11 Ιανουαρίου 2017

ΠΟΘΕΝ ΕΣΧΕΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ»


Αριθμός 373/2016 ΜΕ ΣΧΟΛΙΟ ΑΝΤΩΝΗ ΑΡΓΥΡΟΥ
Η Επιτροπή Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας
(άρθρο 52 του π.δ/τος 18/1989, όπως ισχύει)
ΠΕΡΙΛΗΨΗ :» ΠΟΘΕΝ ΕΣΧΕΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ»

___________________
Συνεδρίασε σε συμβούλιο στις 5 Δεκεμβρίου 2016, με την εξής σύνθεση: Ν. Σακελλαρίου, Πρόεδρος, Γ. Παπαγεωργίου, Δ. Σκαλτσούνης, Μ. Παπαδοπούλου, Εμμ. Κουσιουρής, Σύμβουλοι.
Για να αποφασίσει σχετικά με την από 14 Νοεμβρίου 2016 αίτηση:
των ν.π.ι.δ. με την επωνυμία: 1. «Ένωση Δικαστικών Λειτουργών Συμβουλίου της Επικρατείας», που εδρεύει στην Αθήνα (Πανεπιστημίου 47-49), 2. «Ένωση Δικαστικών Λειτουργών του Ελεγκτικού Συνεδρίου», που εδρεύει στην Αθήνα (Τσόχα και Βουρνάζου 4), 3. «Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδος», που εδρεύει στην Αθήνα (πρώην Σχολή Ευελπίδων, κτίριο 16), 4. «Ένωση Διοικητικών Δικαστών», που εδρεύει στην Αθήνα (Λουίζης Ριανκούρ 85) και 5. «Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων», που εδρεύει στην Αθήνα (Πρωτοδικείο Αθηνών, πρώην Σχολή Ευελπίδων, κτίριο 6, γραφείο 210),
κατά των Υπουργών: 1. Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και 2. Οικονομικών.
Με την αίτηση αυτή οι αιτούσες ενώσεις επιδιώκουν να ανασταλεί η εκτέλεση της υπ' αριθμ. 1846 οικ./13.10.2016 κοινής απόφασης των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών.
Κατά τη συνεδρίασή της η Επιτροπή άκουσε τον εισηγητή, Σύμβουλο Δ. Σκαλτσούνη.

……

2. Επειδή, οι αιτούσες ενώσεις δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών ζητούν να ανασταλεί η εκτέλεση της 1846οικ./13.10.2016 κοινής απόφασης των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών «Τύπος και περιεχόμενο της Δήλωσης Περιουσιακής Κατάστασης (Δ.Π.Κ.) και της Δήλωσης Οικονομικών Συμφερόντων (Δ.Ο.Σ.) - Ηλεκτρονική υποβολή των δηλώσεων αυτών» (Β΄ 3300). Κατά της πράξης αυτής οι αιτούσες έχουν ασκήσει αίτηση ακυρώσεως, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η 13η.1.2017.

3. Επειδή, το άρθρο 40 του π.δ. 18/89 (Α΄ 8) ορίζει ότι: «Κατά τα λοιπά και ιδίως ως προς ... τους λόγους εξαίρεσης των δικαστών … και τη διαδικασία της εξαίρεσης ... εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και του Οργανισμού των Δικαστηρίων που ισχύουν για τη διαδικασία πολιτικών δικών ενώπιον του Αρείου Πάγου». Ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985 - Α΄ 182) ορίζει στο άρθρο 52 ότι: «1. Δικαστές, εισαγγελείς και υπάλληλοι της γραμματείας, με οποιαδήποτε ιδιότητα και αν ενεργούν, μπορούν να προτείνουν την εξαίρεσή τους ή να εξαιρεθούν από οποιοδήποτε διάδικο α) αν είναι διάδικοι ή συνδέονται με έναν από τους διαδίκους ως συνδικαιούχοι, συνυπόχρεοι ή είναι υπόχρεοι σε αποζημίωση ή έχουν άμεσο ή έμμεσο συμφέρον στη δίκη, ... στ) αν έχουν προκαλέσει ή προκαλούν υπόνοια μεροληψίας, ιδίως αν έχουν με κάποιο διάδικο ιδιαίτερη φιλία, ιδιαίτερες σχέσεις καθηκόντων ή εξάρτησης, έριδα ή έχθρα, 2. ...»· στο άρθρο 53 ορίζει ότι: «1. Είναι απαράδεκτη η αίτηση για την εξαίρεση ολόκληρου του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου ή όλων των μελών της εισαγγελίας του ή τόσων αρεοπαγιτών, ώστε με τον αριθμό που απομένει να μην είναι δυνατή η νόμιμη συγκρότηση του δικαστηρίου αυτού. 2. ...». Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη πράξη ρυθμίζει την υποβολή Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ. για όλους τους υπόχρεους δικαστικούς λειτουργούς, επομένως και για τα μέλη της παρούσας Επιτροπής Αναστολών. Συνεπώς, θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί, κατ’ αρχήν, λόγος εξαίρεσης από τους προβλεπόμε­νους στο άρθρο 52 παρ. 1 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Δεδομένου όμως ότι αντίστοιχος λόγος συντρέχει στο πρόσωπο όλων των δικαστικών λειτουργών του Δικαστηρίου, τυχόν αποδοχή του θα οδηγούσε σε ολοσχερή αδυναμία συγκρότησης Επιτροπής Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας, δυναμένης να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση (πρβλ. Ε.Α. 806/2004). Εν όψει τούτου, η Επιτροπή κρίνει ότι δεν συντρέχει λόγος εξαίρεσης των μελών της και προχωρεί στην εκδίκαση της υπόθεσης.

4. Επειδή, στο άρθρο 26 του Συντάγματος ορίζεται ότι: «1. Η νομοθετική λειτουργία ασκείται από τη Βουλή και τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. 2. Η εκτελεστική λειτουργία ασκείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την Κυβέρνηση. 3. Η δικαστική λειτουργία ασκείται από τα δικαστήρια· οι αποφάσεις τους εκτελούνται στο όνομα του Ελληνικού Λαού»· στο άρθρο 87 παρ. 1 ορίζεται ότι: «Η δικαιοσύνη απονέμεται από δικαστήρια συγκροτούμενα από τακτικούς δικαστές που απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία». Περαιτέρω, στο άρθρο 88 παρ. 4 ορίζεται ότι: «Οι δικαστικοί λειτουργοί μπορούν να παυθούν μόνο ύστερα από δικαστική απόφαση, εξαιτίας ποινικής καταδίκης ή για βαρύ πειθαρχικό παράπτωμα ή ασθένεια ή αναπηρία ή υπηρεσιακή ανεπάρκεια, που βεβαιώνονται όπως νόμος ορίζει και αφού τηρηθούν οι διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 93»· στο άρθρο 90 παρ. 1 ορίζεται ότι: «Οι προαγωγές, τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και μετατάξεις των δικαστικών λειτουργών ενεργούνται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από απόφαση ανώτατου δικαστικού συμβουλίου. …»· στο άρθρο 91 παρ. 1 και 3 ορίζεται ότι: «1. Η πειθαρχική εξουσία στους δικαστικούς λειτουργούς, από το βαθμό του αρεοπαγίτη ή αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και πάνω, ή στους αντίστοιχους με αυτούς, ασκείται από ανώτατο πειθαρχικό συμβούλιο, όπως νόμος ορίζει. Την πειθαρχική αγωγή εγείρει ο Υπουργός Δικαιοσύνης. … 3. Η πειθαρχική εξουσία στους λοιπούς δικαστικούς λειτουργούς ασκείται σε πρώτο και δεύτερο βαθμό από συμβούλια που συγκροτούνται με κλήρωση από τακτικούς δικαστές, κατά τους ορισμούς του νόμου. Την πειθαρχική αγωγή εγείρει και ο Υπουργός της Δικαιοσύνης. …». Από τις ως άνω διατάξεις, με τις οποίες κατοχυρώνεται η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, που αποτελεί το θεμέλιο του κράτους δικαίου, συνάγεται ότι ο συντακτικός νομοθέτης για την εξασφάλιση της ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας - ως ισότιμης με τις άλλες δύο λειτουργίες (νομοθετική και εκτελεστική) - αναγνωρίζει λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία στους δικαστές που συγκροτούν τα δικαστήρια και ταυτίζει την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης με την ανεξαρτησία των δικαστών.

