Ευθύνη αποζημίωσης του δημοσίου από έλλειψη προστασίας
της ζωής και περιουσίας των πολιτών από βίαια επεισόδια
ή έλλειψη αναγκαίων αστυνομικών μέτρων προστασίας
Αντώνη Π. Αργυρού
Δικηγόρου, τ. Αν.Νομικού
Συμβούλου του Εθνικού και Καποδιστριακού
Πανεπιστημίου
Αθηνών
«Το Σύνταγμα
δεν ανέχεται να παραμείνουν αναποζημίωτες ζημίες,
που κάποιος
υφίσταται από ενέργειες οποιουδήποτε κρατικού οργάνου»
(ΣτΕ 2527/2019)
|
1.- Το
δικαίωμα στη ζωή είναι θεμελιώδες δικαίωμα για την
ανθρώπινη ύπαρξη.
Οι συνταγματικές προβλέψεις των άρθρων 2§1 και
5§2 ορθώνουν αδιαπέραστο προστατευτικό πλέγμα για την ανθρώπινη αξία και ζωή. (ΣτΕ
445/2022). Το άρθρο 2 §1 Συντάγματος καθιερώνει ως πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας
τον σεβασμό και την προστασία της αξίας του ανθρώπου. Σύμφωνα με το Σύνταγμα (άρθρο 5 § 2 Σ:
«Όλοι όσοι βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία
της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς διάκριση εθνικότητας, φυλής,
γλώσσας, θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων».
Διεθνούς σημασίας κείμενα είναι η Οικουμενική
Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (1948), το Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά
και πολιτικά δικαιώματα και το Διεθνές Σύμφωνο για τα οικονομικά, κοινωνικά και
πολιτιστικά δικαιώματα (1966) του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ), καθώς και η Ευρωπαϊκή
Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία συνήφθη στο πλαίσιο του Συμβουλίου
της Ευρώπης το 1950 και την οποία εφαρμόζει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων
του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ).
Ειδικότερα: α) το δικαίωμα στη ζωή προστατεύεται στο 2ο
άρθρο του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της
Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην
ενότητα της Αξιοπρέπειας: «1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στη ζωή. 2. Κανείς
δεν μπορεί να καταδικασθεί στην ποινή του θανάτου ούτε να εκτελεσθεί».
β)Είναι αναγνωρισμένο το δικαίωμα στη
ζωή, στο 3ο άρθρο της Οικουμενικής Διακήρυξης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα:
«Κάθε άτομο έχει δικαίωμα στη ζωή, την ελευθερία και την προσωπική του ασφάλεια»[1].
γ)Στο άρθρο 6 της Διεθνούς
Σύμβασης για τα Πολιτικά Δικαιώματα αναγνωρίστηκε το «εγγενές δικαίωμα
κάθε ανθρώπου να ζήσει. Αυτό το δικαίωμα πρέπει να προστατεύεται από το νόμο.
Κανείς δεν θα αποστερηθεί τη ζωή του αυθαίρετα».
δ)Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των
Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256),
στο άρθρο 2 αυτής, ορίζει ότι: «1. Το δικαίωμα εκάστου προσώπου εις την ζωήν
προστατεύεται υπό του νόμου (…)».
Συμπερασματικά: Όπως επεσήμανε ο Καθηγητής
Αντ. Μανιτάκης: «Η ζωή του ανθρώπου αποτελεί πρωταρχική φροντίδα του Συντάγματος.
Όχι μόνον ως ατομικό δικαίωμα, όπως είναι το δικαίωμα να ζει καθένας τη ζωή του
όπως θέλει, να ζει “ως βούλεταί τις”, αλλά και η ζωή ως αξία, που ο σεβασμός της
“αποτελεί την πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας” (άρθρο 2 παρ.1 Σ)»[2].
2.-Το δικαίωμα ιδιοκτησίας:
Στο άρθρο 17 § 1 του Συντάγματος
ορίζεται ότι η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, στο δε άρθρο 1
του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, το οποίο κυρώθηκε, μαζί με την
Σύμβαση, με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/ 1974 (Α΄ 256) ορίζεται ότι: «Παν
φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του ...». Με
τις ανωτέρω διατάξεις προστατεύεται η περιουσία του ατόμου, στην οποία περιλαμβάνονται,
κατ’ αρχήν, και τα ενοχικά δικαιώματα (Βλ.ΟλΣτΕ 1116/2014, 2115/2014 Ολ.). Η προστασία της περιουσίας των πολιτών
από βίαια επεισόδια που εκδηλώνονται στο πλαίσιο οποιασδήποτε μορφής μαζικής κινητοποίησης
αποτελεί υποχρέωση των αστυνομικών οργάνων, ενώ διακριτική ευχέρεια διαθέτουν μόνο
ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα ενεργήσουν. Πότε συντρέχει υπέρβαση των άκρων
ορίων της διακριτικής ευχέρειας. Αν τα αστυνομικά όργανα, αν και επεμβαίνουν και
επιχειρούν, επιλέγουν την αποχή τους από κάθε ενέργεια ειδικώς προς το σκοπό της
προστασίας της περιουσίας, αυτή είναι παράνομη.(βλ:ΣτΕ19641966,1971/2021,1049/2016
952/2010)
3.- Δικαίωμα του συνέρχεσθαι :
α)Στο άρθρο 11 του Συντάγματος ορίζεται: «1. Οι Έλληνες έχουν το
δικαίωμα να συνέρχονται ήσυχα και χωρίς όπλα. 2. Μόνο στις δημόσιες υπαίθριες
συναθροίσεις μπορεί να παρίσταται η αστυνομία. Οι υπαίθριες συναθροίσεις
μπορούν να απαγορευτούν με αιτιολογημένη απόφαση της αστυνομικής αρχής, γενικά,
αν εξαιτίας τους επίκειται σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια, σε
ορισμένη δε περιοχή, αν απειλείται σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής,
όπως νόμος ορίζει».
