30 Νοεμβρίου 2014

Αντισυνταγματικές οι αναδρομικές περικοπές συντάξεων σε ενστόλους, γιατρούς, πανεπιστημιακούς έκρινε, σύμφωνα με πληροφορίες, η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου

Αντισυνταγματικές οι αναδρομικές περικοπές συντάξεων σε ενστόλους, γιατρούς, πανεπιστημιακούς

Αντισυνταγματικές έκρινε, σύμφωνα με πληροφορίες, η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου σε διάσκεψη, κεκλεισμένων των θυρών, τις αναδρομικές περικοπές των συντάξεων των ενστόλων όλων των σωμάτων, των πανεπιστημιακών καθηγητών και των διευθυντών γιατρών του ΕΣΥ.
Αντισυνταγματικές οι αναδρομικές περικοπές συντάξεων σε ενστόλους, γιατρούς, πανεπιστημιακούς
Ειδικότερα, η Ολομέλεια έκρινε αντισυνταγματική, παράνομη και αντίθετη στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) την κυβερνητική πράξη αναδρομικού περιορισμού των συντάξεων των στρατιωτικών που έγινε, τον Αύγουστο του 2012.
Μάλιστα, στην περίπτωση των συνταξιούχων ενστόλων η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δημοσιονομικού Δικαστηρίου σχεδόν ομόφωνα (27 υπέρ και 2 κατά) αποφάνθηκε ότι ο νόμος 4093/2012 (Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013−2016) καταργήθηκε με τον νεότερο πρόσφατο νόμο 4307/2014.
Κατά συνέπεια, έκριναν οι σύμβουλοι του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ότι η κυβερνητική πράξη περιορισμού των συντάξεων των ενστόλων δεν έχει «νόμιμο έρεισμα και είναι άνευ αντικειμένου».
Τελικά, το Ελεγκτικό Συνέδριο ακύρωσε την κυβερνητική απόφαση που μείωσε το ύψος των συντάξεων και διαβίβασε ,απευθείας στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους (ΓΛΚ), εντολή για άμεση αναπροσαρμογή των συντάξεων στα προ του Αυγούστου 2012 επίπεδα.
Κατόπιν αυτών, το ΓΛΚ, θα αναπροσαρμόσει τις συντάξεις των στρατιωτικών στα επίπεδα του 2012.
Παράλληλα, το ΓΛΚ σύμφωνα με το πνεύμα της δικαστικής απόφασης θα επιστρέψει άμεσα στους συνταξιούχους ενστόλους τα ποσά των συντάξεων τους που παρακρατήθηκαν μέχρι τώρα.
Όπως είναι γνωστό, οι περικοπές στις συντάξεις των ενστόλων όλων των σωμάτων (στρατιωτικών, αστυνομικών, λιμενικών, πυροσβεστών, κ.λπ.) και των ειδικών μισθολογίων, όπως είναι των καθηγητών των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων και των γιατρών διευθυντών του ΕΣΥ έγιναν κατά τις επιταγές του πλαισίου του νόμου 4093/2012.
Παράλληλα, οι περικοπές των συντάξεων των ενστόλων παραβιάζουν επιπρόσθετα και το πρώτο πρόσθετο πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ, καθώς δεν προκύπτει από κάποιο στοιχείο ότι η αναδρομική μείωση των συντάξεων υπαγορεύτηκε από λόγους γενικότερου δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος.
Πανεπιστημιακοί καθηγητές και γιατροί ΕΣΥ
Η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου, σε διάσκεψη και πάλι, κεκλεισμένων των θυρών με πλειοψηφία (21 υπέρ και 8 κατά), έκρινε σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, ότι είναι αντισυνταγματικό το αναδρομικό «ψαλίδισμα» των συντάξεων που έγιναν τον Αύγουστο του 2012 σύμφωνα με το νόμο 4093/2012 στους συνταξιούχους δυο κατηγοριών του ειδικού μισθολογίου.
Δηλαδή, στους συνταξιούχους του Διδακτικού Ερευνητικού Προσωπικού των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (καθηγητών) και στους γιατρούς διευθυντές του ΕΣΥ.
Οι δύο αυτές κατηγορίες συνταξιούχων (καθηγητές και γιατροί) ζητούσαν να κηρυχθούν αντισυνταγματικές οι μειώσεις που επέφερε στις συντάξεις τους αναδρομικά από 1.8.2012 έως σήμερα ο νόμος 4093/2012.
Η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου, έκρινε ότι οι περικοπές των συντάξεων παραβιάζουν τις διατάξεις του Συντάγματος που κατοχυρώνουν την ισότητα, την αναλογικότητα, την αξιοκρατία και την ιδιοκτησία, κ.λ.π.

ΠΗΓΗ:ΕΘΝΟΣ.GR 30/11/2014

22 Νοεμβρίου 2014

Αριθμός 4003/2014 ΣΤΕ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΕΣ ΑΞΙΕΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ

Αριθμός 4003/2014 ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΕΣ ΑΞΙΕΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Οκτωβρίου 2014, με την εξής σύνθεση: Σωτ. Ρίζος, Πρόεδρος, Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, Ν. Μαρκουλάκης, Μ. Βηλαράς, Αικ. Σακελλαροπούλου, Δ. Σκαλτσούνης, Γ. Ποταμιάς, Ε. Νίκα, Γ. Τσιμέκας, Α. Ντέμσιας, Σπ. Χρυσικοπούλου, Μ. Παπαδοπούλου, Ε. Κουσιουρής, Κ. Κουσούλης, Α. Χλαμπέα, Π. Μπραΐμη, Π. Χαμάκος, Α.-Μ. Παπαδημητρίου, Ε. Παπαδημητρίου, Σύμβουλοι, Μ. Αθανασοπούλου, Στ. Λαμπροπούλου, Δ. Τομαράς, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Γ. Ποταμιάς και Α. Χλαμπέα καθώς και η Πάρεδρος Μ. Αθανασοπούλου μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.