5. Επειδή, ο ν. 3213/2003 (Α΄ 309) «Δήλωση και έλεγχος περιουσιακής κατάστασης βουλευτών, δημόσιων λειτουργών και υπαλλήλων, ιδιοκτητών μέσων μαζικής ενημέρωσης και άλλων προσώπων», όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, ιδίως μετά τους ν. 4281/2014 (Α΄ 160), 4389/2016 (Α΄ 94), 4396/2016 (Α΄ 111) και 4425/2016 (Α΄ 185), ορίζει τα ακόλουθα: άρθρο 1 «Υπόχρεοι σε δήλωση 1. Δήλωση της περιουσιακής τους κατάστασης, των συζύγων τους και των ανήλικων τέκνων τους υποβάλλουν:… ιβ. Οι Δικαστικοί και οι Εισαγγελικοί λειτουργοί …»· άρθρο 2 «Περιεχόμενο δήλωσης περιουσιακής κατάστασης 1. α. Η δήλωση περιουσιακής κατάστασης περιέχει λεπτομερώς τα υφιστάμενα κατά την 31η Δεκεμβρίου του προηγούμενου έτους περιουσιακά στοιχεία στην ημεδαπή και την αλλοδαπή με την επιφύλαξη των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 8 του παρόντος νόμου. Ειδικώς, η αρχική δήλωση περιλαμβάνει τα υφιστάμενα κατά το χρόνο υποβολής της περιουσιακά στοιχεία. Ως περιουσιακά στοιχεία θεωρούνται ιδίως: i. Τα έσοδα από κάθε πηγή. ii. Τα ακίνητα, καθώς και τα εμπράγματα δικαιώματα σε αυτά, με ακριβή προσδιορισμό τους. iii. Οι μετοχές ημεδαπών και αλλοδαπών εταιρειών (με την επιφύλαξη της απαγόρευσης των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 8 του παρόντος νόμου), τα ομόλογα και ομολογίες κάθε είδους, τα μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων κάθε είδους και τα παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα κάθε είδους. iv. Οι κάθε είδους καταθέσεις σε τράπεζες, ταμιευτήρια και άλλα πιστωτικά ιδρύματα, καθώς και τα κάθε είδους χρηματιστηριακά ή ασφαλιστικά προϊόντα και συμμετοχές σε κεφάλαια επιχειρηματικών ή επενδυτικών συμμετοχών (funds) και καταπιστεύματα (trusts). v. Η μίσθωση θυρίδων σε τράπεζες, ταμιευτήρια και άλλα ημεδαπά ή αλλοδαπά πιστωτικά ιδρύματα. Επίσης, το σύνολο των μετρητών, που δεν περιλαμβάνονται στην περίπτωση iv. του παρόντος εδαφίου, εφόσον το συνολικό ποσό υπερβαίνει τις δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ. Τα προαναφερόμενα ποσά αφορούν αθροιστικά τον υπόχρεο, το σύζυγο και τα ανήλικα τέκνα. vi. Τα κινητά μεγάλης αξίας, εφόσον η αξία αυτών υπερβαίνει το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. Αν τα κινητά πράγματα αποτελούν κατά τις συναλλακτικές αντιλήψεις ενιαίο σύνολο, για τον υπολογισμό της αξίας λαμβάνεται υπόψη η αξία του συνόλου των πραγμάτων. Η δηλούμενη αξία προκύπτει είτε από σχετικό παραστατικό αγοράς ή από πράξη της φορολογικής αρχής για την επιβολή φόρου αιτία θανάτου, δωρεάς, γονικής παροχής ή προίκας κατά το χρόνο κτήσης τους. Στην περίπτωση κατά την οποία τα κινητά είναι ασφαλισμένα κατά κινδύνων κλοπής, πυρκαγιάς και λοιπών κινδύνων, η εκτιμώμενη αξία δεν μπορεί να είναι κατώτερη αυτής που αναγράφεται στη σχετική σύμβαση. vii. Τα πλωτά και τα εναέρια μεταφορικά μέσα, καθώς και τα κάθε χρήσης οχήματα. viii. Η συμμετοχή σε κάθε είδους εταιρεία ή επιχείρηση (με την επιφύλαξη της απαγόρευσης των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 8 του παρόντος νόμου). ix. … β. i. Σε περίπτωση απόκτησης νέου περιουσιακού στοιχείου ή επαύξησης υφιστάμενου, στη δήλωση περιλαμβάνεται, υποχρεωτικώς, το ύψος της σχετικής δαπάνης, καθώς και αναλυτική παράθεση της πηγής προέλευσης των σχετικών πόρων. Σε περίπτωση εκποίησης μνημονεύεται το εισπραχθέν τίμημα. ii. Στη δήλωση αναφέρονται τα προσωπικά, υπηρεσιακά και φορολογικά στοιχεία των υπόχρεων. Οι υπόχρεοι προσκομίζουν στο αρμόδιο όργανο ελέγχου αντίγραφα των οικείων παραστατικών εφόσον τους ζητηθεί. γ. … Ειδικότερα, τα πρόσωπα που ελέγχονται υποχρεωτικά, σύμφωνα με το άρθρο 3Β παρ. 2 του παρόντος νόμου και το άρθρο 7Α παρ. 3 περίπτωση γ στοιχεία αα έως ζζ του ν. 3691/2008 επισυνάπτουν στη δήλωση αντίγραφα των αναγκαίων εγγράφων, από τα οποία προκύπτει η δηλούμενη περιουσιακή κατάσταση, όπως αυτά θα εξειδικευθούν στην απόφαση του Προέδρου της Βουλής και την κοινή υπουργική απόφαση, η έκδοση των οποίων προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 3213/2003. δ. … 2. Οι δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης συντάσσονται σε ειδικό έντυπο, το περιεχόμενο του οποίου καθορίζεται, για μεν τους υπόχρεους των περιπτώσεων του άρθρου 3 παράγραφος 1 περίπτωση α΄ με απόφαση του Προέδρου της Βουλής και για τους άλλους υπόχρεους, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Με όμοιες αποφάσεις, μπορεί να ορίζεται ότι η δήλωση υποβάλλεται ηλεκτρονικά μέσω ενιαίας ειδικής εφαρμογής, οπότε προσδιορίζεται ο κατά περίπτωση υπεύθυνος διαχείρισης και καθορίζεται κάθε αναγκαία προς τούτο λεπτομέρεια, οι αναγκαίες διασφαλίσεις για τα πρόσωπα και τους όρους πρόσβασης στα στοιχεία τους και τυχόν ρυθμίσεις μεταβατικού χαρακτήρα. Οι δηλώσεις υπόκεινται σε ηλεκτρονική επεξεργασία από αυτοτελή ειδική βάση δεδομένων, μετά την οποία πρέπει να προκύπτει ευκρινώς το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων και η αξία τους ανά κατηγορία περιουσιακών στοιχείων, καθώς και η χρονολογία κτήσης. Για την επεξεργασία λαμβάνεται υπόψη, εφόσον είναι διαθέσιμη, η αξία κτήσης. 3. … 4. Ελλείψεις ή ανακρίβειες της δήλωσης, μπορούν να συμπληρωθούν από τον υπόχρεο αυθορμήτως σε προθεσμία ενός μηνός από την υποβολή της δήλωσης»· άρθρο 3 «Όργανα και διαδικασία ελέγχου των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης 1. Οι δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης των υπόχρεων προσώπων της παραγράφου 1 του άρθρου 1 υποβάλλονται και ελέγχονται ως ακολούθως: α) των προσώπων που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄ έως και ε΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου στην Επιτροπή του άρθρου 3Α, αα) των προσώπων που αναφέρονται στις περιπτώσεις στ΄ έως και κδ΄, κζ΄, λα΄ έως και μγ΄ και μστ΄ έως μη΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου, στην Γ΄ Μονάδα Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης. Για τον έλεγχο των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης των εν λόγω προσώπων εφαρμόζονται όσα ορίζονται στα στοιχεία γ΄ και δ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 7Α του ν. 3691/2008 (Α΄ 166), όπως αυτό προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 3932/2011 (Α΄ 49). ... β) … 2. Ο έλεγχος της αρχικής δήλωσης αφορά στη διαπίστωση του αληθούς περιεχομένου για τα υφιστάμενα κατά το χρόνο υποβολής της περιουσιακά στοιχεία. Για τα μετέπειτα έτη ο έλεγχος, πέραν της διαπίστωσης του αληθούς περιεχομένου της δήλωσης, περιλαμβάνει, σε κάθε περίπτωση, τη διακρίβωση, εάν η απόκτηση νέων περιουσιακών στοιχείων ή η επαύξηση υφιστάμενων, δικαιολογείται από το ύψος των πάσης φύσεως εσόδων σε συνδυασμό με τις δαπάνες διαβίωσης των υπόχρεων σε δήλωση προσώπων. Η δήλωση δεν θεωρείται ανακριβής ή ελλιπής σε περίπτωση επουσιώδους ανακρίβειας ή έλλειψης ή εφόσον, ύστερα από πρόσκληση του οργάνου ελέγχου, αποδεικνύεται η νομιμότητα της πηγής προέλευσης του ανακριβώς δηλωθέντος στοιχείου. 3. ...»· άρθρο 6 «Μη υποβολή ή υποβολή ανακριβούς δήλωσης 1. Διοικητικό πρόστιμο εκατόν πενήντα (150) έως τετρακόσια (400) ευρώ, το οποίο εισπράττεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, επιβάλλεται σε όποιον υποβάλλει δήλωση μετά την πάροδο της προθεσμίας που ορίζεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου. Οι λεπτομέρειες αναφορικά με τα αρμόδια για την επιβολή όργανα, την διαδικασία επιβολής και είσπραξης του προστίμου ορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών που εκδίδεται εντός πέντε (5) μηνών, από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. 2. Υπόχρεος που παραλείπει να υποβάλει δήλωση μετά την πάροδο τριάντα (30) ημερών από την παρέλευση της προθεσμίας που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου, ή υποβάλλει ανακριβή ή ελλιπή δήλωση, τιμωρείται με φυλάκιση και με χρηματική ποινή έως εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ. … 3. … 4. Αν οι πράξεις του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 τελέστηκαν από αμέλεια, επιβάλλεται χρηματική ποινή. Το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα όλες τις περιστάσεις, μπορεί να κρίνει τις πράξεις αυτές ατιμώρητες. 5. Τρίτος ο οποίος εν γνώσει του συμπράττει στην υποβολή ανακριβούς δήλωσης και ιδίως στην παράλειψη δήλωσης περιουσιακών στοιχείων τιμωρείται με φυλάκιση και με χρηματική ποινή. 6. Τα φυσικά πρόσωπα και οι υπάλληλοι των νομικών προσώπων του άρθρου 5 του ν. 3691/2008 που παραβιάζουν την υποχρέωση γνωστοποίησης της παραγράφου 5 του άρθρου 3 του παρόντος τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών. 7. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει τα ενδεικνυόμενα μέτρα για τη διάδοση των πληροφοριών σχετικά με καταδικαστική απόφαση για εγκλήματα του παρόντος νόμου, συμπεριλαμβανομένης της ανάρτησης της απόφασης στο διαδίκτυο, καθώς και της πλήρους ή μερικής δημοσίευσής της στα μέσα μαζικής ενημέρωσης». Εξάλλου, με την παρ. 6 του άρθρου 66 του ν. 4409/2016, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 20 του ν. 4425/2016, ορίζεται ότι: «Κατ’ εξαίρεση και ειδικώς για την υποβολή των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης του έτους 2016 (χρήση 2015) του ν. 3213/2003 και των δηλώσεων οικονομικών συμφερόντων του άρθρου 229 του ν. 4281/2014 η προθεσμία υποβολής αρχίζει τη 15η Οκτωβρίου 2016 και λήγει τη 15η Ιανουαρίου 2017».
6. Επειδή, σε εκτέλεση της εξουσιοδοτικής διάταξης της παρ. 2 του άρθρου 2 του ν. 3213/2003 εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 1846οικ./ 13.10.2016 κοινή υπουργική απόφαση, στην οποία ορίζονται τα ακόλουθα: άρθρο 1 «Πεδίο Εφαρμογής Η παρούσα έχει εφαρμογή στα υπόχρεα πρόσωπα του Ν. 3213/2003 ... όπως ισχύει, τα οποία, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, υποβάλλουν τις δηλώσεις τους και ελέγχονται από: α) την Γ΄ Μονάδα Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης. β) ...»· άρθρο 2 «Διαδικασία υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης 1. Ο υπόχρεος υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης (Δ.Π.Κ.) απαιτείται να είναι ενεργός χρήστης των υπηρεσιών του TAXISnet, προκειμένου να υποβάλει τη δήλωση αποκλειστικά ηλεκτρονικά μέσω ενιαίας διαδικτυακής εφαρμογής. Η Δ.Π.Κ. υποβάλλεται από τον υπόχρεο και αφορά την περιουσιακή κατάστασή του, καθώς και του/της συζύγου και των ανήλικων τέκνων του. Υποχρέωση υποβολής δήλωσης υφίσταται και στην περίπτωση, που δεν έχει μεταβληθεί η περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου. 2. Η ταυτοποίηση υπόχρεου και συζύγου από την εφαρμογή ηλεκτρονικής υποβολής Δ.Π.Κ., γίνεται με τη χρήση των προσωπικών κωδικών στο TAXISnet. Διακριτούς προσωπικούς κωδικούς TAXISnet πρέπει να έχει τόσο ο υπόχρεος, όσο και ο/η σύζυγος υπόχρεου υποβολής Δ.Π.Κ., προκειμένου να καταστεί δυνατή η υποχρεωτική έγκριση των περιουσιακών στοιχείων, που δηλώθηκαν από τον υπόχρεο και αφορούν στον/στην σύζυγο και τα ανήλικα τέκνα. Η αίτηση για τη χορήγηση και η διαχείριση των κωδικών αυτών, γίνεται αποκλειστικά μέσω του συστήματος TAXISnet. 3. Κατά την υποβολή ετήσιας Δ.Π.Κ. ο υπόχρεος οφείλει σε κάθε περίπτωση να επικαιροποιήσει την περιουσιακή του κατάσταση, σε σχέση με το αντίγραφο της Δ.Π.Κ. του αμέσως προηγούμενου έτους, που παράγεται από την ηλεκτρονική εφαρμογή για την υποβοήθησή του και να διατηρήσει αναλλοίωτα τα στοιχεία, τα οποία δεν έχουν μεταβληθεί. 4. Ο υπόχρεος υποβάλλει με τον/την σύζυγο κοινή Δ.Π.Κ. 5. Σε περίπτωση άρνησης ή αδυναμίας του/της συζύγου υπόχρεου, να συνυποβάλλει κοινή δήλωση, η δήλωση υποβάλλεται μόνον από τον υπόχρεο, ο οποίος οφείλει να αναφέρει συγχρόνως στις παρατηρήσεις του συστήματος το γεγονός της άρνησης ή της αδυναμίας. Άρνηση θεωρείται και η βεβαιωμένη διάσταση των συζύγων, που έχει δηλωθεί στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. του υπόχρεου»· άρθρο 3 «Τύπος και περιεχόμενο της δήλωσης περιουσιακής κατάστασης (Δ.Π.Κ.) 1. Η Δ.Π.Κ. του Ν. 3213/2003 (Α΄ 309), όπως ισχύει, έχει ως περιεχόμενο το συνημμένο υπόδειγμα στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της παρούσας. 2. Κατά την υποβολή Δ.Π.Κ. από τον υπόχρεο, τα βασικά στοιχεία αυτού, δηλαδή, ο Α.Φ.Μ., το επώνυμο, το όνομα και το πατρώνυμο, εμφανίζονται όπως τηρούνται στο φορολογικό Μητρώο. Σε περίπτωση ανακρίβειας αυτών, απαιτείται, πριν από την υποβολή της δήλωσης, η διόρθωση των ανακριβών στοιχείων στο φορολογικό Μητρώο. 3. Τα προσωπικά στοιχεία του υπόχρεου, όπως Α.Δ.Τ., διεύθυνση, τηλέφωνο κ.λπ., δηλώνονται ως έχουν κατά την ημερομηνία της υποβολής της Δ.Π.Κ. Τα λοιπά στοιχεία, όπως υπηρεσιακά, οικογενειακά κ.λπ., ως και η ιδιότητα του υπόχρεου δηλώνονται ως είχαν κατά το έτος, που αφορά η δήλωση. 4. Η αρχική δήλωση περιλαμβάνει τα υφιστάμενα στην ημεδαπή και την αλλοδαπή κατά τον χρόνο υποβολής της περιουσιακά στοιχεία, καθώς και την αξία κτήσης τους, εφόσον είναι διαθέσιμη. Η ετήσια Δ.Π.Κ. περιέχει τα υφιστάμενα περιουσιακά στοιχεία κατά την 31η Δεκεμβρίου του έτους, στο οποίο αφορά η δήλωση, στην ημεδαπή και την αλλοδαπή, καθώς και την αξία κτήσης τους, εφόσον είναι διαθέσιμη. 5. Σε περίπτωση απόκτησης νέου περιουσιακού στοιχείου κατά τη χρήση, που αφορά η δήλωση, δηλώνονται υποχρεωτικώς ο τρόπος απόκτησης, το ύψος της σχετικής δαπάνης (καταβληθέν τίμημα), καθώς και αναλυτική παράθεση της πηγής προέλευσης των σχετικών πόρων. Σε περίπτωση εκποίησης περιουσιακού στοιχείου, που είχε δηλωθεί σε προηγούμενη δήλωση του υπόχρεου, δηλώνεται το εισπραχθέν τίμημα. 6. Ειδικά σε περίπτωση απόκτησης νέου εμπράγματου δικαιώματος επί ακινήτου ή εκποίησης εμπράγματου δικαιώματος επί ακινήτου, που έχει δηλωθεί σε προηγούμενες δηλώσεις του υπόχρεου, δηλώνονται τα στοιχεία του συμβολαίου απόκτησης ή εκποίησης. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει συμβόλαιο απόκτησης εμπράγματων δικαιωμάτων επί ακινήτων λόγω κληρονομικής διαδοχής, δηλώνονται τα στοιχεία του κληρονομούμενου, καθώς και ο τρόπος και η ιδιότητα, με την οποία ο υπόχρεος έγινε κληρονόμος. 7. Στην περίπτωση απόκτησης και απώλειας εμπράγματου δικαιώματος επί του ίδιου ακινήτου κατά τη χρήση, που αφορά η δήλωση, δηλώνονται και οι δύο μεταβολές. Το άνω ισχύει αντίστοιχα και για τα οχήματα, πλωτά και εναέρια μεταφορικά μέσα, καθώς και για τις συμμετοχές σε κάθε είδους εταιρεία ή επιχείρηση»· άρθρο 4 «Διασφαλίσεις για την ηλεκτρονική υποβολή και Συνημμένα Δικαιολογητικά 1. Για την υποβοήθησή του στην ηλεκτρονική υποβολή της Δ.Π.Κ., ο υπόχρεος, μετά την ταυτοποίησή του μέσω των κωδικών του TAXISnet και εφόσον συναινέσει με υπεύθυνη δήλωσή του σε αυτό, μπορεί να μεταφέρει στη Δ.Π.Κ. τα δεδομένα της τελευταίας ηλεκτρονικά υποβληθείσας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος (Ε1) του έτους, στο οποίο αφορά η Δ.Π.Κ., καθώς και τα στοιχεία των ακινήτων, που περιλαμβάνονται στη «βεβαίωση της περιουσιακής του κατάστασης» κατά την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους, στο οποίο αφορά η Δ.Π.Κ., εφόσον η Δ.Π.Κ. είναι αρχική ή του τρέχοντος έτους, εφόσον η Δ.Π.Κ. είναι ετήσια, όπως αυτά τηρούνται ηλεκτρονικά στη Γ.Γ.Δ.Ε. 2. Όλα τα δεδομένα των ανωτέρω δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος, όπως αυτά έχουν διαμορφωθεί, κατά την οριστική υποβολή της Δ.Π.Κ., από τυχόν υποβολή τροποποιητικών ή/και συμπληρωματικών δηλώσεων εισοδήματος για το έτος που αφορά η Δ.Π.Κ., καθώς και τα στοιχεία της περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου κατά την ημερομηνία της ανωτέρω παραγράφου, θα επισυνάπτονται αυτόματα ηλεκτρονικά στην υποβαλλόμενη Δ.Π.Κ., όπως προβλέπεται στο άρθρ. 2 της παραγράφου 1 περ. γ΄ του Ν. 3213/2003. 3. Η Διεύθυνση Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (Δ.ΗΛΕ.Δ.) της Γ.Γ.Δ.Ε., που είναι η αρμόδια υπηρεσία για τις ανωτέρω χορηγήσεις όλων των στοιχείων των δηλώσεων εισοδήματος και ακινήτων των υπόχρεων, οφείλει να τηρεί αρχείο για αυτές, με το στοιχείο της ημερομηνίας και ώρας χορήγησης/πρόσβασης, καθώς και το μοναδικό αριθμό ταυτοποίησης της οριστικοποιημένης Δ.Π.Κ., που σχετίζεται με την κάθε χορήγηση. Για τις Δ.Π.Κ. των ετών 2015 και 2016, που έχουν οριστικοποιηθεί ηλεκτρονικά από τους υπόχρεους πριν από την έκδοση της παρούσας, θα πρέπει να επισυναφθούν ηλεκτρονικά από τη Δ.ΗΛΕ.Δ. σε συνεργασία με το φορέα λειτουργίας της ηλεκτρονικής εφαρμογής υποβολής Δ.Π.Κ., τα συνυποβαλλόμενα της ανωτέρω παραγράφου 2. 4. Για τη διευκόλυνση του ελέγχου των Δ.Π.Κ., όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 3 του Ν. 3213/2003, όπως ισχύει, η φορολογική διοίκηση χορηγεί στα αρμόδια όργανα ελέγχου, μετά από αίτησή τους, στοιχεία για όλες τις πιθανές τροποποιήσεις των παραπάνω δηλώσεων εισοδήματος και ακινήτων των υπόχρεων αρμοδιότητάς τους, οι οποίες τηρούνται ηλεκτρονικά. 5. Με την οριστική υποβολή της δήλωσης, ο υπόχρεος δύναται να αποθηκεύσει στον ηλεκτρονικό του υπολογιστή αντίγραφο της υποβληθείσας Δ.Π.Κ., ως αποδεικτικό υποβολής, όπου εμφανίζονται ο αριθμός αυτής και η ημερομηνία υποβολής της. 6. Κατά τη διαδικασία της ηλεκτρονικής υποβολής Δ.Π.Κ., οι υπόχρεοι, οι οποίοι ανήκουν στις κατηγορίες των υποχρεωτικά ελεγχόμενων προσώπων, όπως αυτές προβλέπονται στις κείμενες διατάξεις, αποστέλλουν ηλεκτρονικά στο αρμόδιο όργανο ελέγχου, εφάπαξ κατά την υποβολή της αρχικής δήλωσης και εφόσον υπάρχουν μεταβολές κατά την υποβολή της ετήσιας δήλωσης, τα ακόλουθα δικαιολογητικά: α. Συμβόλαια των ακινήτων. β. Βεβαιώσεις επενδυτικών προϊόντων και χαρτοφυλακίων χρηματοοικονομικών προϊ­όντων, όπως αυτά περιγράφονται στο στοιχείο iii της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του Ν. 3213/2003, που κατ’ ελάχιστον θα περιλαμβάνουν το όνομα του χειριστή της μερίδας, το όνομα των προϊόντων, το κόστος κτήσης και την αποτίμηση αυτών. γ. Βεβαιώσεις ή παραστατικά από τα οποία να προκύπτουν τα υπόλοιπα τραπεζικών λογαριασμών, καθώς και αντίστοιχες βεβαιώσεις ή παραστατικά για κάθε είδους χρηματιστηριακά ή ασφαλιστικά προϊόντα και συμμετοχές σε κεφάλαια επιχειρηματικών ή επενδυτικών συμμετοχών (funds) και καταπιστευμάτων (trusts). δ. Παραστατικά των Τραπεζών, Ταμιευτηρίων και άλλων ημεδαπών ή αλλοδαπών πιστωτικών Ιδρυμάτων απ’ τα οποία θα αποδεικνύεται η μίσθωση θυρίδων. ε. Παραστατικά αγοράς ή πράξεις φορολογικής αρχής ή ασφαλιστήρια συμβόλαια για τα κινητά μεγάλης αξίας άνω των 30.000,00 €, όπως ειδικότερα αυτά προσδιορίζονται στο στοιχείο vi της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του Ν. 3213/2003. στ. Άδειες κυκλοφορίας πλωτών και εναερίων μεταφορικών μέσων, καθώς και των κάθε χρήσης οχημάτων και σε περίπτωση απόκτησης ή εκποίησης κατά την διάρκεια του χρόνου που αφορά η δήλωση επιπλέον παραστατικά αγοράς ή πώλησης. ζ. Παραστατικά για συμμετοχή σε κάθε είδους εταιρεία ή επιχείρηση. 7. Το απόρρητο της διαδικτυακής επικοινωνίας του υπόχρεου με τα συστήματα της Γ.Γ.Π.Σ. και Δ.Υ. διασφαλίζεται με τη χρήση ψηφιακού πιστοποιητικού από την εφαρμογή υποβολής. Τα απόρρητα στοιχεία των Δ.Π.Κ. τηρούνται κρυπτογραφημένα στην ηλεκτρονική βάση δεδομένων του συστήματος. Το ηλεκτρονικό σύστημα συνοδεύεται από πολιτικές ασφάλειας, που καλύπτουν όλους τους εμπλεκόμενους φορείς και εξασφαλίζουν την εμπιστευτικότητα και ακεραιότητα των στοιχείων της ηλεκτρονικής βάσης δεδομένων»· άρθρο 5 «Ηλεκτρονική επεξεργασία 1. Υπεύθυνοι επεξεργασίας της αυτοτελούς ειδικής βάσης των δεδομένων περιουσιακής κατάστασης, όπως ορίζεται στο Ν. 2472/1997 «Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» (Α΄ 50), είναι τα όργανα ελέγχου, όπως αναφέρονται στο άρθρο 3 του Ν. 3213/2003, όπως ισχύει, αποκλειστικά και μόνο για τους ελεγχόμενους αρμοδιότητάς τους. 2. Εκτελούντες την επεξεργασία της παραπάνω βάσης δεδομένων κατ’ εντολή των υπευθύνων επεξεργασίας, όπως επίσης ορίζεται στο Ν. 2472/1997, είναι τα όργανα της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων και Διοικητικής Υποστήριξης, καθώς και τα ίδια τα όργανα ελέγχου αποκλειστικά και μόνο για τους ελεγχόμενους της αρμοδιότητάς τους. 3. Την ευθύνη διαχείρισης του ηλεκτρονικού συστήματος έχουν τα όργανα ελέγχου, όπως αναφέρονται στο άρθρο 3 του Ν. 3213/2003, όπως ισχύει, αποκλειστικά και μόνο για τους ελεγχόμενους της αρμοδιότητάς τους. 4. Για τις ανάγκες του ελέγχου των Δ.Π.Κ., σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του Ν. 3213/2003, όπως ισχύουν, κάθε όργανο ελέγχου ορίζει τους υπαλλήλους του, καθώς και τα δικαιώματα πρόσβασης, που αυτοί έχουν επί των στοιχείων της ηλεκτρονικής βάσης δεδομένων του ηλεκτρονικού συστήματος. Η πρόσβαση στο ηλεκτρονικό σύστημα των υπαλλήλων αυτών είναι αυστηρά προσωποποιημένη, ελεγχόμενη μέσω μοναδικού ονόματος χρήστη και προσωπικού μυστικού κωδικού. Επίσης, οι ενέργειες των υπαλλήλων αυτών εντός του ηλεκτρονικού συστήματος καταγράφονται ηλεκτρονικά»· άρθρο 8 «Τύπος, περιεχόμενο και διαδικασία υποβολής της δήλωσης οικονομικών συμφερόντων (Δ.Ο.Σ.) 1. Ο τύπος και το περιεχόμενο της δήλωσης οικονομικών συμφερόντων του άρθρου 229 του Ν. 4281/2014 (Α΄ 260) όπως ισχύει, έχει ως το συνημμένο υπόδειγμα στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της παρούσας. 2. Η Δ.Ο.Σ. υποβάλλεται αποκλειστικά ηλεκτρονικά μέσω ενιαίας διαδικτυακής εφαρμογής από τον υπόχρεο και τον/την σύζυγο, ταυτόχρονα με την υποβολή της Δ.Π.Κ. Η υποβολή της δήλωσης οικονομικών συμφερόντων αποδεικνύεται κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 5 του άρθρου 4 της παρούσας».
7. Επειδή, ο ν. 3691/2008 «Πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και άλλες διατάξεις» (Α΄ 166), όπως έχει τροποποιηθεί (κυρίως με τους ν. 3932/2011 και 4389/2016), ορίζει τα ακόλουθα: άρθρο 7 «Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης 1. Συνιστάται «Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης» (εφεξής «Αρχή»). Σκοπός της Αρχής είναι η λήψη και εφαρμογή των αναγκαίων μέτρων για την πρόληψη και καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, καθώς και ο έλεγχος των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης των προσώπων που αναφέρονται στις περιπτώσεις στ΄ έως και ιε΄ της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3213/2003 ... 2. Η Αρχή απολαμβάνει διοικητικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας. Η έδρα της είναι στο Νομό Αττικής, σε τόπο που καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Ο προϋπολογισμός της Αρχής αποτελεί τμήμα του προϋπολογισμού του Υπουργείου Οικονομικών. … 3. Για οποιαδήποτε διαφορά διοικητικής ή αστικής φύσης ανακύπτει από τη λειτουργία της Αρχής αποκλειστικά αρμόδια είναι τα δικαστήρια της Αθήνας. 4. Η Αρχή συγκροτείται από τον Πρόεδρο και δεκατέσσερα (14) Μέλη, καθώς και από ισάριθμους αναπληρωτές τους, οι οποίοι πρέπει να διαθέτουν τις αυτές ιδιότητες και προσόντα με αυτούς. Ο Πρόεδρος και τα Μέλη της Αρχής απολαμβάνουν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας και δεσμεύονται μόνο από το νόμο και τη συνείδησή τους. Η θητεία τους είναι τριετής και μπορεί να ανανεώνεται για μια ακόμα φορά. 5. Πρόεδρος της Αρχής ορίζεται ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός εν ενεργεία, με γνώση της αγγλικής γλώσσας, ο οποίος επιλέγεται μαζί με τον αναπληρωτή του με απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου. Ο Πρόεδρος της Αρχής είναι πλήρους απασχόλησης. Ο διορισμός του γίνεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από την κοινοποίηση σε αυτόν της απόφασης του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου. 6. Τα Μέλη της Αρχής και οι αναπληρωτές τους διορίζονται με κοινή απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και του Υπουργού Οικονομικών, ύστερα από πρόταση κατά λόγο αρμοδιότητας των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Οικονομικών, Εξωτερικών και Προστασίας του Πολίτη, του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος και του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, οι οποίοι προτείνουν πρόσωπα που διακρίνονται για την επιστημονική τους κατάρτιση, το ήθος τους και την επαγγελματική τους ικανότητα και εμπειρία στον τραπεζικό, οικονομικό, νομικό ή επιχειρησιακό τομέα, ανάλογα με τις απαιτήσεις των επί μέρους Μονάδων της Αρχής. Ο διορισμός των τακτικών Μελών γίνεται αφού προηγηθεί γνώμη της Μόνιμης Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής για την καταλληλότητα των προτεινόμενων προσώπων. Για το σκοπό αυτόν εφαρμόζεται κατ’ αναλογία η διαδικασία των παραγράφων 3 έως 5 του άρθρου 49Α του Κανονισμού της Βουλής, η οποία κινείται με πρωτοβουλία του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων»· άρθρο 7Α «Μονάδες και αρμοδιότητες της Αρχής Η Αρχή απαρτίζεται από τρεις αυτοτελείς Μονάδες, με διακριτές αρμοδιότητες, προσωπικό και υποδομές, υπό κοινό Πρόεδρο. Οι Μονάδες συνεδριάζουν νόμιμα, εφόσον μετέχουν στη συνεδρίαση ο Πρόεδρος ή ο αναπληρωτής του και τα μισά τουλάχιστον από τα μέλη τους ή τους αναπληρωτές τους, και αποφασίζουν με την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών. Σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου. Οι Μονάδες και οι αρμοδιότητές τους έχουν ως εξής: 1. Α΄ Μονάδα Διερεύνησης Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών ... 2. Β΄ Μονάδα Οικονομικών Κυρώσεων κατά Υπόπτων Τρομοκρατίας … 3. Γ΄ Μονάδα Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης α) Η Γ΄ Μονάδα συγκροτείται από τον Πρόεδρο και τέσσερα (4) Μέλη της Αρχής και ειδικότερα: αα) ένα στέλεχος από τη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, που προτείνεται από τον αρμόδιο Υπουργό, ββ) ένα στέλεχος από την Τράπεζα της Ελλάδος, που προτείνεται από τον Διοικητή της, γγ) ένα στέλεχος από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, που προτείνεται από το Διοικητικό της Συμβούλιο και δδ) ένα στέλεχος από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με πτυχίο νομικής σχολής, που προτείνεται από τον αρμόδιο Υπουργό. β) Η Γ΄ Μονάδα πλαισιώνεται και υποστηρίζεται αυτοτελώς από διοικητικό και βοηθητικό προσωπικό, καθώς και από επιστημονικό προσωπικό με ειδικές γνώσεις και εμπειρία στον έλεγχο περιουσιακών στοιχείων και τη διερεύνηση οικονομικών συναλλαγών. Για τους ανωτέρω σκοπούς, συνιστώνται στην Αρχή τριάντα (30) θέσεις, από τις οποίες οι δέκα (10) είναι θέσεις επιστημονικού προσωπικού. Οι θέσεις αυτές πληρούνται με αποσπάσεις από τους φορείς από όπου προέρχονται τα Μέλη της Μονάδας. Οι αποσπάσεις είναι τριετούς διάρκειας με δυνατότητα ανανέωσης. γ) Η Μονάδα δέχεται τις δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης των προσώπων που αναφέρονται στο στοιχείο αα΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του ν. 3213/2003, πλην εκείνων του άρθρου 14 του ιδίου νόμου. Διερευνά και αξιολογεί τις πληροφορίες που διαβιβάζονται ή περιέρχονται στην Αρχή σχετικά με τη μη υποβολή ή με ανακρίβειες των δηλώσεων αυτών. Προβαίνει σε έλεγχο όλων των δηλώσεων: … δδ) των Δικαστικών και Εισαγγελικών λειτουργών των Ανωτάτων Δικαστηρίων της χώρας, … Ως προς τα λοιπά υπόχρεα πρόσωπα, η Μονάδα προβαίνει σε δειγματοληπτικό, κατά την κρίση της, ή στοχευμένο έλεγχο της περιουσιακής τους κατάστασης. Ο έλεγχος, πέραν της διαπίστωσης της υποβολής και του αληθούς περιεχομένου της δήλωσης, περιλαμβάνει σε κάθε περίπτωση τη διακρίβωση, κατά πόσον η απόκτηση νέων περιουσιακών στοιχείων ή η επαύξηση υφιστάμενων δικαιολογείται από το ύψος των πάσης φύσεως εσόδων των υπόχρεων σε δήλωση προσώπων, σε συνδυασμό με τις δαπάνες διαβίωσής τους. Η παράγραφος 3 του άρθρου 3 του ν. 3213/2003 όπως ισχύει, εφαρμόζεται αναλόγως. Η Μονάδα μπορεί να καλεί τους ελεγχόμενους για να δώσουν διευκρινίσεις ή να προσκομίσουν συμπληρωματικά παραστατικά στοιχεία εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στο άρθρο 3 παρ. 4 του ν. 3213/2003. δ) Μετά το πέρας ενός ελέγχου, η Μονάδα αποφασίζει αν πρέπει να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο ή να παραπεμφθεί με αιτιολογημένο πόρισμά της στον αρμόδιο, κατά την παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 3213/2003, Εισαγγελέα, εφόσον τα συλλεγέντα στοιχεία κρίνονται επαρκή για μια τέτοια παραπομπή. Αν συντρέχει περίπτωση καταλογισμού κατά το άρθρο 12 του ν. 3213/2003, το πόρισμα αποστέλλεται και στον Γενικό Επίτροπο της Επικρατείας στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Αν διαπιστωθεί ανάγκη διερεύνησης θεμάτων που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα φορολογικής ή άλλης αρχής, το πόρισμα αποστέλλεται και στην αρχή αυτή. Υπόθεση που αρχειοθετήθηκε μπορεί οποτεδήποτε να ανασυρθεί για να συνεχισθεί ο έλεγχος ή να συσχετισθεί με οποιαδήποτε άλλη έρευνα της Αρχής. ε) Στο τέλος κάθε έτους η Μονάδα υποβάλλει έκθεση των πεπραγμένων της στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής και στους Υπουργούς Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων»· άρθρο 7Β «Εξουσίες των Μονάδων της Αρχής 1. Οι Μονάδες της Αρχής έχουν πρόσβαση σε κάθε μορφής αρχείο δημόσιας αρχής ή οργανισμού που τηρεί και επεξεργάζεται δεδομένα, καθώς και στο σύστημα «Τειρεσίας». 2. Οι Μονάδες μπορούν να ζητούν στο πλαίσιο των ελέγχων και των ερευνών τους τη συνεργασία και την παροχή στοιχείων κάθε είδους από φυσικά πρόσωπα, δικαστικές, προανακριτικές ή ανακριτικές αρχές, δημόσιες υπηρεσίες, νομικά πρόσωπα δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου και οργανισμούς οποιασδήποτε μορφής. Ενημερώνουν εγγράφως ή με ασφαλές ηλεκτρονικό μέσο τους διαβιβάζοντες τις πληροφορίες ότι τις έλαβαν και τους παρέχουν άλλα σχετικά στοιχεία, στο μέτρο που δεν παραβιάζεται το απόρρητο των ερευνών τους και δεν δυσχεραίνεται η άσκηση των αρμοδιοτήτων τους. Οι Μονάδες μπορούν, επιπλέον, σε σοβαρές κατά την κρίση τους υποθέσεις, να διενεργούν ειδικούς επιτόπιους ελέγχους σε οποιαδήποτε δημόσια υπηρεσία ή σε οργανισμούς και επιχειρήσεις του δημόσιου τομέα, συνεργαζόμενες, αν κριθεί αναγκαίο, με τις εκάστοτε Αρμόδιες αρχές. 3. Οι Μονάδες ζητούν από τα Υπόχρεα πρόσωπα όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται για την εκπλήρωση των καθηκόντων τους, στις οποίες περιλαμβάνονται και ομαδοποιημένες πληροφορίες που αφορούν ορισμένες κατηγορίες συναλλαγών ή δραστηριοτήτων φυσικών ή νομικών προσώπων ή οντοτήτων της ημεδαπής ή της αλλοδαπής. Επιπλέον, μπορούν να διενεργούν επιτόπιους ελέγχους και στις εγκαταστάσεις των υπόχρεων προσώπων, υπό την προϋπόθεση τήρησης - εφόσον συντρέχει τέτοια περίπτωση - των άρθρων 9 παράγραφος 1, 9Α και 19 παράγραφος 1 του Συντάγματος, και ενημερώνουν τις Αρμόδιες αρχές για περιπτώσεις ελλιπούς συνεργασίας ή μη συμμόρφωσης των εν λόγω προσώπων προς τις υποχρεώσεις τους, σύμφωνα με τον παρόντα νόμο. 4. Έναντι των Μονάδων δεν ισχύει, κατά τη διάρκεια των ελέγχων και ερευνών τους, οποιοδήποτε τραπεζικό, χρηματιστηριακό, φορολογικό ή επαγγελματικό απόρρητο, με την επιφύλαξη των άρθρων 212, 261 και 262 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. 5. Οι Μονάδες δύνανται να συνεργάζονται και να ανταλλάσσουν πληροφορίες με τους αναφερόμενους στο άρθρο 40 φορείς και τηρούν στατιστικά στοιχεία σύμφωνα με το άρθρο 38. 6. Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, ο Πρόεδρος, τα Μέλη και το προσωπικό της Αρχής έχουν υποχρέωση να τηρούν τις αρχές της αντικειμενικότητας και της αμεροληψίας και να απέχουν από την εξέταση υποθέσεων για τις οποίες υπάρχει πιθανότητα σύγκρουσης συμφερόντων ή στις οποίες εμπλέκονται πρόσωπα συγγενικά ή οικεία. Επίσης, έχουν καθήκον να τηρούν εχεμύθεια για πληροφορίες των οποίων λαμβάνουν γνώση κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Η υποχρέωση αυτή διατηρείται και μετά από την εκούσια ή ακούσια αποχώρησή τους από την Αρχή. Οι παραβαίνοντες το ανωτέρω καθήκον εχεμύθειας τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών»· άρθρο 7Γ «Προσωπικό και λειτουργία των Μονάδων της Αρχής … 8. Ο Πρόεδρος, τα Μέλη και οι υπάλληλοι της Αρχής που παραβαίνουν εκ δόλου τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις του παρόντος νόμου υπέχουν, ανεξάρτητα από την ποινική, και πειθαρχική ευθύνη. Η πειθαρχική δίωξη κατά του Προέδρου ασκείται και η υπόθεση εκδικάζεται από τα όργανα που προβλέπονται στο Σύνταγμα και τον Κώδικα Δικαστικών Λειτουργών. Η πειθαρχική δίωξη κατά των Μελών ασκείται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου του άρθρου 18 παρ. 3 του ν. 2472/1997 ... Τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα αποφασίζουν σε πρώτο και τελευταίο βαθμό την απαλλαγή ή την παύση του εγκαλουμένου. Η πειθαρχική δίωξη κατά των υπαλλήλων ασκείται και η υπόθεση εκδικάζεται από τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα των φορέων από τους οποίους προέρχονται, μετά από σχετική αναφορά του Προέδρου της Αρχής».

