17 Δεκεμβρίου 2015

Ο δικηγόρος μαχητής


 

Ο δικηγόρος μαχητής και υπερασπιστής των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, ως πότε όμως;
Με αφορμή την 3944/2015 απόφαση του ΣτΕ

Αντώνη Π. Αργυρού,
Δικηγόρου



1. Οι δικηγόροι στο απόσπασμα;


Ο Ελευθέριος Βενιζέλος σε μια συνέντευξη που παραχώρησε το 1919, έλεγε: «Κατ’ επανάληψιν διηρωτήθην εάν θα έπρεπε να είμαι δικηγόρος κατ’ επάγγελμα και επαναστάτης κατά διαλείμματα ή και αντιστρόφως. Αφ’ ης όμως οι συμπολίται μου συνάντησαν αντίστασιν εις τας προσπάθειας των δια την ένωσιν της Κρήτης με την μητέρα Ελλάδα, φυσικά έγινα πλέον επαναστάτης κατ' επάγγελμα».
Έχω την εντύπωση πως ο Εθνάρχης έδωσε το παράδειγμα του ιδανικού δικηγόρου και κατά τον Εισαγγελέα του ΑΠ Ε. Κρουσταλλακη[1]: «ο ιδανικός δικηγόρος - και κατά προέκταση ο άξιος της αποστολής του Δικηγορικός Σύλλογος –πρέπει να συγκροτείται από επαναστάτες κατά διαλείμματα, που από την αποστολή τους είναι, οφείλουν να μετατρέπονται σε επαναστάτες κατ' επάγγελμα, κάθε φορά που διαπιστώνουν τη φαλκίδευση των αρχών του κράτους δικαίου ή την παραβίαση των ατομικών ελευθεριών και των κοινωνικών δικαιωμάτων των πολιτών, κάθε φορά που βλέπουν την απονομή της Δικαιοσύνης να χωλαίνει και την εφαρμογή των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου να μη ανταποκρίνεται στις κοινωνικές ανάγκες». Ο Γκαίτε άσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου επί τέσσερα χρόνια (1771-1775), στην πατρίδα του, τη Φραγκφούρτη.
 Ο Γκαίτε μας έδωσε τον αμεσότερο και ωραιότερο χαρακτηρισμό του ρόλου του δικηγόρου απέναντι του εντολέως του και της κοινωνίας: «Advocatus –έλεγε– σημαίνει εκείνον τον οποίον επικαλείται τις, από το ad vocare, εκείνος την βοήθεια του οποίου ζητεί τις. Γερμανιστί Rechtsanwalt, ή μάλλον –διά να εκφρασθώ κυριολεκτικώτερον– Rechtsfreund, ο φίλος του δικαίου, ο βοηθός, ο φίλος εις το πεδίον του δικαίου, δηλαδή εις το πεδίον της ζωής ολοκλήρου. Υπηρέτης, βοηθός, σύμβουλος, παραστάτης, υπερασπιστής, με μια λέξη ολόκληρος ο άνθρωπος. Ο δικηγόρος δεν ζη την ιδική του ζωή, αλλά την ζωή του άλλου, του πελάτου του· την έγνοια, την ανάγκη, την απελπισία, την προσβολή και τον πόνο του άλλου, όλα αυτά τα υιοθετεί, τα κάμνει ιδικά του και αναλύεται μέσα εις τα συναισθήματα αυτά. Η επιτυχία του αποτελεί την ευτυχία του, η αποτυχία του τη λύπη του. Να υπερασπίζεται το εμπιστευθέν εις αυτόν δίκαιον, να καταπολεμεί την εις αυτό αντιτιθεμένην αδικίαν, να είναι πιστός και ευθύς μέχρι τελευταίας του πνοής, ιδού τι ωρκίσθη να τηρεί και τι ανέγραψαν ο δικηγόρος ως έμβλημα εις την σημαίαν του»
Αυτός λοιπόν ο δικηγόρος βρίσκεται και πάλι στο «απόσπασμα»[2]
1.1.- Εισαγωγή

Με αίτηση Ακυρώσεως του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, το ΣτΕ με την 3944/2015 Απόφαση του ακύρωσε την κοινή υπουργική απόφαση 1038460/2439/Β0010/15.4.2009 των υφυπουργών Εσωτερικών, Οικονομίας και Οικονομικών, περί απευθείας παραχώρησης έναντι ανταλλάγματος του δικαιώματος απλής χρήσης αιγιαλού, παραλίας, όχθης και παρόχθιας ζώνης μεγάλων λιμνών και πλεύσιμων ποταμών στους ΟΤΑ α' βαθμού.
Για μια ακόμα φορά ο ΔΣΑ βρέθηκε πρωτοπόρος στην υπεράσπιση των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων.
Ο ρόλος αυτός του δικηγόρου και των δικηγορικών συλλόγων, σαν μαχητή και υπερασπιστή των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων πρέπει είναι κυρίαρχος και να συμπληρώνει την βασική ιδιότητα του δικηγόρου ως «συλλειτουργού της δικαιοσύνης»[3]. Οι δικηγορικοί Σύλλογοι αλλά και μεμονωμένοι δικηγόροι έδωσαν και δίνουν σε όλη την διάρκεια του Εθνικού μας βίου στους Εθνικούς Αγώνες και πολλαπλές μάχες για την υπεράσπιση των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων σε όλες τις εποχές. Μέσα στα πλαίσια αυτά ο ΔΣΑ, με μαχητικές παρεμβάσεις αλλά και με την άσκηση νομίμων ενδίκων μέσων παρεμβαίνει για την προστασία των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων των Πολιτών. Οι παρεμβάσεις αυτές ασκούνται νόμιμα σύμφωνα με το άρθρο 199 του παλιού Κώδικα περί δικηγόρων ν.δ. 3026/1954:
«Εις τους Δικηγορικούς Συλλόγους και τα Διοικητικά Συμβούλια αυτών ανήκουσι: α) Η μέριμνα περί της εν γένει αξιοπρέπειας των Δικηγόρων και της απονομής παρά πάσης αρχής του προς αυτούς οφειλομένου σεβασμού κατά την ενάσκησιν του λειτουργήματος αυτών, β) η υποβολή προτάσεων και γνώμων αφορωσών εις την βελτίωσιν της νομοθεσίας εις την ερμηνείαν και την εφαρμογήν αυτής. γ) η διατύπωσις παρατηρήσεων και κρίσεων ως προς την απονομήν της δικαιοσύνης και δ)η συζήτησις και η απόφασις περί παντός ζητήματος ενδιαφέροντος το Δικηγορικόν Σώμα ή τα μέλη του Συλλόγου ως τοιαύτα ή ως επαγγελματικήν τάξιν και επί παντός γενικωτέρου ζητήματος Εθνικού ή Κοινωνικού περιεχομένου».
Σύμφωνα με το άρθρο 90 του νέου Κώδικα περί δικηγόρων ν. 4194/2013[4] ορίζεται μεταξύ άλλων: «… ζ) Η άσκηση παρεμβάσεων ενώπιον δικαστηρίων και κάθε αρχής (στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι ανεξάρτητες αρχές) για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού, οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου που ενδιαφέρει τα μέλη του συλλόγου ή το δικηγορικό σώμα γενικότερα, καθώς και για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού ή οικονομικού ενδιαφέροντος. Για την υλοποίηση και επίτευξη αυτού του σκοπού οι Δικηγορικοί Σύλλογοι μπορούν να υποβάλλουν αγωγή, κυρία ή πρόσθετη παρέμβαση, αναφορά, μήνυση, δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής, αίτηση ακύρωσης, ουσιαστική προσφυγή και γενικά οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα και μέσο οποιασδήποτε φύσης κατηγορίας ενώπιον κάθε δικαστηρίου ποινικού, πολιτικού, διοικητικού ουσίας ή ακυρωτικού ή Ελεγκτικού οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας στην Ελλάδα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και σε οποιονδήποτε διεθνές δικαστήριο. Επίσης για τα πιο πάνω ζητήματα μπορούν να παρεμβαίνουν, με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο, σε κάθε αρμόδια αρχή στην Ελλάδα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και σε οποιανδήποτε άλλη υπηρεσία ή αρχή του διεθνούς δικαίου».
 Πολλές παρεμβάσεις του ΔΣΑ είχαν ευτυχή κατάληξη[5], όπως στην περίπτωση 3944/2015 Απόφαση του ΣτΕ, άλλες όχι .Πάντως οι παρεμβάσεις αυτές σε κρισιμες υποθεσεις έδωσαν φωνή στη Κοινωνία, που αδυνατούσε η ιδία να ασκήσει ένδικα μέσα για λόγους προφανείς και απέδωσαν την πραγματική διάσταση του μαχητή δικηγόρου. Σε καμιά περίπτωση δεν πρόκειται για «ACTIO POPULARIS[6] »όπως επιχείρησε μέρος της νομολογίας να αποδώσει. Πρόκειται περί δυνατότητος που ο νομοθέτης προσέδωσε στου Δικηγορικούς Συλλόγους αναγνωρίζοντας τον θεσμικό τους ρόλο και μάλιστα με την διάταξη του άρθρου 90 περ. στ΄ του ν. 4194/2013 με την οποία η άσκηση οποιουδήποτε ενδίκου βοηθήματος από τους δικηγορικούς συλλόγους επιτρέπεται α)«για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού, οικονομικού ενδιαφέροντος και περιεχομένου που ενδιαφέρει τα μέλη του συλλόγου ή το δικηγορικό σώμα γενικότερα» β) «και για κάθε ζήτημα εθνικού, κοινωνικού, πολιτισμικού ή οικονομικού ενδιαφέροντος ...».
Σε κάθε όμως περίπτωση εμφανίζεται από πολλές πλευρές η τάση περιορισμού, ακόμα και κατάργησης των παραπάνω ρυθμίσεων.
Στο παρελθόν σκληρή κριτική έγινε από ορισμένους κύκλους στην άσκηση αυτής της αρμοδιότητος των Δικηγορικών Συλλόγων.
Βασική επιδίωξη του δικηγορικού Σώματος, υπήρξε πάντοτε η προάσπιση και υποστήριξη της δικαιοσύνης στο έργο Της.
Αρκετοί δικηγόροι προσέφεραν και την ζωή τους ακόμα στο δέντρο της Ελληνικής Ελευθερίας και αυτό δεν πρέπει να το λησμονούν όσοι επιτίθενται στο Δικηγορικό Σώμα.

1.2.- Η θέση του δικηγόρου και των Δικηγορικών Συλλόγων

Ο πρώην Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευάγγελος Κρουσταλάκης[7], ένας άξιος δικαστής που τίμησε το λειτούργημά του και έμεινε πιστός στον όρκο του σε κρίσιμες για τη χώρα και τη Δικαιοσύνη στιγμές, κατά το χαιρετισμό που απηύθυνε - υπό την ιδιότητά του ως Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου - στη συνεδρίαση της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος, που έλαβε χώρα στο Ηράκλειο στις 2 Νοεμβρίου 2002, οριοθέτησε το ρόλο του Δικηγόρου ως συλλειτουργού στην απονομή της Δικαιοσύνης και αναφέρθηκε στην υψηλή αποστολή του θεσμικού του ρόλου, σημειώνοντας τα ακόλουθα:
 «Σε μια δημοκρατική κοινωνία ο Δικηγόρος έχει να επιτελέσει το ύψιστο λειτούργημα. Λειτούργημα που συνδέεται με την ανακάλυψη της αλήθειας και με την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου. Και έχει να υλοποιήσει ένα έργο που στοχεύει στην υπεράσπιση των ατομικών ελευθεριών και των κοινωνικών δικαιωμάτων των πολιτών. Μπροστά στην πραγματικότητα της πολύπλοκης νομοθεσίας, η ισότητα των ανύποπτων πολιτών θα ήταν κενό γράμμα αν δεν υπήρχε η βοήθεια του νομικού συμπαραστάτη, του Δικηγόρου, ο οποίος επιτυγχάνει να εξισώσει τους εκ των πραγμάτων άνισους μεταξύ τους πολίτες, που είναι ακόμη πιο άνισοι και αισθάνονται ανίσχυροι έναντι της ποικιλόμορφης εξουσίας.
Μεγάλος ο ρόλος των Δικηγόρων στο χώρο της Δικαιοσύνης. Υψηλή η αποστολή των Δικηγορικών συλλόγων στη σύγχρονη κοινωνία. Αντίστοιχες και οι μεγάλες ευθύνες σας. Είσαστε οι φυσικοί υπερασπιστές της δικαστικής ανεξαρτησίας και οι κυματοθραύστες απέναντι στα κύματα αμφισβήτησης του κύρους της Δικαιοσύνης. Η Δικαιοσύνη δεν είναι υπόθεση μόνο των δικαστικών λειτουργών (των Δικαστών και των Εισαγγελέων). Είναι και δική σας ευθύνη και μέριμνα. Είμαστε μαζί αναγκαίοι συμμέτοχοι στην ικανοποίηση του αιτήματος ορθής απονομής της Δικαιοσύνης. Δεν μπορεί παρά να είμαστε και αναγκαίοι ομόδικοι στην αξίωση για δίκαιες δίκες. Δεν έχει κανένας μας το δικαίωμα να μονοπωλεί την αγάπη για τη Δικαιοσύνη.
Ο Ελληνικός λαός στο όνομα του οποίου απονέμεται η Δικαιοσύνη, μας την έχει εμπιστευθεί και απαιτεί να μη γίνεται μάρτυρας «σκηνών ζηλοτυπίας», οι οποίες μπορεί κάποτε να σημαίνουν υπερβολική αγάπη προς την κοινή μας «αγαπημένη» τη Δικαιοσύνη, δεν παύουν όμως να είναι πάντοτε εκδηλώσεις παθολογικές .
Ο συνήγορος του Λουδοβίκου 16ου, πρόεδρος του σώματος των Δικηγόρων του Παρισιού, που ορίστηκε από αυτούς να τον υπερασπισθεί στη Συνέλευση του λαού, άρχισε την αγόρευση του ενώπιον της – εχθρικά προκατειλημμένης – για τον κατηγορούμενο Συνέλευσης με τη φράση: «υποβάλλω στη Συνέλευση την αλήθεια και το κεφάλι μου. Μπορείτε να διαθέσετε το κεφάλι μου, αφού όμως ακούσετε την αλήθεια». Πρόκειται για μια υπέροχη εικόνα της αποστολής του Δικηγόρου. Επικαλείται και προσάγει την αλήθεια και γι’ αυτή θυσιάζει και το κεφάλι του. Ό,τι πολυτιμότερο δηλαδή διαθέτει σ’  αυτή τη ζωή.
Με τέτοιο πάθος και με τέτοιο πνεύμα αυτοθυσίας ας πορευτούμε στον κοινό δρόμο της Δικαιοσύνης. Μπορεί να είναι - και είναι αναμφίβολα - ανηφορικός και δυσβάστακτος. Μπορεί κάποτε να μας εκτρέπει από την ευθεία είτε εμάς, είτε εσάς. Μπορεί μερικές φορές να μας ποτίζει με πικρίες ή απογοητεύσεις. Όλα αυτά είναι ανθρώπινα και αναμενόμενα. Κατά πως έλεγε ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος: «η ανθρώπινη δικαιοσύνη δεν είναι θεία, γι’ αυτό δικαιούται να σφάλλει». Εκείνο που κανένας μας δεν δικαιούται να κάνει είναι να εγκαταλείψει τον αγώνα για την αλήθεια και τη Δικαιοσύνη».

