10 Οκτωβρίου 2015

Η αρχή «ne bis in idem ΣΤΕ 1741/2015 ΣΧΟΛ

 Η αρχή «ne bis in idem ΜΕ ΣΧΟΛΙΟ ΑΝΤΩΝΗ  .ΑΡΓΥΡΟΥ 

Συμβούλιο Επικρατείας
(Ολομέλεια)
Αριθ. 1741/2015



Τελωνειακές παραβάσεις.». Το άρθρο 4 § 1 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) εκφράζει την αρχή ne bis in idem, η οποία αποτελεί, επίσης, γενική αρχή του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως  και επιβεβαιώνεται στο άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης έχοντας και την τυπική ισχύ θεμελιώδους δικαιώματος της Ενώσεως. Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Χάρτη, τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται από τον Χάρτη πρέπει να γίνονται σεβαστά όταν εθνική κανονιστική ρύθμιση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ενώσεως. Οι διατάξεις του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο Τελωνειακού Κώδικα (άρθρα 89 επομ.) και του ν. 2127/1993 περί επιβολής πολλαπλού τέλους και κινήσεως της διαδικασίας ποινικής διώξεως, είναι εφαρμοστέες σε περίπτωση παραβάσεως του κοινοτικού τελωνειακού δικαίου και των εθνικών διατάξεων περί μεταφοράς της Οδηγίας 92/12/ΕΟΚ και συνιστούν εφαρμογή του δικαίου της Ενώσεως κατά την έννοια του άρθρου 51 § 1 του Χάρτη θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης. Συνεπώς, οι θεσπιζόμενες από τις εν λόγω διατάξεις ρυθμίσεις πρέπει να πληρούν τις απαιτήσεις που απορρέουν από τον Χάρτη όσον αφορά τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται σ’ αυτόν. Η διαδικασία διοικητικής βεβαιώσεως της τελωνειακής παραβάσεως, που κατατείνει στην επιβολή του πολλαπλού τέλους, είναι αυτοτελής και διακεκριμένη σε σχέση με την αντίστοιχη ποινική διαδικασία. Η αυτοτέλεια των δύο διαδικασιών (ποινικής και διοικητικής) έχει την έννοια ότι το διοικητικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν ετελέσθη η διοικητική παράβαση, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, εκτός εάν πρόκειται για αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, οπότε δεσμεύεται ως προς την ενοχή του δράστη. Παρά την μη δέσμευσή του, όμως, υποχρεούται να εκτιμήσει αυτήν κατά την διαμόρφωση της κρίσεώς του, χωρίς να απαιτείται πανηγυρική εξαγγελία περί τούτου. Το πολλαπλούν τέλος που προβλέπει ο Τελωνειακός Κώδικας και δια παραπομπής σ’ αυτόν ο ν. 2127/1993 δεν συνιστά ποινή του ποινικού δικαίου αλλ’ έχει χαρακτήρα, όπως ρητώς άλλωστε διαλαμβάνεται στη διάταξη του άρθρου 89 § 2 του Τελωνειακού Κώδικα, διοικητικής κυρώσεως που επιβάλλεται από διοικητικά όργανα. Το εν λόγω πολλαπλούν τέλος όχι μόνο κατά τον τυπικό χαρακτηρισμό του στην ελληνική νομοθεσία αλλά και κατά τη φύση και το χαρακτήρα του διαφέρει από τις κυρώσεις ποινικής φύσεως. Συνεπώς, εφ’ όσον η κύρωση του πολλαπλού τέλους δεν έχει ποινικό χαρακτήρα, δεν ανακύπτει ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem. Η διάταξη του άρθρου 5 § 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ρυθμίζει διαφορετικά το ζήτημα της δεσμεύσεως του διοικητικού δικαστηρίου από αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ανάλογα με το εάν πρόκειται για καταδικαστική ή αθωωτική απόφαση. Ειδικότερα, σύμφωνα με την διάταξη αυτή τα διοικητικά δικαστήρια δεσμεύονται «από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων ως προς την ενοχή του δράστη», όχι, όμως, και από τις αμετάκλητες αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων με τις οποίες αθωώνεται ο κατηγορούμενος. Σε σχέση με τις αθωωτικές ποινικές αποφάσεις τα διοικητικά δικαστήρια υπέχουν, σύμφωνα με την προαναφερθείσα παγία νομολογία, υποχρέωση μόνον συνεκτιμήσεως των εν λόγω αποφάσεων κατά τον σχηματισμό της κρίσεώς τους. Η διαφοροποίηση αυτή μεταξύ καταδικαστικών και αθωωτικών αποφάσεων δεν προσκρούει στα άρθρα 4 § 1 και 20 § 1 του Συντάγματος. Τούτο δε εν όψει των διαφορών μεταξύ ποινικής και διοικητικής δίκης και ιδία εν όψει της διαφοροποιήσεως των κανόνων αποδείξεως που διέπουν τις δύο αυτές κατηγορίες δικών, όπως τους διαμόρφωσε η νομολογία. Ούτω στην ποινική δίκη, επί αμφιβολιών ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, αυτός κηρύσσεται αθώος κατ’ εφαρμογή της αρχής in dubio pro reo, ενώ στην διοικητική δίκη δεν ισχύει η αρχή αυτή, για την ακύρωση δε ή την μεταρρύθμιση της διοικητικής κυρώσεως ο διοικητικός δικαστής πρέπει να σχηματίσει πλήρη και βεβαία δικανική πεποίθηση για την μη διάπραξη της παραβάσεως. [Αν­τι­θετη η μειοψηφία] (Άρθρα 2 και 12 § 1 ν. 3900/ 2010, 53 §§ 3 και 4 π.δ. 18/1989, ν. 1705/1987, 67 § 5 ν. 2127/1993, 89, 97, 100, και 102 ν. 1165/ 1918 “Περί Τελωνειακού Κώδικος”, αρ. 3, 4 α.ν. 1514/1950,  8  § 2 περ. θ΄ ν. 2096/1952, 23 ν. 495/1976, 1 § 9 ν. 2443/1996, 5 § 2 ΚΔιοικΔικ, 157 του ισχύοντος νυν Εθνικού Τελωνειακού Κώδικος, ν. 2960/2001, 4 § 1 και 20 § 1 Σ, 6 § 2 ΕΣΔΑ, 4 § 1 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, 50 και 51 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαωμάτων, 4 § 3 της Συνθήκης της  ΕΕ,  20 § 3 της Οδηγίας 92/12/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 25.2.1992, 1 § 6 της Οδηγίας 92/108/ΕΟΚ, EE L 390).