8. Επειδή, το άρθρο 52 του π.δ. 18/1989 ορίζει στις παρ. 6, 7 και 8 τα εξής: «6. Η αίτηση αναστολής εκτέλεσης γίνεται δεκτή, όταν κρίνεται ότι η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης θα προκαλέσει στον αιτούντα βλάβη ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη σε περίπτωση ευδοκίμησης της αίτησης ακυρώσεως. Η αίτηση όμως μπορεί να απορριφθεί, αν κατά τη στάθμιση της βλάβης του αιτούντος, των συμφερόντων τρίτων και του δημόσιου συμφέροντος κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες από την αποδοχή θα είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια του αιτούντος. 7. Εάν η Επιτροπή εκτιμά ότι η αίτηση ακυρώσεως είναι προδήλως βάσιμη, μπορεί να δεχθεί την αίτηση αναστολής, ακόμη και αν η βλάβη του αιτούντος από την άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης δεν κρίνεται ως ανεπανόρθωτη ή δυσχερώς επανορθώσιμη. Αντίθετα, η αίτηση αναστολής μπορεί να απορριφθεί ακόμη και σε περίπτωση ανεπανόρθωτης ή δυσχερώς επανορθώσιμης βλάβης, αν η Επιτροπή εκτιμά ότι η αίτηση ακυρώσεως είναι προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη. 8. Η Επιτροπή, εκτός από την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης, μπορεί να διατάξει και κάθε άλλο, κατά περίπτωση, κατάλληλο μέτρο, χωρίς να δεσμεύεται από τις προτάσεις των διαδίκων».

