16 Νοεμβρίου 2016

Η δικαιοσύνη αποτελεί την τελική εγγύηση της ελευθερίας.

Η δικαιοσύνη αποτελεί την τελική εγγύηση της ελευθερίας. 

 Του ΑΝΤΩΝΗ Π.ΑΡΓΥΡΟΥ
«Δίκη δ’ υπέρ ύβριος ίσχει ές τέλος εξελθούσα[1]»


1.ΕΙΣΑΓΩΓΗ:

Ήταν μέρες Χριστουγέννων του 2002 και το καθήκον μ’ έφερε στο γραφείο ανώτατου δικαστικού λειτουργού, του αειμνήστου Εισαγγελέα ΑΠ Ευάγγελου Κρουσταλλάκη ,για εκκρεμούσα υπόθεση. Η πρόσκληση είχε έλθει μέσω της γραμματέως ήταν σαφής και συγκεκριμένος ο λόγος της επικοινωνίας. Βρήκα και τον αντίδικο μου δικηγόρο(τον αείμνηστο Αλέκο Κατσαντώνη) να αναμένει και αυτός την συνάντηση. Ο κ. Εισαγγελέας  μας δέχθηκε στην ώρα του και μας άκουσε με προσοχή, κρατώντας σημειώσεις. Την ώρα της συναντήσεως χτύπησε το τηλέφωνο και ακούσαμε την απάντηση του Εισαγγελέα ήταν : «Μάλιστα κ. Υπουργέ», αλλά αμέσως μετά αφού ο κ Υπουργός(δεν αντελήφθην ούτε το πρόσωπο, ούτε το αίτημα) προφανώς εξέθεσε το αίτημα του δέχθηκε την άμεση σκληρή απάντηση από τον Δικαστή: «Πώς τολμάτε να με ενοχλείτε για υπόθεση που χειρίζομαι;» και χωρίς άλλη κουβέντα έκλεισε το τηλέφωνο, προφανώς ενοχλημένος. Με τον τρόπο αυτό ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, έμπειρος στο χειρισμό υποθέσεων μείζονος σπουδαιότητας κατέστησε σαφές ότι δεν θα επέτρεπε σε κανέναν απολύτως να παρέμβει στο έργο του[2].
Σημειώνω ότι η συνάντηση μας συνεχίσθηκε χωρίς σχόλια για το γεγονός και είχε δυσμενή εξέλιξη για τον εντολέα μου.
Η γενναία αυτή στάση[3] του συγκεκριμένου δικαστικού λειτουργού πρέπει να επισημανθεί.

2.- Η ΑΠΟΝΟΜΗ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ :

Η απονομή της δικαιοσύνης γίνεται σύμφωνα με το Νόμο, δηλαδή ο Δικαστής αποφασίζει σύμφωνα με το Νόμο και  όχι σύμφωνα με τις δικές του επιθυμίες, ή οποιεσδήποτε σκοπιμότητες.   
 Απαραίτητο στοιχείο της δίκαιης δίκης είναι η ύπαρξη ανεξάρτητου, αμερόληπτου και αντικειμενικού Δικαστή, ο οποίος όχι  μόνο θα πρέπει να έχει αυτές τις ιδιότητες, αλλά και θα πρέπει να φαίνεται, σ΄ όλους, ότι τις έχει.   Το μείζον ζήτημα της λειτουργίας της Δικαιοσύνης με έμφαση στον σεβασμό στη θεσμική ανεξαρτησία[4] της καθώς και στην ανάγκη για επιτάχυνση της απονομής της είναι κεντρικό ζήτημα στην λειτουργία του Δημοκρατικού μας Πολιτεύματος[5].

3.Η ΕΦΙΑΛΤΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ:

Αλήθεια είναι ότι η εικόνα στην απονομή της δικαιοσύνης είναι εφιαλτική και συνεχίζεται η γνωστή ατέρμονη και χωρίς αποτέλεσμα συζήτηση για τη επίλυση των προβλημάτων της, ενώ αρχίζει το νέο δικαστικό έτος.  Σύμφωνα με στοιχεία του 2015, στα Διοικητικά Πρωτοδικεία και Εφετεία εκκρεμούν 356.498 υποθέσεις, με 67.678 φορολογικές (μαζί με του ΣτΕ ξεπερνούν τις 72.000). Αντίστοιχη είναι η κατάσταση και στα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια. Οι εκκρεμείς υποθέσεις υπερβαίνουν το 1.000.000 μόνο στα ποινικά δικαστήρια, παρά το γεγονός ότι διαθέτουμε 30 δικαστές ανά 100.000 κατοίκους, ενώ η Γαλλία 12 και η Ιταλία 11. Μάλιστα, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις αποφυλάκισης υποδίκων ή παραγραφής αδικημάτων λόγω της βραδύτητας. Εκτός από τα ενδογενή και εξωγενή αίτια που προκαλούν βραδυπορία, παραλυτικά στο σύστημα λειτουργεί πρωτίστως η πολυνομία. Παρά τις διακηρύξεις περί "καλύτερης νομοθέτησης" (better regulation) και το νόμο περί ρυθμιστικής διακυβέρνησης, η πραγματικότητα στην Ελλάδα παραμένει ζοφερή[6]: πολυνομία, έλλειψη κωδικοποίησης, αντιφατικές ρυθμίσεις, διατάξεις αναχρονιστικές σε αχρησία, νομοσχέδια "σκούπες", Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου, χιλιάδες εγκύκλιοι.
Η Ελλάδα μετρά πολυάριθμες καταδίκες από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και βρίσκεται σταθερά στην πρώτη πεντάδα των 47 χωρών του Συμβουλίου της Ευρώπης με πολύχρονες καθυστερήσεις στην απονομή της δικαιοσύνης.
Οι αριθμοί κατατείνουν στο ότι περίπου 5 εκατ. πολίτες, ο μισός δηλαδή πληθυσμός της χώρας, εξαρτά κάποιο έννομο συμφέρον από υπόθεση που βρίσκεται σε εκκρεμότητα στη δικαιοσύνη. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2009 από τις 69 καταδίκες της Ελλάδας, οι 41 αφορούσαν αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκδίκαση. Υπάρχει, μάλιστα, υπόθεση για την οποία η χώρα μας καταδικάστηκε, γιατί καθυστέρησε η έκδοση απόφασης είκοσι επτά χρόνια. Το Δημόσιο καταδικάστηκε να καταβάλει εκατομμύρια ευρώ για χρηματική αποζημίωση και ηθική ικανοποίηση[7]. Οι υποθέσεις λιμνάζουν επί έτη πολλά και μόνον «φιλολογικές» συζητήσεις γίνονται ή προτείνονται μέτρα που είναι μηδενικής αποτελεσματικότητας για το ζήτημα, ενώ παραλληλα έχει δημιουργηθεί δυσάρεστο κλίμα λόγω των συνεχών πειθαρχικών διώξεων λειτουργών, για πολύ σοβαρές υποθέσεις.
«Ο λίθος του αναθέματος στους δικαστές;»[8].Αυτό επιδιώκουν συγκεκριμένοι κύκλοι συμφερόντων για να αποκρύψουν τις δικές τους τεράστιες ευθύνες.
«Η καθυστέρηση απονομής της Δικαιοσύνης δεν είναι δικονομικό ζήτημα αλλά έχει κοινωνικά αίτια, τα οποία ουσιαστικά δημιουργούνται από τις εκάστοτε πολιτικές επιλογές σε διάφορους τομείς (φορολογικό, ασφαλιστικά Ταμεία, κ.λπ.)»[9]
Για την κατάσταση υπεύθυνοι είναι πρώτα η Πολιτεία και όλοι οι παράγοντες απονομής της δικαιοσύνης ,ο καθένας με τις δικές του ευθύνες, εκείνος που δεν είναι υπεύθυνος είναι ο αποδέκτης των υπηρεσιών απονομής της δικαιοσύνης,ο κυρίαρχος Λαός.
        Η κατάσταση αυτή πρέπει άμεσα να εκκαθαρισθεί και αυτό πρέπει να είναι πρώτη προτεραιότητα. Δεν μπορεί να λειτουργήσει η δικαιοσύνη όταν οι δικαστές «απειλούνται» από δημόσια πρόσωπα ή ακόμα χειρότερο να γίνεται ανεκτή η υπόδειξη από όργανα άλλων εξουσιών ή και ξένων χωρών, για την δικαστική κρίση  επί συγκεκριμένων υποθέσεων.