β)Στο Άρθρο 11 της Ευρωπαϊκής
Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου – (Ελευθερία του συνέρχεσθαι και
συνεταιρίζεσθαι) 1. «Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν του
συνέρχεσθαι ειρηνικώς και εις την ελευθερίαν συνεταιρισμού συμπεριλαμβανομένου
του δικαιώματος ιδρύσεως μετ' άλλων συνδικάτων και προσχωρήσεως εις συνδικάτα
επί σκοπώ προασπίσεως των συμφερόντων του. 2. Η άσκησις των δικαιωμάτων τούτων
δεν επιτρέπεται να υπαχθή εις ετέρους περιορισμούς πέραν των υπό του νόμου
προβλεπομένων και αποτελούντων αναγκαία μέτρα εν δημοκρατική κοινωνία, δια την
εθνικήν ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν, την προάσπισιν της τάξεως και
πρόληψιν του εγκλήματος, την προστασίαν της υγείας και της ηθικής, ή την
προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων. Το παρόν άρθρον δεν απαγορεύει
την επιβολήν νομίμων περιορισμών εις την άσκησιν των δικαιωμάτων τούτων υπό
μελών των ενόπλων δυνάμεων, της αστυνομίας ή των διοικητικών υπηρεσιών του
Κράτους. Το συνταγματικό δικαίωμα της συνάθροισης (ή του συνέρχεσθαι) περιλαμβάνει
την ελευθερία οργάνωσης, διεξαγωγής, και συμμετοχής σε δημόσια, προγραμματισμένη
ή αυθόρμητη, συγκέντρωση ιδιωτών, σε κλειστό ή υπαίθριο χώρο, με τον κοινό σκοπό
είτε να εκφράσουν ή να ανταλλάξουν γνώμες ή πληροφορίες είτε να εκδηλώσουν ή να
προβάλουν γνώμες, φρονήματα ή αιτήματα. Φορείς του σχετικού δικαιώματος είναι τα
πρόσωπα που διοργανώνουν και συμμετέχουν στη συνάθροιση, η δε παρεχόμενη σ’ αυτά
συνταγματική προστασία νοείται μόνο έναντι του κράτους και των λοιπών φορέων δημόσιας
εξουσίας. Η κατοχύρωση της ελευθερίας συναθροίσεων από το άρθρο 11 παρ. 1 του Συντάγματος
δεν υποβάλλεται κατά την άποψη μας σε επιφύλαξη νόμου, αλλά η άσκησή της υπάγεται
στους γενικούς περιορισμούς της κειμένης ποινικής και λοιπής νομοθεσίας, ώστε να
μη θίγονται προστατευόμενα δικαιώματα ή έννομα αγαθά τρίτων (ζωή, τιμή, περιουσία
κλπ.).(Βλ ΑΠ 913/2015). Το Κράτος είναι υποχρεωμένο να προστατεύει
όλα τα έννομα αγαθά των πολιτών και να διασφαλίζει την ακώλυτη άσκηση όλων των δικαιωμάτων
τους. (Σ.τ.Ε. 28/2000, 3919/2001, 307/2007,
648, 1364, 1677/2008) Μεταξύ δε των υπό του Συντάγματος προστατευόμενων ατομικών
δικαιωμάτων είναι και εκείνο του συνέρχεσθαι, με βάση το οποίο οι πολίτες δύνανται
να συμμετέχουν ελεύθερα σε πορείες και διαδηλώσεις, το δικαίωμα όμως αυτό πρέπει
να ασκείται ειρηνικά και χωρίς όπλα. (βλ. ΓΝΜΔ Εισ, ΑΠ 14/2007).
γ)Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως(ΦΕΚ
131/Α/10.7.2020) ο Νόμος 4703/ 2020 «Δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις και άλλες
διατάξεις». Ρυθμίζει θέματα που αφορούν τις δημόσιες
συναθροίσεις προσώπων, υποχρέωση γνωστοποίησης, οργάνωση, υποχρεώσεις οργανωτή,
πραγματοποίηση, διακοπή – απαγόρευση διεξαγωγής δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης,
Υποχρεώσεις της αστυνομικής και λιμενικής αρχής. Επισημαίνεται ότι στο άρθρο 13 του νόμου ορίζεται
ότι «Ο οργανωτής δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης ευθύνεται για την αποζημίωση
όσων υπέστησαν βλάβη της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας και της ιδιοκτησίας
από τους συμμετέχοντες στη δημόσια υπαίθρια συνάθροιση. Από την ευθύνη αυτή
απαλλάσσεται, εάν είχε γνωστοποιήσει εγκαίρως τη διεξαγωγή της συνάθροισης και
αποδεικνύει ότι έχει τηρήσει τις υποχρεώσεις του, όπως αυτές αναφέρονται
περιοριστικά στις περ. α΄, β΄ και γ΄ του άρθρου 4».
IΙ.-To δικαίωμα αποζημιώσεως:
Ο Εισαγωγικός Νόμος του Αστικού
Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α΄ 164) στο άρθρο 105 ορίζει ότι: «Για παράνομες
πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας
εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η
πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του
γενικού συμφέροντος …».
1.-Κατά την έννοια του προαναφερθέντος
άρθρου, γεννάται ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση για ζημία, η οποία προκλήθηκε
από την πλημμελή εκτέλεση ή την παράλειψη εκτελέσεως από τα όργανά του
επιβεβλημένου σ’ αυτά εκ του νόμου καθήκοντος[3]. Περαιτέρω, κατά την έννοια της
αυτής ως άνω διατάξεως, η υποχρέωση του Δημοσίου προς αποζημίωση αίρεται
στην περίπτωση που η γενεσιουργός της ζημίας πράξη ή παράλειψη[4] ή υλική ενέργεια ή παράλειψη υλικής
ενέργειας έλαβε χώρα κατά παράβαση διατάξεως, η οποία έχει θεσπισθεί
αποκλειστικά χάριν του γενικού συμφέροντος, όχι όμως και στην περίπτωση που η
παραβιασθείσα διάταξη αποβλέπει, παραλλήλως με την προστασία του γενικού
συμφέροντος, και στην προστασία δικαιώματος ή συμφέροντος των κατ’ ιδίαν
προσώπων. Επίσης, ευθύνη του Δημοσίου προς
αποζημίωση γεννάται όχι μόνον από την έκδοση μη νόμιμης εκτελεστής διοικητικής
πράξης ή από τη μη νόμιμη παράλειψη έκδοσης τέτοιας πράξης, αλλά και από μη
νόμιμες υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου ή από παραλείψεις οφειλόμενων
νόμιμων υλικών ενεργειών αυτών, εφόσον οι υλικές αυτές ενέργειες ή παραλείψεις
συνάπτονται με την οργάνωση και λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών. Εξάλλου, υπάρχει
ευθύνη του Δημοσίου, τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, όχι
μόνον όταν με πράξη ή παράλειψη οργάνου του παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη
νόμου, αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις που
προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν
γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης (βλ.
ΣτΕ 1048-1049/ 2016, 4283/2014, 1590/2010, 1364/2008, 648/2008, 307/2007,
3706/2001, 3919/2001, 28/2000 κ.ά.).