9. Επειδή, με την αίτηση ακυρώσεως της πράξης της οποίας ζητείται να ανασταλεί η εκτέλεση προβάλλεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 περ. αα του ν. 3213/2003 και των άρθρων 7 παρ. 1 εδ. β, 7Α παρ. 3 περ. γ υποπερ. δδ του ν. 3691/2008 αντίκεινται στην αρχή της διάκρισης των λειτουργιών (άρθρο 26 Συντάγματος) και στην αρχή της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών (άρθρα 87 έως 91 Συντάγματος), διότι αναθέτουν τον έλεγχο των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης των δικαστικών λειτουργών, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι εισαγγελικοί λειτουργοί, σε όργανο μη συγκροτούμενο κατά πλειοψηφία τουλάχιστον από δικαστικούς λειτουργούς, οι οποίοι απολαμβάνουν εγγυήσεων προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας. Προβάλλεται ότι η ρύθμιση του άρθρου 7Α παρ. 3 περ. γ υποπερ. δδ του ν. 3691/2008 περί υποχρεωτικού ελέγχου των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών των ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας και η συναφής υποχρέωση των υποχρεωτικώς ελεγχομένων προσώπων να επισυνάψουν στη Δ.Π.Κ. όλα τα αναγκαία έγγραφα, από τα οποία προκύπτει η περιουσιακή τους κατάσταση (άρθρο 2 παρ. 1 περ. γ εδ. δ ν. 3213/2003), και μάλιστα σε ηλεκτρονική μορφή κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 4 παρ. 6 της προσβαλλόμενης κοινής υπουργικής απόφασης, αντίκεινται στην αρχή της ισότητας· τούτο, διότι οι ρυθμίσεις αυτές καταλαμβάνουν όλους τους δικαστικούς λειτουργούς που υπηρετούν σε ανώτατα δικαστήρια ανεξαρτήτως του βαθμού τους, δηλαδή και τους εισηγητές του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με βαθμό αντίστοιχο του πρωτοδίκη διοικητικών δικαστηρίων, αλλά και τους παρέδρους του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με βαθμό αντίστοιχο του εφέτη διοικητικών δικαστηρίων· ειδικώς δε, οι εισηγητές και οι πάρεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν διαθέτουν αποφασιστική ψήφο. Περαιτέρω, προβάλλεται ότι η επιβολή με τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 1 περ. α, υποπερ. v και vi του ν. 3213/2003 υποχρέωσης δήλωσης των μετρητών χρημάτων (που δεν συμπεριλαμβάνονται σε καταθέσεις) για ποσά που υπερβαίνουν τις 15.000 ευρώ, και των κινητών μεγάλης αξίας, άνω των 30.000 ευρώ, περιορίζει κατά τρόπο απρόσφορο και υπέρμετρο το δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων, του ιδιωτικού βίου και της ασφάλειας των υποχρέων και των οικογενειών τους, παρότι τα πρόσωπα αυτά συμμορφώνονται πλήρως με το νόμο έχοντας δηλώσει το σύνολο των εσόδων και των πάσης φύσεως περιουσιακών μεταβολών τους. Προβάλλεται ότι οι ρυθμίσεις της προσβαλλομένης κοινής υπουργικής απόφασης σχετικά με τη διασφάλιση του απορρήτου της διαδικτυακής επικοινωνίας των υποχρέων με τα συστήματα της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων και με την πολιτική ασφαλείας εν γένει του συγκεκριμένου ηλεκτρονικού συστήματος (άρθρο 4 παρ. 7), σε συνδυασμό με το γεγονός ότι τα μέλη της αρμόδιας ελεγκτικής αρχής, πλην του Προέδρου αυτής, δεν διαθέτουν εχέγγυα προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας, δεν διασφαλίζουν την εμπιστευτικότητα και ακεραιότητα των προσωπικών δεδομένων των υποχρέων, με αποτέλεσμα να δημιουργείται κίνδυνος διαρροής, δημοσιοποίησης και αθέμιτης χρήσης των κάθε είδους υποβαλλόμενων στοιχείων. Δεν προκύπτει δε ότι έχει εκπονηθεί μελέτη επικινδυνότητας με βάση τους υφιστάμενους κινδύνους και τη φύση των δεδομένων που θα συγκεντρωθούν στην επίμαχη ηλεκτρονική βάση, η οποία [μελέτη] εντάσσεται σε ένα Σύστημα Ασφαλείας Πληροφοριακών Συστημάτων ως κατάλληλο μέτρο κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 10 παρ. 3 του ν. 2472/1997. Περαιτέρω, προβάλλεται ότι η υποχρέωση δήλωσης των μετρητών χρημάτων (που δεν συμπεριλαμβάνο­νται σε καταθέσεις) για ποσά που υπερβαίνουν τις 15.000 ευρώ παραβιάζει την αρχή της οικονομικής ελευθερίας, διότι υποχρεώνει εμμέσως τους υπόχρεους να παρακαταθέσουν τα υπάρχοντα μετρητά χρήματα σε πιστωτικό ίδρυμα, καθώς και ότι η υποχρέωση δήλωσης κινητών περιουσιακών στοιχείων, η αξία των οποίων υπερβαίνει τις 30.000 ευρώ, αντίκειται στην αρχή της βεβαιότητας του φόρου (78 παρ. 1 Συντάγματος), διότι οι υπόχρεοι θα πρέπει να προσλάβουν και να καταβάλουν αμοιβή σε ειδικό εκτιμητή, προκειμένου να αποτιμηθεί η αξία κινητών περιουσιακών στοιχείων για τα οποία δεν υφίστανται παραστατικά. Προβάλλεται ότι οι κυρώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 3213/2003 σε περίπτωση υποβολής ανακριβούς ή ελλιπούς Δ.Π.Κ. (ποινή φυλάκισης και υψηλότατη χρηματική ποινή) είναι δυσανάλογες με τη βαρύτητα των συγκεκριμένων παραβάσεων που μπορεί να αφορούν την παράλειψη δήλωσης τραπεζικού λογαριασμού, στον οποίο ο υπόχρεος τυγχάνει συνδικαιούχος ή/και έχει μηδενικό υπόλοιπο ή παραμένει για χρόνια αδρανής, ή τη μη υποβολή ενός από τα πολυάριθμα δικαιολογητικά που πρέπει να αποσταλούν ηλεκτρονικά. Ειδικώς, όσον αφορά τα ηλεκτρονικώς υποβαλλόμενα δικαιολογητικά, προβάλλεται ότι μετακυλύεται από το Δημόσιο στον υπόχρεο η υποχρέωση μετατροπής σε ηλεκτρονική μορφή όλων των προβλεπόμενων δικαιολογητικών, και υπάρχει ο κίνδυνος της μη ορθής ή μη πλήρους ηλεκτρονικής αποτύπωσης αυτών (λ.χ. παλαιά συμβόλαια), ενώ οι υπηρετούντες δικαστικοί λειτουργοί έχουν ήδη υποβάλει σε έγγραφη μορφή όλα τα στοιχεία σχετικά με την περιουσιακή τους κατάσταση. Τέλος, προβάλλεται ότι η προσβαλλομένη κοινή υπουργική απόφαση δεν περιλαμβάνει οδηγίες συμπλήρωσης των πεδίων της Δ.Π.Κ. ούτε επεξηγηματικούς πίνακες και, κατά τούτο, είναι αόριστη, ενώ προβλέπει στο άρθρο 9 παρ. 3 ότι γενικές οδηγίες και επεξηγήσεις για τη συμπλήρωση και υποβολή των Δ.Π.Κ. εκδίδονται από τα αρμόδια όργανα ελέγχου, ανά κατηγορία υποχρέων, παρέχοντας στα όργανα αυτά αρμοδιότητα που δεν προβλέπει ο νόμος.
10. Επειδή, με τους περισσότερους από τους ανωτέρω ακυρωτικούς λόγους αμφισβητείται η συνταγματικότητα διατάξεων του ν. 3213/2003 και του ν. 3691/2008, με τις οποίες ρυθμίζεται η διαδικασία υποβολής Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ. από τους δικαστικούς λειτουργούς. Οι λόγοι αυτοί, αν και δεν αφορούν το κύρος συγκεκριμένων διατάξεων της προσβαλλόμενης κοινής υπουργικής απόφασης, δεν είναι προδήλως απαράδεκτοι, διότι, τυχόν ανίσχυρο του συστήματος υποβολής Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ., που εισάγεται με τις ρυθμίσεις των ως άνω νόμων, συνεπάγεται την ακύρωση και της προσβαλλόμενης απόφασης, η νομιμότητα της οποίας προϋποθέτει πάντως ότι το σύστημα αυτό είναι, από συνταγματική άποψη, έγκυρο (βλ. Ε.Α. 180/2012 Ολομ., πρβλ. Ε.Α. 820/2006, 969/2005, βλ. Σ.τ.Ε. 3266/2008 7μ., 2471/2008 Ολομ.). Συνεπώς, οι ισχυρισμοί που προβάλλει το Δημόσιο με το από 29.11.2016 έγγραφο απόψεων ότι οι επίμαχες ρυθμίσεις προβλέπονται απευθείας στο νόμο και ότι η προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση ουδεμία ρύθμιση θεσπίζει σχετικά με την αρμοδιότητα της Μονάδας Γ΄ της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης είναι απορριπτέοι.
11. Επειδή, οι αιτούσες ενώσεις προβάλλουν ότι η αίτηση αναστολής πρέπει να γίνει δεκτή, διότι από την άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης οι δικαστικοί λειτουργοί κινδυνεύουν να υποστούν βλάβη ανεπανόρθωτη ή, εν πάση περιπτώσει, δυσχερώς επανορθώσιμη σε περίπτωση που ευδοκιμήσει η αίτηση ακυρώσεως. Συγκεκριμένα, προβάλλουν ότι σύμφωνα με το άρθρο 66 παρ. 6 του ν. 4409/2016, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 20 του ν. 4425/2016 οι δικαστικοί λειτουργοί υποχρεούνται να υποβάλουν δηλώσεις μέχρι τις 15.1.2017· συνεπώς, θα υποβάλουν μετά βεβαιότητος προς έλεγχο (υποχρεωτικό ή δειγματοληπτικό κατά περίπτωση) τις δηλώσεις σε όργανο απαρτιζόμενο από πρόσωπα που δεν απολαμβάνουν εγγυήσεων προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας και περιλαμβάνοντας σε αυτές απόρρητα στοιχεία της περιουσιακής τους κατάστασης, αλλά και εξόχως σημαντικά στοιχεία της προσωπικής και οικογενειακής τους ζωής. Επίσης, ενδέχεται να υποστούν δυσανάλογα αυστηρές κυρώσεις σε περίπτωση υποβολής ελλιπών δηλώσεων. Η βλάβη δε των δικαστικών λειτουργών, σε βάρος των οποίων θα διατυπωθεί μομφή για την εντιμότητα και την ακεραιότητά τους, είναι ανεπανόρθωτη, ή, εν πάση περιπτώσει, δυσχερώς επανορθώσιμη, ακόμη και αν η μομφή αυτή αρθεί τελικά με δικαστική απόφαση. Τέλος, υφίσταται, κατά τις αιτούσες, άμεσος κίνδυνος διαρροής των στοιχείων της περιουσιακής κατάστασης των δικαστικών λειτουργών, η οποία, αν συντελεσθεί, είναι αδύνατο να επανορθωθεί σε περίπτωση που ευδοκιμήσει η αίτηση ακυρώσεως. Επικαλούνται δε, μεταξύ άλλων, την 98/2013 απόφαση της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, με την οποία επιβλήθηκε πρόστιμο ύψους 150.000 ευρώ στη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων για παραβίαση της υποχρέωσής της να λάβει τα κατάλληλα μέτρα ασφάλειας, με αποτέλεσμα τη διαρροή δεδομένων που αφορούν το σύνολο σχεδόν των φορολογουμένων στην Ελλάδα. Το Δημόσιο με το έγγραφο απόψεων προβάλλει, μεταξύ άλλων, ότι με την υποβολή των ένδικων δηλώσεων στην ως άνω διοικητική αρχή δεν θίγεται η προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών και ότι έχουν ληφθεί τα κατάλληλα μέτρα ώστε να αποφευχθεί ο κίνδυνος διαρροής και δημοσιοποίησης των προσωπικών στοιχείων των υποχρέων.
12. Επειδή, η Επιτροπή, αφού έλαβε υπόψη το προεκτεθέν συνταγματικό, νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο και συνεκτίμησε τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς των διαδίκων, κρίνει ότι η άμεση ηλεκτρονική υποβολή των Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ. στο προβλεπόμενο από το άρθρο 7Α παρ. 3 του ν. 3691/2008 συλλογικό όργανο, το οποίο είναι επιφορτισμένο με τον έλεγχό τους και το οποίο πάντως δεν συγκροτείται, κατά πλειοψηφία τουλάχιστον, από δικαστικούς λειτουργούς, απολαμβάνοντες εγγυήσεων προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας κατά το άρθρο 87 του Συντάγματος, είναι δυνατόν, εν όψει των ιδιαίτερα σοβαρών, κατά τα ήδη εκτεθέντα, συνεπειών που μπορεί εν γένει να επιφέρει στο πρόσωπο και την υπηρεσιακή κατάσταση των δικαστικών λειτουργών, να προξενήσει σ’ αυτούς βλάβη μη επανορθώσιμη σε περίπτωση που ευδοκιμήσει η αίτηση ακυρώσεως. Εξάλλου, ούτε το Δημόσιο προβάλλει, ούτε προκύπτει ότι συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι δημόσιου συμφέροντος που επιβάλλουν την άμεση εκτέλεση της προσβαλλομένης απόφασης όσον αφορά την υποβολή Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ. από τους δικαστικούς λειτουργούς για το έτος 2016 (χρήση 2015). Ενόψει τούτων, καθώς και του προσδιορισμού σύντομης δικασίμου της αίτησης ακυρώσεως, η Επιτροπή κρίνει ότι πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να διαταχθεί ως κατάλληλο μέτρο η αναστολή της υποχρέωσης των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών να υποβάλουν Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ. έτους 2016 (χρήση 2015) μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της εκκρεμούς αίτησης ακυρώσεως. Η αναστολή δε αυτή καταλαμβάνει, εκτός από την περίπτωση κατά την οποία το υπόχρεο πρόσωπο είναι δικαστικός λειτουργός, και την περίπτωση κατά την οποία δικαστικός λειτουργός είναι σύζυγος προσώπου που υπέχει αυτοτελή υποχρέωση υποβολής δήλωσης, υπό την έννοια ότι στις Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ. του αυτοτελώς υπόχρεου προσώπου δεν θα περιλαμβάνονται και τα αντίστοιχα στοιχεία του δικαστικού λειτουργού.
Δέχεται την αίτηση.
Διατάσσει ως κατάλληλο μέτρο την αναστολή της υποχρέωσης των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών να υποβάλουν Δήλωση Περιουσιακής Κατάστασης και Δήλωση Οικονομικών Συμφερόντων έτους 2016 (χρήση 2015) μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αίτησης ακυρώσεως.

