαγή.
Να σκεφτείς μέρα που ναι (29/7/2017 ΩΡΑ 13,00)μου τηλεφώνησε πελάτης και με "διέταξε" να συντάξω και να καταθέσω ΑΝΑΙΡΕΣΗ για υπόθεση του της οποίαςτον χειρισμόείχε αλλός συνάδελφος και η προθεσμίας λήγει αύριο, αλλά λόγω αργιών την Δευτέρα και όταν τόλμησα να ζητήσω την Απόφαση,το φακελλο και το παράβολο και τα έξοδα μου είπε ότι :δεν έχει και δουλειά μου είναι να τα "πλερώσω" και έκλεισε στα μούτρα μου και το τηλέφωνο!
Γιαυτό ΑΓΑΠΗΤΈ πές στο παιδί να κάτσει στην Αγγλία τώρα που τελειώνει το διδακτορικό του και να πάψει να ελπίζει να ζήσει σαν δικηγόρος στην Ελλάδα.
Δεν φταίει για όλα το κράτος κουμπάρε,μάλλον φταίμε και μεις!
ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΡΓΥΡΟΣ

31 Μαρτίου 2017

ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΕΚΤΕΛΕΣΕΩΣ: ΣΥΝΕΧΙΣΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΙΟΥ





ΠΕΡΙΛΗΨΗ : ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΕΚΤΕΛΕΣΕΩΣ: ΣΥΝΕΧΙΣΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΦΑΡΜΑΚΕΙΟΥ
Αριθμός 43/2017

Η Επιτροπή Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας

(άρθρο 52 του π.δ/τος 18/1989, όπως ισχύει)

___________________
Συνεδρίασε σε συμβούλιο στις 17 Μαρτίου 2017, με την εξής σύνθεση: Ν. Μαρκουλάκης, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Δ΄ Τμήματος, που είχε κώλυμα, Ο. Παπαδοπούλου, Σύμβουλος, Δ. Μαυροπόδη, Πάρεδρος. Ως Γραμματέας έλαβε μέρος η Ι. Παπαχαραλάμπους.
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναστολή εκτελέσεως της υπ' αριθμ. …… αποφάσεως του Αντιπεριφερειάρχη της Περιφερειακής Ενότητας …..της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων, με την οποία ανακλήθηκαν οι άδειες ιδρύσεως και λειτουργίας του φαρμακείου του αιτούντος. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αιτών είχε ασκήσει αίτηση ακυρώσεως, η οποία απερρίφθη με την …..απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πατρών, κατ’ αυτής δε άσκησε ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας έφεση, δικάσιμος της οποίας έχει ορισθεί η ……..

3. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Με τις υπ’ αριθμ. ….. και ….. αποφάσεις του Νομάρχη…… χορηγήθηκαν στον αιτούντα άδειες ιδρύσεως και λειτουργίας φαρμακείου στο ……. Με την με αρ. πρωτ. …… αίτησή του προς την Περιφερειακή Ενότητα ……. ο αιτών, ο οποίος είχε ήδη συμπληρώσει το 70ο έτος της ηλικίας του, ζήτησε την παράταση λειτουργίας του φαρμακείου του, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 11 παρ. 6 του ν. 5607/1932 (Α΄ 300), ως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, μέχρι να λάβει ο υιός του, τελειόφοιτος του Τμήματος Φαρμακευτικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, το πτυχίο και την άδεια ασκήσεως επαγγέλματος του φαρμακοποιού. Επί του αιτήματος αυτού δεν υπήρξε απάντηση, με την δε υπ’ αριθμ…… απόφαση του Αντιπεριφερειάρχη της Περιφερειακής Ενότητας ……..ανακλήθηκαν λόγω υπέρβασης του ορίου ηλικίας οι προαναφερθείσες άδειες ιδρύσεως και λειτουργίας του ως άνω φαρμακείου. Κατά της αποφάσεως αυτής, καθώς και της σιωπηρής απορρίψεως της αιτήσεως παράτασης, ο αιτών άσκησε αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου…., με την οποία προέβαλε ότι το όριο ηλικίας είχε καταργηθεί με το άρθρο 36 του ν. 3918/2011 (Α΄ 31) και, επικουρικώς, ότι οι ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 6 του ν. 5607/1932, που επέτρεπαν την παράταση λειτουργίας φαρμακείου φαρμακοποιού με τέκνο που σπουδάζει σε φαρμακευτική σχολή, εφαρμόζονται και μετά τη θέσπιση με το άρθρο 11 παρ. 3 του ν. 2956/2001 του 70ου έτους ως ορίου ηλικίας των φαρμακοποιών. Με την 99/2012 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου …… έγινε δεκτή αίτηση αναστολής του αιτούντος κατά της αποφάσεως περί ανακλήσεως των αδειών ιδρύσεως και λειτουργίας του φαρμακείου του και διατάχθηκε ως ασφαλιστικό μέτρο η συνέχιση λειτουργίας αυτού μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αιτήσεως ακυρώσεως. Με την υπ’ αριθμ. ….. απόφασή του το ως άνω δικαστήριο απέρριψε την αίτηση ακυρώσεως, κατά της αποφάσεως δε αυτής ο αιτών έχει ασκήσει έφεση, η οποία ήδη εκκρεμεί, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην δεύτερη σκέψη. Εν τω μεταξύ, ο υιός του αιτούντος, μετά τη λήψη του πτυχίου του και της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος του φαρμακοποιού, με τη με αρ. πρωτ. ……. αίτησή του ζήτησε άδεια ιδρύσεως φαρμακείου στον Δήμο Αργοστολίου μετά συστεγάσεως με το φαρμακείο του πατέρα του, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 12 παρ. 6 του ν. 5607/1932, η οποία απερρίφθη με την υπ’ αριθμ. ……. απόφαση του Αντιπεριφερειάρχη της Περιφερειακής Ενότητας ……ς της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων. Αίτηση ακυρώσεως κατά της απορρίψεως του αιτήματος αυτού απερρίφθη με την …… απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πατρών, κατά της οποίας έχει ασκηθεί έφεση με ορισθείσα δικάσιμο την …….
4. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση ο αιτών προβάλλει ότι η άμεση εκτέλεση της αποφάσεως περί ανακλήσεως των αδειών ιδρύσεως και λειτουργίας θα του επιφέρει δυσχερώς επανορθώσιμη βλάβη, η οποία συνίσταται στη διακοπή λειτουργίας του φαρμακείου και την, εντεύθεν, αδυναμία του να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις προς τους προμηθευτές, αλλά και να καλύψει τις στοιχειώδεις βιοτικές ανάγκες του ιδίου και της οικογένειάς του, δεδομένου μάλιστα ότι και ο υιός του, μετά τη λήψη της άδειας άσκησης επαγγέλματος, εργάζεται στο ίδιο φαρμακείο, το οποίο αποτελεί τη βασική πηγή εσόδων τους.