2. Η αποζημίωση
2.1.- Κατά την έννοια της διατάξεως του
άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικος, γεννάται ευθύνη του
Δημοσίου προς αποζημίωση για ζημία, η οποία προκλήθηκε από την πλημμελή εκτέλεση
ή την παράλειψη εκτελέσεως από τα όργανά του του επιβεβλημένου σ’ αυτά εκ του
νόμου καθήκοντος. Η υποχρέωση του Δημοσίου προς αποζημίωση αίρεται στην
περίπτωση που η γενεσιουργός της ζημίας πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια ή παράλειψη
υλικής ενέργειας έλαβε χώρα κατά παράβαση διατάξεως, η οποία έχει θεσπισθεί
αποκλειστικά χάριν του γενικού συμφέροντος, όχι όμως και στην περίπτωση που η
παραβιασθείσα διάταξη αποβλέπει, παράλληλα με την προστασία του γενικού συμφέροντος,
και στην προστασία δικαιώματος ή συμφέροντος των κατ’ ιδίαν προσώπων. (Βλ. ΣτΕ
1491/2010 1677/2008, 648/2008, 307/20
2.2.- Υπάρχει ευθύνη του Δημοσίου ή
νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου[5], τηρουμένων και των λοιπών
προϋποθέσεων του νόμου, όχι μόνον όταν με πράξη ή παράλειψη οργάνου των νομικών
αυτών προσώπων παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου, αλλά και όταν παραλείπονται
τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη
υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κειμένη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα
της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστεως (ΣτΕ 2796/2006 7μ.,
2741/2007, 1019/2008, 4133/2011 7μ, 2669/2015, 1608/2016)
2.3.-Δεν υφίσταται υποχρέωση
αποζημίωσης όταν πρόκειται περί ασυνήθων περιπτώσεων που υπερβαίνουν τις δυνατότητες
της αστυνομικής δυνάμεως και ανάγονται έτσι στην έννοια της ανωτέρας βίας
(ΣτΕ 952/2010, 2741/2007, 1048-1049/2016, βλ. όμως ΣτΕ 2875/2020, επίσης, ΑΠ
106/1969, 1616/198).
Με τις με αριθμούς 2874, 2875 και 2876/2020
Αποφάσεις του ΣτΕ, κρίθηκε σε περίπτωση μεγάλης πυρκαγιάς ότι δεν θεμελιωνόταν
στην συγκεκριμένη περίπτωση ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου στην προκειμένη περίπτωση
και ότι οι ζημίες που υπέστησαν οι ενάγοντες οφείλονταν σε ανωτέρα βία και όχι σε
ολιγωρία των οργάνων της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας κατά την άσκηση των καθηκόντων
τους.
2.4.- Η πράξη ή η παράλειψη ή υλική
ενέργεια ή παράλειψη υλικής ενέργειας αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία
του επιζήμιου αποτελέσματος[6], περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο
γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και
αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκειται
σε αναιρετικό έλεγχο (ΣτΕ 334/2008 7μ.,1019/2008, 1243/2010, 424,
1219/2012, 3362/2013, 2668/2015, 710/2016, 2091/2017 κ.ά.).
2.5.- Στην περίπτωση κατά την οποία τα
αστυνομικά όργανα, αν και επεμβαίνουν και επιχειρούν, δεν λαμβάνουν κανένα
συγκεκριμένο μέτρο για να προστατεύσουν την περιουσία του πολίτη, η επιλογή της
αποχής τους από κάθε ενέργεια ειδικώς προς τον σκοπό της προστασίας του ανωτέρω
αγαθού συνιστά υπέρβαση των άκρων ορίων της διακριτικής ευχέρειάς τους και για
τον λόγο αυτό είναι παράνομη (ΣτΕ 944/2005, 1677/2008, 1972/2021).
ΙΙΙ. Η ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ:
3.- Η ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΖΗΜΙΕΣ
ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ[7]
ΑΠΟ ΔΙΑΔΗΛΩΣΕΙΣ :
Ειδικότερα η νομολογία έχει δεχθεί:
3.1.- Στις 24 Σεπτεμβρίου 1998, ομάδες
διαδηλωτών, αφού πραγματοποίησαν συγκέντρωση και πορεία διαμαρτυρίας, κατέλαβαν
το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και, ακολούθως, κατά τις βραδινές ώρες, προκλήθηκαν
σοβαρά επεισόδια, με αποτέλεσμα να υποστούν σημαντικές καταστροφές πολλά από τα
καταστήματα της περιοχής, μεταξύ των οποίων και το κατάστημα ** εταιρείας
(επιχείρηση πωλήσεως ενδυμάτων) επί της οδού Σ.** Το ΣτΕ με την με αριθ. 28/2000
Απόφαση του έκρινε ότι σύμφωνα με το άρθρο 4 § 1 και 3 του ν. 1481/ 1984 (φ.
152), ο κλάδος αστυνομίας τάξης (ο οποίος, κατά το άρθρο 2 του νόμου αυτού,
ανήκει στις κεντρικές υπηρεσίες του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως) έχει ως
ειδικότερη αποστολή, εκτός άλλων, την «απρόσκοπτη κοινωνική διαβίωση των
πολιτών» καθώς και την «προστασία των ατομικών ελευθεριών του πολίτη»,
μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 17 του Συντάγματος, και το δικαίωμα
της ιδιοκτησίας. Έτσι, η διάταξη αυτή, παράλληλα με την προστασία του γενικού
συμφέροντος, αποβλέπει και στην προστασία των περιουσιών των καθ’ έκαστον
ατόμων, ως εκ τούτου δε, η παραβίασή της από κρατικά όργανα, με πράξεις ή παραλείψεις
τους κατά την ενάσκηση της δημόσιας εξουσίας τους, δύναται να στοιχειοθετήσει, υποχρέωση
του Δημοσίου προς αποζημίωση, κατά το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του
Αστικού Κώδικα[8] (πρβλ. ΣτΕ 1364/2008, 1677/2008).
3.2.-Με την απόφαση 1364/2008 του
ΣτΕ αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του Δημοσίου να καταβάλει αποζημίωση, κατ’ άρθρο 105
ΕισΝΑΚ, για τις προκληθείσες ζημίες στην περιουσία εταιρείας από τις επιθέσεις
των διαδηλωτών, κατά την επέτειο του Πολυτεχνείου, την 17η.11.1989.
3.3.- Με τις 1964 έως 1972/2021
Αποφάσεις του ΣτΕ επισημαίνεται ότι: «Η προστασία της περιουσίας των πολιτών
από βίαια επεισόδια που εκδηλώνονται στο πλαίσιο οποιασδήποτε μορφής μαζικής
κινητοποίησης πολιτών αποτελεί υποχρέωση των αστυνομικών οργάνων, η εκπλήρωση
της οποίας δεν εναπόκειται στην διακριτική τους ευχέρεια. Επομένως, αν τα
αστυνομικά όργανα παραλείψουν παντελώς να επέμβουν για να προστατεύσουν την
περιουσία του πολίτη η οποία απειλείται, υπό τις ανωτέρω περιστάσεις, η
παράλειψη αυτή είναι παράνομη και συνεπώς συντρέχει η απαιτούμενη για την θεμελίωση
αστική ευθύνη του Δημοσίου». Οι Αποφάσεις αυτές έκριναν ότι: «διακριτική
ευχέρεια διαθέτουν τα αστυνομικά όργανα μόνο ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα
ενεργήσουν, δηλαδή ως προς την επιλογή του είδους των μέτρων που πρέπει να
λάβουν προς εκπλήρωση της υποχρέωσης τους, δυνάμενα -κατόπιν εκτίμησης- να επιλέξουν
και να εφαρμόσουν το καταλληλότερο για την συγκεκριμένη περίπτωση επιχειρησιακό
σχέδιο. Στην ειδικότερη περίπτωση κατά την οποία τα αστυνομικά όργανα αν και
επεμβαίνουν και επιχειρούν, δεν λαμβάνουν κανένα συγκεκριμένο μέτρο για να
προστατεύσουν την περιουσία του πολίτη, η επιλογή της αποχής τους από κάθε
ενέργεια, ειδικώς προς το σκοπό του αγαθού της περιουσίας, συνιστά υπέρβαση των
άκρων ορίων της ευχέρειας τους και για το λόγο αυτό είναι παράνομη».