4.Ο ΕΛΕΓΧΟΣ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΟΣ ΤΩΝ ΝΟΜΩΝ:

Είναι ακόμη γνωστό ότι όλα τα Ελληνικά Συντάγματα, από την Επανάσταση του 1821 μέχρι σήμερα, υπηρέτησαν την ιδέα του Κράτους Δικαίου και η Δικαιοσύνη, θεμελιωμένη στην αρχή του «διάχυτου ελέγχου» συνταγματικότητας των νόμων, που καθιερώθηκε με την 3/1897 Απόφαση του Αρείου Πάγου[10] και αποτελεί πλέον «συνταγματική παράδοση»[11], παρείχε τελευταία μέσα στο πλαίσιο της δυσμενούς συγκυρίας και μέχρι σήμερα αποτελεσματική προστασία στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα.Το Συμβούλιο της Επικρατείας στην υπ’ αριθμό 1/1929 απόφασή του[12] διατύπωσε με «τρόπο πανηγυρικό και αναντίρρητο την αμετάκλητη πρόθεσή του να ενεργεί, αντλώντας την εξουσία του παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων από την ερμηνευτική δήλωση του άρ. 5 Συντ1927, το οποίο αναφερόταν στην ανεξαρτησία της δικαιοσύνης προέβη σε ακύρωση διοικητικής πράξης ως αντισυνταγματικής».
Σήμερα ο δικαστής ελέγχει ο ίδιος την συνταγματικότητα ενός νόμου, πρέπει να ελέγξει παράλληλα και την συμβατότητα του με το Ενωσιακό Δίκαιο και να απευθυνθεί  με ερώτημα του στο Δικαστήριο της Ένωσης. Παράλληλα το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ασκεί τον τελικό έλεγχο συμβατότητας  των επιμέρους ρυθμίσεων, αναφορικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα. Το ισχύον Σύνταγμα του 1975 (με τις αναθεωρήσεις του 1986 και του 2001, οι οποίες δεν επέφεραν σε αυτό το σημείο καμία μεταβολή) ορίζει την δυνατότατα διάχυτου ελέγχου συνταγματικότητας (που εφαρμόζεται από το 1897 απαρέγκλητα μέχρι σήμερα) κατά το άρθρο 93 παρ. 4 αυτού ότι «Τα δικαστήρια υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο στο Σύνταγμα».
Ο καθηγητής Φ.Σπυρόπουλος αναφέρει[13]: « Ο θεσμός του διάχυτου ελέγχου γης αντισυνταγματικότητας  των νόμων είναι κατά την άποψη μου το καμάρι του νομικού μας συστήματος»
 Είναι  γνωστό ότι ο διάχυτος έλεγχος[14] συνταγματικότητας των νόμων αποτελεί σημαντικό ζήτημα στην λειτουργία της Δικαιοσύνης και του Δημοκρατικού μας Πολιτεύματος. Στην ιστορία απονομής της δικαιοσύνης δεν είναι λίγες φορές που τα Δικαστήρια κηρύσσουν νόμους ως αντίθετους με το Σύνταγμα. Το ΣτΕ θεωρεί ότι η αφαίρεση από τα κοινά δικαστήρια της εξουσίας ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων στοιχειοθετεί τη «ριζικότερη δυνατή ανατροπή στο ελληνικό δικαιοδοτικό σύστημα» και θα πλήξει αρχές που συνδέονται με το κράτος δικαίου και με την αποτελεσματικότερη προστασία των ατομικών δικαιωμάτων»[15].Είναι πραγματικά εντυπωσιακό ανώτατα δικαστήρια(όπως το Συμβούλιο της Επικρατείας) εμμέσως να «απειλούνται[16]» ακόμη και με «κατάργηση» εν όψει της Συνταγματικής Αναθεωρήσεως,επειδή ενδεχομένως κάποιες αποφάσεις τους δεν ήσαν αρκούντως αρεστές. Κατά την κατάρτιση του Συντάγματος 1975,υπήρξε πρόταση για την δημιουργία Συνταγματικού Δικαστηρίου, που αποκρούσθηκε από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή.[17] Άλλωστε η Εκτελεστική Εξουσία περιφρονεί τις Δικαστικές Αποφάσεις και πολλές φορές επισήμως δηλώνει ότι δεν θα τις εκτελέσει. Παράλληλα, όλο και περισσότερο εμφανίζεται εμφανώς  στο δημόσιο διάλογο η τάση της πολιτικής εξουσίας να «οριοθετήσει, δηλαδή στη πραγματικότητα να περιορίσει τον ρόλο των δικαστικών λειτουργών»[18] και ειδικότερα να περιορίσει τα όρια[19] του συνταγματικού ελέγχου των νόμων.[20] Ακούγονται έντονες συζητήσεις[21] διαμαρτυρίας από την επιστημονική κοινότητα[22] και τους νομικούς[23] φορείς, τις Δικαστικές ενώσεις, τους Δικηγορικούς συλλόγους και τις περιβαλλοντικές οργανώσεις, ότι δηλαδή η συνταγματική αναθεώρηση αποτελεί προσπάθεια περιορισμού του δικαστικού ελέγχου σε κρίσιμα θέματα για την επιβίωση του Τόπου.

5.ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ:

Είναι κοινός τόπος ότι η δημιουργία Συνταγματικού Δικαστηρίου[24] δεν θα επιφέρει επιτάχυνση απονομής της δικαιοσύνης ,το αντίθετο μάλιστα, έχει όμως προφανή στόχο: α) τις μη αρεστές αποφάσεις[25] του Συμβουλίου της Επικρατείας και ιδίως σε  θέματα περιβαλλοντολογικά[26] και σχετικά με την πολιτική γης[27], β) τις Αποφάσεις του Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ 2 του Συντάγματος,[28] αναφορικά με τους μισθούς[29] των Δικαστικών λειτουργών, γ) ζητήματα εφαρμογής της εργατικής νομοθεσίας, όπως της επιδίκασης αναδρομικών εργατικών αξιώσεων ή την κήρυξη αντιθέτων με το Σύνταγμα μνημονικών νόμων . Οι άμεσες και έμμεσες παρεμβάσεις της εκάστοτε εξουσίας και των οικονομικών συμφερόντων στο έργο της Δικαιοσύνης[30] έχουν δημιουργήσει την εύλογη δυσφορία της κοινής γνώμης, η οποία όμως, σε κάθε περίπτωση, διατηρεί ακόμη εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη και τους Λειτουργούς της. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο πραγματικός και μερικές φορές απροκάλυπτος στόχος πολλών εμπνευστών της δημιουργίας του Συνταγματικού Δικαστηρίου είναι η νομολογία, σε θέματα εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 93 παρ. 4 Σ δηλαδή η πλήρης αποδυνάμωση του Συμβουλίου της Επικρατείας[31] και η μετατροπή του σε αμιγώς  Αναιρετικό δικαστήριο.
Την Δικαιοσύνη όλοι θεωρητικά τιμούν και σέβονται, αλλά όταν οι Αποφάσεις της δεν είναι αρεστές, ξεχνούν αμέσως τις διακηρύξεις τους και καταγγέλλουν τις αποφάσεις αυτές, σαν «διατεταγμένες».

 Ακούγονται και γράφονται διάφορες καινοφανείς προτάσεις, όπως ενδεικτικά την δημιουργία Συνταγματικού Δικαστηρίου, αποκλειστικά από μη δικαστές!
Οδηγεί στην κατάργηση των τριών ανωτάτων δικαστηρίων  και η πρόταση[32] για «Ένα καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα[33]» που έχει το ακόλουθο περιεχόμενο:  «Η Δικαιοσύνη προτείνουμε να ανασυγκροτηθεί εκ βάθρων: Συνηγορούμε υπέρ της εισαγωγής του συστήματος της ενιαίας δικαιοδοσίας, με ένα και μόνο Ανώτατο Δικαστήριο, προς αποφυγή των συγκρούσεων δικαιοδοσίας, διασφάλιση της ενότητας της νομολογίας και κυρίως προς εξυπηρέτηση του διαδίκου. Όλα τα προβλεπόμενα σήμερα ανώτατα δικαστήρια, επτά τον αριθμό, καταργούνται. Το (ένα και μόνο) Ανώτατο Δικαστήριο θα είναι και Συνταγματικό Δικαστήριο
  Το συνταγματικό δικαστήριο έχει ως αποστολή τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων. Αυτής της μορφής ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων που γίνεται αποκλειστικά από ένα δικαστήριο ονομάζεται συγκεντρωτικός, σε αντίθεση με τον διάχυτο έλεγχο, που διενεργείται από όλα τα δικαστήρια στην Χώρα μας[34]. Το δικαστήριο  μπορεί  να ελέγχει την συνταγματική συμμόρφωση της κάθε διοικητικής πράξης  από τα όργανα της πολιτείας. Σε ορισμένες χώρες το συνταγματικό δικαστήριο έχει την αρμοδιότητα να ελέγχει και τις πράξεις ή παραλείψεις των πολιτειακών οργάνων. Είναι αρμόδιο για τον έλεγχο των εθνικών εκλογών και την εκδίκαση των σχετικών ενστάσεων.
     Έντονος υπήρξε ο προβληματισμός για την δημιουργία Συνταγματικού Δικαστηρίου.
    «Η δικαστική εξουσία υπό «δικαστική αντίληψη»; γράφει σε άρθρο του[35] ο καθηγητής Μανιτάκης[36].
     Είναι αλήθεια άραγε ότι η δημιουργία Συνταγματικού Δικαστηρίου θα οδηγήσει μοιραία  στην πλήρη θεσμική υποβάθμιση του Συμβουλίου της Επικρατείας και την μετατροπή του σε ένα απλό Αναιρετικό Δικαστήριο, όπως πολλοί επιδιώκουν αντί για τον έλεγχο της νομιμότητας των διοικητικών πράξεων  και τηρήσεως των Συνταγματικών διατάξεων.
 Αξίζει να αναφερθεί η άποψη του καθηγητή Σ.Φλογαιτη[37]: «Δεν πιστεύω ότι θα υπάρξει ποτέ νομοθέτης οποίος εάν δεν λέει τίποτα για το Συμβούλιο της Επικράτειας το Σύνταγμα, θα καταργήσει το Συμβούλιο της Επικράτειας. Δεν τόλμησε να το κάνει η χούντα. Πολλώ μάλλον δεν θα το κάνει η Δημοκρατία.»
Σε κάθε περίπτωση η δημιουργία ενός Συνταγματικού δικαστηρίου δημιουργεί ένα όργανο με απόλυτη εξουσία: Έχουμε την γνώμη ότι: «Η εξουσία τείνει να διαφθείρει, και η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα», σύμφωνα με την περίφημη ρήση του Βρετανού ιστορικού Lord Acton (1834-1902).