(…) Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της υπ’ αριθ. 793/2011 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, με την οποία, κατόπιν αποδοχής εφέσεως των αναιρεσιβλήτων, εξαφανίσθηκε η υπ’ αριθ. 2592/2005 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς και, στη συνέχεια, εκδικάσθηκε προσφυγή τους, η οποία και έγινε δεκτή και ακυρώθηκε η προσβληθείσα με αυτήν υπ’ αριθ. 2…/../20.5.1999 πράξη του Διευθυντού του Ζ΄ Τελωνείου Ελευθέρων Τελωνειακών Συγκροτημάτων Πειραιώς. Με την πράξη αυτή είχαν επιβληθεί εις βάρος των αναιρεσιβλήτων, λόγω διαθέσεως στην εσωτερική αγορά πετρελαίου κινήσεως λαθραίας προελεύσεως, πολλαπλά τέλη λαθρεμπορίας καθώς και οι διαφυγόντες δασμοί και φόροι.
Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση, που ασκήθηκε υπό την ισχύ του ν. 3900/2010 (ΦΕΚ Α΄ 213 ), με τα άρθρα 2 και 12 § 1 του οποίου θεσπίσθηκαν νέοι όροι παραδεκτού του ενδίκου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλεται, προς θεμελίωση του παραδεκτού αυτής και των προβαλλομένων λόγων αναιρέσεως, αντίθεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προς την υπ’ αριθ. 2067/2011 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Τέτοια αντίθεση πράγματι υφίσταται ως προς τα κρίσιμα για την επίλυση της προκειμένης διαφοράς ζητήματα ερμηνείας των διατάξεων των άρθρων 97 § 8 του Τελωνειακού Κώδικα και 5 § 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας και της συμφωνίας ή μη αυτών με διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος και το Σύνταγμα. Ως εκ τούτου, κατά το μέρος και ως προς τους λόγους που αφορούν τα συγκεκριμένα νομικά ζητήματα, για τα οποία υπάρχει αντίθεση των δύο δικαστικών αποφάσεων, η υπό κρίση αίτηση, με την οποία άγεται ενώπιον του Δικαστηρίου διαφορά της οποίας το ποσό είναι ανώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ, ασκείται παραδεκτώς κατ’ άρθρο 53 §§ 3 και 4 του π.δ. 18/1989, όπως οι παράγραφοι αυτές αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 12 § 1 του ν. 3900/2010.
Επειδή, το άρθρο 4 § 1 του, κυρωθέντος με το ν. 1705/1987 (ΦΕΚ Α΄89), 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) ορίζει ότι «Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μια παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού». Η παρατεθείσα διάταξη εκφράζει την αρχή ne bis in idem, στην οποία αναφέρεται το δικάσαν δικαστήριο και η οποία αποτελεί, επίσης, γενική αρχή του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (βλ., ειδικότερα, αποφάσεις της 29ης Ιουνίου 2006, C-308/04 P, SGL Carbon AG κατά Επιτροπής της 15ης Οκτωβρίου 2002, C-238/99 P, C-244/99 P, C-245/99 P, C-247/99 P, C-250/99 P έως C-252/99 P και C-254/99 P, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκ. 59, και της 29ης Ιουνίου 2006, C-289/04 P, Showa Denko κατά Επιτροπής, σκ. 50) και επιβεβαιώνεται στο άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης (2000/C 364/01), έχοντας και την τυπική ισχύ θεμελιώδους δικαιώματος της Ενώσεως. Ειδικότερα στο άρθρο 50 του Χάρτη, τιτλοφορούμενο «Δικαίωμα του προσώπου να μη δικάζεται ή να μην τιμωρείται ποινικά δύο φορές για την ίδια αξιόποινη πράξη», ορίζονται τα εξής: «Κανείς δεν διώκεται ούτε τιμωρείται ποινικά για αδίκημα για το οποίο έχει ήδη αθωωθεί ή καταδικαστεί εντός της Ένωσης με οριστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου σύμφωνα με τον νόμο». Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Χάρτη, τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται από τον Χάρτη πρέπει να γίνονται σεβαστά όταν εθνική κανονιστική ρύθμιση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ενώσεως.
Επειδή, κατά παγία νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οσάκις κοινοτική ρύθμιση δεν προβλέπει ειδική κύρωση σε περίπτωση παραβάσεως των διατάξεών της ή παραπέμπει, ως προς το σημείο αυτό, στις εθνικές νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, επιβάλλεται (άρθρο 4 § 3 της Συνθήκης της ΕΕ) στα κράτη μέλη να λαμβάνουν κάθε πρόσφορο μέτρο που θα εγγυάται την εφαρμογή και την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου (αποφάσεις της 8ης Ιουνίου 1994, C-382/92, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκ. 55, και C-383/92, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκ. 40). Ειδικότερα, όσον αφορά τις παραβάσεις της τελωνειακής νομοθεσίας της Ενώσεως, το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει ότι, ελλείψει εναρμονίσεως της κοινοτικής νομοθεσίας στον τομέα αυτόν, τα κράτη μέλη που είναι αρμόδια για την είσπραξη των οφειλομένων δασμών, είναι επίσης αρμόδια να επιλέγουν τις κυρώσεις που θεωρούν κατάλληλες (αποφάσεις της 7ης Δεκεμβρίου 2000, C-213/99, De Andrade, σκ. 19, της 26ης Οκτωβρίου 1995, C-36/94, Siesse, σκ. 20, της 16ης Δεκεμβρίου 1992, C-210/91, Επιτροπή κατά Ελλάδος, σκ. 19). Εξ άλλου, στις εθνικές διατάξεις των κρατών μελών παραπέμπει για την κύρωση των παραβάσεών της και η Οδηγία 92/12/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 25.2.1992 «σχετικά με το γενικό καθεστώς, την κατοχή, την κυκλοφορία και τους ελέγχους των προϊόντων που υπόκεινται σε ειδικούς φόρους κατανάλωσης» (ΕΕ L 76), ορίζοντας ότι «… Τα κράτη μέλη μεριμνούν για την αντιμετώπιση των πάσης φύσεως παραβάσεων και την επιβολή αποτελεσματικών κυρώσεων» (άρθρο 20 § 3 της Οδηγίας, όπως το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου αυτής προστέθηκε με το άρθρο 1 § 6 της Οδηγίας 92/108/ΕΟΚ, EE L 390).
Επειδή, ο ν. 2127/1993 «Εναρμόνιση προς το κοινοτικό δίκαιο του φορολογικού καθεστώτος των πετρελαιοειδών προϊόντων, αλκοόλης και αλκοολούχων ποτών και βιομηχανοποιημένων καπνών και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α΄ 48), που εκδόθηκε προς μεταφορά στην ελληνική έννομη τάξη των διατάξεων της προαναφερθείσης οδηγίας 92/12/ΕΟΚ και υπήγαγε στον ειδικό φόρο κατανάλωσης, μεταξύ άλλων, τα πετρελαιοειδή προϊόντα, «τα οποία παράγονται στο εσωτερικό της χώρας, προέρχονται από άλλα κράτη μέλη ή εισάγονται στο εσωτερικό της χώρας», προέβλεψε στο άρθρο 67 § 5 ότι: «Η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλομένων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το νόμο, με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 89 και επόμενα του ν. 1165/1918 “Περί Τελωνειακού Κώδικος” και επισύρουν το υπό αυτών προβλεπόμενο πολλαπλούν τέλος και αν ακόμη κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας». Εξ άλλου, σύμφωνα με την § 2 του άρθρου 89 του ως άνω Τελωνειακού Κώδικα (ν. 1165/1918, ΦΕΚ Α΄ 73), που προστέθηκε με το άρθρο 3 του α.ν. 1514/1950 (ΦΕΚ Α΄ 240), ο οποίος κυρώθηκε με τον ν. 1591/1950 (ΦΕΚ Α΄ 295), «Ως τελωνειακαί παραβάσεις χαρακτηρίζονται ... η καθ΄ οιονδήποτε των εν άρθρω 100 του παρόντος μνημονευομένων τρόπων διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της πληρωμής των ανηκόντων τω Δημοσίω τελών και δικαιωμάτων, ως και η μη τήρησις των εν τω αυτώ άρθρω 100 καθοριζομένων λοιπών διατυπώσεων, επισύρουσι δε κατά των υπευθύνων πολλαπλούν τέλος, συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος νόμου, και αν έτι ήθελε κριθή αρμοδίως ότι δεν συντρέχουσι τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας». Στην § 1 του άρθρου 100 του ιδίου Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του α.ν. 2081/1939 (ΦΕΚ Α΄ 495), ορίζεται ότι: «Λαθρεμπορία είναι α) η εντός των συνόρων του Κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων, υποκειμένων είτε εις εισαγωγικόν δασμόν, είτε εις εισπραττόμενον εν τοις Τελωνείοις τέλος, φόρον ή δικαίωμα, άνευ γραπτής αδείας της αρμοδίας τελωνειακής αρχής ή εν άλλω παρά τον ωρισμένον παρ΄ αυτής τόπω ή χρόνω και β) πάσα οιαδήποτε ενέργεια, σκοπούσα να στερήση το Δημόσιον των υπ΄ αυτού εισπρακτέων δασμών, τελών, φόρων και δικαιωμάτων επί των εισαγομένων εκ της αλλοδαπής ή εξαγομένων εμπορευμάτων, και αν έτι ταύτα εισεπράχθησαν κατά χρόνον και τρόπον έτερον ή τον υπό του νόμου οριζόμενον». Στην περίπτωση θ΄ της επομένης § 2, που προστέθηκε με το άρθρο 8 του ν. 2096/1952 (ΦΕΚ Α΄ 113), ορίζεται ότι ως λαθρεμπορία θεωρείται και «η αγορά, πώλησις και κατοχή εμπορευμάτων εισαχθέντων ή τεθέντων εις την κατανάλωσιν κατά τρόπον συνιστώντα το αδίκημα της λαθρεμπορίας». H κατά το άρθρο 100 λαθρεμπορία (όπως και η απόπειρα λαθρεμπορίας) τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως κατά τα ειδικότερον οριζόμενα στα άρθρα 102 επομ. του ιδίου Κώδικα. Περαιτέρω, στην § 3 του άρθρου 97 του Τελωνειακού Κώδικα, που προστέθηκε με το άρθρο 4 του α.ν. 1514/1950 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 23 του ν. 495/1976 (ΦΕΚ Α΄ 337), ορίζεται ότι «Κατά των οπωσδήποτε συμμετασχόντων της κατά την § 2 του άρθρου 89 του παρόντος τελωνειακής παραβάσεως και αναλόγως του βαθμού της συμμετοχής εκάστου ασχέτως της ποινικής διώξεως αυτών επιβάλλεται κατά τας διατάξεις των άρθρων 100 και επομ. του παρόντος ιδιαιτέρως εις έκαστον και αλληλεγγύως πολλαπλούν τέλος από του διπλού μέχρι του δεκαπλού των βαρυνόντων το αντικείμενο ταύτης δασμών, φόρων, τελών και δικαιωμάτων εν συνόλω, δια πάντας τους συνυπαιτίους.… Για πετρελαιοειδή προϊόντα, αλκοόλη, αλκοολούχα ποτά και βιομηχανοποιημένα καπνά το πολλαπλούν τέλος ανέρχεται στο πενταπλάσιο μέχρι το δεκαπλάσιο των δασμών, φόρων, τελών και δικαιωμάτων που βαρύνουν αυτά (Το τελευταίο εδάφιο της § 3 προστέθηκε με την παρ.9 του άρθρ.1 του ν. 2443/1996 (ΦΕΚ Α΄ 265)». Τέλος, στην § 8 του άρθρου 97 του Τελωνειακού Κώδικα, που προστέθηκε με το άρθρο 4 του α. ν. 1514/1950, ορίζεται ότι «Ουδεμίαν επιρροήν εξασκεί επί των αποφάσεων των Δικαστηρίων η αθωωτική ή καταλογιστική απόφασις των Διοικητικών Δικαστηρίων και Επιτροπών ουδέ τανάπαλιν», στο δε άρθρο 5 § 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔιοικΔικ, ν. 2717/1999, ΦΕΚ Α΄ 97), υπό τον τίτλο «Δέσμευση από αποφάσεις άλλων δικαστηρίων», ορίζεται ότι τα διοικητικά δικαστήρια δεσμεύονται και «… από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, ως προς την ενοχή του δράστη».
Επειδή, οι προπαρατεθείσες διατάξεις του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο Τελωνειακού Κώδικα (άρθρα 89 επ.) και του ν. 2127/1993 περί επιβολής πολλαπλού τέλους και κινήσεως της διαδικασίας ποινικής διώξεως, οι οποίες διατάξεις είναι, κατά τα προεκτεθέντα, εφαρμοστέες σε περίπτωση παραβάσεως του κοινοτικού τελωνειακού δικαίου και των εθνικών διατάξεων περί μεταφοράς της Οδηγίας 92/12/ΕΟΚ, συνιστούν εφαρμογή του δικαίου της Ενώσεως κατά την έννοια του άρθρου 51 § 1 του Χάρτη θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης. Συνεπώς, οι θεσπιζόμενες από τις εν λόγω διατάξεις ρυθμίσεις πρέπει να πληρούν τις απαιτήσεις που απορρέουν από τον Χάρτη όσον αφορά τον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται σ’ αυτόν (βλ. απόφαση ΔΕΚ μειζ. συνθ. της 26.2. 2013, C-617/10, Akerberg Fransson, σκ. 17 επ., πρβλ. και απόφαση ΔΕΚ της 16.12.1992, C-210/91, Επιτροπή κατά Ελλάδος, σκ. 19, απόφαση ΔΕΚ της 26.10.1995, C-36/94, Siesse, σκ. 21, απόφαση ΔΕΚ της 7.12.2000, C-213/99, De Andrade, σκ. 20, απόφαση ΔΕΚ της 12.7.2001, C-262/99, Λουλουδάκης, σκ. 67, απόφαση ΔΕΕ της 29.7.2010, C-188/09, Profaktor Kulesza, Frankowski, Jóźwiak, Orłowski, σκ. 29, απόφαση ΔΕΕ της 9.2.2012, C-210/10, Urban, σκ. 23).
Επειδή, όπως έχει κριθεί (βλ. ΟλΣτΕ 990/2004, 1522/2010 επταμ., 2067/2011 επταμ. κ.ά.), από τον συνδυασμό των προμνησθεισών διατάξεων των §§ 2 του άρθρου 89 και 3 του άρθρου 97 του Τελωνειακού Κώδικα προς την § 8 του ιδίου άρθρου 97 αυτού, (προστεθείσα με το άρθρ. 4 του ν. 1514/1950) καθώς και προς την διάταξη της § 2 του άρθρου 5 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας προκύπτει ότι η διαδικασία διοικητικής βεβαιώσεως της τελωνειακής παραβάσεως, που κατατείνει στην επιβολή του πολλαπλού τέλους, είναι αυτοτελής και διακεκριμένη σε σχέση με την αντίστοιχη ποινική διαδικασία. Η αυτοτέλεια των δύο διαδικασιών (ποινικής και διοικητικής) έχει την έννοια ότι το διοικητικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν ετελέσθη η διοικητική παράβαση, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, εκτός εάν πρόκειται για αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, οπότε δεσμεύεται ως προς την ενοχή του δράστη. Παρά την μη δέσμευσή του, όμως, υποχρεούται να εκτιμήσει αυτήν κατά την διαμόρφωση της κρίσεώς του, χωρίς να απαιτείται πανηγυρική εξαγγελία περί τούτου.
Επειδή, όσον αφορά την αρχή ne bis in idem που διαλαμβάνεται στο άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την προαναφερθείσα απόφασή του της 26.2.2013, C-617/10, Hans Akerberg Fransson, επί προδικαστικού ερωτήματος που υπέβαλε το Haparanda Τingsrätt της Σουηδίας στο πλαίσιο ποινικής δίκης για φοροδιαφυγή και, ειδικότερα, για υποβολή ανακριβών δηλώσεων φόρου εισοδήματος και φόρου προστιθεμένης αξίας (ΦΠΑ), δέχθηκε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «34. ... το άρθρο 50 του Χάρτη δεν εμποδίζει την εκ μέρους κράτους μέλους επιβολή, για την ίδια πράξη παραβάσεως των υποχρεώσεων που αφορούν την υποβολή δηλώσεων στον τομέα του ΦΠΑ, ενός συνδυασμού φορολογικών και ποινικών κυρώσεων. Συγκεκριμένα, προκειμένου να εξασφαλίζουν την είσπραξη του συνόλου των εσόδων από ΦΠΑ και, κατ’ επέκταση, την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, τα κράτη μέλη διαθέτουν ελευθερία επιλογής των κυρώσεων που επιβάλλουν ... Οι κυρώσεις αυτές μπορούν συνεπώς να λαμβάνουν τη μορφή διοικητικών ή ποινικών κυρώσεων ή ενός συνδυασμού των δύο. Μόνον όταν η φορολογική κύρωση έχει ποινικό χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 50 του Χάρτη, και έχει καταστεί απρόσβλητη, η εν λόγω διάταξη εμποδίζει την άσκηση ποινικής δίωξης για την ίδια πράξη κατά του ίδιου προσώπου. 35. … η εκτίμηση της ποινικής φύσεως των φορολογικών κυρώσεων στηρίζεται σε τρία κριτήρια. Το πρώτο είναι ο νομικός χαρακτηρισμός της παραβάσεως κατά το εσωτερικό δίκαιο, το δεύτερο η ίδια η φύση της παραβάσεως και το τρίτο η φύση και η σοβαρότητα της κυρώσεως που ενδέχεται να επιβληθεί στον διαπράξαντα την παράβαση (απόφαση της 5ης Ιουνίου 2012, C-489/10, Bonda, σκ. 37). 36. Εναπόκειται στο [εθνικό] δικαστήριο να εκτιμήσει, με γνώμονα τα κριτήρια αυτά, αν πρέπει να προβεί σε εξέταση της προβλεπόμενης από την εθνική νομοθεσία σωρεύσεως φορολογικών και ποινικών κυρώσεων σε σχέση με τα εθνικά πρότυπα κατά την έννοια της σκέψεως 29 της παρούσας αποφάσεως, πράγμα που θα μπορούσε να το οδηγήσει, ενδεχομένως, να κρίνει ότι η σώρευση αυτή είναι αντίθετη προς τα εν λόγω πρότυπα, υπό την προϋπόθεση ότι οι εναπομένουσες κυρώσεις είναι αποτελεσματικές, ανάλογες των παραβάσεων και αποτρεπτικές ... 37 Κατόπιν των προεκτεθέντων, στο δεύτερο, στο τρίτο και στο τέταρτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η αρχή ne bis in idem που διαλαμβάνεται στο άρθρο 50 του Χάρτη δεν εμποδίζει την εκ μέρους κράτους μέλους επιβολή, για την ίδια πράξη παραβάσεως…, διαδοχικώς μιας φορολογικής και μιας ποινικής κυρώσεως, στον βαθμό που η πρώτη κύρωση δεν έχει ποινικό χαρακτήρα, πράγμα το οποίο το αιτούν δικαστήριο οφείλει να εξακριβώσει».