Η προβληματική μας είναι ότι τα
μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται για την προστασία της περιουσίας, να μην
αφορούν ασυνήθεις περιπτώσεις, όπως έχει κριθεί σε άλλες αποφάσεις του
ΣτΕ
Οι με αριθ. 1964 έως 1972/2021
Αποφάσεις του ΣτΕ αναφέρονται στα στοιχεία που συνιστούν την προβλεψιμότητα
των βίαιων επεισοδίων μεγάλης έντασης και έκτασης με ζημιογόνες συνέπειες.
Βίαια επεισόδια, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και ιδίως με βάση τις
κρατούσες κάθε φορά κοινωνικές συνθήκες, «αποτελούν συνήθη ή τουλάχιστον
δεν αποτελούν ασυνήθη κατάσταση» τη στιγμή μάλιστα που υπάρχουν
πληροφορίες ή σοβαρές ενδείξεις για «μαζική κινητοποίηση εξαγριωμένων ή αγανακτισμένων
πολιτών ή κοινωνικών ομάδων».
Κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας,
προσθέτουν οι με αριθ. 1964 έως 1972/2021 Αποφάσεις του ΣτΕ, «η είδηση
θανάτου ανηλίκου στην περιοχή των Εξαρχείων από πυροβολισμό αστυνομικού είναι
λίαν πιθανό έως αναμενόμενο να προκαλέσει έντονη κοινωνική αντίδραση, να
οδηγήσει σε άμεση μαζική κινητοποίηση πολιτών στα αστικά κέντρα και συνακόλουθα
να πυροδοτήσει ανά πάσα στιγμή κοινωνική έκρηξη». Αναφέρεται στις 1964 έως
1972/2021 Αποφάσεις του ΣτΕ, ότι «πολλώ μάλλον δεν
συνιστούν περίπτωση ανωτέρας βίας, βίαια επεισόδια και βανδαλισμοί που
λαμβάνουν χώρα στο πλαίσιο προγραμματισμένης πορείας διαμαρτυρίας όταν για
το ίδιο γεγονός που πυροδότησε την διαμαρτυρία έχουν ήδη λάβει χώρα βίαια
περιστατικά μεγάλης έντασης και έκτασης, καθώς και εκτεταμένες φθορές και
καταστροφές είτε στην ίδια περιοχή είτε σε άλλη, εφόσον ανά πάσα στιγμή μια
τέτοια εξέλιξη είναι αναμενόμενη με μεγάλη πιθανότητα και άρα είναι δυνατόν να
προβλεφθεί και να αποτραπεί με άμεση ενέργεια και λήψη όλων των ενδεδειγμένων
μέτρων, λαμβανομένης υπόψη της εξουσίας των αστυνομικών οργάνων να επιβάλλουν
περιορισμούς στην διεξαγωγή συγκεντρώσεων ή συναθροίσεων ή να διυλίσουν συγκεντρώσεις
και συναθροίσεις οι οποίες εκ του ότι εκτρέπονται σε πράξεις βίας κατά προσώπων
είναι παράνομες».
Παρατηρούμε στην νομολογία που προαναφέρθηκε
ότι: α) υφίσταται ευθύνη της Ελληνικής Πολιτείας για την αποζημίωση των πολιτών
από ζημίες που υπέστη η περιουσία τους, συνεπεία βίαιων γεγονότων, διότι η από
το Σύνταγμα προστατευόμενη περιουσία των πολίτων αποτελεί υποχρέωση των αστυνομικών
οργάνων, η εκπλήρωση της οποίας δεν εναπόκειται στην διακριτική τους ευχέρεια β)
η επιλογή της αποχής των αστυνομικών οργάνων από κάθε ενέργεια, προς το σκοπό προστασίας
του αγαθού της περιουσίας, συνιστά υπέρβαση των άκρων ορίων της ευχέρειας τους
και για το λόγο αυτό είναι παράνομη και γ) δεν συνιστούν περίπτωση ανωτέρας βίας,
βίαια επεισόδια και βανδαλισμοί που λαμβάνουν χώρα στο πλαίσιο
προγραμματισμένης πορείας διαμαρτυρίας.
4.- Ο ν. 4703/2020 [9]
4.1. Η εκτίμηση των συγκεκριμένων
περιστατικών εξετάζεται σε συνάρτηση με την προβλεψιμότητα των γεγονότων και τον
τρόπο αντιμετωπίσεως τους από τις αστυνομικές αρχές, σύμφωνα με τον πρόσφατο νόμο
4703/2020 (ΦΕΚ Α΄ 131/10.07.2020) με τίτλο: «Δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις
και άλλες διατάξεις». Το πρώτο κεφάλαιο περιλαμβάνει γενικές διατάξεις σχετικά
με τους σκοπούς και τις υποχρεώσεις του οργανωτή και της αστυνομικής και
λιμενικής αρχής. Στο δεύτερο κεφάλαιο προβλέπονται οι περιπτώσεις απαγόρευσης,
περιορισμών και διάλυσης των δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων, στο τρίτο κεφάλαιο
περιγράφονται οι διαδικαστικές εγγυήσεις και στο τέταρτο κεφάλαιο προσδιορίζονται
οι ποινικές και αστικές κυρώσεις. Τέλος, με το δεύτερο μέρος του άνω νόμου,
ρυθμίζονται ζητήματα αρμοδιότητας της γενικής γραμματείας δημόσιας τάξης. Σκοπός
του νόμου η διασφάλιση της άσκησης του δικαιώματος του συνέρχεσθαι δημοσίως σε
υπαίθριο χώρο, σύμφωνα με το άρθρο 11 του Συντάγματος και το άρθρο 11 της
Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), κατά τρόπον ώστε να
μην εκτίθεται σε σοβαρό κίνδυνο η δημόσια ασφάλεια και να μην διαταράσσεται υπέρμετρα
η κοινωνικοοικονομική ζωή ορισμένης περιοχής. Επισημαίνεται ότι στο άρθρο 13
του νόμου προβλέπεται ότι: «Όσοι αλλοιώνουν ή επιχειρούν να αλλοιώσουν με
βιαιοπραγίες τον ειρηνικό χαρακτήρα δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης τιμωρούνται
με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών.»