6.ΕΠΙΛΟΓΟΣ:


Είναι τουλάχιστον υποτιμητικό για την Ελλάδα αλλά και αποτρεπτικό για όσους τυχόν θέλουν να επενδύσουν εδώ, να κατατάσσεται η χώρα μας στις πέντε χώρες των 28 της Ε.Ε. με την μεγαλύτερη καθυστέρηση στην απονομή της Δικαιοσύνης, όπως καταγράφεται στον «Πίνακα Αποτελεσμάτων της Ε.Ε. για τη Δικαιοσύνη έτους 2015» της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ενώ σύμφωνα και με τα στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας η Ελλάδα διαθέτει το πιο αργό δικαστικό σύστημα στην Ευρώπη για την εκδίκαση εμπορικών υποθέσεων α’ βαθμού και το τέταρτο πιο αργό στον κόσμο, μετά τη Γουινέα-Μπισάου, το Σουρινάμ και το Αφγανιστάν

«Αν απουσιάζει η δικαιοσύνη, τι άλλο είναι πολιτική εξουσία, παρά μια οργανωμένη ληστεία;»


ΑΝΤΩΝΗΣ Π.ΑΡΓΥΡΟΣ




[1]Βλ. Ησίοδος – «Έργα και ημέραι», 217, «Η δικαιοσύνη όταν έλθει η ώρα της, θριαμβεύει ενάντια στην αδικία».
[2]Βλ. Κρουσταλάκης Ευ., Η δικαστική λειτουργία, η ανεξαρτησία της και η κοινή γνώμη, στο : Το Σ 1986, σελ.12
[3] Υπάρχουν αντίστοιχα περιστατικά Βλ.Αντώνη Αργυρου «ΕΝΙΣΤΑΜΑΙ»εκδ Ι.Σιδερη 2015 στο κεφ «Ο δικαστής ,η αλήθεια και ο νόμος» σελ 58-62
[4] Η δικαστική ανεξαρτησία είναι σταθερό στοιχείο και του ελληνικού Συνταγματικού Δικαίου.  Ήδη στα Συντάγματα της Επανάστασης (Σύνταγμα Επιδαύρου, Άστρους, Τροιζήνας) διακηρύσσεται έναντι των δύο άλλων λειτουργιών.  Η διατύπωση “τελειοποιείται” στα Συντάγματα του 1925(ά. 4) και 1927(ά. 5), κατά τα οποία “η δικαστική εξουσία ασκείται υπό δικαστηρίων ανεξαρτήτων υποκείμενων μόνον εις τους νόμους” και παίρνει την οριστική της μορφή στο ά. 87 του Σ 1975.
[5] Κατά τον Montesquieu στο έργο του Το Πνεύμα των Νόμων «δεν υπάρχει ελευθερία αν η δικαστική εξουσία δεν είναι χωρισμένη από τη νομοθετική και την εκτελεστική…Εκάστη των τριών λειτουργίων της κυριαρχίας δέον να ανατίθηται ιδίω οργάνω επί τω σκοπώ όπως αι πολιτικαί δυνάμειςσυνέχωσιν αλλήλας και αντισταθμίζονται». 

[6] Τα τελευταία 15 χρόνια που μελετήσαμε ενδελεχώς στη χώρα έχουν ψηφιστεί 1.478 νόμοι με 22.800 άρθρα και έχουν περάσει και 3.452 Προεδρικά Διατάγματα. Τα ΦΕΚ που τους περιέχουν καταλαμβάνουν σχεδόν 60.000 σελίδες. Τα χρόνια της κρίσης έχει εκτοξευθεί ο αριθμός των Πράξεων Νομοθετικού Περιεχομένου (67 μετά το 2010, μόλις 13 πριν), καθώς και των πολυνομοσχεδίων. Μόνο τα τελευταία 15 χρόνια έχουν περάσει 36 φορολογικά νομοσχέδια στη χώρα μας, τα οποία περιείχαν 714 εξουσιοδοτήσεις, αλλά επιπλέον έχουν περάσει 108 μεταβατικές διατάξεις, και άλλες 238 ρυθμίσεις για φορολογικά θέματα διάσπαρτες σε άλλα, άσχετα νομοσχέδια. Για να εξηγήσουν όλα αυτά, κάθε χρόνο εκδίδονται περίπου 200 υπουργικές εγκύκλιοι. Το 2014 πέρασαν 64 άρθρα σε άσχετα νομοσχέδια που ρύθμιζαν, άλλαζαν ή διόρθωναν τα περιεχόμενα του φορολογικού νόμου που ψηφίστηκε το 2013.Πηγή: «Η Πολυνομία Και Η Κακονομία Στην Ελλάδα - Μια Έρευνα» σε http://www.dianeosis.org/2016/07/polynomia_kakonomia/

[7] Βλ. Αργυρός Αντώνης. «Η δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας της δίκης(Ν. 4055/2012, 4239/2014)¨». Πρόλογος: Παναγιώτης Ο. Πικραμμένος. εκδ ΣΑΚΟΥΛΑΣ 2015
[8] Τίτλος άρθρου του Ευάγγελου Κρουσταλλάκη στη εφημερίδα «ΤΟ ΒΗΜΑ»  09/12/2001.
[9] Από την επιστολή προς τον υπουργό Δικαιοσύνης Νίκο Παρασκευόπουλο έστειλε η Ένωση Διοικητικών Δικαστών αιτιολογώντας την καθυστέρηση απονομής Δικαιοσύνης και υπογραμμίζει τη λήψη έξι νομοθετικών μέτρων για την επιτάχυνσή της. Πηγή:  iefimerida.gr http://www.iefimerida.gr/news/204366/
[10]Βλ. ΑΠ 23/1897, Θέμις, Η’, σ. 329: «Όταν διάταξις νόμου αντίκειται εις το Σύνταγμα, ως μεταβάλλουσα δι’ απλού νομοθετήματος θεμελιώδη διάταξιν αυτού, (…) δικαιούται το δικαστήριον να μη εφαρμόζη αυτήν εν τω θέματι περί ου δικάζει». Πρβλ. ΕφΑθ 1817/1893, Θέμις, Ε’, σ. 615 και ΕφΑθ 1710/1892, Θέμις, Ε’, σ. 5, όπου επίσης ασκήθηκε έλεγχος της συνταγματικότητας νομοθετικής διάταξης.
[11] Που επικυρώθηκε με τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 3 του Συντάγματος. Βλ. Α. Μανιτάκη, στα Πρακτικά της εκδήλωσης του ΔΣΑ «Συνταγματικό Δικαστήριο» της 30.3.2006 σελ. 7.
[12]Βλ.  ΣτΕ 1/1929, Θέμις, Μ’, σ. 361.
[13] Βλ. Φ.Σπυρόπουλο, σε «ΠΡΑΚΤΙΚΆ Ημερίδων 2008-2010» της Ενώσεως τ.Βουλευτών –Ευρωβουλευτών,  Αθήναι 2010 σελ 61-66
[14] Βλ. ΑΠ 23/1897, Θέμις, Η’, σ. 329: «Όταν διάταξις νόμου αντίκειται εις το Σύνταγμα, ως μεταβάλλουσα δι’ απλού νομοθετήματος θεμελιώδη διάταξιν αυτού, (…) δικαιούται το δικαστήριον να μη εφαρμόζη αυτήν εν τω θέματι περί ου δικάζει». Πρβλ. ΕφΑθ 1817/1893, Θέμις, Ε’, σ. 615 και ΕφΑθ 1710/1892, Θέμις, Ε’, σ. 5, όπου επίσης ασκήθηκε έλεγχος της συνταγματικότητας νομοθετικής διάταξης
[15] Βλ. ΟλομΣτΕ 4/2007, Αρμ, 2007, σ. 1395 και ΟλομΣτΕ 5/2006, Αρμ, 2006, σ. 620.
[16]Βλ. Καταγγελία του Προέδρου ΣτΕ την 2/7/2014,σε http://www.paraskhnio.gr/kataggelia-toy-proedroy-toy-ste-gia-o/
[17] Η πληροφορία προέρχεται από προσωπική μαρτυρία ,από τον τ.Πρόεδρο της Βουλής Κωνσταντίνο Ε. Παπακωσταντίνου.
[18] Βλ. Πρακτικά για την Αναθεώρηση του Συντάγματος στη Επιτροπή Αναθεωρήσεως, Συνεδριάσεις 5, 14/9/2000 και 10, 11, 12/10/2000.
[19] Βλ. άρθρο του καθηγητή Στ. Τσακυράκη «Δίνουν υπερεξουσίες για να γλυτώσουν τον έλεγχο», φύλλο εφημερίδας «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» της 27/3/2006.
[20] Βλ Αν. Μανιτάκης, Κράτος δικαίου και δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας, εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη, 1994.
[21] Χ. Γεραρής: Αναβάθμιση ή μετεξέλιξη του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, in To Συνταγματικό Δικαστήριο σε ένα σύστημα παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, επιμ. Α. Μανιτάκη – Α. Φωτιάδου, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη 2008, σελ. 121.
[22] Το Κέντρο Ευρωπαϊκού Συνταγματικού Δικαίου - Ίδρυμα Θεμιστοκλή και Δημήτρη Τσάτσου διοργάνωσε τη Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2015,  ώρα 18:00 στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών (Ακαδημίας 60) επιστημονική συζήτηση με θέμα Συνταγματικό Δικαστήριο: Υπέρ ή κατά; Υπέρ: Σπύρος Βλαχόπουλος, Αναπληρωτής Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών, Στέλιος Κουτνατζής, Λέκτορας Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης Κατά: Βασίλης Ανδρουλάκης, Πάρεδρος Συμβουλίου της Επικρατείας Γιάννης Τασόπουλος, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών 3η γνώμη Φίλιππος Σπυρόπουλος, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών. Συντονιστής ο Μιχάλης Πικραμένος, Σύμβουλος της Επικρατείας, Επίκουρος Καθηγητής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

