ΙΑΤΡΙΚΟ ΣΦΑΛΜΑ-ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ- ΑΡΧΗ NE BIS IN IDEM-ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΑΘΩΟΤΗΤΟΣ-ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ
Αριθμός 156/2022
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Α΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Οκτωβρίου 2021,
με την εξής σύνθεση: Σπ. Χρυσικοπούλου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Α΄ Τμήματος,
Τ. Κόμβου, Χρ. Λιάκουρας, Μ.-Α. Τσακάλη, 'Α. Μπόνου, Σύμβουλοι, Ε. Τζιράκη, Χ.
Χαραλαμπίδη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ειρ. Δασκαλάκη, Γραμματέας του Α΄ Τμήματος.
7. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση πλήσσονται οι εξής κρίσεις της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης: α) Ότι το αμετάκλητο*/2007 βούλευμα (με το οποίο το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών αποφάνθηκε να μην απαγγελθεί κατηγορία σε βάρος δύο γιατρών του αναιρεσίβλητου νοσοκομείου και συγκεκριμένα κατά του *η για ανθρωποκτονία από αμέλεια με την αιτιολογία ότι οι ανωτέρω δύο ιατροί «ενώ γνώριζαν ότι η αφαίρεση του καλοήθους όγκου από τον εγκέφαλο της ασθενούς ήταν επέμβαση που εγκυμονούσε κινδύνους για τη ζωή της, δεν φρόντισαν ώστε να υπάρχει μετά το πέρας της επέμβασης διαθέσιμο κρεβάτι στην Μ.Ε.Θ. του νοσοκομείου, ώστε να μεταφερθεί αυτή αμέσως σε περίπτωση επιπλοκών…») ήταν δεσμευτικό για το διοικητικό πρωτοδικείο ως προς τη μη τέλεση της ως άνω παράλειψης από τα ανωτέρω πρόσωπα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 2 του άρθρου 5 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 του ν. 4446/2016, με συνέπεια να είναι απορριπτέα ως αβάσιμη η αγωγή κατά το μέρος που με αυτή οι αναιρεσείοντες ζητούσαν χρηματική ικανοποίηση εξαιτίας της πιο πάνω παράλειψης, και β) Ότι από την από* ιατρική έκθεση πραγματογνωμοσύνης που είχε συνταχθεί στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας καθώς και τα λοιπά στοιχεία της δικογραφίας προέκυπτε ότι δεν είχαν λάβει χώρα οι λοιπές (πλην της παράλειψης προγραμματισμού κλίνης στη ΜΕΘ) παράνομες πράξεις και παραλείψεις, τις οποίες οι ενάγοντες απέδιδαν στους ίδιους καθώς και σε άλλους ιατρούς του αναιρεσίβλητου νοσοκομείου, με συνέπεια να είναι απορριπτέα ως αβάσιμη η αγωγή των αναιρεσειόντων και κατά το μέρος που με αυτή επιδίωκαν να θεμελιώσουν την αγωγική τους αξίωση στις ως άνω πράξεις και παραλείψεις.
9. Επειδή, στο άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ ορίζεται ότι: «Για
παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της
δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση,
εκτός αν η πράξη ή παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης, που υπάρχει για χάρη
του γενικού συμφέροντος ...». Στο άρθρο 106 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: «Οι
διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων, εφαρμόζονται και για την ευθύνη των
δήμων, των κοινοτήτων ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή
παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους». Κατά την έννοια των
ανωτέρω διατάξεων, ευθύνη προς αποζημίωση γεννάται από την έκδοση μη νόμιμης
εκτελεστής διοικητικής πράξης ή από τη μη νόμιμη παράλειψη έκδοσης τέτοιας
πράξης, καθώς και από μη νόμιμες υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου ή
νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, ή από παραλείψεις οφειλομένων υλικών
ενεργειών αυτών, στις περιπτώσεις που αυτές προέρχονται από την οργάνωση και
λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών ή των υπηρεσιών νομικού προσώπου δημοσίου
δικαίου και δεν συνάπτονται με την ιδιωτική διαχείριση του Δημοσίου ή νομικού
προσώπου δημοσίου δικαίου, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου του που
ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών καθηκόντων του (βλ. ΣτΕ 1774/2020,
4691/2014, 877/2013 7μ., 395/2010, 2796/2006 7μ.). Περαιτέρω, κατά τις ίδιες
διατάξεις, προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημίωσης αποτελεί και η ύπαρξη
αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης πράξης ή υλικής ενέργειας ή παράλειψης
υλικής ενέργειας του δημόσιου οργάνου και της επελθούσας ζημίας. Αιτιώδης δε
σύνδεσμος υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η πράξη ή η
παράλειψη είναι επαρκώς ικανή (πρόσφορη), κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων,
να επιφέρει τη ζημία και και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. ΣτΕ
252, 1774/2020, 717/2018, 877/2013 7μ., 572/2013). Εξάλλου, κατά την έννοια των
ανωτέρω διατάξεων, το Δημόσιο και τα ν.π.δ.δ. υποχρεούνται σε αποκατάσταση κάθε
θετικής και αποθετικής περιουσιακής ζημίας, τα δε δικαστήρια της ουσίας
μπορούν, επιπλέον, να επιδικάζουν σε βάρος τους εύλογη χρηματική ικανοποίηση
λόγω ηθικής βλάβης ή, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, ψυχικής οδύνης της
οικογένειας του θύματος, κατά το άρθρο 932 του ΑΚ (βλ. ΣτΕ 1774/2020).
