28 Μαΐου 2022

Ευθύνη αποζημίωσης του δημοσίου από έλλειψη προστασίας της ζωής και περιουσίας των πολιτών από βίαια επεισόδια ή έλλειψη αναγκαίων αστυνομικών μέτρων προστασίας

 



Ευθύνη αποζημίωσης του δημοσίου από έλλειψη προστασίας

της ζωής και περιουσίας των πολιτών από βίαια επεισόδια

ή έλλειψη αναγκαίων αστυνομικών μέτρων προστασίας

Αντώνη Π. Αργυρού

Δικηγόρου, τ. Αν.Νομικού Συμβούλου του Εθνικού και Καποδιστριακού

Πανεπιστημίου Αθηνών

 

«Το Σύνταγμα δεν ανέχεται να παραμείνουν αναποζημίωτες ζημίες,

που κάποιος υφίσταται από ενέργειες οποιουδήποτε κρατικού οργάνου»

(ΣτΕ 2527/2019)

 


ΝοΒ 70                                                                                                                                                                                                   47

 
Ι. Εισαγωγικά

 

1.- Το δικαίωμα στη ζωή είναι θεμελιώδες δικαίωμα για την ανθρώπινη ύπαρξη.

 Οι συνταγματικές προβλέψεις των άρθρων 2§1 και 5§2 ορθώνουν αδιαπέραστο προστατευτικό πλέγμα για την ανθρώπινη αξία και ζωή. (ΣτΕ 445/2022). Το άρθρο 2 §1 Συντάγματος  καθιερώνει ως πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας τον σεβασμό και την προστασία της αξίας του ανθρώπου. Σύμφωνα με το Σύνταγμα (άρθρο 5 § 2 Σ: «Όλοι όσοι βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς διάκριση εθνικότητας, φυλής, γλώσσας, θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων».

Διεθνούς σημασίας κείμενα είναι η Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (1948), το Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και το Διεθνές Σύμφωνο για τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δικαιώματα (1966) του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ), καθώς και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία συνήφθη στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης το 1950 και την οποία εφαρμόζει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ).

Ειδικότερα: α) το δικαίωμα στη ζωή προστατεύεται στο 2ο άρθρο του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην ενότητα της Αξιοπρέπειας: «1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στη ζωή. 2. Κανείς δεν μπορεί να καταδικασθεί στην ποινή του θανάτου ούτε να εκτελεσθεί».

β)Είναι αναγνωρισμένο το δικαίωμα στη ζωή, στο 3ο άρθρο της Οικουμενικής Διακήρυξης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα: «Κάθε άτομο έχει δικαίωμα στη ζωή, την ελευθερία και την προσωπική του ασφάλεια»[1].

γ)Στο άρθρο 6 της Διεθνούς Σύμβασης για τα Πολιτικά Δικαιώματα αναγνωρίστηκε το «εγγενές δικαίωμα κάθε ανθρώπου να ζήσει. Αυτό το δικαίωμα πρέπει να προστατεύεται από το νόμο. Κανείς δεν θα αποστερηθεί τη ζωή του αυθαίρετα».

δ)Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256), στο άρθρο 2 αυτής, ορίζει ότι: «1. Το δικαίωμα εκάστου προσώπου εις την ζωήν προστατεύεται υπό του νόμου (…)».

Συμπερασματικά: Όπως επεσήμανε ο Καθηγητής Αντ. Μανιτάκης: «Η ζωή του ανθρώπου αποτελεί πρωταρχική φροντίδα του Συντάγματος. Όχι μόνον ως ατομικό δικαίωμα, όπως είναι το δικαίωμα να ζει καθένας τη ζωή του όπως θέλει, να ζει “ως βούλεταί τις”, αλλά και η ζωή ως αξία, που ο σεβασμός της “αποτελεί την πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας” (άρθρο 2 παρ.1 Σ)»[2].

 

 

2.-Το δικαίωμα ιδιοκτησίας:

Στο άρθρο 17 § 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, στο δε άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, το οποίο κυρώθηκε, μαζί με την Σύμβαση, με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/ 1974 (Α΄ 256) ορίζεται ότι: «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του ...». Με τις ανωτέρω διατάξεις προστατεύεται η περιουσία του ατόμου, στην οποία περιλαμβάνονται, κατ’ αρχήν, και τα ενοχικά δικαιώματα (Βλ.ΟλΣτΕ 1116/2014, 2115/2014 Ολ.). Η προστασία της περιουσίας των πολιτών από βίαια επεισόδια που εκδηλώνονται στο πλαίσιο οποιασδήποτε μορφής μαζικής κινητοποίησης αποτελεί υποχρέωση των αστυνομικών οργάνων, ενώ διακριτική ευχέρεια διαθέτουν μόνο ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα ενεργήσουν. Πότε συντρέχει υπέρβαση των άκρων ορίων της διακριτικής ευχέρειας. Αν τα αστυνομικά όργανα, αν και επεμβαίνουν και επιχειρούν, επιλέγουν την αποχή τους από κάθε ενέργεια ειδικώς προς το σκοπό της προστασίας της περιουσίας, αυτή είναι παράνομη.(βλ:ΣτΕ19641966,1971/2021,1049/2016 952/2010)

3.- Δικαίωμα του συνέρχεσθαι :

α)Στο άρθρο 11 του Συντάγματος  ορίζεται: «1. Οι Έλληνες έχουν το δικαίωμα να συνέρχονται ήσυχα και χωρίς όπλα. 2. Μόνο στις δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις μπορεί να παρίσταται η αστυνομία. Οι υπαίθριες συναθροίσεις μπορούν να απαγορευτούν με αιτιολογημένη απόφαση της αστυνομικής αρχής, γενικά, αν εξαιτίας τους επίκειται σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια, σε ορισμένη δε περιοχή, αν απειλείται σοβαρή διατάραξη της κοινωνικοοικονομικής ζωής, όπως νόμος ορίζει».

β)Στο Άρθρο 11 της Ευρωπαϊκής Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου – (Ελευθερία του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι) 1. «Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν του συνέρχεσθαι ειρηνικώς και εις την ελευθερίαν συνεταιρισμού συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος ιδρύσεως μετ' άλλων συνδικάτων και προσχωρήσεως εις συνδικάτα επί σκοπώ προασπίσεως των συμφερόντων του. 2. Η άσκησις των δικαιωμάτων τούτων δεν επιτρέπεται να υπαχθή εις ετέρους περιορισμούς πέραν των υπό του νόμου προβλεπομένων και αποτελούντων αναγκαία μέτρα εν δημοκρατική κοινωνία, δια την εθνικήν ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν, την προάσπισιν της τάξεως και πρόληψιν του εγκλήματος, την προστασίαν της υγείας και της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων. Το παρόν άρθρον δεν απαγορεύει την επιβολήν νομίμων περιορισμών εις την άσκησιν των δικαιωμάτων τούτων υπό μελών των ενόπλων δυνάμεων, της αστυνομίας ή των διοικητικών υπηρεσιών του Κράτους. Το συνταγματικό δικαίωμα της συνάθροισης (ή του συνέρχεσθαι) περιλαμβάνει την ελευθερία οργάνωσης, διεξαγωγής, και συμμετοχής σε δημόσια, προγραμματισμένη ή αυθόρμητη, συγκέντρωση ιδιωτών, σε κλειστό ή υπαίθριο χώρο, με τον κοινό σκοπό είτε να εκφράσουν ή να ανταλλάξουν γνώμες ή πληροφορίες είτε να εκδηλώσουν ή να προβάλουν γνώμες, φρονήματα ή αιτήματα. Φορείς του σχετικού δικαιώματος είναι τα πρόσωπα που διοργανώνουν και συμμετέχουν στη συνάθροιση, η δε παρεχόμενη σ’ αυτά συνταγματική προστασία νοείται μόνο έναντι του κράτους και των λοιπών φορέων δημόσιας εξουσίας. Η κατοχύρωση της ελευθερίας συναθροίσεων από το άρθρο 11 παρ. 1 του Συντάγματος δεν υποβάλλεται κατά την άποψη μας σε επιφύλαξη νόμου, αλλά η άσκησή της υπάγεται στους γενικούς περιορισμούς της κειμένης ποινικής και λοιπής νομοθεσίας, ώστε να μη θίγονται προστατευόμενα δικαιώματα ή έννομα αγαθά τρίτων (ζωή, τιμή, περιουσία κλπ.).(Βλ ΑΠ 913/2015). Το Κράτος είναι υποχρεωμένο να προστατεύει όλα τα έννομα αγαθά των πολιτών και να διασφαλίζει την ακώλυτη άσκηση όλων των δικαιωμάτων τους. (Σ.τ.Ε. 28/2000, 3919/2001, 307/2007, 648, 1364, 1677/2008) Μεταξύ δε των υπό του Συντάγματος προστατευόμενων ατομικών δικαιωμάτων είναι και εκείνο του συνέρχεσθαι, με βάση το οποίο οι πολίτες δύνανται να συμμετέχουν ελεύθερα σε πορείες και διαδηλώσεις, το δικαίωμα όμως αυτό πρέπει να ασκείται ειρηνικά και χωρίς όπλα. (βλ. ΓΝΜΔ Εισ, ΑΠ 14/2007).

 γ)Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως(ΦΕΚ 131/Α/10.7.2020) ο Νόμος 4703/ 2020 «Δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις και άλλες διατάξεις». Ρυθμίζει θέματα που αφορούν τις δημόσιες συναθροίσεις προσώπων, υποχρέωση γνωστοποίησης, οργάνωση, υποχρεώσεις οργανωτή, πραγματοποίηση, διακοπή – απαγόρευση διεξαγωγής δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης, Υποχρεώσεις της αστυνομικής και λιμενικής αρχής.  Επισημαίνεται ότι στο άρθρο 13 του νόμου ορίζεται ότι «Ο οργανωτής δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης ευθύνεται για την αποζημίωση όσων υπέστησαν βλάβη της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας και της ιδιοκτησίας από τους συμμετέχοντες στη δημόσια υπαίθρια συνάθροιση. Από την ευθύνη αυτή απαλλάσσεται, εάν είχε γνωστοποιήσει εγκαίρως τη διεξαγωγή της συνάθροισης και αποδεικνύει ότι έχει τηρήσει τις υποχρεώσεις του, όπως αυτές αναφέρονται περιοριστικά στις περ. α΄, β΄ και γ΄ του άρθρου 4».

 

IΙ.-To δικαίωμα αποζημιώσεως:

Ο Εισαγωγικός Νόμος του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α΄ 164) στο άρθρο 105 ορίζει ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος …».

1.-Κατά την έννοια του προαναφερθέντος άρθρου, γεννάται ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση για ζημία, η οποία προκλήθηκε από την πλημμελή εκτέλεση ή την παράλειψη εκτελέσεως από τα όργανά του επιβεβλημένου σ’ αυτά εκ του νόμου καθήκοντος[3]. Περαιτέρω, κατά την έννοια της αυτής ως άνω διατάξεως, η υποχρέωση του Δημοσίου προς αποζημίωση αίρεται στην περίπτωση που η γενεσιουργός της ζημίας πράξη ή παράλειψη[4] ή υλική ενέργεια ή παράλειψη υλικής ενέργειας έλαβε χώρα κατά παράβαση διατάξεως, η οποία έχει θεσπισθεί αποκλειστικά χάριν του γενικού συμφέροντος, όχι όμως και στην περίπτωση που η παραβιασθείσα διάταξη αποβλέπει, παραλλήλως με την προστασία του γενικού συμφέροντος, και στην προστασία δικαιώματος ή συμφέροντος των κατ’ ιδίαν προσώπων. Επίσης, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση γεννάται όχι μόνον από την έκδοση μη νόμιμης εκτελεστής διοικητικής πράξης ή από τη μη νόμιμη παράλειψη έκδοσης τέτοιας πράξης, αλλά και από μη νόμιμες υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου ή από παραλείψεις οφειλόμενων νόμιμων υλικών ενεργειών αυτών, εφόσον οι υλικές αυτές ενέργειες ή παραλείψεις συνάπτονται με την οργάνωση και λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών. Εξάλλου, υπάρχει ευθύνη του Δημοσίου, τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, όχι μόνον όταν με πράξη ή παράλειψη οργάνου του παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου, αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης (βλ. ΣτΕ 1048-1049/ 2016, 4283/2014, 1590/2010, 1364/2008, 648/2008, 307/2007, 3706/2001, 3919/2001, 28/2000 κ.ά.).