ΣΧΟΛΙΟ:
Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΗ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ ΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΟΥΣΙΩΔΗ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΥ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑΤΟΣ
Δεν γεννάται αμφιβολία πώς η ανωτέρω απόφαση αποτελεί λαμπρό παράδειγμα δικαστικής αποφάσεως που με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία  απάντά  στους εύλογους Φόβους  που εκφράζουν οι δικαστές και οι δικαστικές Ενώσεις  από τυχόν δημοσιοποίηση του Πόθεν Έσχες τους:  "Καθήκον της Πολιτείας είναι η διασφάλιση των κατάλληλων συνθηκών για την ανεμπόδιστη άσκηση του δικαστικού μας έργου." Η αίτηση αναστολής έγινε δεκτή με το αιτιολογικό ότι η πλειονότητα των  μελών της  αρμόδιας Αρχής που θα ελέγχει τις δηλώσεις «πόθεν έσχες» δεν είναι δικαστικοί λειτουργοί  και ότι το ελληνικό δημόσιο δεν προέβαλλε ότι συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος που να επιβάλλουν την άμεση εκτέλεση της από 13.10.2016 απόφασης των υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών για την ηλεκτρονική υποβολή των δηλώσεων πόθεν έσχες. Άλλωστε είναι προφανής ο  για τον άμεσος κίνδυνο διαρροής των προσωπικών δεδομένων των δικαστικών λειτουργών , καθώς η αρμόδια Αρχή  που θα επεξεργάζεται το περιεχόμενο των δηλώσεων, απαρτίζεται από πρόσωπα που δεν απολαμβάνουν εγγυήσεων προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας. Η παραβίαση των Συνταγματικών Αρχών και του Κράτους Δικαίου είναι προφανής  όταν :Παραβιάζεται η Αρχή:  α) της διάκρισης των λειτουργιών, καθώς ο έλεγχος των δηλώσεων ανατίθεται με αντισυνταγματικό τρόπο σε Αρχή μη συγκροτούμενη κατά πλειοψηφία από δικαστές, β) της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών, γ) της ισότητας, καθώς για άλλους δικαστές (των ανωτάτων δικαστηρίων) προβλέπεται ο έλεγχος των δηλουμένων στοιχείων και  η επισύναψη των στοιχείων που μεταβάλλονται (συμβόλαια, κ.λπ.), ενώ  για όλους τους άλλους (υπολοίπων βαθμίδων) προβλέπεται ο δειγματοληπτικός έλεγχος και η μη επισύναψη των εγγράφων που επιφέρουν μεταβολές περιουσιακής κατάστασης, κ.λπ. δ) της αναλογικότητας λόγω των προβλεπομένων δυσανάλογων μεγάλων κυρώσεων   για πιθανές  άθελες μικροπαραλείψεις  και λάθη κατά την υποβολή των δηλώσεων, όπως είναι και μεταξύ των άλλων, για μη επισύναψη αντιγράφων από τις μεταβολές της περιουσιακής κατάστασης ε) της προστασίας των προσωπικών δεδομένων  λόγω της υποχρέωσης δήλωσης των χρημάτων (άνω των 15.000 ευρώ) και  των αντικειμένων μεγάλης αξίας (άνω των 30.000 ευρώ) που έχουν οι δικαστές εκτός των Τραπεζών και  λόγω του κινδύνου διαρροής και δημοσιοποίησης των προσωπικών δεδομένων και στοιχείων τους και στ) της βεβαιότητας του φόρου, γιατί θα πρέπει οι δικαστές να προσλάβουν και να καταβάλουν αμοιβή σε ειδικό εκτιμητή, προκειμένου να αποτιμηθεί η αξία των κινητών περιουσιακών τους στοιχείων για τα οποία δεν υπάρχουν παραστατικά .
Το δικαστικό Σώμα θρηνεί θύματα από εγκληματικές ενέργειες τρομοκρατών αλλά και ανθρώπων του κοινού ποινικού δικαίου. Σήμερα δεν υπάρχουν φοβισμένοι δικαστές και  στην Ελλάδα της «διαφθοράς»,  χρειαζόμαστε  γενναίους  και έντιμους δικαστές .
Είναι πραγματικά να ν’ ανησυχεί κανείς πώς έχει μας  εγκαταλείψει ο «κοινός νούς» σε ζητήματα τεράστιας σημασίας ,όπως η απονομή της Δικαιοσύνης και προστασίας των λειτουργών της. Φαίνεται πως υπάρχουν κάποιοι λόγοι που επιδιώκεται η δημοσιοποίηση των δηλώσεων «ποθεν έσχες» των δικαστικών λειτουργών. Ο λόγος είναι η διαφάνεια.  Δεν γεννάται αμφιβολία ότι η υποβολή και ο έλεγχος των δηλώσεων «πόθεν έσχες» είναι απολύτως αναγκαίοι όροι για την εμπέδωση του κράτους δικαίου ,την διαφάνεια και τον αυστηρό έλεγχο της διαφθοράς. Όμως ο αντίλογος που προκαλεί την ανάγκη στάθμισης είναι ότι  η δημοσιοποίηση των στοιχείων αυτών.
Έχουμε την απορία, σε τι θα εμπόδιζε τον νομοθέτη να αναθέσει σε αμιγώς δικαστικό όργανο, όπως στο Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο του άρθρου 91 παρ 2 Σ (χωρίς την συμμετοχή καθηγητών ΑΕΙ), το οποίο   υποστηριζόμενο από έμπειρους δικαστές του Ελεγκτικού Συνεδρίου  να προβαίνει στον έλεγχο του «πόθεν εσχες» όλων των δικαστικών λειτουργών ;
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΤΕΡΑΣΤΙΟΙ ΚΙΝΔΥΝΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ.
 Εάν κάποιος με εγκληματική συμπεριφορά θέλει να συλλέξει πληροφορίες για τον δικαστή που θα δικάσει ή δίκασε την υπόθεση του  ,αυτό καθίσταται πλέον  απολύτως ευχερές. Ο κίνδυνος είναι ακριβώς ο ίδιος από την αποκάλυψη των στοιχείων  οργάνων των υπηρεσιών που προασπίζουν την εθνική και την κοινωνική ασφάλεια. Τέτοιο «δώρο»  για την πραγμάτωση των ανόμων ενεργειών κανείς   δεν θα μπορούσε να φαντασθεί. Ακούγεται δε ότι θα αφορά η δημοσιοποίηση μόνον τους ανώτατους δικαστές. Η σκέψη και μόνο γεννά τρόμο ύποπτοι είναι Ανώτατοι Δικαστές ή αυτοί φαίνεται δεν εκβιάζονται και δεν απειλούνται! Αυτή η υπόδειξη  και  ως ιδέα είναι προσβλητική της αξιοπρέπειας των ανθρώπων αυτών. Αντί όλων αυτών των «ανοησιών» μήπως οδηγούμεθα πλέον σ’ ένα Κράτος που δεν θα σέβεται και θα υπερασπίζεται  ούτε τους υπερασπιστές του ;Νομίζω ότι η αναγκαία στάθμιση των δεδομένων που οδηγεί μοιραία ότι οι κίνδυνοι είναι περισσότεροι από το προσδοκώμενο αποτέλεσμα. «Δεν ξέρω κατά πόσον ο νόμος των πιθανοτήτων ισχύει στα Μαθηματικά ,σας λέω ότι στην Ιστορία ισχύει απολύτως»[1]
Άλλωστε αν έτσι οδηγούμεθα στην έμμεση κατάλυση της δικαστικής ανεξαρτησίας τότε αναγκαία η ρήση του Δημοσθένη «Τα δεδικασμεν’ακυρα ποιείν ,δεινόν ανόσιον και δήμου καταλυσις»
ΑΝΤΩΝΗΣ Π.ΑΡΓΥΡΟΣ








[1] Σαράντης Καργάκος

08 Ιανουαρίου 2017

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ, Δικαστικοί Λειτουργοί– Άδεια ανατροφής τέκνου –




Αριθμός 2511/2016
ΜΕ  ΣΧΟΛΙΟ 

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
 ΠΕΡΙΛΗΨΗ : Δικαστικοί Λειτουργοί– Άδεια ανατροφής τέκνου 

………
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή η αιτούσα, Πρωτοδίκης Διοικητικών Δικαστηρίων, ζητεί να ακυρωθεί η * πράξη της Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Στρατηγικού Σχεδιασμού, Οργάνωσης και Λειτουργίας Δικαιοσύνης του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με την οποία απορρίφθηκε αίτημά της να της χορηγηθεί άδεια εννέα μηνών, με αποδοχές, για την ανατροφή του τέκνου της.

3. Επειδή, στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 του Συντάγματος ορίζεται ότι «Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου». Περαιτέρω, στις παραγράφους 1 και 5 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το Ψήφισμα της 6.4.2001 της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζονται τα εξής: «1. Η οικογένεια ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους, καθώς και ο γάμος, η μητρότητα και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του Κράτους. 2. … 5. Ο σχεδιασμός και η εφαρμογή δημογραφικής πολιτικής, καθώς και η λήψη των αναγκαίων μέτρων αποτελεί υποχρέωση του Κράτους». Τέλος, στην παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το ως άνω Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζονται τα εξής: «Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. … Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας».