1.3.- «Ο δικηγόρος είναι συλλειτουργός της δικαιοσύνης. Η θέση του είναι θεμελιώδης, ισότιμη ανεξάρτητη και αναγκαία για την απονομή της»[8]

 Η άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος ανάγεται στην οργάνωση της απονομής της δικαιοσύνης και στην εμπέδωση της έννομης τάξεως, με παράλληλη διασφάλιση των δικαιωμάτων και ελευθεριών του ανθρώπου[9]. Για τον λόγο αυτό, η μεν είσοδος στο δικηγορικό σώμα ακολουθεί το πρότυπο της εισόδου σε δημόσια υπηρεσία (διαγωνισμός, ορκωμοσία, προαγωγή), η δε άσκηση της δικηγορίας διέπεται από ειδικούς κανόνες (ασυμβίβαστα, πειθαρχική ευθύνη, εκπτώσεις, αμοιβές)[10].
Ο χαρακτήρας δημοσίου λειτουργήματος[11], που αναγνωρίζεται στο δικηγορικό επάγγελμα, απορρέει από την απευθείας σύνδεσή του με το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης, δηλαδή μιας από τις τρεις θεμελιώδεις, κατά το άρθρο 26 του Συντάγματος, κρατικές λειτουργίες.
Ο Κώδικας περί Δικηγόρων καθιδρύει αυστηρά ασυμβίβαστες με το δικηγορικό λειτούργημα δραστηριότητες, όπως οι εμπορικές, επιβάλλει, σε περίπτωση παραβάσεως, πειθαρχικές κυρώσεις και αναστολή του λειτουργήματος για όλη τη διάρκεια της ασκήσεως δραστηριότητας ασυμβίβαστης με το δικηγορικό λειτούργημα και, εν γένει, ρυθμίζει την επαγγελματική λειτουργία του Δικηγόρου με έμφαση στον χαρακτήρα των καθηκόντων του ως συλλειτουργού της δικαιοσύνης μάλλον παρά στον χαρακτήρα της δικηγορικής δραστηριότητας ως καθαρώς βιοποριστικής/οικονομικής δραστηριότητας. Κατά συνέπεια, ο νομοθέτης θέλησε τον Δικηγόρο συμπράττοντα λειτουργό της Δικαιοσύνης[12] και απέκλεισε τον δικηγόρο έμπορο ή επιχειρηματία, με ρητές και σαφείς σχετικές νομοθετικές, αλλά και συνταγματικές αναφορές.[13]
1.4.-Το ΕΔΔΑ στη υπόθεση EZELIN c. FRANCE (Requête no 11800/85) έκρινε ότι ο δικηγόρος είναι «Συλλειτουργός της δικαιοσύνης».
1.5.- Ο Κωνσταντίνος Ρακτιβάν, Δικηγόρος ήταν ο πρώτος Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, συνέδεσε το όνομά του τόσο με την ίδρυση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών όσο και με την εν γένει λειτουργία του από τις πλέον υπεύθυνες θέσεις του αντιπροέδρου (1909) αλλά και επί τρία συναπτά έτη (1910, 1911, 1912) του Προέδρου του. Το 1912 διαδέχεται τον μέγα νομομαθή Ν. Δημητρακόπουλο στο Υπουργείο Δικαιοσύνης (έως το 1913), Το 1928 η ο Κ. Ρακτιβάν διορίζεται,  από τον Ελ. Βενιζέλο, ως πρώτος Πρόεδρος του ΣτΕ.

1.5.2. Οι ήρωες δικηγόροι

Στην ένδοξη ιστορία του ο δικηγορικός κόσμος έδωσε πολλούς ήρωες και μάρτυρες στους Εθνικούς και Κοινωνικούς Αγώνες :
1.5.2.1.- Εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς[14]: Ιωάννης Χαραλ. Κατεβατής, (+ 7.1.1943), Αλέξανδρος Mιχ. Καΐρης, (+ 2.11.1943), Ανδρέας Διον. Καλύβας (+ 2.9.1944), Αλέξανδρος Νικολ. Ιωαννίδης, (+ 8.9.1944) και Κωνσταντίνος Χρ. Σύρρος (+ 30.3.1944).
1.5.2.2.- Αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης: Μεταξύ πολλών δικηγόρων αντιστασιακών, οι αείμνηστοι Πρόεδροι του ΔΣΑ Ευάγγελος Μαχαίρας και Ευάγγελος Γιαννόπουλος .

2.6.- Η νομολογία ενίοτε αντιτίθεται στον ρόλο των δικηγόρων υπεράσπιση των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων[15]

2.6.1.- Έχει κριθεί ότι το άρθρο 199 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 3026/1954 Κώδικα περί Δικηγόρων (Α΄ 235) ορίζει ότι: «Εις τους Δικηγορικούς Συλλόγους και τα Διοικητικά Συμβούλια αυτών ανήκουσιν: α) Η μέριμνα περί της εν γένει αξιοπρεπείας των Δικηγόρων και της απονομής παρά πάσης αρχής του προς αυτούς οφειλομένου σεβασμού κατά την ενάσκησιν του λειτουργήματος αυτών, β) η υποβολή προτάσεων και γνωμών αφορωσών εις την βελτίωσιν της νομοθεσίας, εις την ερμηνείαν και την εφαρμογήν αυτής, γ) η διατύπωσις παρατηρήσεων και κρίσεων ως προς την απονομήν της δικαιοσύνης και δ) η συζήτησις και η απόφασις περί παντός ζητήματος ενδιαφέροντος το Δικηγορικόν Σώμα ή τα μέλη του Συλλόγου ως τοιαύτα ή ως επαγγελματικήν τάξιν και επί παντός γενικωτέρου ζητήματος Εθνικού ή Κοινωνικού περιεχομένου». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, που κατοχυρώνεται και στο Σύνταγμα (βλ. κατωτέρω), περιλαμβάνεται μεταξύ των ζητημάτων για τα οποία αναγνωρίζεται στους δικηγορικούς συλλόγους το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκων βοηθημάτων. Συνεπώς, ο αιτών Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης με έννομο συμφέρον ασκεί την κρινόμενη αίτηση, ισχυριζόμενος ότι με την προσβαλλόμενη πράξη θεσπίζονται ρυθμίσεις αντίθετες προς τη συνταγματική προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων (πρβλ. ΟλΣτΕ 4576/1977).
2.6.2.- Με την Απόφαση: 2080/2015 ΣΤΕ κρίθηκε ότι: η Αίτηση ακύρωσης του π.δ. 28/2011 περί ίδρυσης Εφετείου Βορείου Αιγαίου με έδρα τη Μυτιλήνη, με έννομο συμφέρον από τον ο δικηγορικό σύλλογο Σύρου. Η ίδρυση νέου δικαστηρίου πρέπει να σχετίζεται με την εύρυθμη λειτουργία της δικαιοσύνης και να προάγει την αποτελεσματικότητα της απονομής της.
2.6.3.- Με την Απόφαση: 2257/2014 ΣΤΕ κρίθηκε ότι η αίτηση ακυρώσεως, ασκήθηκε από το Δικηγορικό Σύλλογο με έννομο συμφέρον και αφορά τα δάση. Έννοια των όρων «δάσος» και «δασικό οικοσύστημα». Κριτήριο υπάρξεως του δασικού οικοσυστήματος είναι η οργανική ενότητα της επ’ αυτού βλαστήσεως.
2.6.4.- Με την Απόφαση (Ολ)ΣτΕ 3632/2015 κρίθηκε ότι: «Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 90 περ. ζ΄ του ισχύοντος Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013, ΦΕΚ Α΄ 208), η προστασία του περιβάλλοντος περιλαμβάνεται μεταξύ των ζητημάτων για τα οποία αναγνωρίζεται στους δικηγορικούς συλλόγους το δικαίωμα ασκήσεως ενδίκων βοηθημάτων (πρβλ. ΟλΣτΕ 4576/1977, 2257/2014). Συνεπώς, με έννομο συμφέρον ασκείται η υπό κρίση αίτηση από τον αιτούντα δικηγορικό σύλλογο.»
2.7.- Η νομολογία «προσπάθησε»στο παρελθόν να κόψει τα φτερά των δικηγορικών Συλλόγων (την δυνατότητα ασκήσεως ενδίκου μέσου ) και να ανακόψει έτσι την προσπάθεια υπερασπιστή των κοινωνικών και ατομικών δικαιωμάτων των ελλήνων πολιτών, πέραν των συμφερόντων των μελών των δικηγορικών συλλόγων :

2.7.1.- Στη δίκη του μνημονίου[16] 1: (Ολ)ΣτΕ 668/2012[17]

Στην Απόφαση 668/2012[18] κρίθηκε: «εν όψει της μέριμνας που, κατά την έννοια της διατάξεως του εδαφίου α΄ του ανωτέρω άρθρου 199 του Κώδικα περί Δικηγόρων, οι Δικηγορικοί Σύλλογοι πρέπει να επιδεικνύουν για την προστασία των συμφερόντων και του κύρους των μελών τους, ο αιτών Δικηγορικός Σύλλογος με έννομο συμφέρον ζητεί την ακύρωση της εχούσης εκτελεστό χαρακτήρα προσβαλλομένης υπ’ αριθ. Φ80000/14254/ 1097/6.7.2010 κοινής υπουργικής αποφάσεως. Και τούτο διότι από την περικοπή των συνταξιοδοτικών παροχών, στην οποία αφορά η εν λόγω απόφαση, θίγονται τα συμφέροντα των μελών του, τα οποία ήταν ασφαλισμένα στο Ταμείο Νομικών και ήδη είναι ασφαλισμένα στο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου «Ενιαίο Ταμείο Ανεξάρτητα Απασχολούμενων», στο οποίο εντάχθηκε από 1.10.2008 το Ταμείο Νομικών (και ειδικότερα στον Τομέα Ασφάλισης Νομικών του κλάδου κύριας ασφάλισης του νέου Ταμείου, βλ. άρθρο 25 επ. του ν. 3655/2008, Α΄ 58), και πρόκειται να συνταξιοδοτηθούν από το εν λόγω Ταμείο, το οποίο υπάγεται στις ρυθμίσεις του άρθρου τρίτου παρ. 10 και επ. του ν. 3845/2010 και, κατ` ακολουθία, και στις ρυθμίσεις της ανωτέρω αποφάσεως (πρβλ. Σ.τ.Ε. Ολομ. 1462/1995, με την οποία έγινε δεκτό ότι ο και ήδη αιτών Σύλλογος με έννομο συμφέρον άσκησε αίτηση ακυρώσεως κατά κανονιστικών πράξεων, που αφορούσαν την απόδοση στον Λογαριασμό Αλληλεγγύης των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης κοινωνικών πόρων θεσπισθέντων υπέρ του Ταμείου Νομικών και του Ταμείου Προνοίας Δικηγόρων Αθηνών)»
Η υπόθεση του Μνημονίου 1 έφτασε μέχρι το ΕΔΔΑ[19] (Προσφυγές αριθ. 57665/12 και 57657/12 Ιωάννα Κουφάκη[20] κατά Ελλάδας και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδας)[21].

2.7.2.- Στη δίκη για το τέλος επιτηδεύματος[22]

Στην Απόφαση 2527/2013[23] κρίθηκε: «.. εν όψει της μέριμνας που, κατά την έννοια της διατάξεως του εδαφίου α΄ του ανωτέρω άρθρου 199 του Κώδικα περί Δικηγόρων, πρέπει να επιδεικνύουν οι Δικηγορικοί Σύλλογοι για την προστασία των επαγγελματικών συμφερόντων των μελών τους, ο αιτών Δικηγορικός Σύλλογος με έννομο συμφέρον ζητεί την ακύρωση της εχούσης εκτελεστό χαρακτήρα προσβαλλομένης υπ’ αριθ. ΠΟΛ.1167/2-8-2011 απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, κατά το μέρος που αυτή αφορά την επιβολή τέλους επιτηδεύματος σε όλους τους δικηγόρους, δεδομένου ότι από την επιβολή του τέλους αυτού θίγονται τα συμφέροντα των μελών του (πρβλ. ΟλΣτΕ 668/2012), τα δε προβαλλόμενα με το έγγραφο απόψεων της διοίκησης προς το δικαστήριο περί ελλείψεως εννόμου συμφέροντος εκ μέρους του αιτούντος Δικηγορικού Συλλόγου είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. …».

2.7.3.- Στη δίκη ΕΕΤΗΔΕ και αίτηση α­κύρωσης της ΥΑ ΠΟΛ.1211/2011[24]

Στην Απόφαση 3343/13[25] και 3345/2013 (βλ. και υποσημείωση 4) κρίθηκε: «…ο αιτών Δικηγορικός Σύλλογος άνευ εννόμου συμφέροντος ζητεί την ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως και η κρινομένη αίτηση είναι απορριπτέα ως προς αυτόν ως απαράδεκτη ...».

2.7.4.- Δίκη μνημονίου 2[26]

Στην Απόφαση1283/2012[27] κρίθηκε «…ο αιτών δικηγορικός σύλλογος με έννομο συμφέρον ζητεί την ακύρωση της έχουσας εκτελεστό χαρακτήρα προσβαλλόμενης Φ80000/14254/ 1097/6.7.2010 κοινής υπουργικής απόφασης. Και τούτο, διότι από την περικοπή των συνταξιοδοτικών παροχών, την οποία αφορά η εν λόγω απόφαση, θίγονται τα συμφέροντα των μελών του…»

3.- Η νομολογία και οι δικηγόροι

Συμπερασματικά η νομολογία προσπάθησε και εν μέρει το «επέτυχε» χωρίς ιδιαίτερες αντιστάσεις του Δικηγορικού Σώματος, αλλά και των Δικαστικών Ενώσεων[28] και των διανοουμένων του Νομικού Κόσμου, να περιορίσει την δυνατότητα προσφυγής των δικηγορικών Συλλόγων στα δικαστήρια αποκλειστικά και μόνο στην προάσπιση των συμφερόντων των μελών τους(ΣτΕ 1451/2015, ΣτΕ 3340/2013 Ολομ., 2770/2011 Ολομ, 2080/2015,). Είναι γνωστή άλλωστε η με επίκληση του άρθρου 199 του Δικηγορικού Κώδικα και τώρα του άρθρου 90 παρ. ζ` του νεότερου και ήδη ισχύοντος Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013, Α? 208) σε υποθέσεις με ευρύτερο κοινωνικό ενδιαφέρον όπως η προστασία του περιβσαλοντος, των δασών κλπ.  (ΣτΕ646/2015,2936/2015, 4576/1977, 3632/2015 Ολομ.).
Η στενη ερμηνεια του αρθρου 199 του παλιου δικηγορικού κώδικα ήταν, ένα νέο «Ματζικερτ[29]» για την προστασία της Κοινωνίας,αφού περιοριζε εξαιρετικά το «εννομο συμφέρον των δικηγορικών συλλόγων στην ασκηση ενδίκων μέσων (ΕΕΤΗΔΕ 3343/2013 ΣτΕ (Ολομ, (ΟλΑΠ 14/2008,11/2011)  Όμως η νομολογία «επέτυχε» προσωρινά πιστεύω, μια ακόμη εξαιρετικά δυσάρεστη απόφαση σε βάρος των δικηγόρων, ιδού μερικές σκέψεις της αποφάσεως με αριθμό 3374/2015 της Ολομελείας του ΣτΕ: Ο καθορισμός των αποδοχών των εμμίσθων δικηγόρων με μείωσης τους αποβλέπει στον δημόσιο σκοπό στα πλαίσια του προγράμματος της αντιμετωπίσεως της  δημοσιονομικής κρίσεως(!!).
Την ιδία στιγμή η νομολογία σκέφθηκε διαφορετικά, αλλά και ορθά νομίζω και τάχθηκε αντίθετη στην μείωση των αποδοχών άλλων κλάδων όπως:
1) Το Μισθοδικείο στην 88/2013 Απόφαση έκρινε ότι οι προβλεπόμενες στο ν. 4093/2012 μειώσεις στις αποδοχές των δικαστικών λειτουργών ήταν αντίθετες στο Σύνταγμα.
 2) Στις αποφάσεις της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας με πιο χαρακτηριστικές την απόφαση 2192/2014 για την αντισυνταγματικότητα των περικοπών στους μισθούς και τις συντάξεις των ένστολων και τις 2287-9/2015 για την αντισυνταγματικότητα των περικοπών των συντάξεων.
Έτσι για τους δικηγόρους η νομολογία έκρινε ότι δεν προσήκει η εφαρμογήστην περίπτωση ως όριο η καθιερούμενη από το άρθρο 4 § 5 του Συντάγματος αρχή της ισότητας στα δημόσια βάρη αναλόγως των δυνάμεων εκάστου, καθώς και την καθιερούμενη στο άρθρο 2 § 1 του Συντάγματος αρχή του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας! Ομολογώ δεν μπορώ ν’ αντιληφθώ τις τάσεις αυτές της νομολογίας και ιδίως στους «συλλειτουργούς» της δικαιοσύνης.

