18 Αυγούστου 2011

H AΓΩΓΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ

. H AΓΩΓΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ
Ο Γ προήδρευε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ,σε υποθέσεις Οικογενειακού δικαίου. Το πινάκιο βαρυφορτωμένο οι δικηγόροι πλaτειαζαν είχε κουραστεί. Ενώ δικάζονταν η υπόθεση διατροφής συζύγου και ανηλίκων παιδιών και εξετάζονταν ο μάρτυρας της ενάγουσας συζύγου, στο δικαστήριο εισήλθε μια κυρία σε έξαλλη κατάσταση
Αυτή είναι η υπόθεση μου θελω να μιλήσω . Ποια είστε κυρία είμαι η ενάγουσα παύω τον δικηγόρο μου κ Πρόεδρε ,του είπα να μην προχωρήσει.
Ελάτε κυρία μου τι συμβαίνει
Κύριε ΠΡΟΕΔΡΕ ''Ξέρεις με τι μετριέται η αγάπη;».
- Mα όλα όσα απαρνιέται κανείς για χάρη της…
Ολα ξεκινούν από τον πόθο. Να τον κατακτήσεις τον άλλον, να τον κάνεις δικό σου, να τον υποτάξεις, να τον γοητεύσεις, με όποια σειρά θές βάλε τα. Εκεί κάπου μπαίνει και το πάθος. Γιατί σε παθιάζει και το γεγονός και το πρόσωπο...Ο Πόθος γίνεται Πάθος, το Πάθος φέρνει τον Πόθο, και πάλι απ'την αρχή...Σαν παιχνίδι. Ενα πράγμα δεν πρέπει να ξεχνάς μόνο...
- Όλα Τα παιχνίδια έχουν αρχή και τέλος..".Αυτό είπε η αξιότιμη ΕΝΑΓΟΥΣΑ για να ενημερώσει ΤΟ δικαστηριο ότι συγχώρησε τον άπιστο επισμηναγο που την είχε παρατήσει για την εικοσάχρονη σμηνια γραμματέα του. Ο Δικηγιρος της έμεινε άναυδος ΚΑΙ ΔΗΛΩΣΕ ότι μόλις την παραμονή της δικασίμου , η κυρια του έφερε μια τσάντα με υλικό για αποδείξει την απιστία του ζωηρού συζύγου και να ζητάει την πάσης φύσεως καταδίωξη του.ΑΒΥΣΣΟΣ Η ΨΥΧΉ ΚΑΙ ΑΠΛΗΡΩΤΟΣ Ο ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

05 Αυγούστου 2011

ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΤΟΚΟΦΟΡΙΑ



 
ΑΡΙΘΜΟΣ 5/2011 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΕ ΠΛΗΡΗ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της πλήρους Ολομελείας: Γεώργιο Καλαμίδα Πρόεδρο του 
Αρείου Πάγου, Ηλία Γιαννακάκη, Θεοδώρα Γκοΐνη, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μιχαήλ 
Θεοχαρίδη Αντιπροέδρους, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ανδρέα Τσόλια, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο 
Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Λεοντή, Βιολέττα Κυτέα, Γεωργία Λαλούση, 
Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, 
Γεώργιο Γεωργέλλη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Δημήτριο Μουστάκα, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο 
Αθανασίου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Δουλγεράκη, Κωνσταντίνο Φράγκο, Σαράντη Δρινέα, 
Νικόλαο Πάσσο- Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Δημήτριο Τίγγα, 
Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, 
Κωνσταντίνο Τσόλα, Δημήτριο Κράνη, Χριστόφορο Κοσμίδη, Ανδρέα Ξένο, Κυριακούλα 
Γεροστάθη, Βασίλειο Φράγγο, Ευφημία Λαμπροπούλου, Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Νικόλαο Τρούσα, 
Δημήτριος Κόμη, Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αντώνιο Ζευγώλη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Ασπασία 
Καρέλλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Μιλτιάδη Σπυρόπουλο και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες, 
(κωλυομένων των λοιπών Δικαστών της σύνθεσης).

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2011 με την παρουσία 
του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή και της Γραμματέως Σουλτάνας Κουφιάδου, 
για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Οργανισμός λιμένος Πειραιώς» και 
τον διακριτικό τίτλο "ΟΛΠ", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία 
εκπροσώπησαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι Γεώργιος Λεβέντης, Κωνσταντίνος Καλαβρός, Ανδρέας 
Μαμαγκάκης και Ιωάννης Πίκουλας, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Θ. του Σ., κατοίκου ... και 2) Γ. Γ. του Π., κατοίκου ..., οι 
οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Βασιλείου Σαξώνη, ο οποίος 
κατέθεσε προτάσεις. 

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9 Αυγούστου 2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που 
κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5852/2007 του 
ίδιου Δικαστηρίου και 622/2009 του Εφετείου Πειραιώς.Την αναίρεση της τελευταίας 
απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 7 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή της, την οποία 
έφεραν προς συζήτηση στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, με την 26/2010 κοινή πράξη, ο 
Πρόεδρος και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, γιατί με αυτή τίθεται νομικό ζήτημα 
γενικότερου ενδιαφέροντος.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι 
παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος ανάγνωσε την από 11.1.2011 έκθεσή του, με την 
οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και την 
απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής.

Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων, αφού έλαβαν το λόγο από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου, 
ανέπτυξαν και προφορικά στο ακροατήριο τους σχετικούς ισχυρισμούς τους, που αναφέρονται 
στις προτάσεις τους, και ζήτησαν οι μεν της αναιρεσείουσας την παραδοχή της αίτησης 
αναίρεσης, ο δε των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του 
αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, πρότεινε να απορριφθούν ως αβάσιμοι 
οι παραπεμπόμενοι στην Ολομέλεια λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.

Κατόπιν αυτών ο Πρόεδρος έδωσε εκ νέου το λόγο στους πιο πάνω πληρεξουσίους των 
διαδίκων, οι οποίοι αναφέρθηκαν σε αυτά που προηγούμενα είχαν αναπτύξει.

Κατά την 5η Μαΐου 2011, ημέρα που συγκροτήθηκε το παρόν δικαστήριο προκειμένου να 
διασκεφθεί την ανωτέρω υπόθεση ήταν απόντες οι Αρεοπαγίτες: Ιωάννης Σίδερης, Νικόλαος 
Ζαϊρης, Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Δημήτριος Μουστάκας, Χαράλαμπος Αθανασίου, Αθανάσιος 
Γεωργόπουλος και Βασίλειος Λαμπρόπουλος, οι οποίοι δήλωσαν κώλυμα αρμοδίως, παρισταμένων 
πλέον των είκοσι εννέα (29) μελών εκ των συμμετασχόντων στη συζήτηση της υπόθεσης, κατ' 
άρθρο 23 παρ. 2 του ν.1756/1988, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 44 του 
ν.3659/2008.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με το 26/16-2-2010 κοινό πρακτικό του Προέδρου και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου 
παραπέμφθηκε στην πλήρη Ολομέλεια, λόγω γενικότερου ενδιαφέροντος, σύμφωνα με το αρθ. 
563§3 ΚΠολΔ και 23§2 του κυρωθέντος με το ν. 1756/1988 Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και 
Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, όπως ισχύει μετά το ν. 2331/1995 (αρθ. 16), η από 7-
12-2009 αίτηση του "Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς ΑΕ" (ΟΛΠ ΑΕ) για αναίρεση της 622/2009 
απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
II. Κατά την έννοια της διάταξης του αρθ. 281 ΑΚ, η οποία ορίζει ότι η άσκηση του 
δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή 
τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, μόνη η αδράνεια του 
δικαιούχου για την άσκηση του δικαιώματος επί χρόνο μικρότερο από τον απαιτούμενο για 
την παραγραφή, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα 
κατ' αυτού ή ότι αυτό δεν πρόκειται ν' ασκηθεί εναντίον του, έστω και αν αυτή 
δημιουργήθηκε από την αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί καταρχήν να καταστήσει 
καταχρηστική την επιγενόμενη άσκηση του δικαιώματος. Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από 
ειδικές περιστάσεις που συνδέονται κυρίως με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και 
ο ίδιος μεταβάλλοντας την στάση του επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που 
έχει ήδη διαμορφωθεί και παγιωθεί, δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται από την 
επιχειρούμενη ανατροπή αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο καταστάσεις, αλλ' αρκεί 
να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντα του επιπτώσεις, στην περίπτωση δε αυτή η 
άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά 
ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη (ΟλΑΠ 8/2001). Εξάλλου, η μελλοντική 
άσκηση και από τρίτους παρόμοιων αξιώσεων, στην περίπτωση κατά την οποία ευδοκιμήσει η 
επίδικη, δεν συνιστά καθ? εαυτήν ειδική περίσταση, αφού η ενέργεια αυτή αφορά 
αποκλειστικά τις συνέπειες που μπορεί να έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση του ήδη 
ασκηθέντος δικαιώματος και δεν συνδέεται με την προηγηθείσα της άσκησης του δικαιώματος 
συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη. Αν, όμως, συντρέχουν οι προερχόμενες από 
την συμπεριφορά αυτών ειδικές περιστάσεις, οι ενέργειες των τρίτων που έχουν ήδη ασκήσει 
ή αναμένεται βασίμως ότι θα ασκήσουν όμοιες αξιώσεις, μπορούν να ληφθούν υπόψη για την 
εκτίμηση επαχθών συνεπειών που θα έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση της επίδικης 
αξίωσης, στις περιπτώσεις ιδίως που κρίνεται ότι η ικανοποίηση μόνο αυτής δεν θα έχει 
δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του οφειλέτη. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο 
με την προσβαλλομένη απόφαση του ως προς την υποβληθείσα πρωτοδίκως και ενώπιον αυτού με 
τον 1° λόγο της έφεσης της εναγομένης επαναφερθείσα ένστασή της ότι η ένδικη αγωγή 
ασκήθηκε καταχρηστικά διότι (α) οι ενάγοντες ως μέλη της συνδικαλιστικής οργάνωσής τους 
επί πολλά έτη δέχονταν χωρίς επιφύλαξη ή αμφισβήτηση τον υπολογισμό των αποδοχών και του 
επιδόματος αδείας, όπως προβλέπεται από τις εκάστοτε εφαρμοζόμενες ΕΣΣΕ (β) μετά την 
παρέλευση τόσο μακρού χρόνου δημιουργήθηκε στην εναγομένη η εύλογη πεποίθηση ότι οι 
ενάγοντες δεν πρόκειται ν' ασκήσουν τις επίδικες αξιώσεις (για διαφορετικό τρόπο 
υπολογισμού των αποδοχών και του επιδόματος αδείας), καθόσον καθόλο το διάστημα των 18 
ετών χορηγούσε στους λιμενεργάτες, άρα και στους ενάγοντες, παροχές που υπερκάλυπταν την 
ελάχιστη προστασία του κρατικού νομοθέτη, όπως άδεια 35 ημερών και προσαύξηση 25% στις 
αποδοχές αδείας και (γ) ενδεχομένη ικανοποίηση των απαιτήσεων των εναγόντων θα 
προξενήσει τεράστια ζημία σ' αυτήν, ενόψει του γεγονότος ότι από το σύνολο των 711 
λιμενεργατών το ήμισυ περίπου έχει ασκήσει παρόμοιες αγωγές κατά της εναγομένης και 
πρόκειται ν' ακολουθήσουν και οι υπόλοιποι, δέχθηκε, ότι η άσκηση του επιδίκου 
δικαιώματος (που αφορά τον υπολογισμό των αποδοχών και του επιδόματος αδείας με βάση το 
πραγματικό ημερομίσθιο που προκύπτει από την απόδοσή τους και την επικρατέστερη 
απασχόλησή τους κατά το τελευταίο τρίμηνο πριν από την λήψη της αδείας) δεν είναι 
καταχρηστική, καθόσον η επί πολλά έτη καταβολή σ' αυτούς (και τους λοιπούς εργαζομένους 
του ΟΛΠ) αποδοχών και επιδόματος αδείας κατωτέρων από τις πράγματι οφειλόμενες και η 
πρόβλεψη του ως άνω (βλαπτικού για τους ίδιους) τρόπου υπολογισμού αυτών με τις 
αντίστοιχες ΣΣΕ δεν μπορεί να θεωρηθεί ως οριστική αποδοχή απ' αυτούς του παραπάνω 
υπολογισμού και ως συνειδητή αποβολή της πρόθεσής τους προς δικαστική επιδίωξη των 
σχετικών απαιτήσεών τους, ότι ούτε είναι δυνατόν η κατάσταση αυτή να στηρίξει εύλογη 
πεποίθηση του ΟΛΠ ότι οι ενάγοντες δεν πρόκειται ν' ασκήσουν τα δικαιώματά τους στο 
μέλλον και δη κατά την επίδικη περίοδο από 1-1-2001 έως 31- 12-2005, ενόψει και του ότι 
η συνδικαλιστική οργάνωσή τους αξίωσε ρητά την μεταβολή του τρόπου υπολογισμού των ως 
άνω παροχών ήδη από το έτος 1994, αλλά αποκρούσθηκε από την εναγομένη, με την οποία 
βρίσκονταν έκτοτε διαρκώς σε σχετικές διαπραγματεύσεις για την επίλυση του προβλήματος, 
ότι ως προς τις επαχθείς οικονομικές συνέπειες που πρόκειται να υποστεί η εναγομένη από 
την ευδοκίμηση της ένδικης αγωγής και άλλων παρομοίων, ανεξάρτητα από την έκταση της 
ζημίας που επικαλείται, η ζημία αυτή δεν βρίσκεται σε αιτιώδη σχέση με επιλήψιμη 
συμπεριφορά των εναγόντων, αλλά με την αρνητική και αντίθετη προς τον οικείο Κανονισμό 
και τις γενικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας τακτική της ίδιας να δεχθεί τον 
προαναφερόμενο τρόπο υπολογισμού των αποδοχών και του επιδόματος αδείας των εναγόντων 
(καθώς και των λοιπών λιμενεργατών) και δεν είναι επιτρεπτό σ' αυτήν να επικαλείται την 
ύπαρξη ζημίας για την απόκρουση των αγωγικών απαιτήσεων, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω 
δεκτά απέρριψε τον λόγο αυτόν της έφεσης της αναιρεσείουσας εναγομένης, κατ' επικύρωση 
της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά 
ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του αρθ. 281 ΑΚ, διότι, με βάση 
όσα δέχθηκε, η συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων εναγόντων πριν από την άσκηση των επίδικων 
δικαιωμάτων τους, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που 
μεσολάβησε, δεν μπορούσαν να δημιουργήσουν στην οφειλέτρια αναιρεσείουσα (και δη στους 
ασκούντες την διοίκηση αυτής) την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, έτσι 
ώστε η μεταγενέστερη με την ένδικη αγωγή άσκησή του να μην δικαιολογείται επαρκώς και να 
υπερβαίνει, και δη προφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο 
κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως 
αβάσιμος ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης από το αρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. 
III. Με την §1 του άρθρου πρώτου του ν. 2688/1999 το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με 
την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς", που ιδρύθηκε με το ν. 4748/1930 και 
αναμορφώθηκε με τον α.ν. 1559/1950, που κυρώθηκε με το ν. 1630/1951, όπως τροποποιήθηκε 
και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, μετετράπη σε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία 
"Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς ΑΕ" και με τον διακριτικό τίτλο "ΟΛΠ ΑΕ" (δηλ. την 
αναιρεσείουσα εναγομένη), η οποία είναι ανώνυμη εταιρεία κοινής ωφέλειας με σκοπό την 
εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, λειτουργεί κατά τους κανόνες της ιδιωτικής 
οικονομίας, απολαμβάνει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας, τελεί υπό την εποπτεία 
του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας και διέπεται από τον παρόντα νόμο και τον κ.ν. 
2190/1920 και συμπληρωματικά από τις διατάξεις του ν. 2414/1996, καθώς και του α.ν. 
1559/1950, όπως κάθε φορά ισχύουν. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του αρθ. 3§§ 1 
και 2 περ. δ' του α.ν. 1559/1950, που κατά την ρητή διάταξη της §2 του δεύτερου άρθρου 
του ως άνω ν. 2688/1999 εφαρμόζονται στην εταιρεία ΟΛΠ ΑΕ, η οποία υπόκειται μόνο σε 
φόρο εισοδήματος, ο ΟΛΠ και ήδη η αναιρεσείουσα εταιρεία ΟΛΠ ΑΕ απολαύει όλων των 
προνομίων, απαλλαγών και ατελειών που απολαύει το Δημόσιο σε όλες τις δημόσιες και 
ιδιωτικές σχέσεις και συναλλαγές του και εφαρμόζονται εν γένει επ' αυτής όλες οι 
σχετικές διατάξεις εξαιρετικού δικαίου που ισχύουν εκάστοτε για το Δημόσιο, ειδικότερα 
δε και ενδεικτικά ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής της ορίζεται σε 6% 
ετησίως, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά όλων των διατάξεων περί τόκου των οφειλετών του 
Δημοσίου (γίνεται δηλ. ουσιαστικά παραπομπή στην προβλέπουσα το προνόμιο αυτό για το 
Δημόσιο διάταξη του αρθ. 21 του ΒΔ της 26-6/10-7-1944 "περί κωδικός των νόμων περί δικών 
του Δημοσίου"). Η ρύθμιση αυτή αντίκειται στην διάταξη του αρθ. 1 του Πρώτου Προσθέτου 
Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με 
το ν.δ. 53/1974 (έχοντας έκτοτε την κατ' αρθ. 28§1 του Συντάγματος υπερνομοθετική ισχύ), 
κατά την οποία "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. 
Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και 
υπό τους προβλεπόμενους υπό τον νόμου και των γενικών αρχών του δικαίου όρους". Και 
τούτο διότι ο νόμιμος τόκος που επιδικάζεται με δικαστική απόφαση εμπίπτει στην έννοια 
της προστατευόμενης ως άνω περιουσίας, με την επίκληση δε από την ΟΛΠ ΑΕ και την 
εφαρμογή της ως άνω διάταξης του αρθ. 3 α.ν. 1559/1950 επέρχεται προσβολή της περιουσίας 
των εργαζομένων σ' αυτήν ως δανειστών της για οφειλόμενες αποδοχές κλπ. με τον 
περιορισμό της αστικής ευθύνης αυτής που θα ωφεληθεί τον τόκο υπερημερίας (6% αντί 10-
12,75% κατά την επίδικη περίοδο), χωρίς να συντρέχει προς τούτο λόγος δημοσίου 
συμφέροντος, καθόσον (α) το απλό ταμειακό συμφέρον του νομικού αυτού προσώπου και δη 
ιδιωτικού δικαίου δεν ταυτίζεται με το δημόσιο ή το γενικό συμφέρον και δεν μπορεί να 
δικαιολογήσει την παραβίαση του δικαιώματος των πιστωτών στην περιουσία τους και την 
επιδίκαση για τις αξιώσεις τους τόκου μικρότερου εκείνου που καταβάλλουν οι ιδιώτες (από 
22-5-2008 απόφαση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Μεϊδάνης κατά Ελλάδος, Δ39.704, η οποία μάλιστα 
αφορούσε ν.π.δ.δ., νοσοκομείο, όπως και η αντιθέτως κρίνασα για την αυτή υπόθεση ΟλΑΠ 
3/2006, και όχι, όπως στην κρινομένη περίπτωση, ν.π.ι.δ., βλ. και ΟλΣτΕ 1663/2009 που 
έκρινε ότι η διάταξη του αρθ. 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου, περί 
διαφοροποιήσεως του ύψους του επιτοκίου, αντίκειται στην διάταξη του αρθ. 1 του Πρώτου 
Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αλλά και του αρθ. 4§1 του Συντάγματος, και ως προς το 
Δημόσιο) και (β) η αναιρεσείουσα, ναι μεν έχει σκοπό την εξυπηρέτηση του δημοσίου 
συμφέροντος, πλην, όμως, ως ανώνυμη εταιρεία, σύμφωνα με τον ως άνω νόμο (περί 
μετατροπής του ΟΛΠ από ν.π.δ.δ. σε ανώνυμη εταιρεία), λειτουργεί με τους κανόνες της 
ιδιωτικής οικονομίας, διαθέτοντας οικονομική και διοικητική αυτοτέλεια, αναπτύσσει και 
επιχειρηματική δραστηριότητα, αφού έχει ως σκοπό την (διοίκηση και) εκμετάλλευση του 
λιμένος Πειραιώς (ή και άλλων λιμένων), δυναμένη για την επίτευξη του σκοπού αυτού να 
συνιστά θυγατρικές εταιρείες και να συμμετέχει σε άλλες εταιρείες που έχουν σκοπό την 
εκμετάλλευση χώρων και ανάπτυξη δραστηριοτήτων στον λιμένα Πειραιώς κλπ. (αρθ. 3 του 
εγκριθέντος με το ν. 2688/1999 καταστατικού της) και είναι ισότιμη με κάθε άλλη ανώνυμη 
εταιρεία και κατά συνέπεια δεν είναι νομικά λογικό να εφαρμόζεται υπέρ αυτής το ως άνω 
προνόμιο του Δημοσίου (πρβλ. ΟλΑΠ 23/2004 που έκρινε ότι η προβλεπομένη επέκταση της ως 
άνω διάταξης ως προς την έναρξη τοκοφορίας από την επίδοση μόνο καταψηφιστικής αγωγής 
και στην ΟΣΕ ΑΕ, που επίσης αποτελεί επιχείρηση κοινής ωφελείας, αντίκειται στα αρθ. 4§1 
και 20§1 του Συντάγματος, καθώς και ΟλΑΠ 11/2008, κατά την οποία η επέκταση επίσης στην 
ΟΣΕ ΑΕ της προβλεπομένης για το Δημόσιο βραχυπρόθεσμης παραγραφής των κατ' αυτής 
αξιώσεων των εργαζομένων της προσκρούει στις διατάξεις των αρθ. 4§§1 και 2, 20§1, 22§1β, 
25§1 του συντάγματος, 6 της ΕΣΔΑ και 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και 
Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν. 2462/1997). Κατά συνέπεια το 
Εφετείο που με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε ότι η ως άνω διάταξη του αρθ. 3§2 
περ. δ' α.ν. 1559/1950 δεν εφαρμόζεται ως αντίθετη προς την διάταξη του αρθ. 1 του 
Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και στην συνέχεια επιδίκασε στους αναιρεσίβλητους 
ενάγοντες τα εκεί ποσά (ως οφειλόμενες διαφορές αποδοχών και επιδομάτων αδείας) με τον 
καταβαλλόμενο και από τους ιδιώτες τόκο (και όχι τον μικρότερο 6% ετησίως), δεν 
παραβίασεν ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των αρθ. 3§2 α.ν. 1559/1950 
και των άρθρων πρώτου και δευτέρου του ν. 2688/1999 και επομένως ο περί του αντιθέτου 
τρίτος (και τελευταίος) λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από το αρθ. 559 αριθ. 1 
ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

