27 Μαΐου 2022

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ: ΣΤΕ 2447/2021

ΕΣΦΑΛΜΕΝΗ ΙΑΤΡΙΚΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ - ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΑ ΜΕΣΑ ΕΠΙΤΡΕΠΟΜΕΝΑ -ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ  ΠΑΘΩΝ ΚΛΗΡΩΤΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ  

Αριθμός 2447/2021


ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Α΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Νοεμβρίου 2018, με την εξής σύνθεση: Σπ. Χρυσικοπούλου, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Π. Μπραΐμη, Κ. Κονιδιτσιώτου, Σύμβουλοι, Αικ. Ρωξάνα, Σ. Κωνσταντίνου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Αικ. Ιγγλέση.



1. Επειδή, με την αίτηση αυτή, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται κατά νόμον, καταβολή παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της 1685/2011 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά (μεταβατική έδρα Μυτιλήνης), με την οποία απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 51/2010 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Μυτιλήνης. Με την πρωτόδικη απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή αγωγή του αναιρεσιβλήτου και αναγνωρίστηκε, κατόπιν μετατροπής του αιτήματός του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, η υποχρέωση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου να του καταβάλει, συνεπεία παράνομων πράξεων και παραλείψεων των οργάνων του, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, το συνολικό ποσό των τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ και συγκεκριμένα, 200.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη λόγω προσβολής της προσωπικότητάς του, κατ’ άρθρο 932 Α.Κ., και 100.000 ευρώ ως πρόσθετη αποζημίωση, κατ’ άρθρο 931 Α.Κ., εξαιτίας βλάβης της υγείας του (αναπηρία σε ποσοστό 90%), την οποία υπέστη κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας σε μονάδα της Μυτιλήνης.

2. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων των παρ. 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως οι παράγραφοι αυτές αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) και, περαιτέρω, η παρ. 3 συμπληρώθηκε με το άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 4446/2016 (Α΄ 240/22.12.2016), η ισχύς του οποίου άρχισε, σύμφωνα με το άρθρο 32 του νόμου αυτού, από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αν πρόκειται για διαφορά με χρηματικό αντικείμενο τουλάχιστον 40.000 ευρώ, για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης απαιτείται προβολή ισχυρισμών με το περιεχόμενο που επιβάλλει η παρ. 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (ΣτΕ 131/2018443/20181034/20181563/2018 κ.ά.). Στην περίπτωση αυτή ο αναιρεσείων βαρύνεται, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της αίτησής του, να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιλαμβάνει στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι με καθέναν από τους προβαλλόμενους λόγους τίθεται συγκεκριμένο νομικό ζήτημα, δηλαδή ζήτημα ερμηνείας διάταξης νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, κρίσιμο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγομένης διαφοράς, επί του οποίου είτε δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, είτε οι σχετικές κρίσεις και παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης έρχονται σε αντίθεση προς μη ανατραπείσα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου (ΣτΕ 131/20181563/20182763/2018 κ.ά.). Οι αποφάσεις προς τις οποίες προβάλλεται αντίθεση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης πρέπει να μνημονεύονται ειδικώς και το κριθέν με αυτές νομικό ζήτημα πρέπει να είναι ουσιώδες για την επίλυση των διαφορών που έταμαν τα δικαστήρια αυτά (ΣτΕ 1633/20181634/2018 κ.ά.). Εξάλλου, ως νομολογία νοείται η διαμορφωθείσα επί του ίδιου κρίσιμου νομικού ζητήματος που επιλύθηκε σε υπόθεση με τα ίδια ή ουσιωδώς παρεμφερή πραγματικά περιστατικά και όχι επί ανάλογου ή παρόμοιου (ΣτΕ 618/20191034/20181633/20181634/2018 κ.ά.). Σε περίπτωση δε επίκλησης εκ μέρους του αναιρεσείοντος αντίθεσης προς τη νομολογία ή έλλειψης νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, πρέπει η αντίθεση ή η έλλειψη αυτή να μην αναφέρεται σε ζητήματα επάρκειας της αιτιολογίας συνδεόμενα με το πραγματικό της κρινόμενης υπόθεσης, αλλά να αφορά αποκλειστικά την ερμηνεία διάταξης νόμου ή γενικής αρχής, δυναμένης να έχει γενικότερη εφαρμογή, ανεξαρτήτως εάν αυτή η ερμηνεία διατυπώνεται στη μείζονα ή στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (ΣτE 1013/2014, 1015-6/2014 κ.ά.).

3. Επειδή, στο άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (Εισ.Ν.Α.Κ., π.δ. 456/1984, Α΄ 164) ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή παράλειψη, έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος ...». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, ευθύνη προς αποζημίωση γεννάται όχι μόνο από την έκδοση παράνομης εκτελεστής διοικητικής πράξης ή από την παράνομη παράλειψη έκδοσης τέτοιας πράξης, αλλά και από παράνομες υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου ή από παραλείψεις οφειλόμενων νομίμων υλικών ενεργειών αυτών, εφόσον αυτές συνάπτονται με την οργάνωση και λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών. Εξάλλου, ευθύνη του Δημοσίου υφίσταται, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του νόμου, όχι μόνον όταν παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου με σχετική πράξη ή παράλειψη οργάνου του Δημοσίου, αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα ή υποχρεώσεις που προβλέπει η κείμενη νομοθεσία, καθώς και εκείνα που, κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας και της καλής πίστης, προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη δημόσια υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης (ΣτΕ 1704/20191819/20182838/2017573/2013 κ.ά.). Ο κατά τα ανωτέρω παράνομος χαρακτήρας της ζημιογόνου πράξης, παράλειψης ή υλικής ενέργειας αρκεί για να στοιχειοθετηθεί η ευθύνη του Δημοσίου, χωρίς να απαιτείται και η διαπίστωση πταίσματος του οργάνου του (ΣτΕ 1704/20192838/2017 κ.ά.). Απαραίτητη, πάντως, προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημίωσης είναι, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας ή της παράλειψης υλικής ενέργειας του δημόσιου οργάνου και της ζημίας που επήλθε. Αιτιώδης δε σύνδεσμος υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η πράξη ή η παράλειψη ή η υλική ενέργεια ή η παράλειψη αυτής εκ μέρους του οργάνου του Δημοσίου είναι επαρκώς ικανή (πρόσφορη) και μπορεί αντικειμενικά κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού να επιφέρει τη ζημία την οποία και επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΣτΕ 1704/20194410/2015877/2013 7μ., 573/2013322/2009 7μ. κ.ά.).

4. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 298 του Αστικού Κώδικα (Α.Κ.) ορίζεται ότι: «Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία, καθώς και το διαφυγόν κέρδος). …» και στο άρθρο 299 του Α.Κ. ορίζεται ότι: «Για μη περιουσιακή ζημία οφείλεται χρηματική ικανοποίηση στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος». Σύμφωνα δε με το άρθρο 932 εδ. α΄ και β΄ του Α.Κ.: «Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του». Από τη διάταξη αυτή (σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ.) συνάγεται ότι, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 932 του Α.Κ., να επιδικάσει σε βάρος του Δημοσίου εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (ΣτΕ 3539/20152202/20141782/20134714/20124133/2011 7μ. κ.ά.). Ειδικότερα, με το άρθρο 932 του Α.Κ. παρέχεται στο δικαστήριο της ουσίας η εξουσία, αφού εκτιμήσει τους ειδικότερους ισχυρισμούς των διαδίκων που προβάλλονται ενώπιόν του και τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης (συνθήκες γενικά της προσβολής, είδος, ένταση και συνέπειες της βλάβης του παθόντος, ηλικία του παθόντος, οικονομική και κοινωνική κατάσταση αυτού, βαρύτητα του πταίσματος του οργάνου του υποχρέου κ.λπ., συνεκτιμώντας και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος στην πρόκληση της ζημίας ή την έκταση αυτής, βλ. σχετικά ΣτΕ 3292/2017, 3539/2015 και ΑΠ 1527/2001), και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, να επιδικάσει χρηματική ικανοποίηση και να καθορίσει το εύλογο ποσό αυτής, αν κρίνει ότι επήλθε στον προσβληθέντα ηθική βλάβη (ΣτΕ 842/20194737/2014877/2013 7μ., 4133/2011 7μ. κ.ά.).

5. Επειδή, στο άρθρο 929 του Α.Κ. ορίζεται ότι: «Σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του. ...» και στο άρθρο 930 του Α.Κ. ορίζεται ότι: «Η αποζημίωση των δύο προηγούμενων άρθρων που αναφέρεται στο μέλλον καταβάλλεται σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα. Όταν υπάρχει σπουδαίος λόγος, η αποζημίωση μπορεί να επιδικαστεί σε κεφάλαιο εφάπαξ. ...». Περαιτέρω, στο άρθρο 931 του Α.Κ. ορίζεται ότι: «Η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενήθηκε στον παθόντα λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης, αν επιδρά στο μέλλον του». Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 298, 299, 932 του Α.Κ. και 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., συνάγεται ότι η αναπηρία ή η παραμόρφωση που προξενείται στον παθόντα, ανεξάρτητα από το φύλο του, εκτός από την επίδραση που μπορεί να ασκήσει στις παροχές που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 του Α.Κ., είναι δυνατόν να θεμελιώσει και αυτοτελή αξίωση για αποζημίωση, σύμφωνα με το άρθρο 931 του Α.Κ., αν επιδρά στο μέλλον του, δηλαδή στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική εξέλιξη του προσώπου. Δεν απαιτείται βεβαιότητα δυσμενούς επιρροής στο μέλλον του προσώπου, αλλά αρκεί και απλή δυνατότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Η διατύπωση της διάταξης του άρθρου 931 του Α.Κ. παρέχει βάση για τέτοια αξίωση, αν και εφόσον η αναπηρία ή η παραμόρφωση επιδρά στο μέλλον (οικονομικό, επαγγελματικό, κοινωνικό) του παθόντος, που δεν μπορεί να καλυφθεί εντελώς με τις παροχές από τις διατάξεις των άρθρων 929 και 932 του Α.Κ. Επομένως, για τη θεμελίωση της αυτοτελούς αυτής αξίωσης απαιτείται να συντρέξουν περιστατικά πέρα από εκείνα που απαιτούνται για τη θεμελίωση αξιώσεων με βάση τα άρθρα 929 και 932 του Α.Κ., τα οποία συνθέτουν την έννοια της επίδρασης της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης στο μέλλον του παθόντος, δηλαδή να συντρέξουν ιδιάζοντα περιστατικά, εκτός και πέραν εκείνων που χρειάζονται για τη στοιχειοθέτηση αξιώσεων κατά τα άρθρα 929 και 932 του Α.Κ., περιστατικά από τα οποία θα πρέπει να προκύπτουν οι ιδιαίτεροι λόγοι, εξαιτίας των οποίων επέρχονται δυσμενείς συνέπειες στην οικονομική, επαγγελματική, κοινωνική πλευρά της μελλοντικής ζωής του. Ως εκ τούτου, κατά τη διάταξη του άρθρου 931 του Α.Κ., επιδικάζεται στον παθόντα την αναπηρία ή την παραμόρφωση ένα εύλογο χρηματικό ποσό χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία, το ύψος δε του επιδικαζόμενου εύλογου χρηματικού ποσού καθορίζεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, την ηλικία του παθόντος, καθώς και με τη συνεκτίμηση του ποσοστού τυχόν συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμόρφωσης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ., αξίωσης για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (ΣτΕ 1636/20172775/20164097/2015877/2013 7μ., 1437/20112937/20093463/2004 κ.ά.). Η αξίωση του άρθρου 931 του Α.Κ. είναι διαφορετική από α) την αξίωση του άρθρου 929 του Α.Κ. για διαφυγόντα εισοδήματα του παθόντος που, κατ’ ανάγκη, συνδέεται με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία λόγω ανικανότητας προς εργασία και β) την κατά το άρθρο 932 του Α.Κ. χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης˙ οι αξιώσεις αυτές είναι δυνατόν να ασκηθούν είτε σωρευτικώς είτε μεμονωμένα, αφού είναι αυτοτελείς και η θεμελίωση καθεμιάς από αυτές δεν προϋποθέτει αναγκαία την ύπαρξη μιας από τις υπόλοιπες (ΣτΕ 1636/20171541/2013 κ.ά.). Επομένως, για τον υπολογισμό της χρηματικής παροχής του άρθρου 931 του Α.Κ. δεν έχουν εφαρμογή τα ισχύοντα για την αξίωση του άρθρου 929 του Α.Κ. -όπου για τον καθορισμό αυτής προσδιορίζεται πρώτα το ύψος της θετικής και αποθετικής ζημίας αυτού που έπαθε βλάβη του σώματος ή της υγείας και το ποσό αυτής μειώνεται κατά το ποσοστό της τυχόν συνυπαιτιότητάς του- αφού η χρηματική παροχή του άρθρου 931 του Α.Κ. δεν αποτελεί αποζημίωση προς ανόρθωση συγκεκριμένης μελλοντικής περιουσιακής ζημίας, αλλά δίδεται για το γεγονός και μόνο της αναπηρίας ή παραμόρφωσης και καθορίζεται κατά την εύλογη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας με βάση τους αναφερόμενους ως άνω προσδιοριστικούς παράγοντες (ΣτΕ 1636/20172775/20162668/20151437/20112937/2009 κ.ά.).

6. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 13 του α.ν. 1565/1939 «Περί κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος» (Α΄ 16) ορίζεται ότι: «Ο ιατρός οφείλει να ασκή ευσυνειδήτως το επάγγελμα αυτού και να συμπεριφέρεται τόσον εν τη ασκήσει του επαγγέλματος, όσον και εκτός αυτής κατά τρόπον αντάξιον της αξιοπρεπείας και εμπιστοσύνης τας οποίας απαιτεί το ιατρικόν επάγγελμα», στο δε άρθρο 24 του ίδιου αναγκαστικού νόμου ορίζεται ότι: «Ο ιατρός οφείλει να παρέχη μετά ζήλου ευσυνειδησίας και αφοσιώσεως την ιατρικήν αυτού συνδρομήν, συμφώνως προς τας θεμελιώδεις αρχάς της ιατρικής επιστήμης, και της κτηθείσης πείρας, τηρών τας ισχυούσας διατάξεις περί διαφυλάξεως των ασθενών και προστασίας των υγιών». Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικος (άρθρο 47 Εισ.Ν.Α.Κ.), σε συνδυασμό με τα άρθρα 330, 652, 914 ΑΚ, ο ιατρός ευθύνεται σε αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη ασθενής του από κάθε αμέλεια αυτού, ακόμη και ελαφρά, αν, κατά την εκτέλεση των ιατρικών του καθηκόντων, παρέβη την υποχρέωσή του να ενεργήσει σύμφωνα με τις αρχές και τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, επιδεικνύοντας την δέουσα επιμέλεια, δηλαδή, αυτήν που αναμένεται από τον μέσο εκπρόσωπο του κύκλου του (ΣτΕ 1594/20201580/20181414/20172669/20152224/2014572/2013 κ.ά.).

7. Επειδή, εξάλλου, στην παρ. 1 του άρθρου 145 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, Α΄ 97) ορίζεται ότι: «Κάθε διάδικος υποχρεούται να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που επικαλείται για να στηρίξει τους ισχυρισμούς του, εκτός αν ο νόμος που διέπει τη σχέση ορίζει διαφορετικά. Οι άλλοι διάδικοι έχουν το δικαίωμα να ανταποδείξουν». Στο άρθρο 146 του πιο πάνω Κώδικα ορίζεται ότι: «Η απόδειξη στηρίζεται στα στοιχεία του, κατά το άρθρο 149, διοικητικού φακέλου, καθώς και σε εκείνα που προέκυψαν από την ενώπιον του δικαστηρίου αποδεικτική διαδικασία». Στην παρ. 1 του άρθρου 147 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι: «Αποδεικτικά μέσα είναι: α) η αυτοψία, β) η πραγματογνωμοσύνη, γ) τα έγγραφα, δ) η ομολογία του ιδιώτη διαδίκου, ε) οι εξηγήσεις των διαδίκων, στ) οι μάρτυρες και ζ) τα δικαστικά τεκμήρια» και στο άρθρο 148 του Κώδικα αυτού ορίζονται τα εξής: «Το δικαστήριο χρησιμοποιεί τα αποδεικτικά μέσα κατά την κρίση του και τα εκτιμά ελευθέρως, αυτοτελώς ή σε συνδυασμό μεταξύ τους, εκτός αν ειδική διάταξη νόμου ορίζει διαφορετικά». Περαιτέρω, στην παρ. 1 του άρθρου 149 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι: «Ο διοικητικός φάκελος, τον οποίο και υποχρεούται η Διοίκηση να διαβιβάζει, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 129, στο δικαστήριο αποτελείται από τα, σχετικά με την ένδικη υπόθεση, στοιχεία». Στην παρ. 1 του άρθρου 159 του Κώδικα ορίζεται ότι: «Το δικαστήριο, αν κρίνει ότι ανακύπτουν ζητήματα για τη διάγνωση των οποίων απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, διατάζει πραγματογνωμοσύνη και διορίζει, για τη διεξαγωγή της, έναν ή περισσότερους πραγματογνώμονες». Στην παρ. 1 του άρθρου 160 του ανωτέρω Κώδικα ορίζεται ότι: «Οι λόγοι οι οποίοι ισχύουν για τον αποκλεισμό και την εξαίρεση των δικαστών ισχύουν αναλόγως και για τους πραγματογνώμονες» και στο άρθρο 161 του Κώδικα ορίζονται τα εξής: «1. Οι πραγματογνώμονες γνωμοδοτούν για τα θέματα που τους τίθενται από το δικαστήριο. 2. Η άσκηση των καθηκόντων του πραγματογνώμονα είναι υποχρεωτική. 3. Οι πραγματογνώμονες οφείλουν, πέρα από τα κύρια καθήκοντά τους, όταν καλούνται από το δικαστήριο, να παρευρίσκονται κατά τη διενέργεια άλλων διαδικαστικών πράξεων, καθώς και κατά τη μετά την απόδειξη συζήτηση της υπόθεσης, για την παροχή επεξηγήσεων ή πληροφοριών». Περαιτέρω, στο άρθρο 162 του ως άνω Κώδικα ορίζεται ότι: «Οι πραγματογνώμονες ορκίζονται ενώπιον του δικαστηρίου που τους διόρισε ή του εισηγητή δικαστή…». Στο άρθρο 163 του προαναφερθέντος Κώδικα ορίζεται ότι: «1…2. Οι πραγματογνώμονες μπορούν: α) να λαμβάνουν γνώση των στοιχείων της δικογραφίας… β) να ζητούν πληροφορίες από τους διαδίκους ... 3. … 4. Οι διάδικοι μπορούν να υποβάλλουν προς τους πραγματογνώμονες υπομνήματα με τις απόψεις τους για το αντικείμενο της πραγματογνωμοσύνης, καθώς και κάθε άλλο συναφές με αυτό στοιχείο και να παρευρίσκονται κατά την εξέταση ή τη θεώρηση του αντικειμένου της». Στην παρ. 1 του άρθρου 164 του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι: «Για τη διεξαγωγή και το συμπέρασμα της πραγματογνωμοσύνης οι πραγματογνώμονες συντάσσουν έκθεση…». Ακολούθως, στο άρθρο 165 του Κώδικα ρυθμίζεται το θέμα των δαπανών της πραγματογνωμοσύνης και της αμοιβής των πραγματογνωμόνων και στο άρθρο 166 προβλέπονται κυρώσεις σε βάρος του πραγματογνώμονα, που δεν εκτελεί τα καθήκοντά του. Περαιτέρω, στο άρθρο 167 του Κώδικα ορίζονται τα εξής: «1. Αν το δικαστήριο αποφασίσει το διορισμό πραγματογνώμονα, κάθε διάδικος μπορεί να ορίσει, με δαπάνη του, έναν τεχνικό σύμβουλο, ο οποίος πρέπει να είναι πρόσωπο που έχει την ικανότητα να διοριστεί πραγματογνώμονας. 2. Ο ορισμός γίνεται με έγγραφη δήλωση του διαδίκου, η οποία κατατίθεται στη γραμματεία ή και προφορικώς στο δικαστήριο ή στον εισηγητή - δικαστή ενώπιον των οποίων διενεργείται η πραγματογνωμοσύνη. Για τον ορισμό, αναλόγως με την περίπτωση, συντάσσεται έκθεση ή πρακτικό, αντίστοιχα. 3. Οι Τεχνικοί Σύμβουλοι βοηθούν τους διαδίκους με τις τεχνικές γνώσεις τους, μπορούν δε να παρευρίσκονται σε όλες τις διαδικαστικές πράξεις, στις οποίες είναι δυνατόν να παρευρίσκονται και οι πραγματογνώμονες, να λαμβάνουν γνώση της δικογραφίας και να λαμβάνουν απλά αντίγραφα των αναγκαίων για την επιτέλεση του έργου τους εγγράφων. 4. Οι Τεχνικοί Σύμβουλοι μπορούν να υποβάλλουν εγγράφως ή να διατυπώσουν προφορικώς στο ακροατήριο, τις παρατηρήσεις τους για την έκθεση της πραγματογνωμοσύνης …». Στο άρθρο 168 του ως άνω Κώδικα ορίζεται ότι: «Γνωμοδοτήσεις προσώπων τα οποία έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, για ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, τα οποία δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της πραγματογνωμοσύνης, λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, εφόσον ειδική διάταξη νόμου δεν ορίζει διαφορετικά». Τέλος, στα άρθρα 182 έως 185 του προαναφερόμενου Κώδικα περιέχονται διατάξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της μαρτυρικής απόδειξης, οι οποίες ορίζουν ότι η απόδειξη αυτή ενεργείται ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εισηγητή-δικαστή, κατά δε την προδικασία ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας του μάρτυρα, μετά από την τήρηση συγκεκριμένων διαδικαστικών διατυπώσεων και εγγυήσεων που ορίζονται στις διατάξεις αυτές.

*** Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Μυτιλήνης με την 51/2010 οριστική απόφασή του, αφού εκτίμησε το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, έκρινε ότι η εσφαλμένη αξιολόγηση της κλινικής εικόνας, η μη έγκαιρη διακομιδή του αναιρεσιβλήτου στο *Νοσοκομείο Αθηνών για τη χορήγηση της αναγκαίας ιατρικής φροντίδας προς αποτροπή άμεσου κινδύνου της υγείας του, η καθυστέρηση στη διενέργεια εξειδικευμένων εξετάσεων, για αρκετές ημέρες, και, τέλος, η διενέργειά τους όταν η συγχυτική κατάσταση του ασθενούς ήταν, πλέον, πλήρης τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς τη ραγδαία εξέλιξη της ασθένειας και την πρόκληση αναπηρίας σε ποσοστό 90%. Με τις σκέψεις αυτές, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκανε δεκτή εν μέρει την αγωγή κρίνοντας ότι θεμελιώνεται ευθύνη του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου: α) για το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (932 Α.Κ.), και β) για το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, ως εύλογο χρηματικό ποσό (931 Α.Κ.) λόγω της δυσμενούς επίδρασης της επελθούσας αναπηρίας του αναιρεσιβλήτου στην οικονομική και κοινωνική του ζωή (επαγγελματική αποκατάσταση, σύναψη σχέσεων με το άλλο φύλο, δημιουργία οικογένειας), τα δε ως άνω ποσά επιδίκασε νομιμοτόκως από την επίδοση της εν λόγω αγωγής, ύστερα από μετατροπή του αιτήματός της από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό. Κατά της πρωτόδικης απόφασης το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά την από *έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Ειδικότερα, το δικαστήριο, όπως βεβαιώνεται στην απόφασή του, έλαβε υπόψη «ιδιαιτέρως» ότι από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης και τις εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων προέκυπτε ότι κλινικές εκδηλώσεις της εγκεφαλίτιδας που επιβάλλουν την άμεση και εξειδικευμένη νοσηλεία είναι ο επίμονος πυρετός με κεφαλαλγία και η διαταραχή του επιπέδου συνείδησης και ότι σύμφωνα με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης «… η ιογενής εγκεφαλίτιδα είναι πολύ πιθανή σε ασθενή με αιφνίδιο πυρετό κεφαλαλγία και προοδευτικό επηρεασμό της εγκεφαλικής λειτουργίας». Έλαβε επίσης υπόψη ότι στην προκειμένη περίπτωση η εμπύρετη κλινική εικόνα του αναιρεσιβλήτου, συνοδευόταν εξ αρχής από έντονες κεφαλαλγίες, κατάσταση που επιβεβαιώνεται και από την μαρτυρική κατάθεση του *, νοσηλευτή, στο *, ενώ σύμφωνα με την ίδια μαρτυρική κατάθεση, ακόμη και κατά το διήμερο *, κατά το οποίο υποχώρησε ο πυρετός, μετά την αντικατάσταση της πρώτης αναποτελεσματικής φαρμακευτικής αγωγής, η κεφαλαλγία παρέμεινε σταθερή. Περαιτέρω, όπως δέχθηκε το διοικητικό εφετείο, όταν στις * επανήλθε η εμπύρετη κατάσταση, συνοδευόμενη πάντα από κεφαλαλγία, εκδηλώθηκαν και τα πρώτα συμπτώματα διαταραχής του επιπέδου της συνείδησης (συγχυτική κατάσταση, βυθιότητα και ελαφρά δυσκαμψία του αυχένα, κρίσεις παροδικής απώλειας συνείδησης) όπως βεβαιώνεται και από την προαναφερόμενη, μαρτυρική κατάθεση του *. Όλο αυτό το χρονικό διάστημα από τις *, ο αναιρεσίβλητος με επίμονο πυρετό και κεφαλαλγία έμεινε στο αναρρωτήριο της μονάδας του, η οποία, επειδή δεν είχε όλες τις ιατρικές ειδικότητες ούτε διέθετε πλήρη εργαστηριακό εξοπλισμό και μέσα, υποστηριζόταν ιατρικά και εργαστηριακά από το Πολιτικό Νοσοκομείο *. Και ναι μεν στην από * ιατρική πραγματογνωμοσύνη - έκθεση τεχνικού συμβούλου του Ελληνικού Δημοσίου, Επιμελητή νευρολογικής κλινικής * αναφέρεται ότι «… η σταδιακή βελτίωση της πυρετικής κίνησης του ασθενή από * έως απυρεξία στι*, δεν ταιριάζει με την εξαρχής παρουσία προσβολής του εγκεφάλου όπου θα αναμέναμε μη ανταπόκριση του πυρετού στην χορηγηθείσα αγωγή», όμως το δικαστήριο δέχθηκε ότι η παρατεταμένη κεφαλαλγία και η μη επιτυχής αντιμετώπιση του πυρετού θα έπρεπε να οδηγήσει στην άμεση εισαγωγή του ασθενούς, αν όχι πάραυτα στο 401 στρατιωτικό νοσοκομείο, τουλάχιστον στο πολιτικό νοσοκομείο* όπου, αφού υπάρχει πεπειραμένο προσωπικό, θα συνεκτιμώνταν και άλλα συμπτώματα, τα οποία, άλλωστε κατά το δικαστήριο, ενδεχομένως υπήρχαν αλλά δεν μπορούσαν να αξιολογηθούν από τον στερούμενο σχετικής εμπειρίας εφημερεύοντα οπλίτη γιατρό και η ιστορούμενη περίπτωση πιθανότατα θα αντιμετωπιζόταν χωρίς τόση αργοπορία. Άλλωστε, κατά το δικαστήριο, τις αμφιβολίες του περί του ότι δεν υπήρχαν άλλα συμπτώματα πλην του πυρετού και της κεφαλαλγίας διατυπώνει στην από * ιατρική πραγματογνωμοσύνη - έκθεση τεχνικού συμβούλου ο Καθηγητής * όπου αναφέρει ότι θεωρεί «... λιγότερο πιθανό το ενδεχόμενο να παρουσιάστηκαν διαταραχές του επιπέδου της συνείδησης για πρώτη φορά μόλις στις *». Τέλος, το δικαστήριο έλαβε υπόψη ότι η επιληψία του αναιρεσιβλήτου και η αναπηρία του σε ποσοστό 90% είναι αποτέλεσμα της εγκεφαλίτιδας, η δε έγκαιρη διάγνωση της νόσου ήταν αποφασιστικής σημασίας για την εξέλιξή της, διότι η χορήγηση κατάλληλων αντιβιοτικών την επηρεάζουν ευνοϊκότατα. Με τα δεδομένα αυτά το διοικητικό εφετείο δέχθηκε ότι τα πρώτα συμπτώματα συγχυτικής κατάστασης του αναιρεσιβλήτου που εμφανίστηκαν στις *, σε συνδυασμό με την παρατεταμένη από τις 18.1.1999 εμπύρετη κατάσταση και τη μόνιμη κεφαλαλγία, «έπρεπε να προϊδεάσουν, τον θεράποντα ιατρό της στρατιωτικής μονάδας, σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, ότι ο ασθενής παρουσιάζει λοίμωξη του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος και όχι πυώδη αμυγδαλίτιδα». Περαιτέρω, το ως άνω διοικητικό εφετείο έκρινε ότι η εσφαλμένη αξιολόγηση των κλινικών ευρημάτων, η καθυστερημένη διάγνωση της ασθένειας και η μη έγκαιρη διακομιδή του ασθενούς αναιρεσιβλήτουστο*, με σκοπό τη χορήγηση της αναγκαίας ιατρικής φροντίδας, προς αποτροπή άμεσου κινδύνου της υγείας του και τη διενέργεια εξειδικευμένων εξετάσεων, τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη ραγδαία εξέλιξη της ασθένειας του αναιρεσιβλήτου και την πρόκληση αναπηρίας σε ποσοστό 90%. Ενόψει δε αυτού, το δικαστήριο δέχθηκε ότι εξαιτίας των ανωτέρω παράνομων παραλείψεων των οργάνων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, θεμελιώνεται πλήρης ευθύνη του Ελληνικού Δημόσιου κατά το άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ» για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη ο αναιρεσίβλητος. Αφού δε έλαβε υπόψη το μέγεθος και τη σοβαρότητα της βλάβης της υγείας του αναιρεσιβλήτου (αναπηρία σε ποσοστό 90% και γενικευμένες επιληπτικές κρίσεις), την παρατεταμένη (οκτάμηνη) νοσηλεία του, κατά τη διάρκεια της οποίας αυτός βρισκόταν διασωληνωμένος με διάγνωση «κατάσταση επιληψίας», την αποδεικνυόμενη, ακολούθως, ανάγκη περιοδικής νοσηλείας του σε διάφορα νοσηλευτικά ιδρύματα, την επίδραση στην προσωπικότητά του και την ψυχική του υγεία, καθώς και το εξαιρετικά νεαρό την ηλικίας του (έφηβος 19 ετών κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο), την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διάδικων μερών και την έλλειψη υπαιτιότητας του αναιρεσιβλήτου, την ψυχική και συναισθηματική επιβάρυνση του ιδίου αλλά και του οικογενειακού και κοινωνικού περιβάλλοντός του, που προήλθε από την κατά τα ανωτέρω ετήσια σχεδόν ταλαιπωρία του σε μονάδες εντατικής θεραπείας νοσηλευτικών ιδρυμάτων, τις επισκέψεις σε εξειδικευμένα κέντρα, ιατρούς και φυσιοθεραπευτές για την αντιμετώπιση της μη επανορθώσιμης (σύμφωνα με όσα είναι σήμερα γνωστά στην επιστήμη) βλάβης του αναιρεσιβλήτου, επιδίκασε ποσό χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, κατ’ άρθρο 932 Α.Κ. ύψους, διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ. Περαιτέρω, δε, το δικάσαν δικαστήριο ενόψει του ότι ο αναιρεσίβλητος κατέστη ανάπηρος, χωρίς υπαιτιότητά του, σε πολύ νεαρή ηλικία (19 ετών), δηλαδή πριν καν προλάβει να αρχίσει την επαγγελματική του σταδιοδρομία και να δημιουργήσει τις βάσεις της οικονομικής του αυτοτέλειας, ώστε να είναι εφικτός ο συγκεκριμένος προσδιορισμός της ζημίας που θα υποστεί συνολικά στο μέλλον από την εν λόγω αναπηρία, και ότι, περαιτέρω, το σοβαρότατο ποσοστό αναπηρίας του, που ανέρχεται σε 90%, θα έχει ως συνέπεια να στερηθεί τις προσιδιάζουσες σε νέους αθλητικές και κοινωνικές δραστηριότητες και θα τον οδηγήσει σε περιορισμό των κινήσεων και ενδιαφερόντων του σε όλους τους τομείς, ότι θα λαμβάνει εφ’ όρου ζωής αντιεπιληπτική αγωγή, ότι η ισόβια αναπηρία του, κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας, θα επιδράσει δυσμενώς στην επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική του ζωή και εξέλιξη, ενώ εξαιτίας της μειώνονται δραματικά οι πιθανότητες τέλεσης γάμου και δημιουργίας οικογένειας ώστε να έχει στο μέλλον την αναγκαία, στις περιπτώσεις αυτές, ηθική και κοινωνική υποστήριξη, όταν οι γονείς του, που ανταποκρίνονται σήμερα στο καθήκον αυτό, θα έχουν πλέον καταστεί υπέργηροι, συνεκτιμώντας και την αποκλειστική υπαιτιότητα των οργάνων του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και την οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών, επιδίκασε ποσό αποζημίωσης κατ’ άρθρο 931 Α.Κ., ύψους εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ. Αμφότερα δε τα ως άνω ποσά (200.000 και 100.000 ευρώ, σύνολο 300.000 ευρώ) επιδικάσθηκαν νομιμοτόκως από τις 23.9.2003, ημέρα επίδοσης, επιμελεία του αναιρεσιβλήτου, αντιγράφου της ασκηθείσας από τον αναιρεσίβλητο αγωγής.

9. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Διοικητικού Εφετείου Πειραιά στις 14.5.2012 και, επομένως, εμπίπτει, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην τρίτη σκέψη, στο πεδίο εφαρμογής της παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 3900/2010. Με την αίτηση δε αυτή άγεται κατ’ αναίρεση διαφορά με αμιγώς χρηματικό αντικείμενο, το οποίο αντιστοιχεί, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στο ποσό των 300.000 ευρώ που επιδικάστηκε στον αναιρεσίβλητο και, ως εκ τούτου, υπερβαίνει το ποσό των 40.000 ευρώ. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση ασκείται παραδεκτώς από την άποψη του ποσού. Επομένως, κατά τα εκτεθέντα στην 4η σκέψη, για το παραδεκτό της υπό κρίση αίτησης απαιτείται η προβολή και η τεκμηρίωση εκ μέρους του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς περιλαμβανόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο, της συνδρομής των προϋποθέσεων της παρ. 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως αυτή ισχύει. Με το εισαγωγικό δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης προβάλλεται ως πρώτος λόγος αναίρεσης ότι το διοικητικό εφετείο κατά παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας και, ειδικότερα, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των δικονομικών διατάξεων των άρθρων 146, 149, 159 έως 168 και 182 έως 185 του Κ.Δ.Δ., στήριξε την κρίση του σε μη νόμιμα αποδεικτικά μέσα. Και τούτο διότι, όπως προβάλλεται, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρέθεσε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του και έλαβε υπόψη του «μια σειρά βεβαιώσεων και τεχνικών εκθέσεων», δηλαδή, μεταξύ άλλων, τις από * βεβαιώσεις και την από * ιατρική πραγματογνωμοσύνη του Καθηγητή της Νευρολογικής Κλινικής του νοσοκομείου * *, καθώς και την από * βεβαίωση του Ειδικού Παθολόγου, *η, οι οποίες δεν αποτελούν νόμιμα, κατά το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, αποδεικτικά μέσα, διότι «αποτελούν μαρτυρίες ή εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, για τις οποίες δεν τηρήθηκαν οι απαιτούμενες από τον Κ.Δ.Δ. διατυπώσεις για την εγκυρότητά τους, ενώ έχουν συνταγεί ενόψει ή επ’ ευκαιρία της ανοιγείσης με την ένδικη αγωγή διοικητικής δίκης και με σκοπό να χρησιμοποιηθούν στα πλαίσια του ελέγχου που διενεργήθηκε από αυτήν, ώστε να καταστούν στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης». Για τη θεμελίωση του παραδεκτού του ως άνω προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης το Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι επί του νομικού αυτού ζητήματος αν μπορεί να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τέτοιου είδους βεβαιώσεις τρίτων ή τεχνικές εκθέσεις υπάρχει αντίθετη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, και, ειδικότερα, μεταξύ άλλων, η 1349/2011 απόφαση αυτού. Ο ισχυρισμός αυτός είναι βάσιμος, όπως εκτίθεται κατωτέρω, διότι πράγματι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση σε ότι αφορά τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας των βεβαιώσεων τρίτων που συντάχθηκαν σε χρόνο μεταγενέστερο της αγωγής για τη συγκεκριμένη δίκη είναι αντίθετη προς την 1349/2011 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Συνεπώς, ο σχετικός προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που αφορά τις ως άνω βεβαιώσεις είναι παραδεκτός και η κρινόμενη αίτηση ασκείται παραδεκτώς ως προς το τιθέμενο με τον πρώτο λόγο αναίρεσης νομικό ζήτημα από την άποψη της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010. Δεδομένου δε ότι η αίτηση αυτή ασκείται παραδεκτώς και κατά τα λοιπά, πρέπει να εξεταστεί ως προς το βάσιμο αυτής.