4.- Επίλογος

Είναι πραγματική μεγάλη χαρά να βλέπει κανείς, στις πιο κρίσιμες στιγμές που περνάμε δικαστικές αποφάσεις με ευαισθησία και κατανόηση, για το δημόσιο συμφέρον, όπως την 3944/2015 απόφαση που ακύρωσε την κοινή υπουργική απόφαση 1038460/2439/β0010/15.4.2009 των Υφυπουργών Εσωτερικών, Οικονομίας και Οικονομικών, περί απευθείας παραχώρησης έναντι ανταλλάγματος του δικαιώματος απλής χρήσης αιγιαλού, παραλίας, όχθης και παρόχθιας ζώνης μεγάλων λιμνών και πλεύσιμων ποταμών στους ΟΤΑ α' βαθμού.
Δυστυχώς δεν διαθέτω μεγάλες ελπίδες για αλλαγή της στάσης της Πολιτείας απέναντι στο χειμαζόμενο από την ανεργία και την μιζέρια δικηγορικό Σώμα. Χαρακτηριστική περίπτωση ο λεγόμενος νέος Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας που θα επιβραδύνει μετά πλήρους βεβαιότητας της μονίμως βραδυπορούσα Ελληνική Δικαιοσύνη.
 «Το μόνο σίγουρο είναι ότι αυτή δεν είναι η δικηγορία που ονειρεύτηκα, σπούδασα, δούλεψα κι αγάπησα[30]».
Όμως οι δικηγόροι,
«Πρέπει να χτυπούμε, να χτυπούμε τη μοίρα μας, ως ν’ ανοίξουμε πόρτα, να γλιτώσουμε!»
(Ν. Καζαντζακη «Αναφορά στον Γκρέκο»)

[1]. Βλ. Ε. Κρουσταλάκη: «Οι Δικηγόροι,οι Δικηγορικοί Σύλλογοι και η απονομή της Δικαιοσύνης» σε ΕλλΔνη τεύχος 6/2005. 1625-1630.
[2] Πηγή: Αυγερινός Ανδρέου σε http://mcnews.gr
[3]. Βλ Κασίμη Γεώργιου, Πρωτοδίκης Κορίνθου «Δικηγόροι ως συλλειτουργοί της δικαιοσύνης: Δικαιώματα ή και Υποχρεώσεις;» σε http://dikastis.blogspot. gr/2012/10/blog-post_3023.html
[4]. Βλ Χ. Χρυσανθάκης, «Ο νέος Κώδικας Δικηγόρων» (Νομική Βιβλιοθήκη 2014).
[5] ΟλΣτΕ3632/2015, 305/2014 ΜΠΡ ΗΡΑΚΛ
[6]. Η Ολομέλεια του ΣτΕ στην 3343/2013 στη υπόθεση ΕΕΤΗΔΕ απόφαση της έκρινε: «Όμως η προσβαλλομένη υπουργική απόφαση ρυθμίζει την διαδικασία βεβαιώσεως και εισπράξεως μιάς οικονομικής επιβαρύνσεως επί της περιουσίας, η οποία, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του άρθρου 53 του ν. 4021/2011, που την εθέσπισε, επιβάλλεται στον γενικό πληθυσμό, δίχως να συνδέεται με την άσκηση επαγγέλματος και μάλιστα του δικηγορικού, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι πλήττει τους δικηγόρους ως επαγγελματική τάξη. Ως εκ τούτου, η μέριμνα, την οποία, κατά την έννοια της διατάξεως του εδαφίου α` του άρθρου 199 του Κώδικα περί Δικηγόρων, πρέπει να επιδεικνύουν οι Δικηγορικοί Σύλλογοι για την προστασία των συμφερόντων και του κύρους των μελών τους, και η κατά το εδάφιο δ΄ του ιδίου άρθρου αρμοδιότητα για συζήτηση και απόφαση περί παντός ζητήματος που ενδιαφέρει το δικηγορικό σώμα ή τα μέλη του ως επαγγελματική τάξη δεν μπορούν να θεμελιώσουν έννομο συμφέρον του αιτούντος Δικηγορικού Συλλόγου προς άσκηση της κρινομένης αιτήσεως. Τέλος, ούτε η παρεχομένη από την τελευταία αυτή διάταξη του εδαφίου δ΄ του άρθρου 199 του Κώδικα περί Δικηγόρων ευρύτατη αρμοδιότητα των Δικηγορικών Συλλόγων προς συζήτηση και απόφαση επί ζητημάτων γενικωτέρου ενδιαφέροντος αρκεί για την νομιμοποίηση από απόψεως εννόμου συμφέροντος του αιτούντος Δικηγορικού Συλλόγου προς άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως προς ακύρωση πράξεως, η οποία δεν θίγει τα συμφέροντα των μελών του ως επαγγελματικής τάξεως, διότι, υπό την αντίθετη εκδοχή, η αίτηση ακυρώσεως θα μετέπιπτε σε καθαρώς λαϊκή αγωγή, η οποία δεν θεσμοθετείται από το Σύνταγμα και το νόμο (Ολ ΣτΕ 3608/1980, 2638/1980, 1051/1959). Συνεπώς, ο αιτών Δικηγορικός Σύλλογος άνευ εννόμου συμφέροντος ζητεί την ακύρωση της προσβαλλομένης πράξεως και η κρινομένη αίτηση είναι απορριπτέα ως προς αυτόν ως απαράδεκτη».
[7]. Απόσπασμα από τις σελίδες 62,63 του βιβλίου του ΔΣΑ «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΚΗΓΟΡΙΑ, ΜΝΗΜΟΝΙΑΚΟΙ ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΕΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΕΣ, αντιστεκόμαστε με την ιστορία μας» Αθήνα 2012.

[8]. Άρθρο 2 του ν 4194/2013 (ΦΕΚ Α΄ 208/27.09.2013 Κώδικας Δικηγόρων, επηρεασμένη απο τον γερμανικό κώδικα («Bundesrechtsanwaltsordnung»), ο οποίος στο άρθρο 1 του με τον ίδιο τίτλο «Η θέση του δικηγόρου στην απονομή της Δικαιοσύνης» ορίζει πως «ο Δικηγόρος είναι ένα ανεξάρτητο όργανο στην απονομή της δικαιοσύνης».
[9]. Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 38, 39, 46, 63 §§ 3-5, 91, 92 §§ 1-2 και 170 του ν.δ. 3026/1954 «περί του Κώδικος των Δικηγόρων», σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 επ. και 713 επ. ΑΚ, προκύπτει ότι ο δικηγόρος είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός, ενεργεί ελεύθερο έναντι του εντολές κατά την επιστημονική του πεποίθηση και η έννομη σχέση μεταξύ αυτών είναι εκείνη της αμειβόμενης εντολής. Σε καμιά περίπτωση δεν υπάρχει εξαρτημένη εργασία και όταν ακόμη παρέχει τις υπηρεσίες του με πάγια αμοιβή κατά το άρθρο 63 § 4 του ανωτέρω Κώδικα. (Βλ. ΑΠ 476/2007).
[10]. Στο άρθρο 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954 - ΕτΚ, τ. Α’, φ. 235) ορίζεται ότι: «Ο Δικηγόρος είναι άμισθος Δημόσιος υπάλληλος, … Προ πάσης ασκήσεως των καθηκόντων του ο Δικηγόρος υποχρεούται να δώση τον όρκον της υπηρεσίας του ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου και να εγγραφή εις το μητρώον του Δικηγορικού Συλλόγου, μεθ’ ην εγγραφήν τελειούται ο διορισμός».
[11]. Βλ. ΣτΕ 1443/1993.
[12]. Ο Κώδικας περί Δικηγόρων αναφέρει ότι ο δικηγόρος «Οφείλει ιδία να μην υπερασπίζει παρανόμους και προφανώς αδίκους υποθέσεις, να απέχει παντός μη ευθέος τρόπου υπερασπίσεως …».
[13]. Βλ ΣτΕ1472/2009
[14]. Βιβλιογραφία: α) Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, Χαϊδάρι 8 Σεπτεμβρίου 1944. Η αόρατη στρατιά στο απόσπασμα, 2003. β) Ιωάννα Τσάτσου, Εκτελεσθέντες επί Κατοχής, 1976. γ) Η Αθήνα της Κατοχής.
[15]. TAG01 ΕΙΔΟΣ-ΕΤΟΣ : προτάσεις 0263/2008 (62008CC0263)TAG24 : Προτάσεις της γενικης εισαγγελέα Sharpston της 2ας Ιουλίου 2009. Djurg?rden-LillaV?rtansMilj?skyddsf?reningκατάStockholmskommungenomdessmarkn?mnd. Αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως: H?gstadomstolen - Σουηδία. Οδηγία 85/337/ΕΟΚ - Συμμετοχή του κοινού στη διαδικασία λήψεως αποφάσεων σχετικών με το περιβάλλον - Δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής κατά των αποφάσεων περί χορηγήσεως αδείας για σχέδια έργων που ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον. Υπόθεση C-263/08.
[16]. Βλ: «Μελέτε επί του μνημονίου», Έκδοση ΔΣΑ, 2013 και σε ΝοΒ 60(2012). 2641-2872.
[17]. Ο «Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών», παρέστη με τους: α) δικηγόρο Δημ. Παξινό, β) δικηγόρο Αλέξ. Λεοντόπουλο-Βαμβέτσο και γ) δικηγόρο Κωνσταντίνο Σαμαρτζή.
[18]. Βλ.: ΝοΒ 2012/384, Αρμ 2012. 624,  ΕΔΚΑ 2012/516.
[19]. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ), κρίνοντας επί υποθέσεως ελληνικού ενδιαφέροντος, απεφάνθη ότι δε συνιστά παραβίαση του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και του δικαιώματος στην περιουσία η περικοπή αποδοχών κι επιδομάτων βάσει των ν. 3833/2010, 3845/2010 και 3847/2010, για την προστασία της εθνικής οικονομίας και την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης.
[20]. Εκπροσωπείται ενώπιον του ΕΔΔΑ από τους κ. I. Αδαμόπουλο, Β. Χειρδάρη και Α. Αργυρό, δικηγόρους Αθήνας.
[21]. Την ιδία τύχη είχε στο ΕΔΔΑ το Μνημόνιο Πορτογαλίας, Απόφαση 62235/12 και 57725/12.
[22]. Βλ: σε Λογιστή 2013. 1193, ΠειρΝομ 2013. 218, Αρμ 2013. 1938, ΔΕΕ 2013. 869).
[23]. Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, παρέστη με τους δικηγόρους: α) Ιωάννη Αδαμόπουλο, β) Αντώνιο Αργυρό και γ) Ευστάθιο Μπακάλη.
[24]. Ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, παρέστη με τους δικηγόρους: α) Αντώνιο Αργυρό, β) Ευστάθιο Μπακάλη  και γ) Θεόδωρο Σχινά και με το δικηγόρο Προκόπη Παυλόπουλο.
[25]. Αίτηση του Δικηγορικού Συλλόγου Καλαμάτας που εκπροσωπήθηκε από τους δικηγόρους: α) Κωνσταντίνο Μαργέλη, β) Αντώνιο Αργυρό, γ) Δέσποινα Στειροπούλου, δ) Ευστάθιο Μπακάλη.
[26]. ΝοΒ 2012/2060.
[27]. Ο Δικηγορικός Σύλλογος Καλαμάτας», παρέστη με τους: α) δικηγόρο Κωνσταντίνο Μαργέλη, Πρόεδρο Δικηγορικού Συλλόγου Καλαμάτας, και β) δικηγόρο Δέσποινα Στειροπούλου.
[28]. Θυμάμαι ως παλιό μέλος του Μισθοδικείου την συνεχή και έντονη παρουσία των δικαστικών Ενώσεων κατά την εκδίκαση των υποθέσεων των μισθολογικών ζητημάτων των δικαστών
[29]. Μία από τις πιο σημαντικές μάχες της χιλιόχρονης ιστορίας του Βυζαντίου είναι η περίφημη Μάχη στο Ματζικέρτ που έγινε στις 26 Αυγούστου 1071. Αντίπαλες δυνάμεις σ΄αυτή τη μάχη ήταν η Βυζαντινή Αυτοκρατορία της οποίας ηγείτο ο στρατιωτικός ηγεμόνας Ρωμανός και οι Σελτζούκοι Τούρκοι, με αρχηγό τον Αλπ Αρσλάν. Η ήττα αυτή ήταν η Αρχή του τέλους του Βυζαντίου.
[30]. Αφιέρωση από βιβλίο που μου χάρισε ο αδικοχαμένος συνάδελφος Ανδρέας Αγγελακόπουλος,από το Σπάθαρι Αρκαδίας.

07 Δεκεμβρίου 2015

« ΑΝΟΗΣΙΑΣ ΕΓΚΩΜΙΟΝ».ΠΟΘΕΝ ΕΣΧΕΣ

Υπάρχουν τεράστιοι κίνδυνοι για την δικαστική ανεξαρτησία.