IV. (Α) Κατά την διάταξη του αρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα 
ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές 
της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις 
εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν αυτός δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές 
συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 
31/2009, 7/2006, 4/2005) (Β) Περαιτέρω, από την διαπνέουσα ολόκληρο το εργατικό δίκαιο 
γενικότερη αρχή της προστασίας των μισθωτών, με την εφαρμογή της οποίας αποτρέπεται η 
σύγκρουση των όρων εργασίας που διαμορφώνονται από περισσότερες πηγές διαφορετικής 
ιεραρχικής βαθμίδας, συνάγεται ότι η αποτελούσα ειδική μορφή αυτής αρχή της εύνοιας υπέρ 
των μισθωτών, προβλεπομένη ήδη από το αρθ. 680 ΑΚ και την διάταξη του αρθ. 7§2 
ν.1876/1990, κατά την οποία οι ευνοϊκότεροι για τους εργαζομένους όροι των ατομικών 
συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των δυσμενέστερων όρων των συλλογικών συμβάσεων, 
εφαρμόζεται όχι μόνο στην σχέση συλλογικής και ατομικής σύμβασης εργασίας, αλλά και στην 
σχέση περισσοτέρων πηγών (νόμου, συλλογικής σύμβασης εργασίας, κανονισμού, ατομικής 
σύμβασης) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας (ΟλΑΠ 26/2007). Για την εφαρμογή, όμως, της 
αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών κατά την συσχέτιση ΣΣΕ ή άλλης πηγής, ως ρυθμιστικού 
παράγοντος της εργασιακής σχέσης, και ατομικής σύμβασης εργασίας και γενικότερα κατά την 
συσχέτιση διαφόρων πηγών μεταξύ τους οι αποδοχές συγκρίνονται ως μία ενότητα, αφού 
(εκτός αντίθετης ειδικής ρύθμισης) δεν είναι δυνατή η επιλεκτική αναζήτηση τμήματος 
αποδοχών από τη μία πηγή και άλλου από διαφορετική πηγή, διότι δεν είναι επιτρεπτή η 
σύγχρονη εφαρμογή όλων των πηγών αυτών ως προς την έννοια των αποδοχών (τούτο ειδικά ως 
προς την συσχέτιση περισσοτέρων ΣΣΕ αποτυπώνεται ρητά στο αρθ. 10§1 ν. 1876/1990). Κατά 
την συσχέτιση περισσοτέρων πηγών της αυτής ιεραρχικής βαθμίδας δεν εφαρμόζεται η ως άνω 
αρχή της εύνοιας, ούτε η διάταξη του αρθ. 7§3 ν. 1876/1990 (που ρυθμίζει την σχέση νόμου 
και ΣΣΕ), αλλά οι νεότεροι και ειδικοί κανόνες αποκλείουν την εφαρμογή των παλαιοτέρων 
και γενικών και αυτοί εφαρμόζονται, όταν ρυθμίζουν το ίδιο γενικά θέμα κατά τρόπο 
αντίθετο και σε κάθε περίπτωση διαφορετικό και ασυμβίβαστο προς την ρύθμιση των 
παλαιοτέρων κανόνων, είτε ευνοϊκότερο είτε δυσμενέστερο σε σχέση με αυτούς (αρθ. 2 ΑΚ). 
Σε σχέση και συνάφεια προς τα προαναφερθέντα για την συσχέτιση διαφόρων πηγών, ως προς 
τους Κανονισμούς Εργασίας που καταρτίσθηκαν και κυρώθηκαν υπό την ισχύ και με την 
διαδικασία του ν.δ. 3789/1957 ορίζεται με τις διατάξεις αυτού ότι (1) (α) επιχειρήσεις, 
εκμεταλλεύσεις ή εργασίες εν γένει, ανεξάρτητ' από τη νομική μορφή αυτών ή του φυσικού ή 
νομικού προσώπου (δημόσιο, νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, οργανισμοί 
κλπ.), στο οποίο ανήκουν, εφόσον απασχολούν προσωπικό μεγαλύτερο των 70 προσώπων, 
οφείλουν να καταρτίσουν, κατά την διαδικασία του παρόντος, κανονισμό εργασίας 
ρυθμίζοντα, σύμφωνα με τους κείμενους νόμους, τις διαμορφούμενες κατά την εκτέλεση της 
εργασίας σχέσεις μεταξύ αυτών και του πάσης φύσεως προσωπικού τους, που συνδέεται με 
αυτές με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (αρθ. 1§1 εδ. α') (β) οι κανονισμοί εργασίας 
δεν αποτελούν συμπλήρωση της ατομικής σύμβασης εργασίας, εάν δεν έχουν εγκριθεί κατά την 
διαδικασία του ως άνω ν.δ. και δεν είναι ανά πάσα στιγμή αναρτημένοι σε εμφανή και 
προσιτά για τους εργαζομένους σημεία του τόπου εργασίας (άρθ. 1§2) (2) η κύρωση των 
Κανονισμών Εργασίας γίνεται για τις επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις κλπ. που ασκούνται από 
το Δημόσιο ή για λογαριασμό αυτού, τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) κλπ. με 
κοινή απόφαση του Υπουργού Εργασίας και του εποπτεύοντος σε κάθε περίπτωση Υπουργού, η 
κυρωτική δε αυτή απόφαση εκδίδεται μετά προηγουμένη γνωμοδότηση του συσταθέντος με το 
αυτό ν.δ. Τμήματος Κανονισμών Εργασίας του Εθνικού Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Κοινωνικής 
Πολιτικής, η οποία είναι υποχρεωτική για τους Υπουργούς, εφόσον ανάγεται στην τήρηση 
διατάξεων νόμων και των σε εκτέλεση αυτών διαταγμάτων και υπουργικών αποφάσεων, ενώ οι 
Κανονισμοί που είχαν εκδοθεί, με β.δ. ή υπουργικές αποφάσεις, κατ' εξουσιοδότηση των ν. 
3752/1929, 3221/1955, 3430/1955 και κάθε άλλου ειδικού νόμου, εξακολουθούν να ισχύουν, 
πλην, όμως, για κάθε σύνταξη, ανασύνταξη ή τροποποίηση Κανονισμών, για τους οποίους 
προβλέπουν οι παραπάνω νόμοι, ισχύουν οι διατάξεις των νόμων αυτών, καθόσον μέρος τους 
δεν αντιτίθενται στα οριζόμενα από τα αρθ. 1 και 2 αυτού του παρόντος νομοθετικού 
διατάγματος (αρθ. 2§§1 και 2). Σημειώνεται ότι με το αρθ. 3§2 ν.δ 385/1969 ορίσθηκε στην 
συνέχεια ότι οι κατά το ν.δ. 3789/1957 Κανονισμοί Εργασίας προκειμένου περί του 
προσωπικού του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων ΝΠΔΔ κυρώνονται με κοινή απόφαση των 
Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εργασίας και του κατά περίπτωση αρμοδίου, που 
εκδίδεται μετά από γνώμη του ΑΣΔΥ (Ανωτάτου Συμβουλίου Δημοσίων Υπηρεσιών). Από τις 
παραπάνω διατάξεις του ν.δ. 3789/1957 (το οποίο δεν κατάργησαν οι ν. 1876/1990 και 
1767/1988, περιόρισαν, όμως, σημαντικά το πεδίο εφαρμογής του, αρθ. 3§5, 6§1στ, 15§1 και 
16§1 ν.1876/1990, 12§4 ν. 1767/1988) προκύπτει, ότι οι Κανονισμοί Εργασίας που 
καταρτίσθηκαν υπό την ισχύ του ως άνω ν.δ., με το οποίο το θέμα των Κανονισμών Εργασίας 
ρυθμίζεται με τρόπο ενιαίο για όλες τις επιχειρήσεις κλπ. ανεξάρτητ' από τη νομική μορφή 
τους ή από το σε ποιόν ανήκουν (Δημόσιο, νομικά πρόσωπα ιδιωτικού ή δημόσιου δικαίου 
κλπ., το δίκαιο δηλ. που εισάγεται με αυτό είναι γενικό και αποκλειστικό για τις 
επιχειρήσεις, εκμεταλλεύσεις κλπ. που υπάγονται στις διατάξεις του) έχουν κανονιστική 
νομική φύση, δηλ. ισχύ ουσιαστικού (όχι, όμως, και τυπικού) νόμου και η θέσπισή τους 
αποτελεί άσκηση "νομοθετικής" εξουσίας από την πλευρά του εργοδότη που απορρέει από την 
εξουσιοδότηση του ως άνω ν.δ. 3789/1957. Η νομική αυτή φύση (κανονιστική και όχι 
συμβατική) των Κανονισμών Εργασίας συνάγεται από τα εξής : (α) Το γεγονός ότι οι 
Κανονισμοί αυτοί, αφού εγκριθούν και αναρτηθούν, αποτελούν συμπλήρωση της ατομικής 
σύμβασης εργασίας, η συμπλήρωση δε αυτή γίνεται αυτόματα (ex lege) και οι όροι γι' αυτήν 
(έγκριση και ανάρτηση του κανονισμού) αποσυνδέουν το κύρος και την ισχύ του από κάθε 
προσχώρηση και ο κανονισμός ισχύει ανεξάρτητα από την θέληση του προσωπικού, ακόμη και 
παρά την θέλησή του, η ενέργειά τους δηλ. είναι επιτακτική (β) Η ανάρτησή τους στον τόπο 
της εργασίας, σε φανερά και προσιτά για τους μισθωτούς σημεία, είναι συστατικός όρος 
δημοσιότητας, με σκοπό να καταστεί στους εργαζομένους γνωστός ο "νόμος" που τους 
δεσμεύει στον χώρο της εκμετάλλευσης, ώστε να ρυθμίζουν ανάλογα την συμπεριφορά τους 
κατά την εκτέλεση της εργασίας και να γνωρίζουν τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματά τους, 
η ιδιόρρυθμη δε αυτή δημοσιότητα είναι ανάλογη με την δημοσίευση των κρατικών νόμων στην 
Εφημερίδα της Κυβέρνησης (γ) Οι επιχειρήσεις και εκμεταλλεύσεις έχουν υποχρέωση να 
καταρτίσουν κανονισμούς, στους οποίους διατυπώνονται γενικά και αντικειμενικά οι κανόνες 
που πρόκειται να ρυθμίζουν τις σχέσεις που διαμορφώνονται μεταξύ του εργοδότη και των 
εργαζομένων, το δίκαιο δε που περιέχεται στον κανονισμό δεν ισχύει για ορισμένο χρόνο, 
δεν συνδέεται με ορισμένο εργοδότη, ούτε αφορά μόνο τους μισθωτούς που συγκροτούν το 
προσωπικό κατά τον χρόνο θέσης του σε ισχύ και δεν ρυθμίζει συγκεκριμένες καταστάσεις, 
αλλά είναι απρόσωπο, γενικό και αφηρημένο, ρυθμίζει τις σχέσεις του εργοδότη και των 
μισθωτών που κινούνται κάθε φορά στην επιχείρηση και ισχύει για όλες τις εργασιακές 
σχέσεις και όχι μόνοι γι' αυτές που στηρίζονται σε έγκυρη σύμβαση εργασίας (δ) 
Κυρώνονται από κρατικό όργανο, ύστερ' από έλεγχο της νομιμότητας και της σκοπιμότητάς 
τους, αφού προηγηθεί γνώμη αρμόδιου υπηρεσιακού οργάνου (ε) Σκοποί του ως άνω ν.δ., 
σύμφωνα και με την εισηγητική έκθεσή του, είναι η εξασφάλιση δίκαιων όρων, ομοιομορφίας, 
ενιαίας κατεύθυνσης, δίκαιης πειθαρχικής εξουσίας και ίσης μεταχείρισης για τους 
μισθωτούς, οι σκοποί δε αυτοί μπορούν να επιτευχθούν μόνο με γενικές κανονιστικές 
διατάξεις, η ισχύς των οποίων δεν (μπορεί να) εξαρτάται από επιμέρους συμβατικούς 
ορισμούς. Όμως, οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις της κοινής (γενικής) εργατικής 
νομοθεσίας υπερισχύουν, εφόσον περιέχουν ρυθμίσεις, στο σύνολό τους λαμβανόμενες, 
ευνοϊκότερες για τους εργαζομένους ως διατάξεις ανώτερης βαθμίδας, των διατάξεων των 
εχόντων ισχύ ουσιαστικού νόμου διατάξεων Κανονισμών Εργασίας που καταρτίσθηκαν και 
κυρώθηκαν υπό την ισχύ και κατά την διαδικασία του ν.δ. 3789/1957, ανεξάρτητα από την 
τυχόν πρόβλεψη παλαιοτέρων αυτού νόμων της δυνατότητας της κατ' εξουσιοδότηση αυτών 
κατάρτισης τέτοιων κανονισμών, αφού, όπως προαναφέρθηκε, με το ως άνω ν.δ. ρυθμίσθηκε με 
τρόπο ενιαίο και αποκλειστικό το θέμα των Κανονισμών Εργασίας για όλες τις επιχειρήσεις, 
εκμεταλλεύσεις κλπ. ανεξάρτητ' από τη νομική μορφή τους ή από το εάν ανήκουν στο 
Δημόσιο, σε ΝΠΔΔ ή ΝΠΙΔ κλπ. Αντίθετα, υπερισχύουν οι διατάξεις των Κανονισμών Εργασίας, 
εάν, με την αυτή προϋπόθεση, είναι ευνοϊκότερες των αντιστοίχων της κοινής εργατικής 
νομοθεσίας (Γ) Ειδικότερα σε σχέση με τις αποδοχές και το επίδομα αδείας των εργαζομένων 
: (1) Γενικά και ως προς όλους καταρχήν τους εργαζομένους, τον κεντρικό κορμό και τον 
πυρήνα του ρυθμιστικού καθεστώτος του θεσμού των αδειών αποτελεί ο α.ν 539/1945 "περί 
χορηγήσεως κατ' έτος εις τους μισθωτούς αδειών μετ' αποδοχών", όπως έχει κατά καιρούς 
τροποποιηθεί. Οι ρυθμίσεις που περιλαμβάνει διασφαλίζουν τις ελάχιστες υπέρ όλων των 
εργαζομένων εγγυήσεις, λόγω δε του εντόνως προστατευτικού χαρακτήρα τους και του στενού 
δεσμού τους με την ικανοποίηση και προστασία του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, 
αποτελούν μονομερώς αναγκαστικό δίκαιο και κατά συνέπεια απόκλιση από τις σχετικές 
διατάξεις αυτού επιτρέπεται μόνο για την εφαρμογή ευμενέστερων για τον εργαζόμενο 
διατάξεων άλλων πηγών, με την προαναφερθείσα έννοια της αρχής της εύνοιας υπέρ των 
μισθωτών. Με το αρθ. 3§1 του ως άνω α.ν. 539/1945 ορίζεται ότι κατά την διάρκεια της 
άδειας ανάπαυσής του ο μισθωτός δικαιούται τις συνήθεις αποδοχές, τις οποίες θα 
εδικαιούτο, εάν απασχολείτο στην "υπόχρεη" (με τον όρο αυτόν αντικαταστάθηκε με το αρθ. 
1 §2 ν. 1346/1983 ο αρχικός όρος "υποκείμενη") επιχείρηση κατά τον αντίστοιχο χρόνο της 
αδείας του ή τις τυχόν για την περίπτωση αυτήν καθορισμένες με συλλογική σύμβαση, ενώ 
κατά την §3 του ίδιου άρθρου (όπως αυτή ισχύει μετά την απάλειψη φράσης με το αρθ. 1 §2 
ν. 4547/1966) στην έννοια των αποδοχών περιλαμβάνονται και οι κάθε είδους πρόσθετες ή 
συμπληρωματικές τακτικές παροχές (αντίτιμο τροφής, επιδόματα κλπ.). Επίσης, κατά το αρθ. 
3§16 ν. 4504/1966 "οι επί σχέσει εργασίας του ιδιωτικού δικαίου απασχολούμενοι, παρ' 
οιωδήποτε εργοδότη, μισθωτοί δικαιούνται κατ' έτος "επιδόματος αδείας" ίσου προς το 
σύνολον των αποδοχών των υπό του α.ν. 539/1945 ή άλλων διατάξεων καθοριζομένων ημερών 
αδείας αναπαύσεως μετ' αποδοχών, ων δικαιούται έκαστος μισθωτός, υπό τον περιορισμόν ότι 
το επίδομα τούτο δεν δύναται να υπερβαίνει τας αποδοχάς ενός 15νθημέρου, διά τους επί 
μηνιαίω μισθώ αμειβόμενους, των 13 δε εργασίμων ημερών δια τους επί ημερομίσθια) ή κατά 
μονάδα εργασίας ή επί ποσοστοίς ή κατ' άλλον τρόπον αμειβόμενους μισθωτούς. Το ως άνω 
επίδομα καταβάλλεται ομού μετά των αποδοχών της αδείας αναπαύσεως του μισθωτού...". Από 
τον συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με τις διατάξεις των αρθ. 648, 653, 666, 679 ΑΚ, της 
κυρωθείσας με το ν.3248/1955 με αριθ. 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "περί προστασίας του 
ημερομισθίου", 2 της κυρωθείσας με το ν. 133/1975 από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, 1§1 ν. 435/1976, 
1§2 ν. 1082/1980 και 2 των κατά καιρούς εκδοθεισών Υπουργικών Αποφάσεων "περί χορηγήσεως 
δώρων για τις εορτές του Πάσχα και των Χριστουγέννων", προκύπτει ότι ως "συνήθεις 
αποδοχές", με βάση τις οποίες υπολογίζονται οι αποδοχές και το ισούμενο προς αυτές, υπό 
τον ως άνω χρονικό περιορισμό, επίδομα αδείας, ταυτίζονται δε προς τις "τακτικές 
αποδοχές" που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό των επιδομάτων εορτών Πάσχα και 
Χριστουγέννων, και είναι ίσες με τις αποδοχές που θα εδικαιούτο ο μισθωτός, αν είχε 
απασχοληθεί κατά τον αντίστοιχο χρόνο της αδείας του, νοούνται ο συμβατικός ή ο νόμιμος 
μισθός ή το ημερομίσθιο, καθώς και οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη εργοδοτική παροχή, σε χρήμα 
ή σε είδος, που καταβάλλεται κατά την διάρκεια της σύμβασης εργασίας, με την προϋπόθεση 
ότι η παροχή αυτή δίδεται σταθερά και μόνιμα ως αντάλλαγμα της παρεχομένης εργασίας. 
Έτσι, εφόσον παρέχονται τακτικά και σταθερά, περιλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές, 
μεταξύ άλλων η αμοιβή για υπερεργασία και για νόμιμη υπερωριακή απασχόληση, καθώς και οι 
προσαυξήσεις για την παροχή εργασίας κατά τη νύκτα, τις Κυριακές και τις αργίες και 
γενικά κάθε προσαύξηση του βασικού μισθού ή ημερομισθίου. Ενόψει των ανωτέρω και δη της 
εννοίας των "τακτικών" ή "συνήθων" αποδοχών (που περιλαμβάνουν, όπως προαναφέρθηκε, τον 
συμβατικό ή νόμιμο μισθό ή ημερομίσθιο, καθώς και όλες γενικά τις ως άνω προσαυξήσεις, 
επιδόματα κλπ.), με βάση τις οποίες υπολογίζονται οι αποδοχές και το επίδομα αδείας, για 
τον προσδιορισμό αυτών λαμβάνονται υπόψη, πέραν του βασικού μισθού ή ημερομισθίου, οι 
πρόσθετες ως άνω παροχές του χρονικού διαστήματος από την λήψη της προηγουμένης αδείας 
(2) Με την 45058/7/1971 ΚΥΑ των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εμπορικής Ναυτιλίας 
και Εργασίας (ΦΕΚ Β' 579) εγκρίθηκε ο Κανονισμός Εργασίας Εργατών Λιμένος Πειραιώς (με 
τον προσαρτημένο σ' αυτόν πίνακα συνθέσεων εργατικών ομάδων και αποδόσεων αυτών σε 
τόννους ή m3), με τον οποίο ρυθμίζονται οι όροι εργασίας και αμοιβής του εργατικού 
προσωπικού, που συνδέεται (μόνιμο και έκτακτο) με τον ΟΛΠ (και ήδη την αναιρεσείουσα ΟΛΠ 
ΑΕ) πάντοτε με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου (άρθ. 10), καθώς και οι συνθήκες και ο τρόπος 
διεξαγωγής των φορτοεκφορτωτικών εργασιών στην περιοχή του Λιμένος Πειραιώς (αρθ. 1§1). 
Ο Κανονισμός αυτός, καταρτισθείς και εγκριθείς υπό την ισχύ και κατά την διαδικασία των 
αρθ. 1 και 2 ν.δ. 3789/1957, όπως και στο προοίμιό του αναφέρεται, έχει ισχύ ουσιαστικού 
νόμου, με την προαναφερθείσα έννοια, με αυτόν δε ορίζονται ειδικότερα τα εξής και δη σε 
σχέση με τον τρόπο υπολογισμού των αποδοχών και του επιδόματος αδείας του ως άνω 
προσωπικού σε συνάρτηση και με το είδος και τις κατηγορίες των εργασιών αυτών, ενώ το 
εκάστοτε ύψος του βασικού ημερομισθίου των διαφόρων κατηγοριών (ειδών) φορτοεκφορτωτικών 
εργασιών ορίζεται με τις οικείες ΣΣΕ : (i) Σύμφωνα με το άρθ. 35§1 οι αποδοχές αδείας 
(και κατ' επέκταση και το μαζί μ' αυτές καταβαλλόμενο επίδομα) ισούνται προς το γινόμενο 
των ημερών αδείας που δικαιούται κάθε μισθωτός επί το βασικό ημερομίσθιο της απασχόλησής 
του, όπως δε διευκρινίζεται στην συνέχεια ως "βασικό ημερομίσθιο" για τον υπολογισμό των 
αποδοχών αδείας των (μονίμων) εργατών (με τον αυτό τρόπο υπολογίζονται οι αποδοχές αυτές 