10. Επειδή, από τις αναφερόμενες στη σκέψη 7 διατάξεις των άρθρων συνάγεται ότι οι προσκομιζόμενες από τους διαδίκους εξώδικες δηλώσεις, επιστολές ή βεβαιώσεις τρίτων προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις ή εμπειρία επί ορισμένου αντικειμένου δεν είναι νόμιμα αποδεικτικά μέσα και δεν επιτρέπεται να ληφθούν νομίμως υπόψη, γιατί αποτελούν είτε μαρτυρίες (ΣτΕ 2152/20171327/2012 κ.ά.) είτε εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης (ΣτΕ 1580/20181019/2014 κ.ά.), για τις οποίες δεν τηρήθηκαν οι απαιτούμενες από τον Κ.Δ.Δ. διατυπώσεις για την εγκυρότητά τους (ΣτΕ 1580/20181019/20141327/2012 κ.ά.). Αποτελούν όμως οι εν λόγω δηλώσεις ή βεβαιώσεις νόμιμα αποδεικτικά μέσα, αν είναι προγενέστερες της προσφυγής ή της αγωγής (ΣτΕ 1580/2018) και δεν έχουν συνταχθεί ενόψει ή επ’ ευκαιρία της διοικητικής δίκης ή με σκοπό να χρησιμοποιηθούν στο πλαίσιο της δίκης αυτής, αλλά είναι άσχετες προς αυτήν (ΣτΕ 3592/2009) ή αν έχουν τεθεί υπόψιν της Διοίκησης, κατά τη διαδικασία ενώπιόν της, ώστε να καταστούν στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης (βλ. ΣτΕ 618/2019, 1580/2018, 2152/2017, 1327/2012, 1349/2011, 3592/2009 κ.ά.).

11. Επειδή, η κρίση του διοικητικού εφετείου ότι στοιχειοθετείται ευθύνη του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημόσιου με βάση το άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. προς αποζημίωση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη ο αναιρεσίβλητος, δεν είναι νόμιμη. Τούτο δε, διότι από το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για να σχηματίσει πλήρη και βέβαιη δικανική πεποίθηση έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αναφερόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα και την προαναφερόμενη από* βεβαίωση του Καθηγητή της Νευρολογικής Κλινικής του νοσοκομείου *, καθώς και την από *6 βεβαίωση του Ειδικού Παθολόγου,*, κρίνοντας εσφαλμένα ότι πρόκειται για επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα, αν και οι βεβαιώσεις αυτές, οι οποίες δεν είχαν εκδοθεί σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 159 και επ. του Κ.Δ.Δ., είχαν συνταχθεί μετά την άσκηση της ένδικης αγωγής και δεν προκύπτει ότι δεν συντάχθηκαν για να χρησιμοποιηθούν στη συγκεκριμένη δίκη ως αποδεικτικά μέσα (πρβ. Σ.τ.Ε. 1580/20182915/20153745/1998). Με τα δεδομένα αυτά ο ως άνω λόγος αναίρεσης προβάλλεται βασίμως. Για τον λόγο λοιπόν αυτόν, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί, παρέλκει δε ως αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης. Περαιτέρω, η υπόθεση, που χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί στο ίδιο δικαστήριο για νέα κρίση.

12. Επειδή, το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, κρίνει ότι ο αναιρεσίβλητος πρέπει να απαλλαγεί από τη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 39 παρ. 1 εδάφιο δεύτερο του π.δ. 18/1989).

Δ ι ά τ α ύ τ α

Δέχεται την αίτηση.

Αναιρεί την 1685/2011 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά, στο οποίο παραπέμπει την υπόθεση, σύμφωνα με το αιτιολογικό. Και



29 Απριλίου 2022

ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΑΠΟ ΚΑΚΗ ΝΟΜΟΘΕΤΗΣΗ .Διοικ. Εφ. Αθηνών, Αριθμός Απόφασης: 873/2022

 





ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΑΠΟ ΚΑΚΗ ΝΟΜΟΘΕΤΗΣΗ



Διοικ. Εφ. Αθηνών, Αριθμός Απόφασης: 873/2022 (Τμήμα 5ο Τριμελές)

Συνεκδίκαση αντίθετων εφέσεων κατά οριστικής αποφάσεως του Τ.Δ.Π. Αθηνών, με την οποία επιδικάσθηκε αποζημίωση, κατ’άρθρο 105 ΕισΝ.Α.Κ., για την αποκάσταση της ζημίας προκληθείσας από την αντισυνταγματικότητα των διατάξεων του ν.3044/2002 (ΦΕΚ Α 197) και την αδυναμία του ενάγοντος να προβεί σε μεταφορά συντελεστή δομήσεως, που είχε εγκριθεί. Απαράδεκτη η πρόσθετη παρέμβαση του παρεμβαίνοντος κοινωφελούς Ιδρύματος. Η μεταφορά συντελεστή δομήσεως δυνάμει της παρ.5 του άρθρου 4 του ν.3044/2002 αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 24 παρ.1 και 2 του Συντάγματος. Απόρριψη των προβαλλόμενων από το Ελληνικό Δημόσιο λόγων εφέσεως. Κρίση ότι στοιχειοθετείται ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση του ενάγοντος. Στοιχεία για τον καθορισμός του ύψους της ζημίας του ήδη εκκαλούντος. Απορρίπτει την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου – Δέχεται εν μέρει την έφεση του εκκαλούντος ιδιοκτήτη – Μεταρρυθμίζει την πρωτόδικη απόφαση – Αναγνωρίζει την υποχρέωση του εφεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει στον ανωτέρω ζημιωθέντα υψηλότερο ποσό αποζημιώσεως.



Αριθμός απόφασης : 873 /2022

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 12 Ιανουαρίου 2022, με την εξής σύνθεση : Χριστίνα Μπέκου, Πρόεδρος Εφετών Διοικητικών Δικαστηρίων, Κωνσταντίνος Καραλέκας (εισηγητής) και Μαρία Εφορακοπούλου, Εφέτες Διοικητικών Δικαστηρίων. Γραμματέας η Ελένη Μιχελαράκη, δικαστική υπάλληλος,

…….

3. Επειδή, στο άρθρο 105 ΕισΝΑΚ (π.δ. 456/1984, Α΄ 164) ορίζεται ότι : «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος…». Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση λόγω πράξης ή παράλειψης των οργάνων του κατά την άσκηση της ανατεθειμένης σε αυτά δημόσιας εξουσίας, απαιτείται, μεταξύ άλλων, η πράξη ή παράλειψη να είναι παράνομη. Εκ του ότι δε ο νομοθέτης είτε με νόμο είτε με διοικητική κανονιστική πράξη που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση νόμου, καθορίζει γενικότερα τους όρους του αδίκου, παρέπεται ότι δεν μπορεί να προκύψει, έστω και αν προκαλείται ζημία σε τρίτο, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, από την εκ μέρους της πολιτείας νομοθέτηση με τα αρμόδια αυτής όργανα ή από την παράλειψη των οργάνων αυτών να νομοθετήσουν, εκτός αν από τη νομοθέτηση ή την παράλειψή της γεννάται αντίθεση προς κανόνες δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος (ΣτΕ 2113/2021, 1652/2020, 1199/2019, 711/2018, 479/2018, 4741/2014, 3901/2013, 2544/2013). Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση του ζημιωθέντος γεννάται μόνο αν οι επιζήμιες συνέπειες επέρχονται απευθείας από την επίμαχη διάταξη, πριν και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε εφαρμογή της με πράξη της Διοίκησης. Στις λοιπές περιπτώσεις, κατά τις οποίες οι επιζήμιες συνέπειες επέρχονται από την εφαρμογή του ως άνω κανόνα δικαίου, δηλαδή από την πράξη της Διοίκησης που τον εφαρμόζει στην ατομική περίπτωση, η ευθύνη έναντι του ζημιωθέντος προκύπτει όχι από τον κανόνα δικαίου, αλλά από την τελευταία αυτή πράξη (ΣτΕ 2113/2021, 479/2018, 4741/2014, 3901/2013, 450/2013, 2773/2010, 3093/2009, 1038/2006). Περαιτέρω, για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη προς αποζημίωση κατά την ανωτέρω διάταξη απαιτείται οι παραβιασθείσες κατά τον ενάγοντα διατάξεις να μην έχουν τεθεί αποκλειστικά και μόνο χάριν του γενικού συμφέροντος. Κατά την ίδια διάταξη του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, απαραίτητη προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημίωσης είναι και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας ή παράλειψης υλικής ενέργειας του δημόσιου οργάνου και της ζημίας που επήλθε. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η πράξη ή η παράλειψη είναι επαρκώς ικανή (πρόσφορη) και μπορεί αντικειμενικά κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. ΣτΕ 1972/2021 7μελούς, 1024/2005, 334/2008 7μελούς, 322/2009 7μελούς, 473/2011, 877/2013 7μελούς).

 

4.Επειδή, εξάλλου, στο άρθρο 24 παρ.1 και 6 του Συντάγματος ορίζονται τα εξής : «1. Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξή του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας … 6. Τα μνημεία, οι παραδοσιακές περιοχές και τα παραδοσιακά στοιχεία προστατεύονται από το Κράτος. Νόμος θα ορίσει τα αναγκαία για την πραγματοποίηση της προστασίας αυτής περιοριστικά μέτρα της ιδιοκτησίας, καθώς και τον τρόπο και το είδος της αποζημίωσης των ιδιοκτητών». Με τις διατάξεις αυτές του Συντάγματος καθιερώνεται ειδική αυξημένη προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος, δηλαδή των μνημείων και λοιπών στοιχείων που προέρχονται από την ανθρώπινη δραστηριότητα και συνθέτουν την ιστορική, καλλιτεχνική, τεχνολογική και εν γένει πολιτιστική κληρονομιά της Χώρας. Η προστασία αυτή περιλαμβάνει αφενός μεν τη διατήρηση στο διηνεκές των εν λόγω πολιτιστικών στοιχείων, αφετέρου δε τη δυνατότητα επιβολής γενικών περιορισμών ή ιδιαίτερων μέτρων για την αποφυγή οποιασδήποτε βλάβης, αλλοίωσης ή υποβάθμισης του περιβάλλοντος τα μνημεία χώρου. Οι περιορισμοί αυτοί, ερειδόμενοι στο άρθρο 24 του Συντάγματος, μπορεί να έχουν κατ’ αρχήν ευρύτερο περιεχόμενο από τους γενικούς περιορισμούς της ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 17 του Συντάγματος, δημιουργούν όμως υποχρέωση αποζημίωσης του θιγόμενου ιδιοκτήτη κατά την παρ.6 του άρθρου 24, όταν δεσμεύουν ουσιωδώς την ιδιοκτησία κατά τον προορισμό της χάριν της προστασίας του πολιτιστικού περιβάλλοντος (ΣτΕ 678/ 2021, 1284, 1277, 1228/2016, 4627/2013, 3146/1986 Ολομ.).

 

5.Επειδή, ο ν.3044/2002 «Μεταφορά συντελεστή δόμησης και ρύθμισης άλλων θεμάτων αρμοδιότητος υπουργείου περιβάλλοντος, χωροταξίας και δημοσίων έργων.» (ΦΕΚ Α΄ 197/27.8.2002) ορίζει στο άρθρο 1 ότι : «1. Ο κύριος ακινήτου που είναι βαρυνόμενο κατά τις διατάξεις του άρθρου 3 έχει δικαίωμα να μεταφέρει το συντελεστή δόμησης (Μ.Σ.Δ.), που δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί σε αυτό, σε άλλο ακίνητο ή σε άλλη θέση του ίδιου ακινήτου (ωφελούμενο ακίνητο). 2. Το αναφερόμενο στην προηγούμενη παράγραφο δικαίωμα συνιστάται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων με την οποία εγκρίνεται η έκδοση τίτλου Μ.Σ.Δ.. Η απόφαση εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Κεντρικού Συμβουλίου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος (Κ.Σ.Χ.Ο.Π.), δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και μεταγράφεται. 3. Ο συντελεστής δόμησης (Σ.Δ.) που μεταφέρεται αφαιρείται οριστικώς από το βαρυνόμενο ακίνητο. Η ρύθμιση αυτή ενεργεί υπέρ και κατά των καθολικών ή ειδικών διαδόχων του κυρίου του ακινήτου και συνοδεύει το ακίνητο ακόμα και στην περίπτωση πρωτότυπου τρόπου κτήσης κυριότητας σε αυτό.….», στο άρθρο 2 ότι : «1. Το δικαίωμα για μεταφορά Σ.Δ. ενσωματώνεται σε τίτλο, ο οποίος εκδίδεται από τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων. Ο τίτλος είναι ονομαστικός και μεταβιβάζεται ελεύθερα, το δικαίωμα δε που ενσωματώνεται σε αυτόν είναι διαιρετό.2…», στο άρθρο 4 ότι : «1.Η μεταφορά του Σ.Δ. πραγματοποιείται αποκλειστικά σε ακίνητο (ωφελούμενο ακίνητο) που βρίσκεται μέσα σε Ζώνη Υποδοχής Συντελεστή Δόμησης (Ζ.Υ.Σ.). 2. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της οικείας Περιφέρειας, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Περιφερειακού Συμβουλίου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος (Π.Σ.Χ.Ο.Π) και γνώμη του οικείου Ο.Τ.Α. α΄ βαθμού και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζεται η Ζ.Υ.Σ…. 5. Επιτρέπεται η Μ.Σ.Δ. σε ωφελούμενο ακίνητο που βρίσκεται σε περιοχή η οποία έχει καθοριστεί ως Ζώνη Αγοράς Συντελεστή (Ζ.Α.Σ.) με προεδρικό διάταγμα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 880/1979 (ΦΕΚ 58 Α΄)…» και στο άρθρο 6 ότι : «3. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται οι ειδικότερες προδιαγραφές εκπόνησης των μελετών για τον καθορισμό Ζ.Υ.Σ..4…». Περαιτέρω, κατ’ επίκληση της εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου 6 παρ.2 του ν.3044/2002, εκδόθηκε η 8387/2004 κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και Δικαιοσύνης «Διαδικασία έγκρισης χορήγησης τίτλου δικαιώματος Μεταφοράς Συντελεστή Δόμησης» (Φ.Ε.Κ. Δ΄ 162), που ορίζει στο άρθρο 3 ότι : «1. Η απόφαση έγκρισης έκδοσης τίτλου σημειώνεται στο περιθώριο των οικείων μερίδων του βιβλίου μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου και του Κτηματολογικού γραφείου του βαρυνόμενου ακινήτου, με αίτηση του δικαιούχου ή του Δημοσίου....3. Οι συνέπειες της παραγράφου 3 του άρθρου 1 του Ν.3044/2002 αρχίζουν για το βαρυνόμενο ακίνητο, από τη σημείωση της απόφασης έγκρισης έκδοσης τίτλου Μ.Σ.Δ. στο υποθηκοφυλακείο ή Κτηματολογικό Γραφείο, στο οποίο υπάγεται το βαρυνόμενο ακίνητο. 4. ...».