10. Επειδή, στην παρ. 1 του άρθρου 5 του Κώδικα Διοικητικής
Δικονομίας (ΚΔΔ, ν. 2717/1999, Α΄ 97) ορίζεται ότι: «Τα δικαστήρια δεσμεύονται
από τις αποφάσεις άλλων διοικητικών δικαστηρίων, κατά το μέρος που αυτές
αποτελούν δεδικασμένο, σύμφωνα με όσα ορίζουν οι σχετικές διατάξεις».
Περαιτέρω, στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου 5 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας,
όπως η παρ. αυτή ίσχυσε πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 17 του ν. 4446/2016 (Α΄
240/22.12.2016), ορίζεται ότι: «Τα δικαστήρια δεσμεύονται, επίσης, από τις
αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, οι οποίες, σύμφωνα με τις κείμενες
διατάξεις, ισχύουν έναντι όλων, καθώς και από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις
των ποινικών δικαστηρίων ως προς την ενοχή του δράστη». Όπως παγίως έχει
κριθεί, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, το διοικητικό δικαστήριο που
κρίνει αν υπάρχει ή όχι αδικοπρακτική ευθύνη του Δημοσίου ή νομικού προσώπου
δημοσίου δικαίου για παράνομη πράξη ή παράλειψη οργάνου του με βάση τις
διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ δεν δεσμεύεται από απόφαση ποινικού
δικαστηρίου με την οποία το πιο πάνω φυσικό πρόσωπο (όργανο του Δημοσίου ή του
νπδδ) έχει κριθεί αθώο ως προς τη διάπραξη ποινικού αδικήματος αντίστοιχου με
την παράνομη πράξη ή παράλειψη για την οποία αποδίδεται ευθύνη στο Δημόσιο ή το
νπδδ, υποχρεούται, όμως, να εκτιμήσει την αθωωτική αυτή απόφαση κατά τη
διαμόρφωση της κρίσης του. Τούτο δε δεν απαιτείται να εξαγγέλλεται ρητώς, αλλά
αρκεί να συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της απόφασης του δικαστηρίου της
ουσίας (βλ. ΣτΕ 1140/2017, 572/2013, 1900, 2026/2009, 1873, 2845, 3380/2007,
4306/2005).
11. Επειδή, ακολούθως, η παρ. 2 του άρθρου 5 του ΚΔΔ
αντικαταστάθηκε με το πιο πάνω άρθρο 17 του ν. 4446/2016, το οποίο ισχύει,
σύμφωνα με το άρθρο 32 του νόμου αυτού, από 22.12.2016, ορίζοντας πλέον τα
εξής: «Τα δικαστήρια δεσμεύονται από τις αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων,
οι οποίες, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, ισχύουν έναντι όλων. Δεσμεύονται,
επίσης, από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων
ως προς την ενοχή του δράστη, από τις αμετάκλητες αθωωτικές αποφάσεις, καθώς
και από τα αμετάκλητα αποφαινόμενα να μην γίνει η κατηγορία βουλεύματα, εκτός εάν
η απαλλαγή στηρίχθηκε στην έλλειψη αντικειμενικών ή υποκειμενικών στοιχείων που
δεν αποτελούν προϋπόθεση της διοικητικής παράβασης». Επομένως, στη νέα παρ. 2
του άρθρου 5 του ΚΔΔ επαναλαμβάνεται ο κανόνας της δέσμευσης των διοικητικών
δικαστηρίων από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών
δικαστηρίων ως προς την ενοχή του δράστη. Περαιτέρω, όμως, προστίθεται ως νέα
ρύθμιση ο κανόνας ότι τα διοικητικά δικαστήρια δεσμεύονται από τις αμετάκλητες
αθωωτικές αποφάσεις, καθώς και από τα αμετάκλητα αποφαινόμενα να μην γίνει η
κατηγορία βουλεύματα, εκτός εάν η απαλλαγή στηρίχθηκε στην έλλειψη
αντικειμενικών ή υποκειμενικών στοιχείων που δεν αποτελούν προϋπόθεση της
διοικητικής παράβασης. Από την αιτιολογική έκθεση του ν. 4446/2016 και τη
σχετική με τον νόμο αυτό έκθεση της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής
προκύπτει ότι η παρ. 2 του άρθρου 5 του ΚΔΔ τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 του ν.