Για να δικάσει την από 6 Μαρτίου 2014 αίτηση:
κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με την Ελένη Σβολοπούλου, Νομική Σύμβουλο του Κράτους.
Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθούν: α) η παράνομη παράλειψη της Διοίκησης να εκδώσει την απόφαση που προβλέπεται στο άρθρο 41 παρ. 1 του ν. 1249/1982 και β) το 1025803/10.2.2014 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Δ. Σκαλτσούνη.
1. Επειδή, ζητείται η ακύρωση α) της παράλειψης της Διοίκησης να εκδώσει απόφαση περί αναπροσαρμογής της φορολογητέα ς αξίας των ακινήτων κατά το άρθρο 41 παρ. 1 του ν. 1249/1982· β) του 1025803/10.2.2014 εγγράφου της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών και Στέγασης της Γενικής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας και Εθνικών Κληροδοτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών, το οποίο εκδόθηκε σε απάντηση σχετικής αίτησης των ήδη αιτούντων και άλλων φορολογουμένων.
6. Επειδή, οι άνω εννέα αιτούντες με την από 12.11.2013 αίτηση προς τη Διοίκηση προέβαλαν ότι είναι ιδιοκτήτες ακινήτων σε διάφορες περιοχές, ότι είναι υπόχρεοι, για το λόγο τούτο, σε φορολογία λόγω κατοχής ή μεταβίβασης ή κτήσης αυτών για επαχθή ή χαριστική αιτία, ότι η φορολογητέα αξία των ακινήτων αυτών προσδιορίζεται κατά το αντικειμενικό σύστημα σύμφωνα με το άρθρο 41 του ν. 1249/1982, ότι αυτή είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από την πραγματική και ότι, συνεπώς, βλάπτονται από την παράλειψη της Διοίκησης να αναπροσαρμόσει την φορολογητέα αξία αυτών· ζήτησαν δε να εκδοθεί υπουργική απόφαση προσαρμογής των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων προς τις αγοραίες. Επί της αιτήσεως εκδόθηκε η δεύτερη προσβαλλόμενη πράξη· με την πράξη αυτή, το περιεχόμενο της οποίας παρατίθεται στην ενδέκατη σκέψη, η Διοίκηση απέρριψε την αίτηση των ήδη αιτούντων, χωρίς να αμφισβητεί τα ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα επί των ακινήτων που μνημονεύονται στην αίτηση. Υπό τα δεδομένα αυτά, οι άνω αιτούντες ασκούν την αίτηση με έννομο συμφέρον. Περαιτέρω, παραδεκτώς ομοδικούν, προβάλλοντας κοινούς λόγους ακυρώσεως, εφόσον επικαλούνται ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί ακινήτων σε περιοχές όπου ισχύει το αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας, ανεξαρτήτως αν αυτά βρίσκονται στην ίδια ζώνη καθορισμού τιμής εκκίνησης.
7. Επειδή, κατά το άρθρο 45 παρ. 4 του π.δ. 18/1989 είναι δυνατόν να ασκηθεί αίτηση ακυρώσεως κατά παραλείψεως της διοικητικής αρχής να προβεί σε οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια ή κατά ρητής αρνήσεως αυτής να προβεί στην ενέργεια αυτή, εφ’ όσον ο νόμος ή υπερκείμενος του νόμου κανόνας δικαίου της επιβάλλει την υποχρέωση να ρυθμίσει συγκεκριμένο ζήτημα με την έκδοση εκτελεστής διοικητικής πράξης. Τέτοια παράλειψη ή άρνηση δεν στοιχειοθετείται, κατ’ αρχήν, όταν ο νόμος παρέχει την εξουσία στη διοικητική αρχή να ρυθμίζει ζήτημα με κανονιστική πράξη· τούτο, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξης και για το χρόνο έκδοσής της ανήκει στην ανέλεγκτη από τον ακυρωτικό δικαστή κρίση της διοικητικής αρχής. Κατ’ εξαίρεση, στοιχειοθετείται παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενεργείας είτε όταν η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει στη Διοίκηση την υποχρέωση να εκδώσει κανονιστική πράξη, εφ’ όσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εφ’ όσον τίθεται ορισμένη προθεσμία, είτε όταν η υποχρέωση της Διοίκησης να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα. Στις περιπτώσεις αυτές, η άσκηση της αρμοδιότητας προς κανονιστική ρύθμιση καθίσταται δέσμια, η παράλειψη δε της Διοίκησης να ασκήσει την κανονιστική αρμοδιότητά της δεν είναι νόμιμη (Σ.τ.Ε. 1849/2009 Ολομ., 3749/2013 Ολομ.).