4. Επειδή, η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως διαμορφώθηκε με τη Συνθήκη της Λισαβόνας της 13.12.2007, η οποία κυρώθηκε με το ν. 3671/2008 (Α΄ 129) και ισχύει από 1.12.2009 (βλ. ενοποιημένη απόδοση της Συνθήκης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2010/C 83/01), ορίζει στο άρθρο 6 (πρώην άρθρο 6 Συνθήκης Ε.Ε.) ότι: «Η Ένωση αναγνωρίζει τα δικαιώματα, τις ελευθερίες και τις αρχές που περιέχονται στο Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης … ο οποίος έχει το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες». Περαιτέρω, στο άρθρο 20 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2010/C 83/02) ορίζεται ότι: «Όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι έναντι του νόμου». Στο άρθρο 24 του ίδιου Χάρτη ορίζεται ότι: «1. Τα παιδιά έχουν δικαίωμα στην προστασία και τη φροντίδα που απαιτούνται για την καλή διαβίωσή τους. … 2. Σε όλες τις πράξεις που αφορούν τα παιδιά, είτε επιχειρούνται από δημόσιες αρχές είτε από ιδιωτικούς οργανισμούς, πρωταρχική σημασία πρέπει να δίνεται στο υπέρτατο συμφέρον του παιδιού. 3. …». Τέλος, στο άρθρο 33 του ίδιου ως άνω Χάρτη ορίζεται ότι: «1. Εξασφαλίζεται η νομική, οικονομική και κοινωνική προστασία της οικογένειας. 2. Κάθε πρόσωπο, προκειμένου να μπορεί να συνδυάζει την οικογενειακή με την επαγγελματική ζωή του, έχει … δικαίωμα αμειβόμενης άδειας μητρότητας και γονικής άδειας μετά τη γέννηση ή την υιοθεσία παιδιού».

5. Επειδή, με τα άρθρα 48 έως 54 του ν. 4075/2012 (Α΄ 89) ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο η οδηγία 2010/18/ΕΕ του Συμβουλίου της 8ης Μαρτίου 2010 (EE L 68 της 18.3.2010), σχετικά με την εφαρμογή της αναθεωρημένης συμφωνίας - πλαίσιο για τη γονική άδεια, που συνήφθη από τις οργανώσεις BUSINESSEUROPE, UEAPME, CEEP και ETUC και την κατάργηση της οδηγίας 96/34/ΕΚ. Στο άρθρο 49 του νόμου αυτού (ρήτρα 1 της συμφωνίας - πλαίσιο Παράρτημα της οδηγίας) ορίζονται τα εξής: «Πεδίο εφαρμογής. 1. … 2. (όπως η παρ. αυτή τροποποιήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 39 του ν. 4144/2013, Α΄ 88) Οι διατάξεις των άρθρων 48 έως 54 του παρόντος Κεφαλαίου εφαρμόζονται σε όλους τους εργαζόμενους γονείς, φυσικούς, θετούς ή ανάδοχους, που απασχολούνται στον ιδιωτικό, το δημόσιο τομέα, τα Ν.Π.Δ.Δ., τους Ο.Τ.Α. και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, …, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας ή μορφή απασχόλησης, … 3.…». Ακολούθως, στο άρθρο 50 (ρήτρες 2 έως 4 της συμφωνίας - πλαίσιο Παράρτημα της οδηγίας) ορίζονται τα εξής: «Γονική άδεια ανατροφής - Δικαιούχοι. Όροι και προϋποθέσεις. 1. Ο εργαζόμενος γονέας έχει δικαίωμα γονικής άδειας ανατροφής του παιδιού μέχρις ότου συμπληρώσει την ηλικία των έξι (6) ετών, … 2. … 3. Η γονική άδεια ανατροφής είναι άνευ αποδοχών, χορηγείται εγγράφως για περίοδο τουλάχιστον τεσσάρων (4) μηνών και αποτελεί ατομικό δικαίωμα κάθε γονέα, χωρίς δυνατότητα μεταβίβασης. 4. … 8. …». Περαιτέρω, στο άρθρο 54 (ρήτρα 8 της συμφωνίας - πλαίσιο Παράρτημα της Οδηγίας) ορίζονται τα εξής: «Τελικές διατάξεις. 1. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη που ρυθμίζει δυσμενέστερα τα θέματα του παρόντος, καθώς και οι διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του ν. 1483/1984 (Α΄ 153) και του άρθρου 25 του ν. 2639/1998 (Α΄ 205). 2. Δεν θίγονται με τον παρόντα νόμο ειδικές διατάξεις νόμων, διαταγμάτων, κανονισμών, Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, Διαιτητικών Αποφάσεων ή συμφωνιών εργοδοτών και εργαζομένων που ρυθμίζουν ευνοϊκότερα θέματα γονικής άδειας ανατροφής παιδιών. 3. … 4. …». Παρόμοιες διατάξεις περιείχε και η παρ. 1 του άρθρου 5 του προηγούμενου ν. 1483/1984 (Α΄ 153), όπως η παράγραφος αυτή είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 25 του ν. 2639/1998 (Α΄ 205), προκειμένου να μεταφερθούν στην ελληνική έννομη τάξη οι διατάξεις της προηγούμενης οδηγίας 96/34/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 1996, σχετικά με τη συμφωνία - πλαίσιο για τη γονική άδεια, που είχε συναφθεί από την UNICE, τη CEEP και τη CES, (EE L 145 της 19.6.1996), όπως η οδηγία αυτή είχε τροποποιηθεί με την οδηγία 97/75/ΕΚ του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997 (EE L 10 της 16.1.1998) και η οποία καταργήθηκε από 8.3.2012 με το άρθρο 4 της οδηγίας 2010/18/ΕΕ. Κατά τη ρήτρα 2 της συμφωνίας - πλαίσιο του Παραρτήματος Α της οδηγίας 96/34/ΕΚ, «παρέχεται ατομικό δικαίωμα γονικής άδειας στους εργαζόμενους άνδρες και γυναίκες, λόγω γέννησης ή υιοθεσίας παιδιού, ώστε να μπορέσουν να ασχοληθούν με το παιδί αυτό τουλάχιστον επί τρεις μήνες», κατά την παρ. 1 δε του άρθρου 5 του ν. 1483/1984, όπως το άρθρο αυτό είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 25 του ν. 2639/1998, «Ο γονέας που έχει τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 1 και έχει συμπληρώσει ένα (1) χρόνο εργασίας στον ίδιο εργοδότη δικαιούται να λάβει γονική άδεια ανατροφής του παιδιού, στο χρονικό διάστημα από τη λήξη της άδειας μητρότητας μέχρις ότου το παιδί συμπληρώσει ηλικία τριών και μισό (3 ½) ετών. Η άδεια αυτή είναι χωρίς αποδοχές, η διάρκειά της μπορεί να φθάσει τους τρεις και μισό (3 ½) μήνες για κάθε γονέα και δίνεται από τον εργοδότη, με βάση τη σειρά προτεραιότητας των απασχολούμενων στην επιχείρηση για κάθε ημερολογιακό έτος. Οι ρυθμίσεις της παρούσας παραγράφου ισχύουν και για τους απασχολούμενους στο Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ. και τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης. …».

6. Επειδή, εξάλλου, κατά την παράγραφο 20 του άρθρου 44 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 1756/1988 (Α΄ 35), «Η δικαστική λειτουργός που κυοφορεί έχει δικαίωμα άδειας πριν και μετά τον τοκετό, κατά τις διατάξεις που ισχύουν για τους πολιτικούς διοικητικούς υπαλλήλους του κράτους». Με την απόφαση 3216/2003 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι η διάταξη αυτή, ερμηνευόμενη ενόψει του άρθρου 21 του Συντάγματος που θέτει τη μητρότητα και την παιδική ηλικία υπό την προστασία του κράτους και αποσκοπεί στην αντιμετώπιση του οξυμένου δημογραφικού προβλήματος της Χώρας, έχει την έννοια ότι παραπέμπει στις εκάστοτε ισχύουσες για τους δημοσίους υπαλλήλους διατάξεις, οι οποίες προβλέπουν όχι μόνο τις άδειες μητρότητας (κύησης και λοχείας, βλ. και άρθρο 105 του προϊσχύσαντος Υπαλληλικού Κώδικα - π.δ. 611/1977, Α΄ 198), αλλά και κάθε άλλη άδεια που αποβλέπει στην προστασία της μητρότητας και της παιδικής ηλικίας. Περαιτέρω, με την ανωτέρω απόφαση κρίθηκε ότι η ερμηνεία αυτή επιβάλλεται και από το γεγονός ότι ο έλληνας νομοθέτης δεν έχει προβλέψει ειδικά ρυθμίσεις για την ανατροφή των τέκνων των δικαστικών λειτουργών που προσιδιάζουν στις συνθήκες άσκησης του λειτουργήματός τους, όπως έχει θεσπίσει για τις περισσότερες κατηγορίες δημοσίων υπαλλήλων, σε εκπλήρωση της υποχρέωσης η οποία απορρέει τόσο από το άρθρο 21 του Συντάγματος όσο και από την αρχή του κοινοτικού δικαίου περί συμφιλιώσεως της οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής, που εκφράζεται και με τις διατάξεις της οδηγίας 96/34/ΕΚ του Συμβουλίου, με τις οποίες προβλέπεται η χορήγηση γονικής άδειας σε όλους τους εργαζόμενους. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η ανωτέρω διάταξη του Κώδικα, ερμηνευόμενη υπό το πρίσμα των ανωτέρω διατάξεων του Συντάγματος και του κοινοτικού δικαίου, έπρεπε να θεωρηθεί ότι παρέπεμπε όχι μόνο στη διάταξη του άρθρου 52 παρ. 1 του τότε ισχύοντος Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 2683/1999, Α΄ 19), που προέβλεπε άδεια μητρότητας δύο μήνες πριν και τρεις μήνες μετά τον τοκετό, αλλά και στη διάταξη του άρθρου 53 παρ. 2 αυτού, που προέβλεπε δικαίωμα εννεάμηνης ειδικής άδειας με αποδοχές για ανατροφή τέκνου, κατά το μέρος που ήταν εφικτή η εφαρμογή της στις μητέρες δικαστικές λειτουργούς. Λίγους μήνες πριν από τη δημοσίευση της απόφασης αυτής της Ολομέλειας του Δικαστηρίου (στις 7.11.2003), με την παρ. 2 του άρθρου 58 του ν. 3160/2003 (Α΄ 165) είχε προστεθεί στο άρθρο 44 του πιο πάνω Κώδικα η εξής παράγραφος 22: «Οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν. 1483/1984, όπως αντικαταστάθηκαν από τις διατάξεις του άρθρου 25 του ν. 2639/1998, ισχύουν και για τους δικαστικούς λειτουργούς».

7. Επειδή, μετά την προαναφερόμενη απόφαση 3216/2003 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας δημοσιεύθηκε ο ν. 3258/2004 (Α΄ 144), με το άρθρο 1 του οποίου θεσπίστηκαν ειδικές διατάξεις για τη χορήγηση άδειας ανατροφής τέκνου με αποδοχές στις δικαστικές λειτουργούς. Ειδικότερα, με το άρθρο αυτό προστέθηκαν στο άρθρο 44 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών μετά την παράγραφο 20 οι παράγραφοι 21 και 22 με το εξής περιεχόμενο: «21. Στη μητέρα δικαστικό λειτουργό χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και ύστερα από αίτησή της, άδεια εννέα (9) μηνών με αποδοχές για ανατροφή παιδιού. Η ημερομηνία έναρξής της ορίζεται: α) … 22. Στις Ειρηνοδίκες και Πταισματοδίκες η άδεια της προηγούμενης παραγράφου χορηγείται: 1) …». Κατόπιν αυτού, με το ίδιο άρθρο 1 του ν. 3258/2004 οι παράγραφοι 21 και 22 αριθμήθηκαν ως παράγραφοι 23 και 24 του άρθρου 44 του ανωτέρω Κώδικα. Όπως κρίθηκε (Σ.τ.Ε. 1113/2014 7μελούς, 794/2014, 845/2013 7μελούς, 3331/2013, 4519/2012 7μελούς), μετά τη θέσπιση, με το άρθρο 1 του ν. 3258/2004, της χορήγησης και στις δικαστικές λειτουργούς της άδειας ανατροφής τέκνου, με αποδοχές, πρέπει να θεωρηθεί ότι, κατά την έννοια της παρ. 20 του άρθρου 44 του Κώδικα, είναι πλέον συμπληρωματικώς, κατά παραπομπή, εφαρμοστέες, και εφόσον προσιδιάζει η εφαρμογή τους και στους δικαστικούς λειτουργούς, οι λοιπές σχετικές διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντος Υπαλληλικού Κώδικα, οι οποίες ρυθμίζουν συναφή με τη χορήγηση της γονικής άδειας θέματα, για τα οποία δεν υπάρχει ρύθμιση στις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 3258/2004. Μεταξύ των διατάξεων αυτών κρίθηκε (Σ.τ.Ε. 1113/2014 7μελούς) ότι περιλαμβάνεται και η διάταξη του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 53 του ισχύοντος Υπαλληλικού Κώδικα (ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 3528/2007, Α΄ 26). Σύμφωνα δε με τη διάταξη αυτή «Αν η σύζυγος του υπαλλήλου δεν εργάζεται ή δεν ασκεί οποιοδήποτε επάγγελμα, ο σύζυγος δεν δικαιούται να κάνει χρήση των διευκολύνσεων της παραγράφου 2 [που προβλέπει μείωση του χρόνου εργασίας του γονέα υπαλλήλου ή δικαίωμα εννέα μήνες άδειας με αποδοχές για ανατροφή παιδιού, αν δεν κάνει χρήση του μειωμένου ωραρίου], εκτός αν λόγω σοβαρής πάθησης ή βλάβης κριθεί ανίκανη να αντιμετωπίζει τις ανάγκες ανατροφής του παιδιού, σύμφωνα με βεβαίωση της Δευτεροβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής στην αρμοδιότητα της οποίας υπάγεται ο υπάλληλος».

8. Επειδή, μεταγενεστέρως, δημοσιεύθηκε ο ν. 4055/2012 (Α΄ 51) με έναρξη ισχύος στις 2.4.2012. Με το άρθρο 89 του νόμου αυτού όπως αναφέρεται στην οικεία αιτιολογική έκθεση, «αναπροσαρμόζονται και στοιχούνται προς τις διατάξεις που ισχύουν για τους πολιτικούς διοικητικούς υπαλλήλους του Κράτους οι διατάξεις που αναφέρονται στην άδεια πριν και μετά τον τοκετό, καθώς και της άδειας για ανατροφή παιδιού». Συγκεκριμένα, με το άρθρο αυτό επήλθαν, μεταξύ άλλων οι εξής τροποποιήσεις στο άρθρο 44 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών: η παρ. 21 του άρθρου αυτού του Κώδικα αντικαταστάθηκε ως εξής: «Στο γονέα δικαστικό λειτουργό χορηγείται, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και ύστερα από αίτησή του, άδεια πέντε (5) μηνών με αποδοχές για ανατροφή παιδιού. Η ημερομηνία έναρξης ορίζεται: α) …». Η διάταξη όμως αυτή δεν επηρεάζει την κρινόμενη περίπτωση, αφού κατά τον κρίσιμο χρόνο της απόρριψης του αιτήματος της αιτούσας η παρ. 21 του άρθρου 44 του Κώδικα είχε ήδη αντικατασταθεί με το άρθρο 8 παρ. 1.Α. του ν. 4239/2014 (Α΄ 43), το οποίο ορίζει ότι: «Στο γονέα δικαστικό λειτουργό χορηγείται, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και ύστερα από αίτησή του, άδεια εννέα (9) μηνών με αποδοχές για ανατροφή τέκνου. …». Επίσης, με το άρθρο 89 του προαναφερθέντος νόμου (4055/2012) προστέθηκε στο άρθρο 44 του Κώδικα παράγραφος με αριθμό 24, η οποία έχει ως εξής: «Αν ο σύζυγος δικαστικού λειτουργού δεν εργάζεται ή δεν ασκεί οποιοδήποτε επάγγελμα, ο δικαστικός λειτουργός δεν δικαιούται να κάνει χρήση της άδειας ανατροφής παιδιού, εκτός αν λόγω σοβαρής πάθησης ή βλάβης κριθεί ο σύζυγος του δικαστικού λειτουργού ανίκανος να αντιμετωπίζει τις ανάγκες ανατροφής του παιδιού, σύμφωνα με βεβαίωση της Δευτεροβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής στην αρμοδιότητα της οποίας υπάγεται ο δικαστικός λειτουργός».