4.2. Ο οργανωτής δημόσιας υπαίθριας
συνάθροισης ευθύνεται για την αποζημίωση όσων υπέστησαν βλάβη της ζωής, της
σωματικής ακεραιότητας και της ιδιοκτησίας από τους συμμετέχοντες στη δημόσια
υπαίθρια συνάθροιση. Από την ευθύνη αυτή απαλλάσσεται, εάν είχε γνωστοποιήσει
εγκαίρως τη διεξαγωγή της συνάθροισης και αποδεικνύει ότι έχει τηρήσει τις
υποχρεώσεις του, όπως αυτές αναφέρονται περιοριστικά στις περ. α', β' και γ' του
άρθρου 4».
Η διάταξη αυτή θα κριθεί αν είναι σύμφωνη
με το Σύνταγμα και την ΕΔΔΑ, αφού δημιουργεί θέμα αντικειμενικής ποινικής και
αστικής ευθύνης στον οργανωτή[10]. Το ζήτημα έχει αντιμετωπίσει το
ΕΔΔΑ στην υπόθεση EZELIN c. FRANCE (Requête no11800/85)[11]. Η υπόθεση αφορούσε την επιβολή
πειθαρχικής ποινής στον προσφεύγοντα, ο οποίος ήταν τότε αντιπρόεδρος του
Συνδικάτου δικηγόρων της Γουαδελούπης, για τη συμμετοχή του σε διαδήλωση - κατά
τη διάρκεια της οποίας διατυπώθηκαν προσβλητικά σχόλια - που είχε διοργανωθεί
από κινήματα για την ανεξαρτησία της Γουαδελούπης και συνδικαλιστικές
οργανώσεις στην Basse-Terre (ως διαμαρτυρία κατά δύο δικαστικών αποφάσεων που
επέβαλλαν ποινές φυλάκισης και πρόστιμα σε τρεις ακτιβιστές, για καταστροφές σε
δημόσια κτίρια), και την άρνησή του να καταθέσει ως μάρτυρας ενώπιον του
ανακριτή.Παραβίαση του Άρθρου 11 κατά το ΕΣΔΑ: Παρόλο που η ποινή είχε κατά
βάση ηθικό χαρακτήρα, το Δικαστήριο θεώρησε ότι «η ελευθερία συμμετοχής σε
ειρηνική συνάθροιση – εν προκειμένω σε διαδήλωση που δεν είχε απαγορευθεί -
είναι τόσο σημαντική που δεν μπορεί να περιορισθεί με κανένα τρόπο, ακόμη και
για ένα δικηγόρο, στο μέτρο που το εν λόγω πρόσωπο δεν διαπράττει το ίδιο
μεμπτές πράξεις υπό αυτή την περίσταση».
5.- Η ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ
ΖΩΗΣ ( Θανάσιμος τραυματισμός από αστυνομικούς)
To δικαίωμα στη ζωή σε επίπεδο διεθνούς
δικαίου, προστατεύεται με το άρθρο 2 § 1 της κυρωθείσης με το ν.δ. 53/1974 (Α
256) Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), σύμφωνα με το
οποίο «το δικαίωμα εκάστου προσώπου εις την ζωήν προστατεύεται υπό του νόμου»,
με το άρθρο 6 § 1 του κυρωθέντος με το ν. 2462/1997 (Α 25) Διεθνούς Συμφώνου
για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, του Προαιρετικού Πρωτοκόλλου στο
Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και του Δευτέρου Προαιρετικού
Πρωτοκόλλου στο Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα σχετικού
με την κατάργηση της ποινής του θανάτου, σύμφωνα με το οποίο «Το δικαίωμα
στη ζωή είναι εγγενές στον άνθρωπο. Το δικαίωμα αυτό πρέπει να προστατεύεται
από το νόμο».
5.1.- Στην απόφαση 320/2022 του
Διοικητικού Εφετείου Αθηνών που αφορά την υπόθεση αποζημίωσης της οικογένειας
του άτυχου 11χρονου Μ Σ που έχασε τη ζωή του από αδέσποτη σφαίρα, ενώ βρισκόταν
στο προαύλιο του σχολείου στις 8 Ιουνίου του 2017, κρίθηκε ότι η παράλειψη
μέτρων προστασίας από τα αστυνομικά όργανα και λήψης προληπτικών μέτρων για τον
έλεγχο της εγκληματικότητάς στοιχειοθετεί, εν προκειμένω, ευθύνη του Ελληνικού
Δημοσίου, κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ βλ. σκ. 10. «… Επειδή, με δεδομένα τα
ανωτέρω εκτεθέντα, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη ότι το ένδικο τραγικό συμβάν
συνέβη κατά τη διάρκεια σχολικής εκδήλωσης στο 6ο Δημοτικό σχολείο, το οποίο
βρίσκεται σε περιοχή αυξημένης επικινδυνότητας, γεγονός που δεν αμφισβητείται
από το εκκαλούν, αφού γειτνιάζει με τις δυο χαρτογραφημένες ως πλέον
επικίνδυνες περιοχές του Δήμου Αχαρνών, η εγκληματικότητα των οποίων μάλιστα
εκφεύγει των ορίων τους (βλ. σχετικώς την αναφερόμενη στη Δ.Ε. Αχαρνών
περιγραφή της κατάστασης, στα προαναφερθέντα επιχειρησιακά σχέδια της αστυνομίας),
κρίνει ότι το εναγόμενο παρέλειψε να λάβει, δια των αστυνομικών οργάνων του, τα
προσήκοντα αποτελεσματικά μέτρα προστασίας της περιοχής, όπου βρισκόταν το
σχολικό συγκρότημα. Ειδικότερα, τα αστυνομικά όργανα παρέλειψαν ή σε κάθε
περίπτωση, δεν εφάρμοσαν ορθά και αποτελεσματικά, τα προληπτικά μέτρα για τον
έλεγχο της εγκληματικότητας της περιοχής, που είχαν εκπονηθεί με τους ανωτέρω
Επιχειρησιακούς Σχεδιασμούς με σκοπό να αποθαρρύνουν την εκδήλωση εγκληματικών
ενεργειών, μεταξύ των οποίων και την παράνομη και άσκοπη χρήση όπλων. Ήτοι, να
διαθέσουν ικανό αριθμό αστυνομικών μονάδων κατάλληλα εκπαιδευμένων σε
ενισχυμένες εποχούμενες και πεζές περιπολίες καθόλη τη διάρκεια του 24ώρου, με
εντατικοποίηση κατά τη διάρκεια των νυχτερινών ωρών, και ειδικότερα πλησίον
σχολικών μονάδων, ενόψει και του γεγονότος ότι υπήρχαν ήδη σχετικά εγκληματικά
περιστατικά από αδέσποτες βολίδες, ώστε να είναι πρόσφορα και ικανά να
αποτρέψουν ένα ακόμα εγκληματικό περιστατικό. Τα μέτρα που λήφθηκαν, κατά του
ισχυρισμούς του εκκαλούντος, αποδείχθηκαν ανεπαρκή. Περαιτέρω, η ανωτέρω
παράλειψη εντός και περιμετρικά των Τομέων αυξημένης εγκληματικότητας Α΄ και
Β΄, συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο συμβάν, καθόσον η αστυνόμευση και φύλαξη
της περιοχής θα ήταν ικανή και πρόσφορη, κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας και
τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να αποθαρρύνει την εκδήλωση εγκληματικών
ενεργειών, μεταξύ των οποίων και την παράνομη και άσκοπη χρήση όπλων, πλησίον
των σχολείων της επίμαχης περιοχής, και επομένως να αποτρέψει το ένδικο τραγικό
συμβάν. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος Δημοσίου, ότι δεν συντρέχει η παρανομία