8. Επειδή, στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 (Α΄ 43), όπως η παράγραφος 1 τροποποιήθηκε με τα άρθρα 14 παρ. 1 του ν. 1473/1984 (Α΄ 127) και 14 παρ. 18 του ν. 1882/1990 (Α΄ 43 και διορθ. σφαλμ. Α΄ 51) και η παράγραφος 2 με τα άρθρα 24 παρ. 8 του ν. 1828/1989 (Α΄ 2) και 14 παρ. 11 του ν. 1882/1990, ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Για τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας των ακινήτων που μεταβιβάζονται με αντάλλαγμα ή αιτία θανάτου, δωρεάς ή προίκας, λαβαίνονται υπόψη οι τιμές εκκίνησης, που είναι καθορισμένες από πριν κατά ζώνες ή οικοδομικά τετράγωνα και κατ’ είδος ακινήτου, όπως αστικό ακίνητο, μονοκατοικία, διαμέρισμα, κατάστημα, αγρόκτημα και άλλα. Οι τιμές εκκίνησης αυξάνονται ή μειώνονται ποσοστιαία ανάλογα με τους παράγοντες που επηρεάζουν αυξητικά ή μειωτικά την αξία των ακινήτων, όπως για τα διαμερίσματα η παλαιότητα, η θέση στο οικοδομικό τετράγωνο ή στον όροφο της πολυκατοικίας, για τα καταστήματα η εμπορικότητα δρόμου, το πατάρι, το υπόγειο, για τα αγροκτήματα η καλλιεργητική αξία, η τουριστική ή παραθεριστική σημασία και άλλα. Οι τιμές εκκίνησης και οι συντελεστές αυξομείωσής τους θα καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών, μετά από εισήγηση Επιτροπών που θα αποτελούνται από οικονομικούς υπαλλήλους, μηχανικούς του Υπουργείου Δημοσίων Έργων, εκπροσώπους της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, εκπροσώπους του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας και άλλα πρόσωπα που διαθέτουν ειδικές γνώσεις ή ιδιάζουσα εμπειρία και θα συγκροτούνται με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Προεδρίας Κυβερνήσεως και Οικονομικών. Οι κατά το προηγούμενο εδάφιο τιμές αναπροσαρμόζονται το βραδύτερο, ανά διετία, με τις κατά την παράγραφο 2 του παρόντος αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών. 2. Με αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών καθορίζονται: α) η καταχώρηση των τιμών εκκίνησης και των συντελεστών αυξομείωσής τους σε πίνακες και η συσχέτισή τους με διαγράμματα που καταρτίζονται με βάση χάρτες, β) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια σχετική με την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται ο χρόνος έναρξης ισχύος των διατάξεων του παρόντος άρθρου σε ολόκληρη τη χώρα ή ορισμένες περιοχές αυτής, ή πόλεις και για όλα τα ακίνητα ή για ορισμένη κατηγορία τούτων. …». Κατά την παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου, η οποία προστέθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 14 του ν. 1473/1984: «Σε περίπτωση μεταβίβασης ακινήτων με αντάλλαγμα ή αιτία θανάτου, δωρεάς, γονικής παροχής ή προίκας, ο φορολογούμενος αναγράφει στην οικεία φορολογική δήλωση την κατά τις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου οριζόμενη αξία τους, με βάση την οποία βεβαιώνεται ο φόρος που αναλογεί. Αν ο υπόχρεος σε φόρο θεωρεί την προκαθορισμένη αξία μεγαλύτερη από την αγοραία έχει το δικαίωμα, μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την υποβολή της δήλωσής του, να ζητήσει με προσφυγή τον προσδιορισμό της αξίας, από το αρμόδιο Διοικητικό Πρωτοδικείο. Αν ασκηθεί προσφυγή, ο Οικονομικός Έφορος διενεργεί έλεγχο για τον προσδιορισμό της αγοραίας αξίας του ακινήτου και συντάσσει σχετική έκθεση, αντίγραφο της οποίας κοινοποιεί στο φορολογούμενο είκοσι (20) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Η έκθεση αυτή επισυνάπτεται στην έκθεση του άρθρου 82 του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας, στην οποία περιλαμβάνεται και αίτημα προς το Διοικητικό Δικαστήριο για προσδιορισμό της αγοραίας αξίας του ακινήτου. Εφόσον το Διοικητικό Δικαστήριο προσδιορίσει αξία του ακινήτου μεγαλύτερη από την προκαθορισμένη, επιβάλλεται εκτός από τον κύριο φόρο την πληρωμή του οποίου θα διέφευγε ο υπόχρεος και πρόσθετος φόρος, ίσος με ποσοστό εξήντα τα εκατό (60%) της διαφοράς του φόρου. …». Εξ άλλου, οι φόροι που επιβλήθηκαν και επιβάλλονται στην ακίνητη περιουσία παραπέμπουν στο κατά άρθρο 41 του ν. 1249/1982 αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας των ακινήτων εντός των περιοχών όπου ισχύει το σύστημα αυτό (άρθρο 15 παρ. 6 ν. 1882/1990, άρθρο 24 παρ. 6 ν. 2130/1993 (Α΄ 62), άρθρο 7 παρ. 2 και 3 ν. 3634/2008 (Α΄ 9), άρθρα 31, 32 ν. 3842/2010 (Α΄ 58), άρθρο 53 ν. 4021/2011 (Α΄ 218) σε συνδυασμό με το άρθρο 24 παρ. 6 του ν. 2130/1993, άρθρο 4 ν. 4223/2013 (Α΄ 287)).