 

2. Η αποζημίωση

 

2.1.- Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικος, γεννάται ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση για ζημία, η οποία προκλήθηκε από την πλημμελή εκτέλεση ή την παράλειψη εκτελέσεως από τα όργανά του του επιβεβλημένου σ’ αυτά εκ του νόμου καθήκοντος. Η υποχρέωση του Δημοσίου προς αποζημίωση αίρεται στην περίπτωση που η γενεσιουργός της ζημίας πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια ή παράλειψη υλικής ενέργειας έλαβε χώρα κατά παράβαση διατάξεως, η οποία έχει θεσπισθεί αποκλειστικά χάριν του γενικού συμφέροντος, όχι όμως και στην περίπτωση που η παραβιασθείσα διάταξη αποβλέπει, παράλληλα με την προστασία του γενικού συμφέροντος, και στην προστασία δικαιώματος ή συμφέροντος των κατ’ ιδίαν προσώπων. (Βλ. ΣτΕ 1491/2010 1677/2008, 648/2008, 307/20

2.2.- Υπάρχει ευθύνη του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου[5], τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, όχι μόνον όταν με πράξη ή παράλειψη οργάνου των νομικών αυτών προσώπων παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου, αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κειμένη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστεως (ΣτΕ 2796/2006 7μ., 2741/2007, 1019/2008, 4133/2011 7μ, 2669/2015, 1608/2016)

2.3.-Δεν υφίσταται υποχρέωση αποζημίωσης όταν πρόκειται περί ασυνήθων περιπτώσεων που υπερβαίνουν τις δυνατότητες της αστυνομικής δυνάμεως και ανάγονται έτσι στην έννοια της ανωτέρας βίας (ΣτΕ 952/2010, 2741/2007, 1048-1049/2016, βλ. όμως ΣτΕ 2875/2020, επίσης, ΑΠ 106/1969, 1616/198).

Με τις με αριθμούς 2874, 2875 και 2876/2020 Αποφάσεις του ΣτΕ, κρίθηκε σε περίπτωση μεγάλης πυρκαγιάς ότι δεν θεμελιωνόταν στην συγκεκριμένη  περίπτωση  ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου στην προκειμένη περίπτωση και ότι οι ζημίες που υπέστησαν οι ενάγοντες οφείλονταν σε ανωτέρα βία και όχι σε ολιγωρία των οργάνων της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

2.4.- Η πράξη ή η παράλειψη ή υλική ενέργεια ή παράλειψη υλικής ενέργειας αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος[6], περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΣτΕ 334/2008 7μ.,1019/2008, 1243/2010, 424, 1219/2012, 3362/2013, 2668/2015, 710/2016, 2091/2017 κ.ά.).

2.5.- Στην περίπτωση κατά την οποία τα αστυνομικά όργανα, αν και επεμβαίνουν και επιχειρούν, δεν λαμβάνουν κανένα συγκεκριμένο μέτρο για να προστατεύσουν την περιουσία του πολίτη, η επιλογή της αποχής τους από κάθε ενέργεια ειδικώς προς τον σκοπό της προστασίας του ανωτέρω αγαθού συνιστά υπέρβαση των άκρων ορίων της διακριτικής ευχέρειάς τους και για τον λόγο αυτό είναι παράνομη (ΣτΕ 944/2005, 1677/2008, 1972/2021).

ΙΙΙ. Η ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ:

3.- Η ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΖΗΜΙΕΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ[7]  ΑΠΟ ΔΙΑΔΗΛΩΣΕΙΣ :

Ειδικότερα η νομολογία έχει δεχθεί:

3.1.- Στις 24 Σεπτεμβρίου 1998, ομάδες διαδηλωτών, αφού πραγματοποίησαν συγκέντρωση και πορεία διαμαρτυρίας, κατέλαβαν το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και, ακολούθως, κατά τις βραδινές ώρες, προκλήθηκαν σοβαρά επεισόδια, με αποτέλεσμα να υποστούν σημαντικές καταστροφές πολλά από τα καταστήματα της περιοχής, μεταξύ των οποίων και το κατάστημα ** εταιρείας (επιχείρηση πωλήσεως ενδυμάτων) επί της οδού Σ.** Το ΣτΕ με την με αριθ. 28/2000 Απόφαση του έκρινε ότι σύμφωνα με το άρθρο 4 § 1 και 3 του ν. 1481/ 1984 (φ. 152), ο κλάδος αστυνομίας τάξης (ο οποίος, κατά το άρθρο 2 του νόμου αυτού, ανήκει στις κεντρικές υπηρεσίες του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως) έχει ως ειδικότερη αποστολή, εκτός άλλων, την «απρόσκοπτη κοινωνική διαβίωση των πολιτών» καθώς και την «προστασία των ατομικών ελευθεριών του πολίτη», μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 17 του Συντάγματος, και το δικαίωμα της ιδιοκτησίας. Έτσι, η διάταξη αυτή, παράλληλα με την προστασία του γενικού συμφέροντος, αποβλέπει και στην προστασία των περιουσιών των καθ’ έκαστον ατόμων, ως εκ τούτου δε, η παραβίασή της από κρατικά όργανα, με πράξεις ή παραλείψεις τους κατά την ενάσκηση της δημόσιας εξουσίας τους, δύναται να στοιχειοθετήσει, υποχρέωση του Δημοσίου προς αποζημίωση, κατά το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα[8] (πρβλ. ΣτΕ 1364/2008, 1677/2008).

3.2.-Με την απόφαση 1364/2008 του ΣτΕ αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του Δημοσίου να καταβάλει αποζημίωση, κατ’ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, για τις προκληθείσες ζημίες στην περιουσία εταιρείας από τις επιθέσεις των διαδηλωτών, κατά την επέτειο του Πολυτεχνείου, την 17η.11.1989.

3.3.- Με τις 1964 έως 1972/2021 Αποφάσεις του ΣτΕ επισημαίνεται ότι: «Η προστασία της περιουσίας των πολιτών από βίαια επεισόδια που εκδηλώνονται στο πλαίσιο οποιασδήποτε μορφής μαζικής κινητοποίησης πολιτών αποτελεί υποχρέωση των αστυνομικών οργάνων, η εκπλήρωση της οποίας δεν εναπόκειται στην διακριτική τους ευχέρεια. Επομένως, αν τα αστυνομικά όργανα παραλείψουν παντελώς να επέμβουν για να προστατεύσουν την περιουσία του πολίτη η οποία απειλείται, υπό τις ανωτέρω περιστάσεις, η παράλειψη αυτή είναι παράνομη και συνεπώς συντρέχει η απαιτούμενη για την θεμελίωση αστική ευθύνη του Δημοσίου». Οι Αποφάσεις αυτές έκριναν ότι: «διακριτική ευχέρεια διαθέτουν τα αστυνομικά όργανα μόνο ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα ενεργήσουν, δηλαδή ως προς την επιλογή του είδους των μέτρων που πρέπει να λάβουν προς εκπλήρωση της υποχρέωσης τους, δυνάμενα -κατόπιν εκτίμησης- να επιλέξουν και να εφαρμόσουν το καταλληλότερο για την συγκεκριμένη περίπτωση επιχειρησιακό σχέδιο. Στην ειδικότερη περίπτωση κατά την οποία τα αστυνομικά όργανα αν και επεμβαίνουν και επιχειρούν, δεν λαμβάνουν κανένα συγκεκριμένο μέτρο για να προστατεύσουν την περιουσία του πολίτη, η επιλογή της αποχής τους από κάθε ενέργεια, ειδικώς προς το σκοπό του αγαθού της περιουσίας, συνιστά υπέρβαση των άκρων ορίων της ευχέρειας τους και για το λόγο αυτό είναι παράνομη».

Η προβληματική μας είναι ότι τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται για την προστασία της περιουσίας, να μην αφορούν ασυνήθεις περιπτώσεις, όπως έχει κριθεί σε άλλες αποφάσεις του ΣτΕ

Οι με αριθ. 1964 έως 1972/2021 Αποφάσεις του ΣτΕ αναφέρονται στα στοιχεία που συνιστούν την προβλεψιμότητα των βίαιων επεισοδίων μεγάλης έντασης και έκτασης με ζημιογόνες συνέπειες. Βίαια επεισόδια, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και ιδίως με βάση τις κρατούσες κάθε φορά κοινωνικές συνθήκες, «αποτελούν συνήθη ή τουλάχιστον δεν αποτελούν ασυνήθη κατάσταση» τη στιγμή μάλιστα που υπάρχουν πληροφορίες ή σοβαρές ενδείξεις για «μαζική κινητοποίηση εξαγριωμένων ή αγανακτισμένων πολιτών ή κοινωνικών ομάδων».

Κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, προσθέτουν οι με αριθ. 1964 έως 1972/2021 Αποφάσεις του ΣτΕ, «η είδηση θανάτου ανηλίκου στην περιοχή των Εξαρχείων από πυροβολισμό αστυνομικού είναι λίαν πιθανό έως αναμενόμενο να προκαλέσει έντονη κοινωνική αντίδραση, να οδηγήσει σε άμεση μαζική κινητοποίηση πολιτών στα αστικά κέντρα και συνακόλουθα να πυροδοτήσει ανά πάσα στιγμή κοινωνική έκρηξη». Αναφέρεται στις 1964 έως 1972/2021 Αποφάσεις του ΣτΕ, ότι «πολλώ μάλλον δεν συνιστούν περίπτωση ανωτέρας βίας, βίαια επεισόδια και βανδαλισμοί που λαμβάνουν χώρα στο πλαίσιο προγραμματισμένης πορείας διαμαρτυρίας όταν για το ίδιο γεγονός που πυροδότησε την διαμαρτυρία έχουν ήδη λάβει χώρα βίαια περιστατικά μεγάλης έντασης και έκτασης, καθώς και εκτεταμένες φθορές και καταστροφές είτε στην ίδια περιοχή είτε σε άλλη, εφόσον ανά πάσα στιγμή μια τέτοια εξέλιξη είναι αναμενόμενη με μεγάλη πιθανότητα και άρα είναι δυνατόν να προβλεφθεί και να αποτραπεί με άμεση ενέργεια και λήψη όλων των ενδεδειγμένων μέτρων, λαμβανομένης υπόψη της εξουσίας των αστυνομικών οργάνων να επιβάλλουν περιορισμούς στην διεξαγωγή συγκεντρώσεων ή συναθροίσεων ή να διυλίσουν συγκεντρώσεις και συναθροίσεις οι οποίες εκ του ότι εκτρέπονται σε πράξεις βίας κατά προσώπων είναι παράνομες».

Παρατηρούμε στην νομολογία που προαναφέρθηκε ότι: α) υφίσταται ευθύνη της Ελληνικής Πολιτείας για την αποζημίωση των πολιτών από ζημίες που υπέστη η περιουσία τους, συνεπεία βίαιων γεγονότων, διότι η από το Σύνταγμα προστατευόμενη περιουσία των πολίτων αποτελεί υποχρέωση των αστυνομικών οργάνων, η εκπλήρωση της οποίας δεν εναπόκειται στην διακριτική τους ευχέρεια β) η επιλογή της αποχής των αστυνομικών οργάνων από κάθε ενέργεια, προς το σκοπό προστασίας του αγαθού της περιουσίας, συνιστά υπέρβαση των άκρων ορίων της ευχέρειας τους και για το λόγο αυτό είναι παράνομη και γ) δεν συνιστούν περίπτωση ανωτέρας βίας, βίαια επεισόδια και βανδαλισμοί που λαμβάνουν χώρα στο πλαίσιο προγραμματισμένης πορείας διαμαρτυρίας.