5. Επειδή, η Επιτροπή Αναστολών, συνεκτιμώντας αφ’ ενός την δυσχερώς επανορθώσιμη βλάβη που θα υποστεί ο αιτών από τη διακοπή λειτουργίας του επί μακρό χρονικό διάστημα λειτουργούντος φαρμακείου του και αφ’ ετέρου τη σύντομη δικάσιμο που έχει ορισθεί για την εκδίκαση της εφέσεως ……. η οποία δεν είναι προδήλως απαράδεκτη ή αβάσιμη, κρίνει ότι πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να διαταχθεί ως κατάλληλο ασφαλιστικό μέτρο η συνέχιση λειτουργίας του εν λόγω φαρμακείου μέχρι να δημοσιευθεί η απόφαση επί της ασκηθείσης εφέσεως, εφ’ όσον, άλλωστε, ούτε η Διοίκηση επικαλείται λόγους δημοσίου συμφέροντος ούτε από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τέτοιοι λόγοι που θα επέβαλλαν την άμεση εκτέλεση της αποφάσεως περί ανακλήσεως των αδειών ιδρύσεως και λειτουργίας του φαρμακείου του αιτούντος (πρβλ. Ε.Α. 284/2009, 701/2010, 956/2010, 167/2016).
Δέχεται την κρινόμενη αίτηση.
Διατάσσει ως κατάλληλο ασφαλιστικό μέτρο τη συνέχιση λειτουργίας του φαρμακείου του αιτούντος.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου.
Επιβάλλει στην καθ’ ης Περιφέρεια Ιονίων Νήσων τη δικαστική δαπάνη του αιτούντος, η οποία ανέρχεται στο ποσό των ……. ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2017 και εκδόθηκε στις 23 του ίδιου μήνα και έτους.


18 Μαρτίου 2017

ΔΙΚΑΣΤςΣ,ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΑ

 


ΓΝΩΜΟΔΟΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

ΘΕΜΑ: «Δεν είναι επιτρεπτή κατά το άρθρο 89 παρ 2  Σ η συμμετοχή δικαστικών λειτουργών σε έργα ή απασχολήσεις άσχετες με το δικαστικό λειτούργημα. Η διάταξη του άρθρου 32 παρ 2 γ N. 4456/1-3-2017 (ΦΕΚ 24Α/1-3-2017)  δεν είναι συμβατή με την ανωτέρω συνταγματική διάταξη»

ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ:
Η Ένωση Δικαστών  και Εισαγγελέων μου υπέβαλε το εξής ερώτημα:
Στο άρθρο 32 παρ 2 γ τον N. 4456/1-3-2017 (ΦΕΚ 24Α/1-3-2017) ορίζονται τα ακόλουθα:
 «Στην περίπτωση που καθήκοντα προϊσταμένου ασκεί υπάλληλος που δεν ανήκει στην κατηγορία ΠΕ πτυχιούχος νομικής, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο τρίτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, η καταχώριση πράξης ή απόφασης που έχει σχέση με τη σύσταση, μεταβίβαση ή κατάργηση εμπράγματων δικαιωμάτων στα βιβλία μεταγραφών διενεργείται από Ειρηνοδίκη που υπηρετεί εντός της ειρηνοδικειακής περιφέρειας στην οποία ανήκει το υποθηκοφυλακείο και ο οποίος ορίζεται με πράξη του Διευθύνοντος το Ειρηνοδικείο.»
Ερωτάται η ανωτέρω ρύθμιση είναι συμβατή προς την διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 89 του Συντάγματος;
1.-ΚΡΙΣΙΜΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ :
1.1- Το κανονιστικό διάταγμα της 19/23.7.1941 «Περί κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον των διατάξεων των αναγκαστικών νόμων 434/1937, 1933/1939, 2182/1940 και 2532/1940 "περί οργανισμού των Υποθηκοφυλακείων του Κράτους" (Α΄ 244)», που διατηρήθηκαν σε ισχύ δυνάμει του άρθρου 66 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984 –Α΄ 164) εφόσον δεν αντίκεινται στις διατάξεις του Αστικού Κώδικα, ορίζει στο άρθρο 1 ότι «Εν τη περιφερεία εκάστου ειρηνοδικείου λειτουργούσιν εν ή πλείονα υποθηκοφυλακεία, παρ’ οις μόνον δύνανται να ενεργώνται εγκύρως κατά τας διατάξεις των κειμένων νόμων: α) Η εγγραφή υποθήκης ή προσημειώσεως ή κατασχέσεως επί ακινήτων κειμένων εν τη περιφέρεια της δικαιοδοσίας του υποθηκοφυλακείου…» και στο άρθρο 3 παρ. 1 ότι «Τα Υποθηκοφυλακεία είναι άμισθα ή έμμισθα.».  
Οι υποθηκοφύλακες είναι επικουρικοί  δικαστικοί υπάλληλοι[1] και τα Υποθηκοφυλακεία δημόσιες υπηρεσίες χωρίς καμία δικαιοδοτική αρμοδιότητα και  δικαιοδοσία. Σύμφωνα με το άρθρο 13 β.δ. 533/1963 «Περί εκτελέσεως άρθρου 10 ν.δ. 4201/61 περί των εργασιών των Υποθηκοφυλακείων», οσάκις ο φύλαξ των υποθηκών είναι κατά τόπον ή καθ’ ύλην αναρμόδιος όπως ενεργήση καταχώρισιν τινά ή εκ της ελλείψεως τινών των εν άρθροις 1 στοιχείων, δημιουργείται αμφιβολία περί της ταυτότητας των ενεχομένων ή του ακινήτου ή το προς καταχώρισιν προσαγόμενον έγγραφο δεν είναι γεγραμμένον κατά τα εν άρθροις 4 οριζόμενα, «δεν συνοδεύεται από τα αναγκαία δικαιολογητικά ή ταύτα δεν δικαιολογούσι την αιτούμενην καταχώρισιν, δεον να απορρίψει την αίτησιν και αφού συντάξη επ’ αυτής πράξιν αιτιολογούσαν την απόρριψιν, να ειδοποιήση τον ενδιαφερόμενον εάν υπάρχει διεύθυνσις αυτού και να παραδώση τα συνημμένα τη αιτήσει έγγραφα».
1.2.-Ο υποθηκοφύλακας,ως δικαστικός υπάλληλος( Βλ.2573/2015 ΣτΕ), κατά γενικό κανόνα, περιορίζεται σε τυπικό έλεγχο της προσκομιδής των απαιτούμενων εγγράφων και δικαιολογητικών με τα οποία εξυπηρετείται η αρχή της δημοσιότητας (Γνωμ. Ράμμου – Τσιριντάνη ΝοΒ 17.148) και δεν έχει αρμοδιότητα ή εξουσία να κρίνει τη νομιμότητα ή μη των μεταγραφόμενων πράξεων και να αποφαίνεται για τις τυχόν ακυρότητες, εκτός από συγκεκριμένες περιπτώσεις που ορίζονται στο νόμο, η παράβαση των οποίων καθιδρύει ενίοτε πειθαρχική ή ποινική του ευθύνη και στις οποίες ο νόμος  αναθέτει στους άνω πρόσθετες τυπικές υποχρεώσεις κατά τις οποίες δικαιούται, αφού παραλάβει την αίτηση, να εξετάσει το κύρος των προσαγόμενων προς μεταγραφή πράξεων και να αρνηθεί τη μεταγραφή, σημειώνοντας στο βιβλίο την άρνηση και τους λόγους αυτής (άρθρα 10 ν.δ. 4201/61 και 1 β.δ. 1043/66, άρθρα 13 παρ. 4 α.ν 1587/50, 106 παρ. 1 εδ. β’ ν.δ.11.8/73, 12 παρ. 2 π.δ. 129/89, 17 παρ. 12 και 29 παρ. 4 ν. 1337/83, 4 παρ. 2ν. 2052/1992, βλ. σχετ. Ράμμος ΕρμΑΚ Εισαγ. Άρθρα 1192-1228 αρ. 21γ, «Η μεταγραφή των συμβολαίων και η άρνηση των Υποθηκοφυλάκων για μεταγραφή» Μ. Δατσίδη, Αρμ. 1993. 1182 επ).