 

6.Επειδή, με την απόφαση 2366/2007 (σκ. 17) της Ολομελείας του ΣτΕ έγινε δεκτό ότι η παρ.5 του άρθρου 4 του ν.3044/2002, η οποία επιτρέπει τη μεταφορά συντελεστή δόμησης σε περιοχές που έχουν ήδη καθορισθεί ως Ζ.Α.Σ. με προεδρικά διατάγματα, τα οποία είχαν εκδοθεί βάσει των διατάξεων του άρθρου 2 του ν.880/1979 που κρίθηκαν ως αντισυνταγματικές και μη εφαρμοστέες, καθώς και την πραγματοποίησή της, σύμφωνα με τους ειδικούς όρους, προϋποθέσεις και περιορισμούς, που προβλέπονται στην πράξη καθορισμού τους, ανεξαρτήτως αν, εν τω μεταξύ, έχει τροποποιηθεί το ρυμοτομικό σχέδιο της περιοχής, είναι και αυτή αντίθετη με τις διατάξεις του άρθρου 24 παρ.1 και 2 του Συντάγματος.

 

……

9.Επειδή, περαιτέρω, ο ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου κατά τον οποίο δεν στοιχειοθετείται αποζημιωτική ευθύνη του, γιατί η διάταξη που παραβιάστηκε έχει τεθεί και χάριν του γενικού συμφέροντος, απορρίφθηκε ως αβάσιμος με την εκκαλούμενη απόφαση με την αιτιολογία ότι «οι διατάξεις περί μεταφοράς συντελεστή δόμησης, ανεξαρτήτως του ότι οι ζώνες υποδοχής ακινήτων προς μεταφορά του καθορίζονται με βάση την συνταγματική επιταγή για την προστασία του περιβάλλοντος, την ορθολογική πολεοδόμηση και τον ορθό χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό, αποτελούν πάντως τρόπο αποζημίωσης σε περίπτωση επιβολής ουσιωδών περιορισμών για προστασία στοιχείων της πολιτιστικής κληρονομιάς, όπως είναι τα κτίρια που χαρακτηρίζονται ως διατηρητέα (ΣτΕ ΟΛ.2367/2007 σκ.10 κ.ά.), ώστε οι σχετικές για τη ρύθμιση Μ.Σ.Δ. διατάξεις αποσκοπούν και στην προστασία ατομικών δικαιωμάτων και δεν έχουν τεθεί αποκλειστικά και μόνο για την προστασία του γενικού συμφέροντος». Η κρίση αυτή είναι ορθή γιατί οι σχετικές για τη ρύθμιση Μ.Σ.Δ. διατάξεις του ν.3044/2002 αποσκοπούν και στην προστασία ατομικών δικαιωμάτων πρέπει δε ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος ο αντίθετος λόγος έφεσης. Ακολούθως, οι ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου : (α) ότι οι διατάξεις του ν.3044/2002 δεν αποτελούν έρεισμα για τη θεμελίωση αποζημιωτικής ευθύνης του, άλλως ότι ο αιτιώδης σύνδεσμος έχει διακοπεί με τις ρυθμίσεις των διατάξεων του ν.4495/2017, με τις οποίες καταργήθηκαν διατάξεις του ν.3044/ 2002 και ρυθμίστηκε εκ νέου ο θεσμός της Μ.Σ.Δ., και (β) ότι δεν υφίσταται ζημία του *γιατί υπάγεται στη ρύθμιση της παρ.2 του άρθρου 79 του ν.4495/2017, δικαιούμενος να λάβει νέο τίτλο Μ.Σ.Δ. και να επιλέξει την πραγματοποίηση Μ.Σ.Δ. μέσω της Τράπεζας Δ.Δ.Κ.Χ. ή τη χρηματική αποζημίωση από την Τράπεζα αυτή, απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι με την εκκαλούμενη απόφαση με την αιτιολογία ότι ο ν.4495/2017 είναι μεταγενέστερος της άσκησης της κρινόμενης αγωγής. Η κρίση αυτή είναι ορθή γιατί κρίσιμος χρόνος για τη συνδρομή της ύπαρξης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης του δημόσιου οργάνου και της ζημίας που επήλθε είναι ο χρόνος άσκησης της κρινόμενης αγωγής (30-4-2010) και δεν ασκεί επιρροή η μεταγενέστερη μεταβολή των σχετικών διατάξεων η οποία έγινε με το ν.4495/2017 πρέπει δε ν’ απορριφθούν ως αβάσιμοι οι αντίθετοι λόγοι έφεσης.

 

10.Επειδή, το Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει ότι στην προκειμένη περίπτωση με την κήρυξη του ένδικου ακινήτου ως διατηρητέου, δεν επιβλήθηκαν ουσιώδεις περιορισμοί της κατά προορισμό χρήσης του, για τους οποίους οφείλεται αποζημίωση σε αναπλήρωση της οποίας εκδόθηκε η 17458/ 18.4.2005 απόφαση έγκρισης Μ.Σ.Δ.. Ο λόγος αυτός πρέπει σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά στην 4η σκέψη ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος γιατί το Ελληνικό Δημόσιο με την έκδοση της 17458/18.4.2005 απόφασης αναγνώρισε ότι δημιουργήθηκε υποχρέωση αποζημίωσης του θιγόμενου ιδιοκτήτη κατά την παρ.6 του άρθρου 24 του Συντάγματος, * λόγω κήρυξης ως διατηρητέου του ένδικου ακινήτου του.

 

11.Επειδή, στη συνέχεια, το Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει ότι δεν υφίσταται στην κρινόμενη υπόθεση παράνομη παράλειψη των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου να εκδώσουν την προβλεπόμενη από την παράγραφο 3 του άρθρου 6 του ν.3044/2002 κανονιστική υπουργική απόφαση για τον καθορισμό των ειδικότερων προδιαγραφών εκπόνησης των μελετών για τον καθορισμό Ζ.Υ.Σ.. Και τούτο γιατί το Ελληνικό Δημόσιο διέθετε για τον καθορισμό ή μη των ανωτέρω ζωνών, διακριτική ευχέρεια η οποία συνιστά λόγο διακοπής του αιτιώδους συνδέσμου. Περαιτέρω, προβάλλει ότι δεν υφίσταται στην κρινόμενη υπόθεση παράνομη παράλειψη καθορισμού των προβλεπόμενων στην παρ.1 του άρθρου 4 του ν.3044/2002 Ζωνών Υποδοχής Συντελεστή Δόμησης (Ζ.Υ.Σ.), δεδομένου ότι με την διάταξη αυτή δεν καθιερώνεται ευθέως υποχρέωση της Διοίκησης να προβεί στον καθορισμό των Ζ.Υ.Σ.. Αντιθέτως, ο καθορισμός Ζ.Υ.Σ. γίνεται κατά διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης και μετά από στάθμιση των ιδιαίτερων συνθηκών που επιτρέπουν τον καθορισμό αυτόν ή όχι. Ενόψει μάλιστα των όρων και των περιορισμών που απορρέουν από τη συνταγματική υποχρέωση προστασίας του περιβάλλοντος αλλά και τις ειδικότερες ρυθμίσεις του ίδιου του ν.3044/2002, στοιχεία δηλαδή που δεσμεύουν και περιορίζουν τη Διοίκηση, ο καθορισμός Ζ.Υ.Σ. καθίσταται σύνθετο ζήτημα, που απαιτεί αναλυτικές και εξειδικευμένες τεχνικές κρίσεις εκ μέρους της Διοίκησης. Ακολούθως, προβάλλει ότι η άρνηση έκδοσης κανονιστικής πράξης δεν στοιχειοθετεί, καταρχήν, όπως έχει κριθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, αφού η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την έκδοση ή όχι κανονιστικής πράξης, όπως και για τον χρόνο έκδοσής της ανήκει στην ανέλεγκτη από τον δικαστή κρίση της διοικητικής αρχής. Εξαίρεση από την αρχή αυτή υφίσταται μόνο : α) στην περίπτωση που η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει στην Διοίκηση υποχρέωση για την έκδοση κανονιστικής πράξης, προκειμένου να καταστεί εφικτή η άσκηση δικαιώματος που καθιερώνει αμέσως και ευθέως ο νόμος και β) στην περίπτωση που η υποχρέωση της Διοίκησης να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως εκ του Συντάγματος, οπότε η κανονιστική ρύθμιση καθίσταται δέσμια. Οι εξαιρέσεις, όμως, αυτές δεν συντρέχουν στην προκειμένη περίπτωση, γιατί : α) στη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν.3044/2002 δεν καθιερώνεται ρητά κάποιο ατομικό δικαίωμα, για την περαιτέρω υλοποίηση του οποίου τάσσεται συγκεκριμένη προθεσμία ή απομένει απλώς η ρύθμιση τεχνικών λεπτομερειών και β) η μη έκδοση της σχετικής κανονιστικής ρύθμισης από τη Διοίκηση δεν αντίκειται στο άρθρο 24 του Συντάγματος (αφού μόνο η έκδοση και ιδίως η εφαρμογή της δυνητικά θα μπορούσε) αλλά ούτε και στο άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος, αφού η Μ.Σ.Δ. δεν είναι ο μόνος αλλά ούτε και ο κύριος τρόπος αποζημίωσης για περιορισμούς της ιδιοκτησίας.

 

12.Επειδή, με τα δεδομένα αυτά και ενόψει των διατάξεων που παρατέθηκαν και ερμηνεύτηκαν το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη : (α) ότι με τη *απόφαση εγκρίθηκε η χορήγηση τίτλου δικαιώματος Μ.Σ.Δ. από το παραπάνω βαρυνόμενο ακίνητο στο όνομα του *, (β) ότι η επίδικη μεταφορά συντελεστή δόμησης αποτελεί τρόπο αποζημίωσης του άρθρου 24 παρ.6 του Συντάγματος για την κήρυξη του ακινήτου του * ως διατηρητέου (ΣτΕ 2366/2007 Ολ.), (γ) ότι μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής (30-4-2010) το Ελληνικό Δημόσιο παρέλειψε την έκδοση της προβλεπόμενης από την παράγραφο 3 του άρθρου 6 του ν.3044/2002 υπουργικής απόφασης με την οποία να καθορίζονται οι ειδικότερες προδιαγραφές εκπόνησης των μελετών για τον καθορισμό Ζ.Υ.Σ., (δ) ότι μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αγωγής (30-4-2010) το αρμόδιο όργανο του Ελληνικού Δημοσίου παρέλειψε την έκδοση της προβλεπόμενης από την παράγραφο 2 του άρθρου 4 του ν.3044/2002 απόφασης με την οποία να καθορίζεται η Ζ.Υ.Σ. και, συνεπώς, μέχρι να εκδοθούν τέτοιες αποφάσεις δεν είναι δυνατή η Μ.Σ.Δ. σε μια περιοχή, (ε) ότι οι παραπάνω παραλείψεις προσκρούουν στις υπέρτερης νομικής ισχύος διατάξεις του άρθρου 24 παρ.6 του Συντάγματος και (στ) ότι με την απόφαση 2366/2007 της Ολομελείας του ΣτΕ έγινε δεκτό ότι η παρ.5 του άρθρου 4 του ν.3044/2002 είναι αντίθετη με τις διατάξεις του άρθρου 24 παρ.1 και 2 του Συντάγματος, κρίνει ότι στοιχειοθετείται ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου προς αποζημίωση του * για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη λόγω της μη δυνατότητας να πραγματοποιήσει τη μεταφορά συντελεστή δόμησης που του είχε εγκριθεί με την * απόφαση.