9. Επειδή, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την απόφαση της 16ης Ιουλίου 2015 (C-222/14, Κωνσταντίνος Μαϊστρέλλης), η οποία εκδόθηκε, κατά το άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), επί προδικαστικού ερωτήματος που υπέβαλε στο Δικαστήριο το Συμβούλιο της Επικρατείας με την προαναφερόμενη 1113/2014 απόφαση της επταμελούς σύνθεσης του Γ΄ Τμήματος [ως προς την ερμηνεία των οδηγιών 96/34/ΕΚ του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 1996, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/75/ΕΚ του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1997, καθώς και 2006/54/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2006 (EE L 204)] ενόψει της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 44 παρ. 20 και 21 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών και 53 παρ. 3 εδάφιο τρίτο του Υπαλληλικού Κώδικα, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο των πραγματικών περιστατικών της κύριας δίκης κατά την εκδίκαση συναφούς με την ένδικη υπόθεση αίτησης ακυρώσεως, αποφάνθηκε ως εξής: «τόσο από το γράμμα της συμφωνίας - πλαίσιο όσο και από τους σκοπούς και το πλαίσιο στο οποίο αυτή εντάσσεται συνάγεται ότι καθένας από τους γονείς έχει δικαίωμα γονικής αδείας, στοιχείο που συνεπάγεται ότι τα κράτη μέλη δεν δύνανται να θεσπίζουν ρύθμιση βάσει της οποίας ο πατέρας δημόσιος υπάλληλος στερείται του δικαιώματος τέτοιας αδείας σε περίπτωση κατά την οποία η σύζυγός του δεν εργάζεται ή δεν ασκεί κανένα επάγγελμα» (σκέψη 41) και, συνεπώς, «αντιβαίνει στις διατάξεις της οδηγίας 96/34/ΕΚ, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/75/ΕΚ εθνική ρύθμιση η οποία προβλέπει ότι δημόσιος υπάλληλος δεν έχει δικαίωμα γονικής αδείας σε περίπτωση κατά την οποία η σύζυγός του δεν εργάζεται ή δεν ασκεί οποιοδήποτε επάγγελμα, εκτός αν, λόγω σοβαρής πάθησης ή βλάβης, κριθεί ανίκανη να αντιμετωπίσει τις ανάγκες ανατροφής του παιδιού». Εξάλλου, μετά την κίνηση της διαδικασίας παράβασης κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας και προτού δημοσιευθεί η ανωτέρω απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 4210/2013 (Α΄ 254) καταργήθηκε η διάταξη του τρίτου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 53 του Υπαλληλικού Κώδικα, όχι όμως και η συναφής διάταξη της παρ. 24 του άρθρου 44 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 89 του ν. 4055/2012.
10. Επειδή, από το άρθρο 21 του Συντάγματος, που αποσκοπεί στην αντιμετώπιση του οξυμένου δημογραφικού προβλήματος της χώρας και θέτει τη μητρότητα και την παιδική ηλικία υπό την προστασία του κράτους, απορρέει υποχρέωση του κοινού νομοθέτη να θεσπίζει ρυθμίσεις για τη χορήγηση άδειας με σκοπό την ανατροφή των τέκνων των εργαζομένων, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και οι δικαστικοί λειτουργοί. Η υποχρέωση αυτή απορρέει, επίσης, από το άρθρο 33 παρ. 2 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αποτελεί δε αρχή του ενωσιακού δικαίου περί συμφιλιώσεως της οικογενειακής και της επαγγελματικής ζωής, η οποία εκφράσθηκε αρχικά με τις διατάξεις της οδηγίας 96/34/ΕΚ του Συμβουλίου και ήδη με τις διατάξεις της οδηγίας 2010/18/ΕΕ του Συμβουλίου. Προς εκπλήρωση αυτής της συνταγματικής και ενωσιακής επιταγής ο νομοθέτης διαθέτει ευρεία ευχέρεια ως προς τον καθορισμό των προϋποθέσεων χορήγησης της άδειας ανατροφής τέκνου, της χρονικής διάρκειάς της, με μόνη δέσμευση το ελάχιστο όριο των τεσσάρων μηνών που θέτει η οδηγία 2010/18/ΕΕ, καθώς και του τρόπου χορήγησής της (βλ. Σ.τ.Ε. Ολομ. 3590 - 3591/2013).
11. Επειδή, το θέμα της χορήγησης στους δικαστικούς λειτουργούς άδειας ανατροφής τέκνου με αποδοχές συνδέθηκε από το νομοθέτη με τις ισχύουσες κάθε φορά ρυθμίσεις για τους δημοσίους πολιτικούς υπαλλήλους. Συγκεκριμένα, όπως έχει εκτεθεί, μετά την απόφαση 3216/2003 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο νομοθέτης καθιέρωσε ειδικές ρυθμίσεις, με το ν. 3258/2004, για την άδεια ανατροφής τέκνου με αποδοχές στις μητέρες δικαστικές λειτουργούς, και, αφού έλαβε υπόψη τη φύση των καθηκόντων και τις ιδιαίτερες συνθήκες άσκησης του δικαστικού λειτουργήματος, όρισε την ίδια χρονική διάρκεια με αυτήν που προβλέπει ο Υπαλληλικός Κώδικας για τους δημοσίους υπαλλήλους, δηλαδή εννέα μήνες (βλ. άρθρο 1 του ν. 3258/2004 και ήδη άρθρο 8 παρ. 1.Α. του ν. 4239/2014), κατ’ επίκληση της συνταγματικής επιταγής του άρθρου 21 για την προστασία της μητρότητας, προκειμένου να αντιμετωπισθεί το οξύ δημογραφικό πρόβλημα της Χώρας. Τούτο, μάλιστα, έθεσε ο νομοθέτης παραλλήλως προς τις διατάξεις των άρθρου 25 του προγενέστερου νόμου 2639/1998 (οδηγία 96/34/ΕΚ) (βλ. και άρθρο 58 παρ. 2 του ν. 3160/2003) και ήδη προς τις διατάξεις των άρθρων 48 έως 54 του νεότερου νόμου 4075/2012 (οδηγία 2010/18/ΕΕ) σχετικά με την παροχή σε κάθε γονέα ατομικού και αμεταβίβαστου δικαιώματος γονικής άδειας ανατροφής χωρίς αποδοχές. Λαμβάνοντας δε υπόψη ο νομοθέτης την ανάγκη ομαλής λειτουργίας των δικαστηρίων καθώς και τις ιδιαίτερες συνθήκες άσκησης του δικαστικού λειτουργήματος, εισήγαγε διαφορετική ρύθμιση για τις δικαστικές λειτουργούς, σε σχέση με τις γυναίκες δημοσίους υπαλλήλους, μόνο ως προς τον χρόνο έναρξης της άδειας ανατροφής τέκνου με αποδοχές, για τον οποίο όρισε ότι πρέπει να προσδιορίζεται το συντομότερο δυνατόν, ήτοι εντός δύο μηνών από το πέρας της άδειας κυοφορίας. Η τελευταία αυτή ρύθμιση επαναλαμβάνεται, κατά βάση, στις διατάξεις των άρθρων 89 του ν. 4055/2012 και 8 παρ. 1.Α. του ν. 4239/2014, τόσο για τη μητέρα όσο και για τον πατέρα δικαστικό λειτουργό, δικαιολογείται δε από τους προεκτεθέντες λόγους δημοσίου συμφέροντος (πρβ. Σ.τ.Ε. 3590 - 3591/2013 Ολομ.). Περαιτέρω, ο νομοθέτης με τις διατάξεις του άρθρου 89 του ν. 4055/2012, συστοίχως προς τις ρυθμίσεις που ισχύουν για τους πολιτικούς διοικητικούς υπαλλήλους του Κράτους σχετικά με την άδεια για ανατροφή τέκνου, εισήγαγε και στον Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, μεταξύ άλλων, ρύθμιση (παρ. 24 του άρθρου 44) παρόμοια με εκείνη του τρίτου εδαφίου της παρ. 3 του άρθρου 53 του Υπαλληλικού Κώδικα. Ακολούθως όμως, ο νομοθέτης με την παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 4210/2013 (Α΄ 254) κατάργησε μόνο τη διάταξη αυτή του Υπαλληλικού Κώδικα, ενώ δεν έθιξε, με οποιοδήποτε τρόπο, τη συναφή διάταξη της παρ. 24 του άρθρου 44 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, με την οποία καταργήθηκε για ορισμένη κατηγορία δικαιούχων γονέων και συγκεκριμένα, για τους γονείς δικαστικούς λειτουργούς των οποίων οι σύζυγοι δεν εργάζονται ή δεν ασκούν οποιοδήποτε επάγγελμα, το δικαίωμα άδειας ανατροφής τέκνου με αποδοχές. Εξάλλου, στις προπαρασκευαστικές εργασίες του ν. 4055/2012 δεν γίνεται επίκληση λόγων δημοσίου συμφέροντος σχετικά με προβλήματα εύρυθμης λειτουργίας κατά την απονομή της δικαιοσύνης, οι οποίοι θα δικαιολογούσαν τη μη χορήγηση άδειας ανατροφής τέκνου με αποδοχές στη συγκεκριμένη κατηγορία δικαστικών λειτουργών (πρβ. Σ.τ.Ε. 3590 - 3591/2013 Ολομ.). Επομένως, η επίμαχη διάταξη της παρ. 24 του άρθρου 44 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 89 του ν. 4055/2012, αντίκειται στο άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος.

12. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, με την από 10.10.2014 αίτησή της προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (με αριθ. πρωτ.: *), η αιτούσα, Πρωτοδίκης Διοικητικών Δικαστηρίων, ζήτησε, κατ’ εφαρμογή των παρ. 21 και 22 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ν. 1756/1988), όπως το άρθρο αυτό είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 1 του ν. 3258/2004, σε συνδυασμό με το άρθρο 53 παρ. 2 του προϊσχύσαντος Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 2683/1999, Α΄ 19), να της χορηγηθεί άδεια εννέα μηνών, με αποδοχές, για την ανατροφή του τέκνου της, που είχε γεννηθεί στις **. Με το */έγγραφο της Αναπληρώτριας Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Λειτουργίας Δικαστηρίων και Δικαστικών Λειτουργών κλήθηκε η αιτούσα να υποβάλει δικαιολογητικά ως προς το σύζυγό της και συγκεκριμένα, αν αυτός ασκούσε ιδιωτική εργασία ή ήταν δημόσιος υπάλληλος. Στη συνέχεια, μετά την υποβολή των δικαιολογητικών αυτών, με την προσβαλλόμενη *./17.11.2014 πράξη η Προϊσταμένη της Διεύθυνσης Στρατηγικού Σχεδιασμού, Οργάνωσης και Λειτουργίας Δικαιοσύνης του ως άνω Υπουργείου απάντησε στην αιτούσα ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 21 και 24 του άρθρου 44 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, όπως ισχύουν, το αίτημά της δεν ήταν δυνατόν να ικανοποιηθεί και η αίτησή της τέθηκε στο αρχείο της υπηρεσίας, δεδομένου ότι ο σύζυγός της «δεν εργάζεται (βάσει της από 15.10.2014 υπεύθυνης δήλωσής του … είναι συνταξιούχος)». Με νεότερη δε αίτησή της (με αριθ. πρωτ. *) η αιτούσα ζήτησε και πάλι να της χορηγηθεί άδεια ανατροφής τέκνου λόγω αδυναμίας του συζύγου της να αντιμετωπίζει τις ανάγκες ανατροφής του τέκνου, συνυποβάλλοντας την *.2015 γνωμάτευση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Αθηνών, σύμφωνα με την οποία ο σύζυγός της «κρίνεται ανίκανος προσωρινά δεδομένης της απαρχής τενοντίτιδας για διάστημα ενός μηνός». Με το * έγγραφο της Προϊσταμένης της ίδιας Διεύθυνσης του ως άνω Υπουργείου ζητήθηκαν από τη Δευτεροβάθμια Επιτροπή Αθηνών σχετικές διευκρινίσεις. Τελικώς, στη νεότερη αυτή αίτηση της αιτούσας καμιά απάντηση δεν έδωσε η Διοίκηση. Σύμφωνα όμως με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη σκέψη, η προσβαλλόμενη πράξη, με την οποία, όπως συνάγεται από το περιεχόμενό της, απορρίφθηκε η αίτηση της αιτούσας να της χορηγηθεί άδεια ανατροφής τέκνου κατ’ επίκληση της αντισυνταγματικής διάταξης της παρ. 24 του άρθρου 44 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, που προστέθηκε με το άρθρο 89 του ν. 4055/2012, δεν είναι νόμιμη. Για το λόγο αυτόν, που βασίμως προβάλλεται, η προσβαλλόμενη πράξη πρέπει να ακυρωθεί, παρέλκει δε ως αλυσιτελής η έρευνα των λοιπών λόγων ακυρώσεως. Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή.
Δέχεται την κρινόμενη αίτηση.
Ακυρώνει την 93019οικ./17.11.2014 πράξη της Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Στρατηγικού Σχεδιασμού, Οργάνωσης και Λειτουργίας Δικαιοσύνης του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, σύμφωνα με το σκεπτικό.