και για τους εκτάκτους) λογίζεται αυτό της επικρατέστερης απασχόλησής τους κατά το 
τελευταίο πριν από την χορήγηση της αδείας τρίμηνο (και προκειμένου για εργάτες που 
απασχολούνται σε φορτοεκφορτωτικές εργασίες δημητριακών και γαιανθράκων το βασικό 
ημερομίσθιο που καθορίζεται για τις εργασίες αυτές). Ως "επικρατέστερη απασχόληση" 
νοείται κατά την διάταξη αυτή η επικρατέστερη κατά χρόνο, δηλ. εκείνη η οποία είχε 
συνολικά την μεγαλύτερη διάρκεια και στην οποία ο εργαζόμενος πραγματοποίησε τα 
περισσότερα ημερομίσθια κατά το τελευταίο πριν από την λήψη της αδείας τρίμηνο. Βάση, 
επομένως, υπολογισμού των αποδοχών αδείας είναι το βασικό ημερομίσθιο και όχι η τελική 
αμοιβή που προκύπτει από τυχόν προσαυξήσεις λόγω αποδόσεως (για τους εργαζομένους "επί 
αποδόσει") ή λόγω τριπλασιασμού του βασικού ημερομισθίου (για τους απασχολουμένους στις 
γερανογέφυρες) ή λόγω άλλων προβλεπομένων προσαυξήσεων, οι προκύπτουσες δε και 
καταβαλλόμενες με τον υπολογισμό αυτόν αποδοχές αδείας προσαυξάνονται για όλους τους 
εργάτες κατά ποσοστό 25%. (ii) Το ύψος του βασικού ημερομισθίου των (μονίμων κλπ.) 
εργατών του ΟΛΠ, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, λαμβάνεται ως βάση για τον υπολογισμό των 
αποδοχών κλπ. αδείας, ορίζεται ειδικά στο αρθ. 23 §1 του Κανονισμού (αναπροσαρμοζόμενο 
εκάστοτε με τις οικείες ΕΣΣΕ) ανάλογα και σε αντιστοιχία με το είδος της απασχόλησης 
τους κατά τις διακρίσεις του αρθ. 12§1 του Κανονισμού (στο οποίο ρητά παραπέμπει το αρθ. 
23§1), είναι δε αυτές (α) η απασχόληση σε φορτοεκφορτώσεις γενικά χύδην φορτίων 
δημητριακών, γαιανθράκων κλπ. (β) η απασχόληση σε φορτοεκφορτώσεις επί πλοίων γενικά και 
επί παντός είδους πλωτών ναυπηγημάτων και (γ) η απασχόληση σε κομιστικές εργασίες 
(μεταφοράς των εμπορευμάτων από τον τόπο της οριστικής εναπόθεσής τους στα μεταφορικά 
μέσα των παραληπτών και αντίστροφα), σε εργασίες μεταφοράς των αποσκευών των επιβατών, 
σε εργασίες κάλυψης και αποκάλυψης των υπαιθρίων εμπορευμάτων και σε λοιπές βοηθητικές 
εργασίες σχετιζόμενες με την φορτοεκφόρτωση. Στις κατηγορίες αυτές απασχόλησης, 
ειδικότερα, δεν προβλέπεται και δεν περιλαμβάνεται στο ως άνω άρθρο, ως είδος 
απασχόλησης η "επί αποδόσει", αφού αυτή κατά το αρθ. 20 του Κανονισμού, που έχει ακριβώς 
τον τίτλο "τρόπος διεξαγωγής της εργασίας", προβλέπεται ως τρόπος εργασίας και όχι ως 
κατηγορία (διάκριση) απασχόλησης. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το ως άνω αρθ. 20 του 
Κανονισμού (α) η εργασία στον λιμένα διεξάγεται "επί αποδόσει" στις περιπτώσεις 
εκφόρτωσης ή φόρτωσης και ειδικότερα στις περιπτώσεις της, από το κύτος ή τις φορτηγίδες 
μέχρι τον τόπο οριστικής απόθεσης, μεταφοράς (αα) γαιανθράκων, ορυκτών, μεταλλευμάτων, 
πορσελάνης και χωμάτων (χύμα) χωρίς την χρήση αρπάγης (ββ) σιτηρών και λοιπών 
δημητριακών "εις χύμα" (γγ) ξυλείας (δδ) φορτίων δε σάκκους γενικά (εε) σιδήρων, 
σιδηροφύλλων κλπ (στστ) ειδών γενικού εμπορίου και (ζζ) φορτίων πλοίων ψυγείων, κατ' 
εξαίρεση, όμως, εφόσον οι συνθήκες διεξαγωγής των εργασιών για τα παραπάνω φορτία 
παρεμποδίζουν την εργασία με το ως άνω τρόπο, αυτός μπορεί με απόφαση των αρμοδίων 
οργάνων να μεταβληθεί (επειδή ακριβώς η "επί αποδόσει" εργασία δεν αποτελεί είδος 
απασχόλησης, αλλά τρόπο εκτέλεσης της εργασίας) σε εργασία "επί ημερομισθίω" (β) η 
εργασία "επί ημερομισθίω" εκτελείται για (αα) την από την αποθήκη ή ύπαιθρο μεταφορά 
όλων των ανωτέρω ειδών (πλην της ξυλείας) μέχρι το μεταφορικό μέσο του παραλήπτη και 
αντίστροφα (ββ) φορτοεκφορτώσεις αποσκευών των επιβατών (γγ) φορτοεκφορτώσεις νωπών 
ιχθύων, φρούτων και λαχανικών (δδ) φορτοεκφορτώσεις φορτίων κάθε είδους "εις χύμα" και 
(εε) εργασίες εκφόρτωσης βαγονιών και αυτοκινήτων που μεταφέρουν εμπορεύματα εξωτερικού, 
ενώ, κατά την περαιτέρω ρύθμιση του αυτού άρθρου, οι εργασίες πλήρωσης και εκκένωσης 
εμπορευματοκιβωτίων, ρυμουλκούμενων οχημάτων και αυτοκινήτων μεταφερομένων με 
οχηματαγωγά πλοία εξωτερικού, καθώς και οι εργασίες φορτοεκφόρτωσης στρατιωτικών εφοδίων 
επί αυτοκινήτων κλπ. μπορούν να εκτελούνται "επί αποδόσει" με βάση τους 6 τόννους κατ' 
εργάτη κλπ. Η αμοιβή για την "επί αποδόσει" εργασία έχει προβλεφθεί (αρθ. 27) και 
καταβάλλεται και στις τρεις περιπτώσεις απασχόλησης του αρθ. 12§1 επιπρόσθετα του 
βασικού ημερομισθίου του αρθ. 23§1 (iii) Τέλος, κατ' αρθ. 30§1 το "ασφαλιστικό 
ημερομίσθιο" που καταβάλλεται στους μόνιμους εργάτες για όσες εργάσιμες ημέρες δεν 
διατίθενται σε φορτοεκφορτωτικές εργασίες του λιμένος λόγω έλλειψης εργασίας είναι ίσο 
προς αυτό που καταβάλλεται στους μονίμους εργάτες που απασχολούνται σε κομιστικές 
εργασίες του αρθ. 23§1 εδ. β', μετά των συντρεχόντων επιδομάτων εμπειρίας, ειδικών 
συνθηκών και γάμου, δεν αποτελεί δηλ. το "ασφαλιστικό" ημερομίσθιο το κατώτερο 
ημερομίσθιο, αλλ' αυτό καθορίζεται ίσο προς το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο για τις 
κομιστικές εργασίες. Με τα άρθρα τέταρτο παράγραφος 3 και πέμπτο εδ. ε' του ν. 
2668/1999, με τον οποίο το μέχρι τότε ΝΠΔΔ με την επωνυμία Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς 
(που ιδρύθηκε με το ν. 4748/1930 και αναμορφώθηκε με τον α.ν. 1559/1950 κλπ.) μετετράπη 
σε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς Ανώνυμη Εταιρεία" (ΟΛΠ 
ΑΕ), δηλ. την αναιρεσείουσα, ο ως άνω Κανονισμός Εργασίας Εργατών Λιμένος Πειραιώς 
διατηρήθηκε, καταρχάς, σε ισχύ και μετά την μετατροπή αυτήν, ενώ με την 5115.01/02/2004 
απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών-Δημόσιας Διοίκησης και 
Αποκέντρωσης, και Εμπορικής Ναυτιλίας (ΦΕΚ Β' 390/20-6-2004) εγκρίθηκε και δημοσιεύθηκε 
ο καταρτισθείς στα πλαίσια και κατ' εξουσιοδότηση των άρθρων τετάρτου, δωδεκάτου και 
δεκάτου τρίτου του ως άνω ν. 2688/1999 Γενικός Κανονισμός Προσωπικού της ΟΛΠ ΑΕ (που 
άρχισε να ισχύει 10 ημέρες μετά την δημοσίευσή του στην ΕτΚ, αρθ. 83 αυτού) για την 
ρύθμιση των εργασιακών σχέσεων των εργαζομένων σ' αυτήν, σύμφωνα δε με αυτόν το 
προσωπικό της αναιρεσείουσας (τακτικό, έκτακτο και δόκιμο), στο οποίο υπάγεται ως 
ιδιαίτερη υπηρεσιακή κατηγορία το λιμενεργατικό προσωπικό και δη οι λιμενεργάτες (αρθ. 
5§§1α, 2, 4α), δικαιούταν ετήσιας άδειας με αποδοχές, καθώς και επιδόματος αδείας, 
σύμφωνα με την εργατική νομοθεσία (γίνεται δηλ. παραπομπή και στον α.ν. 539/1945) σε 
συνδυασμό με τις διατάξεις της εκάστοτε ισχύουσας ΕΓΣΣΕ, τις ειδικότερες συλλογικές 
συμβάσεις εργασίας που εφαρμόζονται στην εταιρεία (αναιρεσείουσα) και τις διατάξεις του 
παρόντος Κανονισμού (αρθ. 55§1). Στο σημείο αυτό, πρέπει να επισημανθεί ότι ενόψει της 
ως άνω σχέσης του Κανονισμού Εργασίας Εργατών Λιμένος Πειραιώς και των αναγκαστικού 
δικαίου διατάξεων της κοινής εργατικής νομοθεσίας (και δη του α.ν. 539/1945) δεν τίθεται 
θέμα, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσίβλητοι, "κατάργησης" των κρίσιμων διατάξεων του 
Κανονισμού αυτού με μεταγενέστερους κανόνες δικαίου, οι οποίοι όλοι αναφέρονται γενικά 
στο δικαίωμα λήψης αδείας με αποδοχές και δεν ρυθμίζουν ειδικά τον τρόπο υπολογισμού 
τους, ειδικότερα δε με (α) την κυρωθείσα με το ν. 133/1975 από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, οι 
διατάξεις της οποίας, άλλωστε, κατ' αρθ. 8§1β αυτής δεν εφαρμόζονται καθ' ολοκληρίαν επί 
των φορτοεκφορτωτών ξηράς και λιμένων, που διέπονται, όπως στην κρινομένη περίπτωση, από 
την νομοθεσία ρύθμισης των φορτοεκφορτωτικών εργασιών στους λιμένες κλπ. (β) τις 
διατάξεις της κυρωθείσης με το ν. 549/1977 από 26-1-1977 ΕΓΣΣΕ (γ) το ν. 993/1979 που 
κωδικοποιήθηκε σε ενιαίο κείμενο, μαζί με άλλα νομοθετήματα, με το ΠΔ 410/1988, αφού 
αφορά το προσωπικό με σχέση εργασίας του δημοσίου, των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ, ενώ ήδη 
κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα η αναιρεσείουσα είχε μετατραπεί σε α.ε. (δ) άρθ. 101 
του ΠΔ 611/1977 (Υπαλληλικός Κώδικας) που σε κάθε περίπτωση αφορά τους πολιτικούς 
διοικητικούς υπαλλήλους του Κράτους (αρθ. 2) (και των ΝΠΔΔ, αρθ. 2 ν. 2683/1999 του 
μεταγενεστέρου Κώδικα Δημοσίων Υπαλλήλων) (ε) αρθ. 16 ν. 1082/1980, που αναφέρεται 
γενικά στο δικαίωμα λήψης αδείας σε περίπτωση λήξης κλπ. της σχέσης εργασίας πριν την 
συμπλήρωση του απαιτουμένου χρόνου απασχόλησης (στ) από 19-5-1982 ΠΝΠ που δεν περιέχει 
ειδική ρύθμιση (ζ) αρθ. 1 και 7 ΠΔ 88/1999 (για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας 
προς τις διατάξεις της Οδηγίας 93/104/ΕΚ, που αναφέρονται γενικά στο δικαίωμα λήψης 
άδειας με αποδοχές (η) αρθ. 4§5 ν. 2839/2000, αφού αφορά στο προσωπικό του Δημοσίου, ΟΤΑ 
και ΝΠΔΔ, ενώ η αναιρεσείουσα είναι α.ε. δηλ. ΝΠΙΔ (ι) αρθ. 6 ν. 3144/2003 και 1 ν. 
3302/2004, αφού αναφέρονται στο δικαίωμα καθεαυτό για την λήψη άδειας με αποδοχές και 
όχι στον τρόπο υπολογισμού τους. (Δ) Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Πειραιώς 
κρίνοντας, ύστερ' από την άσκηση εφέσεων εκ μέρους αμφοτέρων των διαδίκων πλευρών, επί 
αγωγής των ήδη αναιρεσιβλήτων με αντικείμενο την καταβολή των αναφερομένων εκεί ποσών 
για διαφορές αποδοχών και επιδόματος αδείας των ετών 2001 έως και 2005, με την 
προσβαλλομένη 622/2009 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει (1) ερμηνεύοντας, στην 
μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του, τις ως άνω διατάξεις των αρθ. 3 α.ν. 
539/1945, 3§16 ν. 4504/1966, ως ανωτέρω, καθώς και των αρθ. 20§1, 23, 27 και 35 του 
Κανονισμού Εργασίας Εργατών Λιμένος Πειραιώς (που εγκρίθηκε με την 45058/7/1971 ΚΥΑ) 
έκρινε ότι (α) οι λιμενικές φορτοεκφορτωτικές εργασίας των αναφερομένων στο αρθ. 20 του 
κανονισμού ειδών διεξάγονται με το σύστημα της απόδοσης, η οφειλομένη δε στους 
εργαζομένους με το σύστημα αυτό αμοιβή δεν είναι προκαθορισμένη σε συγκεκριμένο σταθερό 
ποσό, αλλά ποικίλλει και υπολογίζεται ανά τόννο ή m3 με βάση ένα σταθερό ελάχιστο φορτίο 
υποχρεωτικής φορτοεκφόρτωσης και ένα αναπροσαρμοζόμενο με τις εκάστοτε ισχύουσες ΕΣΣΕ 
ποσό (β) από τα στοιχεία αυτά διαμορφώνεται (εκτός από το κατώτατο ημερομίσθιο που 
αντιστοιχεί στο ελάχιστο όριο φορτοεκφόρτωσης) το κυμαινόμενο ημερομίσθιο απόδοσης, το 
οποίο αναλογεί στις ποσότητες που πράγματι φορτοεκφορτώνονται επιπλέον του ελαχίστου 
σταθερού φορτίου φορτοεκφόρτωσης, όπως προβλέπεται στον πίνακα συνθέσεων και αποδόσεων 
εργατικών ομάδων (γ) η κυμαινόμενη και ανώτερη αυτή αμοιβή απόδοσης προβλέπεται και 
καταβάλλεται στους εργαζομένους τακτικά και σταθερά ως αντάλλαγμα της παρεχομένης 
εργασίας τους και συνεπώς η αμοιβή αυτή έχει την έννοια των τακτικών αποδοχών, επί των 
οποίων πρέπει να υπολογίζονται οι αποδοχές άδειας, το επίδομα αδείας και τα λοιπά 
επιδόματα σύμφωνα με τις οικείες ως άνω διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας (δηλ. του 
α.ν. 539/1945 και ν. 4504/1966), που υπερισχύουν από τις αντίθετες και δυσμενέστερες για 
τους εργαζομένους διατάξεις κανονισμών εργασίας ή ΣΣΕ, ενώ έχουν παράλληλη ισχύ με τις 
αποκλίνουσες ευνοϊκές για τους εργαζομένους ρυθμίσεις κανονισμών εργασίας ή ΣΣΕ (τις 
οποίες μπορούν να επικαλούνται οι τελευταίοι για την θεμελίωση των αξιώσεων τους), 
αποκλίνουσα δε και ευμενής για τους μόνιμους εργάτες του ΟΛΠ διάταξη είναι εκείνη του 
αρθ. 35§1δ του ως άνω Κανονισμού, κατά την οποία ως βασικό ημερομίσθιο για τον 
υπολογισμό των αποδοχών αδείας λογίζεται εκείνο της επικρατέστερης απασχόλησης τους κατά 
το τελευταίο τρίμηνο πριν από την χορήγηση της ετήσιας κανονικής άδειας τους (δ) σύμφωνα 
με τις διατάξεις αυτές οι αποδοχές αδείας των μονίμων εργατών του ΟΛΠ είναι ίσες με το 
γινόμενο των ημερών αδείας που δικαιούται έκαστος επί το βασικό ημερομίσθιο απασχόλησής 
του, ως τέτοιου λογιζομένου -για τον υπολογισμό των αποδοχών αδείας- εκείνου της 
επικρατέστερης απασχόλησης κατά το τελευταίο τρίμηνο πριν από την χορήγηση της άδειας, 
το βασικό δε αυτό ημερομίσθιο εξευρίσκεται με την διαίρεση του συνόλου όλων των αποδοχών 
του εργαζομένου κατά τα τρίμηνο αυτό δια του αριθμού 3 κλπ. (ε) το επίδομα αδείας είναι 
ίσο με τις αποδοχές 13 εργασίμων ημερών με βάση ημερομίσθιο που εξευρίσκεται με την 
διαίρεση του συνόλου όλων των συνυπολογιστέων κατά νόμον αποδοχών του εργαζομένου κατά 
το τελευταίο πριν από την λήψη της αδείας 12μηνο (ώστε να περιληφθούν όλες οι 
εργοδοτικές παροχές που καταβλήθηκαν κατά το χρονικό αυτό διάστημα ως αντάλλαγμα της 
παρεχομένης εργασίας τακτικά ανά μήνα κλπ.) διά του αριθμού 12 κλπ. (2) στην ελάσσονα 
πρόταση δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες προσλήφθηκαν από την 
αναιρεσείουσα εναγομένη ήδη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΛΙΜΕΝΟΣ 
ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ" και τον διακριτικό τίτλο "ΟΛΠ ΑΕ" (πρώην νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου) ο 
1ος την 29-5-1989 και ο 2ος την 15-6-1989 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου 
χρόνου προκειμένου να εργασθούν με την ειδικότητα του λιμενεργάτη, ότι αντικείμενο της 
εργασίας τους είναι η εκτέλεση κάθε λιμενεργατικής εργασίας που σχετίζεται με την 
φορτοεκφόρτωση και διακίνηση φορτίων εντός του χώρου του λιμένος Πειραιώς, ότι οι όροι 
εργασίας των εναγόντων διέπονταν από τον Κανονισμό Εργασίας Εργατών Λιμένος Πειραιώς και 
από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας που καταρτίζονταν μεταξύ του ΟΛΠ και του σωματείου 
των εργαζομένων με την επωνυμία "....", ότι ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες οι ενάγοντες 
κατανέμονταν από τα αρμόδια όργανα του ΟΛΠ και απασχολούνταν με όλα τα είδη των 
λιμενικών εργασιών, είτε αυτές διεξάγονταν με απόδοση, είτε με σταθερό ημερομίσθιο, και 
ανάλογα με την εργασία που παρείχαν καταβαλλόταν σ' αυτούς το προβλεπόμενο από τις 
διατάξεις του Κανονισμού και τις οικείες ΕΣΣΕ σταθερό ημερομίσθιο ή το κυμαινόμενο 
ημερομίσθιο απόδοσης που αναλογεί στις ποσότητες που φορτοεκφορτώνονται επί πλέον του 
ελαχίστου ορίου φορτοεκφόρτωσης, με βάση δε το ημερομίσθιο αυτό διαμορφώνονταν και 
καταβάλλονταν κατά την ένδικη χρονική περίοδο από 1-1-2001 μέχρι 31-12-2005 όλα τα 
προβλεπόμενα επιδόματα και οι λοιπές πρόσθετες παροχές, εκτός από τις αποδοχές και το 
επίδομα αδείας, ότι συγκεκριμένα οι αποδοχές και το επίδομα αδείας που λάμβαναν οι 
ενάγοντες κατά την ως άνω χρονική περίοδο δεν διαμορφώνονταν με βάση το ημερομίσθιο που 
προέκυπτε από την πραγματική απόδοσή τους και καταβαλλόταν σ' αυτούς, ούτε από το 
ημερομίσθιο που αναλογούσε στην επικρατέστερη απασχόλησή τους κατά το τελευταίο τρίμηνο 
(και δωδεκάμηνο για το επίδομα) πριν από την λήψη της αδείας, όπως θα έπρεπε, αλλά με 
βάση το κατώτερο ημερομίσθιο ασφαλείας προσαυξημένο κατά 20% από το έτος 1990 και 25% 
αργότερα, κατά την σχετική πρόβλεψη των αντίστοιχων ΕΣΣΕ, και ότι ο τρόπος αυτός του 
υπολογισμού των αποδοχών και του επιδόματος αδείας των εναγόντων σε ποσά κατώτερα από 
εκείνα που αναλογούν στο προβλεπόμενο και πραγματικά καταβαλλόμενο ημερομίσθιο απόδοσης, 
καθώς και στο ημερομίσθιο της επικρατέστερης απασχόλησης αυτών κατά το τελευταίο τρίμηνο 
πριν από την λήψη της αδείας είναι βλαπτικός γι' αυτούς, οι οποίοι δικαιούνται ν' 
αξιώσουν τον υπολογισμό των αποδοχών και του επιδόματος αδείας με βάση το πραγματικό 
ημερομίσθιο απόδοσης και της επικρατέστερης απασχόλησης τους κατά το τελευταίο τρίμηνο 
πριν από την λήψη της αδείας σύμφωνα με τις ευμενέστερες διατάξεις της εργατικής 
νομοθεσίας και του Κανονισμού Εργασίας Εργατών Λιμένος Πειραιώς, οι οποίες υπερισχύουν 
από τις σχετικές (κανονιστικού περιεχομένου) δυσμενέστερες προβλέψεις των οικείων ΕΣΣΕ. 

Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του και κατά 
μερική παραδοχή των εφέσεων αμφοτέρων των διαδίκων μερών εξαφάνισε την απόφαση του 
πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή και επεδίκασε στους 
ενάγοντες αναιρεσιβλήτους ως οφειλόμενες διαφορές αποδοχών και επιδόματος αδείας του 
χρονικού διαστήματος των ετών 2001 έως και 2005, προκύπτουσες από τον υπολογισμό αυτών 
με βάση το πραγματικό ημερομίσθιο απόδοσης και της επικρατέστερης απασχόλησής τους κατά 
το τελευταίο τρίμηνο πριν από την λήψη της αδείας, δηλ. τις καταβαλλόμενες αποδοχές τους 
(και όχι μόνο το βασικό ημερομίσθιο), τα συνολικά ποσά (α) στον 1° ενάγοντα των 
30.523,66, καθώς και των 5.113,33  ως νόμιμους τόκους των μεταγενεστέρως εξοφληθέντων 
σχετικών κονδυλίων του έτους 2003 και (β) στον 2° ενάγοντα των 19.365,69, καθώς και των 
3.060,19 ως νόμιμους τόκους των μεταγενεστέρως εξοφληθέντων κονδυλίων του έτους 2003. Με 
την κρίση του αυτή το Εφετείο, εφόσον εφάρμοσε την αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών 
και για τον υπολογισμό των αποδοχών αδείας κλπ. των αναιρεσιβλήτων εναγόντων έλαβε το 
σύνολο των αποδοχών με βάση την κυμαινόμενη και ανώτερη του βασικού ημερομισθίου αμοιβή 
απόδοσης, δηλ. τις πλήρεις αποδοχές, αλλά του τελευταίου τριμήνου πριν από την λήψη της 
αδείας, προέβη δηλ. κατά την σύγκριση των αποδοχών κλπ. αδείας ως μίας ενότητας σε 
επιλεκτική εφαρμογή και της ρύθμισης του αρθ. 3 α.ν. 539/1945 και των διατάξεων του ως 
άνω Κανονισμού και δη του αρθ. 35 αυτού, παραβίασεν ευθέως τις ως άνω ουσιαστικού 
δικαίου διατάξεις και επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος 
αναίρεσης από το αρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ν' αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση, 
να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος τούτο προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που 
εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, εφόσον μπορεί να συγκροτηθεί από άλλους δικαστές 
(άρθ.580§3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι σε μέρος των δικαστικών εξόδων 
της αναιρεσείουσας κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 