1.3.-Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 του ν.δ. 4201/1961[2], «…Το δημόσιον ευθύνεται δια τας πράξεις ή παραλείψεις των εμμίσθων φυλάκων των υποθηκών και των υπαλλήλων των εμμίσθων υποθηκοφυλακείων συμφώνως προς το άρθρον 105 εδ. 1 του εισαγωγικού νόμου του αστικού κώδικος…»
1.4.1.-Έχει κριθεί με την Απόφαση  666/2014 ΑΠ (Α΄ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ , ΧΡΙΔ 2015/201)  ότι: «…. ο άμισθος ή ο έμμισθος υποθηκοφύλακας[3] ασκεί δημόσια εξουσία, όμως ευθύνη του Δημοσίου και κατ` επέκταση διοικητική διαφορά, που δικαιολογεί την εναγωγή του ίδιου του Δημοσίου, δημιουργείται κατά το άρθρ. 13 του ν.δ/τος 4201/1961, που τροποποίησε σιωπηρά το άρθρ. 1345 του ΑΚ, μόνο για τις παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των έμμισθων υποθηκοφυλάκων κατά την άσκηση των καθηκόντων τους (ΣτΕ 429/2008), ενώ σε κάθε περίπτωση δημιουργείται ιδιωτικού δικαίου διαφορά, όταν αξιώνεται αποζημίωση ή (και) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ατομικά από τον ίδιο τον υποθηκοφύλακα…»
1.4.2.-Έχει κριθεί με την Απόφαση 1297/2014 ΣτΕ: «ότι για τις παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των εμμίσθων υποθηκοφυλάκων, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, ευθύνεται το Δημόσιο κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, στο οποίο παραπέμπει η μεταγενέστερη του άρθρου 1345 Α.Κ. διάταξη του άρθρου 13 του ν.δ. 4201/1961»
2.1.1-Επειδή στο άρθρο 92 Σ ορίζεται ότι: «4. Οι υπάλληλοι των υποθηκοφυλακείων είναι δικαστικοί υπάλληλοι. Οι συμβολαιογράφοι και οι άμισθοι φύλακες υποθηκών και μεταγραφών είναι μόνιμοι εφόσον υπάρχουν οι σχετικές υπηρεσίες ή θέσεις. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν αναλογική εφαρμογή και σε αυτούς.»
 Με το δ/γμα της 19/23.7.1941 ορίζεται  στο άρθρο 12 ότι «Το προσωπικόν εκάστου ειδικού αμίσθου Υποθηκοφυλακείου σύγκειται εξ ενός υποθηκοφύλακος, δυναμένου να βοηθήται παρ’ ενός ή πλειόνων υπαλλήλων υπ’ αυτού προσλαμβανομένων και αμειβομένων», στο άρθρο 5 παρ. 1 ότι «Τον ειδικόν άμισθον υποθηκοφύλακα … απόντα ή κωλυόμενον εξ οιουδήποτε λόγου αναπληροί εις των εν τη αυτή έδρα συμβολαιογράφων οριζόμενος υπό του Προέδρου των Πρωτοδικών …, μη υπάρχοντος δε συμβολαιογράφου ο συμβολαιογραφών Ειρηνοδίκης».
2.1.2-Με άρθρο 1 του ν.2812/2000[4]  ορίζεται: «Δικαστικοί υπάλληλοι είναι οι υπάλληλοι της γραμματείας του Συμβουλίου της Επικρατείας , των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και των εισαγγελιών τους, των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων της Γενικής Επιτροπείας της Επικρατείας στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, οι υπάλληλοι του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της υπηρεσίας του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο, οι υπάλληλοι των εμμίσθων υποθηκοφυλακείων, καθώς και οι υπάλληλοι των Κτηματολογικών Γραφείων Ρόδου και Κω-Λέρου».
2.1.3.-Ο Υποθηκοφύλακας όμως «δεν αποτελεί δημόσιο διοικητικό υπάλληλο αλλά πρόσωπο του δικαστικού οργανισμού συγκαταλεγόμενο μεταξύ των βοηθητικών δικαστικών λειτουργών, ως εκ της ιδιαιτέρας σημασίας των καθηκόντων του δια τας σχέσεις του αστικού δικαίου, όπερ ασκεί διαγεγραμμένη εκ του νόμου δικαιοδοσία, ενεργούν κατά την ενάσκησιν αυτής, ουχί κατά τας διαταγάς των ιεραρχικώς προϊσταμένων του, αλλά κατ'ιδίαν κρίσιν, αυτοτελώς και άνευ εξαρτήσεως από της εκτελεστικής ή άλλης εξουσίας.» (Εφετ.Πατρών 309/72 ΝοΒ ΚΑ 385)