H αφορμή του παρόντος είναι η έξης ερώτηση ανώτερου δικαστικού λειτουργού :
«.Ας υποθέσουμε ότι δημοσιοποιούνται οι αριθμοί λογαριασμού μου στο διαδίκτυο ,ότι ένας «εγκληματίας» διάδικος που θέλει να με βλάψει καταθέτει με διατραπεζικό έμβασμα ή μέσω e-banking ένα χρηματικό ποσόν στον άνω λογαριασμό μου. Το γεγονός το αγνοώ (αλλά και το μαθαίνω κάποια στιγμή ) και εκείνος για επιτύχει αναβολή της υποθέσεως ή αίτηση εξαιρέσεως  μου ή άδικη καταδίωξη μου, το δημοσιοποιεί, πώς προστατεύομαι, πως μπορώ να αποδείξω ότι δεν δωροδοκήθηκα ;»
Έμεινα άφωνος και προ του υπαρκτού κινδύνου και προ της αδυναμίας αντιδράσεως σε τέτοια υπαρκτή απειλή.
Το δικαστικό Σώμα θρηνεί θύματα από εγκληματικές ενέργειες τρομοκρατών αλλά και ανθρώπων του κοινού ποινικού δικαίου. Σήμερα δεν υπάρχουν φοβισμένοι δικαστές και  στην Ελλάδα της «διαφθοράς»,  χρειαζόμαστε  γενναίους  και έντιμους δικαστές .
Είναι πραγματικά να ν’ ανησυχεί κανείς πώς έχει μας  εγκαταλείψει ο «κοινός νούς» σε ζητήματα τεράστιας σημασίας ,όπως η απονομή της Δικαιοσύνης και προστασίας των λειτουργών της. Φαίνεται πως υπάρχουν κάποιοι λόγοι που επιδιώκεται η δημοσιοποίηση των δηλώσεων «ποθεν έσχες» των δικαστικών λειτουργών. Ο λόγος είναι η διαφάνεια.  Δεν γεννάται αμφιβολία ότι η υποβολή και ο έλεγχος των δηλώσεων «πόθεν έσχες» είναι απολύτως αναγκαίοι όροι για την εμπέδωση του κράτους δικαίου ,την διαφάνεια και τον αυστηρό έλεγχο της διαφθοράς. Όμως ο αντίλογος που προκαλεί την ανάγκη στάθμισης είναι ότι  η δημοσιοποίηση των στοιχείων αυτών (αριθμού τραπεζικών λογαριασμών, Τράπεζας  ,αριθμού ταυτότητας, ΑΦΜ, τηλεφώνου, διευθύνσεως κατοικίας, εγγυτέρων συγγενών ) δεν είναι πάντοτε απαραίτητη στον επιδιωκόμενο σκοπό ,αλλά  είναι και εξόχως επικίνδυνη ενιότε.. Εάν κάποιος με εγκληματική συμπεριφορά θέλει να συλλέξει πληροφορίες για τον δικαστή που θα δικάσει ή δίκασε την υπόθεση του  ,αυτό καθίσταται πλέον  απολύτως ευχερές. Ο κίνδυνος είναι ακριβώς ο ίδιος από την αποκάλυψη των στοιχείων  οργάνων των υπηρεσιών που προασπίζουν την εθνική και την κοινωνική ασφάλεια. Τέτοιο «δώρο»  για την πραγμάτωση των ανόμων ενεργειών κανείς   δεν θα μπορούσε να φαντασθεί. Ακούγεται δε ότι θα αφορά η δημοσιοποίηση μόνον τους ανώτατους δικαστές. Η σκέψη και μόνο γεννά τρόμο ύποπτοι είναι Ανώτατοι Δικαστές ή αυτοί φαίνεται δεν εκβιάζονται και δεν απειλούνται! Αυτή η υπόδειξη  και  ως ιδέα είναι προσβλητική της αξιοπρέπειας των ανθρώπων αυτών. Αντί όλων αυτών των «ανοησιών» μήπως οδηγούμεθα πλέον σ’ ένα Κράτος που δεν θα σέβεται και θα υπερασπίζεται  ούτε τους υπερασπιστές του ;Νομίζω ότι η αναγκαία στάθμιση των δεδομένων που οδηγεί μοιραία ότι οι κίνδυνοι είναι περισσότεροι από το προσδοκώμενο αποτέλεσμα. «Δεν ξέρω κατά πόσον ο νόμος των πιθανοτήτων ισχύει στα Μαθηματικά ,σας λέω ότι στην Ιστορία ισχύει απολύτως»[1]
Άλλωστε αν έτσι οδηγούμεθα στην έμμεση κατάλυση της δικαστικής ανεξαρτησίας τότε αναγκαία η ρήση του Δημοσθένη 
«Τα δεδικασμεν’ακυρα ποιείν ,δεινόν ανόσιον και δήμου καταλυσις»
ΑΝΤΩΝΗΣ Π.ΑΡΓΥΡΟΣ
8/12/2015


[1] Σαράντης Καργάκος



28 Νοεμβρίου 2015

Το Πανεπιστήμιο Αθηνών έχει το δικό του Facebook




Το ηλεκτρονικό κοινωνικό δίκτυο των αποφοίτων του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνων (ΕΚΠΑ), του πρώτου του είδους του που αναπτύχθηκε για ελληνικό πανεπιστήμιο, παρουσιάστηκε σημερα σε σχετική ημερίδα, με το σύνολο των ομιλητών να κάνουν λογο για μια πολύ σημαντική πρωτοβουλία που έρχεται να συνδέσει την ακαδημαϊκή κοινότητα με την κοινωνία.Η πραγματοποίηση και η παρουσίαση του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος Διαχείρισης των Αποφοίτων του ΕΚΠΑ, alumni.uoa.gr, αποτελει "μια ιδιαίτερα σημαντική στιγμή για το πανεπιστήμιο Αθηνων", όπως ανέφερε στην ομιλία ο πρύτανής του, Μελετιος-Αθανάσιος Δημόπουλος, παρουσιάζοντας την πλατφόρμα, η οποία πραγματοποιήθηκε με συγχρηματοδότηση Ελλάδας και Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πράγματι, η καινοτομία της εν λόγω πλατφόρμας έγκειται στο ότι δεν ειναι ενα απλό μητρώο αποφοίτων, μια βαση δεδομένων στην οποία εγγράφονται ονόματα. Το alumni.uoa.gr παρέχει τη δυνατότητα αλληλεπίδρασης μεταξυ των μελών του, όπως στα μεσα κοινωνικής δικτύωσης, με τον κάθε χρήστη που εγγράφεται να εχει το δικό του προφίλ, με τον δικό του "τοίχο" και να ελέγχει με ποιους χρήστες, αλλα και με ποιες κοινότητες (σχολές, τμήματα) θέλει να ειναι συνδεδεμένος. Στόχοι της διαδικτυακής πλατφόρμας αποτελούν η αμφίδρομη σύνδεση του πανεπιστημίου με την κοινωνια και την αγορά, την προβολή του έργου του πανεπιστημίου, αλλα και την υποστήριξη της πανεπιστημιακής εκπαιδευσης. Για αυτό τον λογο, στοχος επίσης ειναι και η προσέλκυση αποφοίτων της διασποράς, οι οποίοι με τη συμμετοχή τους θα συμβάλλουν στη μετάδοση καλών πρακτικών και ερευνητικών -και οχι μονο- νέων απο το εξωτερικό. Ειδικοτερα, οι συνδεδεμένοι χρηςτες-απόφοιτοι της πλατφόρμας, μπορούν να κρατουν επαφή με την πανεπιστημιακή κοινότητα του Ιδρύματος απο το οποίο αποφοίτησαν, με το να ενημερώνονται για σεμινάρια, ημερίδες, να εχουν αποκλειστική πρόσβαση σε επιστημονικό υλικό καθως και στην ηλεκτρονική τάξη (eClass) και τα Ανοικτά Πανεπιστημιακά Μαθήματα. Εκτός αυτού , όμως, μέσω της αλληλεπίδρασης των χρηστών σε επίπεδο σχολής, τμήματος και πανεπιστημίου, δίνεται η ευκαιρία ενημέρωσης για νέες θέσεις εργασίας και σύνδεση με επαγγελματίες απο όλους τους τομείς στους οποίους δραστηριοποιείται η επιστημονική κοινότητα του ΕΚΠΑ. Ετσι, το κοινωνικό δίκτυο αποφοίτων φιλοδοξεί να γίνει "ένας ακομα σύγχρονος τρόπος στήριξης του δημοσίου πανεπιστημίου", όπως επεσημανε ο κ. Δημόπουλος.

http://alumni.uoa.gr/home

16 Νοεμβρίου 2015

ΑΥΤΟ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ:

ΑΥΤΟ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ:
Ο MAITRE MALESHERBES συνήγορος του Λουδοβίκου 16ου , πρόεδρος του σώματος των δικηγόρων του Παρισιού, που ορίστηκε από αυτούς να τον υπερασπισθεί στη Συνέλευση του λαού, άρχισε την αγόρευση του ενώπιον της – εχθρικά προκατειλημμένης – για τον κατηγορούμενο Συνέλευσης με τη φράση:
«υποβάλλω στη Συνέλευση την αλήθεια και το κεφάλι μου. Μπορείτε να διαθέσετε το κεφάλι μου , αφού όμως ακούσετε την αλήθεια».
Πρόκειται για μια υπέροχη εικόνα της αποστολής του δικηγόρου. Επικαλείται και προσάγει την αλήθεια και γι΄ αυτή θυσιάζει και το κεφάλι του. Ότι πολυτιμότερο δηλαδή διαθέτει σ΄ αυτή τη ζωή.

06 Νοεμβρίου 2015

ΛΗΞΗ ΘΗΤΕΙΑΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΩΝ ΑΡΧΩΝ ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ

ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ∆Ε∆ΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ Αθήνα, 04-11-2015 Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/5727/04-11-2015 ΓΝΩΜΟ∆ΟΤΗΣΗ 5 / 2015


 Η Αρχή Προστασίας ∆εδοµένων Προσωπικού Χαρακτήρα, συνήλθε µετά από πρόσκληση του Προέδρου της σε συνεδρίαση την 03.11.2015, ηµέρα Τρίτη και ώρα 10.00 π.µ. στο κατάστηµά της, σε πλήρη σύνθεση τακτικών και αναπληρωµατικών µελών αποτελούµενη από τους Π. Χριστόφορο, Πρόεδρο, Λ. Κοτσαλή, Α.Ι. Μεταξά, ∆. Μπριόλα, Α. Συµβώνη και Π. Τσαντίλα, τακτικών µελών, καθώς και Σ. Βλαχόπουλο, Γ. Λαζαράκο, Χ. Ανθόπουλο και Π. Ροντογιάννη αναπληρωµατικών µελών. Στη συνεδρίαση δεν παρέστησαν λόγω κωλύµατος ο κ. κ. Γ. Μπατζαλέξης, Αναπληρωτής Πρόεδρος και λόγω ανειληµµένων διδακτικών υποχρεώσεων ο κ. Κ. Χριστοδούλου, τακτικό µέλος. Στη συνεδρίαση παρέστη και η Ε. Παπαγεωργοπούλου, υπάλληλος του τµήµατος ∆ιοικητικών και Οικονοµικών Υποθέσεων, ως γραµµατέας µετά από εντολή του Προέδρου. Η Αρχή συνεδρίασε έχοντας γενική γνωµοδοτική αρµοδιότητα επί θεµάτων οργανώσεως της λειτουργίας της κατ’ εφαρµογήν των άρθρων 101Α του Συντάγµατος και του ν. 3051/2002 σε συνδυασµό και µε τα άρθρα 19§1 του ν. 2472/1997 προκειµένου να γνωµοδοτήσει, σχετικά µε τα οριζόµενα στις διατάξεις των άρθρων 61, 110 παρ. 12 του ν. 4055/2012 (ΦΕΚ 51 Α/12.03.2012). Μετά από διεξοδική συζήτηση η Αρχή εκδίδει την ακόλουθη γνωµοδότηση.
 2 ΓΝΩΜΟ∆ΟΤΗΣΗ α) Η διάταξη του άρθρου 55 παρ. 10 του ν. 4339/2015, η οποία ορίζει «Καταργείται η διάταξη του άρθρου 110 παρ. 12 του ν. 4055/2012 και από την έναρξη ισχύος του παρόντος αποχωρούν αυτοδικαίως από τη θέση τους τα µέλη των ανεξάρτητων αρχών, των οποίων έχει λήξει η αρχική θητεία», δεν επιφέρει από την έναρξη ισχύος του άµεση αποµάκρυνση των µελών των ανεξαρτήτων αρχών των οποίων έχει λήξει η αρχική θητεία δεδοµένου ότι τυγχάνει εφαρµογής η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 του βασικού νόµου 3051/2002, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει µε το άρθρο 61 του ν. 4055/2012, η οποία κατ’ εφαρµογήν της συνταγµατικής αρχής της συνεχούς λειτουργίας των Ανεξάρτητων Αρχών που προβλέπονται από το Σύνταγµα ορίζει: «… Η θητεία των µελών των ανεξάρτητων αρχών παρατείνεται αυτοδίκαια µέχρι το διορισµό νέων. Ο χρόνος παράτασης της θητείας δεν µπορεί να υπερβεί σε κάθε περίπτωση τους έξι µήνες…». Συνεπώς νοµίµως η Αρχή εξακολουθεί να λειτουργεί µε την υφιστάµενη συγκρότησή της. β) Περαιτέρω τίθενται σοβαρά προβλήµατα συνταγµατικότητας του άρθρου 55 παρ. 10 του ν. 4339/2015 ενόψει του ότι επιφέρει διακοπή µε νοµοθετική παρέµβαση θητείας µελών ανεξάρτητης αρχής, η οποία µε τη µεταβατική διάταξη του άρθρου 110 παρ. 12 απλώς έχει επιµηκυνθεί. Η διάταξη του άρθρου 110 παρ. 12 του ν. 4055/2012 µε τις υπ’ αριθ. 4172, 3070/2014 και 5014/2013 του Συµβουλίου της Επικρατείας εκρίθη ως αναγκαία ρύθµιση µεταβατικού χαρακτήρα, και κατ΄ αυτόν τον τρόπο το Συµβούλιο της Επικρατείας αποδέχεται τη συνταγµατικότητά της. Στο σηµείο αυτό πρέπει να επισηµανθεί ότι ο νοµοθέτης του ν. 3051/2002, κατ’ επιταγήν του άρθρου 101Α του Συντάγµατος, θεωρεί ως νόµιµο τρόπο λήξεως της θητείας µέλους ανεξάρτητης αρχής µόνον τις περιπτώσεις θανάτου, παραίτησης και έκπτωσης σε περίπτωση τελεσίδικης καταδίκης για τα αδικήµατα της παρ. 4 του άρθρου 3 που απαριθµούνται περιοριστικά. Εξάλλου µε την απόφαση της 8ης Απριλίου 2014 του Ευρωπαϊκού ∆ικαστηρίου (Τµήµα µείζονος συνθέσεως) – υπόθεση C-288/12, εκρίθη ότι ο µε ρύθµιση συνταγµατικού επιπέδου πρόωρος τερµατισµός θητείας Επιτρόπου Προστασίας ∆εδοµένων, έστω και αν µε τη ρύθµιση αυτή συνεστήθη Εθνική Αρχή Προστασίας των δεδοµένων και της ελευθερίας της πληροφόρησης, συνεπάγεται παράβαση από το Ουγγρικό Κράτος των υποχρεώσεων που υπέχει από την Οδηγία 3 95/46 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συµβουλίου. Ο Πρόεδρος Η Γραµµατέας Πέτρος Χριστόφορος Ειρήνη Παπαγεωργοπούλου 


ΣΧΟΛΙΟ : 


Στην γνωμοδότηση της η Αρχή θεωρεί αντισυνταγματική και αντίθετη με την νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης την πρόσφατη διάταξη του νόμου 4339/2015    με την οποία πρέπει να αποχωρήσουν από τη θέση τους τα μέλη των ανεξάρτητων αρχών των οποίων η αρχική θητεία έχει λήξει. Στην υπ΄ αριθμ. 5/2015 γνωμοδότηση της Αρχής, αναφέρεται ότι σύμφωνα με την συνταγματική αρχής της συνεχούς λειτουργίας των ανεξάρτητων Αρχών και το νόμο 4055/2102 η θητεία των μελών των ανεξάρτητων Αρχών παρατείνεται αυτοδικαίως μέχρι το διορισμό των νέων.
Συνεπώς, όπως υπογραμμίζεται στην γνωμοδότηση (δεν έχει δεσμευτικό χαρακτήρα) «νομίμως η Αρχή εξακολουθεί να λειτουργεί με την υφιστάμενη συγκρότηση της».
Η  αυτοδίκαιη λήξη των μελών των Ανεξάρτητων Αρχών είχε βρεθεί στο επίκεντρο της επικαιρότητας με αιχμή τα μέλη του Εθνικού Ραδιοτηλεοπτικού Συμβουλίου καθώς η σχετική διάταξη ήταν στο νομοσχέδιο για τα ΜΜΕ.