Επειδή, το πολλαπλούν τέλος που προβλέπει ο Τελωνειακός Κώδικας και δια παραπομπής σ’ αυτόν ο ν. 2127/1993 δεν συνιστά ποινή του ποινικού δικαίου (ποινή stricto sensu), που επιβάλλεται από τα ποινικά δικαστήρια υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις της ποινικής διαδικασίας με σκοπό αυτόν που χαρακτηρίζει την «ποινή», δηλαδή την γενικότερη νομική, ηθική και κοινωνική αποδοκιμασία της συμπεριφοράς του δράστη, αλλ’ έχει χαρακτήρα, όπως ρητώς άλλωστε διαλαμβάνεται στη διάταξη του άρθρου 89 § 2 του Τελωνειακού Κώδικα, διοικητικής κυρώσεως που επιβάλλεται από διοικητικά όργανα -υπό τον ουσιαστικό έλεγχο των διοικητικών δικαστηρίων- και εξυπηρετεί διαφορετικό σκοπό, που είναι η διασφάλιση της εισπράξεως κοινοτικών και εθνικών πόρων καθώς και η τήρηση και ομαλή εφαρμογή των κανόνων της τελωνειακής διαδικασίας (πρβλ απόφαση ΕΔΔΑ τής 14.9.2004, επί τού παραδεκτού, Rosenquist κατά Σουηδίας, 60619/00, βλ. και αποφάσεις ΕΔΔΑ τής 8.6.1995, Jamil κατά Γαλλίας, 11/1994/458/539, σκ. 14, Goktan κατά Γαλλίας, σκ. 48, τής 24.10.1986, Agosi κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 9118/80, σκ. 63-67), καθιστώντας την παράβαση οικονομικά ασύμφορη. Δηλαδή, το εν λόγω πολλαπλούν τέλος όχι μόνο κατά τον τυπικό χαρακτηρισμό του στην ελληνική νομοθεσία αλλά και κατά τη φύση και το χαρακτήρα του διαφέρει από τις κυρώσεις ποινικής φύσεως. Επιβάλλεται, ειδικώτερα, για την αντιστάθμιση των συνεπειών συμπεριφορών, που συνιστούν παραβίαση διοικητικής φύσεως υποχρεώσεων κάθε συναλλασσομένου, της καταβολής, δηλαδή, προς το Δημόσιο οφειλομένων φορολογικών επιβαρύνσεων, που έχουν, μάλιστα, ταυτοχρόνως, και τον χαρακτήρα πόρων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Η αντιστάθμιση συνίσταται στην αναπλήρωση των ποσών, την καταβολή των οποίων αποφεύγει με την παράνομη συμπεριφορά του ο υπόχρεος, με ανάλογη προς τα άνω αναπροσαρμογή τους, για την κάλυψη όλων των εντεύθεν δαπανών, στις οποίες προβαίνει το κράτος για τον εντοπισμό των συμπεριφορών αυτών, που, από τη φύση τους, είναι δυσχερώς εντοπίσιμες αλλά που επιτρέπουν την προσπόριση σημαντικών οικονομικών ωφελημάτων σε εκείνον που τις επιχειρεί επιτυχώς. Άλλωστε, οι προβλεπόμενες στον Τελωνειακό Κώδικα ποινές για το ποινικό αδίκημα της λαθρεμπορίας συνίστανται, κατά κανόνα, σε στέρηση της ελευθερίας του δράστη (φυλάκιση ή κάθειρξη) και ουδόλως δύνανται να συγκριθούν με τις χρηματικές κυρώσεις του αντιστοίχου διοικητικού αδικήματος (βλ. άρθρο 102 του Τελωνειακού Κώδικος, ν. 1165/1918, όπως ίσχυε, και άρθρο 157 του ισχύοντος νυν Εθνικού Τελωνειακού Κώδικος, ν. 2960/2001). Συνεπώς, εφ’ όσον η κύρωση του πολλαπλού τέλους δεν έχει ποινικό χαρακτήρα, δεν ανακύπτει ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem που διαλαμβάνεται στο άρθρο 4 § 1 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ καθώς και στο άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης. Κατ’ ακολουθίαν, ούτε η έναρξη ούτε η εξέλιξη της διαδικασίας επιβολής του πολλαπλού τέλους και της τυχόν ανοιγείσης ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων δίκης κωλύεται σε περίπτωση που για την ίδια παράβαση έχει ολοκληρωθεί η ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων διαδικασία με απόφαση που έχει καταστεί απρόσβλητη. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Ε. Νίκα και Η. Μάζος, οι οποίοι υπεστήριξαν την ακόλουθη γνώμη: η αρχή ne bis in idem, ως γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου, ναι μεν δεν απαγορεύει γενικά την σώρευση ή την διαδοχική επιβολή ποινικών και διοικητικών, κατά το εθνικό δίκαιο, κυρώσεων για παράβαση διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, εμποδίζει, όμως, την εκ μέρους κράτους μέλους επιβολή, για την ίδια πράξη παραβάσεως των υποχρεώσεων που απορρέουν από το τελωνειακό ή φορολογικό δίκαιο της ΕΕ, διοικητικών κυρώσεων που έχουν «ποινικό» χαρακτήρα, κατά την έννοια της αρχής αυτής, εφ’ όσον, για την ίδια παραβατική συμπεριφορά, το πρόσωπο στο οποίο αυτή αποδίδεται έχει καταδικαστεί ή απαλλαγεί με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου. Κύρωση η οποία χαρακτηρίζεται από το εθνικό δίκαιο ως διοικητική, και όχι ως ποινική, μπορεί να έχει «ποινικό» χαρακτήρα, κατά την έννοια της ως άνω γενικής αρχής του κοινοτικού δικαίου, εν όψει της φύσεως και της σοβαρότητάς της, καθώς και της φύσεως της παραβάσεως για την οποία επιβάλλεται (πρβλ. απόφαση ΔΕΕ στην υπόθεση Akerberg Fransson, op.cit., σκέψη 35, και απόφαση ΔΕΕ μειζ. συνθ. της 5.6.2012, C-489/10, Βonda, σκέψη 37, με παραπομπή στις αποφάσεις ΕΔΔΑ της 8.6. 1976, Engel κ.λπ. κατά Ολλανδίας, σκέψεις 80-82, και ΕΔΔΑ μειζ. συνθ. της 10.2.2009, Zolotukhin κατά Ρωσίας, 14939/03, § 52-53, σχετικά με την αρχή ne bis in idem κατά το άρθρο 4 § 1 του 7ου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ). Το επίδικο πολλαπλό τέλος, που προβλέπει ο Τελωνειακός Κώδικας και, δια παραπομπής σε αυτόν, ο ν. 2127/1993, συνιστά κύρωση διοικητική, κατά το εθνικό δίκαιο. Ωστόσο, εν όψει της φύσεως της σχετικής παραβάσεως (παράβαση με δόλο κανόνων τελωνειακού και φορολογικού δικαίου, δηλαδή κανόνων που επιβάλλουν γενικά υποχρεώσεις στους πολίτες και όχι σε κάποια ειδική κατηγορία αυτών), της φύσεως και του ύψους του επίμαχου μέτρου (χρηματική κύρωση που μπορούσε να φθάσει το δεκαπλάσιο των διαφυγόντων δασμών και φόρων), καθώς και του σκοπού του (πρόληψη και καταστολή της δασμοφοροδιαφυγής), η επίδικη κύρωση έχει «ποινικό» χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 4 § 1 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και του άρθρου 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ενωσης (πρβλ. ΣτΕ 689/2009 επταμ., 3182/ 2010, 2067/2011 επταμ., 1777/2012 κ.ά., επίσης αποφάσεις ΕΔΔΑ της 21.2.2008, Χατζηνικολάου κατά Ελλάδας, 33997/06, § 19-20, της 11.1.2007, Μαμιδάκης κατά Ελλάδας, 35533/04, § 20-21, και της 6.12.2007, Γιαννετάκη κατά Ελλάδας, 29829/05, § 18-19 πρβλ. επίσης απόφαση ΕΔΔΑ μειζ. συνθ. της 23.11.2006, Jussila κατά Φινλανδίας, 73053/01, § 30-38 και απόφαση ΕΔΔΑ της 24.9.1997, Γαρυφάλλου ΑΕΒΕ κατά Ελλάδας, 93/1996/712/909, § 30-39). Ως εκ τούτου, σε περίπτωση που η ποινική –κατά το εθνικό δίκαιο- διαδικασία έχει ολοκληρωθεί με την έκδοση αμετάκλητης αποφάσεως, η κατοχυρουμένη στις ως άνω διατάξεις αρχή ne bis in idem κωλύει την συνέχιση της διοικητικής διαδικασίας ή δίκης περί επιβολής πολλαπλού τέλους λόγω λαθρεμπορίας κατά του ιδίου προσώπου βάσει των ιδίων κατ’ ουσίαν πραγματικών περιστατικών.
Επειδή, περαιτέρω, η προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 5 § 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ρυθμίζει διαφορετικά το ζήτημα της δεσμεύσεως του διοικητικού δικαστηρίου από αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ανάλογα με το εάν πρόκειται για καταδικαστική ή αθωωτική απόφαση. Ειδικότερα, σύμφωνα με την διάταξη αυτή τα διοικητικά δικαστήρια δεσμεύονται «από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων ως προς την ενοχή του δράστη», όχι, όμως, και από τις αμετάκλητες αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων με τις οποίες αθωώνεται ο κατηγορούμενος. Σε σχέση με τις αθωωτικές ποινικές αποφάσεις τα διοικητικά δικαστήρια υπέχουν, σύμφωνα με την προαναφερθείσα παγία νομολογία, υποχρέωση μόνον συνεκτιμήσεως των εν λόγω αποφάσεων κατά τον σχηματισμό της κρίσεώς τους. Η διαφοροποίηση αυτή μεταξύ καταδικαστικών και αθωωτικών αποφάσεων δεν προσκρούει στα άρθρα 4 § 1 και 20 § 1 του Συντάγματος. Τούτο δε εν όψει των διαφορών μεταξύ ποινικής και διοικητικής δίκης και ιδία εν όψει της διαφοροποιήσεως των κανόνων αποδείξεως που διέπουν τις δύο αυτές κατηγορίες δικών, όπως τους διαμόρφωσε η νομολογία. Ούτω στην ποινική δίκη, επί αμφιβολιών ως προς την ενοχή του κατηγορουμένου, αυτός κηρύσσεται αθώος κατ’ εφαρμογή της αρχής in dubio pro reo, ενώ στην διοικητική δίκη δεν ισχύει η αρχή αυτή, για την ακύρωση δε ή την μεταρρύθμιση της διοικητικής κυρώσεως ο διοικητικός δικαστής πρέπει να σχηματίσει πλήρη και βεβαία δικανική πεποίθηση για την μη διάπραξη της παραβάσεως. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι για τον ποινικό δικαστή η αθώωση του κατηγορουμένου είναι ευχερεστέρα από την καταδίκη του, διότι επί της δευτέρας απαιτείται πλήρης βεβαίωση του δικαστού και δη περί διάφορα στοιχεία του εγκλήματος αφορώντα είτε στην αντικειμενική είτε στην υποκειμενική υπόσταση αυτού. Πρέπει, επί πλέον, να τονισθεί ότι επί αθωωτικής αποφάσεως δεν είναι υποχρεωμένος ο δικαστής να διακρίνει ρητώς στο κείμενο αυτής μεταξύ αθωώσεως οφειλομένης σε πλήρη βεβαιότητα και αθωώσεως οφειλομένης σε αμφιβολίες. Απλώς, η τυχόν ειδικότερη αναφορά στην ποινική απόφαση ότι η αθώωση γίνεται λόγω αμφιβολιών, όπως συμβαίνει εν προκειμένω (βλ. αναιρεσιβαλλομένη απόφαση σκ. 6), αποτελεί πρόσθετο επιχείρημα ότι δεν είναι δυνατόν να γεννηθεί δέσμευση του διοικητικού δικαστού από την αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση. Ως εκ τούτου, η αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου από τα ποινικά δικαστήρια δεν αποκλείει την -κατόπιν συνεκτιμήσεως της αθωώσεώς του αυτής- αιτιολογημένη διαφορετική κρίση στο πλαίσιο της διοικητικής δίκης περί επιβολής πολλαπλού τέλους λόγω λαθρεμπορίας. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Δ. Σκαλτσούνης, Α.-Γ. Βώρος, Γ. Τσιμέκας και Ο. Ζύγουρα, οι οποίοι υποστήριξαν ότι η ρύθμιση του άρθρου 5 § 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας παραβιάζει την απορρέουσα από το Σύνταγμα (άρθρα 4 § 1 και 20 § 1) αρχή της ισότητας των διαδίκων, κατά το μέρος που αφορά τις αποφάσεις με τις οποίες ο κατηγορούμενος αθωώνεται όχι απλώς διότι δεν αποδείχθηκε ότι διέπραξε το αποδιδόμενο σε αυτόν ποινικό αδίκημα (λόγω αμφιβολιών, κατ’ εφαρμογή του τεκμηρίου αθωότητας και της αρχής in dubio pro reo), αλλά διότι αποδείχθηκε ότι δεν το διέπραξε (λόγω ανυπαρξίας των πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την αντικειμενική του υπόσταση). Και τούτο διότι η δεύτερη αυτή αθώωση, λόγω ανυπαρξίας των πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση του ποινικού αδικήματος, δεν διαφέρει, ως προς τον βαθμό σχηματισμού δικανικής πεποιθήσεως, από την καταδικαστική απόφαση, εφ’ όσον και στις δύο αυτές περιπτώσεις υπάρχει πλήρης δικανική πεποίθηση του ποινικού δικαστή, στην πρώτη για την ενοχή του κατηγορουμένου και στην δεύτερη για την αθωότητά του. Εφ’ όσον, συνεπώς, δεν υπάρχει διαφοροποίηση, από την ανωτέρω άποψη, στις ως άνω περιπτώσεις αθωώσεως και καταδίκης, όπως υπάρχει στην περίπτωση της αθωώσεως λόγω αμφιβολιών, στην οποία η αθώωση οφείλεται, αντιθέτως, στην αδυναμία σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποιθήσεως, η διαφορετική μεταχείριση από τον νομοθέτη των αμετακλήτων καταδικαστικών και αθωωτικών, υπό την ανωτέρω έννοια, αποφάσεων των ποινικών δικαστηρίων, κατά τρόπο ώστε μόνον οι καταδικαστικές αποφάσεις να δεσμεύουν τα διοικητικά δικαστήρια, δεν δικαιολογείται αντικειμενικά, αφού πρόκειται για κρίσεις των ποινικών δικαστηρίων που εξήχθησαν υπό όμοιες, από άποψη βεβαιότητας δικανικής κρίσεως, συνθήκες. Προς αποκατάσταση δε της ίσης μεταχειρίσεως, πρέπει να επεκταθεί το πεδίο εφαρμογής της ρυθμίσεως του άρθρου 5 § 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, ώστε να δεσμεύεται το διοικητικό δικαστήριο που κρίνει υπόθεση επιβολής σε ορισμένο πρόσωπο δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων λόγω συμμετοχής του σε λαθρεμπορία όχι μόνον από αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, που αφορά σε κατηγορία περί λαθρεμπορίας κατά του ιδίου προσώπου βάσει των ίδιων κατ’ ουσίαν πραγματικών περιστατικών, αλλά και από αμετάκλητη αθωωτική απόφαση, στην περίπτωση που η αθώωση του εν λόγω προσώπου δεν οφείλεται στις αμφιβολίες του ποινικού δικαστηρίου για την ενοχή του, αλλά στηρίζεται στην κρίση του ότι αυτός δεν διέπραξε το ποινικό αδίκημα που του αποδίδεται. Τέλος, η Σύμβουλος Ε. Νίκα μειοψήφησε διατυπώνοντας την ακόλουθη γνώμη: Η επίμαχη ρύθμιση του άρθρου 5 παρ.2 του ΚΔΔ δεν εγείρει ζητήματα δυσμενούς διακρίσεως των διαδίκων, εφ’ όσον κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως δεν παραβιάζεται το κατ’ άρθρο 6 παρ.2 της ΕΣΔΑ τεκμήριο αθωότητας, σύμφωνα με το οποίο, απόφαση διοικητικού δικαστηρίου που έπεται τελικής (ήτοι αμετάκλητης, βλ. ΣτΕ 1311,2951/2013) αθωωτικής αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου για το ίδιο πρόσωπο δεν πρέπει να την παραβλέπει και να θέτει εν αμφιβόλω την αθώωση και μάλιστα έστω και αν αυτή εχώρησε λόγω αμφιβολιών (ΕΔΔΑ 27.9.2007, 35522/04, Σταυρόπουλος κατά Ελλάδος, σκ. 39 και ΕΔΔΑ 13.7.2010, 25720/05, Tendam κατά Ισπανίας, σκ. 7). Συνεπώς, το διοικητικό δικαστήριο υποχρεούται να απόσχει από την διατύπωση κρίσεως ή αιτιολογίας που να θέτει εν αμφιβόλω το αθωωτικό αποτέλεσμα της οικείας ποινικής διαδικασίας (ΕΔΔΑ 27.9.2011, 23272, Ηdralo κατά Κροατίας, σκ. 54). Ως εκ τούτου, το διοικητικό δικαστήριο που κρίνει επί διοικητικής παραβάσεως λαθρεμπορίας, δεν δεσμεύεται μεν από την προηγηθείσα αμετάκλητη αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αλλά υποχρεούται να την συνεκτιμήσει (και δή κατά τρόπο ειδικό, ώστε, εφ’ όσον αποκλίνει από τις ουσιαστικές κρίσεις του ποινικού δικαστή, να μην καταλείπονται αμφιβολίες ως προς τον σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητας), στο πλαίσιο δε αυτό δεν αποκλείεται να στηρίξει την κρίση του περί διαπράξεως της αποδοθείσης παραβάσεως (και) σε στοιχεία, που δεν είχε λάβει υπ’ όψη του το ποινικό δικαστήριο (πρβλ. ΕΔΔΑ (decision) 13.11.2003, 48518/99, Lundkvist κατά Σουηδίας).
Επειδή, με την προσβαλλομένη απόφαση έγιναν δεκτά, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: με υπ’ αριθ. …/…/20.5.1999 πράξη του Διευθυντού του Ζ’ Τελωνείου Ελευθέρων Τελωνειακών Συγκροτημάτων Πειραιώς καταλογίσθηκαν στους αναιρεσιβλήτους, εταίρους της εταιρίας «… ……..», διαφυγόντες δασμοί και λοιποί φόροι 30.161.455 δραχμών και επιβλήθηκε πολλαπλούν τέλος τετραπλασίου ύψους (120.645.820 δραχμ.) λόγω λαθρεμπορίας και, ειδικότερα, λόγω διαθέσεως στην εσωτερική αγορά πετρελαίου κινήσεως, συνολικής ποσότητας 326.361 λιτρών, για το οποίο παρουσίασαν πλαστά τιμολόγια αγοράς, εκδόσεως ανύπαρκτης εταιρίας με την επωνυμία «…. ΟΙΛ Ε.Π.Ε.». Στο Διοικητικό Πρωτοδικείο, στο οποίο προσέφυγαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι κατά της ανωτέρω πράξεως, προσκόμισαν, προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι αγνοούσαν την πλαστότητα των τιμολογίων αγοράς, αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, με την οποία αυτοί κηρύχθηκαν αθώοι της ποινικής κατηγορίας της λαθρεμπορίας, κριθέντος ότι προέκυψαν αμφιβολίες για το εάν αυτοί είχαν τελέσει την αξιόποινη πράξη της λαθρεμπορίας αναφορικά με την αναγραφομένη στα πλαστά τιμολόγια ποσότητα πετρελαίου. Η προσφυγή απερρίφθη από το πρωτοβάθμιο διοικητικό δικαστήριο, το οποίο, δεχθέν ότι η διοικητική διαδικασία επιβολής πολλαπλού τέλους λόγω της τελωνειακής παραβάσεως της λαθρεμπορίας είναι αυτοτελής σε σχέση με την αντίστοιχη ποινική διαδικασία και τα διοικητικά δικαστήρια, όταν κρίνουν επί υποθέσεως επιβολής πολλαπλού τέλους λόγω λαθρεμπορίας, δεν δεσμεύονται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, εκτός εάν πρόκειται για αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση (οπότε δεσμεύονται ως προς την ενοχή του δράστη), αλλά υποχρεούνται απλώς να την συνεκτιμήσουν κατά την διαμόρφωση της κρίσεώς τους, έκρινε περαιτέρω, αφού συνεκτίμησε, μεταξύ άλλων, την ανωτέρω αθωωτική ποινική απόφαση, ότι οι αναιρεσίβλητοι είχαν διαπράξει την λαθρεμπορική παράβαση που τους αποδόθηκε. Έφεση, όμως, των τελευταίων έγινε δεκτή από το διοικητικό εφετείο, το οποίο, όπως ήδη αναφέρθηκε, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δίκασε την προσφυγή, την δέχθηκε και ακύρωσε την καταλογιστική πράξη του Τελωνείου. Ειδικότερα, το δικάσαν διοικητικό εφετείο έκρινε, κατ’ αποδοχή των προσθέτων λόγων εφέσεως, ότι η θεσπιζομένη από τις διατάξεις του άρθρου 97 παρ.8 του Τελωνειακού Κώδικα και 5 § 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ρύθμιση «είναι μη εφαρμοστέα, ως αντικείμενη στην § 1 του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ», που ορίζει ότι «Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μια παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού» και, περαιτέρω, ότι η διάταξη του άρθρου 5 § 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, που ορίζει ότι τα διοικητικά δικαστήρια δεσμεύονται μόνον από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων ως προς την ενοχή του δράστη, «αντίκειται στην απορρέουσα από το Σύνταγμα (άρθρα 4 § 1 και 20 § 1) αρχή της ισότητας των διαδίκων» και «προς αποκατάσταση της ίσης μεταχειρίσεως, πρέπει να επεκταθεί το πεδίο της ρυθμίσεως αυτής, ώστε να δεσμεύεται το διοικητικό δικαστήριο που κρίνει υπόθεση επιβολής σε ορισμένο πρόσωπο δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων λόγω συμμετοχής του σε λαθρεμπορία από αμετάκλητη απαλλακτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, που αφορά σε κατηγορία περί λαθρεμπορίας κατά του ιδίου προσώπου, βάσει των ιδίων κατ’ ουσίαν πραγματικών περιστατικών, και αθώωσε τον κατηγορούμενο, διότι δεν αποδείχθηκε ότι διέπραξε το αποδιδόμενο σε αυτόν ποινικό αδίκημα». Η κρίση, όμως, αυτή του διοικητικού εφετείου, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω στις σκέψεις 13 και 14 της παρούσας αποφάσεως, δεν είναι νόμιμη, πολλώ μάλλον διότι η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, όπως την παραθέτει και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ήχθη στο συμπέρασμά της λόγω αμφιβολιών. Κατ’ ακολουθίαν, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 97 παρ.8 του Τελωνειακού Κώδικα και 5 § 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία πρέπει να αναιρεθεί.
Επειδή, τέλος, απαραδέκτως προβάλλεται ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον Δημόσιο υποστηρίζει ότι το Διοικητικό Εφετείο κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 29, 89 § 3, 97 § 5 και 99 § 2 του ν. 1165/1918 (Τελωνειακού Κώδικα) υπέλαβε ότι, για την είσπραξη ειδικά των διαφυγόντων δασμών και λοιπών φορολογικών επιβαρύνσεων, τίθεται ως προϋπόθεση η προηγουμένη απόδειξη της τελέσεως του αδικήματος της λαθρεμπορίας. Τούτο δε, διότι με την υπό κρίση αίτηση δεν προβάλλεται ισχυρισμός περί μη υπάρξεως συναφούς νομολογίας ή περί αντιθέσεως προς τη νομολογία κατά το άρθρο 12 § 1 του ν. 3900/2010.
Επειδή, μετά ταύτα, η υπόθεση, που χρήζει διευκρινήσεως ως προς το πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί, στο δικάσαν Διοικητικό Εφετείο Πειραιώς για νέα νόμιμη κρίση.
Δια  ταύτα
Δέχεται την υπό κρίση αίτηση.