9. Επειδή, με τις διατάξεις που εκτέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη θεσπίστηκε αντικειμενικός τρόπος προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας των ακινήτων κατά τρόπο ώστε, βάσει προκαθορισμένων, ειδικών και πρόσφορων κριτηρίων, να προκύπτει για κάθε ακίνητο μιας περιοχής ορισμένη αξία, ανταποκρινόμενη, κατά προσέγγιση, προς την αγοραία αξία αυτού. Περαιτέρω, ο νομοθέτης, αναγνωρίζοντας αφ’ ενός τη μεταβλητότητα των συνθηκών της αγοράς εν γένει και της αγοράς ακινήτων ειδικότερα, οι οποίες επηρεάζουν τις αγοραίες αξίες και αφ’ ετέρου την πιθανότητα σφαλμάτων κατά τον προσδιορισμό της αντικειμενικής αξίας αυτών, εισήγαγε στο άνω σύστημα προσδιορισμού αξιών των ακινήτων συγκεκριμένη μέθοδο που διασφαλίζει τη νόμιμη αξίωση των πολιτών να καταβάλλουν φόρο, ο οποίος να αντιστοιχεί σε πραγματική και όχι σε πλασματική τους περιουσία (βλ. άρθρο 78 παρ. 1 του Συντάγματος). Συγκεκριμένα, προέβλεψε σύστημα περιοδικής ανά διετία αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών, βάσει του οποίου οι αντικειμενικώς καθορισθείσες φορολογητέες αξίες πρέπει να ελέγχονται κατά τακτά χρονικά διαστήματα και να αναπροσαρμόζονται, ώστε να ανταποκρίνονται, κατά το δυνατόν, στις εκάστοτε διαμορφούμενες αγοραίες αξίες. Ειδικότερα, η Διοίκηση οφείλει εντός της άνω διετούς προθεσμίας ή, πάντως, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από την πάροδο αυτής, να επανελέγχει τις υφιστάμενες αντικειμενικές αξίες, σύμφωνα με τα πορίσματα των κατά το άρθρο 41 παρ. 1 του ν. 1249/1982 επιτροπών, και να τις αναπροσαρμόζει, όπου συντρέχει λόγος. Σε διαφορετική περίπτωση, αν δηλαδή α) δεν προβεί στην έναρξη της προβλεπόμενης στο νόμο διαδικασίας και στην εκτίμηση, βάσει των πορισμάτων των άνω επιτροπών, περί της ανάγκης ή μη αναπροσαρμογής ή β) δεν αναπροσαρμόσει τις αντικειμενικές αξίες, όπου προκύπτει αναντιστοιχία αυτών προς τις αγοραίες, εντός της διετίας ή εντός εύλογου χρόνου μετά την πάροδο αυτής, παραλείπει οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια επιβαλλόμενη από το άρθρο 41 παρ. 1 του ν. 1249/1982. Η άνω υποχρέωση της Διοίκησης υφίσταται ανεξαρτήτως του δικαιώματος του φορολογουμένου να αμφισβητήσει δικαστικώς την αντικειμενική αξία συγκεκριμένου ακινήτου κατά το στάδιο επιβολής του φόρου, αν θεωρεί, είτε ότι εξ αρχής αυτή δεν καθορίστηκε ορθώς, είτε ότι η αγοραία αξία του ακινήτου μειώθηκε λόγω μεταβολής των συνθηκών της αγοράς.
10. Επειδή, κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 41 παρ. 2 του ν. 1249/1982 εκδόθηκε σειρά προεδρικών διαταγμάτων και, ακολούθως, μετά την τροποποίηση της διάταξης αυτής με το άρθρο 24 παρ. 8 του ν. 1828/1989, υπουργικών αποφάσεων, βάσει των οποίων ορίστηκε η έναρξη ισχύος του αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων σε διάφορες περιοχές της χώρας και καθορίστηκαν οι τιμές εκκίνησης κατά ζώνες, καθώς και οι συντελεστές αυξομείωσης των τιμών. Εξ άλλου, από το έτος 1993 και εφεξής εκδόθηκαν κατ’ εφαρμογή του άρθρου 41 παρ. 1 εδάφιο τελευταίο του ν. 1249/1982, όπως το εδάφιο τούτο προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 18 του ν. 1882/1990, υπουργικές αποφάσεις αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών στις περιοχές όπου ίσχυε το αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού. Μετά την αναπροσαρμογή του έτους 2005 που έγινε με την 1122435/3634/00ΤΥ/Δ/2005 απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών (Β΄ 1982), οι αντικειμενικές αξίες αναπροσαρμόστηκαν για τελευταία φορά με την 1020564/487/ ΟΟΤΥ/Δ/2007 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών «Αναπροσαρμογή τιμών του συστήματος αντικειμενικού προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας των με οποιαδήποτε αιτία μεταβιβαζομένων ακινήτων που βρίσκονται σε περιοχές εντός σχεδίου όλων των περιφερειών της χώρας» (Β΄ 269), με ισχύ από 1.3.2007, εκτός από τις περιοχές της Δημοτικής Κοινότητας Ψυχικού, οι τιμές εκκίνησης των οποίων καθορίστηκαν με τις ΠΟΛ. 1093/2013 (Β΄ 1068) με ισχύ από 1.3.2007 και ΠΟΛ. 1156/2013 (Β΄ 1627) με ισχύ από 17.3.2011, σε συμμόρφωση προς ακυρωτικές αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου. Εξ άλλου, με την 1175023/3752/00ΤΥ/Δ/ΠΟΛ:1200/2010 (Β΄ 2038) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών εντάχθηκαν το πρώτον στο αντικειμενικό σύστημα ορισμένες περιοχές εντός 4.489 οικισμών σε διάφορους νομούς της Χώρας και καθορίστηκαν οι τιμές εκκίνησης και οι συντελεστές αυξομείωσης με ισχύ από 1.1.2011.
11. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου, αλλά και τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκύπτει ότι κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, και ιδίως από το έτος 2011, οι τιμές των ακινήτων στη Χώρα μειώνονται. Ειδικότερα, στην έκθεση του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος για το έτος 2012 αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι «Η αποκλιμάκωση των τιμών στην αγορά των κατοικιών συνεχίστηκε με εντονότερο ρυθμό το 2012, … Ειδικότερα, … οι τιμές των διαμερισμάτων υποχώρησαν κατά 11,7% το 2012 … έναντι 5,5% το 2011, 4,7% το 2010 και 3,7% το 2009. Από την αρχή της τρέχουσας κρίσης (γ΄ τρίμηνο του 2008) έως το δ΄ τρίμηνο του 2012 η συνολική υποχώρηση των τιμών των διαμερισμάτων έφθασε σε ονομαστικούς όρους το 27,9%». Στην έκθεση του ίδιου για το έτος 2013 αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι «Στην αγορά των κατοικιών η μείωση των τιμών συνεχίστηκε με υψηλούς ρυθμούς από το 2011 και μετά. Στοιχεία που συλλέγονται από τα πιστωτικά ιδρύματα δείχνουν ότι οι τιμές των διαμερισμάτων υποχώρησαν σωρευτικά από το 2008 (μέσο επίπεδο) έως το τελευταίο τρίμηνο του 2013 κατά 33,4%. Τα στοιχεία που συγκεντρώνονται από τα κτηματομεσιτικά γραφεία δείχνουν ακόμη μεγαλύτερη μείωση. … Ο κλάδος των επαγγελματικών ακινήτων εμφανίζει επίσης δραματική συρρίκνωση τα τελευταία έτη … Οι αγοραίες αξίες συρρικνώθηκαν περαιτέρω το 2013 με μέσο ετήσιο ρυθμό … -16,9% … Η φορολογική επιβάρυνση της ακίνητης περιουσίας στη διάρκεια της τρέχουσας κρίσης έχει επιτείνει την ύφεση στην αγορά ακινήτων και έχει αποθαρρύνει σημαντικά τη ζήτηση. Μάλιστα, η στρέβλωση, η οποία προκαλείται από την ύπαρξη αντικειμενικών αξιών που σε πολλές περιπτώσεις (π.χ. ακίνητα μεγάλου μεγέθους σε «ακριβές» περιοχές, υποβαθμισμένες περιοχές του κέντρου της Αθήνας κ.α.) υπερβαίνουν σημαντικά τις εμπορικές αξίες των ακινήτων, οδηγεί σε τεχνητή υπερφορολόγηση της ακίνητης περιουσίας και σε περαιτέρω, μη ορθολογική πλέον, συμπίεση των αξιών». Εν προκειμένω, με την από 12.11.2013 αίτηση, οι ήδη αιτούντες ζήτησαν από τη Διοίκηση να εκδώσει απόφαση αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών κατά το άρθρο 41 παρ. 1 του ν. 1249/1982, προβάλλοντας ότι οι ισχύουσες αντικειμενικές αξίες δεν αντιστοιχούν στις αγοραίες αξίες των ακινήτων τους. Με το 1025803/10.2.2014 έγγραφο η Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών και Στέγασης της Γενικής Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας και Εθνικών Κληροδοτημάτων του Υπουργείου Οικονομικών απάντησε στους αιτούντες ότι η τελευταία αναθεώρηση των αντικειμενικών αξιών έγινε με τη μνημονευθείσα 1020564/487/ΟΟΤΥ/Δ/27.2.2007 υπουργική απόφαση, η οποία βασίστηκε στις εισηγήσεις των επιτροπών του άρθρου 41 του ν. 1249/1982· αυτές έλαβαν υπόψη τα εμπορικά δεδομένα της αγοράς των ακινήτων που ίσχυαν εκείνη τη χρονική περίοδο για κάθε περιοχή και καθόρισαν τις τιμές με γνώμονα την προσέγγιση στις αντίστοιχες εμπορικές αξίες, όπως ήταν διαμορφωμένες στη συγκεκριμένη περιοχή τη δεδομένη χρονική στιγμή. Επίσης, επεσήμανε ότι οι τιμές του αντικειμενικού συστήματος δεν είναι σταθερές, αλλά μεταβάλλονται, τροποποιούνται και προσαρμόζονται στις συνθήκες που κάθε φορά επικρατούν στην αγορά ακινήτων και ότι αναπροσαρμογή του συστήματος δεν γίνεται μεμονωμένα, αλλά για το σύνολο των ήδη ενταγμένων στο αντικειμενικό σύστημα περιοχών της Χώρας, αφού δοθεί εντολή από τον Υπουργό Οικονομικών. Τέλος, γνωστοποίησε στους αιτούντες ότι, στο πλαίσιο της επόμενης αναπροσαρμογής, όταν αυτή αποφασιστεί, θα εξεταστεί το θέμα της αναμόρφωσης των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων όλων των δήμων της Χώρας με γνώμονα την προσφορότητα, την αναλογικότητα, καθώς και κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια, σύμφωνα με τις δημοσιονομικές δυνατότητες του Κράτους. Περαιτέρω, με το 0005418/2.6.2014 έγγραφο απόψεων προς το Δικαστήριο η Διοίκηση επάγεται τα ακόλουθα: Το έτος 2010 άρχισε η προβλεπόμενη από το ν. 1249/1982 διαδικασία για την πανελλαδική αναπροσαρμογή των αξιών με τη σύσταση επιτροπών, οι οποίες ανέλαβαν τη μελέτη και εισήγηση στον Υπουργό Οικονομικών. Λόγω του μεγάλου όγκου της εργασίας (1.770 οικισμοί, Δήμοι και Κοινότητες) καθυστέρησε η ολοκλήρωση του έργου των επιτροπών, με συνέπεια να μην έχει πλήρως ολοκληρωθεί μέχρι τον Μάρτιο του 2012, οπότε διατυπώθηκαν σχετικοί όροι στο μνημόνιο, ενώ, λόγω της ειδικής οικονομικής κατάστασης της Χώρας από το 2010 και της επακόλουθης αστάθειας στην κτηματαγορά, οι αξίες των ακινήτων υφίσταντο συνεχή μεταβολή που δεν ήταν δυνατό να αποτυπωθεί στις εισηγήσεις των επιτροπών, ενόψει και του μεγάλου χρονικού διαστήματος που είχε μεσολαβήσει από την έναρξη της διαδικασίας, αλλά και της έλλειψης επαρκών στοιχείων αγοραπωλησιών ακινήτων συνεπεία της δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας. Για να επιτευχθεί η αξιόπιστη απεικόνιση των αγοραίων αξιών θα πρέπει η αγορά να βρίσκεται υπό ομαλές συνθήκες και όχι σε κρίση και να υπάρχει επαρκές και αξιόπιστο δείγμα στοιχείων αγοραπωλησιών, προϋποθέσεις που δεν ισχύουν λόγω της οικονομικής συγκυρίας και του άμεσου αντίκτυπου που αυτή είχε στην αγορά ακινήτων. Ειδικότερα, κατά τη Διοίκηση, η αστάθεια στην αγορά ακινήτων και η έλλειψη κινητικότητας έχει ως συνέπεια να μην υπάρχει ικανοποιητικό και αντιπροσωπευτικό δείγμα αγοραπωλησιών, όπως σε κανονικές συνθήκες, όπου οι τιμές διέπονται από τον κανόνα της αγοράς και της ζήτησης, η ρευστή δε και αβέβαιη αυτή κατάσταση δεν επιτρέπει την προσέγγιση των πραγματικών τιμών των ακινήτων και τον προσδιορισμό νέων περισσότερο αξιόπιστων αντικειμενικών αξιών· ως εκ τούτου, η απόπειρα αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών, υπό τις παρούσες οικονομικές συνθήκες, καθίσταται επισφαλής, διότι ελλοχεύει ο κίνδυνος να μην εκπληρώνεται ο στόχος της επικαιροποίησης των τιμών για αξιόπιστη και δίκαιη προσέγγιση των τιμών της αγοράς. Τούτο, κατά τη Διοίκηση, γίνεται φανερό από τις αλλεπάλληλες αναθεωρήσεις του θέματος στις δράσεις των διαδοχικών μνημονίων αμοιβαίας συναντίληψης.