Αναιρεί την 622/2009 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό 
μέρος.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση κατά το μέρος τούτο στο ως άνω 
δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που 
ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια ευρώ (2.300).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2011. 

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2011.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ                     Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ 




29 Ιουλίου 2011

ΡΕ ΕΙΣΤΕ ΝΤΕΝΕΚΕΔΕΣ ΞΕΓΑΝΩΤΟΙ»


ΡΕ ΕΙΣΤΕ ΝΤΕΝΕΚΕΔΕΣ ΞΕΓΑΝΩΤΟΙ»


«ΡΕ ΕΙΣΤΕ ΝΤΕΝΕΚΕΔΕΣ ΞΕΓΑΝΩΤΟΙ»
Η φράση ανήκει στον Ευάγγελο Γιαννόπουλο και αφιερώνεται όπου δει.

To νομοσχέδιο για την Ανώτατη Παιδεία , εκτιμάται  ότι θα αποτελέσει την τελική αφορμή για μια ανεξέλεγκτη κοινωνική έκρηξη στις αρχές του φθινοπώρου, αφού η κοινωνική αναταραχή είναι ορατή πλέον σε όλους, με την φρικτή οικονομική κατάσταση που έχει δημιουργηθεί συνεπεία της εφαρμογή του Μνημονίου ,στην Ελληνική Οικογένεια. Όμως οι μέχρι σήμερα κινητοποιήσεις παρά την ένταση και την σφοδρότητα των συγκρούσεων τους είχαν χαρακτηριστικά περιορισθεί στους εργαζόμενους και συνταξιούχους ,χωρίς να είναι έντονα φανερή η κινητοποίηση της νεολαίας.
Φαίνεται όμως πώς η Κυβέρνηση θέλησε να προσθέσει και αυτήν την σημαντική ομάδα την νεολαία, στις μελλοντικές κινητοποιήσεις του Φθινοπώρου κι έτσι έσπευσε να καταθέσει το υπό ψήφιση νομοσχέδιο, που θα οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια σε ανατροπή του υπάρχοντος σκηνικού και σε πολύ σύντομες σοβαρές  εξελίξεις, ακόμη και εκλογές.
Βέβαια η ίδια η Κυβέρνηση «επιδιώκει» με «αυτογκόλ» φαίνεται μανιωδώς την αναταραχή της Ελληνικής Κοινωνίας και έτσι «προσπαθεί»  να ματαιώσει με κάθε τρόπο την προσπάθεια της στον οικονομικό τομέα. Πως μπορεί να εξηγήσει κανείς το καλοκαιρινό ξεσήκωμα των ταξιτζήδων, με άμεση συνέπεια να υποστεί ανεπανόρθωτο πλήγμα ο τουρισμός. Μόνο συμπεριφορά «παιδικού θιάσου» και όχι υπεύθυνης Κυβέρνησης δικαιολογεί την προχειρότητα αντιμετώπισης των ζητημάτων, έτσι λησμονήθηκαν οι αγώνες και οι θυσίες της φοιτητικής νεολαίας της δημοκρατικής παράταξης για την παιδεία και αποφασίστηκε καταστροφή του Ελληνικού Πανεπιστημίου, του πιο σταθερού δημοκρατικού θεσμού της μεταπολίτευσης, με τη μετατροπή των πανεπιστημίων σε ημι-ιδιωτικά κολέγια (και δη χρηματοδοτούμενα από το κράτος), την κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου και -επί της ουσίας- των ακαδημαϊκών ελευθεριών, διά της προβλεπόμενης εκκαθάρισης όσων πανεπιστημιακών που δεν είναι αρεστοί στους ιδιώτες επιχειρηματίες που θα στελεχώσουν τα όργανα διοίκησης των (τύποις κρατικών) ιδρυμάτων. Αυτή είναι μια εξέλιξη που ικανοποιεί πάγια αιτήματα «των ανθρώπων της επιχειρηματικότητας» που δεν κατάφεραν να ανατρέψουν μέχρι σήμερα την Συνταγματική διάταξη του άρθρου 16 του Συντάγματος, πράγμα που γίνεται τώρα από την πίσω πόρτα με το υπό ψήφιση νομοσχέδιο
Σημειώνεται ότι οι παρεμβάσεις στη Ανωτάτη Εκπαίδευση οδήγησαν πάντοτε μετά την Μεταπολίτευση σε σημαντικές ανατροπές και κινητοποιήσεις:
Τέσσερις νόμοι είναι οι σημαντικότεροι στην τριτοβάθμια εκπαίδευση από το '74 και μετά:
1) Ο νόμος πλαίσιο 815/ 1980 από την κυβέρνηση του  Κωνσταντίνου Καραμανλή ο οποίος αν και ψηφισμένος ανατράπηκε από το μαζικό φοιτητικό κίνημα
2) Ο νόμος πλαίσιο 1268/1982 για τα ΑΕΙ από την κυβέρνηση τουA.Παπανδρέου και 1404 το '83 για τα ΤΕΙ. Ο νόμος αυτός θεωρήθηκε μεγάλη κατάκτηση, κυρίως λόγω κατάργησης της Εδρας και της  δημιουργίας του Τομέα και της δημοκρατικής οργάνωσης του Πανεπιστημίου. Ο νόμος αυτός και φιλοσοφία του  ανατρέπεται πλήρως με το υπό ψήφιση νομοσχέδιο .
3) Ο νόμος πλαίσιο 2083/1992. Λόγω του μαζικού κινήματος στην εκπαίδευση (καταλήψεις ‘91-'92) ο νόμος του Σουφλιά ποτέ δεν εφαρμόστηκε.
4) Ο νόμος πλαίσιο 3549/2007 ο λεγόμενος νόμος Γιανάκου. Το φοιτητικό κίνημα έχει ήδη δώσει ένα μεγάλο και μαζικό αγώνα για την ανατροπή του.
 Το υπό ψήφιση νομοσχέδιο, όπως εξειδικευμένοι νομικοί έχουν κρίνει είναι εμφανώς «κακότεχνο» ή μάλλον «νομική καρικατούρα» που αγνοεί την πανεπιστημιακή πραγματικότητα και επιδιώκει την πιο αυταρχική διοίκηση και την παλινόρθωση της «έδρας», αγνοεί την πλούσια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας με επί πλέον χαρακτηριστικά :την άρση του αυτοδιοίκητου, την πλήρη κομματικοποίηση της ανώτατης εκπαίδευσης, την κατακόρυφη μείωση της χρηματοδότησης, έχει ήδη προκαλέσει αντιδράσεις. Όλες οι σύγκλητοι και οι πρυτάνεις είναι αρνητικές, ενώ συγκαλούνται ακαδημαϊκά όργανα, γενικές συνελεύσεις συλλόγων καθηγητών, ενώ ήδη βγήκαν οι πρώτες αποφάσεις ανυπακοής. Τμήματα δηλώνουν ότι δεν θα εφαρμόσουν το νόμο ακόμα κι αν ψηφιστεί .
Ήδη η πανεπιστημιακή Κοινότητα ετοιμάζεται για κινητοποιήσεις η ένταση των οποίων δεν θα έχει προηγούμενο. Είναι απολύτως φυσικό αυτό αφού, οι βασικοί θεσμοί που οι αγώνες των φοιτητών κατέχτησαν ανατρέπονται δηλαδή το άσυλο, η αυτοδιοίκηση του Πανεπιστήμιου, η πραγματική δωρεάν Παιδεία συγκεκριμένα: 
1.- Καταργείται το θεσμοθετημένο άσυλο  και γίνεται ζήτημα της διοίκησης του Πανεπιστημίου καθώς στο νομοσχέδιο αναφέρεται ότι «η ακαδημαϊκή ελευθερία στην έρευνα και τη διδασκαλία καθώς και η ελεύθερη διακίνηση ιδεών τηρούνται με ευθύνη του πρύτανη, ενώ κάθε Πανεπιστήμιο ορίζει τη διαδικασία διαφύλαξης της ακαδημαϊκής του ελευθερίας». Μετά το 2014-15 τέλος η διανομή με δαπάνη Δημοσίου, αρχίζει το ηλεκτρονικό σύγγραμμα. Μέχρι το 2013-14 συντάσσεται κατάλογος με ένα προτεινόμενο σύγγραμμα ανά υποχρεωτικό ή επιλεγόμενο μάθημα. Καταργείται η υποχρέωση του κράτους να παρέχει την ανώτατη εκπαίδευση σε κάθε Έλληνα πολίτη που το επιθυμεί. Αφού δεν μπόρεσε να περάσει την αναθεώρηση του αρ. 16, η κυβέρνηση προσπαθεί μ’ αυτό τον τρόπο να αποποιηθεί τη χρηματοδότηση της ανώτατης εκπαίδευσης και απ’ την υποχρέωσή της να παρέχει δωρεάν σπουδές.


2. Ένας  καινούργιος θεσμός που θα καταλύσει πλήρως την αυτοδιοίκηση των ΑΕΙ είναι το συμβούλιο που θα διοικεί το ίδρυμα, με υπερεξουσίες. Θα είναι 15μελές με επτά εσωτερικά μέλη εκλεγμένα από το ΔΕΠ, τα οποία θα εκλέγουν επτά εξωτερικά, ενώ θα υπάρχει και ένας εκπρόσωπος φοιτητών. Το συμβούλιο θα εκλέγει τον πρόεδρό του και θα διορίζει τον πρύτανη μετά από διεθνή διαγωνισμό. Έγκριτοι Συνταγματολόγοι  κρίνουν με γνωμοδοτήσεις τους που έχουν δημοσιοποιηθεί, ότι το μέτρο είναι αντισυνταγματικό και επισημαίνουν ότι με αυτό τον τρόπο παραδίδεται η διοίκηση του ιδρύματος σε μία διαρχία (πρόεδρος συμβουλίου και πρύτανης). Το ολιγομελές αυτό όργανο, που δεν είναι εκλεγμένο από το σύνολο της κοινότητας, αποκτά  τεράστιες υπερεξουσίες, αφού έχει συνολικά 17 διαφορετικές αρμοδιότητες, με ακαδημαϊκό, οικονομικό και διοικητικό περιεχόμενο. Δεν θα είναι δηλαδή απλώς ελεγκτικό, αλλά θα ασχολείται με τη χρηματοδότηση, θα διορίζει κοσμήτορες, θα μπορεί να απολύει τον πρύτανη κ.λπ. Επιπλέον θα επιχειρηθεί το δυσκολότερο όλων: να βρουν κοινή συνισταμένη απόψεων ο πρύτανης, το συμβούλιο αλλά και η σύγκλητος, που πλέον είναι ολιγομελής. Έτσι  το όργανο αυτό θυμίζει τον αλήστου μνήμης «Κυβερνητικό Επίτροπο» στα Πανεπιστήμια την εποχή της Χούντας .Είναι ένα όργανο με περιορισμένη δημοκρατική νομιμοποίηση που στερείται και της Ακαδημαϊκής αντίληψης σε μεγάλο αριθμό των μελών του που είναι εξωπανεπιστημιακοί και που ουσιαστικά διοικεί με τους «όρους της αγοράς» το Πανεπιστήμιο!!!!!!!Το όργανο αυτό αντικειμενικά δεν μπορεί να διοικήσει το Πανεπιστήμιο και θα πρέπει να χρησιμοποιήσει αλλά μέσα  ακόμα και την βία για επιβάλει την άποψη του, αφού η Ακαδημαϊκή Κοινότητα δεν θα αναγνωρίσει στην συνείδηση της δηλαδή στην πράξη.-
3. Ζήτω στην παλινόρθωση της Έδρας. Οι νέες βαθμίδες του διδακτικού προσωπικού (ΔΕΠ) που μετά την κατάργηση των λεκτόρων, διακρίνονται σε καθηγητές α' βαθμίδας, αναπληρωτές και επίκουρους. Όλες οι διαδικασίες αλλά και οι αρμοδιότητες, λένε εξειδικευμένοι νομικοί-πανεπιστημιακοί, επιστρέφουν στην παντοδυναμία της έδρας. Όλες οι εξουσίες συγκεντρώνονται στους καθηγητές, οι οποίοι θα μπορούν να ελέγχουν και τις εκλογές των επτά μελών του συμβουλίου. Αντί για την δημοκρατική οργάνωση του Τομέα με την συμμετοχή την ισότιμη όλων των μελών ΔΕΠ τώρα ο παντοκράτορας επιστρέφει ο «αφέντης»  καθηγητής, με την ψήφο του οποίου θα κρίνονται οι πάντες. Αυτό λέγεται δημοκρατική οπισθοδρόμηση. Ακόμα και καθηγητές πολλών ταχυτήτων θα υπάρχουν αφού ο νέος νόμος αφήνει τα προσόντα επιλογής τους στα ΑΕΙ και δεν τα προβλέπει ενιαία.
4. Από Σεπτέμβριο ξεκινούν σαρωτικές συγχωνεύσεις. Με Π.Δ. και ύστερα από γνώμη του Συμβουλίου και της ΑΔΙΠ θα γίνουν συγχωνεύσεις, κατατμήσεις, μετονομασίες, καταργήσεις ΑΕΙ και σχολών. Προϋποθέσεις: η μη επαρκής κάλυψη στόχων που συνδέονται με την οικονομικοκοινωνική ανάπτυξη της χώρας, ο δυσανάλογα μεγάλος ή μικρός αριθμός φοιτητών ή αποφοίτων κατ' έτος, η μη ύπαρξη επιστημονικών λόγων ύπαρξης μεμονωμένων ΑΕΙ.
Η σχολή καθίσταται ως βασική διοικητική και ακαδημαϊκή μονάδα. Καταργούνται τα τμήματα, δημιουργούνται τα «προγράμματα σπουδών». Κάθε σχολή οργανώνει διαφορετικά προγράμματα σπουδών, απονέμει αντίστοιχα πτυχία. Μπορεί να οργανώνει ενιαίο πρόγραμμα σπουδών στο πρώτο έτος ώστε να εισάγονται οι φοιτητές σε σχολές και να εντάσσονται στα προγράμματα σπουδών μετά το πρώτο έτος. Δυνατότητα ίδρυσης μεταπτυχιακής σχολής και σχολής διά βίου μάθησης και εξ αποστάσεως εκπαίδευσης Η δημιουργία σχολών και η κατάργηση των σημερινών τμημάτων. αποφασίζαμε και διατάσσουμε την διάλυση του Πανεπιστήμιου χωρίς καμιά απολύτως επιστημονική προετοιμασία ,έτσι που φαίνεται ότι μάλλον εξωπανεπιστημιακοι παράγοντες(σκιτζήδες που θα έλεγε ο Γιαννόπουλος) πήραν την απόφαση να διαλύσουν την Ελληνική Παιδεία Πώς μπορείς να δημιουργήσεις σχολή σε πανεπιστήμια με τμήματα διασκορπισμένα σε διαφορετικές πόλεις; Πώς μπορείς να δημιουργήσεις κοινό έτος σπουδών σε κάθε πανεπιστήμιο για να εισαγάγεις τους νέους φοιτητές μετά την κατάργηση των πανελλαδικών εξετάσεων, δημιουργώντας δηλαδή προπαρασκευαστικό έτος;