[23] Βλ.Βασίλειος Π. Ανδρουλάκης, Πάρεδρος Σ.τ.Ε. «Χρειαζόμαστε πραγματικά ένα Συνταγματικό Δικαστήριο; Μια πάντα επίκαιρη συζήτηση» σεhttp://www.constitutionalism.gr/androulakis-syntagmatiko-dikastirio/

[24]Σ. Βλαχόπουλος: Συνταγματικό Δικαστήριο και έλεγχος των συνταγματικών οργανωτικών διαφορών, in Τιμητικός Τόμος για τα 50 χρόνια των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, σελ. 23 επ., εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2015.
[25] Βλ. φύλλα εφημερίδας «Το Βήμα» της 22/1/2006, Φάκελος, και «Το Βήμα της Κυριακής» της 25/6/2006, όπου οι σχετικές δηλώσεις του Καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου Ν. Αλιβιζάτου, βλ. επίσης το άρθρο του καθηγητή Α. Μανιτάκη «Ιδρύεται για να κηδεμονεύσει την ίδια την δικαστική εξουσία» στο φύλλο της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία» της 3/4/2006.
[26]Βλ. αντιδράσεις περιβαλλοντικών οργανώσεων στο φύλλο της εφημερίδας «ΕΘΝΟΣ» της 29/9/2006.
[27] Βλ.Ευ. Βενιζέλος, «Το Συνταγματικό Δικαστήριο», φύλλο εφημερίδας «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» της 29/1/2006.
[28] Βλ. Απόφαση Δ.Σ. ΔΣΑ της 15/11/2006.
[29] Βλ.Ομιλία του καθηγητή Φ. Σπυρόπουλου «Σκέψεις για την ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου» στο Συνέδριο του Ελληνικού Ινστιτούτου Διοικητικών Επιστημών 19.12.2006.
[30] Βλ. Α. Μπακόπουλος, Δ/νη 1986. 9, Λ. Αυδής, ΕΕργΔ 1986. 99, Β. Παπάς, ΝοΒ 24/1976. 1134,Ε . Κρουσταλλάκης, Δ/νη 1986. 36.
[31]Πρβλ. Α. Ράντος: Η αναθεωρητική πρόταση δημιουργίας Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Ελλάδα, in To Συνταγματικό Δικαστήριο σε ένα σύστημα παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, σελ. 13 επ., επιμ. Α. Μανιτάκη – Α. Φωτιάδου, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2008.
[32] Βλ. “Ενα καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα” σελιδα 9,στο τεύχος που διανεμήθηκε με την εφημερίδα  ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Κυριακή 5 Ιουνίου 2016.
[33] Βλ. «Eνα καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλαδα» ο.π. Με πρωτοβουλία του Στέφανου Μάνου συγκροτήθηκε μια ομάδα εργασίας για να προτείνουν ορισμένες συνταγματικές αλλαγές. Την ομάδα αποτέλεσαν, πέραν του Στέφανου Μάνου, οι Nίκος Κ. Αλιβιζάτος, Παναγής Βουρλούμης, Γιώργος Γεραπετρίτης, Γιάννης Κτιστάκις και Φίλιππος Κ. Σπυρόπουλος.
[34] Η Ελλάδα «απέκτησε» «Συνταγματικό δικαστήριο» επί δικτατορίας, στις 19 Σεπτεμβρίου 1973 βάσει του θεσμικού νόμου 803/70 (Συνταγματικό δικαστήριο 1973), αλλά καταργήθηκε σε μήνες, στις 26 Νοεμβρίου 1973 με την δικτατορία του Ιωαννίδη. Τα «ψευδοσυντάγματα» του 1968 και του 1973  σε: Μαυριά/Παντελή, Συνταγματικά Κείμενα (τόμος πρώτος), 4η έκδ., Αθήνα-Κομοτηνή: 2007, σ. 215 επ. και 252 επ., αντίστοιχα.
[35] Βλ. ΑΝΤΩΝΗ Μανιτάκη : «Η δικαστική εξουσία υπό «δικαστική αντίληψη»; Εφημ ΤΟΒΗΜΑ  25/6/2006,http://www.tovima.gr/politics/article/?aid=174052
[36] Βλ. Αντώνη Μανιτάκη: Το Συνταγματικό Δικαστήριο: ο πολιτικός κηδεμόνας της δικαστικής εξουσίας σε Περιοδικό «ΕΝΩΠΙΟΝ» Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβριος – Οκτώβριος 2006, τεύχος 35, σελ. 9-15
[37] Σ.ΦΛΟΓΑΙΤΗ , σε «ΠΡΑΚΤΙΚΆ Ημερίδων 2008-2010» της Ενώσεως τ. Βουλευτών –Ευρωβουλευτών,  Αθήναι 2010 σελ55-59.

ΘΑ ΕΛΘΗ ΗΜΕΡΑ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ;

ΘΑ ΕΛΘΗ ΗΜΕΡΑ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ;

ΑΝΤΩΝΗΣ Π.ΑΡΓΥΡΟΣ


(Αφιέρωμα στην γιορτή της Δικαιοσύνης 3/10/2016)«Δικαιοσύνην μάθετε, ο νοικοντες π τς γς» (σ. 26,9β΄)

Αναστενάζουν οι άνθρωποι από τις αδικίες. Παντού συναντάμε αδικίες. δικαιοσύνη είναι μία πo τις τέσσερις μεγάλες αρετές που εγκωμίαζαν οι πρόγονοί μας (οι  άλλες τρεις είναι   φρόνηση δηλαδή η σοφία, ανδρεία, και   σωφροσύνη (Πλάτ., Νόμ. 979c, Πολ. 427e).

Το 1360 ο Αρμενόπουλος  έγραψε την Εξάβιβλο, που ήταν μια σπουδαία συλλογή των Βυζαντινών νόμων. Το πρώτο κεφάλαιο της Εξαβίβλου τιτλοφορείται «Κριτών Προκατάστασις ή Περί Δικαιοσύνης». Στον ορισμό του δικαστή, που ο Αρμενόπουλος τον ονομάζει Κριτή, έτσι, λέει, όπως ονομάζεται και ο Θεός, τον καλεί, για να μην ντροπιάσει τον τίτλο αυτόν, να είναι αδέκαστος, αμερόληπτος και να μην υπόκειται σε εξαπατήσεις, αποδίδοντας στον καθένα τα δίκαια. Κλείνει τον ορισμό λέγοντας:«Οποιος δεν έχει ήδη μέσα στην ψυχή του την αληθινή δικαιοσύνη, αλλά έχει διαφθαρεί με χρήματα, είτε χαρίζεται λόγω φιλίας, είτε τιμωρεί με εχθρότητα ή υπόκειται στην εξουσία, δεν μπορεί να έχει ορθή κρίση».

Σ’ αυτό το κείμενο θα σας μιλήσω για μιαν άλλη «Δικαιοσύνη» ,για καθημερινότητα μας, μπροστά στην πραγματικότητα απονομής της Δικαιοσύνης.