την οποία δέχθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, καθόσον τα αστυνομικά όργανα, έλαβαν
στο πλαίσιο της διακριτικής τους ευχέρειας, τα ενδεδειγμένα, κατά την κρίση
τους, μέτρα προς αντιμετώπιση των εγκληματικών περιστατικών της περιοχής, χωρίς
να αποδεικνύεται ότι έκαναν κακή χρήσης της ευχέρειας αυτής, είναι απορριπτέος
ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, η αναγκαιότητα λήψης αστυνομικών μέτρων πρόσφορων
και αποτελεσματικών για την προστασία της περιοχής αυτής και ειδικά των
σχολικών συγκροτημάτων, που, όπως είναι κοινώς γνωστό, αποτελούν χώρο
συγκέντρωσης ατόμων με παραβατική συμπεριφορά (όπως διάθεση ναρκωτικών ουσιών,
επίλυση θεμάτων «αντίπαλων ομάδων»), ενόψει της ύπαρξης παρόμοιων βίαιων περιστατικών
στο πρόσφατο παρελθόν, της ανθεκτικότητας που παρουσίαζε η εγκληματικότητα τα
τελευταία χρόνια παρά τα εκπονηθέντα επιχειρησιακά μέτρα, αλλά και το φαινόμενο
της ευρείας κατοχής και χρήσης όπλων στην περιοχή, είναι προφανής, καθιστώντας
παράνομη την παράλειψη λήψης αυτών, ως τελούμενη καθ’ υπέρβαση της διακριτικής
ευχέρειας που παρέχεται στην αστυνομία προς επιλογή των εκάστοτε ενδεικνυόμενων
μέτρων αστυνόμευσης. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί περί έλλειψης αιτιώδους
συνδέσμου, ανωτέρας βίας, μεσολάβησης αναπότρεπτης ενέργειας τρίτου και
θεμελίωσης ευθύνης εκ του αποτελέσματος τυγχάνουν ομοίως απορριπτέοι, ενόψει
όλων των ανωτέρω. Εξάλλου, και τα λοιπά περιστατικά εγκληματικότητας,
αποδεικνύουν έλλειψη κατάλληλου σχεδιασμού και πλημμελή άσκηση των καθηκόντων
των οργάνων της Ελληνικής Αστυνομίας και όχι τη συνδρομή τυχαίου γεγονότος ή
γεγονότος που οφείλεται σε ανώτερη βία. Η πλημμελής αυτή άσκηση των
καθηκόντων των αστυνομικών οργάνων οδήγησε ευθέως και αμέσως στο ένδικο γεγονός
και συνεπώς τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς το τραγικό συμβάν. Συνεπώς,
ενόψει όλων των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι στοιχειοθετείται,
εν προκειμένω, ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου, κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ,
όπως ορθά, αν και με άλλη αιτιολογία, έκρινε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την
εκκαλούμενη απόφαση, απορριπτόμενων ως αβάσιμων, όλων των περί του αντιθέτου
λόγων του εκκαλούντος …».
Θεωρούμε άξιο επισήμανσης, ότι στο
πλαίσιο της «υπερασπιστικής του γραμμής» το ΝΣΚ[12] ισχυρίστηκε ότι η αγωγή πρέπει να
απορριφθεί μεταξύ άλλων γιατί «εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δε
στάθμισε: 1) ότι ο θανάσιμος τραυματισμός του ΜΣ δεν προκλήθηκε από ενέργεια οργάνου
του ελληνικού Δημοσίου 2) το γεγονός ότι δεν έλαβαν εν προκειμένω χώρα
παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των αστυνομικών οργάνων 3) ο σκοπός της
χρηματικής ικανοποίησης είναι ηθική παρηγοριά και η ψυχική ανακούφιση και όχι η
αποζημίωση του παθόντος και πολύ περισσότερο ο πλουτισμός του και 4) την
παγκοσμίως γνωστή δριμεία δημοσιονομική κρίση της χώρας που διαμορφώνει το
γενικότερο οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον και η οποία επιδρά αναπόφευκτα
στο ποσό που κατ’ εύλογη κρίση απαιτείται για την ηθική παρηγοριά και ψυχική
άνω ανακούφιση του ζημιωθέντος προσώπου, αφού το πρόσωπο αυτό εντάσσεται στο συγκεκριμένο
ως άνω περιβάλλον».
5.2 Στις αποφάσεις ΤρΔΕφΑθηνών 3527-3528/
2020 που αφορά επιδίκαση αποζημιώσεως από θανάσιμο τραυματισμό αμέτοχου
πολίτη που επήλθε από πυροβολισμούς αστυνομικού οργάνου κατά τη διάρκεια
συμπλοκής κρίθηκε ότι προήλθε από αποκλειστική υπαιτιότητα του αστυνομικού
οργάνου το ζημιογόνο γεγονός και ότι υφίσταται ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου[13] λόγω παράνομης πράξης του
αστυνομικού οργάνου «(ανταπόδοση πυροβολισμών)» «…διότι θα μπορούσε να
αποτραπεί, αν ο αστυνομικός επεδείκνυε επιμέλεια και σύνεση…» «…ανεξαρτήτως
του αν τα αστυνομικά όργανα ενήργησαν, προκειμένου να αντιμετωπίσουν την προβαλλόμενη
από μέρους των κακοποιών αντίσταση, μέσα στα όρια της νόμιμης διοικητικής
δράσης τους, δηλαδή της διαφύλαξης της κοινωνικής γαλήνης και της προστασίας
των πολιτών, εν προκειμένω έλαβε χώρα παράνομη πράξη του προαναφερομένου
αστυνομικού οργάνου, η οποία είχε ως αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό του και,
ως εκ τούτου, στοιχειοθετείται ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου, κατ' άρθρο 105
του ΕισΝΑΚ».
Με την απόφαση ΤρΔΠρΠειρ 1031/2009 έγινε
δεκτή εν μέρει αγωγή αστυνομικού της ΕΛ.ΑΣ. και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του
Ελληνικού Δημοσίου να του καταβάλει, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, ως
χρηματική ικανοποίηση κατ’ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, το ποσό των ** για την
αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη εξαιτίας τραυματισμού του, ο οποίος
επήλθε από παράνομες πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου που
έλαβαν χώρα κατά την αστυνομική επιχείρηση καταδίωξης. Εν προκειμένω κρίθηκε ότι
«…αποτελούσε παραβίαση του γενικότερου υπηρεσιακού καθήκοντος των
αστυνομικών οργάνων να διαφυλάττουν, κατά την εκτέλεση της
ανατιθέμενης υπηρεσίας τους, τα υπέρτερης αξίας συνταγματικά κατοχυρωμένα
δικαιώματα της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας των πολιτών και των
λοιπών αστυνομικών οργάνων.».