4.- Ο ν. 4703/2020 [9]

4.1. Η εκτίμηση των συγκεκριμένων περιστατικών εξετάζεται σε συνάρτηση με την προβλεψιμότητα των γεγονότων και τον τρόπο αντιμετωπίσεως τους από τις αστυνομικές αρχές, σύμφωνα με τον πρόσφατο νόμο 4703/2020 (ΦΕΚ Α΄ 131/10.07.2020) με τίτλο: «Δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις και άλλες διατάξεις». Το πρώτο κεφάλαιο περιλαμβάνει γενικές διατάξεις σχετικά με τους σκοπούς και τις υποχρεώσεις του οργανωτή και της αστυνομικής και λιμενικής αρχής. Στο δεύτερο κεφάλαιο προβλέπονται οι περιπτώσεις απαγόρευσης, περιορισμών και διάλυσης των δημόσιων υπαίθριων συναθροίσεων, στο τρίτο κεφάλαιο περιγράφονται οι διαδικαστικές εγγυήσεις και στο τέταρτο κεφάλαιο προσδιορίζονται οι ποινικές και αστικές κυρώσεις. Τέλος, με το δεύτερο μέρος του άνω νόμου, ρυθμίζονται ζητήματα αρμοδιότητας της γενικής γραμματείας δημόσιας τάξης. Σκοπός του νόμου η διασφάλιση της άσκησης του δικαιώματος του συνέρχεσθαι δημοσίως σε υπαίθριο χώρο, σύμφωνα με το άρθρο 11 του Συντάγματος και το άρθρο 11 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), κατά τρόπον ώστε να μην εκτίθεται σε σοβαρό κίνδυνο η δημόσια ασφάλεια και να μην διαταράσσεται υπέρμετρα η κοινωνικοοικονομική ζωή ορισμένης περιοχής. Επισημαίνεται ότι στο άρθρο 13 του νόμου προβλέπεται ότι: «Όσοι αλλοιώνουν ή επιχειρούν να αλλοιώσουν με βιαιοπραγίες τον ειρηνικό χαρακτήρα δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών.»

4.2. Ο οργανωτής δημόσιας υπαίθριας συνάθροισης ευθύνεται για την αποζημίωση όσων υπέστησαν βλάβη της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας και της ιδιοκτησίας από τους συμμετέχοντες στη δημόσια υπαίθρια συνάθροιση. Από την ευθύνη αυτή απαλλάσσεται, εάν είχε γνωστοποιήσει εγκαίρως τη διεξαγωγή της συνάθροισης και αποδεικνύει ότι έχει τηρήσει τις υποχρεώσεις του, όπως αυτές αναφέρονται περιοριστικά στις περ. α', β' και γ' του άρθρου 4».

Η διάταξη αυτή θα κριθεί αν είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα και την ΕΔΔΑ, αφού δημιουργεί θέμα αντικειμενικής ποινικής και αστικής ευθύνης στον οργανωτή[10]. Το ζήτημα έχει αντιμετωπίσει το ΕΔΔΑ στην υπόθεση EZELIN c. FRANCE (Requête no11800/85)[11]. Η υπόθεση αφορούσε την επιβολή πειθαρχικής ποινής στον προσφεύγοντα, ο οποίος ήταν τότε αντιπρόεδρος του Συνδικάτου δικηγόρων της Γουαδελούπης, για τη συμμετοχή του σε διαδήλωση - κατά τη διάρκεια της οποίας διατυπώθηκαν προσβλητικά σχόλια - που είχε διοργανωθεί από κινήματα για την ανεξαρτησία της Γουαδελούπης και συνδικαλιστικές οργανώσεις στην Basse-Terre (ως διαμαρτυρία κατά δύο δικαστικών αποφάσεων που επέβαλλαν ποινές φυλάκισης και πρόστιμα σε τρεις ακτιβιστές, για καταστροφές σε δημόσια κτίρια), και την άρνησή του να καταθέσει ως μάρτυρας ενώπιον του ανακριτή.Παραβίαση του Άρθρου 11 κατά το ΕΣΔΑ: Παρόλο που η ποινή είχε κατά βάση ηθικό χαρακτήρα, το Δικαστήριο θεώρησε ότι «η ελευθερία συμμετοχής σε ειρηνική συνάθροιση – εν προκειμένω σε διαδήλωση που δεν είχε απαγορευθεί - είναι τόσο σημαντική που δεν μπορεί να περιορισθεί με κανένα τρόπο, ακόμη και για ένα δικηγόρο, στο μέτρο που το εν λόγω πρόσωπο δεν διαπράττει το ίδιο μεμπτές πράξεις υπό αυτή την περίσταση».

5.- Η ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ( Θανάσιμος τραυματισμός από αστυνομικούς)

 To δικαίωμα στη ζωή σε επίπεδο διεθνούς δικαίου, προστατεύεται με το άρθρο 2 § 1 της κυρωθείσης με το ν.δ. 53/1974 (Α 256) Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), σύμφωνα με το οποίο «το δικαίωμα εκάστου προσώπου εις την ζωήν προστατεύεται υπό του νόμου», με το άρθρο 6 § 1 του κυρωθέντος με το ν. 2462/1997 (Α 25) Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, του Προαιρετικού Πρωτοκόλλου στο Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και του Δευτέρου Προαιρετικού Πρωτοκόλλου στο Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα σχετικού με την κατάργηση της ποινής του θανάτου, σύμφωνα με το οποίο «Το δικαίωμα στη ζωή είναι εγγενές στον άνθρωπο. Το δικαίωμα αυτό πρέπει να προστατεύεται από το νόμο».

5.1.- Στην απόφαση 320/2022 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών που αφορά την υπόθεση αποζημίωσης της οικογένειας του άτυχου 11χρονου Μ Σ που έχασε τη ζωή του από αδέσποτη σφαίρα, ενώ βρισκόταν στο προαύλιο του σχολείου στις 8 Ιουνίου του 2017, κρίθηκε ότι η παράλειψη μέτρων προστασίας από τα αστυνομικά όργανα και λήψης προληπτικών μέτρων για τον έλεγχο της εγκληματικότητάς στοιχειοθετεί, εν προκειμένω, ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου, κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ βλ. σκ. 10. «… Επειδή, με δεδομένα τα ανωτέρω εκτεθέντα, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη ότι το ένδικο τραγικό συμβάν συνέβη κατά τη διάρκεια σχολικής εκδήλωσης στο 6ο Δημοτικό σχολείο, το οποίο βρίσκεται σε περιοχή αυξημένης επικινδυνότητας, γεγονός που δεν αμφισβητείται από το εκκαλούν, αφού γειτνιάζει με τις δυο χαρτογραφημένες ως πλέον επικίνδυνες περιοχές του Δήμου Αχαρνών, η εγκληματικότητα των οποίων μάλιστα εκφεύγει των ορίων τους (βλ. σχετικώς την αναφερόμενη στη Δ.Ε. Αχαρνών περιγραφή της κατάστασης, στα προαναφερθέντα επιχειρησιακά σχέδια της αστυνομίας), κρίνει ότι το εναγόμενο παρέλειψε να λάβει, δια των αστυνομικών οργάνων του, τα προσήκοντα αποτελεσματικά μέτρα προστασίας της περιοχής, όπου βρισκόταν το σχολικό συγκρότημα. Ειδικότερα, τα αστυνομικά όργανα παρέλειψαν ή σε κάθε περίπτωση, δεν εφάρμοσαν ορθά και αποτελεσματικά, τα προληπτικά μέτρα για τον έλεγχο της εγκληματικότητας της περιοχής, που είχαν εκπονηθεί με τους ανωτέρω Επιχειρησιακούς Σχεδιασμούς με σκοπό να αποθαρρύνουν την εκδήλωση εγκληματικών ενεργειών, μεταξύ των οποίων και την παράνομη και άσκοπη χρήση όπλων. Ήτοι, να διαθέσουν ικανό αριθμό αστυνομικών μονάδων κατάλληλα εκπαιδευμένων σε ενισχυμένες εποχούμενες και πεζές περιπολίες καθόλη τη διάρκεια του 24ώρου, με εντατικοποίηση κατά τη διάρκεια των νυχτερινών ωρών, και ειδικότερα πλησίον σχολικών μονάδων, ενόψει και του γεγονότος ότι υπήρχαν ήδη σχετικά εγκληματικά περιστατικά από αδέσποτες βολίδες, ώστε να είναι πρόσφορα και ικανά να αποτρέψουν ένα ακόμα εγκληματικό περιστατικό. Τα μέτρα που λήφθηκαν, κατά του ισχυρισμούς του εκκαλούντος, αποδείχθηκαν ανεπαρκή. Περαιτέρω, η ανωτέρω παράλειψη εντός και περιμετρικά των Τομέων αυξημένης εγκληματικότητας Α΄ και Β΄, συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο συμβάν, καθόσον η αστυνόμευση και φύλαξη της περιοχής θα ήταν ικανή και πρόσφορη, κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας και τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να αποθαρρύνει την εκδήλωση εγκληματικών ενεργειών, μεταξύ των οποίων και την παράνομη και άσκοπη χρήση όπλων, πλησίον των σχολείων της επίμαχης περιοχής, και επομένως να αποτρέψει το ένδικο τραγικό συμβάν. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος Δημοσίου, ότι δεν συντρέχει η παρανομία την οποία δέχθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, καθόσον τα αστυνομικά όργανα, έλαβαν στο πλαίσιο της διακριτικής τους ευχέρειας, τα ενδεδειγμένα, κατά την κρίση τους, μέτρα προς αντιμετώπιση των εγκληματικών περιστατικών της περιοχής, χωρίς να αποδεικνύεται ότι έκαναν κακή χρήσης της ευχέρειας αυτής, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, η αναγκαιότητα λήψης αστυνομικών μέτρων πρόσφορων και αποτελεσματικών για την προστασία της περιοχής αυτής και ειδικά των σχολικών συγκροτημάτων, που, όπως είναι κοινώς γνωστό, αποτελούν χώρο συγκέντρωσης ατόμων με παραβατική συμπεριφορά (όπως διάθεση ναρκωτικών ουσιών, επίλυση θεμάτων «αντίπαλων ομάδων»), ενόψει της ύπαρξης παρόμοιων βίαιων περιστατικών στο πρόσφατο παρελθόν, της ανθεκτικότητας που παρουσίαζε η εγκληματικότητα τα τελευταία χρόνια παρά τα εκπονηθέντα επιχειρησιακά μέτρα, αλλά και το φαινόμενο της ευρείας κατοχής και χρήσης όπλων στην περιοχή, είναι προφανής, καθιστώντας παράνομη την παράλειψη λήψης αυτών, ως τελούμενη καθ’ υπέρβαση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στην αστυνομία προς επιλογή των εκάστοτε ενδεικνυόμενων μέτρων αστυνόμευσης. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί περί έλλειψης αιτιώδους συνδέσμου, ανωτέρας βίας, μεσολάβησης αναπότρεπτης ενέργειας τρίτου και θεμελίωσης ευθύνης εκ του αποτελέσματος τυγχάνουν ομοίως απορριπτέοι, ενόψει όλων των ανωτέρω. Εξάλλου, και τα λοιπά περιστατικά εγκληματικότητας, αποδεικνύουν έλλειψη κατάλληλου σχεδιασμού και πλημμελή άσκηση των καθηκόντων των οργάνων της Ελληνικής Αστυνομίας και όχι τη συνδρομή τυχαίου γεγονότος ή γεγονότος που οφείλεται σε ανώτερη βία. Η πλημμελής αυτή άσκηση των καθηκόντων των αστυνομικών οργάνων οδήγησε ευθέως και αμέσως στο ένδικο γεγονός και συνεπώς τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς το τραγικό συμβάν. Συνεπώς, ενόψει όλων των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι στοιχειοθετείται, εν προκειμένω, ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου, κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, όπως ορθά, αν και με άλλη αιτιολογία, έκρινε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση, απορριπτόμενων ως αβάσιμων, όλων των περί του αντιθέτου λόγων του εκκαλούντος …».

Θεωρούμε άξιο επισήμανσης, ότι στο πλαίσιο της «υπερασπιστικής του γραμμής» το ΝΣΚ[12] ισχυρίστηκε ότι η αγωγή πρέπει να απορριφθεί μεταξύ άλλων γιατί «εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δε στάθμισε: 1) ότι ο θανάσιμος τραυματισμός του ΜΣ δεν προκλήθηκε από ενέργεια οργάνου του ελληνικού Δημοσίου 2) το γεγονός ότι δεν έλαβαν εν προκειμένω χώρα παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των αστυνομικών οργάνων 3) ο σκοπός της χρηματικής ικανοποίησης είναι ηθική παρηγοριά και η ψυχική ανακούφιση και όχι η αποζημίωση του παθόντος και πολύ περισσότερο ο πλουτισμός του και 4) την παγκοσμίως γνωστή δριμεία δημοσιονομική κρίση της χώρας που διαμορφώνει το γενικότερο οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον και η οποία επιδρά αναπόφευκτα στο ποσό που κατ’ εύλογη κρίση απαιτείται για την ηθική παρηγοριά και ψυχική άνω ανακούφιση του ζημιωθέντος προσώπου, αφού το πρόσωπο αυτό εντάσσεται στο συγκεκριμένο ως άνω περιβάλλον».