1.-Νεαρός  μοτοσικλετιστής υδραυλικός το επάγγελμα, πέφτει θύμα τροχαίου με υπαιτιότητα ομολογημένη 100% ,γίνεται εκ του ατυχήματος  τετραπληγικός και μόνιμα ανάπηρος. Ζητά την αποζημίωση του για μόνιμη αναπηρία  η αγωγή απορρίπτεται  παρά την ύπαρξη ιατρικής πραγματογνωμοσύνης που τον δικαιώνει και καταδικάζεται σε δικαστική δαπάνη  υπέρ της Ασφαλιστικής Εταιρείας στο εκπληκτικό ποσό  20.000€ !!!(Η με αριθμό 3560/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που επικυρώθηκε από την 1157/2014 απόφαση του ΕΦετείου Αθηών)

Ερωτώ που θα βρει τα χρήματα ο ανάπηρος  να πληρώσει; 
Ο δικαστής σε πλήρη συνείδηση και γνώση καταδίκασε τον «αδύνατο» υπέρ  του πλουσίου, αλλά και ο Εφέτης αγνόησε το παράπονο της Έφεσης, κι έτσι ο ανάπηρος καλείται να πληρώσει.
 Δεν είχε όμως ο παθών και ο δικηγόρος του πλήρωσε την οφειλή με δικά του χρήματα . 
Ο Δικαστής δεν είναι μηχάνημα παραγωγής δικαστικών αποφάσεων είναι πάνω απ’ όλα άνθρωπος που πρέπει να μην αγνοεί τους συνανθρώπους του και έχει τα κατάλληλα εργαλεία ν’ αντιμετωπίσει την κατάσταση.

2.-Τολμώ να μιλήσω, για εξωφρενικές εγγυήσεις  που επιβάλλονται ως περιοριστικοί όροι προς «αδυνάτους» «μικροεγκληματιες», ενώ  οι σπουδαίοι με λευκό κολάρο και υψίστη προβατική  προκλητική συμπεριφορά  κυκλοφορούν ελεύθεροι και διδάσκουν την ηθική ,μάλιστα στην περίπτωση της διάπραξης ειδεχθών και μεγάλου κοινωνικού ενδιαφέροντος εγκλημάτων. Οι ληστές του δημοσίου χρήματος, απολαμβάνουν ατιμώρητοι και πολλές φορές ακαταδίωκτοι τα «αγαθά» των έργων των, ενώ δεν άκουσα το Δημόσιο να ασκήσει έστω μια αγωγή αποζημίωσης. Όμως  52χρονη γυναίκα συνελήφθη στο Μεσολόγγι και κατηγορείται για άσκηση υπαίθριου εμπορίου χωρίς άδεια. Η εν λόγω γυναίκα πωλούσε ανθοδέσμες κοντά στο ΤΕΙ! Με χειροπέδες κατέληξε ένας 34χρονος στα Τρίκαλα, που προσπαθούσε να βγάλει το μεροκάματο πουλώντας ποπ κορν!

3.-Στην πατρίδα μας οι πάντες λοιδορούνται  και μάλιστα όταν υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που τηρούν τους νόμους ,έτσι κι εγώ σαν υπερασπιστής έζησα την περίπτωση : Σε πολύ δύσκολη θέση βρέθηκε ένας δικαστής που εκείνο το πρωινό έπρεπε να δικάσει ένα φτωχό  πολύτεκνο βιοπαλαιστή γείτονα του και φίλο του νομίζω, για οφειλές στο Ελληνικό Δημόσιο. Σαν ευσυνείδητος δικαστής τηρώντας ευλαβικά τους νόμους καταδίκασε τον φτωχό  συνάνθρωπο του σε υψηλή ποινή φυλάκισης . Ο προστάτης της πολυμελούς οικογένειας θα οδηγείτο μοιραία  στην φυλακή Αλλά η κατάπληξη μου από την αυστηρή καταδίκη του εντολέα μου, μετατράπηκε σε θαυμασμό, όταν μετά το τέλος της δίκης, ο δικαστής σηκώθηκε από την Έδρα και με φώναξε κατ’ ιδίαν  άνοιξε το πορτοφόλι του και μου ζήτησε να καταβάλει εκείνος το ποσόν της εξαγοράς της ποινής ,λέγοντας μου «παρακαλώ μην πείτε τίποτε σε κανέναν». Την εντολή παραβιάζω μερικά για αποδείξω πώς υπάρχουν ακόμη ΑΝΘΡΩΠΟΙ και όχι μόνο θηρία ,σ’ αυτόν τον τόπο.

4.-Προ ετών εν ενεργεία τότε   δικαστικός λειτουργός κλήθηκε από Υπουργό για να δεχθεί  αναλάβει Σύμβουλος του. Ο Δικαστής δεν μπορούσε να εννοήσει την πρόταση  και απάντησε κατακόκκινος από ντροπή: «Δεν μπορώ κ Υπουργέ…. δεν  μπορώ είμαι ΔΙΚΑΣΤΗΣ» και όπως είπε σε φίλο του το έβαλε σχεδόν στα πόδια….Ο κ Υπουργός « κομψά» ανέφερε το γεγονός « Ο …είναι  ΗΛΙΘΙΟΣ…».
Ο δικαστής αυτός κριθείς για την θέση του Προέδρου του ΑΠ δεν ευρέθη από την τότε Κυβέρνηση ΑΞΙΟΣ και δεν επελέγη γιατί ήξερε να αρνείται στην πολιτική Εξουσία.

5.-Είναι γνωστή η δίκη με υπέρτατο σκοπό τη καταδίκη των Κολοκοτρώνη-Πλαπούτα για εσχάτη προδοσία. Οι τρεις εκ των πέντε δικαστών υποτάσσονται στις άνωθεν εντολές. Όμως, οι Πολυζωίδης και Τερτσέτης αρνούνται κατηγορηματικά να υπογράψουν την καταδίκη των δυο αγωνιστών. Οι παρασκηνιακές πιέσεις ολοκληρώνονται με την αποστολή από την Αντιβασιλεία στο χώρο του Δικαστηρίου του ίδιου του Υπ. Δικαιοσύνης με σκοπό να "συμμορφώσει" τους δυο "απείθαρχους" δικαστές, αποσπώντας οπωσδήποτε την υπογραφή τους.:Σχινάς: Εν ονόματι του βασιλέως σας διατάσσω να υπογράψετε!Πολυζωίδης: Προτιμώ να μου κόψετε το χέρι!Τερτσέτης: Δε θα με έχετε συνεργό στο φόνο δύο αθώων ανθρώπων!Τελικά, η καταδικαστική απόφαση απαγγέλλεται από το Γραμματέα υπογεγραμμένη μοναχά από τους άλλους τρεις δικαστές Οι άλλοι δυο δικαστές μετά και από την άρνησή τους να επιστρέψουν στις θέσεις τους στην αίθουσα του δικαστηρίου, τοποθετήθηκαν βιαίως εκεί από χωροφύλακες κατ΄εντολή του υπουργού. Πως απάντησε ο Πολυζωίδης στην άσκηση βίας;"Το σώμα μου δύνασθε να το κάμητε όπως θέλετε, αλλά τον στοχασμόν μου, την συνείδησήν μου, δεν θα δυνηθήτε να τα παραβιάσητε!"
Ίσως αυτή να είναι η ενδοξότερη σελίδα δικαστικής εντιμότητας, προσωπικής και εθνικής αξιοπρέπειας. 

ΑΝΤΩΝΗΣ Π.ΑΡΓΥΡΟΣ

«Η υποχρέωση συμμόρφωσης της ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ προς ακυρωτική απόφαση του ΣτΕ ή του διοικητικού Εφετείου».



ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ
«Η  υποχρέωση συμμόρφωσης της ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ  προς ακυρωτική απόφαση του ΣτΕ ή του διοικητικού Εφετείου».
                                                         