5.3.- Στην απόφαση 2951/2020 του
ΣτΕ κρίθηκε ότι «…το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα, δηλαδή ο θανάσιμος
τραυματισμός του Κ Β, συνδέεται αιτιωδώς με τις ως άνω παράνομες παραλείψεις των
ανωτέρω οργάνων του Δημοσίου, οι οποίες γεννούν ευθύνη του προς αποζημίωση
σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ …». Σαν παράνομες
παραλείψεις δέχθηκε τα εξής: «α) O αναπληρωτής Διοικητής του Τ.Μ.Δ. **
παρόλο που είχε ενημερωθεί για την επικινδυνότητα του κρατούμενου ** από τους
αρμόδιους υπαλλήλους των Φυλακών Κέρκυρας, καθόσον στην εξωτερική πλευρά του
φακέλου που τον συνόδευε είχε αναγραφεί η ένδειξη «προσοχή λίαν επικίνδυνος –
ύποπτος απόδρασης» με τη λέξη «λίαν» να έχει συμπληρωθεί χειρόγραφα από τον
αρμόδιο υπάλληλο (γραμματέα) των Φυλακών Κέρκυρας και να έχει υπογραμμισθεί δύο
φορές από τον ίδιο, δεν ενήργησε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 23 και 144
§ 9 και 10 του π.δ. 141/1991, δηλαδή δεν έλαβε τα ανάλογα με τον απειλούμενο
κίνδυνο μέτρα και συγκεκριμένα δεν διέθεσε δύο συνοδούς αστυνομικούς για τη μεταγωγή
των ανωτέρω κρατουμένων, δεν εφοδίασε τον αρχιφύλακα ΚΒ με αλεξίσφαιρο γιλέκο,
ούτε έλαβε πρόσθετα μέτρα λόγω της επικινδυνότητας του κρατούμενου **, όπως
π.χ. να εφοδιάσει τους συνοδούς με πρόσθετο οπλισμό και β) ο ανθυπαστυνόμος, ο
οποίος στις 30.12.2005 εκτελούσε χρέη αξιωματικού υπηρεσίας στο Τ.Μ.Δ. **, δεν
επιβεβαίωσε, όπως όφειλε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 60 § 3 του π.δ.
141/1991, ότι ο αριθμός των συνοδών ήταν κανονικός, δηλαδή ο προβλεπόμενος από
τον νόμο, δεδομένης της επικινδυνότητας του κρατούμενου **, καθώς και το αν
είχαν ληφθεί όλα τα απαιτούμενα για τη συγκεκριμένη περίπτωση πρόσθετα μέτρα
ασφαλείας, ούτε έλαβε οποιοδήποτε μέτρο για την πρόληψη της αποδράσεως των
μεταγομένων».
Στην με αριθ. 948/2020
Απόφαση του ΣτΕ κρίθηκε ότι ο τραυματισμός του αστυνομικού οφειλόταν σε παραλείψεις
του Διοικητή Ι Λ κατά τον σχεδιασμό της επιχείρησης, οι οποίες τελούσαν σε
αιτιώδη σύνδεσμο με την επελθούσα ζημία.
IV.Επίλογος
1.-Σύμφωνα με την έννοια του άρθρου 105
του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, ευθύνη προς αποζημίωση[14] γεννάται όχι μόνο από την έκδοση μη
νόμιμης εκτελεστής διοικητικής πράξεως ή από τη μη νόμιμη παράλειψη εκδόσεως
εκτελεστής διοικητικής πράξεως, αλλά και από υλικές ενέργειες των οργάνων των
δημοσίων υπηρεσιών, στις περιπτώσεις βεβαίως που οι υλικές αυτές ενέργειες
απορρέουν από την οργάνωση και λειτουργία των υπηρεσιών αυτών, όχι δε και όταν
συνάπτονται με την ιδιωτική διαχείριση του Δημοσίου ή οφείλονται σε προσωπικό
πταίσμα οργάνου, που ενήργησε έξω από τον κύκλο των υπηρεσιακών καθηκόντων του
(βλ.ΣτΕ 842/98, 3045/92 Ολ 2172/2000, 2774/99, 3308/96). Ευθύνη του Δημοσίου
συντρέχει, τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, όχι μόνον όταν διά
σχετικής πράξεως ή παραλείψεως οργάνου της Διοικήσεως παραβιάζεται συγκεκριμένη
διάταξη νόμου αλλά και όταν παραλείπονται τα εκ της κειμένης εν γένει
νομοθεσίας και κανονισμών αλλά και τα κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας και
τις αρχές της καλής πίστεως προσιδιάζοντα σε συγκεκριμένη υπηρεσία ιδιαίτερα
καθήκοντα και υποχρεώσεις (πρβλ. ΣτΕ 4776, 347/97). Απαραίτητη, πάντως,
προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημίωσης είναι, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη
αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας
ή παράλειψης υλικής ενέργειας του δημοσίου οργάνου και της ζημίας που επήλθε.
Αιτιώδης δε σύνδεσμος υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η
πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια ή παράλειψη αυτής εκ μέρους του οργάνου του
Δημοσίου είναι επαρκώς ικανή (πρόσφορη) και μπορεί αντικειμενικά κατά τη συνήθη
και κανονική πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού να
επιφέρει την ζημία που επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΣτΕ 4410/ 2015,
2271/2013 7μ, 877/2013 7μ, 473/2011, 322/ 2009 7μ, 1002/2008, 334/2008 7μ, πρβλ.
ΑΠ 425/ 2006, 394/2002).
2.- Ως όργανο του Κράτους θεωρείται η Ελληνική Αστυνομία(Βλ ΣτΕ 1970/2021), αποστολή
της οποίας είναι η εξασφάλιση της απρόσκοπτης κοινωνικής
διαβίωσης των πολιτών, καθώς και η προστασία των ατομικών ελευθεριών του πολίτη
(βλ .ΣτΕ 1590/2010, 3919/2001), και το Πυροσβεστικό σώμα (βλ ΣτΕ 2876/2020).
3.-H νομολογία που προαναφέρθηκε δέχθηκε
την ευθύνη αποζημιώσεως από ζημιογόνο δράση των οργάνων του της δημοσίας τάξεως
και ασφαλείας, ευθύνη όμως κρίθηκε ότι γεννάται όχι μόνο με πράξη ή παράλειψη
οργάνου όταν παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου, αλλά και όταν παραλείπονται
τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις (βλ.ΣτΕ 347, 5776/1997, 3102/1999). που προσιδιάζουν
στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν γένει νομοθεσία,
τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης.