ΣΧΟΛΙΟ
Η αρχή «ne bis in idem» με αφορμή την με αριθμό 1741/2015 Απόφαση Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας

1.- ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας με την με αριθμό 1741/2015 απόφασή της, έκρινε ότι δεν προσκρούει στην ευρωπαϊκή και ελληνική νομοθεσία, αλλά ούτε στις αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δ.Ε.Ε.) και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων η διπλή ποινή (χρηματικό πρόστιμο και ποινική καταδίκη) για τις περιπτώσεις της λαθρεμπορίας, ούτε αποτελεί διπλή κύρωση για το ίδιο αδίκημα και δεν παραβιάζεται έτσι  η  αρχή»ne bis in idem», δηλαδή «κανείς δεν διώκεται, ούτε τιμωρείται ποινικά δις για το ίδιο αδίκημα»[1].
Η με αριθμό 1741/2015 απόφασή του ΣτΕ, αφού ανήρεσε απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά που είχε κρίνει τα αντίθετα, υποχρέωσε εταιρεία πετρελαιοειδών να πληρώσει το ποσό που της επιβλήθηκε από το τελωνείο, λόγω λαθρεμπορίας,  παρά το γεγονός ότι από τα Ποινικά Δικαστήρια αθωώθηκε η επίμαχη εταιρεία λόγω αμφιβολιών.
Το ΣτΕ έκρινε ότι το πολλαπλό τέλος που προβλέπει ο Τελωνειακός Κώδικας «δεν συνιστά ποινή του ποινικού δικαίου, που επιβάλλεται από τα ποινικά δικαστήρια υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις της ποινικής διαδικασίας με σκοπό αυτόν που χαρακτηρίζει την «ποινή», δηλαδή τη γενικότερη νομική, ηθική και κοινωνική αποδοκιμασία της συμπεριφοράς του δράστη, αλλά έχει χαρακτήρα, όπως ρητώς άλλωστε διαλαμβάνεται στη διάταξη του άρθρου 89 παρ.2 του Τελωνειακού Κώδικα, διοικητικής κυρώσεως που επιβάλλεται από διοικητικά όργανα -υπό τον ουσιαστικό έλεγχο των διοικητικών δικαστηρίων- και εξυπηρετεί διαφορετικό σκοπό, που είναι η διασφάλιση της εισπράξεως κοινοτικών και εθνικών πόρων καθώς και η τήρηση και ομαλή εφαρμογή των κανόνων της τελωνειακής διαδικασίας».
Περαιτέρω  η με αριθμό 1741/2015 απόφασή του ΣτΕ αναφέρει  ότι «το πολλαπλό τέλος όχι μόνο κατά τον τυπικό χαρακτηρισμό του στην ελληνική νομοθεσία αλλά και κατά τη φύση και τον χαρακτήρα του διαφέρει από τις κυρώσεις ποινικής φύσεως». Εξάλλου, αναφέρει  το ΣτΕ στην ως άνω απόφασή του ότι «εφ' όσον η κύρωση του πολλαπλού τέλους δεν έχει ποινικό χαρακτήρα, δεν ανακύπτει ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem που διαλαμβάνεται στο άρθρο 4 § 1 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ καθώς και στο άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης».
Τέλος, αναφέρει η με αριθμό 1741/2015 απόφασή του ΣτΕ ότι η αμετάκλητη[2] αθώωση του κατηγορουμένου από τα ποινικά δικαστήρια δεν αποκλείει την -κατόπιν συνεκτιμήσεως της αθωώσεώς του αυτής- αιτιολογημένη διαφορετική κρίση στο πλαίσιο της διοικητικής δίκης περί επιβολής πολλαπλού τέλους λόγω λαθρεμπορίας, πολύ περισσότερο μάλιστα όταν η αθώωση είναι λόγω αμφιβολιών.

2.-Η Αρχή «ne bis in idem»