5.2 Στις αποφάσεις ΤρΔΕφΑθηνών 3527-3528/ 2020 που αφορά επιδίκαση αποζημιώσεως από θανάσιμο τραυματισμό αμέτοχου πολίτη που επήλθε από πυροβολισμούς αστυνομικού οργάνου κατά τη διάρκεια συμπλοκής κρίθηκε ότι προήλθε από αποκλειστική υπαιτιότητα του αστυνομικού οργάνου το ζημιογόνο γεγονός και ότι υφίσταται ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου[13] λόγω παράνομης πράξης του αστυνομικού οργάνου «(ανταπόδοση πυροβολισμών)» «…διότι θα μπορούσε να αποτραπεί, αν ο αστυνομικός επεδείκνυε επιμέλεια και σύνεση…» «…ανεξαρτήτως του αν τα αστυνομικά όργανα ενήργησαν, προκειμένου να αντιμετωπίσουν την προβαλλόμενη από μέρους των κακοποιών αντίσταση, μέσα στα όρια της νόμιμης διοικητικής δράσης τους, δηλαδή της διαφύλαξης της κοινωνικής γαλήνης και της προστασίας των πολιτών, εν προκειμένω έλαβε χώρα παράνομη πράξη του προαναφερομένου αστυνομικού οργάνου, η οποία είχε ως αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό του και, ως εκ τούτου, στοιχειοθετείται ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου, κατ' άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ».

Με την απόφαση ΤρΔΠρΠειρ 1031/2009 έγινε δεκτή εν μέρει αγωγή αστυνομικού της ΕΛ.ΑΣ. και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να του καταβάλει, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, ως χρηματική ικανοποίηση κατ’ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, το ποσό των ** για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη εξαιτίας τραυματισμού του, ο οποίος επήλθε από παράνομες πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου που έλαβαν χώρα κατά την αστυνομική επιχείρηση καταδίωξης. Εν προκειμένω κρίθηκε ότι «…αποτελούσε παραβίαση του γενικότερου υπηρεσιακού καθήκοντος των αστυνομικών οργάνων να διαφυλάττουν, κατά την εκτέλεση της ανατιθέμενης υπηρεσίας τους, τα υπέρτερης αξίας συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας των πολιτών και των λοιπών αστυνομικών οργάνων.».

5.3.- Στην απόφαση 2951/2020 του ΣτΕ κρίθηκε ότι «…το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα, δηλαδή ο θανάσιμος τραυματισμός του Κ Β, συνδέεται αιτιωδώς με τις ως άνω παράνομες παραλείψεις των ανωτέρω οργάνων του Δημοσίου, οι οποίες γεννούν ευθύνη του προς αποζημίωση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ …». Σαν παράνομες παραλείψεις δέχθηκε τα εξής: «α) O αναπληρωτής Διοικητής του Τ.Μ.Δ. ** παρόλο που είχε ενημερωθεί για την επικινδυνότητα του κρατούμενου ** από τους αρμόδιους υπαλλήλους των Φυλακών Κέρκυρας, καθόσον στην εξωτερική πλευρά του φακέλου που τον συνόδευε είχε αναγραφεί η ένδειξη «προσοχή λίαν επικίνδυνος – ύποπτος απόδρασης» με τη λέξη «λίαν» να έχει συμπληρωθεί χειρόγραφα από τον αρμόδιο υπάλληλο (γραμματέα) των Φυλακών Κέρκυρας και να έχει υπογραμμισθεί δύο φορές από τον ίδιο, δεν ενήργησε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 23 και 144 § 9 και 10 του π.δ. 141/1991, δηλαδή δεν έλαβε τα ανάλογα με τον απειλούμενο κίνδυνο μέτρα και συγκεκριμένα δεν διέθεσε δύο συνοδούς αστυνομικούς για τη μεταγωγή των ανωτέρω κρατουμένων, δεν εφοδίασε τον αρχιφύλακα ΚΒ με αλεξίσφαιρο γιλέκο, ούτε έλαβε πρόσθετα μέτρα λόγω της επικινδυνότητας του κρατούμενου **, όπως π.χ. να εφοδιάσει τους συνοδούς με πρόσθετο οπλισμό και β) ο ανθυπαστυνόμος, ο οποίος στις 30.12.2005 εκτελούσε χρέη αξιωματικού υπηρεσίας στο Τ.Μ.Δ. **, δεν επιβεβαίωσε, όπως όφειλε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 60 § 3 του π.δ. 141/1991, ότι ο αριθμός των συνοδών ήταν κανονικός, δηλαδή ο προβλεπόμενος από τον νόμο, δεδομένης της επικινδυνότητας του κρατούμενου **, καθώς και το αν είχαν ληφθεί όλα τα απαιτούμενα για τη συγκεκριμένη περίπτωση πρόσθετα μέτρα ασφαλείας, ούτε έλαβε οποιοδήποτε μέτρο για την πρόληψη της αποδράσεως των μεταγομένων».

Στην με αριθ. 948/2020 Απόφαση του ΣτΕ κρίθηκε ότι ο τραυματισμός του αστυνομικού οφειλόταν σε παραλείψεις του Διοικητή Ι Λ κατά τον σχεδιασμό της επιχείρησης, οι οποίες τελούσαν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την επελθούσα ζημία.

IV.Επίλογος

 

1.-Σύμφωνα με την έννοια του άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, ευθύνη προς αποζημίωση[14] γεννάται όχι μόνο από την έκδοση μη νόμιμης εκτελεστής διοικητικής πράξεως ή από τη μη νόμιμη παράλειψη εκδόσεως εκτελεστής διοικητικής πράξεως, αλλά και από υλικές ενέργειες των οργάνων των δημοσίων υπηρεσιών, στις περιπτώσεις βεβαίως που οι υλικές αυτές ενέργειες απορρέουν από την οργάνωση και λειτουργία των υπηρεσιών αυτών, όχι δε και όταν συνάπτονται με την ιδιωτική διαχείριση του Δημοσίου ή οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου, που ενήργησε έξω από τον κύκλο των υπηρεσιακών καθηκόντων του (βλ.ΣτΕ 842/98, 3045/92 Ολ 2172/2000, 2774/99, 3308/96). Ευθύνη του Δημοσίου συντρέχει, τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, όχι μόνον όταν διά σχετικής πράξεως ή παραλείψεως οργάνου της Διοικήσεως παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου αλλά και όταν παραλείπονται τα εκ της κειμένης εν γένει νομοθεσίας και κανονισμών αλλά και τα κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστεως προσιδιάζοντα σε συγκεκριμένη υπηρεσία ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις (πρβλ. ΣτΕ 4776, 347/97). Απαραίτητη, πάντως, προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημίωσης είναι, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας ή παράλειψης υλικής ενέργειας του δημοσίου οργάνου και της ζημίας που επήλθε. Αιτιώδης δε σύνδεσμος υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια ή παράλειψη αυτής εκ μέρους του οργάνου του Δημοσίου είναι επαρκώς ικανή (πρόσφορη) και μπορεί αντικειμενικά κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού να επιφέρει την ζημία που επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΣτΕ 4410/ 2015, 2271/2013 7μ, 877/2013 7μ, 473/2011, 322/ 2009 7μ, 1002/2008, 334/2008 7μ, πρβλ. ΑΠ 425/ 2006, 394/2002).

2.- Ως όργανο του Κράτους θεωρείται  η Ελληνική Αστυνομία(Βλ ΣτΕ 1970/2021), αποστολή της   οποίας είναι η εξασφάλιση της απρόσκοπτης κοινωνικής διαβίωσης των πολιτών, καθώς και η προστασία των ατομικών ελευθεριών του πολίτη (βλ .ΣτΕ 1590/2010, 3919/2001), και το Πυροσβεστικό σώμα (βλ ΣτΕ 2876/2020).

3.-H νομολογία που προαναφέρθηκε δέχθηκε την ευθύνη αποζημιώσεως από ζημιογόνο δράση των οργάνων του της δημοσίας τάξεως και ασφαλείας, ευθύνη όμως  κρίθηκε ότι γεννάται όχι μόνο με πράξη ή παράλειψη οργάνου όταν παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου, αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις (βλ.ΣτΕ 347, 5776/1997, 3102/1999). που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης.

(βλ.ΣτΕ424/2012,4133/2011,2796/200640,1019/2008,2741/2007) Υπέρβαση των άκρων ορίων της διακριτικής ευχέρειας συντρέχει αν τα αστυνομικά όργανα, καθ’ ον χρόνο επιχειρούν προς εκπλήρωση της εκ του νόμου υποχρέωσής τους, λαμβάνουν μεν μέτρα για να προστατεύσουν την ιδιωτική περιουσία, τα μέτρα όμως αυτά δεν είναι τα αναγκαία και πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού (βλ. Σ.τ.Ε. 1672/2021, 1677/2008, 322/2009 7μελούς, 1590/2010)

 

 

 

 

 



[1]Βλ. Απόφαση ΕΔΔΑ : « Υπόθεση Μακαρατζής κατά Ελλάδας (προσφυγή αριθ. 50385/99, απόφαση της 20ης Δεκεμβρίου 2004)».Υπόθεση (Rahimi κατά Ελλάδας, αριθ. προσφυγής 8687/08, απόφαση της 5ης Απριλίου 2011). Υπόθεση Σιδηρόπουλος και Παπακώστας κατά Ελλάδας (προσφυγή αριθ. 33349/10, απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2018)

[2] Αντώνης Μανιτάκης «Η ζωή ως Πάθος συνταγματικό» σε https://www.constitutionalism.gr/2020-04-16-manitakis-zoi-syntagmatiko-pathos/

[3]. Το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, με την με αριθμό 2953/2015 απόφασή του, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση (Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών 17419/ 2014) και επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν, στους συγγενείς του  αστυνομικού διευθυντή Γ.Β, υπασπιστή του πρώην υπουργού Δημόσιας Τάξης , από τον θάνατό του, όταν ανοίγοντας μια παγιδευμένη επιστολή εξερράγη, με αποτέλεσμα να βρει τραγικό θάνατο. Κρίθηκε ότι υπάρχει «παράλειψη οφειλόμενης υλικής ενέργειας των αρμοδίων ελεγκτικών οργάνων, η οποία συνδέεται αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα του θανάτου».

[4]. Βλ την ΣτΕ 1438/2021. Βλάβη της υγείας από τραυματισμό σε τροχαίο ατύχημα, οφειλόμενο, , σε παράνομες πράξεις και παραλείψεις οργάνων του  Δήμου και, ειδικώτερα, σε παράλειψη τοποθετήσεως προστατευτικών μέσων σε γέφυρα και καταλλήλου σημάνσεως οδού.

[5] Έχει κριθεί ότι υφίσταται αστική ευθύνη Δήμου για θανάσιμο τραυματισμό από πτώση κλαδιών δέντρου και χρηματική ικανοποίηση συγγενών του θανόντος (ΤρΔΕφΘεσσ204/2021).

[6] Με την υπ’ αριθμόν 6816/2021 απόφαση του το Διοικητικό Πρωτοδικείο της Αθήνας έκρινε, πως τόσο η Περιφέρεια Αττικής όσο και η Γενική Γραμματεία Πολιτικής Προστασίας αλλά και η Ελληνική Αστυνομία φέρουν ευθύνες για τον θάνατο του 29χρονου και θα πρέπει να αποζημιώσουν την οικογένεια του για ψυχική οδύνη, αφού ο θάνατος του 29χρονου ήταν «απρόσμενα τραγικός», ενώ «τα συντρέχοντα περιστατικά του ατυχήματος ήταν ιδιαίτερα ψυχοφθόρα για τους ενάγοντες (την οικογένειά του)». Στην ίδια απόφαση γίνεται λόγος και για σοβαρές παραλείψεις της Ελληνικής Αστυνομίας.

[7] Προστασία από το άρθρο 17 Σ.

[8]. Με την 322/2009 Απόφαση του ΣτΕ έκρινε το ζήτημα του δικαιώματος αποζημιώσεως από το δημόσιο, απαχθέντος επιχειρηματία για την απελευθέρωση του οποίου κατελήφθησαν λύτρα.

 

[9]. Βλ. και α) π.δ. 73/2020, Ρύθμιση δημοσίων υπαιθρίων συναθροίσεων.

β) π.δ. 75/2020, Χρήση συστημάτων επιτήρησης με τη λήψη ή καταγραφή ήχου ή εικόνας σε δημόσιους χώρους.

 

[10]. Ανακοίνωση της Συντονιστικής Επιτροπής της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος για το σχέδιο νόμου για τις «Δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις» 8.7.2020.