5.-Τα ΑΕΙ μπορούν να χρηματοδοτούνται από ιδιωτικούς φορείς της Ελλάδας και του εξωτερικού βάσει συμφωνιών και με όρους «που συνάδουν με την αποστολή και τη λειτουργία του ΑΕΙ». Μεταξύ των πόρων: δωρεές από φυσικά ή νομικά πρόσωπα, κληροδοσίες και άλλες χαριστικές παροχές από οποιαδήποτε πηγή, χρηματοδοτήσεις από οποιαδήποτε ιδιωτική πηγή, ημεδαπή ή αλλοδαπή. Σε ό,τι αφορά την εκμετάλλευση κληροδοτημάτων και δωρεών προβλέπεται η θέσπιση (με Π.Δ. αλά fast track) αποκλίσεων από τη σχετική νομοθεσία με σκοπό την απλοποίηση και επιτάχυνση των διοικητικών διαδικασιών. Συγχρόνως ιδρύονται ανώνυμες εταιρείες στα Πανεπιστήμια που θα διαχειρίζονται την περιουσία τους, αλλά και θα αναζητούν πόρους.
 Σημείο αμφισβήτησης αποτελεί και ο τρόπος χρηματοδότησης, ιδιαίτερα σε περίοδο οικονομικής κρίσης, όπου οι περικοπές αγγίζουν ήδη το 50%. Τα πανεπιστήμια, θα ξεκινήσουν αργά ή γρήγορα, λόγω της υποχρηματοδότησης, το κυνήγι του ευρώ. Η θέσπιση μιας ανεξάρτητης αρχής διευρυμένων αρμοδιοτήτων, με παρέμβαση στη χρηματοδότηση, δεν υπάρχει πουθενά στον κόσμο, λένε οι πανεπιστημιακοί. Προφανώς, εκτιμούν ότι το υπουργείο έχει στόχο την περαιτέρω μείωση των κονδυλίων, και των διορισμών. Και γι' αυτό μεταθέτει την ευθύνη του σε «ενδιάμεσο» φορέα, που θα ενεργεί δίκην ανώνυμης εταιρείας, όταν ο ρόλος της ανεξάρτητης αρχής είναι, σε όλο τον κόσμο, η πιστοποίηση της ποιότητας.
6) Το υπουργείο επιχειρεί να διχάσει Πανεπιστήμια-ΤΕΙ, προσφέροντας, δίκην «καρότου», στα τελευταία το δικαίωμα διδακτορικών την ώρα που καταργεί τον καθηγητή εφαρμογών, δηλαδή τη στοιχειώδη ειδικότητα για την ύπαρξη ενός τεχνολογικού ιδρύματος.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ Σε μετωπική σύγκρουση βρίσκονται πλέον το υπουργείο Παιδείας και η πανεπιστημιακή κοινότητα, με τους πρυτάνεις να μπαίνουν σ' έναν σκληρό αγώνα αναμέτρησης δυνάμεων με την ίδια την υπουργό .Το νομοσχέδιο αυτό  είναι κακότεχνο και οπισθοδρομικό σε αντιλήψεις προ του 1940 που έχουν πλήρως ξεπεραστεί από τα νεωτέρα δεδομένα, επαναφέρει τον αυταρχισμό στο Πανεπιστήμιο και θα μπλοκάρει την εκπαιδευτική διαδικασία και θα βγάλει στο δρόμο την νεολαία με κυρίαρχο στοιχείο την απολύτως αντικειμενική αδυναμία να λειτουργήσει το Πανεπιστήμιο ακόμα κι αν το θέλουν οι πανεπιστημιακοί άλλωστε -η παιδεία είναι ο δεύτερος ήλιος των ανθρώπων [Πλάτωνας),φτάνει να θέλουν να βλέπουν.-

«ΘΕΜΙΣΤΟΠΟΛΟΣ»

06 Ιουλίου 2011

Ενστάσεις ως προς τη συνταγματικότητα του μεδοπρόθεσμου

Ενστάσεις ως προς τη συνταγματικότητα του μεσοπρόθεσμου
 
Ημερομηνία δημοσίευσης: 03/07/2011
Ισχυρές επιφυλάξεις και πλήθος παρατηρήσεων ως προς τη συνταγματικότητα των διατάξεων, υπό το φως της πλούσιας νομολογίας του ΣτΕ, διατυπώνει το Επιστημονικό Συμβούλιο της Βουλής στην έκθεσή του με ημερομηνία 28.6 επί του εφαρμοστικού νόμου "Επείγοντα μέτρα εφαρμογής Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015”, ο οποίος εισάγει, κατεδαφίζοντας την ισχύουσα νομοθεσία, νέους κανόνες λογικής Φαρ Ουέστ για την "αξιοποίηση" της δημόσιας περιουσίας.
Ειδικότερα, για τη διάταξη η οποία επιτρέπει τη χωροθέτηση "επενδυτικού σχεδίου δημόσιου ακινήτου" σε δάση και δασικές εκτάσεις, στην έκθεση αναφέρεται σαφώς ότι πρόκειται περί επεμβάσεων και αλλαγής χρήσης δασών και δασικών εκτάσεων οι οποίες υπόκεινται σε ιδιαίτερο προστατευτικό καθεστώς ώστε να διατηρηθεί η χρήση κατά τον προορισμό τους και να διαφυλαχθεί η οικολογική ισορροπία.
Εξειδικεύοντας υπενθυμίζει ότι το άρθρο 24 του Συντάγματος κατ' αρχήν απαγορεύει τη μεταβολή προορισμού των δασικών οικοσυστημάτων, εκτός αν επιβάλλεται για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Σύμφωνα δε με τη νομολογία του ΣτΕ οι επιτρεπτές επεμβάσεις πρέπει να προβλέπονται από ειδικές νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις που ορίζουν τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις για την πραγματοποίησή τους.
Όσον αφορά το άρθρο που προβλέπει την κατάργηση με Π.Δ. θεσμοθετημένων ρυθμιστικών σχεδίων, Γενικών Πολεοδομικών Σχεδίων, Ζωνών Οικιστικών Ελέγχων και άλλων σχεδίων χρήσεων γης "για την ολοκληρωμένη ανάπτυξη και την αποτελεσματική αξιοποίηση των δημόσιων ακινήτων" το Επιστημονικό Συμβούλιο της Βουλής υπογραμμίζει ότι οι όποιες τροποποιήσεις "δεν πρέπει να οδηγούν σε επιδείνωση των όρων διαβίωσης και υποβάθμιση του φυσικού ή του προβλεπόμενου από την ισχύουσα πολεοδομική νομοθεσία οικιστικού περιβάλλοντος, π.χ. ΖΟΕ, διά των οποίων επιδιώκεται ο έλεγχος της εκτός πολεοδομικού σχεδιασμού δόμησης ή άλλων εργασιών ή και δραστηριοτήτων" με σκοπό την αποτροπή πραγματικών καταστάσεων που θα επέφεραν δυσχέρειες στον ορθολογικό, χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό, τον οποίο αξιώνει το άρθρο 24 παρ. 2 του Συντάγματος" ΣτΕ 3572/2003.
Αλλά και για τη χωροθέτηση και "κατασκευή έργων ανάπτυξης παραγωγικών και επιχειρηματικών δραστηριοτήτων", πάλι με αλλαγή θεσμοθετημένων σχεδίων, στην έκθεση παρατίθεται η νομολογία του ΣτΕ, η οποία ορίζει ως απαραίτητη προϋπόθεση την τήρηση των κατευθύνσεων και των προτάσεων του οικείου Χωροταξικού Περιφερειακού Σχεδίου και των υποκείμενων σχεδίων πολεοδομικών, ΖΟΕ, ΠΕΡΠΠ, ΠΟΑΠΔ κ.ά. για την υποδοχή συγκεκριμένων δραστηριοτήτων.
Και επεξηγεί: "Κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται, μέσω της βαθμιαίας εξειδίκευσης των προβλεπόμενων κριτηρίων στα διαδοχικά στάδια του χωροταξικού σχεδιασμού, η τήρηση των γενικών επιλογών του, αλλά και να επιτυγχάνεται η συνεκτική διαχείριση του χώρου με τη λειτουργική ολοκλήρωση των χωροταξικών πλαισίων, ώστε η ανάπτυξη που επιδιώκεται με την πραγμάτωση παραγωγικής δραστηριότητας να παραμένει στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας".
Επί του άρθρου 17 & 1, το οποίο επιχειρεί να νομιμοποιήσει αυθαίρετες τουριστικές εγκαταστάσεις, κτηριακές και λιμενικές του ΕΟΤ, η έκθεση παρατηρεί ότι εξαίρεση από τον κανόνα της κατεδάφισης, κατά παράβαση των καθορισθέντων για ορισμένη περιοχή όρων και περιορισμών δόμησης, έχει κριθεί ανεκτή από το Συμβούλιο της Επικρατείας μόνο για τις "ασήμαντες από πολεοδομικής άποψης παραβάσεις".
Ως προς τις συνταγματικές αρχές του κράτους δικαίου και του σεβασμού και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου, όπως και της συνταγματικής αρχής της ισότητας, παραπέμπει στην απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ 3500/2009, αλλά και σε προγενέστερες εκθέσεις της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής (1993).
Αντιρρήσεις εκφράζονται και για την παραχώρηση χρήσης αιγιαλού και παραλίας και του δικαιώματος εκτέλεσης, χρήσης και εκμετάλλευσης λιμενικών έργων ή επέκτασης ήδη υφιστάμενων στην περιοχή λιμενικών εγκαταστάσεων.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, μπορεί να παραχωρούνται τέτοια δικαιώματα υπό την προϋπόθεση ότι "εξακολουθεί να εξυπηρετείται ή, τουλάχιστον, δεν αναιρείται η κοινή χρήση" και σε κάθε περίπτωση η επιδίωξη "ταμιευτικού σκοπού" επιτρέπεται "δευτερευόντως" και εφόσον δεν ακυρώνεται η κοινή χρήση.
Η επιστημονική επιτροπή δεν αντιλαμβάνεται τον όρο "πολεοδομική ωρίμανση" και "επενδυτική ταυτότητα" των προς εκποίηση δημοσίων ακινήτων και κομψά παρατηρεί: "Θα ήταν ενδεχομένως σκόπιμο, για λόγους σαφήνειας, να διευκρινιστούν".
Επιπλέον υπενθυμίζει ότι, εκτός από το υπουργείο Οικονομικών, υπάρχει και το ΥΠΕΚΑ, καθ' ύλην αρμόδιο για τον σχεδιασμό. Θα ήταν σκόπιμο, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, λόγω αρμοδιότητας, η έγκριση των ειδικών σχεδίων χωρικής ανάπτυξης ακινήτου να γίνεται με Προεδρικά Διατάγματα κατόπιν προτάσεως του υπουργού Οικονομικών και του ΥΠΕΚΑ. Υποδεικνύει ακόμη και το απαραίτητο της συνυπογραφής από το ΥΠΕΚΑ υπουργικών αποφάσεων για τη μεταβολή της έκτασης και των ορίων των ειδικών σχεδίων... H ΑΥΓΗ 6/7/11

ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΜΙΣΘΩΣΗ,ΜΕΙΩΣΗ ΜΙΣΘΩΜΑΤΟΣ

2192/2010 ΜΠρΑθ - Μείωση μισθώματος σε εμπορική μίσθωση (καφετέριας) κατά το άρθρο 288 ΑΚ.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΤΜΗΜΑ ΜΙΣΘΩΣΕΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 2192/2010

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από την Πρόεδρο Πρωτοδικών Βασιλική Γιαννακού, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως του Πρωτοδικείου και από τη Γραμματέα Αλεξάνδρα Ηλιοπούλου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 5 Οκτωβρίου 2010 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της ενάγουσας: ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «..........», που εδρεύει στην Αθήνα, πλατεία .......... αρ. ... και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Αγγελος Σκιάδας.

Των εναγομένων: 1) ........ συζ. ........., το γένος .........., κατοίκου Αμαρουσίου Αττικής, οδός ........ αρ. ..., 2) ....... χήρα ......, 3) ...... και 4) ........., κατοίκων Παλλήνης Αττικής, οδός ........ αρ. ..., από τις οποίες η δεύτερη και τρίτη παραστάθηκαν στο ακροατήριο μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Κωνσταντίνος Πυρπυρή, οι δε λοιπές εκπροσωπήθηκαν από την ίδια πληρεξούσια δικηγόρο.

Η ενάγουσα άσκησε την από 28-12-2009 αγωγή της που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, με αριθμό 3191/125/11-1-2010, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για την άνω αναφερόμενη δικάσιμο και γράφτηκε στο οικείο έκθεμα.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, κατά την οποία ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, ασχέτως αν αυτή απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπεται άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ. Παρέχει δε στο δικαστή τη δυνατότητα, όταν, λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα, που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή να την περιορίσει με βάση αντικειμενικά κριτήρια κατά τις αντιλήψεις, που κρατούν στις συναλλαγές, στο επίπεδο εκείνο που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής πίστης (ολ. ΑΠ 927/1392). Επομένως, με βάση την πιο πάνω διάταξη, η οποία είναι εφαρμοστέα και επί των εμπορικών μισθώσεων, ενόψει του άρθρου 44 του π.δ. 34/1995, ο μισθωτής εμπορικής μίσθωσης μπορεί να ζητήσει κατά το άρθρο 288 ΑΚ αναπροσαρμογή του οφειλόμενου αρχικού ή μετά από αναπροσαρμογή συμβατική ή νόμιμη (αντικειμενική) μισθώματος, εφόσον εξαιτίας προβλεπτών ή απρόβλεπτων περιστάσεων επήλθε αδιαμφισβήτητα τόσο ουσιώδης μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου, ώστε με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες η εμμονή του εκμισθωτή στην καταβολή του ίδιου μισθώματος να είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές και να επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη παρά την ανάγκη διασφάλισης των σκοπών του ως άνω νόμου και κατοχύρωσης της ασφαλείας των συναλλαγών, η οποία πρέπει πάντοτε να συνεκτιμάται - η αναπροσαρμογή του μισθώματος στο επίπεδο εκείνο το οποίο αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά τη διαπραχθείσα καλή πίστη (ολ. ΑΠ 9/1997). Μεταβολή των συνθηκών, με την έννοια του άρθρου 288 ΑΚ, μπορεί να αποτελέσουν η σημαντική αύξηση ή μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου και άλλων όμορων και ομοειδών ακινήτων, η υποτίμηση του νομίσματος, η από διαφόρους λόγους αυξομείωση της ζητήσεως των ακινήτων και άλλοι λόγοι.

Με βάση τα στοιχεία αυτά, το δικαστήριο οφείλει πρώτα να διαγνώσει, αν μεταξύ του οφειλομένου, κατά το σύστημα της συμβατικής ή αντικειμενικής αναπροσαρμογής, μισθώματος και εκείνου μπορεί να επιτευχθεί υπό καθεστώς ελεύθερης μισθώσεως ("ελεύθερου"), υπάρχει διαφορά τόσο σημαντική, ώστε επιβάλλεται κατά τις αρχές της καλής πίστεως, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, η αναπροσαρμογή του πρώτου (οφειλομένου), και ύστερα, αν διαπιστώσει τέτοια διαφορά, να αναπροσαρμόσει το ίδιο αυτό μίσθωμα στο επίπεδο, το οποίο αίρει τη δυσαναλογία και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη (ΑΠ 508/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 633/2007 ΝΟΜΟΣ). Κατά συνέπεια, για την αναπροσαρμογή του μισθώματος κατ' άρθρο 288 ΑΚ απαιτείται και, συνακόλουθα, αρκεί: α) Μόνιμη μεταβολή των συνθηκών κατά το διάστημα από τη σύναψη της επαγγελματικής μίσθωσης και τον αρχικό συμβατικό προσδιορισμό του μισθώματος και της αναπροσαρμογής του ή από το χρόνο της μεταγενέστερης (συμβατικής ή νόμιμης) αναπροσαρμογής μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής, ανεξάρτητα από το υπαίτιο, το έκτακτο και το απρόβλεπτο των λόγων που προξένησαν την εν λόγω μεταβολή, β) ουσιώδης απόκλιση (αύξηση ή μείωση) κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής ανάμεσα στο από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη επιβαλλόμενο αφενός και στο αρχικά συνομολογημένο ή το μετ' αναπροσαρμογή καταβαλλόμενο μίσθωμα αφετέρου, σε τρόπο ώστε η διατήρηση τούτου να επιφέρει ζημία στον ενάγοντα, η οποία υπερβαίνει τον αναλαμβανόμενο, με τον αρχικό ή μετά από αναπροσαρμογή ορισμό του μισθώματος κίνδυνο και γ) αιτιώδης σύνδεσμος (συνάφεια) ανάμεσα στη μεταβολή των συνθηκών και την ουσιώδη απόκλιση του μισθώματος, ώστε η αναπροσαρμογή να αποκλείεται αν η απόκλιση θα επερχόταν και χωρίς μεταβολή των συνθηκών. (ΟλΑΠ 9/1997 ΕλΔ 1997. 757, ΑΠ 850/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 508/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2166/2009 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1464/2009 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1487/2005 ΕλΔ 2006. 170, ΑΠ 328/2004 ΕλΔ 2005. 1461, ΕφΑθ 7172/2008 ΕλλΔνη 2009-1254).