(βλ.ΣτΕ424/2012,4133/2011,2796/200640,1019/2008,2741/2007) Υπέρβαση των άκρων ορίων της διακριτικής
ευχέρειας συντρέχει αν τα αστυνομικά όργανα, καθ’ ον χρόνο επιχειρούν προς εκπλήρωση
της εκ του νόμου υποχρέωσής τους, λαμβάνουν μεν μέτρα για να προστατεύσουν την ιδιωτική
περιουσία, τα μέτρα όμως αυτά δεν είναι τα αναγκαία και πρόσφορα για την επίτευξη
του επιδιωκόμενου σκοπού (βλ. Σ.τ.Ε. 1672/2021, 1677/2008, 322/2009 7μελούς,
1590/2010)
[1]Βλ. Απόφαση ΕΔΔΑ : « Υπόθεση Μακαρατζής κατά Ελλάδας (προσφυγή
αριθ. 50385/99, απόφαση της 20ης Δεκεμβρίου 2004)».Υπόθεση (Rahimi κατά Ελλάδας,
αριθ. προσφυγής 8687/08, απόφαση της 5ης Απριλίου 2011). Υπόθεση Σιδηρόπουλος και Παπακώστας κατά Ελλάδας (προσφυγή
αριθ. 33349/10, απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2018)
[2] Αντώνης Μανιτάκης «Η ζωή ως Πάθος συνταγματικό» σε https://www.constitutionalism.gr/2020-04-16-manitakis-zoi-syntagmatiko-pathos/
[3].
Το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, με την με αριθμό 2953/2015 απόφασή του, επικύρωσε
την πρωτόδικη απόφαση (Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών 17419/ 2014) και επιδίκασε
χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν, στους συγγενείς του
αστυνομικού διευθυντή Γ.Β, υπασπιστή του
πρώην υπουργού Δημόσιας Τάξης , από τον θάνατό του, όταν ανοίγοντας μια
παγιδευμένη επιστολή εξερράγη, με αποτέλεσμα να βρει τραγικό θάνατο. Κρίθηκε
ότι υπάρχει «παράλειψη οφειλόμενης υλικής ενέργειας των αρμοδίων ελεγκτικών
οργάνων, η οποία συνδέεται αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα του θανάτου».
[4].
Βλ την ΣτΕ 1438/2021. Βλάβη της υγείας από τραυματισμό σε τροχαίο ατύχημα,
οφειλόμενο, , σε παράνομες πράξεις και παραλείψεις οργάνων του Δήμου και, ειδικώτερα, σε παράλειψη
τοποθετήσεως προστατευτικών μέσων σε γέφυρα και καταλλήλου σημάνσεως οδού.
[5] Έχει κριθεί ότι υφίσταται
αστική ευθύνη Δήμου για θανάσιμο τραυματισμό από πτώση
κλαδιών δέντρου και χρηματική ικανοποίηση συγγενών του θανόντος (ΤρΔΕφΘεσσ204/2021).
[6] Με την υπ’ αριθμόν
6816/2021 απόφαση του το Διοικητικό Πρωτοδικείο της Αθήνας έκρινε, πως τόσο η Περιφέρεια
Αττικής όσο και η Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας αλλά και η Ελληνική Αστυνομία
φέρουν ευθύνες για τον θάνατο του 29χρονου και θα πρέπει να αποζημιώσουν την οικογένεια
του για ψυχική οδύνη, αφού ο θάνατος του 29χρονου ήταν «απρόσμενα τραγικός»,
ενώ «τα συντρέχοντα περιστατικά του ατυχήματος ήταν ιδιαίτερα ψυχοφθόρα για τους
ενάγοντες (την οικογένειά του)». Στην ίδια απόφαση γίνεται λόγος και για σοβαρές παραλείψεις της Ελληνικής Αστυνομίας.
[7] Προστασία από το άρθρο 17 Σ.
[8].
Με την 322/2009 Απόφαση του ΣτΕ έκρινε το ζήτημα του δικαιώματος αποζημιώσεως
από το δημόσιο, απαχθέντος επιχειρηματία για την απελευθέρωση του οποίου κατελήφθησαν
λύτρα.
[9].
Βλ. και α) π.δ. 73/2020, Ρύθμιση δημοσίων υπαιθρίων συναθροίσεων.
β) π.δ. 75/2020, Χρήση συστημάτων επιτήρησης με τη λήψη ή
καταγραφή ήχου ή εικόνας σε δημόσιους χώρους.
[10].
Ανακοίνωση της Συντονιστικής Επιτροπής της Ολομέλειας των Προέδρων των
Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος για το σχέδιο νόμου για τις «Δημόσιες υπαίθριες
συναθροίσεις» 8.7.2020.
[11] Βλ
Δήλωση της Διεθνούς Αμνηστίας 9εφημερία ΤΑ ΝΕΑ 9.7.2020: «…Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο
Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων διαπίστωσε ότι οι κυρώσεις που επιβάλλονται σε έναν/μία διοργανωτή/ρια
είναι παράνομες όταν το κράτος δεν είναι σε θέση να αποδείξει την ευθύνη ενός ατόμου
για τα εγκλήματα για τα οποία κατηγορείται. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο έκρινε
ότι οι κυρώσεις εναντίον των διοργανωτών/ριών δεν μπορούν να επιβληθούν «αρκεί ο/η
ενδιαφερόμενος/η να μη διαπράξει ο/η ίδιος/α οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη σε μια
τέτοια περίσταση…»
[12].
Η Δικαιοσύνη αποτελεί διαρκή και επιτακτική ανθρώπινη ανάγκη. Δεν απορρέει αποκλειστικά
από τη Νομική Επιστήμη και τους κανόνες του Δικαίου, ούτε αφορά μόνον την τήρηση
των νόμων και την επιβολή κυρώσεων στους παραβάτες. Η Δικαιοσύνη ως ανώτερη έννοια
εκπηγάζει από δύο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τα οποία πρέπει να διακρίνουν και τους
φορείς της: την ηθική και τη συνείδηση. Καμία έννοια δικαιοσύνης δεν μπορεί να σταθεί,
εάν δεν την υπαγορεύει το μέτρο της αγάπης προς τον συνάνθρωπο και ειδικά σε
ένα 11 χρόνο παιδί που σκοτώθηκε στο προαύλιο
του σχολείου του. «Το Κράτος δεν έχει καρδιά» Πώς αλλιώς να χαρακτηρίσω τους
παραπάνω ισχυρισμούς που συντάραξαν την
Ελληνική κοινωνία και οδήγησαν
[13].
Αξίζει να επισημάνουμε ότι όπως αναφέρει η Απόφαση «… το Ελλ. Δημόσιο, με
την έκθεση των επί της αγωγής απόψεων και με το υπόμνημα που κατέθεσε, αρνήθηκε
την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των ενεργειών των αστυνομικών οργάνων και
του θανάτου του ..., υποστήριξε ότι ο θάνατός του οφειλόταν σε συνυπαιτιότητά
του κατά ποσοστό 95%»!!!
[14] Βλ αναλυτικά Αντώνη Αργυρού. «Αστική ευθύνη του Δημοσίου και το δικαίωμα
αποζημίωσης (έκδοση της «Νομική Βιβλιοθήκη») 2021