Η με αριθμό 1741/2015 απόφασή του ΣτΕ είναι μια αξιοσημείωτη απόφαση που αντιμετωπίζει μια σειρά  από σημαντικά νομικά  ζητήματα, με την θεώρηση όμως του εθνικού δικαίου (και του «Ελληνικού δράματος»[3] τολμώ να πω) και με την έντονη  προβληματική από την διαμορφωμένη νομολογία του ΕΣΔΑ και του ΔΕΕ ειδικότερα.
2.1. Η αρχή, «ne bis in idem» είναι θεμελιώδης για το ποινικό δίκαιο, κατοχυρώνεται ρητώς στο αρ. 4 § 1 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου ΕΣΔΑ, στο αρ. 14 § 7 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και, πλέον, στο άρθρο 50 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σύμφωνα δε με αυτή, δεν επιτρέπεται η ποινική δίωξη ή καταδίκη ατόμου για μια παράβαση για την οποία έχει ήδη αθωωθεί ή καταδικαστεί αμετάκλητα από δικαστήρια του ίδιου κράτους.
Η ΟλΑΠ με την 1/2011 έκρινε ότι : «το Διεθνές Σύμφωνο του ΟΗΕ που υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 16.12.1966 και κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν. 1462/1997, επιβάλλει την υποχρέωση στα Συμβαλλόμενα Κράτη να δημιουργήσουν, σύμφωνα με τις συνταγματικές τους διαδικασίες και τις διατάξεις του Συμφώνου, τις απαραίτητες προϋποθέσεις που θα επιτρέψουν τη λήψη μέτρων νομοθετικού ή άλλου χαρακτήρα, καταλλήλων για την προστασία των δικαιωμάτων, που αναγνωρίζονται στο Διεθνές Σύμφωνο στις περιπτώσεις όπου τέτοιες διατάξεις ή μέτρα δεν έχουν ήδη προβλεφθεί. Με την § 7 του άρθρου 14 του Διεθνούς Συμφώνου καθιερώνεται η αρχή ότι «κανείς δεν δικάζεται ούτε τιμωρείται για ένα αδίκημα για το οποίο έχει ήδη απαλλαγεί ή καταδικασθεί με οριστική απόφαση, που εκδόθηκε σύμφωνα με το δίκαιο στην ποινική δικονομία κάθε χώρας». Η διατύπωση αυτή σημαίνει αλλά και η πρόδηλη έννοια της διατάξεως αυτής δεν μπορεί να είναι παρά ότι κανένας δεν δικάζεται ούτε τιμωρείται και πάλι από τα δικαστήρια κάθε επί μέρους συμβαλλομένης χώρας, ήτοι «του ίδιου Κράτους». Τούτο επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η διάταξη αυτή περιλαμβάνεται στο Σύμφωνο που παρέχει οδηγίες προς τα συμβαλλόμενα Κράτη-Μέλη για την προσαρμογή της νομοθεσίας τους.» 
2.2. Η εφαρμογή της αρχής ne bis in idem στις διοικητικές κυρώσεις αντιμετωπίσθηκε με την απόφαση Zolo­tukhin του ΕΔΔΑ[4].
Το ΕΔΔΑ, αναγνώρισε ότι η ένταξη μιας κύρωσης στην ύλη του διοικητικού δικαίου κατά την εσωτερική έννομη τάξη, δεν αρκεί για να αποκλείσει την υπαγωγή της στην έννοια της «κατηγορίας ποινικής φύσεως», όπως αυτή περιλαμβάνεται στη διάταξη της § 1 του αρ. 6 της ΕΣΔΑ.
Για την υπαγωγή αυτή το ΕΔΔΑ χρησιμοποιεί τρία κριτήρια, ευρύτερα γνωστά και ως «κριτήρια Engel[5] «(βλ αναλυτικά στην § 1.2.) τα κριτήρια αυτά δεν αντιμετώπισε η με αριθμό 1741/2015 απόφασή του ΣτΕ.
Τα κριτήρια αυτά δεν είναι απαραίτητο να συντρέχουν σωρευτικά προκειμένου να χαρακτηριστεί μια κύρωση ως ποινικής φύσεως, αν και δεν αποκλείεται μια σωρευτική εκτίμησή τους, όταν η εξέταση των επιμέρους στοιχείων δεν αρκεί για να σχηματιστεί μία ασφαλής γνώμη ως προς την ποινική φύση της κύρωσης. Ενδεικτικά, το ΕΔΔΑ εξετάζει ως κριτήρια τη σοβαρότητα του αδικήματος αυτού καθ’ αυτού, τον αποτρεπτικό και κατασταλτικό χαρακτήρα της κύρωσης και το ύψος του προστίμου[6].
2.3. Στην Απόφαση της 9.1.2014. Μ. Τασιούλη κατά Ελλάδος έκρινε το ΕΔΔΑ ότι: «Ο κανόνας δικαίου, τον οποίο παραβίασε η ενδιαφερομένη απευθύνεται σε όλους τους πολίτες υπό την ιδιότητα του φορολογουμένου. Επιτάσσει συγκεκριμένη συμπεριφορά, ήτοι την δήλωση υπαλλήλου και συνδυάζει την απαίτηση αυτή με κύρωση με χαρακτήρα τιμωρητικό. Το επίδικο πρόστιμο δεν αφορά, λοιπόν, την χρηματική αποζημίωση ζημίας, αλλά αποσκοπούσε στην τιμωρία με σκοπό την αποφυγή επαναλήψεως της αξιόποινης πράξεως. Έτσι, ο γενικός χαρακτήρας της, παραβιαζομένης από την προσφεύγουσα νομικής διάταξης καθώς και ο στόχος ταυτόχρονα προληπτικός και κατασταλτικός της επιβληθείσης κυρώσεως αρκούν στον να θεμελιώσουν τον ποινικό χαρακτήρα της επίδικης παραβάσεως απέναντι στο άρθρο 6 της Συμβάσεως. Σχετικώς με ό,τι προηγείται, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η προσφεύγουσα απετέλεσε αντικείμενο «κατηγορίας ποινικής φύσεως» . Το άρθρο 6 της Συμβάσεως εφαρμόζεται, συνεπώς, στην περίπτωση αυτή». Με βάση τις σκέψεις αυτές ενέταξε το ΕΔΔΑ στις ποινικής φύσεως τις κυρώσεις που προβλέπονται στο ελληνικό δίκαιο για τελωνειακές παραβάσεις.
Μετά τη ρητή υπαγωγή από το ΕΔΔΑ στις κατηγορίες ποινικής φύσεως των κυρώσεων που προβλέπονται στο ελληνικό δίκαιο για τελωνειακές παραβάσεις (βλ. ΕΔΔΑ της 24/9/1997, Γαρυφάλλου ΑΕΒΕ κατά Ελλάδος, 93/1996/ 712/909) αποτελεί πλέον κοινό τόπο στη νομολογία των ελληνικών διοικητικών δικαστηρίων, η αναγνώριση της ένταξης των σοβαρότερων διοικητικών κυρώσεων στο κανονιστικό πεδίο του άρθρ. 6 § 1 ΕΣΔΑ.
2.4. Το ΣτΕ[7] με την μεχρι τώρα  νομολογία του[8] δέχτηκε οτι: «Γίνεται παγίως δεκτό (ΣτΕ 2067/2011 7μ., 990/2004 Ολομ. κ.ά.), κατά την έννοια των άρθρων 89 και επόμενα του ν. 1165/1918 διατάξεων του Τελωνειακού Κώδικα σε συνδυασμό με την § 2 του άρθρου 5 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ), το οποίο ορίζει ότι «Τα δικαστήρια δεσμεύονται, επίσης, ..και από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων ως προς την ενοχή του δράστη», η διοικητική διαδικασία επιβολής πολλαπλού τέλους λόγω της τελωνειακής παραβάσεως της λαθρεμπορίας είναι αυτοτελής σε σχέση με την αντίστοιχη ποινική διαδικασία και το διοικητικό δικαστήριο, όταν κρίνει επί υποθέσεως επιβολής πολλαπλού τέλους λόγω λαθρεμπορίας, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, εκτός αν πρόκειται για αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, αλλά υποχρεούται απλώς να την συνεκτιμήσει κατά την διαμόρφωση της κρίσεώς του. Τούτο δεν απαιτείται να εξαγγέλλεται ρητά, αλλά αρκεί να συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΣτΕ 990/2004, 671, 1067/2013, 2067/2011 7μ., 4506/2011 7μ., 1522/2010 7μ.). Εξάλλου, στο άρθρο 4 § 1 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) (ν.δ. 53/1974 – Α΄ 256 και ν. 1705/1987 – Α΄ 89), στο οποίο κατοχυρώνεται η αρχή ne bis in idem (βλ. και αντίστοιχη ρύθμιση στο άρθρο 50 του Χάρτη των θεμελιωδών δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης), ορίζεται ότι «Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου κράτους, για μια παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάστηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του κράτους αυτού». Περαιτέρω, ανεξαρτήτως του εάν, βάσει της συνταγματικής αρχής της ισότητας των διαδίκων, ανακύπτει ζήτημα επεκτατικής εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 5 § 2 του ΚΔιοικΔικ και σε περίπτωση αθωωτικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου από σχετική ποινική κατηγορία λαθρεμπορίας, πάντως τέτοιο ζήτημα δεν γεννάται αν η αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου δεν είναι αμετάκλητη (ΣτΕ 2951/2013). Κατά την έννοια δε του άρθρου 5 του ΚΔιοικ Δικ, το διοικητικό δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το αμετάκλητο απόφασης ποινικού δικαστηρίου, μόνο όταν του προβάλλεται προσηκόντως εκ μέρους των διαδίκων, αυτεπαγγέλτως δε, κατά τη ρητή διάταξη της § 4 αυτού, μόνον «εφόσον τούτο προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας» (ΣτΕ 1067, 2951/2013, 1522/2010 7μ.)».
Με την απόφαση ΣτΕ 1091/2015[9] το Δ΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε ότι η αρχή ne bis in idem που κατοχυρώνεται στο άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), έχει εφαρμογή όχι μόνον επί ποινικών κυρώσεων αλλά και σε περιπτώσεις που από τη σχετική νομοθεσία προβλέπεται η επιβολή σοβαρών διοικητικών κυρώσεων, όπως είναι τα πρόστιμα μεγάλου ύψους (για τα κριτήρια χαρακτηρισμού μιας υποθέσεως ως ποινικής κατά την Ε.Σ.Δ.Α. βλ. Ε.Δ.Δ.Α., απόφαση της 8.6.1975, Engel and Others κατά Ολλανδίας. Κρίθηκε οτι  σύμφωνα  με την ανωτέρω διάταξη, δεν είναι επιτρεπτή, ως αντικείμενη στην αρχή non bis in idem, η επιβολή περισσοτέρων διοικητικών κυρώσεων από διαφορετικές διοικητικές αρχές για την αυτή παράβαση. Η Απόφαση παραπέμπει την τελικη  κρίση του ζητηματος στην Ολομελεια του ΣτΕ.
2.5 Το ΕΔΔΑ με απόφαση του στις 30.4.2015, στην υπόθεση «Καπετάνιος και άλλοι κατά Ελλάδας»[10] (3453/12, 42941/12 και 9028/13) εξεταζοντας την αρχή Ne bis in idem (άρθρ. 4 του 7ου Πρωτ. ΕΣΔΑ) και το τεκμήριο αθωότητας (άρθρ. 6 § 2 ΕΣΔΑ) σε διοικητικές διαφορές καταδίκασε την  Ελλάδα σε τρεις υποθέσεις, κριθείσες από το ΣτΕ (αποφάσεις ΣτΕ 1999/2011, 3616/2011 και 3457/2012, αντίστοιχα) που αφορούσαν επιβολή μεγάλων διοικητικών προστίμων που αφορούσαν καταλογιστικές πράξεις της τελωνειακής αρχής για τελωνειακές παραβάσεις λαθρεμπορίας (όπλου και ηλεκτρονικών συσκευών, καυσίμων και αυτοκινήτων,) σε υποθέσεις όπου οι αιτούντες διώχθηκαν ποινικά για τις ίδιες κατ’ ουσίαν λαθρεμπορικές παραβάσεις και αθωώθηκαν με αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων, που κατέστησαν αμετάκλητες. Για τα πρόστιμα απερρίφθησαν από τα διοικητικά δικαστήρια και το ΣτΕ τα ένδικα μέσα κατά των ανωτέρω προστίμων. Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι: 1) πρόκειται για «ποινικές» υποθέσεις, σύμφωνα με τα κριτήρια Engel 2) εφόσον ο καθού επικαλείται ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου την σχετική αθωωτική ποινική απόφαση, το διοικητικό δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως την επιρροή που μπορεί να έχει η απόφαση αυτή στην κρίση του επί της υπόθεσης· άλλως, θα ανεχόταν σκοπίμως μια κατάσταση που ενδέχεται να είναι αντίθετη προς την αρχή ne bis in idem 3) στη μια υπόθεση δεν θα έπρεπε καν να έχει επιβληθεί διοικητικό πρόστιμο, δεδομένου ότι κατά το χρόνο έκδοσης της επίδικης καταλογιστικής πράξης είχε ήδη καταστεί αμετάκλητη η οικεία αθωωτική ποινική απόφαση.

3.-Κριτήρια Engel

3.1. Το ΕΔΔΑ προκειμένου να μην διαφεύγει κάθε κράτος των υποχρεώσεών του μεταμφιέζοντας καταδίκες και διώξεις που ως εκ της φύσεώς τους είναι πράγματι ποινικές σε άλλης μορφής κυρώσεις, χρησιμοποίησε τρία κριτήρια, τα γνωστά ως κριτήρια Engel[11]:
 α) το εάν η σχετική νομοθετική διάταξη ανήκει στην ύλη του εθνικού ποινικού δικαίου,
β) την φύση της παραβάσεως[12] και
γ) την φύση και τον βαθμό σοβαρότητας της κύρωσης που κινδυνεύει να υποστεί ο ενδιαφερόμενος (βλ. Αποφασεις ΕΔΔΑ, Ezech et Connors κατά Ηνωμένου Βασιλείου [GC], υπ’ αριθμόν 39665/98 και 40086/09, § 82, ΕΔΔΑ 2003-Χ).
3.2. Η αρχή ne bis in idem είναι κοινή και στο δίκαιο ΕΕ. Με το Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, ο οποίος, από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας, έχει δεσμευτικό χαρακτήρα αναγνωρίζεται η αρχή βάσει της οποίας «κανείς δε διώκεται, ούτε τιμωρείται ποινικά δις για το ίδιο αδίκημα» («ne bis in idem») έτσι έκρινε το ΔΕΕ στην υπόθεση C617/10, με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως βάσει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, στην υποθεση Åklagaren κατά Hans Åkerberg Fransso.

4. - Το δεδικασμένο

 Από την αρχή ne bis in idem, η οποία έχει πεδίο εφαρμογής και στην με αριθμό 1741/2015 απόφασή του ΣτΕ που αφορά «κατηγορία ποινικής φύσης» κατά την έννοια του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι διοικητικό δικαστήριο ουσίας που κρίνει επί διαφοράς από πράξη επιβολής πολλαπλών τελών για λαθρεμπορία υποχρεούται να τερματίσει την ενώπιόν του διαδικασία με έκδοση απόφασης που ακυρώνει την πράξη επιβολής των τελών ή, αν αυτή έχει ήδη ακυρωθεί, που επικυρώνει τη σχετική κρίση, εφ’ όσον επί της αντίστοιχης ποινικής κατηγορίας για λαθρεμπορία κατά του αυτού προσώπου βάσει των ιδίων κατ’ ουσίαν πραγματικών περιστατικών, έχει εκδοθεί αμετάκλητη αθωωτική ή καταδικαστική απόφαση. (Βλ. μειοψηφία στη σκέψη 8 των αποφάσεων ΣτΕ 1522/2010 και ΣτΕ 3616/2011).
Παραβίαση δεδικασμένου, υπάρχει, αν εναντίον κάποιου ασκηθεί νέα ποινική δίωξη για την ίδια πράξη, ως τοιαύτης νοουμένης του ιδίου ιστορικού γεγονότος στο σύνολό του, το οποίο περιλαμβάνει, όχι μόνον την ενέργεια ή την παράλειψη του δράστη, αλλά επί ουσιαστικών εγκλημάτων και το ανήκον στην αντικειμενική τους υπόσταση αποτέλεσμα, για την οποία αμετακλήτως καταδικάστηκε ή αθωώθηκε ο κατηγορούμενος ή έπαυσε η ποινική δίωξη προηγουμένως. Οταν υπάρχει δεδικασμένο, κηρύσσεται απαράδεκτη η νέα δίωξη, ο δε επικαλούμενος αυτό οφείλει να το αποδείξει εγγράφως, ήτοι με την προσκομιδή ενώπιον του Αρείου Πάγου πλήρους αντιγράφου της αποφάσεως από την οποία απορρέει και, επιπροσθέτως, βεβαιώσεως, από την οποία να προκύπτει ότι η απόφαση είναι αμετάκλητη, κατ’ άρθρο 546 § 2 ΚΠΔ (ΑΠ 138/2013).
Η ύπαρξη και το αμετάκλητο των εν λόγω ποινικών αποφάσεων εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το διοικητικό δικαστήριο ως προϋπόθεση της ως άνω δημοσίας τάξεως υποχρεώσεώς του, κατ’ ανάλογη εφαρμογή της § 4 του άρθρου 5 του ΚΔιοικΔικ περί αυτεπάγγελτης λήψης υπ’ όψη του δεδικασμένου. Υπό την προϋπόθεση, σύμφωνα και με την τελευταία αυτή διάταξη, ότι η σχετική ποινική απόφαση περιέχεται στα στοιχεία της δικογραφίας. Και αν μεν η απόφαση αυτή συμβαίνει να έχει προσαχθεί από τους διαδίκους προαποδεικτικά και με νόμιμο τρόπο, κατά το άρθρο 150 ΚΔιοικΔικ, τότε λαμβάνεται υπ’ όψη άνευ άλλου, αν προσκομισθεί μετά τη συζήτηση της υποθέσεως, το δικαστήριο, εναρμονίζοντας στην περίπτωση αυτή την υποχρέωσή του προς αυτεπάγγελτη εξέταση του ζητήματος με τη θεμελιώδη αρχή της αντιμωλίας, εκδίδει προδικαστική απόφαση προκειμένου να τη λάβει υπ’ όψη αφού περιληφθεί νομίμως στο φάκελο της υποθέσεως και δοθεί έτσι η δυνατότητα στους διαδίκους να ακουσθούν επ’ αυτού (ΣτΕ 3616/2011).
Σε κάθε δε περίπτωση, εφ’ όσον προβληθεί σχετικός ισχυρισμός, έστω και το πρώτον μετά τη συζήτηση της υποθέσεως (ΟλΣτΕ 4487/2001), το δικαστήριο οφείλει να διαλάβει στην απόφασή του σχετική αιτιολογία.

5. -Τεκμήριο αθωότητας

Η κρίση της με αριθμό 1741/2015 απόφασής του ΣτΕ ότι: «διότι η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, όπως την παραθέτει και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ήχθη στο συμπέρασμά της λόγω αμφιβολιών» έρχεται σε αντίθεση  με το τεκμήριο αθωότητας[13].
Με την κύρωση της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το άρθρ. 6 § 2 ΕΣΔΑ[14], το οποίο ορίζει ότι «Παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του», απέκτησε αυξημένη τυπική ισχύ βάσει του άρθρου 28§2 του Συντάγματος και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της ελληνικής έννομης τάξης, χωρίς μάλιστα να είναι δυνατή η κατάργησή του με νόμο. Σε κοινοτικό επίπεδο, με το άρθρ. 6 § 2 της Συνθήκης για την ΕΕ το οποίο ορίζει ότι «Η Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη Δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την ΕΣΔΑ και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπογράφηκε στην Ρώμη στις 4.11.1950, και όπως προκύπτουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, ως γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου», καθίσταται σαφές ότι το τεκμήριο αθωότητας αποτελεί μέρος όχι μόνο του εσωτερικού μας δικαίου αλλά και του κοινοτικού, με κοινό μάλιστα τρόπο κατοχύρωσης τους το άρθρο 6 §2 της ΕΣΔΑ. Επιπλέον, και σε νομολογιακό επίπεδο, το ΔΕΕ αναγνωρίζει το τεκμήριο μέσω της ΕΣΔΑ και των γενικότερων συνταγματικών αρχών των κρατών-μελών, θεωρώντας το αναπόσπαστο μέρος των γενικών αρχών του δικαίου, των οποίων την τήρηση διασφαλίζει το Δικαστήριο.
Άλλωστε το  ΕΔΔΑ στην  υπόθεση Β. Σταυρόπουλος κατά Ελλάδας (απόφαση: της 27.9.2007 προσφυγή: 35522/ 04) έκρινε[15] ότι: «Το ΕΔΔΑ εκτιμά ότι κατά την αρχή «in dubio pro reo», που συνιστά μια ιδιαίτερη έκφανση της αρχής του τεκμηρίου αθωότητας, καμία ποιοτική διαφοροποίηση δεν πρέπει να υπάρχει μεταξύ της αθώωσης ελλείψει αποδείξεων και της αθώωσης μετά από τη διαπίστωση πέραν πάσης αμφιβολίας της αθώωσης του κατηγορούμενου. Πράγματι, οι αθωωτικές αποφάσεις δεν διαφοροποιούνται βάσει των αιτιολογιών που κάθε φορά εκφέρει ο ποινικός δικαστής. Αντιθέτως, στα  πλαίσια  του άρθρου 6 § 2 ΕΣΔΑ, το διατακτικό μιας αθωωτικής απόφασης πρέπει να γίνεται σεβαστό από κάθε άλλη αρχή που κρίνει, κατά τρόπο άμεσο ή έμμεσο, επί της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου.»