ΣΧΟΛΙΟ: «ΚΑΙ ΟΙ ΔΙΚΑΣΤΕΣ ΕΙΝΑΙ ΣΚΛΗΡΑ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΥΝΤΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ  ΤΟΥ ΣΕΒΑΣΜΟΥ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΩΝ ΙΔΙΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ»
1.-Η σχολιαζομένη Απόφαση αποτελεί λαμπρό παράδειγμα δικαστικής Αποφάσεως που επιβεβαιώνει τον κανόνα ότι το ΣτΕ ακολουθώντας την ιστορική παράδοση υπερασπίζεται  με πάθος τά ανθρώπινα δικαιώματα.
Με το νόμο 4055/2012 προστέθηκε στον Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (Ν 1756/88) , στο άρθρο 44 η παράγραφος 24, η οποία αναφέρει: «Αν ο σύζυγος δικαστικού λειτουργού δεν εργάζεται ή δεν ασκεί οποιοδήποτε επάγγελμα, ο δικαστικός λειτουργός δεν δικαιούται να κάνει χρήση της άδειας ανατροφής παιδιού, εκτός αν λόγω σοβαρής πάθησης ή βλάβης κριθεί ο σύζυγος του δικαστικού λειτουργού ανίκανος να αντιμετωπίζει τις ανάγκες ανατροφής του παιδιού». Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την σχολιαζομένη  απόφασή της, έκρινε ότι ολοι οι δικαστικοί λειτουργοί δικαιούνται την άδεια ανατροφής παιδιού και η σχετική διάταξη νόμου που θέτει προϋποθέσεις για τη χορήγησή της, είναι αντίθετη στο άρθρο 21 του Συντάγματος, που προστατεύει τη μητρότητα και την παιδική ηλικία.
 Η κρίση αυτή απορρέει από τις διατάξεις των άρθρων του Συντάγματος(4 παρ.1 και 2), αλλά και το Ενωσιακό Δίκαιο  «περί της Εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών, όσον αφορά την πρόσβαση σε απασχόληση, την επαγγελματική εκπαίδευση και προώθηση και τις συνθήκες εργασίας, που είναι άμεσα εφαρμοστέες από τα εθνικά δικαστήρια και διέπουν την πρόσβαση σε δημόσιες θέσεις, θεσπίζεται η αρχή της ισότητας των δύο φύλων κατά την πρόσβαση στα διάφορα επαγγέλματα. Μία θεμιτή μορφή απόκλισης είναι η λήψη θετικών μέτρων για την προστασία της γυναίκας, ιδίως όσον αφορά την εγκυμοσύνη και την μητρότητα, Η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (Σ.Ε.Ε.), όπως διαμορφώθηκε με τη Συνθήκη της Λισσαβώνας της 13.12.2007, η οποία κυρώθηκε με τον ν. 3671/2008 (ΕτΚ Α΄, φ. 129) και ισχύει από την 1.12.2009, [βλ. ενοποιημένη απόδοση της Συνθήκης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης C 83/30.3.2010] ορίζει στο άρθρο 6 (πρώην άρθρο 6 Συνθήκης Ε.Ε.) ότι: «Η Ένωση αναγνωρίζει τα δικαιώματα, τις ελευθερίες και τις αρχές που περιέχονται στο Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης … ο οποίος έχει το ίδιο νομικό κύρος με τις Συνθήκες». Περαιτέρω, στο άρθρο 20 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2010/C 83/02) ορίζεται ότι: «Όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι έναντι του νόμου». Στο άρθρο 24 του ίδιου Χάρτη ορίζεται ότι: «1. Τα παιδιά έχουν δικαίωμα στην προστασία και τη φροντίδα που απαιτούνται για την καλή διαβίωσή τους… 2. Σε όλες τις πράξεις που αφορούν τα παιδιά, είτε επιχειρούνται από δημόσιες αρχές είτε από ιδιωτικούς οργανισμούς, πρωταρχική σημασία πρέπει να δίνεται στο υπέρτατο συμφέρον του παιδιού. 3. …». Τέλος, στο άρθρο 33 του ίδιου ως άνω Χάρτη ορίζεται ότι: «1. Εξασφαλίζεται η νομική, οικονομική και κοινωνική προστασία της οικογένειας. 2. Κάθε πρόσωπο, προκειμένου να μπορεί να συνδυάζει την οικογενειακή με την επαγγελματική ζωή του, έχει … δικαίωμα αμειβόμενης άδειας μητρότητας και γονικής άδειας μετά τη γέννηση ή την υιοθεσία παιδιού.». Η  Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε αντισυνταγματική την επίμαχη διάταξη καταλήγοντας πως στο νόμο 4055/2012 «δεν γίνεται επίκληση λόγων δημοσίου συμφέροντος σχετικά με προβλήματα εύρυθμης λειτουργίας κατά την απονομή της Δικαιοσύνης, οι οποίοι θα δικαιολογούσαν τη μη χορήγηση άδειας ανατροφής τέκνου με αποδοχές στη συγκεκριμένη κατηγορία δικαστικών λειτουργών». Ετσι ορθά κρίθηκε  ότι  «απορρέει η υποχρέωση του νομοθέτη να θεσπίζει ρυθμίσεις για τη χορήγηση άδειας με σκοπό την ανατροφή των τέκνων των εργαζομένων, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και οι δικαστικοί λειτουργοί». Η ίδια υποχρέωση απορρέει στο  Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που αποτελεί αρχή του ενωσιακού δικαίου περί «συμφιλιώσεως της οικογενειακής και της επαγγελματικής ζωής».
2.1- Με την απόφαση ΣτΕ 569/2010  κρίθηκε ότι: «..οι διατάξεις της παρ. 21 του άρθρου 44 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών (ν. 1756/1988, Α` 35) που προστέθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3258/2004 (Α`144/29.7.2004) σε συνδυασμό με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 53 του Υ.Κ., ερμηνευόμενες υπό το φως τόσο της συνταγματικά κατοχυρωμένης αρχής της ισότητας των δύο φύλων όσο και των προαναφερθεισών αρχών του κοινοτικού δικαίου περί της ίσης μεταχείρισης μεταξύ ανδρών και γυναικών αλλά και της εναρμόνισης (συμφιλίωσης) μεταξύ της επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής, έχουν εφαρμογή όχι μόνο για τη μητέρα δικαστική λειτουργό αλλά και για τον πατέρα δικαστικό λειτουργό, ο οποίος μπορεί επίσης να ζητήσει να του χορηγηθεί ειδική άδεια μετ` αποδοχών διάρκειας εννέα μηνών, προκειμένου να ασχοληθεί με την ανατροφή του τέκνου του (βλ. ΣτΕ 2, 1550, 2357, 2358/2006). Περαιτέρω, από τη διάταξη της παρ. 21 του άρθρου 44 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών προβλέπεται, μεταξύ άλλων, εν όψει της ιδιαιτερότητας των συνθηκών εργασίας των δικαστικών λειτουργών και προς αποφυγή της δημιουργίας σημαντικών προβλημάτων κατά τη λειτουργία των δικαστηρίων της χώρας συνεπεία της χορηγήσεως μεγάλου αριθμού σχετικών αδειών, κατ` απόκλιση των προβλεπομένων για τους δημόσιους και τους δικαστικούς υπαλλήλους (βλ. και την εισηγητική έκθεση του ν. 3258/2004), ότι η ημερομηνία έναρξης της εν λόγω άδειας ανατροφής τέκνου, όταν το σχετικό αίτημα υποβάλλεται από μητέρα δικαστικό λειτουργό, «πρέπει να προσδιορίζεται το συντομότερο δυνατόν οπωσδήποτε όμως μέσα σε δύο (2) μήνες από το πέρας της άδειας που έλαβε η ίδια δικαστική λειτουργός λόγω της κυοφορίας της». Από την ίδια διάταξη συνάγεται, επίσης, ότι η σχετική αίτηση για τη χορήγηση της ανωτέρω άδειας σε πατέρα δικαστικό λειτουργό για την ανατροφή του τέκνου του πρέπει να υποβάλλεται το συντομότερο δυνατό μετά τη λήξη της χορηγηθείσας στην εργαζόμενη μητέρα του τέκνου του άδειας λόγω κυοφορίας (βλ. ΣτΕ 2/2006), σε περίπτωση δε που η σύζυγος του δικαστικού λειτουργού δεν λαμβάνει άδεια λόγω κυοφορίας, η αίτηση πρέπει να υποβάλλεται το συντομότερο δυνατό μετά την ημερομηνία κατά την οποία θα έληγε η άδεια λόγω κυοφορίας, την οποία, με βάση το χρόνο του τοκετού, θα ελάμβανε η μητέρα δικαστική λειτουργός (ΣτΕ 437/2007, 893/2007 κ.α.).»
2.2.- Με την απόφαση 845/2013 ΣτΕ κρίθηκε ότι, είναι δυνατή η  χορήγηση εννεάμηνης άδεια σε δικαστές με αποδοχές, για την ανατροφή τέκνων. Σε περίπτωση πολύδυμης κύησης, η άδεια προσαυξάνεται, κατ’ ανάλογη εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 52 του Υπαλληλικού Κώδικα, κατά τρεις μήνες, για κάθε τέκνο πέραν του ενός.
2.3..- Με την απόφαση. 4088/2015 του Γ΄ Τμήματος. ΣτΕ κρίθηκε ότι, οι δικαστικοί λειτουργοί, ως  γονείς υιοθετημένων παιδιών δικαιούνται να λάβουν 9μήνη άδεια ανατροφής τέκνου με αποδοχές. ««σε περίπτωση υιοθεσίας από δικαστικό λειτουργό,  με την ίδια δικαστική απόφαση, δυο τέκνων διαφορετικής ηλικίας, ο θετός γονέας δικαστικός λειτουργός δικαιούται να λάβει πέραν της άδεια ανατροφής 9 μηνών, με αποδοχές, για το πρώτο θετό τέκνο και επιπλέον άδεια ανατροφής 6 μηνών, με αποδοχές για το δεύτερο τέκνο».
2.4.- Με την απόφαση ΣτΕ 1/2006 του Γ΄ Τμήματος. ΣτΕ κρίθηκε ότι, Οι σχετικές διατάξεις, ερμηνευόμενες υπό το φως τόσο της συνταγματικά κατοχυρωμένης αρχής της ισότητας των δύο φύλων όσο και των αρχών του κοινοτικού δικαίου περί της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών, αλλά και της εναρμονίσεως μεταξύ της επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής, πρέπει να θεωρηθεί ότι έχουν εφαρμογή όχι μόνο για την μητέρα δικαστική λειτουργό αλλά και για τον πατέρα δικαστικό λειτουργό, ο οποίος δικαιούται επίσης να ζητήσει να του χορηγηθεί η ειδική άδεια μετ' αποδοχών διαρκείας εννέα μηνών προκειμένου να ασχοληθεί με την ανατροφή του τέκνου του
ΑΝΤΩΝΗΣ Π.ΑΡΓΥΡΟΣ
argyros.office@gmail.com


15 Δεκεμβρίου 2016

Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων/ ΕΝ.Φ.Ι.Α.»Συμβούλιο Επικρατείας (Β΄ Τμήμα) Αριθ. 2337/2016



Συμβούλιο Επικρατείας
(Β΄ Τμήμα)
Αριθ. 2337/2016

Πρόεδρος: Ε. Σαρπ, Αντιπρόεδρος
Μέλη: Α.-Γ. Βώρος, Ε. Νίκα, Κ. Νικολάου, Π. Τσούκας, Σύμβουλοι, Κ. Λαζαράκη, Ι. Δημητρα-κόπουλος, Πάρεδροι
Εισηγητής: Ι. Δημητρακόπουλος, Πάρεδρος
Δικηγόροι: Ι. Χατζοπούλου, Χ. Διβάνη, Π. Καραστεργίου
ΜΕ ΣΧΟΛΙΟ ΑΝΤΩΝΗ ΑΡΓΥΡΟΥ

«Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων/ ΕΝ.Φ.Ι.Α.» Έννομο συμφέρον: Η αίτησή επιτρέπεται να στρέφεται μόνο κατά της κανονιστικής ρύθμισης που αφορά στη ζώνη εντός της οποίας κείται το ακίνητό του, όχι και ως προς τις τυχόν περιεχόμενες στην προσβαλλόμενη πράξη κανονιστικές ρυθμίσεις για άλλες ζώνες. Δεν υφίσταται έννομο συμφέρον, από το απλό ενδεχόμενο να αποκτήσει μελλοντικά εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτων σε άλλες ζώνες. Το έννομο συμφέρον πρέπει να αποδεικνύεται με πρόσφορα και επίκαιρα στοιχεία αναγόμενα στο οικείο έτος φορολογίας τα οποία επί ποινή απαραδέκτου της αίτησής του, να επικαλεσθεί και να προσκομίσει με δικόγραφο.  Η ιδιότητα του κατοίκου δεν προσδίδει έννομο συμφέρον για την προσβολή της επίδικης κανονιστικής ρύθμισης. Υπολογισμός ΕΝΦΙΑ: Η φορολογούμενη ύλη, όπως η περιουσία, δεν επιτρέπεται να είναι πλασματική, αλλά πρέπει να είναι πραγματική, ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο προσδιορισμού της αγοραίας αξίας ενός ακινήτου είναι η τοποθεσία του. Η  προσβαλλόμενη απόφασή του, προέβη συλλήβδην σε οριζόντια αναπροσαρμογή των τιμών ζώνης στο σύνολο της επικράτειας, ορίζοντας τη νέα τιμή αναλόγως με το ποια ήταν η τιμή ζώνης πριν από την αναπροσαρμογή. Η ακύρωση της επίδικης ρύθμισης της παραγράφου 2α της προσβαλλόμενης υπουργικής απόφασης πρέπει να μην αναδράμει στο χρόνο έναρξης ισχύος της (21.5.2015), αλλά στις 8.6.2016, χρόνο συζήτησης της υπόθεσης στο ακροατήριο δια λόγους δημοσίου συμφέροντος (Άρθρα 4 § 5 και 78 § 1 Σ, ΠΟΛ. 1009/18.1.2016 απόφασης του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, 41 ν. 1249/ 1982 όπως ισχύει, η υπ’ αριθ. 1067780/82/ Γ0013/9.6.1994 απόφασης του Υφυπουργού Οικονομικών (Β΄ 549), 24 § 6 ν. 2130/1993 (Α΄ 62), 4 ν. 4223/2013 (Α΄ 287), εδάφιο α΄ της § 2 του άρθρου 25, το εδάφιο β΄ του άρθρου 33 και το άρθρο 47 § 1 π.δ. 18/1989, 41 ν. 1249/1982, 22 ν. 4274/2014 (Α΄ 147).









Αριθ. 167/2016 ΣτΕ ,Ανάκληση άδειας φαρμακείου. Αναστολή.




Συμβούλιο Επικρατείας
Επιτροπή Αναστολών
Αριθ. 167/2016

Πρόεδρος: Ν. Μαρκουλάκης, Αντιπρόεδρος
Μέλη: Σ. Χρυσικοπούλου, Ο. Παπαδοπούλου, Σύμβουλοι
Εισηγήτρια: Ο. Παπαδοπούλου, Σύμβουλος

Ανάκληση άδειας φαρμακείου. Αναστολή. Η τήρηση της πολεοδομικής νομοθεσίας, και ειδικότερα οι περιορισμοί ως προς τις χρήσεις γης, αποτελεί μεν λόγο δημοσίου συμφέροντος, δοθέντος, όμως, ότι εν προκειμένω πρόκειται για φαρμακείο, ήτοι για μη οχλούσα, κατ’ αρ-χήν, επαγγελματική δραστηριότητα που εξυπηρετεί τις καθημερινές ανάγκες των κατοίκων της περιοχής, και ότι το φαρμακείο αυτό λειτουργεί συνεχώς, από το 1982 στη συγκεκριμένη θέση, δυνάμει της ανακληθείσης ήδη αδείας, η Επιτροπή Αναστολών, συνεκτιμώντας περαιτέρω, αφενός, την δυσχερώς επανορ-θώσιμη βλάβη την οποία επικαλείται η αιτούσα και, αφετέρου, τη σύντομη δικάσιμο που έχει ορισθεί για την εκδίκαση της εφέσεως κρίνει ότι πρέπει να ανασταλεί η εκτέλεση της προσβαλλόμενης (Άρθρα 52 και 65 π.δ. 18/1989, 35 ν. 2721/1999, 34 ν. 3772/2009, 10 ν. 3900/2010, β.δ 675/1968, 16 ν. 1337/1983, 8 § 8 ν. 1512/1985).


ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

  ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ -ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΕΝ ΟΨΕΙ   ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ (4...