4446/2016 προς τον σκοπό της εναρμόνισης της εθνικής νομοθεσίας με τις
υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής
Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του
ν.δ. 53/1974, Α΄ 256) και της παρ. 1 του άρθρου 4 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου
της ΕΣΔΑ (7ο ΠΠ της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με τον ν. 1705/1987, Α΄ 89), όπως αυτές
έχουν ερμηνευθεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου
(ΕΔΔΑ). Μνημονεύονται δε στην μεν αιτιολογική έκθεση του νόμου αυτού η απόφαση
της 13.7.2010 του ΕΔΔΑ, Σταυρόπουλος κατά Ελλάδας, στην οποία αποτυπώνεται η
πάγια νομολογία του Δικαστηρίου του Στρασβούργου για το τεκμήριο της αθωότητας
που κατοχυρώνεται με το πιο πάνω άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, στη δε έκθεση της
επιστημονικής υπηρεσίας της Βουλής η απόφαση της 30.4.2015 του ΕΔΔΑ, Καπετάνιος
και λοιποί κατά Ελλάδας, η οποία αποτυπώνει τη νομολογία του ίδιου δικαστηρίου
για την αρχή ne bis in idem που συνάγεται από το άρθρο 4 του 7ου Πρόσθετου
Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και το τεκμήριο της αθωότητας.
12. Επειδή, στην παρ. 1 του άρθρου 4 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ
ορίζεται ότι: «Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα
δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μια παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή
καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική
δικονομία του Κράτους αυτού». Η κατοχυρούμενη στη διάταξη αυτή αρχή
αντιτίθεται, καταρχήν, στην εκκίνηση και εξακολούθηση διοικητικής, κατά το
εθνικό δίκαιο, διαδικασίας και δίκης σχετικά με την επιβολή διοικητικής κύρωσης
για διοικητική παράβαση, όταν για την ίδια κατ’ ουσίαν παράβαση έχει ήδη
περατωθεί αμετακλήτως η αντίστοιχη ποινική, κατά το εθνικό δίκαιο, διαδικασία.
Προκειμένου να ενεργοποιηθεί η πιο πάνω απαγόρευση (ne bis in idem), απαιτείται
να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) να υπάρχουν περισσότερες της μίας
διακεκριμένες διαδικασίες επιβολής κύρωσης, οι οποίες δεν συνδέονται στενά
μεταξύ τους, κατ’ ουσίαν και κατά χρόνον, (β) οι διαδικασίες αυτές να έχουν
ποινικό χαρακτήρα με βάση τα τρία κριτήρια Εngel που διαμόρφωσε το ΕΔΔΑ
(απόφαση της 8.6.1976, Engel και λοιποί κατά Ολλανδίας), κατ' εφαρμογή των οποίων
ως «ποινικές» μπορούν να θεωρηθούν και κυρώσεις που επιβάλλονται από διοικητικά
όργανα με βάση το αν η σχετική νομοθετική διάταξη που προβλέπει την παράβαση
και την κύρωση ανήκει στην ύλη του εθνικού ποινικού δικαίου, τη φύση της
παράβασης και, τέλος, τη φύση και τον βαθμό σοβαρότητας της κύρωσης που
κινδυνεύει να υποστεί ο ενδιαφερόμενος, (γ) η μία από τις εν λόγω διαδικασίες
πρέπει να έχει περατωθεί με αμετάκλητη απόφαση (είτε καταδικαστική είτε
αθωωτική, υπό τον όρο ότι η αθώωση στηρίζεται σε επαρκή έρευνα και εκτίμηση
σχετικά με την ουσία της υπόθεσης, δηλαδή την τέλεση ή μη της παράβασης) και
(δ) οι διαδικασίες πρέπει να στρέφονται κατά του ίδιου προσώπου και να αφορούν
την ίδια κατ’ ουσίαν παραβατική συμπεριφορά, ήτοι το ίδιο σύνολο συγκεκριμένων
πραγματικών περιστατικών, τα οποία συνδέονται αναπόσπαστα μεταξύ τους, χρονικά
και τοπικά, και η συνδρομή των οποίων είναι απαραίτητη για την επιβολή της
κύρωσης [βλ. ΣτΕ 359/2020 Ολομ., 951/2018 7μ., απόφαση της 30.4.2015,
Καπετάνιος και λοιποί κατά Ελλάδας (αρ. προσφυγών 3453/12, 42941/12, 9028/13)].