ΙΣΤΟΡΙΚΟ:
1.-Με το από (*** )διαβιβαστικό της Γραμματείας του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), κοινοποιήθηκε (***) επίσημο αντίγραφο της υπ’ αρ. Απόφασης (***) αμετάκλητης απόφασης του ΣτΕ  και η Διοίκηση: α) αρνείται να συμμορφωθεί σ’ αυτήν με διάφορες  προφάσεις και δικαιολογίες και β) να ανακαλέσει τις σε εκτέλεση της ακυρωθείσης ** διοικητικής πράξεως εκδοθείσες διοικητικές αποφάσεις. (***)
II. Εφαρμοστέες διατάξεις:
1.-Η υποχρέωση συμμόρφωσης[1] της διοίκησης (****) προς τις δικαστικές αποφάσεις συνιστά θεμελιώδη πτυχή και έκφραση της αρχής του κράτους δικαίου και αποτελεί Συνταγματική επιταγή (άρθρο 95, παρ. 5 του Συντάγματος): «η διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής γεννά ευθύνη για κάθε αρμόδιο όργανο όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης της  διοίκησης».
2.- Σύμφωνα με το άρθρο 50 παρ. 4 του Προεδρικού Διάταγματος  18/1989 - ΦΕΚ 8/9-1-1989 για το ΣτΕ, οι Διοικητικές Αρχές, σε υποχρέωση τους κατά το άρθρο 95, παρ. 5 του Συντάγματος, πρέπει να συμμορφώνονται με θετική ενέργεια προς το περιεχόμενο των αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας και των διοικητικών Εφετείων. Σύμφωνα με το άρθρο 50 παρ. 5 του Π.Δ. 18/1989 : «Οι αποφάσεις της Ολομελείας, ακυρωτικές και απορριπτικές, καθώς και των Τμημάτων, αποτελούν μεταξύ των διαδίκων δεδικασμένο που ισχύει και σε κάθε υπόθεση ή διαφορά ενώπιον δικαστικής ή άλλης αρχής, κατά την οποία προέχει το διοικητικής φύσεως ζήτημα που κρίθηκε από το Συμβούλιο.»
3.- Στο άρθρο 1 του Ν.3068/2002 «Συμμόρφωση Διοίκησης προς δικαστικές αποφάσεις κλπ» (ΦΕΚ Α΄ 274), όπως ισχύει, μεταξύ άλλων, ορίζεται: «Το Δημόσιο, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση προς τις δικαστικές αποφάσεις και να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των αποφάσεων. Δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου είναι όλες οι αποφάσεις των διοικητικών, πολιτικών, ποινικών και ειδικών δικαστηρίων που παράγουν υποχρέωση συμμόρφωσης ή είναι εκτελεστές κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις και τους όρους που κάθε απόφαση τάσσει ».
Στο άρθρο 2, του ίδιου νόμου ορίζεται: «1. Η αρμοδιότητα για τη λήψη των προβλεπόμενων στο άρθρο 3 μέτρων για τη συμμόρφωση της διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις ανατίθεται σε τριμελές συμβούλιο: α) του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, αν πρόκειται για αποφάσεις αυτού, β) του Συμβουλίου της Επικρατείας, αν πρόκειται για αποφάσεις του δικαστηρίου αυτού, (των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και των λοιπών ειδικών δικαστηρίων......» .
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 5 του Ν. 3068/2002, η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που προβλέπονται στο νόμο ή η προτροπή σε μη εκπλήρωση συνιστά ιδιαίτερο πειθαρχικό παράπτωμα για κάθε αρμόδιο υπάλληλο, η δε άσκηση κατά το άρθρο αυτό πειθαρχικής δίωξης, προκαλείται και με τη διαβίβαση στο αρμόδιο πειθαρχικό όργανο των σχετικών στοιχείων από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου του προαναφερθέντος νόμου.
4.-. Οι παραβάτες, εκτός από την δίωξη[2] του άρθρου 259 ΠΚ[3] (παράβαση καθήκοντος) υπέχουν και προσωπική ευθύνη για αποζημίωση.
5.-Δικαίωμα αποζημιώσεως, μπορεί να ζητηθεί άλλωστε σύμφωνα με τις διατάξεις του ΕισΝΑΚ 105-106[4].-
6.- Με το π.δ. 61/2004 (φ. 54), που εξεδόθη κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 3 παρ. 8 του ως άνω ν. 3068/2002.θεσπίσθηκε διαδικασία ελέγχου της συμμόρφωσης της Διοίκησης προς τις δικαστικές αποφάσεις. Από τις διατάξεις αυτές, συνάγεται ότι η τυχόν άρνηση της Διοίκησης να προβεί στις σχετικές ενέργειες, συμμορφούμενη προς ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, συνεπάγεται την εφαρμογή της διαδικασίας και τη λήψη μέτρων και κυρώσεων που προβλέπονται ειδικώς από το νόμο με τις προαναφερόμενες διατάξεις. Η άρνηση δε αυτή της Διοίκησης δεν συνιστά παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, κατά την έννοια του άρθρου 45 παρ. 4 του π.δ. 18/1989, και δεν υπόκειται σε προσβολή για ακύρωση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας[5].
7.-. Με το άρθρο 22 του ν. 4274/2014 (Α΄ 147) προστέθηκαν παράγραφοι 3α, 3β και 3γ στο άρθρο 50 του π.δ. 18/1989, ως εξής: «3α. Το δικαστήριο, αν άγεται σε ακύρωση της διοικητικής πράξης που προσβλήθηκε με αίτηση ακυρώσεως λόγω πλημμέλειας που μπορεί να καλυφθεί εκ των υστέρων και εφόσον κρίνει, ενόψει της φύσης της πλημμέλειας, και της επίδρασής της στο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης πράξης, ότι η ακύρωση της πράξης δεν είναι αναγκαία για την αποκατάσταση της νομιμότητας και για τη διασφάλιση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας, καθώς και σε περίπτωση παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας του αιτούντος, μπορεί, κατ’ εκτίμηση και των εννόμων συμφερόντων των διαδίκων, να εκδώσει προδικαστική απόφαση, η οποία κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους, και να ζητήσει από την αρμόδια υπηρεσία είτε να προβεί σε συγκεκριμένη ενέργεια ώστε να αρθεί η πλημμέλεια είτε να εκπληρώσει την οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια τάσσοντας προς τούτο αποκλειστική εύλογη προθεσμία, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα μήνα ούτε μεγαλύτερη από τρεις μήνες. Κανένα στοιχείο δεν λαμβάνεται υπόψη αν προσκομισθεί μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής. Μετά την παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας και εντός δεκαπενθημέρου, οι λοιποί διάδικοι δύνανται να καταθέσουν υπόμνημα με τους ισχυρισμούς τους επί των ενεργειών της Διοίκησης και των στοιχείων που αυτή προσκόμισε. Σε περίπτωση εφαρμογής των οριζόμενων στα προηγούμενα εδάφια, η δημοσίευση της προδικαστικής απόφασης συνεπάγεται την αναστολή της εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης, κατά το μέρος που δεν έχει εκτελεστεί έως τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης. 3β. Σε περίπτωση αιτήσεως ακυρώσεως που στρέφεται κατά διοικητικής πράξης, το δικαστήριο, σταθμίζοντας τις πραγματικές καταστάσεις που έχουν δημιουργηθεί κατά το χρόνο εφαρμογής της, ιδίως δε υπέρ των καλόπιστων διοικουμένων, καθώς και το δημόσιο συμφέρον, μπορεί να ορίσει ότι τα αποτελέσματα της ακυρώσεως ανατρέχουν σε χρονικό σημείο μεταγενέστερο του χρόνου έναρξης της ισχύος της και σε κάθε περίπτωση προγενέστερο του χρόνου δημοσίευσης της απόφασης. 3γ. Η διαπίστωση παρανομίας της κανονιστικής πράξης κατά τον παρεμπίπτοντα έλεγχό της, για λόγους αναγόμενους στην αρμοδιότητα του εκδόντος την απόφαση οργάνου και σε παράβαση ουσιώδους τύπου είναι δυνατόν να μην οδηγήσει σε ακύρωση ατομικής πράξης, εφόσον, κατά την κρίση του δικαστηρίου, έχει παρέλθει μακρό, ανάλογα με τις περιστάσεις, χρονικό διάστημα από την έναρξη ισχύος της κανονιστικής πράξης που ελέγχεται παρεμπιπτόντως και οι συνέπειες της παρανομίας της σε βάρος της ατομικής πράξης μπορεί να κλονίσουν την ασφάλεια του δικαίου. 3δ...».
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΝΩΤΕΡΩ ΡΥΘΜΙΣΕΩΣ[6]:
 «Κοινό τόπο των ρυθμίσεων αυτών αποτελεί η νομοθετική επιδίωξη για διεύρυνση των εξουσιών του ακυρωτικού δικαστή, πέραν της κατά κανόνα ισχύουσας αναδρομικής ακύρωσης της παράνομης διοικητικής πράξης ή παράλειψης. Συγκεκριμένα, με την παράγραφο 3α παρέχεται η δυνατότητα εκ των υστέρων καλύψεως πλημμελειών της προσβαλλόμενης πράξης ή εκπλήρωσης της οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας. Με την παράγραφο 3β παρέχεται η δυνατότητα στον ακυρωτικό δικαστή να περιορίσει την αναδρομικότητα των ακυρωτικών αποτελεσμάτων και να ορίσει μεταγενέστερο χρονικό σημείο έναρξης αυτών. Με την παράγραφο 3γ ορίζεται ότι η διαπίστωση τυπικών λόγων παρανομίας κατά τον παρεμπίπτοντα έλεγχο κανονιστικής πράξης δεν άγει αναγκαίως σε ακύρωση της επ’ αυτής ερειδόμενης ατομικής. Οι ρυθμίσεις αυτές αποδίδουν, σε επίπεδο νόμου, δυνατότητες που έχει το Δικαστήριο, κατ’ ορθή ερμηνεία, απευθείας από τη μνημονευθείσα συνταγματική διάταξη (πρβλ. Σ.τ.Ε. 1422/2013, 1941/2013). Κατ’ ακολουθίαν τούτου, το Δικαστήριο έχει τη συνταγματική ευχέρεια να αποκλίνει, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, από τις ειδικότερες ρυθμίσεις των ως άνω δικονομικών διατάξεων. Ειδικότερα, η ρύθμιση της περίπτωσης της παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας στην παράγραφο 3α, ερμηνευόμενη εν όψει της ένταξής της στην παράγραφο αυτή και της διαδικασίας που διαγράφει (έκδοση προδικαστικής απόφασης, προθεσμία ενέργειας για τη Διοίκηση, υποβολή υπομνήματος των λοιπών διαδίκων μετά την πάροδο της προθεσμίας, νέα συζήτηση της υπόθεσης προς έκδοση της εν τέλει οριστικής απόφασης), παρέχει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο, αφού εκτιμήσει τις συνθήκες της υπόθεσης και σταθμίσει αφ’ ενός τα έννομα συμφέροντα των λοιπών πλην της Διοίκησης διαδίκων και αφ’ ετέρου το δημόσιο συμφέρον, να διαπιστώσει, με οριστική κατά τούτο κρίση, την παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, να εκδώσει προδικαστική απόφαση και να τάξει εύλογη προθεσμία στη Διοίκηση, προκειμένου αυτή να προβεί στην οφειλόμενη ενέργεια. Στην περίπτωση αυτή, η συμμόρφωση της Διοίκησης μέσα στην ταχθείσα προθεσμία δεν απαιτείται, σύμφωνα πάντα με ειδική κρίση του Δικαστηρίου, να αναδράμει στο χρόνο συντέλεσης της παράλειψης, αλλά μπορεί να αφορά μόνο το μέλλον. Εξ άλλου, το Δικαστήριο μπορεί να τάξει μεγαλύτερη εύλογη προθεσμία στη Διοίκηση στην εξαιρετική περίπτωση που, εκτιμώντας τις συνθήκες, κρίνει ότι το τρίμηνο δεν αποτελεί επαρκές χρονικό διάστημα για την εκπλήρωση της οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας.»
III. Ερμηνεία των διατάξεων:
α). Η υποχρέωση[7] συμμόρφωσης της Διοίκησης[8] προς τις δικαστικές αποφάσεις συνιστά θεμελιώδη πτυχή και έκφραση της αρχής του κράτους δικαίου και αποτελεί συνταγματική επιταγή (άρθρο 95 παρ.5 Σ.)· Η υποχρέωση δε αυτή δεν αφορά μόνο το ιδιωτικό συμφέρον των πολιτών, αλλά και αυτό του κοινωνικού συνόλου, στο πλαίσιο της διαφάνειας της λειτουργίας του κράτους και της χρηστής διοίκησης. Εν προκειμένω το ΕΔΔΑ έχει κρίνει (υπόθεση Hornsby κατά Ελλάδας) ότι: «...η αποτελεσματική προστασία ενός μέρους ειδικά σε διοικητικές δίκες και η αποκατάσταση της νομιμότητας προϋποθέτουν την υποχρέωση των διοικητικών αρχών να συμμορφωθούν με τις δικαστικές αποφάσεις....Όταν οι διοικητικές αρχές αρνούνται, αποτυγχάνουν ή καθυστερούν να συμμορφωθούν, οι εγγυήσεις του άρθρου 6 στερούνται του σκοπού τους».
β) Σε περίπτωση, όμως απορριπτικής αποφάσεως διοικητικού δικαστηρίου η Διοίκηση υποχρεούται σε συμμόρφωση[9] προς την εν λόγω απορριπτική απόφαση. Το Τριμελές Συμβούλιο του ΣτΕ έχει κρίνει (Τρ. Συμβ. ΣΤΕ 8/2005, 9/2004), ότι η υποχρέωση συμμόρφωσης δεν απορρέει από κάθε απορριπτική απόφαση, «διότι με την αίτηση συμμόρφωσης προς μια τέτοια απόφαση επιδιώκεται πράγματι όχι η συμμόρφωση της Διοίκησης προς την δικαστική απόφαση, αλλά η εκτέλεση των ιδίων αυτής πράξεων».
 Για το ζήτημα όμως αυτό, το ΕΔΔΑ, έχει κρίνει (υπόθεση Ιερός Ναός Μονής Προφήτου Ηλία Θήρας) ότι υπάρχει υποχρέωση συμμόρφωσης της διοίκησης και προς τις απορριπτικές αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων, δεχόμενο, θεωρώντας προφανώς ότι ανταποκρίνεται, τούτο πληρέστερα στην αρχή της νομιμότητας ότι: «.... Το άρθρο 6 παρ.1 δεν κάνει διάκριση ανάμεσα στις αποφάσεις που δέχονται και σε αυτές που απορρίπτουν προσφυγή που ασκήθηκε σε αστές που απορρίπτουν προσφυγή που ασκήθηκε ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Στην πραγματικότητα, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, πρόκειται πάντοτε για δικαστική απόφαση η οποία πρέπει να είναι σεβαστή και να εφαρμοσθεί. Οι πράξεις ή παραλήψεις της Διοίκησης, συνέπεια δικαστικής απόφασης δεν μπορούν να έχουν συνέπεια ούτε να εμποδίσουν, ούτε ακόμα λιγότερο να αμφισβητήσουν την ουσία της υπόθεσης αυτής...».
γ) Στις δικαστικές αποφάσεις που δημιουργούν υποχρέωση συμμόρφωσης της Διοίκησης, κατά τα άρθρα 95 παρ. 5 του Συντάγματος και 1 του Ν. 3068/2002, περιλαμβάνονται και εκείνες που εκδίδονται κατά τη διαδικασία παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος (ΣτΕ 2599/1998, Ολ 2040/2007, 1538/2015 7μ καθώς και 60/2006 και 77/20009 αποφάσεις του Τριμελούς Συμβουλίου του ΣτΕ του άρθρου 2 του Ν. 3068/2002), όπως επίσης και οι προσωρινές διαταγές που χορηγούνται επί αιτήσεων παροχής προσωρινής δικαστικής προστασίας (βλ. 60/2006, 15/2007, 7, 75, 106/20009 αποφάσεις του Τριμελούς Συμβουλίου του ΣτΕ του άρθρου 2 του Ν. 3068/2002).
δ) Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η Διοίκηση συμμορφούμενη προς ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας υποχρεούται όχι μόνο να θεωρήσει ανίσχυρη και ανύπαρκτη νομικά τη διοικητική πράξη που ακυρώθηκε με την ανωτέρω δικαστική απόφαση, αλλά οφείλει να προχωρήσει με θετικές ενέργειες στην αναμόρφωσή της ή των νομικών καταστάσεων που διαμορφώθηκαν εν τω μεταξύ βάσει της πράξεως ή της παραλείψεως που ακυρώθηκε ή ως συνέπεια αυτής. Προς το σκοπό αυτό οφείλει να ανακαλέσει ή τροποποιήσει τις διοικητικές πράξεις που στηρίζονται στη ακυρωθείσα και να επαναλάβει τις πράξεις που κατά νόμο υποχρεούται να εκδώσει, χωρίς τη νομική πλημμέλεια που διαπιστώθηκε με την ακυρωτική απόφαση, ώστε να διαμορφωθεί νομική κατάσταση σύμφωνη προς το νόμο κατά την έννοια της ακυρωτικής αποφάσεως. Το ειδικότερο περιεχόμενο και η έκταση των υποχρεώσεων συμμορφώσεως της Διοικήσεως προσδιορίζονται από το αντικείμενο της απαγγελθείσας ακυρώσεως, ήτοι από τη φύση και το είδος της ακυρωθείσας πράξεως ή τα νόμιμα στοιχεία που συγκροτούν την παράλειψη, καθώς και από την κρίση ή τις κρίσεις πάνω στα ζητήματα που εξέτασε και για τα οποία αποφάνθηκε το Δικαστήριο στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του, δημιουργώντας ως προς αυτά δεδικασμένο για την συγκεκριμένη περίπτωση (ΣτΕ4010/2015, 2854/1985 Ολ., 1986/2000, 1512/2009).
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ:
Ι) Από το συνδυασμό των άρθρων 95 παρ. 5 του Συντάγματος και 3 παρ. 1 του ν. 3068/2002, συνάγεται ότι η διοίκηση, συμμορφούμενη προς ακυρωτική απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, υποχρεούται όχι μόνον να θεωρήσει ανίσχυρη και μη υφιστάμενη στο νομικό κόσμο την νομοθετική πράξη που κρίθηκε :
1) αντίθετη προς συνταγματικές διατάξεις ή
2) τη διοικητική πράξη που ακυρώθηκε, αλλά και να προβεί σε θετικές ενέργειες για την αναμόρφωση της νομικής καταστάσεως που προέκυψε αμέσως ή εμμέσως από τις πράξεις αυτές, ανακαλώντας ή τροποποιώντας τις σχετικές στο μεταξύ εκδοθείσες πράξεις ή εκδίδοντας άλλες με αναδρομική ισχύ, για να αποκαταστήσει τα πράγματα στη θέση στην οποία θα βρίσκονταν, αν από την αρχή δεν είχε ισχύσει η κριθείσα αντίθετη προς το Σύνταγμα νομοθετική πράξη ή η ακυρωθείσα διοικητική πράξη.
Το ειδικότερο, εξ άλλου, περιεχόμενο και η έκταση των υποχρεώσεων της διοικήσεως προσδιορίζονται από το αντικείμενο της ακυρώσεως, το οποίο, μεταξύ άλλων, καθορίζεται από το είδος και τη φύση της ακυρωθείσης πράξεως, καθώς και από τα επιτασσόμενα από την ακυρωτική απόφαση.
ΙΙ) Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται, περαιτέρω, ότι η συμμόρφωση της διοικήσεως προς τις ακυρωτικές αποφάσεις πρέπει, να είναι πλήρης και, κατά το δυνατόν, άμεση, υπό την έννοια ότι μετά την δημοσίευση της αποφάσεως η αρμόδια αρχή οφείλει να προβαίνει σε κάθε ενέργεια που είναι απαραίτητη για την υλοποίηση του ακυρωτικού αποτελέσματος και δεν δύναται να αδρανεί, επικαλούμενη λόγους οι οποίοι δεν εδράζονται σε συνταγματικές διατάξεις, διότι άλλως αναιρείται ο σκοπός της θεσπίσεως της διατάξεως του άρθρου 95 παρ. 5 του Συντάγματος [10].
III.- Πρέπει δε να σημειωθεί ότι υποχρέωση συμμορφώσεως δεν έχει μόνο η διάδικη διοικητική αρχή ή το διάδικο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, αλλά λόγω της erga omnes ισχύος της ακυρωτικής κρίσης του διοικητικού δικαστηρίου η διοίκηση στο σύνολό της και συνεπώς και οι διοικητικοί φορείς που δεν ήταν διάδικοι.
IV. Αν η αρχή που υποχρεούται σε συμμόρφωση δεν συμμορφωθεί προς την απόφαση μέσα στην ταχθείσα προθεσμία, το τριμελές συμβούλιο βεβαιώνει τη μη συμμόρφωση της διοίκησης προς τη δικαστική απόφαση και προσδιορίζει ένα χρηματικό ποσό που πρέπει να καταβληθεί στον ενδιαφερόμενο, ως κύρωση για τη μη συμμόρφωση της διοίκησης προς τη δικαστική απόφαση (βλ. 8/2012 ΣΤΕ (ΣΥΜΒ), 8/2011 ΑΠ (ΣΥΜΒ), 9/2011 ΑΠ (ΣΥΜΒ), 27/2010 ΕΣ (ΠΡΑΞΗ – ΤΜ.I), 1/2009 ΑΠ (ΣΥΜΒ), 1/2007 ΣΤΕ (ΣΥΜΒ), 8/2012 ΣΤΕ (ΣΥΜΒ), 8/2011 ΑΠ (ΣΥΜΒ), 9/2011 ΑΠ (ΣΥΜΒ), 27/2010 ΕΣ(ΠΡΑΞΗ-ΤΜ.I), 2/2009 ΑΠ (ΣΥΜΒ).
ΠΡΟΤΕΙΝΕΤΑΙ:
Για τους λόγους αυτούς να κατατεθεί αίτηση ενώπιον του Τριμελούς Συμβουλίου του άρθρου 2 παρ. 2 του Ν. 3068/2002 του Συμβουλίου της Επικρατείας για την βεβαίωση μη συμμόρφωσης του *** με την υπ’ αριθ. *** απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας προκειμένου:
α) να βεβαιωθεί η μη συμμόρφωση της Διοίκησης
β) να προσδιοριστούν σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 3 του Ν. 3068/2002 τα χρηματικά ποσά που πρέπει να καταβληθούν στους αιτούντες, ως κύρωση για τη μη συμμόρφωση της Διοίκησης προς την εν λόγω δικαστική απόφαση
γ) να διαβιβαστούν από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου τα σχετικά στοιχεία στο αρμόδιο πειθαρχικό όργανο, προκειμένου να ασκηθεί πειθαρχική δίωξη κατά των υπευθύνων, λόγω μη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που προβλέπονται στο Ν. 3068/2002 και
δ) να κληθεί εκ νέου η Διοίκηση σε άμεση συμμόρφωση προς την υπ’ αριθ. *** απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας.
ΑΘΗΝΑΙ 3/11/2016       Ο ΓΝΩΜΟΔΟΤΩΝ


ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
1.-Φ. Βεγλερής, Η συμμόρφωσις της διοικήσεως εις τας αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, 1934˙
2.-Στ. Κτιστάκη, Η συμμόρφωση της Διοικήσεως στις αποφάσεις των διοικητικών δικαστηρίων μετά την αναθεώρηση του 2001, ΤοΣ 2007, σ. 813˙ Π. Λαζαράτου, Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 2013˙
3.-Α. Ράντου/Ν. Παπασπύρου, Η συμμόρφωση της διοίκησης στις δικαστικές αποφάσεις, Εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 2006,
8.-Αρναούτογλου, Φίλης (1990), Μια προσπάθεια ελέγχου της συμμορφώσεως της
Διοικήσεως στις αποφάσεις του ΣτΕ: Η Επιτροπή του άρθρου 5 του ν. 1470/1984,
Νομικό Βήμα όμος 38 τεύχος 7, σ.139.
9.-Σπηλιωτόπουλος, Επαμεινώνδας (1993), Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου, Εκδ.
Σάκκουλα.
10.Σπηλιωτόπουλος Επ., Μακρυδημήτρης (επιμ.) (2001), Η δημόσια διοίκηση στην
Ελλάδα, Εκδ. Σάκκουλα.
11.-Ετήσιες Εκθέσεις Συνηγόρου του Πολίτη.
12.- Συμμόρφωση της Διοίκησης στις δικαστικές αποφάσεις-Πρακτικά Συνεδρίου, 2003,
Εκδ. Σάκκουλα
13.- Πρεβεδούρου, Ευγενία: Η επιρροή του Ευρωπαϊκού Δικαίου στην δίκη ενώπιον του
Συμβουλίου της Επικρατείας, Νομική Βιβλιοθήκη, 2012.
- Η κατάργηση της διοικητικής δίκης, Σάκκουλα, 2012.
14.- Χρυσανθάκης, Χαράλαμπος: Το “δεδικασμένο” της ακυρωτικής αποφάσεως του Συμβουλίουτης Επικρατείας, Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1991.