6. -Συμπερασματικά

6.1. Επί παραβάσεων του Τελωνειακού Κώδικα προβλέπεται από το νομοθέτη η επιβολή κυρώσεων, αφ’ ενός μεν, από τα ποινικά δικαστήρια, αφ’ ετέρου δε, από την Διοίκηση, η δε διαδικασία ενώπιον της Διοικήσεως και περαιτέρω ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, οδηγεί στην επιβολή πολλαπλού τέλους, έχει και αυτή, κατ’ εφαρμογή των κριτηρίων Engel, ποινικό χαρακτήρα, εμπίπτει, σύμφωνα με την απόφαση Zolotukhin, που αναθεώρησε όλη την προγενέστερη σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ, στο πεδίο εφαρμογής της αρχής nοn bis in idem.  Με την νομολογία του ΕΔΔΑ τίθεται το ζήτημα της δεσμεύσεως και των διοικητικών δικαστηρίων από τις τελεσίδικες αθωωτικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, στις περιπτώσεις που τα ίδια πραγματικά περιστατικά και η ίδια προσωπική συμπεριφορά στοιχειοθετούν εκτός από ποινικό αδίκημα και διοικητική παράβαση, διότι διαφορετικά παραβιάζεται το τεκμήριο αθωότητας που καθιερώνει το άρθρο 6 § 2 της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 (Α 256) και η αρχή «ne bis in idem». Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), ερμηνεύοντας την διάταξη αυτή, έχει δεχθεί ότι απόφαση διοικητικού δικαστηρίου που έπεται τελικής (ήτοι «αμετάκλητης» ΣτΕ 1311, 2951/2013) αθωωτικής αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου για το ίδιο πρόσωπο δεν πρέπει να την παραβλέπει και να θέτει εν αμφιβόλω την αθώωση, έστω και αν αυτή εχώρησε λόγω αμφιβολιών (ΕΔΔΑ 27.9.2007, 35522/ 04, Σταυρόπουλος κατά Ελλάδας, σκέψη 39 και ΕΔΔΑ 13.7. 2010, 25720/05, Tendam κατά Ισπανίας, σκέψη 37) και, συνεπώς, το διοικητικό δικαστήριο υποχρεούται να απόσχει από τη διατύπωση κρίσεως ή αιτιολογίας που να θέτει εν αμφιβόλω το αθωωτικό αποτέλεσμα της οικείας ποινικής διαδικασίας (ΕΔΔΑ 27.9.2011, 23272/07, Hrdalo κατά Κροατίας, σκέψη 54)
6.2. Η Ελληνική έννομη τάξη πρέπει πρώτα απ’ όλα να προβεί σε αναγκαίες νομοθετικές ρυθμίσεις, ώστε να εναρμονισθεί πλήρως με την νομολογία του Στρασβούργου, αλλά στο μεταξύ πρέπει άμεσα να φροντίσει ώστε οι διωκτικές αρχές να οδηγούν τους υπαιτίους στα ποινικά δικαστήρια, προσκομίζοντας τις αποδείξεις ενοχής, αλλιώς τα διοικητικά δικαστήρια θα οδηγούνται  μοιραία μετά από αθωωτικές αποφάσεις στα ανωτέρω αδιέξοδα που επισημάναμε.

Αντώνης Π. Αργυρός
argyros.office@gmail.com















[1]  Βλ. Σε www.humanrightscaselaw.gr: 1) Ε. Παυλίδου, Δ.Ν., Σπουδάστριας Ε.Σ.Δι., με αφορμή την απόφαση Καπετάνιος του ΕΔΔΑ) «Ne bis in idem: Προς μία απόλυτα ευρωπαϊκή ερμηνεία ενός απόλυτου δικαιώματος» 2) Σημείωμα Ι. Δημητρακόπουλου, Παρέδρου ΣτΕ, στην απόφαση ΣτΕ Ολομ. 1741/2015, «Ne bis in idem: Η σύντομη(;) "ζωή" της απόφασης Καπετάνιος» 3) Ne bis in idem και επιβολή δεύτερου διοικητικού προστίμου Σχόλιο Ι. Δημητρακόπουλου στις αποφάσεις ΣτΕ 108/2015 εν συμβ. και ΣτΕ /20154) ΕΔΔΑ 23.6.2015, Butnaru v. Romania (8516/07) Ne bis in idem (άρ. 4 του 7ου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ) – Έννοια του idem – Αθώωση της αιτούσας για το αδίκημα της βιαιοπραγίας και πρόκλησης σωματικής βλάβης στον D, με απόφαση που κατέστη αμετάκλητη τον Ιανουάριο του 2006 – Παράλληλη ποινική διαδικασία και καταδίκη της αιτούσας για ληστεία του D, σε σχέση με το ίδιο συμβάν, με πρωτοβάθμια απόφαση που εκδόθηκε το Μάρτιο του 2006 και οριστικοποιήθηκε στη συνέχεια – Το αδίκημα της ληστείας που καταλογίσθηκε στην αιτούσα περιλαμβάνει, ως ουσιώδες στοιχείο, στο σύνολό της τη βίαιη συμπεριφορά που αποτέλεσε το αντικείμενο της πρώτης διαδικασίας, δεδομένου, άλλωστε, ότι τα δικαστήρια της δεύτερης διαδικασίας δεν έκαναν κάποια διάκριση των πραγματικών περιστατικών των δύο υποθέσεων, από την άποψη αυτή – Συνεπώς συντρέχει η προϋπόθεση του idem – Διαπιστώνεται παραβίαση της ανωτέρω διάταξης της ΕΣΔΑ 
[2]. Το ΣτΕ στην 4571/2014  Απόφαση του έκρινε ότι: «βάσει της συνταγματικής αρχής της ισότητας των διαδίκων, ανακύπτει ζήτημα επεκτατικής εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 5 § 2 του ΚΔιοικΔικ και σε περίπτωση αθωωτικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου από σχετική ποινική κατηγορία λαθρεμπορίας, πάντως τέτοιο ζήτημα δεν γεννάται αν η αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου δεν είναι αμετάκλητη (ΣτΕ 2951/2013). Κατά την έννοια δε του άρθρου 5 του ΚΔιοικΔικ, το διοικητικό δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το αμετάκλητο απόφασης ποινικού δικαστηρίου, μόνο όταν του προβάλλεται προσηκόντως εκ μέρους των διαδίκων, αυτεπαγγέλτως δε, κατά τη ρητή διάταξη της § 4 αυτού, μόνον «εφόσον τούτο προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας» (ΣτΕ 1067, 2951/2013, 1522/2010 7μ.)».
[3] Αναφέρομαι στην δημοσιονομική κρίση κυρίως ,αλλά και στην» αδυναμία» των διωκτικών αρχών να αποδείξουν με αδιάσειστα στοιχεία  στα ποινικά κυρίως δικαστήρια την διάπραξη μεγάλων υποθέσεων λαθρεμπορίας ,με αποτέλεσμα την απαλλαγή των κατηγορουμένων ,»λόγω αμφιβολιών»
[4]. ΕΔΔΑ (τμήμα μειζ. σύνθεσης) Υπόθεση Zolotukhin κατά Ρωσίας (Προσφυγή Νο 14939/03), Απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 2009.
[5]. ΕΔΔΑ Υπόθεση Engel κ.λ.π. κατά Ολλανδίας, Απόφαση της 8ης Ιουνίου 1976.
[6]. Βλ. ΕΔΔΑ της 6/12/2007, ΓΙΑΝΝΕΤΑΚΗ Ε. & Σ. ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΕΠΕ κλπ κατά Ελλάδος, 29829/2005.
[7]. Νομολογία του ΣτΕ επί της αρχής «ne bis in idem» 2039/2015, 1741/2015 Ολ., 1566/2015, 1565/2015, 1403/ 2015, 221/2015, 4571/2014, 4203/2014, 3373/2014 3257/2014, 3003/ 2014 (Ολ), 2782/2014, 2699/2014, 2698/2014, 2502/2014, 1879/ 2014, 486/2014, 7/2014, 6/2014, 4611/2013, 4610/2013, 4606/2013, 4605/2013, 4593/2013, 4592/2013, 3871/2013, 3870/2013, 3865/13, 3376/2013, 2960/2013, 2674/2013, 2626/2013, 2455/2013, 2454/ 2013, 2365/2013, 2007/2013, 1918/2013, 1915/2013, 1326/2013, 1325/2013, 1067/2013, 1066/2013, 1065/ 2013, 1064/2013, 117/ 2013, 3616/2011, 2475/2011, 2067/ 2011.
[8]. Βλ. σκέψεις της  4571/20014  ΣτΕ
[9] Βλ. Ευγενία Πρεβεδούρου, «Εφαρμογή της αρχής ne bis in idem και επί επιβολής πλειόνων διοικητικών κυρώσεων: ΣτΕ 1091/2015» και «Η αρχή ne bis in idem κατά το δίκαιο της Ένωσης και κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ. Διοικητικός ή ποινικός χαρακτήρας της κύρωσης του πολλαπλού τέλους του ΤΚ (ΣτΕ Ολ 1741/2015)», σε http://www.prevedourou.gr/
[10]. Βλ Σημείωμα Ι. Δημητρακόπουλου, Παρέδρου ΣτΕ, στην απόφαση ΟλΣτΕ 1741/2015 σε http://www.humanrightscaselaw.gr
[11]. Από την απόφαση αρχής του Ε∆∆Α (µείζ. σύνθεσης), Υπόθεση Engel κ.λ.π. κατά Ολλανδίας, (Προσφυγές Νο 5100/71, 5101/71, 5102/71, 5354/72, 5370/72), Απόφαση της 8ης Ιουνίου 1976.
[12] Βλ. ΕΔΔΑ 17.2.2015, Boman v. Finland (41604/11) ΕΔΔΑ 10.2.2015, Kiiveri v. Finland (53753/12),ΕΔΔΑ 27.1.2015, Rinas v. Finland (17039/13), ΕΔΔΑ 6.1.2015 (decision), Heinänen v. Finland (947/13) σε www.humanrightscaselaw.gr
[13] Βλ. και την 2403/2015 ΣτΕ του Β’ Τμήματος σημαντική για το ζήτημα απόφαση με εισηγητη τον Ι. Δημητρακόπουλο σε www.humanrightscaselaw.gr
[14]. Βλ. αποφάσεις ΕΔΔΑ της 25 Mαρτίου 1983 ... Switzerland, της 10.2.1995, France, της 28.1.2005, Turquie, της 19.9.2006, Serbie, της 12.2.2007, Belgique, της 27.9.2007,κατά Ελλάδας σκέψεις 28, 29 και 30, της 14.1.2010, Croatia, της 15.7.2010, Croatia, κ.ά.
[15]. Βλ. σκέψη 39.

Ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας

Ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας ΣΤΕ  (Ολομέλεια) Αριθ. 1501/2015 ΜΕ ΣΧΟΛΙΟ ΑΝΤΩΝΗ ΑΡΓΥΡΟΥ 

Ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας. Σύμφωνα με το σκοπό της διατάξεως του άρθρου 4 § 5 του Συντάγματος αποκατάσταση ζημίας καθίσταται δυνατή σε περίπτωση ζημιογόνου δράσεως οιουδήποτε οργάνου του Κράτους, άρα και εκείνης των οργάνων τα οποία είναι ενταγμένα στην δικαστική λειτουργία. Αποκλεισμός της αστικής ευθύνης του Δημοσίου στην τελευταία περίπτωση δεν συνάγεται από την περί αγωγών κακοδικίας διάταξη του άρθρου 99 του Συντάγματος, διότι η προσωπική ευθύνη οργάνου του Δημοσίου δεν αποκλείει αναγκαίως την ευθύνη του τελευταίου, σκοπός δε της διατάξεως αυτής είναι η προστασία του κύρους της Δικαιοσύνης με ανάθεση σε ειδικό δικαστήριο του έργου της διαγνώσεως της προσωπικής ευθύνης των δικαστικών λειτουργών από την άσκηση των καθηκόντων τους.
Πρόδηλο σφάλμα του δικαστικού λειτουργού επισύρει ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση κατά τις διατάξεις του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ. Η διάταξη του άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα ορίζοντας ως προϋπόθεση για την ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση τον παράνομο χαρακτήρα της ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως έχει ευθεία εφαρμογή στην περίπτωση ζημιογόνας δράσεως οργάνων της νομοθετικής εξουσίας (νομοθέτηση ή παράλειψη νομοθετήσεως αντικείμενη σε κανόνες δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος) και της εκτελεστικής εξουσίας κατά την εφαρμογή του νόμου στην ατομική περίπτωση (παράβαση της αρχής της νομιμότητας). Η διάταξη αυτή δεν αναφέρεται ευθέως σε ζημιογόνες πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, διότι ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση λόγω απλώς εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου ή απλώς εσφαλμένης εκτιμήσεως των πραγμάτων από δικαστικό λειτουργό δεν είναι συμβατή με την φύση του δικαστικού έργου, ως εκ της οποίας το Σύνταγμα εγγυάται στον δικαστικό λειτουργό την λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία του. Εν όψει της φύσεως του δικαστικού έργου, μόνο πρόδηλο σφάλμα του δικαστικού λειτουργού επισύρει ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση.
Αντίθετη η μειοψηφία σύμφωνα με την οποία η μέσω της διαδικασίας της εκδικάσεως των διαφορών της αποζημιωτικής ευθύνης του Δημοσίου αμφισβήτηση ενώπιον του δικαστή διαφορών παρεμπιπτόντως της κρίσεως δικαστικών οργάνων κατά την άσκηση των δικαστικών τους καθηκόντων άγει σε εξουδετέρωση της αποτελεσματικότητας της έννομης προστασίας από τον φυσικό δικαστή, δεν εναρμονίζεται προς τις μνησθείσες διατάξεις των άρθρων 8, 20 § 1 και 25 § 1 εδάφιο δεύτερο του Συντάγματος (Άρθρα 14 § 2 περ. β΄ π.δ.18/1989, 105 ΕισΝΑΚ, 533 - 545 Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, 7 περ. δ΄ ν. 693/1977, 4, 5 και 9 ν. 1729/ 1987, 57 και 1000 Αστικού Κώδικα, 185 ΚΔΔ, 4 § 5, 5 § 1, 7 § 4, 8, 17, 20 § 1, 25 § 1 εδ. β΄, 87, 93, 94, 96, 98, 99 Σ). 