[11] Βλ Δήλωση της Διεθνούς Αμνηστίας 9εφημερία ΤΑ ΝΕΑ 9.7.2020: «…Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων διαπίστωσε ότι οι κυρώσεις που επιβάλλονται σε έναν/μία διοργανωτή/ρια είναι παράνομες όταν το κράτος δεν είναι σε θέση να αποδείξει την ευθύνη ενός ατόμου για τα εγκλήματα για τα οποία κατηγορείται. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι κυρώσεις εναντίον των διοργανωτών/ριών δεν μπορούν να επιβληθούν «αρκεί ο/η ενδιαφερόμενος/η να μη διαπράξει ο/η ίδιος/α οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη σε μια τέτοια περίσταση…»

[12]. Η Δικαιοσύνη αποτελεί διαρκή και επιτακτική ανθρώπινη ανάγκη. Δεν απορρέει αποκλειστικά από τη Νομική Επιστήμη και τους κανόνες του Δικαίου, ούτε αφορά μόνον την τήρηση των νόμων και την επιβολή κυρώσεων στους παραβάτες. Η Δικαιοσύνη ως ανώτερη έννοια εκπηγάζει από δύο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τα οποία πρέπει να διακρίνουν και τους φορείς της: την ηθική και τη συνείδηση. Καμία έννοια δικαιοσύνης δεν μπορεί να σταθεί, εάν δεν την υπαγορεύει το μέτρο της αγάπης προς τον συνάνθρωπο και ειδικά σε ένα 11 χρόνο  παιδί που σκοτώθηκε στο προαύλιο του σχολείου του. «Το Κράτος δεν έχει καρδιά» Πώς αλλιώς να χαρακτηρίσω τους  παραπάνω ισχυρισμούς που συντάραξαν την Ελληνική κοινωνία και οδήγησαν  

 

[13]. Αξίζει να επισημάνουμε ότι όπως αναφέρει η Απόφαση «… το Ελλ. Δημόσιο, με την έκθεση των επί της αγωγής απόψεων και με το υπόμνημα που κατέθεσε, αρνήθηκε την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των ενεργειών των αστυνομικών οργάνων και του θανάτου του ..., υποστήριξε ότι ο θάνατός του οφειλόταν σε συνυπαιτιότητά του κατά ποσοστό 95%»!!!

 

[14] Βλ αναλυτικά Αντώνη Αργυρού. «Αστική ευθύνη του Δημοσίου και το δικαίωμα αποζημίωσης (έκδοση της «Νομική Βιβλιοθήκη») 2021



Υπέρβαση εύλογης διάρκεια δίκης,ΣτΕ 610/2022,ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ

 



Υπέρβαση εύλογης διάρκεια δίκης,ΣτΕ 610/2022,ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ 

Αριθμός 610/2022

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Ε΄ (ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ)

 

Προεδρεύουσα: Μ.-Ε. Παπαδημήτρη, Πάρεδρος του ΣτΕ


Υπέρβαση εύλογης διάρκεια δίκης. Οικοδομική άδεια. Η όλη διαδικασία ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας διήρκεσε εννέα (9) έτη, έντεκα (11) μήνες και είκοσι έξι (26) ημέρες. Εν προκειμένου δεν προκύπτει ότι ο αιτών ή η Διοίκηση συνέβαλαν με τη συμπεριφορά τους στην καθυστέρηση εκδικάσεως της υπόθεσης, δεδομένου ότι οι αναβολές συζήτησης της υπόθεσης, εκτός από δύο, δόθηκαν από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Όμως, προκύπτει ότι το πραγματικό της υπόθεσης παρουσίαζε ιδιαιτερότητες, κατέστη δε περίπλοκο μετά την δημοσίευση της προσβληθείσας με έφεση απόφασης 2389/2009 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την έκδοση της απόφασης αναδάσωσης της 25ης.1.2010 του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, εξαιτίας της οποίας δημιουργήθηκαν αμφιβολίες ως προς την ακριβή θέση και το καθεστώς της επίμαχης εκτάσεως και συνακόλουθα ως προς τη νομιμότητα της προσβληθείσας με αίτηση ακυρώσεως ανακλητικής πράξεως της οικοδομικής άδειας. Τούτο οδήγησε στην έκδοση αναβλητικής απόφασης, μετά από δύο διασκέψεις, προκειμένου να δοθούν διευκρινίσεις και στοιχεία, ως προς την ακριβή θέση της επίμαχης ιδιοκτησίας και τη σχέση αυτής με τις αναδασώσεις που κηρύχθηκαν με τις αποφάσεις του 1982 και του 2010. Οι ισχυρισμοί περί αδυναμίας ολοκληρώσεως της κατοικίας και αξιοποιήσεως αυτής πρέπει να απορριφθούν, καθ’ ο μέρος συνδέονται με την πρόοδο της δίκης επί της ασκηθείσας αγωγής αποζημίωσης ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου. Εξάλλου η αδυναμία αποπεράτωσης και αξιοποίησης της κατοικίας δε συνδέεται αιτιωδώς με την καθυστέρηση εκδίκασης της υπόθεσης από το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο εξέδωσε απορριπτική επί της εφέσεως απόφαση, αλλά με την ανάκληση της οικοδομικής άδειας για λόγους νομιμότητας, η οποία, πάντως, κρίθηκε νόμιμη σε πρώτο βαθμό από το Διοικητικό Εφετείο. Η επίδικη καθυστέρηση εκδίκασης της υπόθεσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας προκάλεσε ηθική βλάβη στον αιτούντα, για την αποκατάσταση της οποίας παρίσταται δικαιολογημένη η επιδίκαση σε αυτόν εύλογου χρηματικού ποσού ως δίκαιη ικανοποίησή του (αρ. 53 έως 58 του ν. 4055/2012, αρ. 18 του ν. 4684/2020, αρ. 3 του ΚΔΔ, αρ. 6 παρ. 1 και 13 της ΕΣΔΑ).

(…) Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση ο αιτών ζητεί να επιδικασθεί σε αυτόν το ποσό των 20.000 ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 53 έως 58 του ν. 4055/2012 (Α΄51), ως δίκαιη ικανοποίηση, για την ηθική βλάβη που υπέστη από την καθυστέρηση εκδίκασης της υπόθεσής του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1140/2020 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, καθώς και να του καταβληθεί οποιοσδήποτε φόρος επιβάλλεται στο ποσό της δίκαιης ικανοποίησης. Με την ανωτέρω απόφαση, όπως εκτίθεται αναλυτικά κατωτέρω, απορρίφθηκε η από 3.6.2010 έφεση του αιτούντος κατά της υπ’ αριθμ. 2389/2009 απορριπτικής απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών επί αιτήσεως ακυρώσεως του αιτούντος κατά ανάκλησης οικοδομικής άδειας στην περιοχή του Αγίου Στεφάνου Αττικής.

Επειδή, η κρινόμενη αίτηση κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 9.12.2020, μετά τη συμπλήρωση της προβλεπόμενης στο άρθρο 4055/2012 εξάμηνης προθεσμίας, η οποία άρχισε από την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης 1140/2020 του Συμβουλίου της Επικρατείας (ημερομηνία δημοσίευσης 3.6.2020), δηλαδή από 4.6.2020 και συμπληρώθηκε στις 4.12.2020 (ημέρα Παρασκευή). Όμως, η κρινόμενη αίτηση είναι εμπρόθεσμη, ενόψει της αναστολής της προθεσμίας κατά το διάστημα των δικαστικών διακοπών, από 16.7.2020 έως 31.8.2020 [βλ. άρθρο 18 του ν. 4684/2020 (Α΄86)] και της αναστολής των προθεσμιών για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων για το διάστημα από 7.11 2020 έως 14.12.2020, δυνάμει των κοινών υπουργικών αποφάσεων Δ1α/Γ.Π.οικ. 71342/6.11.2020 (Β 4899), Δ1α/Γ.Π.οικ. 76629/27.11.2020 (Β΄5255), Δ1α/Γ.Π.οικ. 78363/5.12.2020 (Β΄5350), στο πλαίσιο της λήψης έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID -19. (ΣτΕ μον. 123/2022, 1/2022).

Επειδή, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που υπεγράφη στη Ρώμη στις 4.11.1950 και κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256), ορίζει, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 6 παρ. 1 ότι «παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως … εντός λογικής προθεσμίας υπό … δικαστηρίου … το οποίον θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως. …» και στο άρθρο 13 ότι «παν πρόσωπον του οποίου τα αναγνωριζόμενα εν τη … Συμβάσει δικαιώματα και ελευθερίαι παρεβιάσθησαν, έχει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον εθνικής αρχής, έστω και αν η παραβίασις διεπράχθη υπό προσώπων ενεργούντων εν τη εκτελέσει των δημοσίων καθηκόντων των». Με τις διατάξεις των άρθρων 53 έως 58 του ν. 4055/2012 (A΄ 51) θεσμοθετήθηκε ως νέο ένδικο βοήθημα η αίτηση για δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης, η οποία ασκείται ανά βαθμό δικαιοδοσίας και από κάθε διάδικο και στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών. Όπως προκύπτει και από τη σχετική αιτιολογική έκθεση, οι εν λόγω ρυθμίσεις θεσπίσθηκαν κατ’ επίκληση των άρθρων 6 παρ. 1 και 13 της ΕΣΔΑ, καθώς και σε συμμόρφωση προς την «απόφαση - πιλότο» («arrêt pilote») του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) Αθανασίου και λοιποί κατά Ελλάδας της 21.12.2010, με την οποία διαπιστώθηκε η ύπαρξη «συστημικού» προβλήματος στην ελληνική διοικητική δικαιοσύνη, λόγω του σημαντικού αριθμού παραβιάσεων των ως άνω άρθρων της ΕΣΔΑ και ιδίως του άρθρου 6 παρ. 1 αυτής, με την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης, κλήθηκε δε η Ελλάδα να υιοθετήσει αποτελεσματική προσφυγή ή συνδυασμό προσφυγών σε εθνικό επίπεδο για την αντιμετώπιση του προβλήματος σύμφωνα με τα κριτήρια της νομολογίας του ΕΔΔΑ. Αντικείμενο της αίτησης είναι η δίκαιη ικανοποίηση των διαδίκων με την επιδίκαση εύλογου χρηματικού ποσού για την αποκατάσταση της ηθικής, κατά κύριο λόγο, βλάβης που υπέστησαν από την προσβολή του δικαιώματός τους σε ταχεία απονομή της διοικητικής δικαιοσύνης. Περαιτέρω, στην παράγραφο 1 του άρθρου 57 του ν. 4055/2012 απαριθμούνται τα κριτήρια με βάση τα οποία εκτιμάται αν συντρέχει υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης· τα κριτήρια αυτά, τα οποία, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση, είναι αντίστοιχα με εκείνα που έχει διαπλάσει η νομολογία του ΕΔΔΑ, αφορούν τη συμπεριφορά των διαδίκων κατά την εξέλιξη της επίμαχης διαδικασίας, την πολυπλοκότητα της υπόθεσης (τόσο από δικονομική όσο και από ουσιαστική άποψη), τη στάση των αρμοδίων κρατικών αρχών και το διακύβευμα (δηλαδή τη σημασία) της υπόθεσης για τον συγκεκριμένο αιτούντα. Κατά τα οριζόμενα δε στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, η κρίση του δικαστηρίου περιλαμβάνει τρία (3) στάδια: Στο πρώτο στάδιο το δικαστήριο αποφαίνεται, με βάση τα προαναφερόμενα κριτήρια της παραγράφου 1, αν συντρέχει παραβίαση του δικαιώματος του αιτούντος σε ταχεία απονομή της δικαιοσύνης λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης. Σε καταφατική περίπτωση, το δικαστήριο –λαμβάνοντας υπόψη ότι η υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης αποτελεί ισχυρό, αν και μαχητό, τεκμήριο ότι προκλήθηκε ηθική βλάβη στον αιτούντα (βλ. αποφάσεις ΕΔΔΑ Keaney κατά Ιρλανδίας της 30.4.2020 σκ. 131, Marshall και λοιποί κατά Μάλτας της 11.2.2020 σκ. 83, Rutkowski και λοιποί κατά Πολωνίας της 7.7.2015 σκ. 182, Αθανασίου και λοιποί κατά Ελλάδας της 21.12.2010 σκ. 56, Apicella κατά Ιταλίας της 29.3.2006 σκ. 93, Scordino κατά Ιταλίας της 29.3.2006 σκ. 204, κ.ά.)– αποφαίνεται, σε δεύτερο στάδιο, αν πρέπει να καταβληθεί χρηματικό ποσό για τη δίκαιη ικανοποίηση του αιτούντος ή αν, αντιθέτως, μόνη η διαπίστωση της παραβίασης του ανωτέρω δικαιώματος σε ταχεία απονομή της δικαιοσύνης μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση και κατά την αιτιολογημένη σχετική κρίση του δικαστηρίου, να θεωρηθεί επαρκής ικανοποίηση (βλ. αποφάσεις ΕΔΔΑ Αναστασιάδης και λοιποί κατά Ελλάδας της 18.4.2013 σκ. 43, Φεργαδιώτη - Ριζάκη κατά Ελλάδας της 18.4.2013 σκ. 27, ΣτΕ μον. 1 -2 /2022, 735, 532, 271/2021 κ.ά.). Εάν, κατά το δεύτερο στάδιο, το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί χρηματικό ποσό για τη δίκαιη ικανοποίηση του αιτούντος, προβαίνει, στο τρίτο και τελευταίο στάδιο, κατά τα οριζόμενα στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 57 του ν. 4055/2012, αφενός μεν, στον καθορισμό του ύψους του εν λόγω ποσού, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τη χρονική περίοδο που υπερβαίνει τον εύλογο χρόνο για την εκδίκαση της υπόθεσης, καθώς και την ενδεχόμενη ικανοποίηση του αιτούντος από άλλα μέτρα προβλεπόμενα στην κείμενη νομοθεσία, αφετέρου δε, στην επιβολή στο Δημόσιο των εξόδων του αιτούντος [βλ. ΣτΕ μον. 2507, 2107, 735, 532, 421, 271/2021 κ.ά., πρβλ. και απόφαση ΕΔΔΑ επί του παραδεκτού –décision– Τεχνική Ολυμπιακή Α.Ε. κατά Ελλάδας της 1.10.2013, καθώς και απόφαση ΕΔΔΑ Ξυνός κατά Ελλάδας της 9.10.2014 αναφορικά με τις αντίστοιχου περιεχομένου διατάξεις των άρθρων 1 έως 7 του ν. 4239/2014 (Α΄ 43) για την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης στα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια και στο Ελεγκτικό Συνέδριο· εξ άλλου, με τη Résolution finale CM/ResDH(2015)230 της 9.12.2015 της Επιτροπής των Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης (άρθρ. 46 παρ. 2 ΕΣΔΑ) διαπιστώθηκε ότι η Ελλάδα συμμορφώθηκε προς τις υποχρεώσεις της σχετικά με την εκτέλεση της προαναφερθείσας «απόφασης - πιλότου» του ΕΔΔΑ Αθανασίου και λοιποί κατά Ελλάδας της 21.12.2010].

Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, με την άδεια οικοδομής 12…/28.12.2005 του Τμήματος Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών Καπανδριτίου της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Ανατολικής Αττικής επετράπη στον δικαιοπάροχο του αιτούντος, η ανέγερση δύο νέων τριώροφων κατοικιών με υπόγειο και στέγη επί της οδού…  στον Άγιο Στέφανο Αττικής, υπό την αντίληψη ότι το ακίνητο ενέπιπτε εντός των ορίων του προϋφιστάμενου του έτους 1923 οικισμού του Αγίου Στεφάνου, όπως αυτός είχε οριοθετηθεί με την απόφαση Υ.Π. 30…/29…/28.9.1976 του Αναπληρωτή Νομάρχη Αττικής (Δ …). Όμως, η απόφαση αυτή είχε κριθεί με σειρά αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας, μεταξύ των οποίων και με την απόφαση 264/2005, ότι στερείται κύρους, ως εκδοθείσα βάσει της ανίσχυρης απόφασης Ε 35…/6.12.1975 του Υπουργού Δημοσίων Έργων. Με την προαναφερθείσα απόφαση 264/2005 του Συμβουλίου της Επικρατείας ακυρώθηκε άλλη οικοδομική άδεια, εκδοθείσα υπό την αντίληψη της Πολεοδομίας ότι το ακίνητο, στο οποίο αφορούσε, ευρισκόταν εντός των ορίων του, προϋφιστάμενου του 1923, οικισμού Αγίου Στεφάνου, με την αιτιολογία ότι η πολεοδομική αρχή δεν προέβη στον αναγκαίο ειδικό συσχετισμό των υποβληθέντων στοιχείων για την έκδοση της άδειας προς τα όρια της περιοχής (επιφάνειας 550 στρεμμάτων) που είχε κηρυχθεί αναδασωτέα στη θέση «Μ…» της Κοινότητας Αγίου Στεφάνου με την απόφαση 8…/22.3.1982 απόφαση του Ναμάρχη Ανατολικής Αττικής. Η απόφαση 264/2005 του Συμβουλίου της Επικρατείας κατέληξε στην κρίση αυτή, αφού δέχθηκε ότι η αρμόδια πολεοδομική αρχή επί υποβολής άδειας ανέγερσης οικοδομής σε ακίνητο, το οποίο κατά τους υποβάλλοντες την αίτηση εμπίπτει εντός των ορίων οικισμού προϋφιστάμενου του 1923, (χωρίς να υφίσταται έγκυρος καθορισμός των ορίων, όπως με την προαναφερθείσα 30…/29…/28.9.-7.10.1976 απόφαση για τον Άγιο Στέφανο Αττικής), οφείλει να προβεί σε δική της έρευνα , αν το εν λόγω ακίνητο κείται ή μη εντός των ορίων τέτοιου οικισμού και να διατυπώσει περί του ζητήματος τούτου ίδιαν κρίση, πλήρως και ειδικώς αιτιολογημένη. Κατά την έρευνα δε του ζητήματος τούτου, όπως έγινε δεκτό με την απόφαση 264/2005, η πολεοδομική αρχή, δεν μπορεί να αγνοήσει τυχόν εκδοθείσα διοικητική πράξη, με την οποία ορισμένη έκταση, εμφανιζόμενη ως περιλαμβάνουσα και το ακίνητο στο οποίο αφορά η αίτηση χορήγησης οικοδομικής άδειας, κηρύσσεται αναδασωτέα ούτε εξάλλου μπορεί να χωρήσει σε παρεμπίπτοντα έλεγχο του κύρους της τελευταίας αυτής πράξεως. Σε περίπτωση διαπιστώσεως ότι το ακίνητο κείται εντός των ορίων της αναδασωτέας έκτασης, κρίθηκε ότι η Διοίκηση είναι υποχρεωμένη να απορρίψει την αίτηση χορήγησης οικοδομικής άδειας, ενόψει του ότι κατά τις κείμενες συνταγματικές και νομοθετικές διατάξεις απαγορεύεται η δόμηση αναδασωτέας περιοχής, ενώ, σε περίπτωση διαπιστώσεως ότι το ακίνητο, στο οποίο αφορά η αίτηση χορήγησης οικοδομικής άδειας κείται εκτός των ορίων της κηρυχθείσας ως αναδασωτέας περιοχής, έγινε δεκτό ότι η Διοίκηση οφείλει να αιτιολογήσει πλήρως και ειδικώς την σχετική πραγματική κρίση της, συσχετίζοντας τα υποβληθέντα για την έκδοση της οικοδομικής άδειας στοιχεία με τα όρια της αναδασωτέας περιοχής, όπως προσδιορίζεται στην πράξη κηρύξεως της αναδασώσεως και στα διαγράμματα που τη συνοδεύουν και να χωρήσει, περαιτέρω, στον έλεγχο του ζητήματος αν πληρούνται και οι λοιπές προϋποθέσεις για να θεωρηθεί ότι το ανωτέρω ακίνητο κείται εντός των ορίων οικισμού προϋφιστάμενου του 1923. Κατόπιν της κοινοποιήσεως της απόφασης 264/2005 του Συμβουλίου της Επικρατείας στο Τμήμα Πολεοδομίας Καπανδριτίου έγινε επανέλεγχος του φακέλου της οικοδομικής άδειας 12…/28.12.2005 του δικαιοπαρόχου του αιτούντος και διαπιστώθηκε ότι η επίμαχη έκταση βρίσκεται εντός της περιοχής που κηρύχθηκε αναδασωτέα με την υπ’ αριθμ. 8…/22.3.1982 απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής, καθώς επίσης και ότι για τον έλεγχο και τη χορήγηση της άδειας εκ παραδρομής θεωρήθηκαν όροι δόμησης στην ανωτέρω έκταση. Κατόπιν τούτου, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 98…/25.10.2006 πράξη της Προϊσταμένης του Τμήματος Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών Καπανδριτίου, με την οποία έγινε ανάκληση της οικοδομικής άδειας 12…/28.12.2005, με την αιτιολογία ότι, βάσει του υπ’ αριθμ. Υ/Σ 6…/25.10.2006 εγγράφου του Γραφείου Τοπογραφικών Σχεδίων και Εφαρμογών του Τμήματος Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών Καπανδριτίου της Ν.Α. Ανατολικής Αττικής, η ως άνω οικοδομική άδεια εκδόθηκε εκ παραδρομής σε περιοχή, η οποία, βάσει της απόφασης 8…/22.3.1982 έχει κηρυχθεί αναδασωτέα. Με την απόφαση 2389/2009 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών απορρίφθηκε αίτηση ακυρώσεως του ήδη αιτούντος, ειδικού διαδόχου του δικαιούχου της οικοδομικής άδειας στρεφόμενη κατά της ανακλητικής πράξης 98…/25.10.2006 και της θεωρηθείσας ως συμπροσβαλλόμενης, απόφασης 43…/29.1.2007 του Γενικού Γραμματέα Αττικής, με την οποία απορρίφθηκε προσφυγή του αιτούντος κατά της ανακλητικής πράξης. Κατά της ανωτέρω απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών ο αιτών άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε τελικώς με την οριστική απόφαση 1140/2020 του Ε΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, αφού προηγήθηκε η έκδοση της αναβλητικής απόφασης 2085/2018, με την οποία υποχρεώθηκε η Διοίκηση να δώσει διευκρινίσεις, οι οποίες κρίθηκαν αναγκαίες για την επίλυση της διαφοράς. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο τόσο της οριστικής απόφασης 1140/2020, όσο και της αναβλητικής απόφασης 2085/2018 του Συμβουλίου της Επικρατείας, μετά την έκδοση της απόφασης 2389/2009 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και πριν από την άσκηση έφεσης κατά αυτής από τον ήδη αιτούντα, εκδόθηκε η πράξη 2…/25.1.2010 του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής σχετικά με την κήρυξη ως αναδασωτέας έκτασης 4.917,252 στρεμμάτων εντός των διοικητικών ορίων Περιφέρειας των Δήμων Μαραθώνα, Αγίου Στεφάνου, Σταμάτας, Ροδόπολης, Δροσιάς, Νέας Μάκρης, Πικερμίου, Παλλήνης, Ανθούσας, Διονύσου, Κηφισιάς, Γέρακα, Νέας Πεντέλης, Πεντέλης του νομού Αττικής, η οποία κάηκε από την πυρκαγιά της 21 ης – 24 ης Αυγούστου 2009 (Δ΄…). Σύμφωνα με την απόφαση αυτή, στο περίγραμμα της πυρκαγιάς περιλαμβάνονταν επίσης και εκτάσεις εμβαδού 78.377, 593 στρεμμάτων για τις οποίες είχαν εκδοθεί αποφάσεις κήρυξης αναδάσωσης, μεταξύ των οποίων και η απόφαση 8…/22.3.1982 απόφαση του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής. Με την πράξη 2…/25.1.2010 του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής επανακηρύχθηκε ως αναδασωτέα η ανωτέρω έκταση 78.377,593 στρεμμάτων. Η έκδοση της νεώτερης αυτής πράξης αναδάσωσης προέκυψε από το έγγραφο 1190/23…/20.3.2017 του Δασαρχείου Πεντέλης προς το Δικαστήριο και τη Διεύθυνση Υπηρεσίας Δόμησης του Δήμου Διονύσου, όπως διευκρινίσθηκε και συμπληρώθηκε με έγγραφο ηλεκτρονικού ταχυδρομείου υπαλλήλου του αυτού Δασαρχείου. Κατ’ εκτίμηση των εγγράφων αυτών, το Δικαστήριο έκρινε με την αναβλητική απόφαση 2085/2018 ότι η έκταση του ΟΤ 306, εντός του οποίου βρίσκεται η οικοδομή του ήδη αιτούντος, περιλαμβάνεται μεν εντός των ορίων της απόφασης αναδάσωσης της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής 8…/1982, όχι, όμως, και εντός των ορίων της μεταγενέστερης αναδάσωσης που κηρύχθηκε με την ως άνω απόφαση 2…/25.1.2010, όπως αυτά αποτυπώνονται σε χάρτη που συνδημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ενώ για τις υπόλοιπες εκτάσεις εντός των ορίων του οικισμού Αγίου Στεφάνου, ισχύουν όσα αναφέρονται στην από 16.11.2009 εισηγητική έκθεση δασολόγων του εν λόγω Δασαρχείου και ότι, εν κατακλείδι, “οι επίδικες εκτάσεις δεν προτάθηκαν, ούτε κηρύχθηκαν αναδασωτέες”. Ενόψει των ανωτέρω εγγράφων του Δασαρχείου Πεντέλης προς το Δικαστήριο, σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω, από 16.11.2009 εισηγητική έκθεση, δημιουργήθηκε αμφιβολία στο Δικαστήριο, ως προς το αν η επίδικη έκταση, επί της οποίας κατασκευάσθηκε η οικοδομή του αιτούντος περιλαμβάνεται στην αναδάσωση που κηρύχθηκε με την μεταγενέστερη απόφαση 2…/25.1.2010 του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής και ειδικότερα στην επανακήρυξη της έκτασης των 78.377, 593 στρεμμάτων ως αναδασωτέας, ή αν, αντιθέτως , δεν εμπίπτει σε αυτήν, λόγω του ότι η Διοίκηση έκρινε επ’ ευκαιρία της επανακήρυξης παλαιότερων αναδασώσεων σε εκτάσεις που βρίσκονται στο περίγραμμα της πυρκαγιάς του Αυγούστου του 2009, ότι δεν πρέπει να περιληφθεί στη νεώτερη αναδάσωση το τμήμα του προϋφιστάμενου του 1923 οικισμού του Αγίου Στεφάνου που είχε κηρυχθεί αναδασωτέο με την παλαιότερη απόφαση 8…/1982 του Νομάρχη Ανατολικής Αττικής, η οποία δεν μπορεί μεν , ως ατομική διοικητική πράξη, να ελεγχθεί παρεμπιπτόντως, πλην, κατά το χρόνο άσκησης και εκδίκασης της έφεσης , όπως έγινε δεκτό με την αναβλητική απόφαση 2085/2018 του Συμβουλίου της Επικρατείας, είχε ανατραπεί εν μέρει αναδρομικώς, ως προς το επίδικο ακίνητο. Και τούτο διότι, η Διοίκηση διαπίστωσε ότι, στο παρελθόν με την πράξη 8…/1982 είχε μη νομίμως περιλάβει εντός των ορίων αναδασωτέας περιοχής, τμήμα οικισμού προϋφιστάμενου του έτους 1923, μη δυνάμενο να κηρυχθεί αναδασωτέο, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 6 ε του ν. 998/1979 και, για τον λόγο αυτό, όπως αναφέρεται στο προαναφερθέν έγγραφο του Δασαρχείου Πεντέλης προς το Δικαστήριο, “οι επίδικες εκτάσεις (ενν. του ήδη αιτούντος) δεν προτάθηκαν, ούτε κηρύχθηκαν αναδασωτέεες” με τη μεταγενέστερη αναδάσωση, ενώ, αντιθέτως, με τη νεώτερη πράξη του έτους 2010, επανακηρύχθηκε και επιβεβαιώθηκε η αναδάσωση άλλων εκτάσεων που περιλαμβάνονται εντός των ορίων της πράξης 8…/1982 και στο περίγραμμα της πυρκαγιάς της 21ης -24ης Αυγούστου 2009. Με τα δεδομένα αυτά κρίθηκε από το Συμβούλιο της Επικρατείας ότι είναι ενδεχόμενο το νεώτερο αυτό στοιχείο να κλονίσει αναδρομικώς την αιτιολογία της ανάκλησης της οικοδομικής άδειας που αμφισβητήθηκε με την αίτηση ακυρώσεως, ότι δηλαδή η οικοδομή του αιτούντος βρίσκεται εντός αναδασωτέας έκτασης. Κατόπιν τούτων, το Δικαστήριο, με την ως άνω, αναβλητική απόφαση, έκρινε ότι έπρεπε να αναβληθεί η έκδοση οριστικής απόφασης, προκειμένου εντός διμήνου από την κοινοποίηση της απόφασης αυτής: α) να εντοπισθεί από τη Διοίκηση η ιδιοκτησία του αιτούντος επί του σχεδιαγράμματος αμφοτέρων των αναδασώσεων (ετών 1982 και 2010), β) να αποσαφηνισθεί αν η επίμαχη έκταση εμπίπτει στα 78.377,59 στρέμματα για τα οποία εκδόθηκαν αποφάσεις αναδάσωσης, μεταξύ των οποίων και η υπ’ αριθμ. 8…/22.3.1982 απόφαση Νομάρχη Ανατολικής Αττικής, ή στην έκταση των 6.624,154 στρεμμάτων που αναφέρονται στην από 16.11.2009 εισηγητική έκθεση του Τμήματος Δασοπροστασίας του Δασαρχείου Πεντέλης και ειδικότερα στο τμήμα αυτής που αποτυπώνεται με κόκκινη γραμμή, με την οποία εμφανίζονται τα όρια οικισμών προϋφιστάμενων του 1923 στις περιοχές Αγίου Στεφάνου και Άνοιξης, όπως αυτά καθορίσθηκαν με τις 30628/…/1976 απόφαση του Νομάρχη Αττικής και γ) να διευκρινισθεί από τη Διοίκηση το καθεστώς της έκτασης του αιτούντος μετά την κήρυξη της αναδάσωσης του έτους 2010. Κατόπιν τούτων διατάχθηκε η κοινοποίηση της αναβλητικής απόφασης στους διαδίκους και ορίσθηκε νέα δικάσιμος ενώπιον του Ε΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας η 16η Ιανουαρίου 2019. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, μετά την κοινοποίηση στους διαδίκους της αναβλητικής απόφασης, απεστάλησαν προς το Δικαστήριο τα εξής έγγραφα: 1) το με αριθμ. πρωτ. 5340/10…/18/7.1.2019 του Δασαρχείου Πεντέλης, 2) τα με αριθμ. πρωτ. 1547/25…/12.3.2019, 1978/37…/ 10.4.2019 έγγραφα του ιδίου Δασαρχείου. Το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων συνεκτιμήθηκε από το Δικαστήριο, όπως προκύπτει από την οριστική επί της εφέσεως απόφαση 1140/2020, το οποίο δέχθηκε ότι, βάσει των εγγράφων αυτών, προκύπτει ότι η έκταση του Ο.Τ 306 εμπίπτει εξ ολοκλήρου εντός των ορίων της νομαρχιακής απόφασης 8…/1982, ότι έχει κηρυχθεί αναδασωτέα με αυτήν και ότι η έκταση αυτή δεν επλήγη από την πυρκαγιά της 21ης – 24ης Αυγούστου 2009, για την οποία εκδόθηκε η απόφαση 2…/2010 του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, αλλά είναι εκτός των ορίων αυτής και, ως εκ τούτου, δεν καταλαμβάνεται από τις ρυθμίσεις της νεώτερης αυτής απόφασης, η οποία, εξάλλου, δεν εμπεριέχει καθ’ οιονδήποτε τρόπο ανάκληση της νομαρχιακής απόφασης 8…/1982 ή άλλων προγενέστερων αποφάσεων αναδάσωσης. Εξάλλου, σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης 1140/2020 του Συμβουλίου της Επικρατείας, δεν προκύπτει από τα πιο πάνω έγγραφα ούτε αποδεικνύεται από άλλα στοιχεία του φακέλου ότι κάποιες από τις εκτάσεις που είχαν κηρυχθεί αναδασωτέες με την απόφαση 8…/1982 της Νομαρχίας Αττικής (στην οποία υπάγεται η ιδιοκτησία του αιτούντος) κάηκαν μεν εκ νέου κατά την πυρκαγιά της 21ης –24ης Αυγούστου 2009, αλλά, επειδή διαπιστώθηκε ότι περιλαμβάνονταν εντός των ορίων του οικισμού του Αγίου Στεφάνου, δεν επανακηρύχθηκαν αναδασωτέες με την απόφαση 244/25.1.2010 του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής. Με τα δεδομένα αυτά κρίθηκε ότι η πράξη αναδάσωσης 8…/1982 της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής, η οποία καταλαμβάνει και το Ο.Τ 306, ουδόλως επηρεάζεται από τις ρυθμίσεις της νεώτερης απόφασης 2…/25.1.2010 του Γενικού Γραμματέα Αττικής. Κατόπιν τούτων, το Δικαστήριο προχώρησε στην εξέταση των λοιπών λόγων εφέσεως, του οποίους απέρριψε, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της οριστικής απόφασης 1140/2020, κατ’ επίκληση της υφιστάμενης νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως προς τα τιθέμενα με τους λόγους αυτούς νομικά ζητήματα, αλλά και αφού έλαβε υπόψη το περιεχόμενο των προαναφερθέντων εγγράφων του Δασαρχείου Πεντέλης που εστάλησαν στο Δικαστήριο κατόπιν της αναβλητικής απόφασης 2085/2018, με τα οποία διευκρινίσθηκε ότι η επίδικη έκταση περιλαμβάνεται εξ ολοκλήρου εντός της κηρυχθείσας με την απόφαση 8…/1982, ως αναδασωτέας, έκτασης.

Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου (βλ. ιδίως το με αριθ. πρωτ Γ. 7…/21 έγγραφο του Ε΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας προς το Γραφείο Νομικού Συμβούλου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας), σε συνδυασμό με τα τηρούμενα στην ηλεκτρονική βάση του Δικαστηρίου στοιχεία, το δικόγραφο της έφεσης του αιτούντος κατατέθηκε στη γραμματεία του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών στις 8.6.2010 και περιήλθε στο Συμβούλιο της Επικρατείας στις 24.6.2010. Η συζήτηση της υπόθεσης προσδιορίσθηκε ενώπιον της πενταμελούς σύνθεσης του Ε΄ Τμήματος του Δικαστηρίου, αρχικώς για τη δικάσιμο στις 4.4.2012. Η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε διαδοχικά αυτεπαγγέλτως στις ακόλουθες δικασίμους: 12.12.2012, 22.5.2013, 15.1.2014, 28.5.2014, 10.12.2014, 6.5.2015, 14.10.2015, 10.2.2016. Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε εκ νέου λόγω της αποχής δικηγόρων για την δικάσιμο στις 25.5.2016, οπότε αναβλήθηκε για τον ίδιο λόγο, για την δικάσιμο στις 7.12.2016. Εν συνεχεία, συζήτηση αναβλήθηκε διαδοχικά, αυτεπαγγέλτως, για τη δικάσιμο στις 1.2.2017, στις 15.3.2017 και στις 22.3.2017, οπότε η υπόθεση συζητήθηκε. Στις 10.10.2018 δημοσιεύθηκε η 2085/2018 αναβλητική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατόπιν δύο διασκέψεων που έλαβαν χώρα στις 9 Μαΐου 2017 και στις 25 Απριλίου 2018. Με την απόφαση αυτή ορίσθηκε νέα δικάσιμος ενώπιον του Ε΄ Τμήματος του Δικαστηρίου η 16η Ιανουαρίου 2019, κατά την οποία η εκδίκαση αναβλήθηκε εκ νέου αυτεπαγγέλτως για τη δικάσιμο της 17ης Απριλίου 2019, οπότε και συζητήθηκε. Η διάσκεψη πραγματοποιήθηκε στις 24.4.2019, ενώ η 1140/2020 απόφαση επί της εφέσεως δημοσιεύθηκε στις 3.6.2020.

Επειδή, η χρονική περίοδος που πρέπει να ληφθεί υπόψη, προκειμένου να κριθεί αν συντρέχει ή όχι υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης στην κρινόμενη περίπτωση, άρχισε στις 8.6.2010 με την κατάθεση της έφεσης του αιτούντος στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών και έληξε στις 3.6.2020, με τη δημοσίευση της 1140/2020 απορριπτικής απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, όπως το καταληκτικό σημείο της διαδικασίας προσδιορίζεται, καθ’ ερμηνεία του δικογράφου, από τον ίδιο τον αιτούντα (ΣτΕ μον. 123/2022, 1/2022, 2107/2021, 735/2021, 532/2021). Σε κάθε πάντως περίπτωση, το επιπλέον χρονικό διάστημα που απαιτήθηκε για την καθαρογραφή και θεώρηση της απόφασης αυτής, εντός του Σεπτεμβρίου του 2020, όπως διηγηματικά αναφέρεται στην αίτηση, δεν ασκεί καμία επιρροή, δεδομένου ότι η η εν λόγω απόφαση, ως απορριπτική της έφεσης του αιτούντος, δεν έθετε ζήτημα εκτέλεσης ούτε απαιτούσε τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων (ΣτΕ μον. 123/2022, 1/2022, 2107/2021, 2639/2020). Ενόψει αυτών, η όλη διαδικασία ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας διήρκεσε εννέα (9) έτη, έντεκα (11) μήνες και είκοσι έξι (26) ημέρες.