05 Νοεμβρίου 2015

δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών

Το ΣτΕ με νέα απόφασή του και σε συνέχεια της ΣτΕ 3316/2014 απόφασης, γνωμοδότησε για μια ακόμη φορά ότι η δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών παραβιάζει συνταγματικές διατάξεις.
Αναλυτικά το σκεπτικό του ΣτΕ
Επειδή, η κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 30 παρ.5 περ.ε του ν. 3296/2004 δέσμευση των τραπεζικών λογαριασμών και λοιπών περιουσιακών στοιχείων που διατάσσεται με πράξη των αρμοδίων οργάνων του Σ.Δ.Ο.Ε. αποτελεί διοικητικό μέτρο, το οποίο αποσκοπεί στην διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων του ελεγχομένου προσώπου, ώστε να είναι δυνατή η ικανοποίηση των αξιώσεων του Δημοσίου κατ’αυτού, σε περίπτωση διαπιστώσεως, βάσει του πορίσματος σχετικής έρευνας, της εκ μέρους του τελέσεως της πιθανολογηθείσης παραβάσεως, καθώς και στη διασφάλιση των αναγκαίων στοιχείων για την έρευνα (βλ. ΣτΕ 3316/2014 Ολομ., ΣτΕ 2797/2009).
Ως διοικητικό μέτρο δε που κατατείνει στην εξυπηρέτηση των ανωτέρω σκοπών, η κατ’άρθρο 30 παρ. 5 περ. ε του ν. 3296/2004 δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων του ελεγχομένου προσώπου διακρίνεται από την απαγόρευση κίνησης λογαριασμών και εκποίησης περιουσιακών στοιχείων που διατάσσεται κατά τις διατάξεις του άρθρου 48 του ν.3691/2008, από όργανο της Ποινικής Δικαιοσύνης, στο πλαίσιο διεξαγωγής τακτικής ανάκρισης, προανάκρισης ή και προκαταρκτικής εξέτασης και το οποίο εντάσσεται στα διωκτικά μέτρα της ποινικής νομοθεσίας (βλ. ΣτΕ 4427-ΣτΕ 8/2014). Συνεπώς, εν όψει της διαφορετικής φύσεως των διατάξεων που προβλέπουν τη λήψη των ανωτέρω μέτρων (άρθρο 30 παρ. 5 του ν. 3296/2004, άρθρο 48 του ν. 3691/2008) και των διαφορετικών σκοπών που υπηρετούνται με τις διατάξεις αυτές, σε περίπτωση κατά την οποία τα εν λόγω μέτρα λαμβάνονται παραλλήλως από τα αρμόδια όργανα, συνισχύουν, ως αυτοτελείς και διακεκριμένες αιτίες δεσμεύσεως των οικείων περιουσιακών στοιχείων.
Εν όψει των ανωτέρω, το έννομο συμφέρον της αιτούσης να ζητήσει την ακύρωση της εγκριθείσης με την προσβαλλόμενη πράξη δεσμεύσεως των περιουσιακών της στοιχείων, καθώς και η ισχύς της ως άνω επιβληθείσης δεσμεύσεως διατηρείται παρά το γεγονός ότι -ήδη προ της ασκήσεως της υπό κρίση αιτήσεως- είχε διαταχθεί, κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, η δέσμευση της κίνησης των τραπεζικών της λογαριασμών και η απαγόρευση εκποίησης περιουσιακών της στοιχείων, με το υπ’ αριθμ. 1181/2012 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης.
Σε κάθε περίπτωση, άλλωστε, η δέσμευση που διατάχθηκε με την προσβαλλόμενη πράξη εκτείνεται στο σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας της αιτούσης, ενώ η επιβληθείσα με το προαναφερθέν βούλευμα απαγόρευση εκποίησης αφορά μόνον τα συγκεκριμένα μνημονευόμενα περιουσιακά στοιχεία.
Επειδή, όπως κρίθηκε με την ΣτΕ 3316/2014 απόφαση της Ολομελείας του Δικαστηρίου, το κατά τη διάταξη του άρθρου 30 παρ. 5 περ. ε του ν.3296/2004 μέτρο της δέσμευσης των τραπεζικών λογαριασμών και οποιουδήποτε είδους περιουσιακών στοιχείων, συνεπαγόμενο σοβαρή επέμβαση σε συνταγματικώς προστατευόμενα αγαθά του ελεγχόμενου προσώπου και ειδικότερα στα περιουσιακά δικαιώματα και την οικονομική και επαγγελματική ελευθερία του, αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 17 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 1 Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256). Και τούτο, διότι, αν και με το μέτρο αυτό εξυπηρετείται σκοπός δημοσίου συμφέροντος (δηλαδή η διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων του ελεγχόμενου προσώπου για να είναι δυνατή η ικανοποίηση των αξιώσεων του Δημοσίου κατ’ αυτού σε περίπτωση διαπιστώσεως, βάσει του πορίσματος σχετικής έρευνας, της εκ μέρους του τελέσεως της πιθανολογηθείσας παραβάσεως, καθώς και η διασφάλιση των αναγκαίων στοιχείων για την έρευνα), εν τούτοις δεν διαγράφονται στον νόμο κατά τρόπο σαφή και αντικειμενικό οι προϋποθέσεις της δεσμεύσεως των περιουσιακών στοιχείων, αλλά αντιθέτως, με τη χρήση αόριστων εννοιών, καταλείπεται ευρύτατο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στη Διοίκηση.
Επιπλέον δε, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, διότι δεν τίθεται από τον νόμο περιορισμός ως προς την έκταση των περιουσιακών στοιχείων, που επιτρέπεται να τίθενται υπό δέσμευση από τη Διοίκηση, ούτε, κυρίως, ως προς τη χρονική διάρκεια της δεσμεύσεως, ενώ δεν ρυθμίζεται ειδικότερα η διαδικασία της επιβολής και της άρσης της δεσμεύσεως των περιουσιακών στοιχείων, με πρόβλεψη διαδικαστικών εγγυήσεων ανάλογων προς τη σοβαρότητα του λαμβανόμενου μέτρου.http://www.imerisia.gr/article.asp?catid=33966&subid=2&pubid=113839967