(…) Επειδή, με την πρώτη από τις υπό κρίση αιτήσεις, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται, κατά τον νόμο, καταβολή παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της 42/2005 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Λάρισας. Με την απόφαση αυτή εξαφανίσθηκε, κατ’αποδοχή εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, η 529/2002 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Λάρισας και, στην συνέχεια, κατά μερική αποδοχή αγωγής του αναιρεσιβλήτου, υποχρεώθηκε το Ελληνικό Δημόσιο, κατά το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, να του καταβάλει ποσό 14.673, 51 ευρώ προς αποκατάσταση ζημίας που είχε υποστεί από την σφράγιση καταστήματος πωλήσεως ειδών ενδύσεως και ατομικής χρήσεως από κάνναβη και την κατάσχεση των σχετικών εμπορευμάτων. Με την πρωτόδικη απόφαση η αγωγή του αναιρεσιβλήτου είχε απορριφθεί.
(…) Επειδή, το άρθρο 4 § 5 του Συντάγματος, ορίζοντας ότι «Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους» έχει αναγάγει σε συνταγματικό κανόνα την ισότητα ενώπιον των δημοσίων βαρών, συνιστά δε, παράλληλα, και διάταξη στην οποία θεμελιώνεται η αποζημιωτική ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις των οργάνων του που προκαλούν ζημία, παράνομες (ΣτΕ 980/2002) ή νόμιμες (ΣτΕ 5504/2012). Τούτο, διότι η ισότητα ενώπιον των δημοσίων βαρών επιτάσσει και την αποκατάσταση της ζημίας που κάποιος υφίσταται από την δράση, χάριν του δημοσίου συμφέροντος, των οργάνων του Κράτους, όταν η δράση αυτή δεν είναι σύννομη ή όταν είναι μεν νόμιμη αλλά προκαλεί βλάβη ιδιαίτερη και σπουδαία, σε βαθμό ώστε να υπερβαίνει τα όρια που είναι κατά το Σύνταγμα ανεκτά προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο σκοπός δημοσίου συμφέροντος στον οποίο αποβλέπει η δράση αυτή, σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία.. Πραγματώνεται δε ο σκοπός της διατάξεως αυτής υπό την ως άνω έννοια όταν αποκατάσταση τέτοιας ζημίας καθίσταται δυνατή σε περίπτωση ζημιογόνου δράσεως οιουδήποτε οργάνου του Κράτους, άρα και εκείνης των οργάνων τα οποία είναι ενταγμένα στην δικαστική λειτουργία. Αποκλεισμός της αστικής ευθύνης του Δημοσίου στην τελευταία περίπτωση δεν συνάγεται από την περί αγωγών κακοδικίας διάταξη του άρθρου 99 του Συντάγματος, διότι η προσωπική ευθύνη οργάνου του Δημοσίου δεν αποκλείει αναγκαίως την ευθύνη του τελευταίου, σκοπός δε της διατάξεως αυτής είναι η προστασία του κύρους της Δικαιοσύνης με ανάθεση σε ειδικό δικαστήριο του έργου της διαγνώσεως της προσωπικής ευθύνης των δικαστικών λειτουργών από την άσκηση των καθηκόντων τους. Επομένως, κατά το Σύνταγμα, επιβάλλεται στο νομοθέτη να ορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες αποκαθίσταται η ζημία που προκαλείται από την δράση οποιουδήποτε κρατικού οργάνου λαμβάνοντας υπ’όψη την φύση και την αποστολή του έργου που το Σύνταγμα αναγνωρίζει, αναθέτει και εγγυάται στα όργανα των τριών λειτουργιών του Κράτους. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Δ. Μακρής και Τ. Κόμβου, οι οποίοι διετύπωσαν την εξής γνώμη: Εκτός των περιπτώσεων κατά τις οποίες υφίσταται ευθύνη προς αποζημίωση του Δημοσίου από πράξεις δικαστικών οργάνων, εάν προκληθεί ζημία κατά παράβαση του ενωσιακού δικαίου με τις προϋποθέσεις που έχουν τεθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (ΔΕΚ 30.9.2003, C-224/01, Köbler, Συλλ. 2003 Ι-10239, ΔΕΚ 13.6.2006, C-173/03 Traghetti del Mediterraneo, Συλ 2006 Ι-5177, ΔΕΚ 24.11.2011, C-379/10, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλ 2011 Ι-00180), το άρθρο 4 § 5 του Συντάγματος που αποτελεί την διάταξη στην οποία θεμελιώνεται η αποζημιωτική ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις των οργάνων του που προκαλούν ζημία, νόμιμες (ΣτΕ 5504/2012, 2165/2013 επταμ.) ή παράνομες (ΣτΕ 980/2002), προκειμένου να τύχει εφαρμογής σε περιπτώσεις υλικής ζημίας ή ηθικής βλάβης από αποφάσεις ή πράξεις των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας κατά την άσκηση των δικαστικών τους καθηκόντων με τις εγγυήσεις των άρθρων 87 και επομένων του Συντάγματος, και η οποία διακρίνεται κατά το Σύνταγμα από την νομοθετική και την εκτελεστική λειτουργία, θα πρέπει να εναρμονίζεται προς άλλες σχετικές συνταγματικές διατάξεις οι οποίες έχουν ίση τυπική ισχύ (ΣτΕ 292/1984 Ολομέλεια). Στο πλαίσιο αυτό, οι διατάξεις των άρθρων 8, 20 § 1 και 25 § 1 εδάφιο δεύτερο του Συντάγματος διασφαλίζουν την εκδίκαση των διαφορών από προκαθορισμένο με γενικό και αντικειμενικό τρόπο συγκεκριμένο δικαστή και με ορισμένη διαδικασία αποτελεσματική, η οποία, άρα, περιλαμβάνει την οριστική αυθεντική επίλυσή τους από τον δικαστή αυτόν σύμφωνα με την καθιερωμένη οργάνωση απονομής της δικαιοσύνης με την λειτουργία δικαιοδοτικών οργάνων αντίστοιχων προς την φύση των αναφυομένων δικαστικών διαφορών (άρθρα 93, 94, 96, 98 του Συντάγματος), που είναι αρμόδια και για τον έλεγχο της ορθότητας των σχετικών αποφάσεων ή πράξεων, που μπορεί να οδηγήσει στην εξαφάνισή τους. Η εκδοχή ότι η αναφερθείσα διάταξη του Συντάγματος επιτάσσει την αποκατάσταση από το Δημόσιο της ζημίας που προκαλείται και από την άσκηση των δικαστικών καθηκόντων των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας έχει ως συνέπεια την άσκηση παρεμπίπτοντος ελέγχου από τον δικαστή της αγωγής αποζημιώσεως σε σχετικές αποφάσεις ή πράξεις των δικαστικών οργάνων ή άλλων οργάνων που είναι ενταγμένα στην διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης. Ο έλεγχος της εν γένει ορθότητας των αποφάσεων ή πράξεων των οργάνων αυτών, τα οποία θα είναι μάλιστα και αρμόδια να αποφανθούν και σε τελευταίο βαθμό, στο πλαίσιο της διαδικασίας της αποζημιωτικής ευθύνης του Δημοσίου κατόπιν της εγέρσεως σχετικής διαφοράς που έχει ως κύριο αντικείμενο ήδη εξενεχθείσα δικαιοδοτική κρίση με τις εγγυήσεις και τα αποτελέσματα που διασφαλίζουν οι προαναφερθείσες συνταγματικές διατάξεις, οδηγεί στην οριστική επίλυση της αποζημιωτικής διαφοράς αυτής με αυθεντική κρίση και για το παρεμπιπτόντως εξεταζόμενο προεκτεθέν ζήτημα. Κατά τον τρόπο όμως αυτό τελικά το ζήτημα εξετάζεται από δικαστή διαφορετικό από τον φυσικό δικαστή της υποθέσεως, επιλύεται δε με την έκδοση και άλλης αποφάσεως που μπορεί να περιλαμβάνει διαφορετικές ή αντίθετες κρίσεις έναντι της αποφάσεως ή πράξεως που αποτέλεσε αιτία της αποζημιωτικής διαφοράς, καθιστώντας μη αποτελεσματική την παρασχεθείσα ήδη έννομη προστασία από το αρμόδιο δικαστήριο. Για τους προεκτεθέντες λόγους η μέσω της διαδικασίας της εκδικάσεως των διαφορών της αποζημιωτικής ευθύνης του Δημοσίου αμφισβήτηση ενώπιον του δικαστή των διαφορών αυτών παρεμπιπτόντως της κρίσεως δικαστικών οργάνων κατά την άσκηση των δικαστικών τους καθηκόντων, που άγει σε εξουδετέρωση της αποτελεσματικότητας της έννομης προστασίας από τον φυσικό δικαστή, δεν εναρμονίζεται προς τις μνησθείσες διατάξεις των άρθρων 8, 20 § 1 και 25 § 1 εδάφιο δεύτερο του Συντάγματος. Συγκεκριμένα, δεν είναι κατά το Σύνταγμα δυνατός τέτοιος παρεμπίπτων έλεγχος από τον διοικητικό δικαστή πράξεων, παραλείψεων ή εκτιμήσεων ποινικού δικαστηρίου, ή συμβουλίου ή άλλου οργάνου (εισαγγελέα, ανακριτή), ενταγμένου στην διαδικασία απονομής της ποινικής δικαιοσύνης (πρβλ. ΣτΕ 2574/2006 επταμ.). Άλλωστε ο συνταγματικός νομοθέτης, κατοχυρώνοντας κατ’ αρχήν την υποχρέωση του Δημοσίου προς αποζημίωση από ζημιογόνες πράξεις οργάνων του, στάθμισε περαιτέρω την ανάγκη αποζημιώσεως όσων ζημιώνονται από αποφάσεις ή πράξεις δικαιοδοτικών οργάνων με την παροχή αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας από συγκεκριμένο για κάθε υπόθεση δικαστή προσωπικά και λειτουργικά ανεξάρτητο, θεσπίζοντας ειδικές σχετικές ρυθμίσεις. Οι ειδικές διατάξεις αυτές, που έχουν ίση τυπική ισχύ με την διάταξη του άρθρου 4 § 5 του Συντάγματος, ρυθμίζουν το ζήτημα της ευθύνης προς αποζημίωση από τέτοιες αποφάσεις, πράξεις ή παραλείψεις οργάνων ενταγμένων στην άσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας κατά την άσκησή της. Ειδικότερα το Σύνταγμα με την διάταξη του άρθρου 7 § 4 καθιερώνει ευθύνη του Κράτους προς αποζημίωση όσων καταδικάσθηκαν, προφυλακίσθηκαν ή με άλλο τρόπο στερήθηκαν άδικα ή παράνομα την προσωπική τους ελευθερία, επιβάλλει δε στον νομοθέτη να ορίσει τις σχετικές προϋποθέσεις (βλ. ήδη τις διατάξεις των άρθρων 533 – 545 του κώδικα ποινικής δικονομίας) και με τις διατάξεις του άρθρου 99 ρυθμίζει το ζήτημα της αποζημιώσεως από παράνομες αποφάσεις ή πράξεις δικαστικών λειτουργών με το θεσπιζόμενο δικαίωμα ασκήσεως αγωγής κακοδικίας και την αντίστοιχη καθιέρωση ευθύνης των ιδίων των δικαστών σε αρμονία προς την προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία τους και με την ανάθεση σε Ειδικό Δικαστήριο του έργου της εκδικάσεως των διαφορών αυτών. Για την αποφυγή των ατερμόνων δικών επί του αυτού ζητήματος με το άρθρο 7 περ. δ΄ του ν. 693/1977 (φ. 262) ορίστηκε ότι δεν χωρεί αγωγή κακοδικίας κατά των μελών του Ειδικού Δικαστηρίου εκδικάσεως αγωγών κακοδικίας για τις αποφάσεις επί αγωγών κακοδικίας. Συνεπώς, σύμφωνα με την εν λόγω μειοψηφήσασα γνώμη, ζημία που προκλήθηκε από ποινική δίωξη δεν μπορεί να αποκατασταθεί με εφαρμογή του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ (πρβλ. ΣτΕ 2574/2006 επταμ., ΑΠ 256/1996).
 Επειδή, στο άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984 - Α΄ 164) ορίζεται ότι «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. Μαζί με το δημόσιο ευθύνεται εις ολόκληρον και το υπαίτιο πρόσωπο, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων για την ευθύνη των υπουργών». Η πρώτη από τις διατάξεις αυτές, ορίζοντας ως προϋπόθεση για την ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση τον παράνομο χαρακτήρα της ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως έχει ευθεία εφαρμογή στην περίπτωση ζημιογόνας δράσεως οργάνων της νομοθετικής εξουσίας (νομοθέτηση ή παράλειψη νομοθετήσεως αντικείμενη σε κανόνες δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος) και της εκτελεστικής εξουσίας κατά την εφαρμογή του νόμου στην ατομική περίπτωση (παράβαση της αρχής της νομιμότητας). Η διάταξη αυτή δεν αναφέρεται ευθέως σε ζημιογόνες πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, διότι ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση λόγω απλώς εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου ή απλώς εσφαλμένης εκτιμήσεως των πραγμάτων από δικαστικό λειτουργό δεν είναι συμβατή με την φύση του δικαστικού έργου, ως εκ της οποίας το Σύνταγμα εγγυάται στον δικαστικό λειτουργό την λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία του. Εν όψει της φύσεως του δικαστικού έργου, μόνο πρόδηλο σφάλμα του δικαστικού λειτουργού επισύρει ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση. Εφ’ όσον δε το Σύνταγμα, κατά την προηγούμενη σκέψη, δεν ανέχεται να παραμένουν αναποζημίωτες ζημίες που κάποιος υφίσταται από ενέργειες οποιουδήποτε κρατικού οργάνου, μέχρις ότου ο νομοθέτης ρυθμίσει ειδικώς την ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ έχει ανάλογη εφαρμογή σε περίπτωση προκλήσεως ζημίας από πράξεις των οργάνων αυτών η οποία μπορεί να αποδοθεί σε πρόδηλο σφάλμα τους. Ο πρόδηλος δε χαρακτήρας του σφάλματος της κρίσεως οργάνου της δικαστικής λειτουργίας προκύπτει από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης περιπτώσεως βάσει των οποίων η δικαστική πλάνη καθίσταται συγγνωστή ή ασύγγνωστη. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Δ. Αλεξανδρής, Ι. Γράβαρης, Ε. Αντωνόπουλος, Σ. Μαρκάτης, Σ. Χρυσικοπούλου, Η. Τσακόπουλος, Β. Καλαντζή, Κ. Κουσούλης, Κ. Πισπιρίγκος και ο Πάρεδρος Δ. Βασιλειάδης οι οποίοι διετύπωσαν την ακόλουθη γνώμη: Με το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ επιδιώκεται η αποκατάσταση περιουσιακής ζημίας και η ικανοποίηση ηθικής βλάβης που προκαλούνται από πράξεις, παραλείψεις ή υλικές ενέργειες οργάνων του Δημοσίου όταν αυτές κρίνονται παράνομες από τον δικαστή της αγωγής αποζημιώσεως. Η διάταξη αυτή, παρά την ευρεία διατύπωσή της, αναφερόμενης σε όργανα του Δημοσίου, δεν έχει εφαρμογή στις περιπτώσεις υλικής ζημίας ή ηθικής βλάβης από παράνομες πράξεις των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Για την νομιμότητα των πράξεων αυτών (αποφάσεων και λοιπών διαδικαστικών πράξεων), κατ’επιταγή του Συντάγματος που προκύπτει από την οργάνωση της απονομής της δικαιοσύνης με την λειτουργία δικαιοδοτικών οργάνων αντίστοιχων προς την φύση των αναφυόμενων δικαστικών διαφορών (άρθρα 93, 94, 96), ο νόμος καθιερώνει συγκεκριμένο σύστημα ελέγχου στους κόλπους των ιδιαιτέρων κλάδων της απονομής της δικαιοσύνης. Οι πράξεις, επομένως, αυτές ελέγχονται υποχρεωτικώς, κατά το Σύνταγμα, από δικαστικά όργανα που ανήκουν στον ίδιο δικαιοδοτικό κλάδο και κατά ορισμένη διαδικασία, δεν καταλείπεται δε έδαφος παρεμπίπτοντος ελέγχου τους από διοικητικό δικαστήριο αρμόδιο να αποφαίνεται για την κατ’ άρθρο 105 ΕισΝΑΚ ευθύνη του Δημοσίου. Ειδικότερα, δεν υπόκεινται σε τέτοιο παρεμπίπτοντα έλεγχο πράξεις, παραλείψεις ή εκτιμήσεις ποινικού δικαστηρίου, ή συμβουλίου ή άλλου οργάνου (εισαγγελέα, ανακριτή), ενταγμένου στην διαδικασία απονομής της ποινικής δικαιοσύνης ( πρβ ΣτΕ 2574/2006 επτ.). Ως όργανα δε ενταγμένα στην διαδικασία της ποινικής δικαιοσύνης νοούνται και οι αστυνομικοί υπάλληλοι όταν ενεργούν υπό την εποπτεία ή κατόπιν εντολών εισαγγελικού λειτουργού και σύμφωνα με αυτές. Συνεπώς, ζημία που προκλήθηκε από πράξη δικαστικού οργάνου και, ειδικότερα, από ποινική δίωξη δεν μπορεί να αποκατασταθεί με τους όρους και τις προϋποθέσεις του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ. Σύμφωνα όμως με την προηγούμενη σκέψη, η διάταξη του άρθρου 4 § 5 του Συντάγματος, υπό την εκτεθείσα στην σκέψη αυτή έννοια, επιβάλλει στον κοινό νομοθέτη να καθορίσει την διαδικασία, σε αρμονία προς τις συνταγματικές διατάξεις περί χωριστών δικαιοδοσιών, και τους όρους υπό τους οποίους αποκαθίσταται περιουσιακή ζημία προκληθείσα από πράξεις, παραλείψεις ή εκτιμήσεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας. Επιβάλλει, ειδικότερα, την υποχρέωση για τον καθορισμό των όρων υπό τους οποίους αποκαθίσταται από το Δημόσιο ζημία προκληθείσα από όργανα ενταγμένα στην διαδικασία απονομής της ποινικής δικαιοσύνης, πέρα της από το άρθρο 7 § 4 του Συντάγματος προβλεπόμενης περιπτώσεως αποζημιώσεως των αδίκως προφυλακισθέντων ή καταδικασθέντων ή στερηθέντων την ελευθερία τους και, συγκεκριμένα, ζημία που προκλήθηκε από ποινική δίωξη, η οποία κρίθηκε μη νόμιμη με αμετάκλητη αθωωτική απόφαση. Επιβάλλει, δηλαδή, τον καθορισμό των κατάλληλων προϋποθέσεων υπό τις οποίες αποκαθίσταται περιουσιακή ζημία που προκλήθηκε από την δράση των ενταγμένων στην διαδικασία της ποινικής δικαιοσύνης οργάνων, όταν εκ των υστέρων προκύπτει ότι τα όργανα αυτά κατά την εκτέλεση της αποστολής τους για την καταπολέμηση του εγκλήματος και την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης χάριν του καλού του κοινωνικού συνόλου εσφαλμένως εκτίμησαν ως ποινικώς κολάσιμη ανθρώπινη ενέργεια ή συμπεριφορά. Μειοψήφησαν επίσης οι Σύμβουλοι Δ. Μακρής και Τ. Κόμβου, οι οποίοι, εν όψει της αναφερθείσας απόψεώς τους, υποστήριξαν ότι ο νομοθέτης δεν έχει υποχρέωση να καθορίσει την διαδικασία και τους όρους υπό τους οποίους αποκαθίσταται ζημία που προκαλείται από εν γένει αποφάσεις ή πράξεις δικαστικών οργάνων κατά την άσκηση του δικαιοδοτικού έργου τους, για τους λόγους που αναφέρονται στη μειοψηφούσα γνώμη των Συμβούλων αυτών, η οποία παρατίθεται στην προηγούμενη σκέψη. Για τους ίδιους λόγους δεν είναι δυνατή και η ευθεία ή η ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ στις αναφερθείσες περιπτώσεις παράνομων ζημιογόνων αποφάσεων ή πράξεων των οργάνων της δικαστικής λειτουργίας κατά την άσκηση των δικαστικών καθηκόντων τους και συγκεκριμένα ενταγμένων στην διαδικασία της ποινικής διαδικασίας.
Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, στις 21.9.1998 πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα σύσκεψη στην οποία έλαβαν μέρος εκπρόσωποι των Υπουργείων Υγείας και Πρόνοιας Αναπτύξεως, Δημοσίας Τάξεως και Οικονομικών καθώς και εκπρόσωποι του Ε.Ο.Φ. και του Ο.Κ.Α.Ν.Α. και η οποία είχε ως αντικείμενο τον συντονισμό των δημοσίων υπηρεσιών για την αντιμετώπιση του προβλήματος της εισαγωγής και κυκλοφορίας στην Ελλάδα προϊόντων που περιείχαν συστατικά από κάνναβη και έφεραν ενδείξεις με τις οποίες προβαλλόταν η κάνναβη κατά τρόπο έντονο, όπως απεικόνιση φύλλου κάνναβης στην συσκευασία τους. Στην σύσκεψη αυτή επισημάνθηκε ότι, καθ’όσον το ποσοστό της περιεχόμενης στα προϊόντα αυτά ναρκωτικής ουσίας τετραϋδροκανναβινόλης ήταν αμελητέο, το πρόβλημα αφορούσε την διαφήμιση της κάνναβης μέσω των προϊόντων αυτών και ότι η εισαγωγή και το εμπόριο τέτοιων προϊόντων συνιστούσε πρόκληση και παρακίνηση για χρήση και διαφήμιση ναρκωτικών κατά παράβαση των διατάξεων του ν. 1729/1987. Για τους λόγους αυτούς αποφασίσθηκε ότι τα εν λόγω προϊόντα δεν έπρεπε να φέρουν, κατά την εισαγωγή και κυκλοφορία τους στην Ελλάδα, ενδείξεις σχετικές με το φυτό της κάνναβης και ονομασία ίδια ή παραπλήσια, ανεξαρτήτως αν ανιχνευόταν σ’αυτά η ως άνω ναρκωτική ουσία. Στην συνέχεια, η Διεύθυνση Δημόσιας Ασφάλειας του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως απέστειλε στις Διευθύνσεις Ασφαλείας Αττικής και Θεσσαλονίκης και στις Αστυνομικές Διευθύνσεις Νομών το από 12.10.1998 έγγραφο, με το οποίο ζητούσε την διενέργεια εκτεταμένων ελέγχων σε καταστήματα που διαθέτουν στην αγορά προϊόντα κάνναβης και την εφαρμογή των οριζομένων στα άρθρα 4 και 9 του ν. 1729/1987. Στο έγγραφο αυτό αναφέρονταν συγκεκριμένα προϊόντα κάνναβης που εμφανίσθηκαν στην ελληνική αγορά (μπύρες, αναψυκτικά, καλλυντικά, απορρυπαντικά, τσίχλες, κλπ) και έφεραν, ως λογότυπο, πεντάφυλλο ή επτάφυλλο μίσχο κάνναβης και εκφράσεις που παρακινούσαν στην χρήση της κάνναβης και την εξοικείωση με αυτήν. Περαιτέρω, με το από 9.11. 1998 έγγραφο της ίδιας ως άνω υπηρεσίας με τους ίδιους αποδέκτες αναφερόταν ότι τα άρθρα 5 και 9 του ν. 1729/1987 παραβιάζονταν αν το λογότυπο της κάνναβης ήταν τυπωμένο στο εξωτερικό μέρος των ειδών ενδύσεως και των συσκευασιών των προϊόντων και ότι ήταν εξεταστέο αν στοιχειοθετείται παράβαση των διατάξεων αυτών από μόνη την ονομασία των καταστημάτων στα οποία πωλούνταν τα προϊόντα αυτά (“KANNABI­SHOP», “KANNABIS GALLERY”). Κατόπιν τούτων, ύστερα από την Γ../3…/26.10.1998 παραγγελία του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών …. και στο πλαίσιο ένορκης προανακρίσεως για παράβαση του ν. 1729/1987, αστυνομικά όργανα του Τμήματος Διώξεως Ναρκωτικών διενήργησαν, στις 3.11.1998, έρευνα στο εμπορικό κατάστημα με τον τίτλο …. που διατηρούσε από 24.10.1998 ο αναιρεσίβλητος-αναιρεσείων …. και διαπίστωσαν ότι στο κατάστημα αυτό πωλούνταν διάφορα είδη ενδύσεως και ατομικής χρήσεως τα οποία ήταν κατασκευασμένα από κάνναβη κα έφεραν τυπωμένη απεικόνιση πεντάφυλλου ή επτάφυλλου μίσχου κάνναβης, θεωρώντας δε ότι ο αναιρεσίβλητος-αναιρεσείων, εμπορευόμενος τα προϊόντα αυτά, διαφήμιζε την χρήση ναρκωτικών κατά παράβαση των άρθρων 5 και 9 του ν. 1729/1987 τον συνέλαβαν και κατέσχεσαν τα εμπορεύματα. Με βάση την σχετική αναφορά των αστυνομικών οργάνων ο αναιρεσίβλητος-αναιρεσείων παραπέμφθηκε από τον εισαγγελέα στον τακτικό ανακριτή, διώχθηκε ποινικώς για συντέλεση στην διάδοση της χρήσεως ναρκωτικής ουσίας και για πρόκληση σε χρήση και διαφήμιση της χρήσεως ναρκωτικής ουσίας κατά σύστημα με σκοπό το κέρδος, κατέβαλε δε χρηματική εγγύηση για να αφεθεί ελεύθερος. Με την 326/1999 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας ο αναιρεσίβλητος-αναιρεσείων κηρύχθηκε αθώος των κατηγοριών που του είχαν αποδοθεί με την αιτιολογία ότι ο διακριτικός τίτλος … και η απεικόνιση πεντάφυλλου ή επτάφυλλου μίσχου κάνναβης δεν συνιστούσαν ευθεία ή συγκαλυμμένη και έντεχνη διαφήμιση της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών ή πρόκληση σε παράνομη χρήση τους, με την ίδια δε απόφαση διατάχθηκε η απόδοση σ’αυτόν των εμπορευμάτων που είχαν κατασχεθεί. Με την από 11.10.1999 αγωγή του ο αναιρεσίβλητος-αναιρε­σείων ισχυρίσθηκε ότι η απόφαση η οποία ελήφθη κατά την διυπουργική σύσκεψη της 21.9.1998, οι ενέργειες των οργάνων του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως για την πραγμάτωσή της, η κατάσχεση των εμπορευμάτων και η σύλληψή του ήταν παράνομες, ως αντικείμενες στην κοινοτική αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων και στο πλέγμα κοινοτικών Κανονισμών που αφορούσαν την καλλιέργεια και την επιδότηση της κάνναβης, παραβίαζαν τις ίδιες τις διατάξεις του ν. 1729/1987, διότι κατ’εσφαλμένη ερμηνεία τους θεωρήθηκε ότι η πώληση ειδών κάνναβης συνιστούσε ποινικό αδίκημα, και ήταν αντίθετες στα άρθρα 5 § 1 του Συντάγματος και 57 του Αστικού Κώδικα, διότι πρόσβαλαν την οικονομική του ελευθερία καθώς και την τιμή και την προσωπικότητά του. Για τους λόγους αυτούς, ζήτησε, κατ’ επίκληση του άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα να υποχρεωθεί το Δημόσιο να του καταβάλει α) ποσό 11.942,77 ευρώ που αντιστοιχούσε στην αξία των εμπορευμάτων τα οποία κατασχέθηκαν και τα οποία καταστράφηκαν ολοσχερώς λόγω των συνθηκών πλημμελούς φυλάξεώς τους επί ένα έτος, καθώς και στην αξία της γυάλινης ταμπέλας του καταστήματός του που επίσης είχε κατασχεθεί, β) ποσό 3.418,96 ευρώ που αντιστοιχούσε στις δαπάνες διαφημίσεως της επιχειρήσεώς του που δεν αξιοποιήθηκε αφού οι προαναφερόμενες ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου έλαβαν χώρα στις πρώτες ημέρες λειτουργίας του καταστήματός του, γ) ποσό 11.409,37 ευρώ που αντιστοιχούσε στις δαπάνες διαμορφώσεως του χώρου του, δ) ποσό 26.260, 87 ευρώ που αντιστοιχούσε στα διαφυγόντα κέρδη για τον πρώτο χρόνο λειτουργίας του καταστήματος (24.10.1998-10.9.1999), ε) ποσό 34.629,49 ευρώ που αντιστοιχούσε στο ποσό που είχε καταβάλει στον εισαγωγέα των εμπορευμάτων προκειμένου να αναλάβει την αντιπροσωπεία του στην Θεσσαλία και, τέλος, στ) ποσό 88.041 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη την οποία υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς του λόγω της συλλήψεώς του ως εγκληματία. Προς αντίκρουση της αγωγής το Δημόσιο υποστήριξε ότι οι ενέργειες των αστυνομικών οργάνων εντάσσονταν στο πλαίσιο της προλήψεως και της καταστολής του εγκλήματος, που αποτελούν την ειδικότερη αποστολή και το καθήκον των αστυνομικών αρχών, και ήταν σύμφωνες με τις διατάξεις της νομοθεσίας για τα ναρκωτικά και ότι, και αν ακόμη κρίνονταν παράνομες, δεν συνεπάγονταν ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση κατά το άρθρο 105 ΕΙΣΝΑΚ, διότι αφ’ενός η παραβιασθείσα διάταξη σκοπούσε αποκλειστικά στην προστασία του γενικού συμφέροντος και αφ’ ετέρου οι ενέργειες αυτές έλαβαν χώρα κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας. Το διοικητικό πρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή κρίνοντας ότι τόσο οι αποφάσεις των δημοσίων αρχών κατά την διυπουργική σύσκεψη όσο και οι κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας ενέργειες των αστυνομικών οργάνων του Τμήματος Διώξεως Ναρκωτικών Λάρισας ήταν νόμιμες, εντασσόμενες στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους για την αποσόβηση κινδύνου της δημοσίας τάξεως, ασφάλειας και υγείας του κοινού. Αντιθέτως, με την προσβαλλόμενη απόφαση το διοικητικό εφετείο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, αναγνωρίζοντας ότι το Δημόσιο πρέπει να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο-αναιρε­σείοντα μόνο χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ύψους 14.673,51 δραχμών, αφού προηγουμένως δέχθηκε την έφεσή του κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως. Ειδικότερα, το διοικητικό εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Για την στοιχειοθέτηση αντικειμενικώς του εγκλήματος της συντελέσεως στην διάδοση ναρκωτικών ουσιών καθώς και της προκλήσεως στην χρήση και της διαφημίσεως της χρήσεως ναρκωτικών κατά τις διατάξεις των άρθρων 5 § 1 και 9 § 1 του ν. 1729/ 1987 απαιτείται να αποδεικνύεται, στην συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση, ότι υφίσταται ναρκωτική ουσία, κατά την νομική της έννοια, περαιτέρω δε, να αποτυπώνεται, με τις σχετικές ενέργειες του φερόμενου ως δράστη, μήνυμα αυτοτελώς υπέρ των ναρκωτικών, οι δε σχετικές ενδείξεις να είναι πρόσφορες στο να εμφανίσουν ως ελκυστική, όχι την αγορά των πωλουμένων ειδών, αλλά την χρήση ναρκωτικών ουσιών. Συνεπώς, μη νομίμως τα αστυνομικά όργανα του Τμήματος Διώξεως Ναρκωτικών Λάρισας, στο πλαίσιο προανακρίσεως για παράβαση των διατάξεων του ν. 1729/1987, συνέλαβαν τον αναιρεσίβλητο-αναι­ρεσείοντα και κατέσχεσαν τα εμπορεύματα του καταστήματός του, εκτελώντας οδηγίες και εντολές του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως με τις οποίες, κατόπιν της διυπουργικής συσκέψεως της 21.9.1998, είχε θεωρηθεί, εκ προοιμίου, ότι από την αποτύπωση στα επίμαχα είδη πεντάφυλλου ή επτάφυλλου μίσχου κάνναβης ή από την χρήση σε κατάστημα πωλήσεώς τους του διακριτικού τίτλου …. αποσκοπείται η διαφήμιση της ίδιας της κάνναβης ως ναρκωτικής ουσίας. Και τούτο, διότι σύμφωνα με το 30…./16…/0…/1.2.1999 έγγραφο του Γενικού Χημείου του Κράτους, είδη, όπως αυτά που κατασχέθηκαν, είτε δεν περιείχαν την ναρκωτική ουσία της τετραϋδροκανναβινόλης είτε την περιείχαν σε ελάχιστο βαθμό χωρίς να είναι εφικτή η ανάκτησή της ή απομόνωσή της, περαιτέρω δε, η απεικόνιση πεντάφυλλου ή επτάφυλλου μίσχου κάνναβης στα είδη αυτά δεν αποτελούσε θεσμοθετημένο κοινωνικό συμβολισμό που να επιδέχεται μία και μοναδική ανάγνωση ούτε συνιστούσε οπτικό μήνυμα με προσδιορισμένο προς μία κατεύθυνση περιεχόμενο. Αντιθέτως, λόγω της φύσεως των επίμαχων εμπορευμάτων, η όλη οπτική εντύπωση της εν λόγω απεικονίσεως δημιουργούσε στο κοινό την ορθή εντύπωση ότι πρόκειται περί φιλικών προς το περιβάλλον προϊόντων ή υποπροϊόντων της κλωστικής κάνναβης τα οποία δεν σχετίζονται με ναρκωτική ουσία, όπως κρίθηκε και με την απόφαση 326/1999 του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Ως εκ τούτου, με τις προαναφερόμενες ενέργειες των αστυνομικών οργάνων παραβιάσθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 5 § 1 και 17 του Συντάγματος, καθώς και των άρθρων 57 και 1000 του Αστικού Κώδικα περί προστασίας της προσωπικότητας και της κυριότητας. Ο παράνομος δε χαρακτήρας των ενεργειών των διωκτικών αρχών δεν ήρετο εκ του ότι τα όργανα αυτά είχαν ενεργήσει σύμφωνα με διαταγές των ιεραρχικώς ανωτέρων τους ούτε εκ του ότι είχαν λάβει προηγουμένως σχετική εισαγγελική παραγγελία, διότι η παραγγελία αυτή κάλυπτε μεν την έρευνα στο κατάστημα του αναιρεσιβλήτου-αναιρεσείοντος όχι όμως και τις περαιτέρω ενέργειές τους που βασίσθηκαν στις, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία των διατάξεων του ν. 1729/1987, διαπιστώσεις τους. Συνεπώς, από τις προαναφερόμενες παράνομες ενέργειες των διωκτικών αρχών ανέκυπτε εν προκειμένω ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ. Στην συνέχεια, το διοικητικό εφετείο απέρριψε τα ως άνω υπό στοιχεία α, β και γ κονδύλια της αγωγής ως αόριστα, απέρριψε αίτημα καταβολής ποσού 8.025,42 ευρώ που αντιστοιχούσε σε δαπάνη αγοράς εξοπλισμού, λειτουργικών εξόδων και δικηγορικών αμοιβών ως απαραδέκτως υποβληθέν με το υπόμνημα, απέρριψε ως αναπόδεικτο το υπό στοιχείο δ κονδύλιο της αγωγής, διότι το μόνο αποδεικτικό μέσο που είχε προσκομισθεί σχετικώς, δηλαδή η έκθεση εκτιμήσεως του λογιστή …., αποτελούσε μαρτυρία για την οποία δεν είχαν τηρηθεί τα οριζόμενα στο άρθρο 185 ΚΔΔ, επίσης δε απέρριψε ως αναπόδεικτο το υπό στοιχείο ε κονδύλιο της αγωγής λόγω μη προσκομίσεως της συμβάσεως δικαιοχρήσεως ή άλλου στοιχείου από το οποίο να προκύπτει με ποιούς όρους και για ποιό χρονικό διάστημα ο αναιρεσίβλητος- αναιρεσείων είχε αποκτήσει τα επίμαχα δικαιώματα τα οποία, στην συνέχεια, απώλεσε με την οριστική διακοπή της επιχειρήσεώς του. Τέλος, το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος-αναιρεσείων υπέστη λόγω της κατασχέσεως των εμπορευμάτων του και της συλλήψεώς του υπέστη βαρειά προσβολή της προσωπικότητάς του, διότι δημιουργήθηκε στο ευρύ κοινό της Λάρισας η εντύπωση ότι ήταν δράστης του αδικήματος της συντελέσεως στην διάδοση ναρκωτικών ουσιών και της προκλήσεως σε χρήση και ότι, επομένως, το Δημόσιο όφειλε να του καταβάλει ποσό 14.673,51 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, κατά μερική αποδοχή της αγωγής.
Επειδή, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, το διοικητικό εφετείο έκρινε, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ., ότι στην προκειμένη περίπτωση η ευθύνη του Δημοσίου ανέκυπτε από παράνομες ενέργειες των αστυνομικών οργάνων που οφείλονταν σε εσφαλμένη, όπως αποφάνθηκε το διοικητικό εφετείο, ερμηνεία των άρθρων 5 § 1 και 9 § 1 του ν. 1729/1987 και ότι οι ενέργειες αυτές ήταν ανεξάρτητες από την εισαγγελική παραγγελία που τους είχε δοθεί για την έρευνα στο κατάστημα του αναιρεσιβλήτου-αναιρεσείοντος. Το Δημόσιο με την υπό κρίση αίτησή του προβάλλει ότι οι ενέργειες των αστυνομικών οργάνων έλαβαν χώρα κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας, όπως γίνεται δεκτό και με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, και ήταν σύμφωνες με τις ως άνω διατάξεις του ν. 1729/1987, εν πάση δε περιπτώσει, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, δεν υφίστατο, διότι οι επίμαχες διατάξεις του ν. 1729/1987, οι οποίες, κατά το διοικητικό εφετείο, εσφαλμένως ερμηνεύθηκαν και εφαρμόσθηκαν από τα αστυνομικά όργανα, απαγορεύουσες την διάδοση των ναρκωτικών ουσιών, την πρόκληση στην χρήση τους και την διαφήμισή τους, αποσκοπούσαν αποκλειστικώς στην προστασία του δημοσίου συμφέροντος και δεν διασφάλιζαν και ιδιωτικά δικαιώματα. Με τον πρώτο από τους ως άνω λόγους αναιρέσεως το Δημόσιο, αμφισβητώντας την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, επί πράξεων δικαστικών λειτουργών, πλήσσει την κρίση του διοικητικού εφετείου ότι στην προκειμένη περίπτωση ευθυνόταν κατά το άρθρο αυτό από πράξεις αστυνομικών υπαλλήλων, ως διοικητικών οργάνων. Ανεξαρτήτως του ζητήματος του χαρακτήρα των αστυνομικών υπαλλήλων που διενεργούν προανάκριση ως δικαστικών ή διοικητικών οργάνων, η κρίση αυτή είναι πλημμελώς αιτιολογημένη, διότι, το διοικητικό εφετείο, μολονότι δέχθηκε ότι τα αστυνομικά όργανα έδρασαν κατόπιν σχετικής παραγγελίας του εισαγγελέως, ο οποίος και άσκησε, στην συνέχεια, την ποινική δίωξη του αναιρεσιβλήτου-αναιρεσείοντος, έκρινε ότι η κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία των επίμαχων διατάξεων του ν. 1729/1987 σφράγιση του καταστήματος και η κατάσχεση των εμπορευμάτων (συνεπεία των οποίων επήλθε η κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσιβλήτου-αναιρεσείοντος ζημία) έπρεπε να αποδοθεί στα όργανα αυτά χωρίς να εκθέτει το περιεχόμενο της εισαγγελικής παραγγελίας και χωρίς να την συσχετίζει με την εκ μέρους του εισαγγελέως άσκηση της ποινικής διώξεως με βάση την εσφαλμένη αυτή ερμηνεία. Και ναι μεν ο λόγος αυτός αναιρέσεως αλυσιτελώς προβάλλεται κατά το μέρος που στηρίζεται στην αβάσιμη, κατά την γνώμη που πλειοψήφησε, εκδοχή της ελλείψεως ευθύνης του Δημοσίου προς αποζημίωση από ζημιογόνα πράξη δικαστικού οργάνου πλην η ευθύνη αυτή, κατά την ίδια γνώμη, μόνο από πρόδηλη, υπό την προεκτεθείσα έννοια, παράβαση των διατάξεων του ν. 1729/1987, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ., μπορούσε να προκύψει στην προκειμένη περίπτωση και όχι από την ευθεία, όπως έκρινε το διοικητικό εφετείο, εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού και, συνεπώς, βασίμως αμφισβητείται η νομιμότητα της ανωτέρω κρίσεως του δικάσαντος δικαστηρίου. Για τον λόγο αυτόν, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως του Δημοσίου και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, η δε υπόθεση, η οποία χρειάζεται διευκρίνιση ως προς το πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί στο ίδιο δικαστήριο για νέα κρίση. (…)
Δ ι ά τ α ύ τ α
Δέχεται την αίτηση αναιρέσεως του Δημοσίου.