3.-Η ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΑΝΑΘΕΣΗΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΚΑΘΗΚΟΝΤΩΝ ΣΤΟΥΣ ΔΙΚΑΣΤΕΣ:
3.1.-Επειδή, οι διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 89 του Συντάγματος, όπως αυτές διαμορφώθηκαν μετά την αναθεώρηση του 2001 (Ψήφισμα της 6-4-2001) ορίζουν ότι: «1. Απαγορεύεται στους δικαστικούς λειτουργούς να παρέχουν κάθε άλλη μισθωτή υπηρεσία καθώς και να ασκούν οποιοδήποτε επάγγελμα. 2. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται στους δικαστικούς λειτουργούς να εκλέγονται μέλη της Ακαδημίας Αθηνών ή του διδακτικού προσωπικού ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, καθώς και να μετέχουν σε συμβούλια ή επιτροπές που ασκούν αρμοδιότητες πειθαρχικού, ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα και σε νομοπαρασκευαστικές επιτροπές, εφόσον η συμμετοχή τους αυτή προβλέπεται ειδικά από το νόμο. Νόμος προβλέπει την αντικατάσταση δικαστικών λειτουργών από άλλα πρόσωπα σε συμβούλια ή επιτροπές που συγκροτούνται ή σε έργα που ανατίθενται με δήλωση βούλησης ιδιώτη, εν ζωή ή αιτία θανάτου, εκτός από τις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου. 3. Η ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς απαγορεύεται. Καθήκοντα σχετικά με την εκπαίδευση των δικαστικών λειτουργών θεωρούνται δικαστικά. Επιτρέπεται η ανάθεση σε δικαστικούς λειτουργούς των καθηκόντων εκπροσώπησης της Χώρας σε διεθνείς οργανισμούς. Η διενέργεια διαιτησιών από δικαστικούς λειτουργούς επιτρέπεται μόνο στο πλαίσιο των υπηρεσιακών τους καθηκόντων, όπως νόμος ορίζει. Περαιτέρω, στο άρθρο 118 παρ. 4 του Συντάγματος ορίζεται ότι «Η ισχύς των αναθεωρημένων διατάξεων των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 89 αρχίζει με τη θέση σε ισχύ του εκτελεστικού νόμου και πάντως από 1-1-2002».
3.2.- Σύμφωνα με την κατ’ άρθρο ερμηνεία του Συντάγματος, Σπυρόπουλου, Κοντιάδη, Ανθόπουλου, Γεραπετρίτη, έκδ. 2017, σελ. 1373:
«Μία διεύρυνση της αποστολής των ασυμβιβάστων, πέραν από την ενίσχυση της προσωπικής ανεξαρτησίας των δικαστών και προς το πεδίο προστασίας της λειτουργικής τους ανεξαρτησίας επιχείρησε να επιφέρει η αναθεώρηση του 2001 (βλ. αναλυτικά σε Σπυρόπουλο, Κοντιάδη, Ανθόπουλο, Γεραπετρίτη, Σύνταγμα, κατ’ άρθρο ερμηνεία, έκδ. 2017 σελ. 1371 επ). Η διεύρυνση αυτή επιτεύχθηκε με τη θέσπιση μιας ακόμη πιο εκτεταμένης προστασίας των δικαστών από έργα ή απασχολήσεις άσχετες με το δικαστικό λειτούργημα. Η νέα προστασία αφορά στην απαγόρευση ανάθεσης διοικητικών καθηκόντων στους δικαστές, πρακτική η οποία ήταν πολύ συνηθισμένη στην νομοθεσία προ της αναθεωρήσεως. Με την αναθεωρημένη διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 89 Σ προστέθηκε μια σαφής διάσταση ευθείας και όχι απλώς παρεπόμενης προστασίας της λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστών. Εξάλλου τα διοικητικά όργανα επιτελούν το καθήκον τους, υπακούοντας μεν πρωτίστως στο Σύνταγμα και στους νόμους (δεσμευόμενα από την αρχή της νομιμότητας) αλλά δεν παύουν να υπάγονται σε μια διοικητική ιεραρχία, η οποία επιτρέπει τον ιεραρχικό τους έλεγχο είτε επί των πράξεων είτε επί των προσώπων. Επομένως τα διοικητικά όργανα απολαμβάνουν μιας σχετικής και μόνο λειτουργικής ανεξαρτησίας, καθώς επιδιώκεται μια διαλεκτική σχέση μεταξύ ιεραρχικής υποταγής από τη μία και περιορισμένης λειτουργικής ανεξαρτησίας από την άλλη (Τσάτσος, Συνταγματικό Δίκαιο, τ. Γ’ Οργάνωση και λειτουργία της Πολιτείας, έκδ. 1993, σελ. 433). Το καθεστώς αυτό το οποίο είναι ανοίκειο για δικαστικούς λειτουργούς, ενδέχεται να επηρέαζε και τους δικαστές που ορίζονταν μέλη συλλογικών οργάνων με διοικητικές αρμοδιότητες( Πικραμένος Μ, Η ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς, Διοίκηση και Πολιτεία, 1993, 81 επ). Επίσης σε μια έννομη τάξη όπου το ζήτημα της καθυστέρησης στην απονομή της δικαιοσύνης αποτελεί ένα χρόνιο και επίμονο πρόβλημα, το κύριο μέλημα του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν να διασφαλίσει, πέραν των άλλων, και την απρόσκοπτη αφοσίωση του δικαστή στα δικαιοδοτικά του καθήκοντα. Με την έννοια αυτή απαγόρευσε την ενασχόληση του δικαστή με έργα άσχετα προς το δικαστικό λειτούργημα, τα οποία περιορίζουν την διαθεσιμότητά του και πλήττουν συνολικά την ομαλή λειτουργία της δικαιοσύνης (Γώγος, Η συμμετοχή δικαστικών λειτουργών στο έργο της διοίκησης μετά την αναθεώρηση του άρθρου 89 του Συντάγματος, τιμ. Τόμος Μανωλεδάκη, 2007, 185 επ.).  Κατ’ εφαρμογή της ανωτέρω συνταγματικής πρόβλεψης ο νομοθέτης με το ν. 2993/2002 τροποποίησε και συμπλήρωσε τις αντίστοιχες διατάξεις του ΚΟΔΚΔΛ, προβαίνοντας σε μια αναλυτική νομοθετική διαρρύθμιση των ζητημάτων που προέκυψαν από την θέσπιση της απαγόρευσης συμμετοχής των δικαστών σε επιτροπές και συμβούλια.»