18 Οκτωβρίου 2015

Αριθμός 3374/2015 αποφαση ΣΤΕ απορριπτικη αμοιβεσ εμμισθων δικηγορων

  • Αριθμός 3374/2015 αποφαση ΣΤΕ απορριπτικη αμοιβες εμμισθων δικηγορων 



ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Νοεμβρίου 2014, με την εξής σύνθεση: Σωτ. Ρίζος, Πρόεδρος, Ν. Ρόζος, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, Δ. Μαρινάκης, Μ. Καραμανώφ, Δ. Αλεξανδρής, Π. Ευστρατίου, Ι. Γράβαρης, Π. Καρλή, Αντ. Ντέμσιας, Ηρ. Τσακόπουλος, Μ. Σταματελάτου, Β. Αραβαντινός, Α. Καλογεροπούλου, Β. Ραφτοπούλου, Θ. Αραβάνης, Δ. Μακρής, Β. Αναγνωστοπούλου - Σαρρή, Ηλ. Μάζος, Θ. Τζοβαρίδου, Σύμβουλοι, Μ. Σταματοπούλου, Ο. Νικολαράκου, Δ. Βανδώρος, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Ι. Γράβαρης και Β. Αναγνωστοπούλου - Σαρρή καθώς και η Πάρεδρος Μ. Σταματοπούλου μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.
Για να δικάσει την από 12 Μαρτίου 2013 αίτηση:
των: 1) ….
κατά των Υπουργών: α) Οικονομικών, β) Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και γ) Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, οι οποίοι παρέστησαν με την Ευφροσύνη Μπερνικόλα, Νομική Σύμβουλο του Κράτους.
Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της από 21 Μαΐου 2014 πράξης του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω της σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2 εδάφ. α, 20 και 21 του Π.Δ. 18/1989.
Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. οικ.2/844/022/4.1.2013 κοινή απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών και των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Β΄ 43/15.1.2013).
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Θ. Αραβάνη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την πληρεξούσια των αιτούντων, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και την αντιπρόσωπο των Υπουργών, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (3417310, 914272/2013 γραμμάτια παραβόλου).
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή, η οποία εισήχθη προς συζήτηση ενώπιον της Ολομέλειας με την από 21.5.2014 πράξη του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας λόγω σπουδαιότητας, ζητείται η ακύρωση της κοινής αποφάσεως οικ.2/844/0022/4.1.2013 του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών και των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης & Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας & Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με τίτλο «Καθορισμός αποδοχών δικηγόρων που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής στους φορείς της περ. 12 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 (ΦΕΚ Α΄ 222)» (Β΄ 43/15.1.2013). Με την απόφαση αυτή επεκτάθηκε στους δικηγόρους, οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες με σχέση έμμισθης εντολής στα ν.π.ι.δ. που ανήκουν στο Κράτος, Ν.Π.Δ.Δ., Ο.Τ.Α. κλπ ή σε επιχειρήσεις που χρηματοδοτούνται κατά 50% τουλάχιστον από τους φορείς αυτούς, το μισθολογικό καθεστώς των παρεχόντων υπηρεσίες με σχέση έμμισθης εντολής δικηγόρων στο Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ. και τους Ο.Τ.Α., το οποίο καθορίσθηκε με την κ.υ.α 2/17132/0022/28.2.2012 (Β΄ 498).
3. Επειδή, η προσβαλλόμενη κ.υ.α. εκδόθηκε κατ’ επίκληση των διατάξεων των περ. 9 και 12 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 (Α΄ 222) [Μεσοπρόθεσμο] και του άρθρου 22 παρ. 1 του Ν. 4024/2011 (Α΄ 226) [Ενιαίο Μισθολόγιο – βαθμολόγιο], αποβλέπει δε, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα, στον εξορθολογισμό του μισθολογικού καθεστώτος και την ενιαία αντιμετώπιση των δικηγόρων που υπηρετούν με σχέση έμμισθης εντολής στον δημόσιο τομέα εν γένει, στα πλαίσια ευρύτερου προγράμματος αντιμετωπίσεως της σοβούσας δημοσιονομικής κρίσεως. Συνεπώς η προσβαλλομένη, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι ρυθμίζει σχέσεις ιδιωτικού δικαίου, πάντως, αποτελεί μονομερή πράξη της Διοικήσεως, παράγουσα έννομα αποτελέσματα, η οποία έχει εκδοθεί κατ’ ενάσκηση δημόσιας εξουσίας και αποβλέπει αμέσως στην επίτευξη δημοσίου σκοπού. Με τα δεδομένα αυτά, η αμφισβήτηση της νομιμότητας της προσβαλλόμενης κανονιστικής πράξεως γεννά ακυρωτική διαφορά, για την εκδίκαση της οποίας αρμόδιο είναι το Συμβούλιο της Επικρατείας (βλ. ΣΕ 3404-3406/2014, 2026/2013 , 3776/2012 , 3032/2008 Ολομ.).
4. Επειδή, οι αιτούντες φέρονται ως δικηγόροι που απασχολούνται με σχέση έμμισθης εντολής στην ανώνυμη εταιρεία «ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της προσβαλλομένης, και προβάλλουν ότι η εφαρμογή της τελευταίας συνεπάγεται ουσιώδη μείωση των αποδοχών τους. Εν όψει τούτου οι αιτούντες έχουν έννομο συμφέρον για την άσκηση της αιτήσεως, παραδεκτώς δε ομοδικούν διότι προβάλλουν κοινούς λόγους ακυρώσεως που ερείδονται στην αυτή πραγματική και νομική αιτία (πρβλ. ΣΕ 3405-3406/2014, 2527/2013 Ολομ.). Εξ άλλου η αίτηση ασκείται εμπροθέσμως την 52η ημέρα από την επομένη της πραγματικής κυκλοφορίας του ΦΕΚ δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης (21.1.2013).
5. Επειδή, το μισθολογικό καθεστώς των απασχολουμένων με έμμισθη εντολή δικηγόρων σε ιδιωτικούς και δημόσιους φορείς είχε μέχρι την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως εξής: Ο Κώδικας περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) όριζε μεταξύ άλλων ότι: «Άρθρον 1: Ο Δικηγόρος είναι άμισθος Δημόσιος υπάλληλος…, Άρθρον 38: Ο Δικηγόρος είναι άμισθος Δημόσιος Λειτουργός… Άρθρον 62: 1. Αποβάλλει αυτοδικαίως την ιδιότητα του Δικηγόρου ο διατελών εις πάσαν έμμισθον υπηρεσίαν Δημοσίαν (Πολιτικήν ή Στρατιωτικήν), Δημοτικήν ή Κοινοτικήν ή Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου… 2. …, Άρθρον 63: 1. ... 2. … 3. Είναι ασυμβίβαστος προς το Δικηγορικόν Λειτούργημα πάσα έμμισθος υπηρεσία παρά φυσικώ ή νομικώ προσώπω. … 4. Κατ’ εξαίρεσιν επιτρέπεται εις τον Δικηγόρον α) η επί παγία ετησία ή μηνιαία αμοιβή παροχή καθαρώς νομικών εργασιών είτε ως Δικαστικού ή Νομικού Συμβούλου είτε ως Δικηγόρου…, Άρθρο 63Α [προστεθέν με το άρθρο 1 του ν. 1093/1980 (Α΄ 270)]: 1. Απαγορεύεται στο δικηγόρο να παρέχει νομικές ή δικηγορικές υπηρεσίες με πάγια περιοδική αμοιβή σε περισσότερους από έναν εντολείς, είτε αυτοί ανήκουν στο δημόσιο τομέα, όπως καθορίζεται στο άρθρο 1 παρ. 6 του Ν. 1256/1982 (ΦΕΚ 65/Α΄), είτε ανήκουν στον ιδιωτικό τομέα. Επίσης απαγορεύεται στο δικηγόρο στον οποίο ανατίθενται αποκλειστικά ή συστηματικά υποθέσεις από εντολέα του δημοσίου τομέα ή που λαμβάνει πάγια περιοδική αμοιβή απ’ αυτόν να αναλαμβάνει υποθέσεις και από άλλο εντολέα του τομέα αυτού…, Άρθρο 92: 1. … 2. Εν περιπτώσει συμφωνίας όπως ο Δικηγόρος διά τας παρεχομένας υπηρεσίας αμείβεται μόνον διά παγίας περιοδικής αμοιβής (άρθρ. 63 παρ. 4 εδαφ. α΄), το ελάχιστον όριον αυτής καθορίζεται εκάστοτε δι’ αποφάσεως του υπουργού της Δικαιοσύνης δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μετά σύμφωνον γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου αναλόγως α) της κατηγορίας εις ην ανήκει ο δεχόμενος τας υπηρεσίας του Δικηγόρου, β) του δικαστηρίου παρ’ ω ασκεί ο Δικηγόρος το λειτούργημα αυτού και γ) του χρόνου της δικηγορικής εν συνόλω υπηρεσίας και του χρόνου της παροχής των νομικών υπηρεσιών εις το φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον. …». Βάσει της τελευταίας διατάξεως εκδόθηκε η 128494/16.11.1954 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης (Β΄ 243), η οποία κυρώθηκε τροποποιηθείσα με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 3149/1955 (Α΄ 52) και με την οποία καθορίσθηκαν τα ελάχιστα όρια αμοιβής των δικηγόρων που παρείχαν τις υπηρεσίες τους με πάγια περιοδική αμοιβή, τόσο σε δημόσιους όσο και σε ιδιωτικούς φορείς, στην περιφέρεια του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, ανάλογα με την κατηγορία στην οποία ανήκε το πρόσωπο στο οποίο παρείχαν τις υπηρεσίες τους (Κατηγορίες Α΄: Πάσης φύσεως εταιρείες και εμπορικές εν γένει επιχειρήσεις, Β΄: Δήμοι, Κοινότητες, Δημοσυντήρητα Ιδρύματα, Γ΄…, Ζ΄) και ανάλογα με το βαθμό του παρέχοντος τις υπηρεσίες δικηγόρου (παρά Πρωτοδίκαις, παρ’ Εφέταις ή παρ’ Αρείω Πάγω). Μετά την έκδοση της ανωτέρω αποφάσεως εκδόθηκε, βάσει της αυτής εξουσιοδοτικής διατάξεως σε συνδυασμό με το άρθρο 1 του ν. 3149/1955, μεταξύ των ετών 1959 και 1973, σειρά όμοιων αποφάσεων, με τις οποίες χορηγήθηκαν ποσοστιαίες αυξήσεις και προσαυξήσεις των ελάχιστων ορίων αμοιβών των δικηγόρων με πάγια αντιμισθία στην περιφέρεια διαφόρων Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας. Στη συνέχεια, με την 128599/4.12.1973 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης (Β΄ 1427), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 179/1975 (Α΄ 204), καθορίσθηκε ειδικότερα ο τρόπος υπολογισμού των ελάχιστων ορίων αμοιβών των ανωτέρω δικηγόρων. Ακολούθως, με το άρθρο 2 του ν. 1093/1980 (Α΄ 270), προστέθηκε στον Κώδικα περί Δικηγόρων νέο άρθρο 92Α, με το οποίο το κατώτατο όριο αμοιβής των έμμισθων δικηγόρων συνδέθηκε, το πρώτον, με τον βασικό μισθό των δημοσίων υπαλλήλων. Ειδικότερα, το άρθρο αυτό, όπως ίσχυε πριν τον ν. 4093/2012, όρισε τα εξής: «1. Σε περίπτωση που έχει συμφωνηθεί να αμείβεται ο δικηγόρος για τις παρεχόμενες από αυτόν υπηρεσίες μόνο με πάγια περιοδική αμοιβή, τα κατώτατα όρια αυτής καθορίζονται κατά μήνα ως ακολούθως: α) Διά δικηγόρον παρά Πρωτοδίκαις, ο εκάστοτε βασικός μισθός δημοσίου διοικητικού υπαλλήλου επί 7ω βαθμώ. β) Διά δικηγόρον παρ’ Εφέταις ο εκάστοτε βασικός μισθός δημοσίου διοικητικού υπαλλήλου επί 5ω βαθμώ. γ) Διά δικηγόρον παρ’ Αρείω Πάγω ο εκάστοτε βασικός μισθός δημοσίου διοικητικού υπαλλήλου επί 3ω βαθμώ», προβλέφθηκε δε, περαιτέρω, ότι τα όρια αυτά προσαυξάνονται «διά των εις τους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους καταβαλλομένων επιδομάτων κατά τας οικείας περί τούτων διατάξεις» (παρ. 2). Βάσει της ως άνω εξουσιοδοτικής διατάξεως εκδόθηκαν μέχρι το έτος 1984 πλείονες υπουργικές αποφάσεις περί χορηγήσεως ποσοστιαίων αυξήσεων και προσαυξήσεων των ελάχιστων ορίων αμοιβών ή περί τροποποιήσεως των κατηγοριών προσώπων στα οποία οι δικηγόροι των δικηγορικών συλλόγων του κράτους παρείχαν υπηρεσίες με έμμισθη εντολή [βλ. απόφαση Υπ. Δικαιοσύνης 43960/8-24.6.1982 (Β΄ 424), όπως τροποποιήθηκε με την 68385/7.8-3.9.1984 όμοια (Β΄ 604) κ.ά.]. Μετά ταύτα δημοσιεύθηκε ο ν. 1505/1984 «Αναδιάρθρωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες διατάξεις» (Α΄ 194), στο άρθρο 26 παρ. 2 του οποίου ορίσθηκε ότι: «Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Οικονομικών και του κατά περίπτωση αρμόδιου οι διατάξεις του νόμου αυτού μπορεί να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και σε προσωπικό του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α. που δεν υπάγεται στις διατάξεις του και έχει βαθμολογική ή μισθολογική αντιστοιχία με μόνιμους υπαλλήλους του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α. που υπάγονται στο νόμο αυτόν, καθώς και σε διαβαθμισμένους κληρικούς». Κατ’ επίκληση της εξουσιοδοτικής αυτής διατάξεως και του άρθρου 2 του ν. 1093/1980 (92Α του Κώδικα Δικηγόρων) εκδόθηκε η κοινή απόφαση 85724/8615/27.8-5.9.1986 των Υπουργών προεδρίας, Δικαιοσύνης και Οικονομικών «Κατάταξη Δικηγόρων σε Μ.Κ. σύμφωνα με το ν. 1505/84» (Β΄ 565), με την οποία ορίσθηκε οι δικηγόροι, των οποίων τα κατώτατα όρια της αμοιβής καθορίζονται κατά το άρθρο 2 παράγρ. 1 του ν. 1093/1980 (=άρθ. 92Α του Κώδικα Δικηγόρων), διέπονται από τον ν. 1505/1984 και κατατάσσονται σε μισθολογικά κλιμάκια, χωρίς περαιτέρω εξέλιξη, ως ακολούθως: «α) οι Δικηγόροι παρά πρωτοδίκαις στο 16ο μισθολογικό κλιμάκιο, β) οι Δικηγόροι παρ’ εφέταις στο 10ο μισθολογικό κλιμάκιο, γ) οι Δικηγόροι παρ’ Αρείω Πάγω στο 3ο μισθολογικό κλιμάκιο». Τα κατώτατα αυτά όρια αμοιβής τροποποιήθηκαν εκ νέου με αντιστοίχιση στα 15ο, 8ο και 1ο μ.κ., αντιστοίχως, με το άρθρο 12 του ν. 1816/1988 (Α΄ 251), με το οποίο αντικαταστάθηκε το άρθρο 2 του ν. 1093/1980 (=άρθ. 92Α του Κώδικα Δικηγόρων). Η εξουσιοδότηση του ν. 1505/1984 επαναλήφθηκε στο άρθρο 24 του ν. 2470/1997 «Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες διατάξεις» (Α΄ 40), με την προσθήκη, ρητώς, της δυνατότητας επεκτάσεως των διατάξεων του νόμου αυτού και σε «δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής». Κατ’ επίκληση της διατάξεως αυτής και του άρθρου 2 του ν. 1093/1980, όπως αντικαταστάθηκε, εκδόθηκε η κ.υ.α. 2022210/2776/002/3.4.1997 «Κατάταξη δικηγόρων με έμμισθη εντολή σε μισθολογικά κλιμάκια» (Β΄ 277, αναδημ. Β΄ 319), με την οποία επαναλήφθηκαν τα ως άνω κατώτατα όρια αμοιβής των δικηγόρων με έμμισθη εντολή εν γένει. Όμοια εξουσιοδότηση περιελήφθη και στη διάταξη του άρθρου 21 εδ. α΄ του ν. 3205/2003 «Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. … κ.λπ.» (Α΄ 297), κατ’ επίκληση της οποίας, εν συνδυασμώ προς το άρθρο 2 του ν. 1093/1980, εκδόθηκε η κ.υ.α. 2/8250/0022/10.2.2004 «Καθορισμός τακτικών αποδοχών δικηγόρων που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής στο Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α. και τα Ν.Π.Δ.Δ.» (Β΄ 355), με την οποία επαναλήφθηκαν οι ρυθμίσεις της κ.υ.α. του 1997, με τη διαφορά ότι η αναφορά στο μισθολόγιο του 1997 αντικαταστάθηκε με αναφορά στο μισθολόγιο του 2003, μόνο όμως για τους δικηγόρους «που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας περιοδικής έμμισθης εντολής στο Δημόσιο, στους Ο.Τ.Α. και στα Ν.Π.Δ.Δ.» (παρ. 1).