ΣΧΟΛΙΟ

Ευθύνη του Δημοσίου[1] σε αποζημίωση από πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, υφίσταται μόνο για πρόδηλο σφάλμα του δικαστικού λειτουργού


Ι.-Η νομολογία πρώτη, με την ιστορική απόφαση 11/1858 του Αρείου Πάγου, έθεσε τα θεμέλια για την καθιέρωση της αστικής ευθύνης του Δημοσίου. Στη θεωρία έχει υποστηριχθεί η συνταγματική θεμελίωση της αστικής ευθύνης στο δικαίωμα δικαστικής προστασίας (άρθρο 20 παρ. 1 Σ) ή στο δικαίωμα αυτό σε συνδυασμό με την αρχή του κράτους δικαίου και την αρχή της νομιμότητας [2].
Η Ολομέλεια του ΣτΕ με την σχολιαζομένη απόφαση 1501/2014 άνοιξε νέους ορίζοντες για την διεκδίκηση αποζημιώσεως για ζημιογόνες ενέργειες[3] των οργάνων του δημοσίου και εν προκειμένω των δικαστικών λειτουργών[4]. Η  σχολιαζομένη απόφαση συμπληρώνει τις προβλέψεις του νομοθέτη για αποζημίωση λόγω παράνομων πράξεων των οργάνων της πολιτείας που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 104-105 ΕισΝΑΚ[5],  αλλά και από άλλες ειδικές διατάξεις  που ρητά προβλέπουν την υποχρέωση αποζημίωσης[6],όπως ενδεικτικά από τις διατάξεις των ν. 4055/2012, 4239/2014 με τις οποίες θεσπίστηκαν νέα ένδικα βοηθήματα[7] με τα οποία είναι δυνατή πλέον η εύλογη αποζημίωση για την καθυστέρηση απονομής της δικαιοσύνης και μάλιστα για κάθε βαθμό δικαιοδοσίας. Aξίζει να μελετήσει κανείς στην σχολιαζομένη, τόσο τις  απόψεις της πλειοψηφίας, όσο και τις απόψεις της μειοψηφίας.
 Αναμφισβήτητα πρόκειται, για μια σημαντική απόφαση που θα αποτελέσει αφετηρια και άλλων σχετικών με το κρίσιμο αυτό ζήτημα αποφάσεων.
ΙΙ.- Η σημασία της σχολιαζομένης αποφάσεως είναι μεγάλη[8] αν σκεφθεί κανείς ότι κρίθηκε, ότι ευθύνη του Δημοσίου σε αποζημίωση από πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας[9], υφίσταται για πρόδηλο σφάλμα του δικαστικού λειτουργού, εφ’οσον προκαλείται βλάβη ιδιαίτερη και σπουδαία.
Κατά τη μειοψηφούσα γνώμη, που αποδέχεται  την κλασική αποψη της νομολογίας, ζημία που προκλήθηκε από ποινική δίωξη δεν μπορεί σε καμμιά περίπτωση, να αποκατασταθεί με εφαρμογή του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ.
ΙΙΙ.-Αξιοσημείωτη και, μπορώ να πω, ιστορική είναι η σκέψη του δικαστηρίου που δεχεται οτι  ο συνταγματικός κανόνας της ισότητας ενώπιον των δημοσίων βαρών που αποτυπώνεται στο άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος αποτελεί και το συνταγματικό έρεισμα της αποζημιωτικής ευθύνης του Δημοσίου από ζημιογόνες πράξεις των οργάνων του[10]: «Επειδή, το άρθρο 4 § 5 του Συντάγματος, ορίζοντας ότι «Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους» έχει αναγάγει σε συνταγματικό κανόνα την ισότητα ενώπιον των δημοσίων βαρών, συνιστά δε, παράλληλα, και διάταξη στην οποία θεμελιώνεται η αποζημιωτική ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις των οργάνων του που προκαλούν ζημία, παράνομες (ΣτΕ 980/2002) ή νόμιμες (ΣτΕ 5504/2012). Τούτο, διότι η ισότητα ενώπιον των δημοσίων βαρών επιτάσσει και την αποκατάσταση της ζημίας που κάποιος υφίσταται από την δράση, χάριν του δημοσίου συμφέροντος, των οργάνων του Κράτους, όταν η δράση αυτή δεν είναι σύννομη ή όταν είναι μεν νόμιμη αλλά προκαλεί βλάβη ιδιαίτερη και σπουδαία, σε βαθμό ώστε να υπερβαίνει τα όρια που είναι κατά το Σύνταγμα ανεκτά προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο σκοπός δημοσίου συμφέροντος στον οποίο αποβλέπει η δράση αυτή, σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία. Πραγματώνεται δε ο σκοπός της διατάξεως αυτής υπό την ως άνω έννοια όταν αποκατάσταση τέτοιας ζημίας καθίσταται δυνατή σε περίπτωση ζημιογόνου δράσεως οιουδήποτε οργάνου του Κράτους, άρα και εκείνης των οργάνων τα οποία είναι ενταγμένα στην δικαστική λειτουργία. Αποκλεισμός της αστικής ευθύνης του Δημοσίου στην τελευταία περίπτωση δεν συνάγεται από την περί αγωγών κακοδικίας διάταξη του άρθρου 99 του Συντάγματος, διότι η προσωπική ευθύνη οργάνου του Δημοσίου δεν αποκλείει αναγκαίως την ευθύνη του τελευταίου, σκοπός δε της διατάξεως αυτής είναι η προστασία του κύρους της Δικαιοσύνης με ανάθεση σε ειδικό δικαστήριο του έργου της διαγνώσεως της προσωπικής ευθύνης των δικαστικών λειτουργών από την άσκηση των καθηκόντων τους. Επομένως, κατά το Σύνταγμα, επιβάλλεται στο νομοθέτη να ορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες αποκαθίσταται η ζημία που προκαλείται από την δράση οποιουδήποτε κρατικού οργάνου λαμβάνοντας υπόψη την φύση και την αποστολή του έργου που το Σύνταγμα αναγνωρίζει, αναθέτει και εγγυάται στα όργανα των τριών λειτουργιών του Κράτους.» Αξιοσημειώτη όμως είναι και η πλήρως τεκμηριωμένη αποψη της μειοψηφίας σχετικά με τη επιδίκαση αποζημίωσης: «τελικά το ζήτημα εξετάζεται από δικαστή διαφορετικό από τον φυσικό δικαστή της υποθέσεως, επιλύεται δε με την έκδοση και άλλης αποφάσεως που μπορεί να περιλαμβάνει διαφορετικές ή αντίθετες κρίσεις έναντι της αποφάσεως ή πράξεως που αποτέλεσε αιτία της αποζημιωτικής διαφοράς, καθιστώντας μη αποτελεσματική την παρασχεθείσα ήδη έννομη προστασία από το αρμόδιο δικαστήριο».
ΙV.- Το άρθρο 87 § 2  Σ ορίζει ρητά ότι: «οι δικαστές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και στους  νόμους και σε καμία περίπτωση δεν υποχρεούνται να συμμορφώνονται με διατάξεις που έχουν τεθεί κατά κατάλυση του Συντάγματος» Από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 6 § 1 του ν. 693/1977 «περί εκδικάσεως αγωγών κακοδικίας» προκύπτει ότι οι δικαστικοί λειτουργοί ευθύνονται κατά την άσκηση των καθηκόντων που ανάγονται στη δικαστική λειτουργία μόνο από δόλο, βαρεία αμέλεια ή αρνησιδικία, εφόσον από αυτή προέκυψε ζημία στον ενάγοντα, υποκείμενοι στην κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού ασκουμένη αγωγή κακοδικίας ενώπιον του κατά το άρθρο 1 του ιδίου νόμου και 99 του Συντάγματος προβλεπομένου Ειδικού Δικαστηρίου[11], που έχει αποκλειστική δικαιοδοσία για την εκδίκαση αξιώσεων που απορρέουν από τις ως άνω πράξεις, ώστε τα λοιπά δικαστήρια να στερούνται δικαιοδοσίας για την εκδίκαση αξιώσεων που απορρέουν από πράξεις δικαστικού λειτουργού από την άσκηση της δικαστικής αυτού εξουσίας, όπως είναι και αυτές για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης (ΑΠ 572/1980 ΠοινΧρ Λ΄ 751). Στις ανωτέρω πράξεις, από τις οποίες απορρέουν αξιώσεις αποζημιώσεως τρίτου που υπάγονται στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Ειδικού Δικαστηρίου, περιλαμβάνονται αυτές που προήλθαν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων των δικαστικών λειτουργών που δρουν ατομικά ή συλλογικά, ανεξάρτητα του αν οι αποφάσεις των τελευταίων είναι καθαρά δικαιοδοτικές, αφορούν δηλαδή υποθέσεις υπαγόμενες στη δικαιοδοσία τους σύμφωνα προς τους Κώδικες Πολιτικής και Ποινικής Δικονομίας, ή αν αυτές λαμβάνονται επί διοικητικών από τη φύση τους θεμάτων (βλ. και ΕΑ 6772/1987 ΕλλΔνη 30. 784, όπου και παραπομπές). Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 6 § 1 ν. 693/1977 προκύπτει ότι οι δικαστικοί λειτουργοί κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ευθύνονται μόνο από δόλο, βαρειά αμέλεια ή αρνησιδικία και εφόσον προέκυψε από τις πράξεις ή παραλείψεις τους ζημία (υλική ή ηθική) σε κάποιο πολίτη. Στις παραπάνω δε περιπτώσεις κατά των δικαστικών λειτουργών μπορεί να ασκηθεί από τους ενδιαφερομένους αγωγή κακοδικίας[12] η οποία ασκείται ενώπιον του κατά το άρθρο 1 ν. 693/1977 σε συνδυασμό προς 99 Συντάγματος Ειδικού Δικαστηρίου που έχει αποκλειστική για τον σκοπό αυτόν δωσιδικία[13].
Στην προκειμένη περίπτωση η σχολιαζομένη  απόφαση δέχθηκε ότι πέραν της ατομικής ευθύνης των δικαστικών λειτουργών που καθιερώνεται με την αγωγή κακοδικιας μπορεί να υπάρξει παράλληλη αποζημιωτική  ευθύνη της Πολιτείας. Οι μέχρι σήμερα επιφυλάξεις της νομολογίας στηρίζονταν κυρίως στα επιχειρήματα της κατοχυρωμένης από το Σύνταγμα προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστικών λειτουργών, της ύπαρξης ειδικής προσωπικής ευθύνης των δικαστικών λειτουργών για κακοδικία και τέλος της δύναμης του δεδικασμένου των δικαστικών αποφάσεων. Σύμφωνα, όμως, με τη σχολιαζομένη υπάρχει έρεισμα αποζημιωτικής ευθύνης και από νόμιμες πράξεις[14] των οργάνων του δημοσίου και των δικαστικών λειτουργών σε συμπλήρωση της αστικής ευθύνης του δημοσίου από παράνομες[15] πράξεις των οργάνων του[16]. Η αστική ευθύνη του Δημοσίου για παράνομες πράξεις των οργάνων του θεμελιώθηκε και στο κοινοτικό δίκαιο νομολογιακά, από το ΔΕΚ, με την απόφαση Francovich[17]. Υπάρχουν περιπτώσεις, στις οποίες ειδική διάταξη του Συντάγματος ή νόμου προβλέπει την καταβολή αποζημίωσης και όταν τα όργανα του Δημοσίου έχουν ενεργήσει κατά νόμιμο τρόπο[18].
V.-Με τη σχολιαζομένη κρίθηκε ότι, η αποκατάσταση της ζημίας που κάποιος υφίσταται από την δράση, χάριν του δημοσίου συμφέροντος, των οργάνων του Κράτους, όταν η δράση αυτή δεν είναι σύννομη ή όταν είναι μεν νόμιμη θέτει ως προυπόθεση αποζημιώσεως τα εξής:
 α) να προκαλεί βλάβη ιδιαίτερη και σπουδαία, σε βαθμό ώστε να υπερβαίνει τα όρια που είναι κατά το Σύνταγμα ανεκτά προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο σκοπός δημοσίου συμφέροντος στον οποίο αποβλέπει η δράση αυτή, σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία.
β) να υφίσταται πρόδηλο σφάλμα. Αξιοσημείωτη είναι και η κρίση του δικαστηρίου που ανοίγει νέους δρόμους για την διεκδίκηση αποζημιώσεως: «Εν όψει της φύσεως του δικαστικού έργου, μόνο πρόδηλο σφάλμα του δικαστικού λειτουργού επισύρει ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση. Εφόσον δε το Σύνταγμα, κατά την προηγούμενη σκέψη, δεν ανέχεται να παραμένουν αναποζημίωτες ζημίες που κάποιος υφίσταται από ενέργειες οποιουδήποτε κρατικού οργάνου, μέχρις ότου ο νομοθέτης ρυθμίσει ειδικώς την ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, το άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ. έχει ανάλογη εφαρμογή σε περίπτωση προκλήσεως ζημίας από πράξεις των οργάνων αυτών η οποία μπορεί να αποδοθεί σε πρόδηλο σφάλμα τους. Ο πρόδηλος δε χαρακτήρας του σφάλματος της κρίσεως οργάνου της δικαστικής λειτουργίας προκύπτει από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της συγκεκριμένης περιπτώσεως βάσει των οποίων η δικαστική πλάνη καθίσταται συγγνωστή ή ασύγγνωστη».
Εν κατακλείδι η σχολιαζομένη απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ αποτελεί σταθμό στην νομολογία για την αποζημίωση για ζημιογόνες ενέργειες και από νόμιμες πράξεις των οργάνων της πολιτείας και ιδίως των δικαστικών λειτουργών.
ΙV.-ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Η Ολομέλεια του ΣτΕ μρ τη σχολιαζομένη απόφαση 1501/2014 εκρινε ότι: «Εφόσον δε το Σύνταγμα, δεν ανέχεται να παραμένουν αναποζημίωτες ζημίες που κάποιος υφίσταται από ενέργειες οποιουδήποτε κρατικού οργάνου, μέχρις ότου ο νομοθέτης ρυθμίσει ειδικώς την ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις οργάνων της δικαστικής λειτουργίας, το άρθρο 105 Εισαγωγικού Νόμου Αστικού Κώδικα έχει ανάλογη εφαρμογή σε περίπτωση προκλήσεως ζημίας από πράξεις των οργάνων αυτών η οποία μπορεί να αποδοθεί σε πρόδηλο σφάλμα τους».


ΑΝΤΩΝΗΣ Π.ΑΡΓΥΡΟΣ
argyros.office@gmail.com







[1] Ο όρος αστική ευθύνη του Δημοσίου   παραπέμπει σχεδόν αυτόματα στη διάταξη του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, βλ. Πρ. Παυλόπουλου, « Η αστική ευθύνη του Δημοσίου 1986».
[2]  Βλ. Χ. Αθανασοπούλου, «Η αστική ευθύνη του κράτους από σύννομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του», ΕΕΝ 2005 σ. 457.
[3]. Η υπόθεση «Κannabishop» είναι μια από τις απολύτως ενδεικτικές που αναφέρεται στο πως αντιμετωπίζεται η επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα, αφού ο ιδιοκτήτης της αντιμετώπισε ουκ ολίγα δεινά από το 1998 όταν άνοιξε το πρώτο του κατάστημα. Οι διωκτικές αρχές θεώρησαν πως αυτό ουσιαστικά αποτελεί διαφήμιση ναρκωτικών ουσιών, τον συνέλαβαν, κατέσχεσαν τα εμπορεύματα, ενώ παραπέμφθηκε από τον εισαγγελέα στον τακτικό ανακριτή. Διώχτηκε ποινικά, αλλά το 1999 αθωώθηκε με το σκεπτικό ότι «ο διακριτικός τίτλος «Κannabishop» και η απεικόνιση πεντάφυλλου ή επτάφυλλου μίσχου κάνναβης δεν συνιστούσαν ευθεία ή συγκαλυμμένη και έντεχνη διαφήμιση της χρήσεως ναρκωτικών ουσιών ή πρόκληση σε παράνομη χρήση τους». Το Γενικό Χημείο του Κράτους, αποφάνθηκε ότι τα προϊόντα που κατασχέθηκαν «είτε δεν περιείχαν την ναρκωτική ουσία της τετραϋδροκανναβινόλης είτε την περιείχαν σε ελάχιστο βαθμό χωρίς να είναι εφικτή η ανάκτησή της ή απομόνωσή της». Ο καταστηματάρχης ζήτησε αποζημίωση από το δημόσιο για την αξία των εμπορευμάτων, ηθική βλάβη κλπ, το Διοικητικό Πρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή του, αλλά το Διοικητικό Εφετείο του επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 14.673,51 ευρώ.Η Ολομέλεια του ΣτΕ (απόφαση 1501/2014), πέραν τυχόν ευθύνης των αστυνομικών οργάνων, δεν αποκλείει την ύπαρξη ευθύνης του εισαγγελικού λειτουργού που έδωσε την σχετική παραγγελία στα αστυνομικά όργανα. 
[4]. Βλ. 1) αναλυτικό Σχόλιο της Ε. Πρεβεδούρου «Νομολογιακές εξελίξεις στο καθεστώς της αστικής ευθύνης του Δημοσίου: ΟλΣτΕ 1501/2014 (ευθύνη από νόμιμες πράξεις, ευθύνη από πράξεις των οργάνων της δικαστικής εξουσίας)» σε http://www.prevedourou.gr., 2) Σημείωση Ε. Γαληνού ΕΔΚΑ 2014/629) και 3) Σχόλιο Ε. Πρεβεδούρου, Ευθύνη του Δημοσίου από πράξεις οργάνων της δικαστικής εξουσίας σε ΟλΣτΕ 1501/2014, ΘΠΔΔ 5/2014, 411.
[5]. Κατά το άρθρο 105 του εν λόγω Εισαγωγικού Νόμου ΑΚ, για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος, ενώ κατά το άρθρα 104 του ίδιου Εισαγωγικού Νόμου ΑΚ, για πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου που ανάγονται στις έννομες σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου ή σχετικές με ιδιωτική του περιουσία, το δημόσιο ευθύνεται κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τα νομικά πρόσωπα.
[6]  Βλ. Παπαευαγγέλου / Εμμανουηλίδη / Γιαννακού / Νικολαράκου - Μαυρομιχάλη / Τζιράκη, «Αστική Ευθύνη του Δημοσίου», εκδ. 2η 2007.
[7]. Βλ. Αντώνη Π. Αργυρού, «Η δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπερβάσεως της εύλογης διάρκειας της δίκης» (ν. 4055/2012, 4239/2014), εκδ. ΣΑΚΚΟΥΛΑ, ΑΘΗΝΑ-ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2015.
[8] Βλ. όμως την ΣτΕ 3176/1998, Εφετείου Αθηνών 6772/1987 και Διοικ. Πρωτ. Θεσ/νίκης 1458/2000, σύμφωνα με τις οποίες το Δημόσιο δεν ενέχεται σε αποζημίωση του ενάγοντα επειδή η Εισαγγελία Εφετών δεν είναι όργανο του Ελληνικού Δημοσίου, αλλά ανεξάρτητη δικαστική αρχή! Για τυχόν ζημία του ενάγοντα από την απαγόρευση εξόδου από τη χώρα με πράξη του Εισαγγελέα δεν χωρεί αγωγή αποζημίωσης, αλλά αγωγή κακοδικίας κατά του Εισαγγελέα προσωπικά και Βλ. Μ. Πικραμένο, «Το οργανικό κριτήριο υπό το άρθρο 95 παρ. 1 του Συντάγματος και οι αναζητήσεις της νομολογίας», ΕφημΔΔ 2008, σ. 816 επ.
[9] Βλ. Ανδρουλάκη Ν., «Το κράτος των δικαστών – ένα ανύπαρκτο σκιάχτρο;», ΝοΒ 1985, 1505 επ.
[10] Βλ. Λ. Θεοχαρόπουλου, «Η αρχή της ισότητας στα δημόσια βάρη και η αστική ευθύνη του κράτους», εκδ. 1988, σ. 12-15

[11] «Η νομολογία του οποίου είναι παγίως απορριπτική. Από το 1929, που ιδρύθηκε και συγκροτήθηκε το Ειδικό Δικαστήριο Αγωγών Κακοδικίας, στη δικαιοδοσία του οποίου υπάγονται οι αγωγές κακοδικίας κατά όλων των δικαστών (τακτικής Δικαιοσύνης, διοικητικής, Ελεγκτικού Συνεδρίου) και εισαγγελέων, έχουν καταδικαστεί στη χώρα μας για κακοδικία μόνο δύο δικαστές», βλ. Β. Χειρδάρη σε «Ελευθεροτυπία», Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2010.

[12] Βλ. ιστορική μειοψηφία Βασίλειου Χειρδάρη σε ΔΑK7/2007:http://www.dsanet.gr/Epikairothta/Nomologia/dak7_07.htm
[13] Βλ. ΑΠ 572/1980 ΠοινΧρ Λ΄ 751 και ΕφΘ 38/1982 ΠοινΧρ ΛΒ΄ 944.
[14]  Βλ ΣτΕ 2343/2009, 2601/2005, 3848/2005
[15]. Βλ. ΣτΕ 1011/2008, 201/2014, ΣτΕ 1485/2009, ΟλΣτΕ 3454/1998, ΣτΕ 1094/2005
[16] Με την 3783/2014 απόφαση του Α΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας επιλύθηκαν ζητήματα αστικής ευθύνης του Δημοσίου από πλημμελή άσκηση κρατικής εποπτείας επί ασφαλιστικών επιχειρήσεων, τα οποία ετίθεντο στο πλαίσιο εκδικάσεως αγωγής αποζημιώσεως κατόχων ασφαλιστηρίων συμβολαίων της εταιρείας «Ασπίς Πρόνοια - Ανώνυμη Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων (Α.Ε.Γ.Α.)» κατά του Ελληνικού Δημοσίου.
[17] Βλ. ΔΕΚ στην υπόθεση Francovich (C-6/90 και C- 9/90, Συλλ.1991, I-5357
[18] Βλ.Απόφαση του ΕΔΔΑ της 9.12.1994, υπόθεση Ελληνικά Διυλιστήρια Στραν και Στρατής Ανδρεάδης κατά Ελλάδας. Βλ. ΟλΑΠ 40/1998, 10/2004 και 31/2005, ΣτΕ 3545/1977 και 3599/1972 Γ. Παναγιωτόπουλος, Η αστική ευθύνη του Δημοσίου εν σχέσει με την προστασία του περιβάλλοντος, ΤοΣ 2008, σ. 295 επ.

ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

  ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ -ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΕΝ ΟΨΕΙ   ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ (4...