[1] Βλ Μελέτη της Σταυρούλας Ν. Κτιστάκη, Παρέδρου στο Συμβούλιο της Επικρατείας, Αναπληρώτριας Καθηγήτριας ΔΠΘ, δημοσιευμένη στο ΤΟΣ 2007, 813.
[2] Απόφαση 457/2011 ΕΦ ΘΕΣΣΑΛ (ΑΡΜ 2011/1022
[3] Άρθρο 259: «Παράβαση καθήκοντος: Υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη.» Απόφαση 1033/2009 ΑΠ (ΠΟΙΝ), 123/2009 ΠΛΗΜΜ ΛΑΜ, 61/1988 ΠΛΗΜΜ ΜΕΣΟΛ,
[4] Βλ.Απόφαση1104/2014 ΔΕΦ ΑΘ, 249/2013 ΕΦ ΛΑΡ (ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2014/49), 1019/2013 ΔΕΦ ΑΘ (ΑΚΥΡ), 94/2011 ΔΕΦ ΑΘ, 77/2008 ΔΕΦ ΑΘ (ΑΝΑΣΤ), 9755/2006 ΔΠΡ ΑΘ
[5] Βλ: Ολ ΣτΕ3171/2014,ΘΠΔΔ 2015/267
[6] Απόσπασμα από την 4446/2015 ΣΤΕ (ΟΛΟΜ) (Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ , ΔΕΕ 2015/1153, Ε7 2016/287 , ΘΠΔΔ 2015/1116)
[7] Βλ ΣτΕ8/2002, 3727/1995 ΣΤΕ
[8]Με  τον όρο «διοίκηση» νοούνται τόσο στον νόμο όσο και στο παρόν άρθρο το Δημόσιο, οι Οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου  του ευρύτερου δημόσιου τομέα.
[9] «Ο νόμος (αρθρ.95 παρ.5 Σ. 1 Ν.3068/2002,198 KΔΔ) κάνει λόγο για συμμόρφωση και όχι για εκτέλεση. Η έννοια της συμμόρφωσης είναι ευρύτερη από αυτήν της εκτέλεση, καθώς «συμμόρφωση» νοείται και δύναται να προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της δικαστικής απόφασης, ιδίως τις αιτιολογίες της, ενώ η εκτέλεση αφορά το συγκεκριμένο διατακτικό της απόφασης» (βλ Γνωμοδότηση ΝΣΚ 233/2013),(ΟλΝΣΚ22/2016 αποφάνθηκε ότι όταν το Συμβούλιο Συμμόρφωσης δικαστηρίου, επιτάσσει στη Διοίκηση να καταβάλει αναδρομικές αποδοχές σε υπαλλήλους, στο πλαίσιο πλήρους συμμόρφωσης προς ακυρωτική δικαστική απόφαση, οφείλει αυτή να συμμορφωθεί, προς αποφυγή των οριζομένων στο άρθρο 50 παρ. 4 του π.δ. 18/1989 και 5 του ν. 3068/2002 συνεπειών).
[10] βλ. ΣτΕ 1995, 1518/2014, 2559/2011, 677/2010, 2557/2006, 3191/2005 και 21/2008, 43/2010 αποφάσεις του Συμβουλίου άρθρου 2 ν. 3068/2002.

ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

  ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ -ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΕΝ ΟΨΕΙ   ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ (4...