 

13.Επειδή, με την εκκαλούμενη απόφαση κρίθηκε ότι ο * «έχει υποστεί ζημία, συνιστάμενη στην αξία της προς μεταφορά δομήσιμης επιφάνειας, η οποία ανέρχεται σε * τ.μ. από ορόφους, σύμφωνα με την προαναφερόμενη 17458/18.4.2005 απόφαση του Υφυπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. και υπολογιζόμενη βάσει της αντικειμενικής αξίας της προς μεταφορά δομήσιμης επιφάνειας κατά το χρόνο έκδοσης της οικείας εγκριτικής απόφασης» και «ενόψει δε, του προσκομιζόμενου από τον ενάγοντα και μη ειδικότερα κατά το ποσό αυτού αμφισβητούμενου από το εναγόμενο φύλλου υπολογισμού της αντικειμενικής αξίας της εγκριθείσας μεταφερόμενης δομήσιμης επιφάνειας * τ.μ., η ζημία του ενάγοντος από την κατά τα ανωτέρω παρανομία των οργάνων του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου ανέρχεται σε * ευρώ.». Το Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει ότι δεν αποδείχτηκε η ζημία του *. Ειδικότερα, προβάλλει ότι έσφαλε η εκκαλούμενη απόφαση που δέχτηκε ότι η ζημία του * αποδείχτηκε με το προσκομιζόμενο από αυτόν φύλλο υπολογισμού αξίας ακινήτου οικοπέδου με έτος φορολογίας 2015 αξίας *ευρώ αφού η ίδια εκκαλούμενη απόφαση δέχεται ότι η αποζημίωση θα πρέπει να υπολογιστεί βάσει της αντικειμενικής αξίας της προς μεταφορά δομήσιμης επιφάνειας κατά το χρόνο έκδοσης της οικείας εγκριτικής απόφασης (2005), και ότι συνεπώς με αντιφατικές αιτιολογίες επιδίκασε αποζημίωση ίση με την αξία προς μεταφορά δομήσιμης επιφάνειας 10 έτη μετά (2015). Επίσης, προβάλλει ότι έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έλαβε υπόψη έγγραφο από το οποίο δεν προκύπτει ο συντάκτης του δηλαδή αν προέρχεται από Δ.Ο.Υ. ή από συμβολαιογράφο.

 

14.Επειδή, ακολούθως, ο * με την κρινόμενη έφεσή του ζητεί την μεταρρύθμιση της 15054/2019 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς το ύψος του ποσού που επιδικάστηκε. Ειδικότερα, προβάλλει ότι έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που υπολόγισε την ένδικη αποζημίωση σε * ευρώ και όχι σε * ευρώ (* τ.μ. επί 6.000 ευρώ το τ.μ.) που είχε ζητήσει με την αγωγή. Και τούτο γιατί : (α) η ένδικη αποζημίωση υπολογίζεται με βάση την αγοραία αξία και όχι την αντικειμενική αξία και (β) το Ελληνικό Δημόσιο είχε αποδεχτεί και ομολογήσει το ύψος της αποζημίωσης αφού με τις απόψεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου δεν αμφισβήτησε το ύψος της ένδικης ζημίας. Για την απόδειξη των ισχυρισμών του με το με χρονολογία κατάθεσης * υπόμνημά του ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού επικαλείται και προσκομίζει, μεταξύ άλλων, την από * έκθεση εκτίμησης αγοραίας αξίας δικαιώματος μεταφοράς συντελεστής δόμησης για δομήσιμη επιφάνεια * τ.μ. ορόφων, της πιστοποιημένης εκτιμήτριας ακινήτων Ιωάννας Σκουρή. Η έκθεση, όμως, αυτή αποτελεί νέο αποδεικτικό στοιχείο που η προσκόμισή της ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού δεν κρίνεται δικαιολογημένη (άρθρο 96 παρ.2 και 3 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας) και για το λόγο αυτό δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί και να εκτιμηθεί ως αποδεικτικό μέσο. Εξάλλου, ο ισχυρισμός ότι το Ελληνικό Δημόσιο είχε αποδεχτεί και ομολογήσει το ύψος της αποζημίωσης πρέπει ν’ απορριφθεί προεχόντως ως αβάσιμος γιατί η ομολογία του Δημοσίου δεν περιλαμβάνεται στα αποδεικτικά μέσα του άρθρου 147 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.

 

15.Επειδή, με τα δεδομένα αυτά το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη : (α) ότι κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας της ένδικης αποζημίωσης είναι ο χρόνος έκδοσης της * απόφασης του Υφυπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., (β) ότι με την παραπάνω απόφαση εγκρίθηκε (άρθρο 2) η χορήγηση τίτλου δικαιώματος Μ.Σ.Δ. από το παραπάνω βαρυνόμενο ακίνητο στο όνομα του δικαιουμένου τη Μ.Σ.Δ. και κατά ποσοστό 100 %, ήτοι στον * για δομήσιμη επιφάνεια 242,13 τ.μ. ορόφων, και (γ) ότι με το αριθμό * συμβόλαιο πώλησης ακινήτου της συμβολαιογράφου * * μεταβίβασε το ένδικο ακίνητο (διώροφη οικοδομή) επιφάνειας * καθώς και τις κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας συνθήκες που επικρατούσαν στην αγορά ακινήτων κατά τον κρίσιμο χρόνο, κρίνει ότι η αγοραία - εμπορική αξία της δομήσιμης επιφάνειας * τ.μ. ορόφων που αφορά η * απόφαση ανέρχεται σε 75.000 ευρώ. Συνεπώς, έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που υπολόγισε την ένδικη αποζημίωση σε * ευρώ και για το λόγο αυτό πρέπει να μεταρρυθμιστεί η εκκαλούμενη απόφαση ως προς το ύψος της αποζημίωσης και ν’ αναγνωριστεί η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει στον *, ως κληρονόμο του *, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής στις 6.5.2010 έως την εξόφληση, το ποσό των * ευρώ ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της ένδικης ζημίας που υπέστη.

 

Απορρίπτει τις πρόσθετες παρεμβάσεις τύποις.

Απορρίπτει την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου.

Απαλλάσσει το Ελληνικό Δημόσιο από τα δικαστικά έξοδα.

Δέχεται εν μέρει την έφεση *.

Μεταρρυθμίζει τη 15054/2019 οριστική απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.

 

Αναγνωρίζει την υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει στον * νομιμοτόκως από * έως την εξόφληση, το ποσό των * ευρώ.   




15 Ιανουαρίου 2022

Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ



Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ 

 ΑΝΤΩΝΗΣ Π.ΑΡΓΥΡΟΣ Δικηγόρος ΑΠ

 «Το δικαστήριο δεν φοβάται και οι δικαστές δεν φοβούνται να ασκούν τα καθήκοντά τους»


 (Θα σου πω την ιστορία σου) 

1.-Το νομικό θεμέλιο για την Ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης περιέχεται στο άρθρο 85 του Συντάγματος της Επιδαύρου (13.1.1822) «Η δικαστική εξουσία είναι ανεξάρτητη από νομοθετική και την εκτελεστική εξουσία» 

2.-Κάθε 23η Μαΐου τιμάται η μνήμη του Giovanni Falcone, του Ιταλού δικαστή που δολοφονήθηκε μαζί με τη γυναίκα του και τρεις σωματοφύλακες, από τη μαφία αυτή την ημέρα, το 1992. Αυτό είναι το ακριβό τίμημα που πληρώνουν οι δικαστές υπερασπιζόμενοι την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.Aς μνημονεύσουμε εδώ τον Εισαγγελέα Γιώργο Θεοφανόπουλο δολοφονήθηκε νωρίς το βράδυ της Δευτέρας 1ης Απριλίου 1985,δυστυχώς υπήρξαν και άλλες άγριες δολοφονίες δικαστικών λειτουργών στην ιστορία της Ελληνικής Δικαιοσύνης στο βωμό της Ανεξαρτησίας της.

 3.Το τίμημα για την η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης δεν είναι επιθετικός προσδιορισμός, αλλά συστατικό στοιχείο της έννοιας της Δικαιοσύνης. Δίχως ανεξαρτησία δεν υπάρχει Δικαιοσύνη. Η δικαιοσύνη αποτελεί το βασικό θεμέλιο του Δημοκρατικού πολιτεύματος. Η απονομή της δικαιοσύνης είναι έργο που ευρίσκεται στην πραγματικότητα πάνω από τις ανθρώπινες δυνατότητες. Το έργο όμως αυτό επιτέλεσαν και επιτελούν άνθρωποι. Άνθρωποι με τις ανθρώπινες ανάγκες, με οικογενειακές υποχρεώσεις, με κοινωνικά προβλήματα, με δυσκολίες. Ο Δικαστής ζει, εργάζεται και λειτουργεί σαν μέρος του κοινωνικού συνόλου έχοντας σαν βασική αρετή το σύνολο των ψυχικών ιδιοτήτων του, τον χαρακτήρας του, την ψυχική του καλλιέργεια, το ηθικό επίπεδο στο οποίο βρίσκεται, ο ψυχικός του κόσμος. Δεν βρίσκεται εκτός της ζώσας πραγματικότητας, ούτε παύει να είναι κατά τον Αριστοτέλη « ζώο πολιτικό». Είναι απολύτως φυσικό ο δικαστής να επιδιώκει με καθαρή ματιά «να κρίνει με ασφάλεια τα δίκαια». Οι Λατίνοι έλεγαν: «Jura novit curia» δηλαδή «O δικαστής γνωρίζει τον νόμο», αλλά και «Quid leges sine moribus», δηλαδή «Τι να σου κάνει ο νόμος χωρίς το ήθος».

4. Εμείς οι κοινοί θνητοί που περιμένουμε ως θείο δώρο την απονομή της δικαιοσύνης είμαστε έτοιμοι να διαμαρτυρηθούμε για ότι εμείς θεωρούμε εσφαλμένο στην δικανική κρίση. Ανθρώπινο και αναγκαίο να παρουσιάζονται σφάλματα, όπως και σε κάθε ανθρώπινο έργο. Γι αυτό υπάρχουν τα ένδικα μέσα, που κάποιοι και όχι οι δικαστές, προσπαθούν να περιορίσουν ή να εμποδίσουν την άσκηση τους. Δεν επιταχύνονται νομίζω οι διαδικασίες με τον περιορισμό των ενδίκων μέσων ή την αύξηση των παραβόλων, αντιθέτως επιβραδύνονται διότι όλοι θα επιδιώξουν την καλύτερη επίτευξη αποτελέσματος με την πολυτελή υπεράσπιση και εντέλει μεταφέρονται στην κρίσιμη διάσκεψη όλα τα διλήμματα της ανυπαρξίας ενδίκου μέσου. Μια αληθινή δημοκρατία, λοιπόν, αξιώνει ανεξάρτητα δικαστήρια, δικαστές και εισαγγελείς, ικανούς να υπερασπίζονται και να προστατεύουν, εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζει ρητά ο νόμος , το δικαστήριο κρίνει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα και αποφασίζει κατά συνείδηση αν οι ισχυρισμοί είναι αληθινοί(Διοικητική Ολομέλεια Αρείου Πάγου 18/1993).

5.- Το Συμβούλιο της Επικρατείας (2942/1964) χαρακτήρισε τις προσπάθειες και πρακτικές επηρεασμού της συνείδησης των δικαστών ως «προσβάλλουσες την δικαστική ανεξαρτησίαν» . Η λειτουργική σημασία της δικαιοσύνης στο σύγχρονο κράτος δικαίου βρίσκεται στην ιδιαίτερη αρμοδιότητά, της να ελέγχει την άσκηση και να αποτρέπει την κατάχρηση οιασδήποτε εξουσίας σε βάρος των πολιτών. Στην πλειοψηφία τους οι δικαστές προέρχονται από την κοινωνία των εργαζομένων πολιτών και όχι από ειδικές κατηγορίες με υψηλά εισοδήματα και προνόμια. Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι κρίσιμη είναι η «θέση του δικαστή στη θεσμική αρχιτεκτονική»

Ο δικαστής διαθέτει ένα εξισορροπητικό ρόλο στην λειτουργία των κοινωνικών δικαιωμάτων. Η διάκριση των εξουσιών δεν μπορεί, σε επίπεδο ερμηνείας, να αποκλείσει το δικαστή από τον προσδιορισμό των όρων διαβίωσης του πολίτη. Η κατάσταση εξαιρετικών συνθηκών τόσον στην περίοδο της δημοσιονομικής όσον και της υγειονομικής κρίσης απέδειξαν και ανέδειξαν τον εξαιρετικό αυτό ρόλο του δικαστή Κάθε μέρα διαβάζουμε «περισπούδαστα» ‘άρθρα και απόψεις που έτσι γενικά και αόριστα ρίχνουν τον λίθο του αναθέματος επί δικαίους και αδίκους.. Οι πάντες αρθρογραφούν για την δικαιοσύνη και όταν διαφωνούν με τις αποφάσεις Της ψάχνουν για ενόχους και υπαίτιους ενώ πολλές φορές δεν έχουν επισκεφθεί έστω μια φορά μια δικαστική αίθουσα. 