Το σχετικό δικαίωμα, που απορρέει από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 288 του ΑΚ, για αναπροσαρμογή του μισθώματος είναι διαπλαστικό, διότι αποτελεί διαμόρφωση της ενοχής στο προσήκον μέτρο, συνιστά δηλαδή διάπλαση ενός από τα στοιχεία της μισθωτικής σύμβασης, με συνέπεια η σχετική αγωγή και η απόφαση που αναπροσαρμόζει το μίσθωμα και ως προς το σημείο αυτό να είναι διαπλαστική. Αποτέλεσμα του παραπάνω χαρακτηρισμού είναι ότι το ασκηθέν δικαίωμα ενεργοποιείται από την επίδοση της αγωγής και μελλοντικώς, χωρίς αναδρομικότητα, υπό την προϋπόθεση ότι η μίσθωση είναι ενεργής (ΑΠ 588/1995, ΕΔΠ 1996, 114, ΑΠ 1427/1991, ΕΔΠ 1992, 105, ΑΠ 1346/1993, ΕλΔ 35, 1597, ΕφΑθ 6578/2000, ΕλΔ 41, 1684, Χ. Παπαδάκη, Σύστημα Εμπορικών Μισθώσεων, αριθ. 2589 επ., Μ. Ραψομανίκη, ΕΕΝ 45, 623). Εξάλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 574, 575 και 576 ΑΚ προκύπτει ότι, αν κατά το χρόνο της παράδοσης του στο μισθωτή, το μίσθιο έχει πραγματικό ελάττωμα ή στερείται συνομολογημένης ιδιότητας ως και αν κατά τη διάρκεια της μισθώσεως αναφανεί τέτοιο (πραγματικό ελάττωμα) ή εκλείψει η δεύτερη (συμφωνημένη ιδιότητα), ο μισθωτής δικαιούται, αναλόγως της μερικής ή ολικής παρακωλύσεως της χρήσεως, σε μείωση ή μη καταβολή του μισθώματος (ΕφΠειρ 1224/96, 1344/95, ΕΑ 3811/94,3879/94 ΕλΔ 38.912, 37. 1151 και 36. 1607 αντιστοίχως). Πραγματικό ελάττωμα αποτελεί και η μη, για λόγους που αφορούν στο μίσθιο, χορήγηση από την αρμόδια αρχή άδειας λειτουργίας για την άσκηση σε τούτο (μίσθιο) ορισμένης επιχείρησης κατά τη συμφωνημένη χρήση (ΕΑ 1979/93, 5055/93, 8299/92, ΕλΔ 34. 1144, 35. 1117 και 1092 αντιστοίχως). Αν όμως συνομολογηθεί μεταξύ των μερών (εκμισθωτή-μισθωτή) ειδικώς ότι το μίσθιο συγκεντρώνει τις (πραγματικές-νομικές) προϋποθέσεις για τη χορήγηση της εν λόγω αδείας λειτουργίας τότε πρόκειται για συμφωνημένη ιδιότητα του μίσθιου, οπότε και η έλλειψη της χορηγεί στο μισθωτή τα ίδια ως άνω δικαιώματα.

Η ενάγουσα εκθέτει με την υπό κρίση αγωγή της ότι με το από 15-1-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό οι εναγόμενες εκμίσθωσαν στους μη διαδίκους ........, και .........., το περιγραφόμενο στην αγωγή κατάστημα πού βρίσκεται στην πόλη των Αθηνών, προκειμένου να το χρησιμοποιήσουν ως επαγγελματική στέγη και ειδικότερα ως καφετέρια για χρονικό διάστημα εννέα (9) ετών, αρχόμενο την 1-5-2007 και λήγον την 30-4-2016, αντί μηνιαίου μισθώματος 6000 ευρώ, το οποίο μετά το δεύτερο μισθωτικό έτος συμφωνήθηκε να αναπροσαρμόζεται κατά ποσοστό 5% ετησίως επί του καταβαλλόμενου κάθε φορά μισθώματος του προηγουμένου έτους. Οτι δια του ιδίου συμφωνητικού προβλέφθηκε η μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης έτσι ώστε στη θέση των συμμισθωτών να υπεισέλθει η ομόρρυθμη εταιρία την οποία θα συνέστηναν οι τελευταίοι. Οτι πράγματι συστάθηκε από τους μισθωτές, δια του από 6-3-2007 συμφωνητικού, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του πρωτοδικείου Αθηνών, η ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία «........» (ενάγουσα), η οποία και υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της μίσθωσης ως νέα μισθώτρια πλέον, δεδομένου και του ότι η σύσταση της γνωστοποιήθηκε στις εναγόμενες εκμισθώτριες οι οποίες και συναίνεσαν στην επελθούσα μεταβολή. Οτι και σήμερα, μετά από κοινή συμφωνία με τις εναγόμενες, εξακολουθεί να καταβάλλει το ίδιο ως άνω ποσό (6000 ευρώ) ως μίσθωμα, λαμβανομένου υπόψη ότι είχαν προκαταβληθεί όλα τα μισθώματα του πρώτου έτους, των δαπανών στις οποίες είχε η ενάγουσα υποβληθεί για την ανακατασκευή του μισθίου καθώς και των συνθηκών της περιοχής. Επικαλούμενη περαιτέρω την ουσιώδη μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου και τη μεταβολή των οικονομικών συνθηκών στις οποίες τα μέρη στήριξαν τη σύναψη της μίσθωσης, ιδίως δε: α) την προφανή δυσαναλογία μεταξύ του καταβαλλόμενου μισθώματος και εκείνου που προκύπτει με βάση το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού της μισθωτικής αξίας του μισθίου και το οποίο ανέρχεται, κατά τους εμπεριεχόμενους στην αγωγή μαθηματικούς υπολογισμούς, στο ποσό των 2.589 ευρώ, β) την έλλειψη συνομολογηθεισών ιδιοτήτων του μισθίου και ειδικότερα ότι οι εκμισθώτριες τη διαβεβαίωσαν κατά την κατάρτιση της μίσθωσης ότι δεν θα περιορίζεται η θέα του καταστήματος από και προς την πλατεία ....... και την οδό ......... διότι τα προσφάτως καταστραφέντα από πυρκαγιά κιόσκια φυτωριούχων δεν επρόκειτο να ανακατασκευαστούν, το αντίθετο δε ακριβώς συνέβη, καθώς και ότι μπορούσε απρόσκοπτα να αναπτύξει τραπεζοκαθίσματα στην πλατεία έμπροσθεν του καταστήματος, ωστόσο η 1η Εφορία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων της χορήγησε άδεια χρήσης γης πλάτους 1.50μ. και μόνο, περιορίζοντας τη δυνατότητα αναπτύξεως τραπεζοκαθισμάτων στον πεζόδρομο σε δύο τον αριθμό (με τέσσερες καρέκλες το καθένα), με αποτέλεσμα να μην προσεγγίζει το κατάστημα ο αναμενόμενος αριθμός πελατών αλλά κυρίως, διότι, ενώ συμφωνήθηκε να χρησιμοποιούνται το πατάρι και το υπόγειο ως χώροι κυρίας χρήσης, με βάση την αναφερόμενη γνωμάτευση-έγγραφο του τμήματος παραδοσιακών οικισμών (γραφείου του ιστορικού κέντρου της Αθήνας) του ΥΠΕΧΩΔΕ οι αναφερόμενοι αποτελούν βοηθητικούς χώρους, ουσιαστικά άχρηστους ακατάλληλους) για την αρχική, με βάση τη συμφωνία των μερών, χρήση (υποδοχή πελατών), γ) πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία ομόρων καταστημάτων και δ) την ολοένα αυξανόμενη εγκληματικότητα λόγω και του συγχρωτισμού παράνομων αλλοδαπών, οικονομικών μεταναστών και εν γένει κακοποιών στοιχείων στην ευρύτερη περιοχή του εμπορικού κέντρου όπου βρίσκεται και το μίσθιο, τις συνεχείς πορείες, διαδηλώσεις και επεισόδια, παράγοντες που λειτουργούν αποτρεπτικά στην προσέλευση πελατών, την πρωτοφανή για τα ελληνικά δεδομένα οικονομική κρίση που επέφερε ανασφάλεια, έλλειψη ρευστού χρήματος, αύξηση της ανεργίας και μείωση του τουρισμού, με επακόλουθο τη παραπέρα μείωση των ακαθάριστων εσόδων (τζίρου) της επιχείρησης σε ποσοστό 40-50% και το κλείσιμο πολλών εμπορικών καταστημάτων της περιοχής τα οποία παραμένουν ξενοίκιαστα και, τέλος, τη μείωση του ρυθμού ανόδου των τιμών (πληθωρισμού), ώστε με βάση τις συνθήκες αυτές η εκπλήρωση της παροχής, ήτοι η καταβολή μισθώματος ύψους 6000 ευρώ και η συμφωνηθείσα αναπροσαρμογή σε ποσοστό 5% ετησίως, να μην ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις του άρθρου 288ΑΚ, ήτοι στην καλή πίστη, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά τα κρατούντα συναλλακτικά ήθη με αποτέλεσμα να ζημιώνεται υπέρμετρα η ίδια, καθόσον η μηνιαία μισθωτική αξία του μισθίου ανέρχεται στο ποσό των 3000 ευρώ, ο δε πληθωρισμός κινείται σε πολύ χαμηλά επίπεδα, ζητά με την αγωγή να αναπροσαρμοστεί το μηνιαίο μίσθωμα του επιδίκου ακινήτου στο ποσό των 3000 ευρώ από την επίδοση της (αγωγής) και το ποσοστό της ετήσιας αναπροσαρμογής σε 2%, είτε και επικουρικά σε ποσοστό ίσο με τη μεταβολή του δείκτη τιμών καταναλωτή κατά το προηγούμενο της αναπροσαρμογής έτους, όπως αυτός ανακοινώνεται επισήμως από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος και, τέλος, να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στην πληρωμή των δικαστικών της εξόδων.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η υπό κρίση αγωγή αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (αρθρ. 14 παρ.1 περ.β' σε συνδ. με 16 αρ.1 και 29 παρ.1 ΚΠολΔ) κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 647 επ. του ΚΠολΔ και είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις που αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας καθώς και εκείνες των άρθρων 361, 574 του ΑΚ, 44 του π.δ. 34/i995 και 176 του ΚΠολΔ.

Ως εκ περισσού σημειώνεται εδώ ότι όσα περί ελλείψεως συνομολογηθεισών ιδιοτήτων και ακαταλληλότητας του μισθίου για τη συμφωνηθείσα κύρια χρήση αναφέρονται, χωρίς να συνοδεύονται και από την υποβολή συναφούς προς την ύπαρξη τους αιτήματος (η αγωγή δεν περιέχει βάση εκ του άρθρου 576 ΑΚ) αλυσιτελώς προτείνονται και δεν θα εξεταστούν στην ουσία τους, ενώ περαιτέρω και ο προσδιορισμός της μισθωτικής αξίας του ακινήτου με βάση ποσοστό (6%) επί της αντικειμενικής του αξίας όπως αυτή προσδιορίζεται από το νόμο (αρθρ. 7 και 8 του π.δ. 34/1995) αναφέρεται ως συγκριτικό στοιχείο, έστω και αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 7 του ως άνω νόμου (ανυπαρξία συμφωνίας αναπροσαρμογής ή εξάρτηση της από άκυρη ρήτρα). Επομένως, πρέπει η αγωγή να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν.

Η φύση του άρθρου 288 ΑΚ ως διάταξης αναγκαστικού δικαίου έχει ως συνέπεια ότι η εφαρμογή της δεν μπορεί να αποκλεισθεί γενικά εκ των προτέρων, ούτε με παραίτηση του ενός μέρους από τα δικαιώματα του που τυχόν απορρέουν από αυτή, ούτε και με συμφωνία των δύο μερών. Όμως η παραίτηση εκ των προτέρων ενός μέρους από ένα συγκεκριμένο δικαίωμα που απορρέει από τη γενική αρχή, όπως είναι και το δικαίωμα αναπροσαρμογής του μισθώματος, εφόσον δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη είναι σύννομη (βλ. Απ. Γεωργιάδη Ενοχ. Δ.Γεν.Μέρος έκδ. 1998, σελ. 189, Μ. Σταθόπουλο στο ΑΚ Γεωργιάδη - Σταθόπουλο άρθ. 288, παρ.28, Χαρ. Παπαδάκη "Σύστημα Εμπορικών Μισθώσεων", τόμος Α1 έκδ. 2000 αρ.2751). Οίκοθεν νοείται ότι και η παραίτηση αυτή διέπεται από το άρθρο 45 του π.δ. 34/1995 και συνεπώς κάθε συμφωνία περί παραιτήσεως από το ως άνω δικαίωμα, εφόσον έγινε κατά την κατάρτιση της συμβάσεως, είναι άκυρη, ενώ αντιθέτως αν έγινε μετά από αυτήν είναι έγκυρη και μάλιστα ανεξαρτήτως αν έλαβε χώρα ρητώς εγγράφως ή προφορικώς) ή και σιωπηρώς (πρβλ. Χαρ. Παπαδάκη ο.π. αρ. 2076, ΕφΑθ 7172/2008 Δνη 2009.1754, Εφθεσ 2678/2006 Αρμ 2007.1168).

Στην προκειμένη περίπτωση οι εναγόμενες, με τις νομίμως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις τους για τις οποίες μνεία γίνεται στα πρακτικά και αναφορά των καταθεσάντων σε αυτές, ισχυρίζονται ότι δυνάμει ρητού όρου του μισθωτηρίου η ενάγουσα παραιτήθηκε ρητώς του δικαιώματος της να ζητήσει μείωση του μισθώματος για οποιονδήποτε λόγο, μεταξύ των οποίων και οι αναφερόμενοι στα άρθρα 178, 179 και 388 ΑΚ.

Ο ισχυρισμός της αυτός τυγχάνει μη νόμιμος διότι, κατά τα αναφερόμενα στην προπαρατεθείσα νομική σκέψη, η σχετική συμφωνία γενόμενη κατά την κατάρτιση της συμβάσεως είναι άκυρη.

Από τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που νομότυπα εξετάστηκαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του [λαμβανομένης υπόψη και της κατάθεσης του μάρτυρα της ενάγουσας και ομορρύθμου μέλους της ............ καθόσον στην παρούσα διαδικασία λαμβάνονται υπόψη και καταθέσεις εξαιρετέων μαρτύρων (ΑΠ701/2004 αδημ.), ενώ δεν αποδείχθηκε περαιτέρω ότι είναι και νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας ώστε η κατάθεση του να αποτελεί ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και να μην λαμβάνεται υπόψη (ΑΠ1566/2006 Δνη47.1420, ΑΠ1386/2006 Νόμος, ΑΠ1114/1992 Δνη 35.409), καθόσον νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρίας σύμφωνα με το καταστατικό είναι οι ......... και ....................-βλ και την από 2-8-2010 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων της ενάγουσας, του ιδίου και του ..................ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, στην οποία ο ανωτέρω φέρεται ως ομόρρυθμος εταίρος και μόνο], όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και την υπ'αριθμ. 6514/4-10-2010 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα των εναγομένων .........., ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών Παναγιώτας Μαρακιώτη η οποία ελήφθη μετά από νόμιμη κλήτευση της ενάγουσας (υπ'αριθμ 5611 β/30-9-2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Χρήστου Σορίλλου) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του από 15-1-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης (μισθωτηρίου ), οι εναγόμενες εκμίσθωσαν στους αδελφούς (μη διαδίκους) ........, ........ και ............ . του ........, ένα ισόγειο κατάστημα, πολυκατοικίας κείμενης επί της οδού ......... αρ... στο κέντρο της Αθήνας, εμβαδού 96 τμ., με ανοικτό εξώστη (πατάρι) εμβαδού 63 τμ. και υπόγειο 75 τμ., προκειμένου να το χρησιμοποιήσουν οι μισθωτές ως καφετέρια.

Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε εννιαετής, ήτοι από 1-5-2007 μέχρι 30-4- 2016, το δε μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε για το πρώτο έτος της μισθωτικής σχέσης στο ποσό των 6.000 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενο κάθε έτος κατά ποσοστό της αναπροσαρμογής υπολογιζόμενης επί του καταβαλλόμενου κατά το προηγούμενο κάθε φορά μισθωτικό έτος, μισθώματος. Δυνάμει ρητού επίσης όρου της σύμβασης αυτό καταβαλλόταν εντός του πρώτου πενθημέρου εκάστου μισθωτικού μηνός. Τους μισθωτές επίσης βάρυνε και η υποχρέωση καταβολής του ημίσεως του τέλους χαρτοσήμου. Δια του ιδίου συμφωνητικού προβλέφθηκε η μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης έτσι ώστε στη θέση των μισθωτών να υπεισέλθει η ομόρρυθμη εταιρία που αυτοί είχαν δικαίωμα να συστήσουν, με ποσοστό συμμετοχής στην εταιρία και των τριών μισθωτών - εταίρων κατά 60% τουλάχιστον (14ος όρος του μισθωτηρίου). Πράγματι οι ως άνω μισθωτές συνέστησαν, δια του από 4-3-2007 συμφωνητικού, την ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία «.........και .......» ( ενάγουσα), με ομόρρυθμους εταίρους τους ανωτέρω (ήδη μισθωτές), οι οποίοι θα συμμετείχαν εξίσου στα κέρδη και τις ζημίες. Η εταιρία αυτή εγγράφηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του πρωτοδικείου Αθηνών (αυξ. αρ. καταχώρησης 4035/7-3- 2010).