4.-ΕΧΩ ΤΗΝ ΓΝΩΜΗ :
4.1.-Επειδή, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι ο αναθεωρητικός συνταγματικός νομοθέτης απαγορεύει πλέον από 1.1.2002 την ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς με σκοπό την ενίσχυση της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας τους. Εξαίρεση από το γενική αυτή απαγόρευση, η οποία, όμως, είναι, για το λόγο αυτό, στενά ερμηνευτέα, προβλέπεται από την παράγραφο 2 του άρθρου 89, προκειμένου για τη συμμετοχή δικαστικών λειτουργών, μεταξύ άλλων, σε συμβούλια ή επιτροπές πειθαρχικού, ελεγκτικού ή δικαιοδοτικού χαρακτήρα (ΣτΕ 3503/2009 Ολομ.). Ειδικότερα, από την εν λόγω εξαιρετικού χαρακτήρα διάταξη, στενώς, κατά τα ανωτέρω ερμηνευτέα, συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται η ανάθεση σε δικαστικό λειτουργό διοικητικών καθηκόντων μονομελούς οργάνου, ανεξαρτήτως του αν το όργανο αυτό έχει ή όχι πειθαρχικό, ελεγκτικό ή δικαιοδοτικό χαρακτήρα (βλ και πρακτικά Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής Ι Περιόδου, Α` Συνόδου, Σύνεδρ, ΡΛΒ΄ σελ. 597). Και τούτο διότι, στην περίπτωση-του μονομελούς οργάνου, η ευθύνη προσωποποιείται σε μέγιστο  βαθμό, με συνέπεια να υφίσταται κίνδυνος αμφισβήτησης ( του κύρους του δικαστικού,   λειτουργού επί προσβολής ενώπιον δικαστηρίου των αποφάσεών του ως ασκούντος καθήκοντα μονομελούς διοικητικού οργάνου (βλ. ΣτΕ 2980/2010)
4.2.-Επειδή Ο Υποθηκοφύλακας μπορεί να αρνηθεί την μεταγραφή ή την εγγραφή κάποιας πράξεως, κατ’ άρθρο 13 του Ν.Δ. 533/1963, σύμφωνα με τις διατάξεις του οποίου: «Οσάκις ο φύλαξ των υποθηκών είναι κατά τόπον ή καθ’ ύλην αναρμόδιος όπως ενεργήση καταχώρησιν τινα ή εκ της ελλείψεως τινών των εν τοις άθρθ. 1 και 3 στοιχείων δημιουργείται αμφιβολία περί της ταυτότητος των ενεχομένων ή του ακινήτου ή το προς καταχώρησιν προσαγόμενον έγγραφον δεν είναι γεγραμμένον κατά τα εν άρθρ. 4 οριζόμενα ή δεν συνοδεύεται από τα αναγκαία δικαιολογητικά ή ταύτα δεν δικαιολογούσι την αιτουμένη καταχώρησιν δέον να απορρίψη την αίτησιν και αφού συντάξη επ’ αυτής πράξιν αιτολογούσαν την απόρριψιν, να ειδοποιήση τον ενδιαφερόμενον, εάν υπάρχη η διεύθυνσις αυτού και να παραδώση τα συνημμένα τη αιτήσει έγγραφα». Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 791 παρ. 1 ΚΠολΔ: «1. Όποιος τηρεί δημόσια βιβλία στα οποία καταχωρίζονται πράξεις ή αποφάσεις που έχουν σχέση με τη σύσταση, μεταβίβαση ή κατάργηση δικαιωμάτων ιδιωτικού δικαίου ή εγγράφονται ή εξαλείφονται κατασχέσεις ή εγγράφονται αγωγές ή ανακοπές ή γίνονται σημειώσεις γι’ αυτές, αν αρνείται να ενεργήσει όπως του ζητείται, οφείλει, το αργότερο μέσα στην επόμενη από την υποβολή της αίτησης ημέρα, να σημειώσει περιληπτικά στο σχετικό βιβλίο την άρνησή του και τους λόγους της…» Η εκκρεμότητα που δημιουργείται με την άρνηση, αίρεται με απόφαση του Δικαστηρίου, στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει εκείνος που τηρεί τα βιβλία, με αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον. Η προκείμενη διάταξη έχει διπλό περιεχόμενο: αφενός, θεσπίζει την ουσιαστικού δικαίου υποχρέωση απαντήσεως του προσώπου, που τηρεί τα δημόσια βιβλία, στις σχετικές αιτήσεις των ενδιαφερομένων και, αφετέρου, καθορίζει διαδικασία άρσεως κάθε σχετικής εκκρεμότητας. Η διαδικασία μάλιστα αυτή είναι αποκλειστική, καθώς η άρνηση του υποθηκοφύλακα δεν αποτελεί διοικητική πράξη και, συνεπώς, δεν προσβάλλεται με αίτηση ακυρώσεως, ούτε είναι δυνατόν ο εξαναγκασμός των προσώπων σε καταχώρηση με διαταγή του Εισαγγελέα (ΕφΑθ 325/2001 ΕλλΔνη 42.2001, ΓνμδΕισΠρΧαλκιδικ 1/1989 ΑρχΝ 1990.403), ο οποίος δικαιούται να υποδείξει μόνο την εκτέλεση του καθήκοντός τους (ΓνμδΕισΑΠ 51/1949 .. ΞΑ’. 