12. Επειδή, υπό τα ανωτέρω δεδομένα, η Διοίκηση, παρά την υποχρέωσή της να προβεί εντός διετίας στην επανεκτίμηση των καθορισμένων το έτος 2007 αντικειμενικών αξιών, δεν προέβη εντός της ως άνω προθεσμίας στις ενέργειες για την έναρξη της διαδικασίας ελέγχου των αξιών αυτών, κατά παράβαση των οριζομένων στο άρθρο 41 του ν. 1249/1982. Η δε έναρξη της διαδικασίας μόλις το έτος 2010 δεν απέληξε σε έκδοση απόφασης περί αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών, παρά την πιθανολογούμενη, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγούμενη σκέψη, πτωτική μεταβολή στις αγοραίες αξίες των ακινήτων, με αποτέλεσμα να υπάρχει αναντιστοιχία μεταξύ των αξιών αυτών και των αντικειμενικών αξιών, επί των οποίων υπολογίζονται οι φορολογικές επιβαρύνσεις στην ακίνητη περιουσία. Η αναντιστοιχία αυτή και η ανάγκη αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών, ώστε να ανταποκρίνονται στις πραγματικές αξίες της αγοράς αποτυπώνεται και στις υποχρεώσεις που περιλαμβάνονται στα λεγόμενα «Μνημόνια», όπως παρατίθενται στο έγγραφο απόψεων της Διοίκησης, το πρώτο από τα οποία (Μάρτιος 2012) όρισε ότι μέχρι τον Ιούνιο του 2012 έπρεπε να αναπροσαρμοστούν οι αντικειμενικές αξίες, ενώ το τελευταίο (Απρίλιος 2014) καθόρισε διαδικασία ενεργειών που θα οδηγήσει τελικώς τον Ιανουάριο του 2017 σε ευθυγράμμιση των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων προς τις αγοραίες. Παρά τη διαπίστωση αυτή, η Διοίκηση συνέχισε να εισπράττει τις υφιστάμενες κατά το χρόνο ισχύος των αντικειμενικών αξιών έτους 2007 φορολογικές επιβαρύνσεις επί της ακίνητης περιουσίας, αλλά και να επιβάλλει νέες, χωρίς να αναπροσαρμόσει τις αντικειμενικές αξίες σύμφωνα με την προηγουμένως εκτιθέμενη υποχρέωσή της. Και προβάλλει μεν η Διοίκηση ότι υφίσταται αντικειμενική αδυναμία αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών λόγω της οικονομικής κρίσης, η οποία δημιούργησε αστάθεια στην αγορά, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει επαρκές και αξιόπιστο δείγμα αγοραπωλησιών που να επιτρέπει την αξιόπιστη και δίκαιη προσέγγιση των τιμών της αγοράς. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τις μνημονευθείσες στη δέκατη σκέψη κανονιστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 41 του ν. 1249/1982, η Διοίκηση προέβη σε ένταξη νέων περιοχών στο αντικειμενικό σύστημα (4.489 οικισμοί σε διάφορους δήμους της Χώρας) και καθορισμό των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων σε αυτές, με ισχύ από 1.1.2011, δηλαδή εν μέσω οικονομικής κρίσης, ενώ με την απόφαση ΠΟΛ. 1156/2013 προσδιόρισε τις αντικειμενικές αξίες των ακινήτων σε ζώνες της Δημοτικής Κοινότητας Ψυχικού για την ίδια χρονική περίοδο. Η αλλεπάλληλη δε παράταση των προθεσμιών αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών με τα Μνημόνια δεν αποδεικνύει αδυναμία αναπροσαρμογής αυτών, λόγω ανυπαρξίας επαρκών και αξιόπιστων στοιχείων, αλλά καθυστέρηση στη δημιουργία κατάλληλου πλαισίου συλλογής και επεξεργασίας των απαραίτητων δεδομένων για την ανεύρεση των αγοραίων τιμών των ακινήτων, καθυστέρηση η οποία, πάντως, δεν δύναται να αποβεί σε βάρος των φορολογουμένων ούτε να δικαιολογήσει τη συνεχιζόμενη επιβολή φορολογικών βαρών βάσει αντικειμενικών αξιών που δεν ανταποκρίνονται στις αγοραίες. Τέλος, η Διοίκηση προβάλλει ότι οι φορολογούμενοι έχουν τη δυνατότητα να αμφισβητήσουν δικαστικώς το ύψος των αντικειμενικών αξιών με την αμφισβήτηση του εκάστοτε επιβαλλόμενου φορολογικού βάρους· ωστόσο, η δυνατότητα αυτή έχει παρασχεθεί και λειτουργεί διορθωτικά εντός του συστήματος περιοδικής αναπροσαρμογής των αντικειμενικώς καθοριζομένων αξιών, προκειμένου οι φορολογούμενοι να προστατευθούν είτε από λάθη είτε από απρόοπτες μεταβολές των τιμών εντός της διετούς περιόδου ισχύος αυτών. Αντίθετα, η ανωτέρω δυνατότητα δεν μπορεί να λειτουργήσει εκτός του συστήματος αυτού και να μετακυλήσει στους φορολογούμενους το βάρος της διαρκούς δικαστικής αμφισβήτησης του τρόπου υπολογισμού της φορολογητέας βάσης και της απόδειξης του ανεπίκαιρου των αντικειμενικών αξιών.