Επομένως, η αρχή ne bis in idem δεν εφαρμόζεται στις αγωγές αποζημίωσης που
ασκούνται με βάση τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ, διότι οι
διαφορές αυτές δεν έχουν ποινικό αλλά αμιγώς αποζημιωτικό – αποκαταστατικό
χαρακτήρα, αφού στο δίκαιο της αποζημίωσης πρωταρχικός σκοπός είναι η
αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη ο ζημιωθείς.
13. Επειδή, περαιτέρω, το ΕΔΔΑ ερμηνεύοντας την παρ. 2 του
άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, στην οποία ορίζεται ότι «Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί
αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής
του…», έχει δεχθεί ότι το πεδίο εφαρμογής της διάταξη αυτής δεν περιορίζεται
στις ποινικές διαδικασίες που εκκρεμούν κατά συγκεκριμένου προσώπου, αλλά
επεκτείνεται και στις δικαστικές αποφάσεις που αφορούν το πρόσωπο αυτό και
λαμβάνονται μετά την παύση των διώξεων ή μετά την απαλλαγή του. Ειδικότερα,
κατά την έννοια της διάταξης αυτής, απόφαση δικαστηρίου, η οποία εκδίδεται
ύστερα από αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου και αφορά το ίδιο πρόσωπο που
αθωώθηκε, δεν πρέπει να παραβλέπει και να θέτει εν αμφιβόλω την αθώωση του
προσώπου αυτού, έστω και αν αυτή εχώρησε λόγω αμφιβολιών. Ζήτημα παραβίασης του
τεκμηρίου της αθωότητας εγείρεται αν από την αιτιολογία της απόφασης του
δικαστηρίου που επιλαμβάνεται μεταγενεστέρως προκύπτει ότι η αθωωτική απόφαση
αγνοήθηκε παντελώς ή αν η κρίση που εξέφερε το πιο πάνω δικαστήριο ισοδυναμεί
επί της ουσίας με διαπίστωση της ενοχής του ενδιαφερομένου, οι όροι δε που
χρησιμοποιούνται στη δικαστική απόφαση έχουν κρίσιμη σημασία [βλ. αποφάσεις
ΕΔΔΑ της 27ης.9.2007 Β. Σταυρόπουλος κατά Ελλάδας (αρ. προσφυγής 35522/04), της
12ης.7.2013 Allen κατά Ηνωμένου Βασιλείου (αρ. προσφυγής 25424/09), της
19ης.4.2011 Erkol κατά Τουρκίας (αρ. προσφυγής 50172/06), της 30ης.4.2015
Καπετάνιος και λοιποί κατά Ελλάδας (αρ. προσφυγών 3453/12, 42941/12 και
9028/13), της 3ης.10.2019 Fleischner κατά Γερμανίας (αρ. προσφυγής 61985/12)].
Συνεπώς, από τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ δεν απορρέει υποχρέωση
του επιλαμβανόμενου μετά την έκδοση της αθωωτικής ποινικής απόφασης διοικητικού
δικαστηρίου να καταλήξει στο ίδιο αποδεικτικό πόρισμα με το ποινικό δικαστήριο.
Το διοικητικό δικαστήριο υποχρεούται, ωστόσο, να λάβει σοβαρά υπόψη και να
συνεκτιμήσει την προηγηθείσα τελική απαλλακτική ποινική απόφαση, κατά τη
διαμόρφωση της κρίσης του. Περαιτέρω, αν το δικαστήριο καταλήξει σε κρίση που
αποκλίνει από τις ουσιαστικές κρίσεις του ποινικού δικαστή, υποχρεούται να
αιτιολογήσει τη διαφορετική κρίση του, κατά τρόπον ώστε να μην καταλείπονται
αμφιβολίες ως προς τον σεβασμό του τεκμηρίου της αθωότητας που απορρέει από την
τελική έκβαση της ποινικής δίκης (βλ. ΣτΕ 897/2021, 138/2021, 951/2018 7μ. και
ΑΠ 4/2020 Πλήρους Ολομ., 83/2021). Στο πλαίσιο διαμόρφωσης της δικής του κρίσης
σχετικά με τη διάπραξη της παράνομης πράξης ή παράλειψης, το ανωτέρω δικαστήριο
δεν αποκλείεται να στηριχθεί και σε στοιχεία που δεν είχε λάβει υπόψη του το
ποινικό δικαστήριο ή στο διαφορετικό βαθμό απόδειξης των πραγματικών περιστατικών
που ισχύει στην ενώπιόν του δίκη σε σχέση με αυτόν που ισχύει στην ποινική δίκη
[πρβ. ΣτΕ 297/2019, 951/2018 7μ., 434, 167-169/2017 7μ., 1992/1996 7μ.,
2403/2015, ΑΠ Ολομ. 4/2020, βλ. και αποφάσεις ΕΔΔΑ της 12ης.7.2013 Allen κατά