110, ΑΠ 1330/2008 ΝοΒ 2009, τ. 57, σελ. 139, ΤΝΠ ΔΣΑ, ΜΠΒέροιας 86/2004, ΝΟΜΟΣ). Η διάταξη αναφέρεται σε αμφισβητήσεις ως προς την υποχρέωση εγγραφής στα βιβλία μεταγραφών που τηρούν οι υποθηκοφύλακες (ΜΠΘεσ 37789/2008 Αρμ 2009, τ. ΞΓ, σελ. 1356). Η τυχόν δε παράλειψη της σχετικής σημείωσης (της άρνησης περιληπτικά στο σχετικό βιβλίο) από τον αρμόδιο υπάλληλο δε δημιουργεί, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, κανένα απαράδεκτο της υποβαλλόμενης στη συνέχεια αίτησης στο Δικαστήριο για την άρση της εκκρεμότητας που δημιουργήθηκε από την άνω άρνηση, γιατί η ως άνω σημείωση, ως μόνο σκοπό έχει την πληρέστερη διασφάλιση των δικαιωμάτων των τρίτων από τις συναλλαγές, οι οποίοι και μόνο μπορούν να επικαλεστούν την έλλειψη της σημείωσης, όταν μάχονται για τα δικαιώματα που αποκτήθηκαν από την υποβολή της ως άνω αίτησης προς τον τηρούντα τα ανωτέρω βιβλία, έως τη γενόμενη ενέργεια σε εκτέλεση της δικαστικής απόφασης που επακολουθεί την άνω άρνηση. Από τις ίδιες διατάξεις, συνάγεται περαιτέρω ότι η άρνηση εκείνου που τηρεί τα βιβλία, όταν λείπει η άνω σημείωση, αποδεικνύεται με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο (βλ. Α.Π. 1858/1986 ΕΕΝ 1988.671, ΜΠΑ 6866/2005 ΑρχΝομ 2006, τ. ΝΖ, σελ. 387, 89 ΝΟΜΟΣ). Οι έχοντες έννομο συμφέρον για τη μεταγραφή ή εγγραφή (αιτών, διάδοχοι αυτού, αρμόδιος Εισαγγελέας ή Υπουργός που έχει την εποπτεία του κ.λ.π.), δικαιούνται να υποβάλουν αίτηση στο αρμόδιο Δικαστήριο (Ειρηνοδικείο), στην αρμοδιότητα του οποίου υπάγεται ο αρνούμενος Υποθηκοφύλακας (άρθρο 740 παρ. 1 ΚΠολΔ), το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ., 791 ΚΠολΔ). Η αίτηση δεν χρειάζεται να στρέφεται κατά του Υποθηκοφύλακα που απέρριψε την αίτηση. Ακόμη δεν χρειάζεται επίδοση της αίτησης στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών. Όμως, ο Δικαστής που ορίζει δικάσιμο για την αίτηση, μπορεί να διατάξει την επίδοσή της στον Υποθηκοφύλακα ή και στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών. Με την έκδοση της απόφασης που δέχεται την αίτηση και υποχρεώνει τον αρνούμενο Υποθηκοφύλακα να προβεί στη συγκεκριμένη πράξη, η Γραμματεία του εκδόντος την απόφαση Δικαστηρίου διαβιβάζει προς αυτόν επικυρωμένο αντίγραφό της, οπότε ο Υποθηκοφύλακας είναι υποχρεωμένος να συμμορφωθεί με το διατακτικό της και να προβεί σε καταχώρηση (σημείωση) στο αντίστοιχο βιβλίο. Στην περίπτωση αυτή η εγγραφή στα προβλεπόμενα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου λογίζεται γενόμενη από την ημέρα υποβολής της αίτησης για εγγραφή. Ο έλεγχος του Δικαστηρίου, προκειμένου να προβεί στη σχετική διαταγή, αφορά ιδίως στο σύννομο της άρνησης του τηρούντος τα δημόσια βιβλία (ΕφΑθ 2792/1994 Αρμ 1995.160). Εφόσον η αίτηση κριθεί παραδεκτή και βάσιμη, το Δικαστήριο δεν έχει διακριτική ευχέρεια, αλλά δέσμια αρμοδιότητα να διατάξει την αρνούμενη υπηρεσία να πραγματοποιήσει την εκκρεμή καταχώρηση ή να χορηγήσει το αιτούμενο πιστοποιητικό (ΜΠΘεσ 47638/2007, ΤΝΠ ΔΣΑ, ΜΠΘεσ 37789/2008 Αρμ 2009, τ. ΞΓ, σελ. 1356).
5.-Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ:
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από  τον N. 4456/1-3-2017 (ΦΕΚ 24Α/1-3-2017) άρθρο 32 παρ 2 γ :
 «Στην περίπτωση που καθήκοντα προϊσταμένου ασκεί υπάλληλος που δεν ανήκει στην κατηγορία ΠΕ πτυχιούχος νομικής, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο τρίτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου, η καταχώριση πράξης ή απόφασης που έχει σχέση με τη σύσταση, μεταβίβαση ή κατάργηση εμπράγματων δικαιωμάτων στα βιβλία μεταγραφών διενεργείται από Ειρηνοδίκη που υπηρετεί εντός της ειρηνοδικειακής περιφέρειας στην οποία ανήκει το υποθηκοφυλακείο και ο οποίος ορίζεται με πράξη του Διευθύνοντος το Ειρηνοδικείο.»
Σύμφωνα όμως με όσα αναφέρθηκαν , η ανάθεση σε δικαστικό λειτουργό των τελευταίων αυτών καθηκόντων, δεν είναι πλέον επιτρεπτή από 1.1.2002, κατά την διάταξη του άρθρου 89 του Συντάγματος ,προεχόντως διότι πρόκειται περί διοικητικών καθηκόντων μονομελούς οργάνου. Και τούτο ανεξαρτήτως του ότι το εν λόγω μονομελές όργανο δεν έχει πειθαρχικό ή ελεγκτικό χαρακτήρα αλλά ούτε και δικαιοδοτικό χαρακτήρα. Τα  αυτά ισχύουν και για την διάταξη του άρθρου 5 του  Κανονιστικού διατάγματος της 19/23 Ιουλ. 1941 «Περί  κωδικοποιήσεως  εις  ενιαίον  κείμενον  των   διατάξεων των A.Ν.434/1937,1933/1939,2182/1940    και 2532/1940 "περί οργανισμού των Υποθηκοφυλακείων   του Κράτους».
Αθήναι 13/3/2017
Ο ΓΝΩΜΟΔΟΤΩΝ
ΑΝΤΩΝΗΣ Π.ΑΡΓΥΡΟΣ