Επειδή, όσον αφορά στα κατά το άρθρο 57 παρ. 1 του ν. 4055/2012 κριτήρια, από τα προεκτεθέντα περιστατικά και το σύνολο των στοιχείων του φακέλου δεν προκύπτει ότι ο αιτών ή η Διοίκηση συνέβαλαν με τη συμπεριφορά τους στην καθυστέρηση εκδικάσεως της υπόθεσης, δεδομένου ότι οι αναβολές συζήτησης της υπόθεσης, εκτός από δύο, δόθηκαν από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Εξάλλου, οι δύο αναβολές εκδίκασης της υπόθεσης λόγω αποχής των δικηγόρων, οι οποίες προκάλεσαν συνολική καθυστέρηση εννέα (9) μηνών και είκοσι επτά (27) ημερών, δεν επιβράδυναν σημαντικά τη διαδικασία, λαμβανομένου υπόψη του συνολικού χρόνου εκδίκασης της υπόθεσης και του χρόνου που διέδραμε πριν και μετά τις αναβολές αυτές (πρβλ ΣτΕ μον. 2507/2021, 1015/2021, 2991/2020, 2639/2020, ΕΔΔΑ Τερζής κατά Ελλάδας της 29.1.2004 σκ. 27, 29). Εξάλλου, δεν ασκεί επιρροή στην διάρκεια της όλης διαδικασίας το γεγονός ότι απεστάλησαν στο Δικαστήριο, μετά την ορισθείσα με την αναβλητική απόφαση 2085/2018, δικάσιμο της 16ης Ιανουαρίου 2019, τα έγγραφα του Δασαρχείου με αριθμό πρωτ. 1547/25…/12.3.2019 και 1978/37…/10.4.2019, τα οποία συνεκτίμησε το Δικαστήριο για τη διαμόρφωση της κρίσης του, όπως προκύπτει από την απόφαση 1140/2020, δεδομένου ότι και στην περίπτωση αυτή, λαμβάνεται υπόψη ο συνολικός χρόνος εκδίκασης της υπόθεσης, καθώς και ο διαδραμών από την κατάθεση της έφεσης χρόνος. Περαιτέρω, ως προς το κριτήριο της πολυπλοκότητας της υπόθεσης, τα τιθέμενα με τους λόγους εφέσεως νομικά ζητήματα ήταν πράγματι ευκρινώς οριοθετημένα και υπήρχε ως προς αυτά σχετική νομολογία, όπως βασίμως προβάλλεται, στην οποία άλλωστε γίνεται παραπομπή με την απόφαση 1040/2020 του Συμβουλίου της Επικρατείας. Όμως, από όσα εκτίθενται σε προηγούμενες σκέψεις, προκύπτει ότι το πραγματικό της υπόθεσης παρουσίαζε ιδιαιτερότητες, κατέστη δε περίπλοκο μετά την δημοσίευση της προσβληθείσας με έφεση απόφασης 2389/2009 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την έκδοση της απόφασης αναδάσωσης 2…/25.1.2010 του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Αττικής, εξαιτίας της οποίας δημιουργήθηκαν αμφιβολίες ως προς την ακριβή θέση και το καθεστώς της επίμαχης εκτάσεως και συνακόλουθα ως προς τη νομιμότητα της προσβληθείσας με αίτηση ακυρώσεως ανακλητικής πράξεως της οικοδομικής άδειας. Τούτο οδήγησε στην έκδοση αναβλητικής απόφασης, μετά από δύο διασκέψεις, προκειμένου να δοθούν διευκρινίσεις και στοιχεία, ως προς την ακριβή θέση της επίμαχης ιδιοκτησίας και τη σχέση αυτής με τις αναδασώσεις που κηρύχθηκαν με τις αποφάσεις 8…/1982 και 2…/2010. Η αποσαφήνιση δε των ζητημάτων αυτών, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασης, ήταν κρίσιμη για την επίλυση της διαφοράς συνολικά, η οποία, κατά τα ανωτέρω, εμφάνιζε έναν βαθμό δυσκολίας. Όσον αφορά στο διακύβευμα της υπόθεσης, για τον αιτούντα, προβάλλεται ότι αυτό ήταν σημαντικό, καθώς, όπως αναφέρεται στην κρινόμενη αίτηση, επί δέκα έτη, δηλαδή για το διάστημα που διήρκεσε η διαδικασία ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, παρέμεινε σε αμφιβολία ως προς τη νομιμότητα της οικοδομικής του άδειας, ενώ δεν κατέστη δυνατή η εκδίκαση της από 16/4/2010 αγωγής αποζημίωσης που είχε ασκήσει ο αιτών ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Αττικής για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από την ανάκληση της οικοδομικής άδειας, άλλως από τη μη έγκαιρη εξέταση εκ μέρους τους Διοικήσεως της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων για την έκδοση της εν λόγω οικοδομικής άδειας και την διάψευση της εμπιστοσύνης του. Τελικώς επί της ανωτέρω αγωγής εκδόθηκε, κατόπιν σειράς αναβολών που χορηγήθηκαν σε αναμονή εκδόσεως της αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας, η υπ’ αριθμ. απόφαση 13363/2019 του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ανεστάλη η πρόοδος της δίκης ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού έως τη δημοσίευση οριστικής απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας επί της από 3.6.2010 εφέσεως του αιτούντος. Ενόψει της αβεβαιότητάς του ως προς τη νομιμότητα της άδειας και της μη εκδικάσεως της αγωγής αποζημίωσης, ο αιτών προβάλλει ότι, κατά την διάρκεια των δέκα περίπου ετών που διήρκεσε η διαδικασία ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, δεν κατάφερε να ολοκληρώσει την κατοικία του και να κατοικήσει σε αυτήν ούτε να την πουλήσει ή να τη μισθώσει. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί περί αδυναμίας ολοκληρώσεως της κατοικίας και αξιοποιήσεως αυτής πρέπει να απορριφθούν, καθ’ ο μέρος συνδέονται με την πρόοδο της δίκης επί της ασκηθείσας αγωγής αποζημίωσης ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου. Εξάλλου η αδυναμία αποπεράτωσης και αξιοποίησης της κατοικίας δε συνδέεται αιτιωδώς με την καθυστέρηση εκδίκασης της υπόθεσης από το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο εξέδωσε απορριπτική επί της εφέσεως απόφαση, αλλά με την ανάκληση της οικοδομικής άδειας για λόγους νομιμότητας, η οποία, πάντως, κρίθηκε νόμιμη σε πρώτο βαθμό από το Διοικητικό Εφετείο. Όσον αφορά στον ισχυρισμό του αιτούντος ότι το διακύβευμα της υπόθεσης ήταν για αυτόν σημαντικό λόγω της καθυστέρησης εκδίκασης της ασκηθείσας από αυτόν, από 16.4.2010 αγωγής αποζημίωσης, πρέπει να απορριφθεί. Και τούτο, διότι, ανεξαρτήτως του ότι ο συνολικός χρόνος εκδίκασης της ανωτέρω αγωγής ενδέχεται να οφείλεται σε άλλους λόγους που αφορούν αποκλειστικά στη διαδικασία ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου, οι οποίοι όμως δεν δύνανται να εξετασθούν στο πλαίσιο της παρούσας δίκης, πάντως , η απόφαση περί της αναστολής προόδου της δίκης επί της αγωγής αποζημίωσης ανάγεται στην κρίση του αρμόδιου δικαστηρίου, εν προκειμένω του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, επί τη βάσει των προϋποθέσεων του άρθρου 3 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α΄97), δεν αποτελεί δε αυτόθροη συνέπεια της καθυστέρησης της διαδικασίας ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Eπειδή, με τα δεδομένα αυτά και κατ’ εκτίμηση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης, με βάση τα προαναφερθέντα νόμιμα κριτήρια, το Δικαστήριο κρίνει ότι το χρονικό διάστημα που διήρκεσε η εκδίκαση της προκείμενης υπόθεσης δεν ικανοποιεί τις απαιτήσεις της «εύλογης διάρκειας» της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 57 του ν. 4055/2012, ούτε, άλλωστε, τις απαιτήσεις της «λογικής προθεσμίας», κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. Η κατά τα ανωτέρω καθυστέρηση εκδίκασης της υπόθεσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας προκάλεσε ηθική βλάβη στον αιτούντα, όπως βασίμως προβάλλεται, η οποία συνίσταται στην αβεβαιότητα και την αγωνία για την έκβαση της υπόθεσής του, για την αποκατάσταση της οποίας παρίσταται δικαιολογημένη η επιδίκαση σε αυτόν εύλογου χρηματικού ποσού ως δίκαιη ικανοποίησή του. Το προβαλλόμενο δε αίτημα να καταβληθεί το εν λόγω ποσό στον αιτούντα «πλέον οποιουδήποτε φόρου μπορεί να επιβληθεί επί του ποσού αυτού» εκτός από αόριστο, δεν βρίσκει έρεισμα στις εφαρμοστέες εν προκειμένω διατάξεις των άρθρων 53 – 58 του ν. 4055/2012 και επομένως, πρέπει για τους λόγους αυτούς να απορριφθεί (ΣτΕ μον. 1918/2014, 213/2014).

Επειδή, η θέσπιση με το ν. 4055/2012 ειδικού ένδικου βοηθήματος για τη δίκαιη ικανοποίηση των διαδίκων, λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας διοικητικής δίκης, δικαιολογεί την επιδίκαση στον αιτούντα ποσού μειωμένου σε σχέση με εκείνο που θα επιδίκαζε το ΕΔΔΑ, εάν η υπόθεση είχε αχθεί ενώπιόν του, εφόσον το ποσό που θα επιδικασθεί δεν θα είναι πολύ κατώτερο ενός ευλόγου ορίου (“unreasonable”), θα στοιχεί προς τη νομική παράδοση και το βιοτικό επίπεδο (“standard living”) της Χώρας και η απόφαση θα εκτελεσθεί αμέσως (βλ. απόφαση ΕΔΔΑ της 19.10.2004 Dubjakova κατά Σλοβακίας και της 29.3.2006 Scordino κατά Ιταλίας). Στο πλαίσιο αυτό, συνεκτιμάται η προκύπτουσα από τα διαθέσιμα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής πτώση του βιοτικού επιπέδου στην Ελλάδα κατά τα τελευταία έτη, η οποία συνδέεται με τον σοβαρότατο κλονισμό της δημοσιονομικής ισορροπίας του Ελληνικού Κράτους λόγω εκτινάξεως του δημοσίου ελλείμματος και του δημοσίου χρέους σε πρωτοφανή επίπεδα και η οποία αντικατοπτρίζεται στην οικονομική ύφεση και μείωση του ακαθαρίστου εγχωρίου προϊόντος (βλ. ενδεικτικώς ΣτΕ μονομ.123/2022, 2507/2021, 1015/2021, 2991/2020). Με τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο, συνεκτιμώντας το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης, κρίνει, κατά μερική αποδοχή της κρινόμενης αίτησης, ότι πρέπει να επιδικασθεί στον αιτούντα ως δίκαιη ικανοποίηση για ηθική βλάβη το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων (4.000) ευρώ.

Επειδή, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 57 παρ. 3 εδ. Α΄ του ν. 4055/2012, σε περίπτωση μερικής αποδοχής της αίτησης για δίκαιη ικανοποίηση, η δικαστική δαπάνη συμψηφίζεται μεταξύ των διαδίκων (ΣτΕ μον. 532/2021,271/2021, 230-1/2020). Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, πρέπει να συμψηφισθεί η δικαστική δαπάνη του αιτούντος, του οποίου γίνεται εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, και του Δημοσίου. Τέλος, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να αποδοθεί στον αιτούντα το καταβληθέν παράβολο (ΣτΕ 532/2021, 271/2021).

Δ ι ά τ α ύ τ α

Δέχεται εν μέρει την αίτηση.

Υποχρεώνει το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στον αιτούντα το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων (4.000) ευρώ.


ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

  ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ -ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΕΝ ΟΨΕΙ   ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ (4...