6.-Και ποιος φταίει για την καθυστέρηση απονομής της δικαιοσύνης άραγε; Βέβαια δεν φταίμε όλοι, υπάρχουν αιτίες πρόσωπα και αποτελέσματα. Όμως ζητάμε στον πιλότο να δώσει την ζωή του για την πατρίδα και τον λησμονούμε μόλις προσγειωθεί, έτσι γίνεται με τον δικαστή, του ζητάμε να υπερβεί την καθημερινότητα του, να μελετήσει την υπόθεση ,να αποφανθεί σύμφωνα με τον νόμο και την συνείδηση του και αν δεν μας αρέσει η απόφαση του τον λοιδορούμε ,πολλές φορές είμαστε έτοιμοι για κάθε κριτική δίκαιη ή άδικη, ακόμα και επιθετική όταν η απόφαση δεν είναι σύμφωνη με τις όποιες απόψεις μας. Κανένας σεβασμός στην Δικαιοσύνη. Προσωπικά στην μακρά δικηγορική μου υπηρεσία έχω βιώσει και την εσφαλμένη δικαστική κρίση ακόμα και την άδικη κρίση ,με προσωπική πίκρα για την αδικία. Όμως τα προβλήματα της δικαιοσύνης δεν λύνονται εύκολα ούτε με πειθαρχικά μέτρα. Όταν φτάσουμε εκεί το παιχνίδι χάθηκε, πρέπει να μπορούν και μπορούν οι εσωτερικοί μηχανισμοί της δικαιοσύνης ν΄’ αντιμετωπίσουν το πρόβλημα. Μου έλεγαν για το δικαστή που το παιδί του ή ο ίδιος πάσχει από ανίατη ασθένεια, εδώ πρέπει να δούμε τον άνθρωπο και να βοηθήσουμε ,όπως επιβάλλεται.

7.- Οι δικαστές έχουν εκτός από την συνταγματικά κατοχυρωμένη δικαστική ανεξαρτησία και το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα ελευθερίας της έκφρασης και της άμεσης πρόσβασης συνεπώς και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Δεν μπορούμε να ζητάμε από τον δικαστή να γίνει «κοσμοκαλόγερος» 

8.-Η Δικαιοσύνη έχει πολύ σημαντικά προβλήματα, αρκετά από αυτά είναι τεχνικής φύσεως και μπορούν να λυθούν σχετικά εύκολα ,όπως η δικαστική αστυνομία, η υλικοτεχνική υποδομή, η βελτίωση των συνθηκών μέσα από την ψηφιοποίηση των διαδικασιών , εκείνο που προέχει όμως είναι ο σεβασμός στην δικαιοσύνη, η πιστή εφαρμογή των αποφάσεων της και η αντιμετώπιση των παραγόντων απονομής της δικαιοσύνης από όλους με κυρίαρχό στόχο την διαφύλαξη της δικαστικής Ανεξαρτησίας της. Στην Ελληνική δικαστική ιστορία υπάρχουν δικαστές που με το κύρος, την επιστημοσύνη, το ήθος και την παρρησία τους στάθηκαν και στέκονται φάροι και ελπίδα της Κοινωνίας. Η Δικαιοσύνη κατά τον Γεώργιο Παπανδρέου είναι το «Οχυρό της Δημοκρατίας» Ναι, υπάρχουν δικαστές στην Αθήνα… Και αποδεικνύουν ότι στέκονται όρθιοι και άξιοι μαχητές στο οχυρό της Δημοκρατίας. 17/01/2022

17 Οκτωβρίου 2021

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ- Ο ΕΥΛΟΓΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ- ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ

 




ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ- Ο ΕΥΛΟΓΟΣ ΧΡΟΝΟΣ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΣΥΝΤΑΞΗΣ- ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ 



Το Σύνταγμα, στο άρθρο 25 παρ 1 αναφέρεται σε δύο θεμελιακές  αρχές, την αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου και την αρχή της αναλογικότητας. Το ζήτημα  της κοινωνικής ασφάλισης μας αφορά όλους χωρίς καμμιά εξαίρεση   και πρέπει να  λειτουργεί  σύμφωνα με τις αρχές της κοινωνικής αλληλεγγύης (άρθρο 25 παρ.4 του Συντάγματος), της ισότητας (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος), της ισότητας στα δημόσια βάρη (άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος), καθώς και από την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. Ι του Συντάγματος).  Το Σύνταγμα μας εγγυάται και κατοχυρώνει σε κάθε πρόσωπο θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες που αντιστοιχούν με εκείνα της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων  και παρέχουν σε ορισμένες περιπτώσεις ευρύτερης έκτασης προστασία αλλά και πρόσθετα δικαιώματα. Τα εν λόγω εγγυημένα συνταγματικώς δικαιώματα δεν μπορούν να περιοριστούν, δεσμευτούν, ή υποβληθούν σε όρους, σε οποιαδήποτε έκταση άλλη από εκείνη που προβλέπεται στο Σύνταγμα.
Είναι ακόμη γεγονός ότι το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης κινδυνεύει όχι μόνο από την  νομισματική κρίση αλλά κυρίως από το δημογραφικό πρόβλημα της χώρας μας, μείωση του πληθυσμού  που εκτιμάται στα 8,6 εκ. το 2070 σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες δημογραφικές προβολές της Eurostat, EuroPop 2019.
Το ζήτημα είναι εξαιρετικά σοβαρό και χρειάζονται μέτρα προστασίας και ενδυνάμωσης του μεγαλύτερου μετά την εθνική  άμυνα ζητήματος της Χώρας. Η κοινωνική ασφάλιση, η υγεία και η κοινωνική πρόνοια αποτελούν δικαίωμα όλων των Ελλήνων Πολιτών και όσων διαμένουν μόνιμα και νόμιμα στην Ελλάδα.
Μια προβληματική κατάσταση που επικρατεί στο σύνολο των υπηρεσιών  Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης. Η άστοχη και χωρίς σχέδιο  ενοποίηση των Ταμείων, που στην πράξη εξακολουθούν να λειτουργούν ως ξεχωριστά Ταμεία, δημιούργησε ένα πρωτοφανές χάος  στο ασφαλιστικό μας σύστημα που χρειάζεται δραστικές λύσεις. Χρειάζεται έναν Ηρακλή να καθαρίσει τον  «Κόπρο του Αυγείου». Ο μύθος του Αυγεία έχει καταπληκτικές ομοιότητες με τη κατάσταση στις  υπηρεσίες του   Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης. Ο σύγχρονος «Αυγείας», αρνήθηκε την πραγματική  εξυγίανση του ασφαλιστικού συστήματος  από όλα τα νοσηρά φαινόμενα του και ιδίως μετά την κατ’ όνομα ενοποίηση των Ταμείων . Το αποτέλεσμα ήταν να συγκεντρωθεί η «κόπρος του Αυγεία» και τώρα  να φαίνεται αδύνατη η εκκαθάρισή της.
 Έχει κριθεί ότι  υπάρχει ευθύνη του Δημοσίου ή του ν.π.δ.δ., τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων του νόμου, όχι μόνο όταν με πράξη ή παράλειψη οργάνου του παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου, αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης (ΣτΕ 2664/2015, 2224/2014, 572/2013, 2727/2003).
Το Διοικητικό Πρωτοδικείο της Αθήνας με την υπ’ αριθμόν 1806/2021 απόφασή του, επιδίκασε αποζημίωση, σε ασφαλισμένη συνταξιούχο, λόγω υπέρμετρης καθυστέρησης στην έκδοση της σύνταξής της από τον e-ΕΦΚΑ.Το δικαστήριο με την εξαιρετική αυτή απόφαση του έκρινε; «Η … υπέρβαση των προβλεπόμενων προθεσμιών, εντός των οποίων η αρμόδια ή οι συναρμόδιες υπηρεσίες του Δημοσίου ή των ν.π.δ.δ. οφείλουν να αποφανθούν επί υποβαλλόμενου αιτήματος, στοιχειοθετεί ευθύνη του Δημοσίου ή του ν.π.δ.δ. προς αποζημίωση, κατά τα άρθρα 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ., αν συντρέχουν και οι λοιπές κατά τα άρθρα αυτό προϋποθέσεις..» και περαιτέρω  «επί παράνομης … καθυστέρησης διεκπεραίωσης αιτήματος ασφαλισμένου προς τον ασφαλιστικό οργανισμό, στον οποίο υπάγεται, δύναται να στοιχειοθετηθεί αστική ευθύνη του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού, εφόσον η καθυστέρηση αυτή συνδέεται αιτιωδώς με τη ζημία που υπέστη ο ασφαλισμένος.»
Οι εκκρεμείς συντάξεις συνεχίζουν να αποτελούν το μεγάλο πρόβλημα για τον Ενιαίο Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ).Γίνονται προσπάθειες που φαίνεται που μοιάζουν με τον πίθο των Δαναΐδων. Τα αρχεία και τα στοιχεία όλων των πρώην ενοποιημένων Ταμείων στον e-ΕΦΚΑ δεν είναι ψηφιοποιημένα και βρίσκονται σε υπόγεια, κούτες με κίνδυνο να καταστραφούν.  Κάθε τόσο ακούμε ειδήσεις που προσομοιάζουν με μυθιστορήματα  βγαλμένα από βιβλία «επιστημονικής φαντασίας». Η εφαρμογή των νόμων σε συντεταγμένη πολιτεία είναι καθήκον  όλων.  Η κακοδαιμονία στο σύστημα είναι ένα ακόμη ζήτημα που αποκαλύπτει ότι κατάσταση που έχει δημιουργηθεί πρέπει  να οδηγηθεί σε κάθε νόμιμη λύση στα εκκρεμή  προβλήματα των ασφαλισμένων. Πέραν της τυχόν  παραβίασης της νομιμότητας, θα έπρεπε να αποτελέσει το όλο ζήτημα της κακοδαιμονίας  αντικείμενο μελέτης ,έρευνας και μέτρων από τους  αρμόδιους ελεγκτικούς μηχανισμούς της Πολιτείας.
Ευτυχώς στο χάος αυτό υπάρχουν αρκετοί ευσυνείδητοι υπάλληλοι  του ΕΦΚΑ που κάνουν καλά τη δουλειά τους  και μάχονται σαν τον Δον-Κιχώτη με τους ανεμόμυλους ενός διαλυμένου ΕΦΚΑ.
ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΡΓΥΡΟΣ

9/10/2021                                   





10 Οκτωβρίου 2021

Η ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΑΠΟ ΝΟΜΙΜΕΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΝΟΜΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΟΡΓΑΝΩΝ ΤΟΥ


 
ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ

ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΟΝ ΔΣΑ 

Ενίσχυση του κράτους δικαίου

 

To βιβλίο αυτό έχει μοναδικό σκοπό να αποτελέσει σύντομο βοήθημα στον Έλληνα πολίτη, αλλά και στον εφαρμοστή του δικαίου, προκειμένου να αναδειχθεί πλήρως η δυνατότητα αποζημίωσης από το Δημόσιο όχι μόνον από παράνομες πράξεις των οργάνων του, αλλά κυρίως από νόμιμες πράξεις που προκύπτουν:

1. από παραβίαση του κοινοτικού δικαίου,

2. από μη νόμιμες πράξεις των οργάνων της δικαστικής εξουσίας,

3. από καθυστέρηση απονομής της δικαιοσύνης,

4. από την ανάκληση ευμενών πράξεων,

5. από υπαίτια πράξη διαστικού λειτουργού.

Θα ήθελα να επισημάνω ότι για την άσκηση των δικαιωμάτων των Ελλήνων πολίτων, η τελική δικαστική κρίση πολλές φορές υπερβαίνει τη νομολογία των Ελληνικών Δικαστηρίων. Υπάρχουν δύο διεθνή δικαστήρια, το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), τα οποία ήδη η ελληνική νομολογία ακολουθεί. Η νομολογία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) έχει πλέον θεμελιώσει την εξωσυμβατική ευθύνη των κρατών μελών προς αποζημίωση όταν τα εθνικά όργανα προκαλούν ζημιά στους ιδιώτες από τη μη εφαρμογή ευρωπαϊκού δικαίου (βλ. Υποθέσεις Francovich and Bonifaci (C-6,9/90), Απόφαση Brasserie du Pêcheur (C-46/93)). Είναι γεγονός ότι μετά τη νομολογία Köbler και Traghetti το Συμβούλιο της Επικρατείας, με την ιστορική απόφασή του 1501/2014, αναγνώρισε την αρχή της αποζημιωτικής ευθύνης του Δημοσίου από ζημιογόνες αποφάσεις των οργάνων του και των δικαστικών οργάνων και έθεσε τις προϋποθέσεις θεμελίωσής της.