Ακολούθως, δια του από 23-5-2008 συμπληρωματικού συμφωνητικού του αρχικού ως άνω μισθωτηρίου, που υπογράφηκε μεταξύ των ήδη διαδίκων, ορίστηκε ρητώς ότι από της συστάσεως της ως άνω ομορρύθμου εταιρίας η μίσθωση συνεχίζεται με μισθώτρια την εταιρία αυτή και ήδη ενάγουσα, η οποία δύναται να το χρησιμοποιεί και ως αναψυκτήριο - εστιατόριο. Οι αρχικοί ως άνω μισθωτές αφού προκατέβαλαν τα μισθώματα του πρώτου μισθωτικού έτους με το ήμισυ του αναλογούντος χαρτοσήμου, συνολικού ποσού 73.300 ευρώ (72.000 ευρώ τα μισθώματα και 1.300 ευρώ το αναλογούν χαρτόσημο), προέβησαν σε ανακατασκευή του μισθίου ώστε να καταστεί αυτό κατάλληλο για τη χρήση που το προόριζαν αλλά και ελκυστικό προς πελατεία.

Για το σκοπό τούτο ξόδεψαν σημαντικού ύψους κεφάλαια, ωστόσο μη ακριβώς προσδιορίσημα από το υπάρχον αποδεικτικό υλικό.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το μίσθιο βρίσκεται σε κεντρικό σημείο των Αθηνών και σε πολύ μικρή απόσταση από την οδό ....., στο εμπορικό κέντρο (εμπορικό τρίγωνο) της πόλης, επί παλαιάς τριώροφης οικοδομής, η οποία έχει κηρυχθεί διατηρητέα, πλησίον δε αυτής βρίσκονται και άλλα διατηρητέα κτίσματα. Η οικοδομή αυτή έχει πρόσοψη στην πλατεία ..........., η οποία είναι πλακόστρωτη με αναπτυγμένους χώρους πρασίνου. Πρόκειται για περιοχή με αξιόλογη εμπορική κίνηση και .., πολλά καταστήματα. Είναι γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια στην ευρύτερη περιοχή όπου βρίσκεται το μίσθιο συρρέουν διάφοροι αλλοδαποί και άτομα του υποκόσμου, οι οποίοι προβαίνουν πολύ συχνά σε παράνομες πράξεις (κλοπές και διαρρήξεις κυρίως), ωστόσο η κατάσταση αυτή ελάχιστα επηρέασε έως καθόλου την εμπορική κίνηση της περιοχής και δεν μειώθηκε η αγοραστική ζήτηση προϊόντων των καταστημάτων αυτής εξ αυτού του λόγου, όπως εντελώς αβάσιμα διατείνεται η ενάγουσα.

Αλλωστε είναι γνωστό από την κοινή εμπειρία ότι η κατάσταση αυτή ήταν ίδια και κατά το χρόνο σύναψης της μίσθωσης και δεν έχει αλλάξει μέχρι σήμερα τίποτα ουσιωδώς πάνω στο θέμα αυτό. Ακόμη από τις συχνές πορείες και διαδηλώσεις που γίνονται στο κέντρο της Αθήνας δεν αποδείχτηκε ότι επηρεάστηκε η εμπορική κίνηση της περιοχής και δη του επιδίκου.

Ως προαναφέρθηκε το μίσθιο αποτελείται από ισόγειο χώρο κύριας χρήσης, ανοικτό εσωτερικό εξώστη (πατάρι), στον οποίο η ενάγουσα έχει αναπτύξει τραπεζοκαθίσματα και υπόγειο όπου βρίσκονται η κουζίνα και οι τουαλέτες του καταστήματος.

Εξωθεν επίσης του μισθίου στο χώρο της πλατείας η ενάγουσα έχει αναπτύξει τραπεζοκαθίσματα σε σκιάδα, λευκού χρώματος, για τους ζεστούς κυρίως μήνες. Υπάρχουν επίσης εκεί και κιόσκια φυτωριούχων (ανθοπωλεία) στους οποίους τα εκμισθώνει ο Δήμος, τα οποία ανακατασκευάστηκαν στις αρχές του μηνός Φεβρουαρίου του 2007 καθόσον το φθινόπωρο του προηγουμένου έτους είχαν καταστραφεί από πυρκαγιά.

Με βάση τα πιο πάνω αποδειχθέντα, το μηνιαίο μίσθωμα ανήλθε από 1-5-2008 στο ποσό των 6.400 ευρώ (ήτοι 6.000 ευρώ το αρχικά συμφωνηθέν μίσθωμα συν 300 ευρώ η προσαύξηση 5% επχ αυτού ίσον 6.300 ευρώ συν 100 ευρώ το τέλος χαρτοσήμου) το οποίο και κατέβαλε η ενάγουσα ανελλιπώς μέχρι και το μήνα Φεβρουάριο του 2009.

Από το μήνα Μάρτιο όμως του ιδίου έτους κατέβαλε μόνο το ποσό των 6000 ευρώ μηνιαίως, ήτοι 5.900 ευρώ ως μίσθωμα και 100 ευρώ για χαρτόσημο. Διαμετρικά αντίθετες ωστόσο είναι οι απόψεις των διαδίκων ως προς τη γενομένη εκ των πραγμάτων μείωση του μισθώματος.

Ετσι η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι τούτο έλαβε χώρα κατόπιν ρητής συμφωνίας της με τους εναγομένους εκμισθωτές, οι δε τελευταίοι ότι η ανωτέρω εντελώς αυθαίρετα, ήτοι χωρίς τη συναίνεση τους, προέβη σε αυτή την ενέργεια (καταβολή μειωμένου μισθώματος). Το δικαστήριο αξιολογώντας τους ανωτέρω ισχυρισμούς και λαμβάνοντας υπόψη το μακρύ χρονικό διάστημα κατά το οποίο καταβάλλονταν το ανωτέρω, μειωμένο σε σχέση με το αρχικά ορισθέν, μίσθωμα καθώς και ότι οι εναγόμενοι δεν εναντιώθηκαν μέχρι σήμερα, με οποιονδήποτε τρόπο, στην κατά τα ανωτέρω μείωση, συνάγει την ανοχή, αν όχι σιωπηρή συναίνεσή τους έστω, σε μείωση του μισθώματος. Με βάση τους όρους του μισθωτηρίου το μίσθωμα για το δεύτερο μισθωτικό έτος ανερχόταν όπως προαναφέρθηκε στο ποσό των 6.300 ευρώ, πλέον τέλους χαρτοσήμου από 113,40 ευρώ, για το τρίτο μισθωτικό έτος, ήτοι από 1-5-2009 μέχρι 30-4-2010 έπρεπε να ανέλθει στο ποσό των 6.615 ευρώ (6.300 χ 5%), πλέον τέλους χαρτοσήμου από 119,07 ευρώ και για το τέταρτο μισθωτικό έτος, ήτοι από 1-5-2010 μέχρι 30-4- 2011, στο ποσό των 6.945,75 ευρώ (6.615 χ 5%), πλέον τέλους χαρτοσήμου από 125 ευρώ και συνολικά για το τελευταίο τούτο έτος στο ποσό των 7070,75 ευρώ.

Η μισθωτική αξία του μισθίου με βάση την αντικειμενική αξία του κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 2.589 ευρώ μηνιαίως, σύμφωνα με τους κατ' ιδίαν συντελεστές και λοιπά εκ του νόμου στοιχεία προσδιορισμού της αντικειμενικής αξίας που παραθέτει λεπτομερώς η ενάγουσα στην ένδικη αγωγή της, τα οποία περιστατικά εμμέσως πλην σαφώς συνομολογούν οι εναγόμενες (π.ρ.βλ. αρθρ. 261 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, σχετικά με το ελεύθερο μίσθωμα του επιδίκου μισθίου προκύπτει ότι η ενάγουσα προσκόμισε τα εξής συγκριτικά στοιχεία : α) Κατάστημα επί της οδού .......και ........, όμορο με το επίδικο, επιφανείας 89 τμ., με ίδιου εμβαδού υπόγειο, έχει εκμισθωθεί από 27-2-2003 από τους ......χα ...... και .. και ............... στον .............. ως κατάστημα πώλησης σπόρων και φυτών, με καταβαλλόμενο μίσθωμα 1980 ευρώ μηνιαίως κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, β) Κατάστημα επί της οδού ....... αρ. ......, σε απόσταση 3-4 οικοδομικών τετραγώνων από το επίδικο, επιφανείας 24 τμ., έχει εκμισθωθεί από 1-2-1999 από τους ..............και ........ και ..............στην ....., ως εμπορικό κατάστημα, με αρχικό μίσθωμα 190,75 ευρώ, το οποίο μετά από διαδοχικές αναπροσαρμογές ανέρχεται σήμερα στο ποσό των 752 ευρώ, γ) Κατάστημα επί της οδού ..........αρ. ....., σε αρκετή απόσταση από το επίδικο, επιφανείας 25 τμ., έχει, εκμισθωθεί από 29-6-2001 από τον ............ στην εταιρία «Κ. 1 ............ και .....................Ο.Ε.» ως κατάστημα πώλησης υφασμάτων, με μηνιαίο καταβαλλόμενο κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής μίσθωμα 353,84 ευρώ, όπως αυτό διαμορφώθηκε από το συμφωνηθέν αρχικά μίσθωμα των 220 ευρώ, μετά από ετήσια κάθε φορά αναπροσαρμογή σε ποσοστό 5% (το κατάστημα αυτό ήδη είχε μεταφερθεί σε άλλο σημείο κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής) και δ) Κατάστημα επί της οδού ........ αρ....., σε αρκετή απόσταση από το επίδικο, επιφανείας 40,50 τμ., έχει εκμισθωθεί από 10-6-1993 από τον ............. στην ως άνω εταιρία («........... και ..........Ο.Ε.») ως κατάστημα πώλησης υφασμάτων και ιερατικών ειδών, με αρχικό μηνιαίο μίσθωμα 294 ευρώ, το οποίο μετά από διαδοχικές αναπροσαρμογές ανήλθε στο ποσό των 770 ευρώ κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (το κατάστημα αυτό ήδη είχε μεταφερθεί σε άλλο σημείο κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής). Εξάλλου οι εναγόμενες προσκομίζουν το από 12- 11-2009 συμφωνητικό με βάση το οποίο οι ............, .............. και ..............εκμισθώνουν στην .........., ένα ισόγειο κατάστημα με πατάρι και υπόγειο, επί της οδού Πλατείας ........ αρ... και......αρ.1 επιφανείας 50,18 τμ. το ισόγειο με ίσου εμβαδού υπόγειο, για να το χρησιμοποιήσει η τελευταία ως καφετέρια - αναψυκτήριο - εστιατόριο, αντί μηνιαίου μισθώματος 4.000 ευρώ, το οποίο μετά το δεύτερο μισθωτικό έτος θα αναπροσαρμόζεται ετησίως σε ποσοστό 2% επιπλέον του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του μήνα αναπροσαρμογής σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγουμένου έτους, όπως υπολογίζεται από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία. Το κατάστημα αυτό βρίσκεται πλησίον του επιδίκου. Η μέση αύξηση του τιμαρίθμου του κόστους ζωής ανήλθε για το έτος 2005 σε 3,5%, για το έτος 2006 σε 3,2%, για το έτος 2007 σε 2,9%, για το έτος 2008 σε 4,2% και για το 2009 σε 1,2%, ενώ το δωδεκάμηνο Αυγούστου 2009/Ιουλίου 2010 παρουσίασε αύξηση 5,5%. Η οικονομική κρίση που έπληξε τη χώρα μας την τελευταία διετία, επιδεινούμενη συνεχώς, σαφώς και επηρέασε δυσμενώς την εμπορική κίνηση των καταστημάτων της περιοχής όπου βρίσκεται και το επίδικο, με επακόλουθο τη μείωση της πελατείας του σε κάποιο βαθμό.

Ενδεικτικά με βάση τις δηλώσεις φόρου εισοδήματος των δύο τελευταίων ετών (2008-2009) τα ακαθάριστα κέρδη του καταστήματος τα ενάγουσας εμφανίζουν πτώση της τάξης των 5.230 ευρώ (από τα 139.045,83 ευρώ το έτος 2008 μειώθηκαν στα 133.815,85 ευρώ το έτος 2009).

Μάλιστα πολλά καταστήματα της περιοχής παραμένουν ξενοίκιαστα, οπότε και υπάρχει υπερπροσφορά στέγης για εμπορική χρήση, με αποτέλεσμα όπως είναι φυσικό τη μείωση της μισθωτικής αξίας των ακινήτων του εμπορικού τριγώνου.

Ακόμη και οι λοιποί όροφοι της πολυκατοικίας όπου κείται το επίδικο παραμένουν ανοίκιαστοι καθώς και κατάστημα καφετέρια πλησίον του επιδίκου, επί της οδού ......... αρ.....

Ενόψει των προαναφερομένων, τη θέση και την κατάσταση του μισθίου, τα συγκριτικά στοιχεία και τις ειδικές συνθήκες, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η πραγματική μισθωτική αξία του επιδίκου μισθίου, κατά το χρόνο επίδοσης της αγωγής (20-1-2010) που είναι επιτευκτέα, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών ανέρχεται το ανώτερο σε 5.400 ευρώ/μήνα (λαμβανομένου υπόψη, ως προσφορότερου συγκριτικού στοιχείου, κυρίως της μίσθωσης του όμορου καταστήματος-καφετέριας, του γεγονότος ότι υπήρξε εκ των πραγμάτων με την ανοχή των εκμισθωτών μείωση του μισθώματος στο ποσό των 5.900 ευρώ, αλλά και του ότι, αν εφαρμοζόταν το αντικειμενικό σύστημα υπολογισμού του μισθώματος, τούτο θα ανερχόταν μόλις σε 2.589 ευρώ/μήνα).

Η διαφορά αυτή μεταξύ του μισθώματος που συμφωνήθηκε και αυτού που προκύπτει από την άνω πραγματική αξία του μισθίου, για τον προαναφερθέντα χρόνο, υπερβαίνει καταφανώς τον κίνδυνο που ανέλαβε η μισθώτρια εταιρία και η εμμονή των εναγομένων στην πληρωμή του μισθώματος, που προκύπτει από τη συμφωνία, αντιμάχεται την απαιτούμενη στις συναλλαγές ευθύτητα και εντιμότητα, με συνέπεια να παρίσταται αναγκαία η περιστολή του συμφωνημένου (και καταβαλλόμενου) μισθώματος, για τον άνω χρόνο, προκειμένου η παροχή της ενάγουσας να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης κατά το χρόνο της εκπλήρωσης. Αντίθετα, από τα ίδια ως άνω στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι, μεταξύ της συμφωνηθείσης ετήσιας αναπροσαρμογής και της ελεύθερης τοιαύτης υπάρχει διαφορά και μάλιστα ουσιώδης, ώστε να επιβάλλεται, με βάση τις ίδιες ως άνω αρχές, οιαδήποτε περιστολή του πιο πάνω ποσοστού μέχρι του ήδη αιτούμενου (2% ή ίσο με την μεταβολή του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή). Και τούτο διότι η πτώση του τιμαρίθμου κατά το έτος 2009 ήταν, παρά τα όσα αντίθετα εκθέτει η ενάγουσα, παροδική και μόνο, όπως προκύπτει από την διαγραφόμενη ως άνω περαιτέρω πορεία του, ενώ το πιο πάνω ποσοστό αναπροσαρμογής είναι, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, το συνήθως περιλαμβανόμενο στις μισθώσεις αυτού του είδους, όπως και από τα ήδη εκτιθέμενα συγκριτικά στοιχεία προκύπτει.

Με βάση τα δεδομένα αυτά, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή, ως κατ' ουσία βάσιμη, και να αναπροσαρμοστεί μειωθεί το μηνιαίο μίσθωμα στις 5.400 ευρώ για το χρονικό διάστημα μετά την επίδοση της αγωγής (20-1-2010), ενώ, για το μετά τις 21-1-2011 και μέχρι τη συμπλήρωση του ελάχιστου νόμιμου χρόνου των δώδεκα ετών από την έναρξη της μίσθωσης, θα εξακολουθήσει να ισχύει η συμβατική ρύθμιση της ετήσιας αναπροσαρμογής (ΕφΠειρ 337/ 95 ΕλλΔνη 36.1615, ΕφΑθ 3155/2001 ΕΔΠΟΛ 2004.68), με διατήρηση βεβαίως του δικαιώματος των διαδίκων διαφορετικής ρύθμισης του ή να προσφύγουν στο Δικαστήριο για νέα αναπροσαρμογή του μισθώματος, κατ' άρθρα 338 και 288 ΑΚ (ΑΠ 857/91 ΕλλΔνη 33.831, ΕφΠειρ 337/95 Ελλ Δνη 36.1615).

Τέλος, μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας βαρύνουν τους εναγομένους λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρο 178 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων. Δέχεται εν μέρει την αγωγή. Καθορίζει το μηνιαίο μίσθωμα για το αναφερόμενο στο σκεπτικό ακίνητο στο ποσό των πέντε χιλιάδων τετρακοσίων (5.400) ευρώ για ένα έτος από της επιδόσεως της αγωγής, μετά την πάροδο του οποίου εξακολουθεί να ισχύει η συμβατική κατ' έτος αναπροσαρμογή του όρου 3 του από 15-1-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως. Καταδικάζει τους εναγομέ νους στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας που ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων πενήντα (550) ευρώ. Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στις 24-11-2010

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

  ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ -ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΕΝ ΟΨΕΙ   ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ (4...