Ηνωμένου Βασιλείου (αρ. προσφυγής 25424/09), της 19ης.4.2011 Erkol κατά
Τουρκίας (αρ. προσφυγής 50172/06), της 30ης.4.2015 Καπετάνιος και λοιποί κατά
Ελλάδας (αρ. προσφυγών 3453/12, 42941/12 και 9028/13)]. Προκειμένου δε να
ενεργοποιηθεί το τεκμήριο αθωότητας από την ανωτέρω άποψη, απαιτείται η ποινική
διαδικασία να συνδέεται κατ' ουσίαν προς τη δικαστική διαδικασία που έπεται
αυτής, ανεξαρτήτως αν αυτή η διαδικασία έχει ποινική φύση ή όχι. Τέτοιος
σύνδεσμος υπάρχει μεταξύ της ποινικής διαδικασίας που καταλήγει σε αθώωση ή
απαλλαγή του κατηγορουμένου ως προς πράξεις ή παραλείψεις που επέφεραν βλάβη
στο θύμα και της δικαστικής διαδικασίας αστικής φύσης που ανοίγεται όταν το
θύμα διεκδικεί αποζημίωση για τη ζημία ή βλάβη που υπέστη εξαιτίας των ανωτέρω
πράξεων ή παραλείψεων. Συγκεκριμένα, ο σύνδεσμος αυτός υφίσταται είτε η αστική
αξίωση συνδέεται ευθέως με τις πιο πάνω πράξεις ή παραλείψεις [βλ. αποφάσεις
του ΕΔΔΑ της 11ης.5.2003 Υ. κατά Νορβηγίας (αρ. προσφυγής 56568/00) και
Ringvold κατά Νορβηγίας (αρ. προσφυγής 34964/97), της 19ης.4.2011 Erkol κατά
Τουρκίας (αρ. προσφυγής 50172/06), της 11ης.2.2014 Vella κατά Μάλτας (αρ.
προσφυγής 69122/10)], είτε εμμέσως, ως απότοκο αυτών [βλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της
3ης.10.2019 Fleischner κατά Γερμανίας (αρ. προσφυγής 61985/12 και ΑΠ 4/2020 σε
πλήρη Ολομέλεια)], είτε όταν ενάγεται τρίτος, ο οποίος καθίσταται υπόχρεος
δυνάμει διάταξης νόμου να καταβάλει αποζημίωση για πράξη ή παράλειψη προσώπου
το οποίο τεκμαίρεται αθώο κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 2 του ΕΣΔΑ [βλ.
απόφαση της 12ης.4.2012 Lagardère κατά Γαλλίας (αρ. προσφυγής 18851/07)].
Συνεπώς, η έλλειψη ταυτότητας διαδίκων μεταξύ της προηγηθείσας ποινικής
δικαστικής διαδικασίας και της διοικητικής δίκης, έλλειψη η οποία καθιστά μη
εφαρμοστέα την αρχή ne bis in idem στην τελευταία αυτή δίκη [βλ. απόφαση του
ΕΔΔΑ της 6.12.2007, Γιαννετάκη Ε. και Σ. Μεταφορική ΕΠΕ και Γιαννετάκης κατά
Ελλάδας (αρ. προσφυγής 29829/05) και ΣτΕ 2256, 1833/2020, 175/2018, 1992/2016
7μ.], δεν αποκλείει την εφαρμογή του τεκμηρίου της αθωότητας στη διοικητική
δίκη που έπεται της αμετάκλητης αθώωσης του ενδιαφερομένου.
14. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, από τη διάταξη της παρ. 2
του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του
ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι η εφαρμογή του τεκμηρίου της αθωότητας εκτείνεται και
στις δίκες που ανοίγονται ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων κατόπιν άσκησης
αγωγής αποζημίωσης κατά του Δημοσίου ή των νπδδ, αν υφίσταται ο απαιτούμενος
κατά τα ανωτέρω σύνδεσμος μεταξύ της διοικητικής δίκης, που αφορά την αστική
ευθύνη του Δημοσίου ή του νπδδ από πράξεις ή παραλείψεις οργάνων τους, και της
ποινικής δίκης που καταλήγει στην έκδοση «τελικής» απόφασης περί αθώωσης των
οργάνων αυτών. Για τη διαπίστωση αν υφίσταται ο σύνδεσμος αυτός λαμβάνεται
υπόψη ότι η αθώωση του φυσικού προσώπου – οργάνου του Δημοσίου ή νπδδ επηρεάζει
άμεσα το τελευταίο, αφού η επιδίωξη των δημόσιων σκοπών του επιτυγχάνεται μέσω
των οργάνων του. Παρέπεται ότι στην περίπτωση αυτή το εναγόμενο Δημόσιο ή το
νπδδ μπορεί να επικαλεστεί το τεκμήριο της αθωότητας που απορρέει από την
αθώωση του οργάνου του όσον αφορά τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων που
αντιστοιχούν στις αποδιδόμενες από τον ζημιωθέντα πράξεις ή παραλείψεις [πρβ.