Η νομολογία αυτή μετεβλήθη με τις Αποφάσεις ΣτΕ Ολ. 801-803/2021, για τις οποίες υπάρχει εκτενής ανάλυση στο βιβλίο. Πιστεύω ακράδαντα και αυτό φιλοδοξεί να αναδείξει η μελέτη αητή, ότι «Το Σύνταγμα δεν ανέχεται να παραμένουν αναποζημίωτες ζημίες που κάποιος υφίσταται από ενέργειες οποιουδήποτε κρατικού οργάνου» (ΣτΕ 2527/2019).

Αληθινά πιστεύω ότι δεν ανεκτό σ’ένα κράτος δικαίου  να παραμείνουν χωρίς αποζημιώση οποισδήποτε ζημίες, που εχουν προκληθεί από τα οργανα του Κράτους .

13/9/2021

 

 


« δ ύβριν χρη σβεννύναι μάλλον ή πυρκαϊήν»

(Ηράκλειτος)

22 Αυγούστου 2021

Η ΠΡΟΤΥΠΗ ΔΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ

                                           Η ΠΡΟΤΥΠΗ ΔΙΚΗ


 
ΑΝΤΩΝΗΣ Π.ΑΡΓΥΡΟΣ

Εισαγωγικά:

Ο Μιχαήλ Στασινόπουλος, [i]έγραφε το 1929:
« Διά της ταχείας εκδικάσεως κινείται ευχερέστερον ου μόνον η δικονομική μηχανή, αλλά και αυτή η σκέψις του δικαστού εν τη ουσία της. Διότι η δικαζόμενη παρ΄ αυτού σχέσις είναι εισέτι καθάρα και λεία και δεν υποφέρει από την σκωρίαν ήτις διά της παρόδου του χρόνου επικάθηται επί της παρακαίρως και οψίμως εκδικαζόμενης υποθέσεως. Η σκωρία αυτή επιδρά και επί της σκέψεως του δικαστού και ελαττώνει την διάθεσίν του να επιβάλη λύσεις αι οποίαι δυσκόλως θα τελεσφορήσουν, επειδή πρόκειται να προσκρούσουν εις την εκ του χρόνου δημιουργημένην και ήδη«σκληράν» γενομένην διοικητικήν κατάστασιν».

1.   Η πρότυπη δίκη στα διοικητικά δικαστήρια :


Με το άρθρο 1 του Ν 3900/2010 (ΦΕΚ Α΄ 213/17.12.2010), όπως τροποποιήθηκε από το ν. 4055/2012«Δίκαιη δίκη και εύλογη διάρκεια αυτής» (ΦΕΚ Α΄51/12.3.2012), ο νομοθέτης επιχείρησε μια δικονομική καινοτομία: όταν μια υπόθεση που εκκρεμεί στα διοικητικά δικαστήρια και υφίσταται ένα ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος με συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων, επιτρέπεται τόσο στους διαδίκους, διοίκηση και ιδιώτες, όσο και στα διοικητικά δικαστήρια, παρακάμπτοντας την συνηθισμένη μακροχρόνια  διαδρομή της (διοικητικό πρωτοδικείο – διοικητικό εφετείο - Συμβούλιο της Επικρατείας), να απευθύνονται απʼ ευθείας στο ανώτατο δικαστήριο, ώστε αυτό να χαράσσει σύντομα, μια ώρα αρχύτερα, μια Νομολογιακή θέση.
 Οι  ρυθμίσεις που εισάγει το άρθρο 1 του Ν 3900/2010  κατατείνουν στην ταχύτερη επίλυση των διαφορών και στην επιτάχυνση της διοικητικής δίκης[ii] αλλά και την ενότητα της νομολογίας των διοικητικών δικαστηρίων[iii].
Προκειμένου το Συμβούλιο της Επικρατείας να επιληφθεί ζητήματος που εκκρεμεί σε διοικητικό δικαστήριο, το άρθρο 1 του ν. 3900/2010: α)στην παράγραφο 1 την απευθείας εισαγωγή ενδίκου μέσου ή βοηθήματος ύστερα από αίτημα ενός των διαδίκων ή του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας στα Διοικητικά δικαστήρια και β) στην παράγραφο 2 την υποβολή προδικαστικού[iv] ερωτήματος του διοικητικού δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί η διαφορά.
Αναμφισβήτητά η ρύθμιση λειτουργεί απρόσκοπτα  μέχρι σήμερα  και αποτελεί  σημαντική εξέλιξη  για τα ελληνικά δεδομένα, και μία άκρως ριζοσπαστική πρόταση του Συμβουλίου της Επικρατείας[v] που προκάλεσε  σημαντικές αντιδράσεις στους θεωρητικούς [vi].Me το σύστημα της πρότυπης δίκης επιλύθηκαν πολλά ζητήματα από το ΣτΕ όπως μεταξύ άλλων  :της ευθύνης του δημοσίου από παραβιάσεις των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας και του κοινοτικού δικαίου (βλ Ολ.ΣτΕ799-803/2021), περικοπών στην καταβολή της κύριας και επικουρικής σύνταξής(ΣτΕ Ολ 1439/2020), περικοπές των νόμων 4051 (A’40) και 4093 (A’222) του 2012, που ετέθησαν σε εφαρμογή του Β’ Μνημονίου Συνεννόησης (ΣτΕ Ολ 2287-8/2015), ΣτΕ 540/2021 – Παράνομη παράλειψη εργοδότη τήρησης προδιαγραφών ασφαλείας και υγείας σε εργασία με οθόνες οπτικής απεικόνισης.


2.      Η πρότυπη δίκη στα πολιτικά δικαστήρια :


Την καθιέρωση πρότυπης πιλοτικής δίκης στον Άρειο Πάγο για θέματα γενικότερου ενδιαφέροντος προβλέπει μεταξύ άλλων  το σχέδιο νόμου του υπουργείου Δικαιοσύνης «Ταχεία Πολιτική Δίκη, προσαρμογή των διατάξεων της Πολιτικής Δικονομίας για την Ψηφιοποίηση της Πολιτικής Δικαιοσύνης και άλλες Τροποποιήσεις στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας».
Καθιερώνεται η πρότυπη ή πιλοτική δίκη στον Άρειο Πάγο για θέματα γενικότερου ενδιαφέροντος. Με την πιλοτική δίκη σύμφωνα με τις απόψεις του Υπουργού της Δικαιοσύνης επιλύονται ζητήματα, που εξαιτίας της φύσης τους προκαλούν σημαντικό αριθμό εκκρεμών δικών, αποφεύγεται ο κίνδυνος έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων και η διαιώνιση των δικών ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας, με δυσμενείς συνέπειες για τους πολίτες.
Είναι γεγονός ότι αρκετές σημαντικές για τους διαδίκους υποθέσεις που  εκκρεμούν και εκκρεμούσαν στα πολιτικά δικαστήρια και  υφίσταται σ’ αυτές ένα ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος με συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων και η ταλαιπωρία των διαδίκων και η απασχόληση των δικαστηρίων ήταν και είναι μεγάλη όπως και η καθυστέρηση απονομής της δικαιοσύνης. Τέτοιες υποθέσεις όπως υποθέσεις: στην περίπτωση των δανείων σε ελβετικό φράγκο, οι πρώτες πρωτοβάθμιες εκδοθείσες αποφάσεις ανάγονται στο έτος 2010, η δε Ολομέλεια του Αρείου Πάγου (4/2019) που επέλυσε ένα από τα τιθέμενα δογματικά ζητήματα απεφάνθη μόλις το έτος 2019, δηλαδή μετά από μία περίπου δεκαετία, οι δίκες των «υπερχρεωμένων νοικοκυριών», θα μπορούσε να αποτελέσει η συνταγματικότητα της ρύθμισης του δικαστικού ενσήμου στις αναγνωριστικές αγωγές[vii], όπως η κρίση για την εργασιακή σχέση εργαζομένων  που  καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, για ειδικά επιδόματα που  πρέπει αμετάκλητα να κριθεί αν δικαιούνται μεγάλες κατηγορίες εργαζομένων, για ομαδικές απολύσεις, για τις συνέπειες του υποχρεωτικού εμβολιασμού σε μεγάλες κατηγορίες εργαζομένων.

ΕΙΔΙΚΗ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ:Η πρότυπη δίκη[viii] δεν θα έχει κανένα νόημα για την επιτάχυνση απονομής της δικαιοσύνης[ix] και την ασφάλεια δικαίου, αν δεν συνδυάζεται με την προστασία των δικαιωμάτων των διαδίκων (χωρίς τα δικονομικά προνόμια του δημοσίου και την μη αποστολή του φακέλου) και οπωσδήποτε  με την άμεση συζήτηση της υποθέσεως, χωρίς τις συνήθεις αναβολές και καθυστερήσεις λόγω φακέλου  και κυρίως στην άμεση διάσκεψη της υποθέσεως και δημοσίευση της αποφάσεως, αλλιώς η πρότυπη δίκη θα αποτελεί ένα ακόμη πρόβλημα στην απονομή της δικαιοσύνης
 
ΑΝΤΩΝΗΣ Π.ΑΡΓΥΡΟΣ
 
ΠΗΓΕΣ: Αρναούτογλου Φ: «Η «ΠΡΟΤΥΠΗ» Η «ΠΙΛΟΤΙΚΗ» ΔΙΚΗ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ» «Νομική Βιβλιοθήκη»2012

[i] Μιχαήλ Στασινόπουλος, «Εισαγωγή», σε Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, 1929 – 1959, Εθνικό Τυπογραφείο Αθήνα 1961, σελ. 27
[ii] Βλ. Χρυσανθάκη Χ., Η πρόσφατη μεταρρύθμιση στο καθεστώς εκδίκασης των διοικητικών διαφορών (ν. 3659/2008), ΘΠΔΔ 2008, σ. 911.
[iii] Βλ. Τσιρωνάς Α., Η δικονομική μεταρρύθμιση του ν. 3900/2010 και ο νέος ρόλος του Συμβουλίου της Επικρατείας, ΕφημΔΔ 2011, σ. 424 επ. Βλ. Πικραμένος Μ., Το Συμβούλιο της Επικρατείας μετά το Ν. 3900/2010 στον Τόμο «Συμβούλιο της Επικρατείας. Εφαρμογές Διοικητικού Ουσιαστικού και Δικονομικού Δικαίου», επιμέλεια Χ.Χρυσανθάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2012, σ. 1110.
[iv] Βλ. υπ΄ αριθμ. 1841-1843/2013Αποφασεις ΣτΕ όπου απείχε να απαντήσει στο τεθέν ερώτημα διότι δεν ετηρούντο οι νόμιμες προϋποθέσεις.βλ όμως Άποψη του Αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας Α. Ράντου, που διατυπώθηκε στις αποφάσεις 1841/2013 και 1843/2013 Στε (Ολ)
[v] Βλ. Αιτιολογική Έκθεση στο σχέδιο νόμου «Εξορθολογισμός διαδικασιών και επιτάχυνση της διοικητικής δίκης και άλλες διατάξεις» , το οποίο υιοθέτησε σε μεγάλο βαθμό αυτούσιες τις θέσεις και τις προτάσεις των διοικητικών δικαστών, όπως αποτυπώθηκαν στο υπ΄ αριθμ. 4/2010 πρακτικό της διοικητικής Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας.
[vi] Βλ. Σοϊλεντάκης Ν., Προβληματισμοί από τον Ν. 3900/2010, ΘΠΔΔ 2012, σ. 93
[vii] Βλ. Ο ιός της «πρόκλησης»- Προτάσεις ως προς τον ΚΠολΔ, Ελευθερίας Κώνστα, Εφέτη σε https://ende.gr/
[viii] Βλ. Εβίτα Σαλαμούρα «Η διαδικασία των πιλοτικών αποφάσεων και η συστημική παραβίαση του δικαιώματος διεξαγωγής της δίκης εντός ευλόγου χρόνου από τα ελληνικά δικαστήρια» σε https://www.echrcaselaw.com/
[ix] Βλ Έκθεση του 2021 για το κράτος δικαίου της ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ Βρυξέλλες, 20.7.2021
SWD(2021) 709 finaL
.» Έκθεση του 2021 για το κράτος δικαίου Κεφάλαιο για την κατάσταση του κράτους δικαίου στην Ελλάδα»




ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

  ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ -ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΕΝ ΟΨΕΙ   ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ (4...