6. Επειδή, η επελθούσα από το 2009 οικονομική κρίση στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενώσεως προεκάλεσε έκτακτες ρυθμίσεις και δράσεις των θεσμικών οργάνων αυτής και αντίστοιχες νομικές ρυθμίσεις στις πληττόμενες χώρες. Έτσι, στην Ελλάδα, κατ’ αρχάς, επιβλήθηκαν με τους νόμους 3758/2009 (Α΄ 68) και 3808/2009 (Α΄ 227), έκτακτες οικονομικές εισφορές στα εισοδήματα φυσικών και νομικών προσώπων καθώς και στη μεγάλη ακίνητη περιουσία φυσικών προσώπων. Στις 14.1.2010 εξάλλου, η Ελληνική Κυβέρνηση παρουσίασε το επικαιροποιημένο πρόγραμμα σταθερότητας και ανάπτυξης 2010-2013, σύμφωνα με το οποίο η ανάγκη άμεσης αντιμετώπισης του προβλήματος δανειακής ρευστότητας της χώρας επέβαλε την ταχεία προώθηση μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής, μέσω των οποίων θα μπορούσε να επιτευχθεί περιστολή των δημοσίων δαπανών, με τη μείωση, μεταξύ άλλων, της δαπάνης της γενικής κυβέρνησης για επιδόματα κατά 10% και τον περιορισμό των προσλήψεων υπαλλήλων στο δημόσιο τομέα. Στις 16.2.2010 το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε την 2010/182/ΕΕ (ΕΕ L 83) απόφασή του, με την οποία απηύθυνε, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 126 παρ. 9, σε συνδυασμό με το άρθρο 136, της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Σ.Λ.Ε.Ε.), ειδοποίηση προς την Ελλάδα για τη λήψη μέτρων για τη μείωση του ελλείμματος, μεταξύ των οποίων περιελαμβάνετο και η μείωση του μισθολογικού κόστους του Δημοσίου. Στη συνέχεια, λόγω επιδεινώσεως της καταστάσεως ελήφθησαν μέτρα με τον ν. 3833/2010 (Α΄ 40), μεταξύ των οποίων αναδρομική μείωση αποδοχών των εργαζομένων στον στενό ή ευρύτερο δημόσιο τομέα. Ειδικότερα, μειώθηκαν κατά 12% τα πάσης φύσεως επιδόματα, και κατά 30% τα επιδόματα εορτών και αδείας, ενώ θεσπίσθηκε όριο στις συνολικές αποδοχές των εργαζομένων του δημόσιου τομέα (άρθρα 1 και 2). Στις 3.5.2010 εξάλλου, υπεγράφη μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ελληνικής Δημοκρατίας «Μνημόνιο Συνεννόησης» στο οποίο περιελήφθησαν, μεταξύ άλλων, τα δημοσιονομικά, χρηματοπιστωτικά και διαρθρωτικά μέτρα του τριετούς προγράμματος που είχε καταρτισθεί από τις ελληνικές αρχές. Όπως ειδικότερα προβλέπεται σ’ αυτό, πριν από την καταβολή των δόσεων του δανείου προς την Ελλάδα συντάσσεται έκθεση συμμόρφωσης σχετικά με την εκπλήρωση των οριζομένων προϋποθέσεων, μεταξύ δε των προβλεπομένων μέτρων περιλαμβάνεται η μείωση του μισθολογίου. Το μνημόνιο αυτό προσαρτήθηκε ως παράρτημα στο ν. 3845/2010 (Α΄ 65), με τον οποίο επήλθε περαιτέρω μείωση των επιδομάτων κατά 8%. Επακολούθησε ο ν. 3871/2010 (Α΄ 141) με τον οποίο επεβλήθη η ψήφιση κατ’ έτος, «Μεσοπροθέσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στήριξης», το οποίο εγκρίθηκε για την περίοδο 2012-2015, με το ν. 3985/2011 (Α΄ 151). Με τις προβλέψεις του ως άνω “πλαισίου”, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του σχετικού νόμου, επιδιώκεται, όχι μόνον η μείωση των δαπανών του κράτους αλλά η υλοποίηση μονίμων διαρθρωτικών παρεμβάσεων, όπως ο εξορθολογισμός της μισθοδοτικής δαπάνης του Δημοσίου. Κατόπιν αυτών, δημοσιεύθηκε ο ν. 4024/2011 «Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο-βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπροθέσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015» (Α΄ 226). Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση που τον συνοδεύει, βασική του επιδίωξη είναι η καθιέρωση νέου Ενιαίου Mισθολογίου – Βαθμολογίου, ενόψει των ιδιαιτέρων δημοσιονομικών συνθηκών της χώρας. Το νέο μισθολόγιο, πέραν της εξοικονόμησης πόρων, στοχεύει στον εξορθολογισμό της υφισταμένης κατάστασης αναφορικά με τις οικονομικές απολαβές των υπαλλήλων, προκειμένου να επιτευχθεί η δημιουργία ενός ανταγωνιστικού περιβάλλοντος που θα συνδυάζει την εργασιακή ασφάλεια με την αποτελεσματικότητα της διοικητικής δράσης. Το προηγούμενο σύστημα αμοιβών, σύμφωνα με την εν λόγω έκθεση, δεν συνδεόταν με ένα αποτελεσματικό σύστημα αξιολόγησης και ανταμοιβής των υπαλλήλων, ενώ σημαντική παράμετρο αυτού αποτελούσαν τα διάφορα επιδόματα, τα οποία όμως δεν είχαν θεσμοθετηθεί κεντρικά ούτε σχετίζονταν με τα παραγόμενα αποτελέσματα. Στην παρ. 1 του άρθρου 4 ορίζεται ότι στις διατάξεις του Κεφαλαίου Β υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ), μεταξύ άλλων, του Δημοσίου (περίπτ. α), των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού (περίπτ. β) και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) (περίπτ. γ), καθώς επίσης και ορισμένες άλλες κατηγορίες υπαλλήλων και λειτουργών (υπό α έως ζ), κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, υπάλληλοι και λειτουργοί που δεν εμπίπτουν ευθέως στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του συγκεκριμένου. Με τα άρθρα 6 και 7 του ν. 4024/2011 καταργείται η αυτόματη βαθμολογική εξέλιξη των υπαλλήλων σε ενιαίες οργανικές θέσεις όλων των βαθμών, με μόνο ουσιαστικό κριτήριο την συμπλήρωση συγκεκριμένου χρόνου υπηρεσίας και καθιερώνεται σύστημα βαθμολογικής προαγωγής κατόπιν αξιολογήσεως. Με το άρθρο 12 του ίδιου νόμου προβλέπεται εξάλλου, ότι ο υπάλληλος λαμβάνει το βασικό μισθό που αντιστοιχεί στο βαθμό του, και ότι, σε περίπτωση δυσμενούς εκθέσεως αξιολόγησης για δύο συνεχή έτη, δεν εξελίσσεται μισθολογικά. Συναφώς, με το άρθρο 13 ορίζεται ως βάση για τον υπολογισμό του αντιστοιχούντος σε κάθε βαθμό, εισαγωγικού μισθού ο εισαγωγικός μηνιαίος βασικός μισθός του κατώτερου βαθμού της κατηγορίας ΥΕ, που καθορίζεται σε 780 ευρώ, ενώ οι αντίστοιχοι μισθοί των λοιπών κατηγοριών, καθορίζονται για την κατηγορία ΔΕ σε 858 €, για την ΤΕ σε 1037 € και για την ΠΕ, στην οποία εξ ορισμού εμπίπτουν οι δικηγόροι ως κάτοχοι πτυχίου Νομικής Σχολής, σε 1092 €. Στο άρθρο 14 προβλέπεται, περαιτέρω, ότι οι μηνιαίες αποδοχές του υπαλλήλου αποτελούνται, πέραν του βασικού μισθού, από τα επιδόματα και τις λοιπές παροχές που προβλέπονται ειδικά στο νόμο και χορηγούνται εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις καταβολής τους. Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 15 έως 20 καθορίστηκαν τα επιδόματα και οι προϋποθέσεις χορήγησής τους, μεταξύ των οποίων στο άρθρο 16 τα επιδόματα εορτών και αδείας [τα οποία καταργήθηκαν από 1.1.2013 με το άρθρο πρώτο του ν. 4093/2012 (Α' 222/12.11.2012)], στο άρθρο 17 η οικογενειακή παροχή, στο άρθρο 18 το επίδομα θέσης ευθύνης και στο άρθρο 20 η πρόσθετη αμοιβή για υπερωριακή εργασία. Εξ άλλου, στην παράγραφο 1 του άρθρου 22, στο οποίο, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου, προβλέπεται η επέκταση, εν όλω ή εν μέρει, με κοινή υπουργική απόφαση, των διατάξεων του νόμου αυτού και σε δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής, ορίζεται, ειδικότερα, ότι: «Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζονται οι αποδοχές για τους δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής στους φορείς της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου». Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 28 του ν. 4024/2011 επιδιώκεται η ομαλή μετάβαση στο νέο σύστημα βαθμολογικής εξέλιξης, ορίζεται δε ειδικότερα στην παράγρ. 1 ότι οι υπηρετούντες κατά την έναρξη ισχύος του υπάλληλοι κατατάσσονται αυτοδικαίως στους βαθμούς της κατηγορίας που υπηρετούν, με βάση το συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας και το χρόνο προϋπηρεσίας στο δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα που έχει αναγνωριστεί για τη βαθμολογική ή τη μισθολογική κατάταξη και εξέλιξη του υπαλλήλου. Τέλος, στη μεν παράγρ. 1 του άρθρου 29 (όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 32 παρ. 3 του ν. 4038/2012, Α' 14) ορίζεται ότι οι υπάλληλοι που εντάσσονται στους νέους βαθμούς, κατά το προηγούμενο άρθρο, λαμβάνουν το βασικό μισθό του βαθμού αυτού, ενώ όσοι εξ αυτών έχουν πλεονάζοντα χρόνο στον ίδιο βαθμό εξελίσσονται στα Μ.Κ. του βαθμού αυτού, κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 12 του εν λόγω Κεφαλαίου. Στην δε παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου 29 (όπως τροποποιήθηκε από τότε που ίσχυσε με το άρθρο 3 παρ. 3 της ΠΝΠ 16/16.12.2011, Α' 262/16.12.2011) ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι: Εάν από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του εν λόγω Κεφαλαίου προκύπτει μείωση των συνολικών μηνιαίων αποδοχών, μεγαλύτερη κατά ποσοστό του 25% των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος του Κεφαλαίου αυτού, χωρίς στην ανωτέρω σύγκριση να λαμβάνεται υπόψη το ποσό που καταβάλλεται ως επίδομα θέσης ευθύνης, η συνολική μείωση κατανέμεται ως εξής: «α) 25% μείωση επί των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου με την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, β) η υπερβάλλουσα μείωση ισόποσα σε χρονικό διάστημα δύο (2) ετών το οποίο αρχίζει ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου». (Η εφαρμογή της τελευταίας αυτής περίπτ. β της παραγράφου 2 του άρθρου 29 ανεστάλη έως 31.12.2016, δυνάμει του άρθρου πρώτου παρ. 2 υποπαρ. Γ1 του ν. 4093/2012, με έναρξη ισχύος της αναστολής από 31.10.2012).
7. Επειδή, κατ’ επίκληση της εξουσιοδοτικής διατάξεως της παρ. 1 άρθρου 22 του ν. 4024/2011 εκδόθηκε η οικ.2/17132/0022/28.2.2012 κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης & Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Δικαιοσύνης, Διαφάνειας & Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών με τίτλο «Καθορισμός αποδοχών δικηγόρων που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής στους φορείς της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4024/2011 (Α΄ 226)» (Β΄ 498), στην οποία ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: «1. Στους δικηγόρους που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής στους φορείς της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4024/2011, καταβάλλεται βασικός μισθός ως εξής: α) Στους δικηγόρους στο Πρωτοδικείο, ο μισθός του 2ου μισθολογικού κλιμακίου του Ε΄ βαθμού, β) Στους δικηγόρους στο Εφετείο, ο μισθός του 2ου μισθολογικού κλιμακίου του Γ΄ βαθμού, και γ) Στους δικηγόρους στον Άρειο Πάγο, ο μισθός του Β΄ βαθμού. Επιπλέον, καταβάλλεται χρονοεπίδομα 2% επί του βασικού μισθού για κάθε δύο έτη δικηγορίας από την ημερομηνία εγγραφής τους στα Μητρώα του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου. 2. Στους ανωτέρω δικηγόρους χορηγούνται επιδόματα εορτών και αδείας καθώς και οικογενειακή παροχή, εφαρμοζομένων αναλογικά των διατάξεων των άρθρων 16 και 17 του ν. 4024/2011. 3. Δικηγόροι οι οποίοι ασκούν καθήκοντα προϊσταμένου νομικής υπηρεσίας, …, λαμβάνουν επίδομα θέσης ευθύνης σύμφωνα με το άρθρο 18 του ν. 4024/2011. 4. … 5. Η παρούσα απόφαση ισχύει από 1.11.2011…».
8. Επειδή, στη συνέχεια, με τον ν. 4046/2012 (Α΄ 28/14.2.2012) εγκρίθηκε το Σχέδιο του Μνημονίου Συνεννόησης (Memorandum of Understanding) [Μνημόνιο ΙΙ] μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος (άρθρο 1 παρ. 2) ως προϋπόθεση για την υπογραφή και τη θέση σε ισχύ των Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (Ε.Τ.Χ.Σ), της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, τα σχέδια των οποίων επίσης εγκρίθηκαν με τον ίδιο νόμο και προσαρτήθηκαν σ’ αυτόν ως Παράρτημα V (άρθρο 1 παρ. 1). Το εν λόγω Μνημόνιο αποτελείται από τα ακόλουθα μέρη: α) Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής (Memorandum of Economic and Financial Policies), β) Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής (Memorandum of Understanding on Specific Εconomic Policy Conditionality) και γ) Τεχνικό Μνημόνιο Συνεννόησης (Technical Memorandum of Understanding). Στο πρώτο από τα ανωτέρω τρία επί μέρους Μνημόνια, δηλαδή στο Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής, το οποίο προσαρτάται στο ν. 4046/2012 ως Παράρτημα V_1 και στο οποίο περιγράφονται οι στόχοι, η στρατηγική και οι προοπτικές για την ελληνική οικονομία, μεταξύ άλλων, αναφέρονται τα εξής στο κεφάλαιο με τίτλο «Δημοσιονομική Πολιτική»: «… 7. Οι βασικές μεταρρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένων αυτών που έχουν καθοριστεί στη ΜΔΣ και στον προϋπολογισμό του 2012, περιλαμβάνουν: … Μεταρρύθμιση της αποζημίωσης των υπαλλήλων του δημόσιου τομέα. … 8. Δεδομένης της χαμηλής είσπραξης φόρων σε σύγκριση με τις άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, η στρατηγική προσαρμογής μας βασίζεται στην εισαγωγή εκτενών μεταρρυθμίσεων στη φορολογική διοίκηση… 9. Έχουμε δεσμευθεί να πετύχουμε τον δημοσιονομικό μας στόχο και είμαστε έτοιμοι να λάβουμε διορθωτικά μέτρα στην περίπτωση υποαπόδοσης. Τα διορθωτικά μέτρα, εάν κριθούν αναγκαία, θα περιλαμβάνουν πρόσθετες στοχευμένες μειώσεις στο μισθολογικό κόστος του δημόσιου τομέα και στις κοινωνικές δαπάνες, …». Στο δεύτερο από τα ανωτέρω τρία Μνημόνια, δηλαδή στο Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής, το οποίο προσαρτάται στο ν. 4046/2012 ως Παράρτημα V_2, αναφέρονται, μεταξύ άλλων, στο Κεφάλαιο 1 με τίτλο «Δημοσιονομική εξυγίανση» τα εξής: «… Πριν την εκταμίευση, η Κυβέρνηση προβαίνει επίσης στις ακόλουθες εκκρεμείς ενέργειες: … Υπουργικές αποφάσεις για την ολοκλήρωση της πλήρους εφαρμογής του νέου μισθολογίου σε όλα τα σχετικά νομικά πρόσωπα… Η Κυβέρνηση δηλώνει την ετοιμότητά της να ορίσει και να θεσπίσει πρόσθετα μέτρα, εάν παραστεί ανάγκη, έτσι ώστε να τηρηθούν οι δημοσιονομικοί στόχοι». Στην αιτιολογική έκθεση, που συνοδεύει το ν. 4046/2012 αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι παρά τις προσπάθειες των τελευταίων τριών ετών συνεχίσθηκε η ύφεση της ελληνικής οικονομίας και η αύξηση του δημοσίου χρέους, το οποίο ανήλθε για το 2011 στα 368 δισ., υπερβαίνοντας το 169% του ΑΕΠ, και ότι τούτο επιβάλλει τη λήψη άμεσων μέτρων προς την κατεύθυνση της ελάφρυνσής του, και ειδικότερα μια ουσιαστική αναδιάταξη του δημόσιου χρέους ώστε να καταστεί το βιώσιμο βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα. Στη συνέχεια, με τον ν. 4051/2012 (Α΄ 40/29.2.2012) εισήχθησαν επείγουσες ρυθμίσεις για την εφαρμογή του, κατά τα ανωτέρω, Μνημονίου Συνεννόησης και επήλθαν οι αναγκαίες προσαρμογές στον εγκριθέντα με τον ν. 4032/2011 (Α΄ 257) προϋπολογισμό του 2012.
9. Επειδή, ακολούθως, εκδόθηκε ο ν. 4093/2012 «Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016» (Α΄ 222/12.11.2012). Με τις διατάξεις της παραγράφου Α΄ με τίτλο «ΕΓΚΡΙΣΗ ΜΕΣΟΠΡΟΘΕΣΜΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ 2013-2016» του άρθρου πρώτου του νόμου αυτού εγκρίθηκε το μεσοπρόθεσμο πλαίσιο. Όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του μεσοπρόθεσμου πλαισίου (βλ. σχετ. κείμενο του Υπουργείου Οικονομικών του Οκτωβρίου 2012) και προβλέπεται ιδίως στην ενότητα 1 «Δημοσιονομική στρατηγική και πολιτικές» του Κεφαλαίου 3 του μεσοπροθέσμου, ότι το δημοσιονομικό όφελος από τον εξορθολογισμό των μισθολογίων (εκτός ΔΕΚΟ και ειδικών μισθολογίων), την κατάργηση των εξαιρέσεων του ενιαίου μισθολογίου και την ένταξη των ΔΕΚΟ στο ενιαίο μισθολόγιο θα υπερβεί αθροιστικά τα 102 εκατομμύρια ευρώ, για την περίοδο 2013-2016. Τέλος, στην ενότητα 5 «Δαπάνες Κρατικού Προϋπολογισμού» του ίδιου Κεφαλαίου 3, υποενότητα 5.3.1, αναφέρεται ότι: «Οι δαπάνες για μισθούς εμφανίζονται μειωμένες κατά 2.490 εκατ. ευρώ, το 2016 σε σύγκριση με την σχετική εκτίμηση για το 2012 προ της λήψεως των μέτρων. Συγκεκριμένα, εκτιμάται ότι θα ανέλθουν σε 13.112 εκατ. ευρώ ή 6,76% του ΑΕΠ το 2012, σε 11.811 εκατ. ευρώ ή 6,45% του ΑΕΠ το 2013, σε 11.248 εκατ. ευρώ ή 6,16% του ΑΕΠ το 2014, σε 10.942 εκατ. ευρώ ή 5,83% του ΑΕΠ το 2015 και σε 10.630 εκατ. ευρώ ή 5,41% του ΑΕΠ το 2016. Η διαμόρφωση των εξοικονομήσεων στο ύψος των ανωτέρω δαπανών, εκτιμάται ότι θα επιτευχθεί ως αποτέλεσμα των εξής σχεδιαζομένων παρεμβάσεων: … κατάργηση εξαιρέσεων του ενιαίου μισθολογίου...». Με το άρθρο πρώτο παράγρ. Γ΄, υποπαρ. Γ.1 περίπτ. 9 του ν. 4093/2012 καταργήθηκε από 1.1.2013 το χρονοεπίδομα 2% της παρ. 1 της προαναφερθείσας κ.υ.α. οικ.2/17132/0022/28.2.2012, στην δε περίπτ. 12 ορίσθηκε ότι: «12. Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011 που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου έχουν ανάλογη εφαρμογή, από 1.1.2013, και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο Κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, …, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανώνυμων εταιρειών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α΄ του ν. 3429/2005 (Α΄ 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1.α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α΄ 212). Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, οι οποίες μπορούν να ανατρέχουν στην έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, μπορούν να ρυθμίζονται λεπτομέρειες εφαρμογής των προηγούμενων εδαφίων. …». Εξ άλλου, στο άρθρο 19 του ν. 3429/2005, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1.α του ν. 3899/2010, ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι: «Στο πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου Α΄ του νόμου αυτού υπάγονται οι δημόσιες επιχειρήσεις, ανεξαρτήτως αν έχουν εξαιρεθεί από τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις για τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, καθώς και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που υπάγονται στη Γενική Κυβέρνηση σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 1Β του ν. 2362/1995» με ορισμένες εξαιρέσεις. Περαιτέρω, με την παράγρ. ΙΓ΄, υποπαρ. ΙΓ.1, περ. 8.