13. Επειδή, εν όψει των ανωτέρω, υφίσταται παράνομη παράλειψη της Διοίκησης να προβεί στην επιβαλλόμενη από το άρθρο 41 παρ. 1 του ν. 1249/1982 έκδοση απόφασης αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων της Χώρας. Η παράλειψη αυτή συντελέστηκε με την πάροδο εύλογου χρόνου από την παρέλευση διετίας από την αναπροσαρμογή των τιμών του έτους 2007. Η υποχρέωση δε αυτή της Διοίκησης ενεργοποιήθηκε εκ νέου με την υποβολή της από 12.11.2013 αίτησης των ήδη αιτούντων, επί της οποίας εκδόθηκε το μνημονευθέν 1025803/10.2.2014 έγγραφο.
14. Επειδή, στο άρθρο 95 παρ. 1 περ. α΄ του Συντάγματος ορίζεται ότι στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκει η ακύρωση των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών. Περαιτέρω, με το άρθρο 22 του ν. 4274/2014 (Α΄ 147) προστέθηκαν παράγραφοι 3α, 3β και 3γ στο άρθρο 50 του π.δ. 18/1989, ως εξής: «3α. Το δικαστήριο, αν άγεται σε ακύρωση της διοικητικής πράξης που προσβλήθηκε με αίτηση ακυρώσεως λόγω πλημμέλειας που μπορεί να καλυφθεί εκ των υστέρων και εφόσον κρίνει, ενόψει της φύσης της πλημμέλειας, και της επίδρασής της στο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης πράξης, ότι η ακύρωση της πράξης δεν είναι αναγκαία για την αποκατάσταση της νομιμότητας και για τη διασφάλιση του δικαιώματος δικαστικής προστασίας, καθώς και σε περίπτωση παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας του αιτούντος, μπορεί, κατ’ εκτίμηση και των εννόμων συμφερόντων των διαδίκων, να εκδώσει προδικαστική απόφαση, η οποία κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους, και να ζητήσει από την αρμόδια υπηρεσία είτε να προβεί σε συγκεκριμένη ενέργεια ώστε να αρθεί η πλημμέλεια είτε να εκπληρώσει την οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια τάσσοντας προς τούτο αποκλειστική εύλογη προθεσμία, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα μήνα ούτε μεγαλύτερη από τρεις μήνες. Κανένα στοιχείο δεν λαμβάνεται υπόψη αν προσκομισθεί μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής. Μετά την παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας και εντός δεκαπενθημέρου, οι λοιποί διάδικοι δύνανται να καταθέσουν υπόμνημα με τους ισχυρισμούς τους επί των ενεργειών της Διοίκησης και των στοιχείων που αυτή προσκόμισε. Σε περίπτωση εφαρμογής των οριζόμενων στα προηγούμενα εδάφια, η δημοσίευση της προδικαστικής απόφασης συνεπάγεται την αναστολή της εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης, κατά το μέρος που δεν έχει εκτελεστεί έως τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης. 3β. Σε περίπτωση αιτήσεως ακυρώσεως που στρέφεται κατά διοικητικής πράξεως, το δικαστήριο, σταθμίζοντας τις πραγματικές καταστάσεις που έχουν δημιουργηθεί κατά το χρόνο εφαρμογής της, ιδίως δε υπέρ των καλόπιστων διοικουμένων, καθώς και το δημόσιο συμφέρον, μπορεί να ορίσει ότι τα αποτελέσματα της ακυρώσεως ανατρέχουν σε χρονικό σημείο μεταγενέστερο του χρόνου έναρξης της ισχύος της και σε κάθε περίπτωση προγενέστερο του χρόνου δημοσίευσης της απόφασης. 3γ. Η διαπίστωση παρανομίας της κανονιστικής πράξης κατά τον παρεμπίπτοντα έλεγχό της, για λόγους αναγόμενους στην αρμοδιότητα του εκδόντος την απόφαση οργάνου και σε παράβαση ουσιώδους τύπου είναι δυνατόν να μην οδηγήσει σε ακύρωση ατομικής πράξης, εφόσον, κατά την κρίση του δικαστηρίου, έχει παρέλθει μακρό, ανάλογα με τις περιστάσεις, χρονικό διάστημα από την έναρξη ισχύος της κανονιστικής πράξης που ελέγχεται παρεμπιπτόντως και οι συνέπειες της παρανομίας της σε βάρος της ατομικής πράξης μπορεί να κλονίσουν την ασφάλεια του δικαίου. 