την απόφαση της 12ης.4.2012 Lagardère κατά Γαλλίας (αρ. προσφυγής 18851/07)].
Στην ειδικότερη περίπτωση μάλιστα που ενάγεται νοσοκομείο, το τελευταίο μπορεί
να επικαλεστεί το τεκμήριο αθωότητας ιατρού του, ο οποίος έχει αθωωθεί ή
απαλλαγεί από ποινικά αδικήματα αντίστοιχα με τις αποδιδόμενες στο εναγόμενο
πράξεις ή παραλείψεις, διότι η εκ μέρους του νοσοκομείου παροχή υπηρεσιών
υγείας υψηλού επιπέδου προς διασφάλιση του υπέρτατου αγαθού της ζωής και της
υγείας κατά τρόπο αποτελεσματικό και σύμφωνο με το άρθρο 21 παρ. 3 του
Συντάγματος συνδέεται άμεσα με την επιστημονική επάρκεια και επαγγελματική
αξιοπιστία των φυσικών προσώπων, στα οποία το νοσοκομείο έχει αναθέσει την
εκπλήρωση του ανωτέρω δημόσιου σκοπού (πρβ. ΑΠ Ποιν. 468/2017), το δε
νοσοκομείο υποχρεούται να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα από παράνομες πράξεις ή
παραλείψεις των φυσικών αυτών προσώπων – οργάνων του (πρβ. την πιο πάνω απόφαση
Lagardère κατά Γαλλίας). Κατά τα ήδη δε εκτεθέντα, η εφαρμογή του τεκμηρίου της
αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του διοικητικού δικαστηρίου που
οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με προηγούμενη αθωωτική
ποινική απόφαση και κατ’ ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής
ευθύνης του Δημοσίου ή του νπδδ, όργανο του οποίου είναι το πρόσωπο που
αθωώθηκε, και, συνακολούθως, σε κατ΄ ουσίαν απόρριψη της αγωγής.
15. Επειδή, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στις σκέψεις 11 έως
14, η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 5 του ΚΔΔ, όπως ισχύει μετά την
αντικατάστασή της με το άρθρο 17 του ν. 4446/2016, κατά το μέρος της με το
οποίο θεσπίζεται δέσμευση των διοικητικών δικαστηρίων από τις αμετάκλητες
αθωωτικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων και τα αποφαινόμενα να μην
απαγγελθεί κατηγορία αμετάκλητα βουλεύματα, αφορά μόνο τις δίκες με αντικείμενο
την επιβολή διοικητικών κυρώσεων λόγω διάπραξης διοικητικών παραβάσεων που
πληρούν τα κριτήρια Engel, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην σκέψη 12, και όχι κάθε
δίκη που αφορά καταλογισμό χρηματικού ποσού κατ’ εφαρμογή διάταξης νόμου που
θεσπίζει τη σχετική υποχρέωση δημόσιου δικαίου, αφού στις τελευταίες αυτές
δίκες δεν εφαρμόζεται η αρχή ne bis in idem (βλ. ΣτΕ 897/2021 που αφορά
περίπτωση επιβολής δασμών και φόρων). Τούτο προκύπτει σαφώς από τον
επιδιωκόμενο με τη θέσπιση της διάταξης αυτής σκοπό, ο οποίος, κατά την οικεία
αιτιολογική έκθεση και τις προπαρασκευαστικές του νόμου εργασίες, συνίσταται
στην εναρμόνιση του εθνικού δικονομικού δικαίου με την προπαρατεθείσα νομολογία
του ΕΔΔΑ ως προς την αρχή ne bis in idem, κατ’ εφαρμογή της οποίας η
αμετακλήτως περατωθείσα ποινική διαδικασία επιδρά καθοριστικώς στην αντίστοιχη
διοικητική διαδικασία και δίκη (βλ. σκέψη 12) και το τεκμήριο της αθωότητας, το
οποίο δεν συνεπάγεται δέσμευση του διοικητικού δικαστηρίου από προηγούμενη
αθωωτική ποινική απόφαση (βλ. σκέψεις 13 και 14). Προκύπτει επίσης και από τη
γραμματική διατύπωση της ερμηνευόμενης διάταξης, η οποία αναφέρεται σε «διοικητική
παράβαση». Συνεπώς, η ρύθμιση της παρ. 2 του άρθρου 5 του ΚΔΔ περί δέσμευσης
των διοικητικών δικαστηρίων από τις «αμετάκλητες αθωωτικές αποφάσεις, καθώς και
από τα αμετάκλητα αποφαινόμενα να μην γίνει κατηγορία βουλεύματα» δεν
εφαρμόζεται στις δίκες που ανοίγονται με άσκηση αγωγής αποζημίωσης με βάση τα
άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ.
16. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω εκτεθέντων, στην προκείμενη
περίπτωση, εσφαλμένως το διοικητικό εφετείο έκρινε με την αναιρεσιβαλλόμενη
απόφαση ότι δεσμευόταν από το *αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα του
Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών όσον αφορά την αποδιδόμενη στους
προαναφερόμενους δύο ιατρούς του εναγόμενου - αναιρεσίβλητου νοσοκομείου
παράλειψη να εξασφαλίσουν εκ των προτέρων κλίνη ΜΕΘ προκειμένου να μεταφερθεί
σ’ αυτήν η συγγενής των αναιρεσειόντων αμέσως μετά την ολοκλήρωση της
χειρουργικής επέμβασης και εσφαλμένως το δικαστήριο αυτό κατέληξε στο
συμπέρασμα ότι ήταν υποχρεωμένο να απορρίψει ως αβάσιμη την αγωγή των
αναιρεσειόντων κατά το μέρος που είχε ως πραγματική βάση την πιο πάνω
παράλειψη. Τούτο διότι, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα από τους αναιρεσείοντες, η
διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 5 του ΚΔΔ κατά το μέρος που προβλέπει τη δέσμευση
των διοικητικών δικαστηρίων από τις αθωωτικές ποινικές αποφάσεις και από τα
αποφαινόμενα να μην απαγγελθεί κατηγορία βουλεύματα δεν εφαρμόζεται στις δίκες
που αφορούν την αποζημιωτική ευθύνη του Δημοσίου και των νπδδ με βάση τις
διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση πρέπει
να γίνει δεκτή κατά το μέρος της με το οποίο πλήσσεται η κρίση της
αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ως προς τη δέσμευση του δικάσαντος δικαστηρίου από
το * απαλλακτικό βούλευμα αναφορικά με την παράλειψη των ιατρών * να προγραμματίσουν ώστε να υπάρχει διαθέσιμη κλίνη στη ΜΕΘ
του αναιρεσίβλητου νοσοκομείου αμέσως μετά το πέρας της χειρουργικής επέμβασης
στην αποβιώσασα ασθενή.
17. Επειδή, περαιτέρω, ως προς την κρίση της
αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης που αφορά τις άλλες πράξεις και παραλείψεις που
αποδίδονται στους ιατρούς του αναιρεσίβλητου νοσοκομείου, πέραν της
αναφερθείσας στην προηγούμενη σκέψη παράλειψης προγραμματισμού κλίνης ΜΕΘ, οι
αναιρεσείοντες προβάλλουν με τον έκτο λόγο αναίρεσης ότι κατ’ εσφαλμένη
ερμηνεία των διατάξεων του αν.ν. 1565/1939 «Περί κώδικος ασκήσεως του ιατρικού
επαγγέλματος» (Α΄ 16) που ορίζει στο άρθρο 13 ότι «Ο ιατρός οφείλει να ασκή
ευσυνειδήτως το επάγγελμα αυτού και να συμπεριφέρηται τόσον εν τη ασκήσει του
επαγγέλματος, όσον και εκτός αυτής κατά τρόπον αντάξιον της αξιοπρεπείας και
της εμπιστοσύνης τας οποίας απαιτεί το ιατρικόν επάγγελμα» και στο άρθρο 24 ότι
«Ο ιατρός οφείλει να παρέχη μετά ζήλου, ευσυνειδησίας και αφοσιώσεως την
ιατρικήν αυτού συνδρομήν, συμφώνως προς τας θεμελιώδεις αρχάς της ιατρικής
επιστήμης και της κτηθείσης πείρας, τηρών τας ισχυούσας διατάξεις περί
διαφυλάξεως των ασθενών και προστασίας των υγιών», το δικάσαν δικαστήριο έκρινε
ότι δεν έλαβαν χώρα οι εν λόγω παράνομες πράξεις και παραλείψεις των
προαναφερομένων καθώς και άλλων ιατρών του αναιρεσίβλητου νοσοκομείου και κατ’
επέκταση ότι δεν θεμελιωνόταν με βάση τις ανωτέρω πράξεις και παραλείψεις
ευθύνη του αναιρεσιβλήτου προς αποζημίωση. Ισχυρίζονται δε οι αναιρεσείοντες
ότι με βάση τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 105
και 106 του ΕισΝΑΚ, όταν διαπιστώνεται σοβαρή έλλειψη οργάνωσης νοσοκομείου,
από την οποία επέρχεται ο θάνατος ασθενούς, το νοσοκομείο ευθύνεται προς
αποζημίωση των ζημιωθέντων. Ισχυρίζονται δε, περαιτέρω, ότι στην προκείμενη
περίπτωση το δικάσαν δικαστήριο έπρεπε να δεχθεί ότι από τα στοιχεία του