β του ν. 4093/2012 αντικαταστάθηκε το άρθρο 92Α του ν.δ. 3026/1954 (Κώδικα περί Δικηγόρων) ως εξής: «1. Ο δικηγόρος για τις παρεχόμενες με έμμισθη εντολή υπηρεσίες του αμείβεται με πάγια μηνιαία αμοιβή που καθορίζεται με ελεύθερη συμφωνία με τον εντολέα του. Η αμοιβή των ασκούμενων δικηγόρων δεν μπορεί να είναι κατώτερη του εκάστοτε ισχύοντος κατώτατου νόμιμου μισθού υπαλλήλου του ιδιωτικού τομέα. 2. Οι αποδοχές των δικηγόρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους με έμμισθη εντολή στους φορείς της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του ν. 4024/2011 (Α΄ 226) καθορίζονται όπως ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 22 του ν. 4024/2011» (περ. 8.β). Στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4093/2012 αναφέρονται, ως προς την υποπαράγραφο Γ.1, μεταξύ άλλων, τα εξής: «... Με τις παρούσες διατάξεις ρυθμίζονται θέματα μισθολογικού περιεχομένου, τα οποία προβλέπονται στο πλαίσιο εφαρμογής του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος Δημοσιονομικής Προσαρμογής. Ειδικότερα: … Με τις διατάξεις της περίπτωσης 9 καταργείται, από 1.1.2013, το χρονοεπίδομα που καταβάλλεται στους δικηγόρους με έμμισθη εντολή του δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ. … Με τις διατάξεις της περίπτωσης 12 ορίζεται ότι οι διατάξεις που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του Κεφαλαίου Δευτέρου του ν. 4024/2011, δηλαδή των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, έχουν ανάλογη εφαρμογή, από 1.1.2013, και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο Κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τ[ου]ς, …, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τ[ου]ς, καθώς και των λοιπών επιχειρήσεων, οργανισμών και ανωνύμων εταιρειών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α΄ του ν. 3429/2005 (Α΄ 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1.α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α΄ 212). Για την ομαλότερη και αποτελεσματικότερη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων μπορούν να εκδίδονται κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, οι οποίες μπορούν να ανατρέχουν στην έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας παραγράφου. …». Ως προς την υποπαράγραφο ΙΓ.1 περ. 9 του σχεδίου (= περ. 8.β νόμου) αναφέρεται ότι «ορίζεται ότι οι ελάχιστες αμοιβές των δικηγόρων, οι οποίοι παρέχουν τις υπηρεσίες τους με έμμισθη εντολή, πρέπει να προβλέπονται νομοθετικά και να είναι ανάλογες με εκείνες των συναδέλφων τους που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στους φορείς του δημόσιου τομέα, όπως έχει ήδη προσδιορισθεί, γεγονός που επιβάλλεται από την θεμελιώδη αρχή της ισότητας, δεδομένου ότι οι παρεχόμενες υπηρεσίες είναι ίδιες». Εξ άλλου, στην έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, που συνόδευε το σχέδιο του ανωτέρω νόμου 4093/2012 κατά την υποβολή του προς ψήφιση στη Βουλή, αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Παράγραφος Γ. Τροποποιούνται οι μισθολογικές διατάξεις που διέπουν τους φορείς του δημόσιου τομέα ως ακολούθως: … -Καταργείται, από 1.1.2013, το χρονοεπίδομα (2% επί του βασικού μισθού για κάθε δύο έτη δικηγορίας) στις αποδοχές των δικηγόρων με έμμισθη εντολή σε υπηρεσίες του Δημοσίου, των ο.τ.α. και των άλλων ν.π.δ.δ. -… -Στο ενιαίο βαθμολόγιο - μισθολόγιο (ν. 4024/2011) των υπαλλήλων του Δημοσίου υπάγεται, από 1.1.2013, και το προσωπικό των μνημονευόμενων ν.π.ι.δ., καθώς και το αντίστοιχο των δημοσίων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανωνύμων εταιρειών του Α΄ Κεφαλαίου του ν. 3429/2005 (μη εισηγμένες στο Χρηματιστήριο). -…». Κατ’ επίκληση των εξουσιοδοτικών διατάξεων των περ. 9 και 12 της υποπαρ. Γ.1 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 και της παρ. 1 του άρθρου 22 του ν. 4024/2011 εκδόθηκε η ήδη προσβαλλόμενη κ.υ.α. οικ.2/844/0022/4.1.2013 στην οποία ορίζεται ότι: «Στους δικηγόρους που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής στους φορείς της περ. 12 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 (ΦΕΚ Α΄ 222) επεκτείνεται και έχει ανάλογη εφαρμογή, από 1.1.2013, η υπ’ αριθμ. 2/17132/022/28.2.2012 (ΦΕΚ Β΄ 498) κοινή υπουργική απόφαση, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει. …».
10. Επειδή, μετά την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως δημοσιεύθηκε ο νέος Κώδικας Δικηγόρων (ν. 4194/2013, Α΄ 208/27.9.2013), με το άρθρο 166 παρ. 2 του οποίου καταργήθηκε ο προϊσχύων Κώδικας (ν.δ. 3026/1954). Στο άρθρο 44 του νέου Κώδικα με τίτλο «Αποδοχές έμμισθου δικηγόρου» ορίζονται τα εξής: «1. Ο δικηγόρος για τις παρεχόμενες με έμμισθη εντολή υπηρεσίες του αμείβεται με πάγιες μηνιαίες αποδοχές που καθορίζονται με ελεύθερη συμφωνία με τον εντολέα του και οι οποίες δεν μπορούν να είναι κατώτερες των εκάστοτε ισχυουσών κατώτατων νόμιμων αποδοχών υπαλλήλου του ιδιωτικού τομέα ανάλογων επιστημονικών προσόντων. 2. Οι αποδοχές των δικηγόρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο, στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) πρώτου και δεύτερου βαθμού και στα νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και ο Οργανισμός Γεωργικών Ασφαλίσεων, καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις». Τέλος, στην παράγρ. 1 του άρθρου 166 αυτού ορίζεται ότι: «1. Οι διατάξεις του Κώδικα είναι ειδικές έναντι κάθε άλλης διάταξης. ...» Οι διατάξεις αυτές δεν ασκούν επιρροή στο αντικείμενο της δίκης, διότι οι εξουσιοδοτικές διατάξεις, βάσει των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη πράξη, εν όψει της διατυπώσεως και του εκτεθέντος σκοπού τους, είναι ειδικές ως προς τις ανωτέρω διατάξεις του νέου Κώδικα Δικηγόρων καθ’ όσον αφορά το κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα, δηλαδή τον καθορισμό της αμοιβής των έμμισθων δικηγόρων των ν.π.ι.δ. του ευρύτερου δημόσιου τομέα, το οποίο δεν περιλαμβάνεται στην εξουσιοδότηση της παραγρ. 2 του άρθρου 44 του νέου Κώδικα Δικηγόρων, ούτε μπορεί να συναχθεί, εξ αντιδιαστολής, ότι με τη διάταξη αυτή καταργήθηκαν σιωπηρώς οι κείμενες διατάξεις που ρυθμίζουν ειδικώς το ζήτημα αυτό. Και ναι μεν η παράγρ. 2 του άρθρου 166 του Κώδικα ορίζει ότι οι διατάξεις αυτού είναι «ειδικές» έναντι κάθε άλλης διατάξεως, η διάταξη όμως αυτή έχει προδήλως την έννοια ότι οι διατάξεις του Κώδικα είναι ειδικές ως προς τα θέματα τα οποία ρυθμίζουν, και όχι ως προς θέματα που ρυθμίζονται με άλλες διατάξεις, όπως εν προκειμένω. Άλλωστε κατά γενική αρχή του δικαίου, η κατάργηση εξουσιοδοτικής διατάξεως τυπικού νόμου δεν επιφέρει αυτοδικαίως κατάργηση και των κανονιστικών πράξεων που έχουν εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότησή του, εκτός αν αυτό προβλέπεται ρητώς (βλ. ΣΕ 346/2014, 2361/2011, 1965-7/2010 κ.α.), όπερ δεν συμβαίνει εν προκειμένω. Κατά τη γνώμη, όμως, του Συμβούλου Β. Αραβαντινού, με τις διατάξεις του άρθρου 44 του νέου Κώδικα Δικηγόρων ρυθμίσθηκε εξ υπαρχής και πλήρως το ζήτημα του καθορισμού των αμοιβών των έμμισθων δικηγόρων, με την δε παράγρ. 2 παρασχέθηκε εξουσιοδότηση για τον καθορισμό με κοινή υπουργική απόφαση μόνο των αποδοχών των έμμισθων δικηγόρων του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των Ν.Π.Δ.Δ. κατ’ αποκλεισμό των έμμισθων δικηγόρων του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Εν όψει τούτου και της παραγρ. 1 του άρθρου 166 του ίδιου Κώδικα περί ειδικότητας των διατάξεών του έναντι πάσης άλλης διατάξεως, πρέπει να θεωρηθεί ότι καταργήθηκαν τόσο οι κρίσιμες εξουσιοδοτικές διατάξεις όσο και η προσβαλλόμενη πράξη και συνεπώς η δίκη πρέπει να κηρυχθεί κατηργημένη ελλείψει αντικειμένου.
11. Επειδή, έχει κριθεί καθ’ ερμηνεία των διατάξεων του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), ότι ο δικηγόρος είναι άμισθος δημόσιος λειτουργός (άρθ. 1, 38) και ότι ο παρέχων υπηρεσίες με πάγια αντιμισθία δικηγόρος (άρθ. 63 επ.) ασκεί ελευθέριο επάγγελμα, συνδέεται με τον εντολέα του, ασχέτως αν πρόκειται για ν.π.ι.δ. ή ν.π.δ.δ., με σχέση εντολής του ιδιωτικού δικαίου ελευθέρως ανακλητή (ΣΕ 4632/1987, βλ. και ΣΕ 4074, 2738/1984, ΑΠ 1065/2011) και όχι με σχέση εξηρτημένης εργασίας (ΣΕ 3299/2014 Ολ. σκ. 19) ή με υπαλληλική σχέση (ΣΕ 2768/1969 Ολ.), δεν εντάσσεται δε στο «διοικητικό προσωπικό» των ν.π.δ.δ. στο οποίο υπηρετεί (ΣΕ 3690/2009, σκ. 15). Εν όψει τούτων προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι εκτός εξουσιοδοτήσεως, αφού οι δικηγόροι με έμμισθη εντολή των ν.π.ι.δ. του ευρύτερου Δημόσιου τομέα, όπως εν προκειμένω της εταιρείας «Εγνατία οδός Α.Ε.», δεν αποτελούν «προσωπικό» των ν.π.ι.δ. στα οποία υπηρετούν, κατά την έννοια του άρθρου πρώτου παράγρ. Γ΄, υποπαρ. Γ.1 περ. 12 του ν. 4093/2012, ούτε είναι «υπάλληλοι» του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. κλπ Ν.Π.Δ.Δ., κατά την έννοια των άρθρων 4 παράγρ. 1 και 22 παράγρ. 1 του ν. 4024/2011 και συνεπώς δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων αυτών. Ο λόγος όμως αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο διότι η εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου πρώτου παράγρ. Γ΄, υποπαρ. Γ.1 περ. 12 του ν. 4093/2012, εν όψει της γενικότητας της διατυπώσεώς της και του εκτεθέντος σκοπού του νόμου, ήτοι του εξορθολογισμού του βαθμολογικού και μισθολογικού καθεστώτος όλων των απασχολουμένων στον στενότερο και ευρύτερο δημόσιο τομέα δια της καθιερώσεως κοινών κανόνων βαθμολογικής και μισθολογικής εξελίξεως αυτών προς αντιμετώπιση της σοβαρής δημοσιονομικής κρίσεως, αφορά το πάσης φύσεως και με οποιαδήποτε σχέση συνδεόμενο με τα εν λόγω ν.π. προσωπικό, συμπεριλαμβανομένων των δικηγόρων με έμμισθη εντολή, όπως οι αιτούντες (βλ. ΣΕ 3372/2015 Ολομ. πρβλ. ΣΕ 2628/1994, 1672-4/1992, 3104/1991 7μ., 2253/1980, 3391/1974). Κατά τούτο δε η εξουσιοδοτική αυτή διάταξη είναι ειδική εν σχέσει προς τις διατάξεις του Δικηγορικού Κώδικα που αφορούν την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος εν γένει και το καθεστώς των δικηγόρων με έμμισθη εντολή. Επομένως, εγκύρως εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση κατ’ επίκληση της ανωτέρω εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου πρώτου παράγρ. Γ΄, υποπαρ. Γ.1 περ. 12 του ν. 4093/2012 και της διατάξεως του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 4024/2011, οι οποίες εξ άλλου δεν αντίκεινται σε καμία διάταξη υπερνομοθετικής ισχύος (βλ. ΣΕ 3372/2015 Ολομ.).
12. Επειδή, στο άρθρο 5 παράγρ 6 του ν. 2229/1994 (Α΄ 137) ορίζεται ότι «με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών, ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού μπορεί να ιδρύονται νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου χωριστά για κάθε μεγάλο έργο ύψους άνω των είκοσι πέντε δισεκατομμυρίων (25.000.000.000) δραχμών με τη μορφή της ανώνυμης εταιρίας», στην παράγρ. 7 ότι σκοπός των εταιρειών αυτών είναι, μεταξύ άλλων, η μελέτη, κατασκευή και εκμετάλλευση πάσης φύσεως έργων υποδομής, στην δε παράγρ. 11 ότι «11. Οι εταιρείες λειτουργούν για χάρη του δημοσίου συμφέροντος, είναι επιχειρήσεις κοινής ωφελείας και διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας. Οι εταιρείες δεν υπάγονται στην κατηγορία των οργανισμών και επιχειρήσεων του ευρύτερου δημόσιου τομέα ούτε στις διατάξεις που διέπουν εταιρείες που ανήκουν άμεσα ή έμμεσα στο Δημόσιο. Οι μετοχές τους ανήκουν αποκλειστικά στο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο εκπροσωπείται στη Γενική Συνέλευση από τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και τον αρμόδιο κατά περίπτωση υπουργό» (όπως το τελευταίο εδάφιο της παραγρ. 11 αντικαταστάθηκε με το άρθρο δωδέκατο του ν. 2338/1995 (Α΄ 202). Βάσει της ανωτέρω εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθ. 5 παράγρ 6 του ν. 2229/1994 εκδόθηκε η κοινή απόφαση Δ17α/02/69/ΦΝ 380/10.11.1994 των Υπουργών Εθν. Οικονομίας, Οικονομικών και Αναπληρωτού Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (Β΄ 846, διόρθ. σφάλμ. Β΄ 886/1994), με την οποία ιδρύθηκε η α.ε. «Εγνατία Οδός ανώνυμη εταιρεία» (παρ. 1), με σκοπό, ιδίως, την μελέτη, κατασκευή, συντήρηση και εκμετάλλευση της Εγνατίας οδού (παρ. 2 περ. α). Κατά την παράγρ. 3 της κ.υ.α. αυτής, «3. Η Εταιρία είναι επιχείρηση κοινής ωφέλειας, διέπεται από τις διατάξεις για τις επιχειρήσεις αυτές και λειτουργεί σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας. Με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων που ορίζονται στο άρθρο 5 του Ν. 2229/1994 η Εταιρία δεν υπάγεται στις διατάξεις που διέπουν τους οργανισμούς και τις επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα ούτε στις διατάξεις που διέπουν τις Εταιρείες που άμεσα ή έμμεσα ανήκουν στο δημόσιο». Τέλος, με την κοινή απόφαση Δ17α/02/68/ΦΝ393/1996 του Υφυπ. Οικονομικών και των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (Β΄ 799) καθορίσθηκε ο τρόπος χρηματοδότησης της εταιρείας, ορίσθηκε δε ειδικότερα, μεταξύ άλλων, ότι η πληρωμή των λειτουργικών/διοικητικών δαπανών της θα γίνει με διαδοχικές αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου, ανάλογα με την πρόοδο υλοποίησης του έργου της και τις ανάγκες πληρωμών (παράγρ. 1). Από τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 2229/1994 προκύπτει ότι οι εταιρείες που ιδρύονται κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παράγρ. 6 του ν. αυτού αποτελούν επιχειρήσεις κοινής ωφελείας που λειτουργούν χάριν του δημοσίου συμφέροντος και οι μετοχές τους ανήκουν εξ ολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο. Εν όψει του επιδιωκόμενου σκοπού και του γεγονότος ότι οι μετοχές τους ανήκουν εξ ολοκλήρου στο Ελληνικό Δημόσιο, οι δημόσιες αυτές επιχειρήσεις, όπως εν προκειμένω η εταιρεία «Εγνατία οδός Α.Ε.», εμπίπτουν στο Κεφάλαιο Α΄ του ν. 3429/2005, επί δε του προσωπικού τους έχει εφαρμογή το άρθρο πρώτο παράγρ. Γ΄, υποπαρ. Γ.1 περίπτ. 12 του ν. 4093/2012. Τούτο δε αδιαφόρως αν οι εν λόγω εταιρείες έχουν εξαιρεθεί από τις διατάξεις που αφορούν τον δημόσιο τομέα (βλ. προαναφερθέν άρθρο 19 του ν. 3429/2005, όπως ισχύει) και ανεξαρτήτως του τρόπου καλύψεως της δαπάνης μισθοδοσίας του προσωπικού τους. Συνεπώς, και ανεξαρτήτως του παραδεκτού της προβολής των σχετικών ισχυρισμών, αβασίμως προβάλλεται με το από 10.11.2014 υπόμνημα των αιτούντων, το οποίο κατατέθηκε μετά τη συζήτηση της υποθέσεως, εντός της προθεσμίας που χορήγησε ο Πρόεδρος, ότι το προσωπικό της εταιρείας «Εγνατία οδός Α.Ε.» δεν εμπίπτει στην ανωτέρω διάταξη του ν. 4093/2012 επειδή η εταιρεία εξαιρείται από τον δημόσιο τομέα, η δε δαπάνη για τις αμοιβές του προσωπικού της, και ειδικά των έμμισθων δικηγόρων, εντάσσεται στα λειτουργικά έξοδα της εταιρείας που καλύπτονται με αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου σύμφωνα με την κ.υ.α. Δ17α/02/68/ΦΝ393/1996.
13. Επειδή, επομένως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
Δ ι ά τ α ύ τ α

Απορρίπτει την αίτηση,

ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

  ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ -ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΕΝ ΟΨΕΙ   ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ (4...