[1] Υπάλληλος εν τη εννοία της διατάξεως αυτής (άρθρο 242 παρ. 1 και 3 Π.Κ) είναι και ο υποθηκοφύλακας (ΑΠ 276/1976 ΠοινΧρ ΚΣΤ 724…» ΑΠ (Ποιν) 1667/2005, ΤΝΠ ΔΣΑ)
[2] Ν.Δ. 4201 της 19/19 Σ/βρίου 1961. Περί    τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του οργανισμού    των Υποθηκοφυλακείων του Κράτους και διατάξεών    τινων περί Συμβολαιογράφων (Α` 175).
[3] ΒΛ σκέψεις της 2753/2015 αποφάσεως του ΣΤΕ: «τα άμισθα υποθηκοφυλακεία αποτελούν αυτοτελείς δημόσιες υπηρεσίες υπό λειτουργική έννοια (κατ’ άλλη διατύπωση: δημόσιες υπηρεσίες σε περιορισμένο βαθμό κατά παραχώρηση, αυτοτελείς δημόσιες υπηρεσίες ή υπηρεσίες εξηρτημένες από τις δικαστικές αρχές, βλ. Σ.τ.Ε. 1991/1951 Ολ., γνμδ. Εισ. Α.Π. 2/1987) και υπάγονται στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, η οποία ασκείται «με σκοπό τη διασφάλιση της εύρυθμης και αποτελεσματικής λειτουργίας τους» (βλ. άρθρο 7 παρ. 3 περ. γ΄ του π.δ. 36/2000, Οργανισμός του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Α΄ 29). Ενόψει δε της σπουδαιότητας των καθηκόντων του άμισθου υποθηκοφύλακα από απόψεως δημοσίου συμφέροντος, τα οποία είναι σύμφυτα με την κατά νόμον αποστολή του υποθηκοφυλακείου και δεν διαφέρουν από τα καθήκοντα του έμμισθου υποθηκοφύλακα (βλ. και το άρθρο 23 παρ. 5 εδ. α΄του ν. 2664/1998, στο οποίο ο άμισθος υποθηκοφύλακας χαρακτηρίζεται ως «άμισθος δημόσιος λειτουργός»), ο νομοθέτης ρύθμισε ειδικώς το υπηρεσιακό καθεστώς του και υπέβαλε σε έντονη κανονιστική ρύθμιση την οργάνωση των άμισθων υποθηκοφυλακείων και το εργασιακό καθεστώς του προσλαμβανόμενου προς υποβοήθηση του έργου του άμισθου υποθηκοφύλακα προσωπικού με τις ισχύουσες και προ της εκδόσεως της προσβαλλόμενης κοινής υπουργικής απόφασης σχετικές διατάξεις.»
[4] Η παρ.2 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 10 παρ.1 Ν.3472/2006,
    ΦΕΚ Α 135/4.7.2006.

ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

  ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ -ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΕΝ ΟΨΕΙ   ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ (4...