φακέλου προέκυπτε η προχειρότητα και η ανευθυνότητα με την οποία
αντιμετωπίστηκε η αποβιώσασα ασθενής, δεδομένου ότι: α) ως πρώτος χειρουργός
αναγράφεται ο *, ενώ η θανούσα είχε αναθέσει τη διενέργεια της
επέμβασης στο*, β) η επέμβαση διήρκεσε μόνο 4 ώρες και 40 λεπτά,
δηλαδή είχε ασυνήθιστα μικρή διάρκεια, γ) καθυστέρησε να ξεκινήσει η επέμβαση
με αποτέλεσμα να περατωθεί σε χρόνο κατά τον οποίο είχαν αποχωρήσει οι ιατροί
του νοσοκομείου από τις θέσεις τους, με συνέπεια να μην υπάρχει άμεση
δυνατότητα ανάταξης της ασθενούς με χειρουργική μέθοδο, δ) η ασθενής κατά την
επέμβαση απώλεσε μεγάλη ποσότητα αίματος, γεγονός που αποδεικνύεται από τις
μεταγγίσεις τριών φιαλών αίματος που της έδωσαν, ε) η ασθενής παρέμεινε επί
μακρόν στον χώρο ανάνηψης, γεγονός που αποδεικνύει ότι η κατάστασή της δεν ήταν
ομαλή μετεγχειρητικώς, στ) η ασθενής μετά το χειρουργείο είχε αιμοσφαιρίνη 4,1
(με φυσιολογικό το 13,5) και μεταβολική οξέωση με ph 7,24, γεγονός που
αποδεικνύει ότι αιμορραγούσε μετά την εγχείρηση, οι δε ιατροί παρέλειψαν να
σταματήσουν την αιμορραγία με άμεση εισαγωγή της στο χειρουργείο για να
ανοίξουν εκ νέου το κρανίο της, ζ) η ασθενής αντιμετωπίστηκε στο θάλαμο μόνο
από τον εφημερεύοντα ειδικευόμενο ιατρό Καράμπελα, η) εξαφανίστηκαν οι καίριας
σημασίας αξονικές τομογραφίες της, από τις οποίες θα προέκυπταν τα αίτια του
θανάτου της ασθενούς, γεγονός που αποδεικνύει την κακή οργάνωση του
αναιρεσίβλητου νοσοκομείου και, τέλος, θ) η ασθενής μεταφέρθηκε στην ΜΕΘ όταν
ήταν ήδη νεκρή, γεγονός που ομοίως αποδεικνύει έλλειψη οργάνωσης του
αναιρεσιβλήτου. Προς θεμελίωση του παραδεκτού του πιο πάνω λόγου αναίρεσης
προβάλλεται ότι, για το ζήτημα αν η έλλειψη οργάνωσης του νοσοκομείου οδηγεί
στην αποδοχή της αγωγής ανεξάρτητα από τη διαπίστωση ιατρικού σφάλματος
συγκεκριμένου ιατρού του αναιρεσίβλητου νοσοκομείου, δεν υπάρχει νομολογία του
Συμβουλίου της Επικρατείας. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος, διότι με τις
ανωτέρω αιτιάσεις, όπως διατυπώνονται, δεν τίθεται νομικό ζήτημα συνδεόμενο με
την ερμηνεία των πιο πάνω διατάξεων του α.ν. 1565/1939, όπως εσφαλμένως
ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, αλλά πλήσσεται απαραδέκτως η ανέλεγκτη κατ’
αναίρεση εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και η ουσιαστική
κρίση του ίδιου δικαστηρίου ότι δεν έλαβε χώρα καμία παράνομη πράξη ή παράλειψη
εκ μέρους των ιατρών του αναιρεσίβλητου νοσοκομείου, τόσο κατά το
προεγχειρητικό στάδιο όσο και κατά τη διενέργεια της επέμβασης και το
μετεγχειρητικό στάδιο. Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως
απαράδεκτος.
18. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, πρέπει να γίνει εν μέρει
δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να αναιρεθεί εν μέρει η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση,
η υπόθεση δε, που χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό, πρέπει να
παραπεμφθεί κατά το αναιρούμενο μέρος της στο δικάσαν δικαστήριο για νέα κρίση.
19. Επειδή, ύστερα από την εν μέρει νίκη και την εν μέρει
ήττα των διαδίκων, πρέπει να συμψηφιστεί μεταξύ τους η δικαστική δαπάνη.
Δ ι ά τ α ύ τ α
Δέχεται εν μέρει την αίτηση.
Αναιρεί εν μέρει την 2302/2020 απόφαση του Διοικητικού
Εφετείου Αθηνών, στο οποίο παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος
της, σύμφωνα με το αιτιολογικό.
Απορρίπτει την αίτηση κατά τα λοιπά.