3δ. ….». Κοινό τόπο των ρυθμίσεων αυτών αποτελεί η νομοθετική επιδίωξη για διεύρυνση των εξουσιών του ακυρωτικού δικαστή, πέραν της κατά κανόνα ισχύουσας αναδρομικής ακύρωσης της παράνομης διοικητικής πράξης ή παράλειψης. Συγκεκριμένα, με την παράγραφο 3α παρέχεται η δυνατότητα εκ των υστέρων καλύψεως πλημμελειών της προσβαλλόμενης πράξης ή εκπλήρωσης της οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας. Με την παράγραφο 3β παρέχεται η δυνατότητα στον ακυρωτικό δικαστή να περιορίσει την αναδρομικότητα των ακυρωτικών αποτελεσμάτων και να ορίσει μεταγενέστερο χρονικό σημείο έναρξης αυτών. Με την παράγραφο 3γ ορίζεται ότι η διαπίστωση τυπικών λόγων παρανομίας κατά τον παρεμπίπτοντα έλεγχο κανονιστικής πράξης δεν άγει αναγκαίως σε ακύρωση της επ’ αυτής ερειδόμενης ατομικής. Οι ρυθμίσεις αυτές αποδίδουν, σε επίπεδο νόμου, δυνατότητες που έχει το Δικαστήριο, κατ’ ορθή ερμηνεία, απευθείας από τη μνημονευθείσα συνταγματική διάταξη (πρβλ. Σ.τ.Ε. 1422/2013, 1941/2013). Κατ’ ακολουθίαν τούτου, το Δικαστήριο έχει τη συνταγματική ευχέρεια να αποκλίνει, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, από τις ειδικότερες ρυθμίσεις των ως άνω δικονομικών διατάξεων. Ειδικότερα, η ρύθμιση της περιπτώσεως της παράλειψης οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας στην παράγραφο 3α, ερμηνευόμενη εν όψει της εντάξεώς της στην παράγραφο αυτή και της διαδικασίας που διαγράφει (έκδοση προδικαστικής απόφασης, προθεσμία ενέργειας για τη Διοίκηση, υποβολή υπομνήματος των λοιπών διαδίκων μετά την πάροδο της προθεσμίας, νέα συζήτηση της υπόθεσης προς έκδοση της εν τέλει οριστικής αποφάσεως), παρέχει τη δυνατότητα στο Δικαστήριο, αφού εκτιμήσει τις συνθήκες της υπόθεσης και σταθμίσει αφ’ ενός τα έννομα συμφέροντα των λοιπών πλην της Διοίκησης διαδίκων και αφ’ ετέρου το δημόσιο συμφέρον, να διαπιστώσει, με οριστική κατά τούτο κρίση, την παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, να εκδώσει προδικαστική απόφαση και να τάξει εύλογη προθεσμία στη Διοίκηση, προκειμένου αυτή να προβεί στην οφειλόμενη ενέργεια. Στην περίπτωση αυτή, η συμμόρφωση της Διοίκησης μέσα στην ταχθείσα προθεσμία δεν απαιτείται, σύμφωνα πάντα με ειδική κρίση του Δικαστηρίου, να αναδράμει στο χρόνο συντέλεσης της παράλειψης, αλλά μπορεί να αφορά μόνο το μέλλον. Εξ άλλου, το Δικαστήριο μπορεί να τάξει μεγαλύτερη εύλογη προθεσμία στη Διοίκηση στην εξαιρετική περίπτωση που, εκτιμώντας τις συνθήκες, κρίνει ότι το τρίμηνο δεν αποτελεί επαρκές χρονικό διάστημα για την εκπλήρωση της οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας.
15. Επειδή, η διαπιστωθείσα στη δέκατη τρίτη σκέψη παράλειψη της Διοίκησης να προβεί στην επιβαλλόμενη από το άρθρο 41 παρ. 1 του ν. 1249/1982 έκδοση απόφασης αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων της Χώρας θα ήταν ακυρωτέα, κατ’ αποδοχή προβαλλόμενου λόγου, και μάλιστα από το χρόνο συντέλεσης αυτής. Το Δικαστήριο, όμως, εκτιμώντας τις συνθήκες της υπόθεσης και σταθμίζοντας αφ’ ενός τα έννομα συμφέροντα των αιτούντων και αφ’ ετέρου το έντονο δημόσιο συμφέρον, συνιστάμενο στην αποφυγή αιφνίδιας διαταραχής των φορολογικών εσόδων του Κράτους, υπό τις παρούσες δημοσιονομικές συνθήκες, κρίνει ότι, κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 3α του άρθρου 50 του π.δ. 18/1989, πρέπει, αντί αναδρομικής ακυρώσεως, να αναβληθεί η έκδοση οριστικής απόφασης, προκειμένου να δοθεί η δυνατότητα στη Διοίκηση να προβεί στην άνω οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια, κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη. Κρίνει δε ότι, προς τούτο, το τρίμηνο δεν αποτελεί επαρκές χρονικό διάστημα· για το λόγο αυτό, πρέπει να χορηγηθεί στη Διοίκηση προθεσμία έξι μηνών από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης. Μειοψήφησε ο Σύμβουλος Γεώργιος Ποταμιάς, κατά τη γνώμη του οποίου δεν είναι εφαρμόσιμη εν προκειμένω η διάταξη της παραγράφου 3α του άρθρου 50 του π.δ. 18/1989, διότι ελλείπουν οι συγκεκριμένοι όροι εφαρμογής της.
Διαπιστώνει ότι η Διοίκηση έχει παραλείψει παρανόμως να προβεί στην επιβαλλόμενη από το άρθρο 41 παρ. 1 του ν. 1249/1982 έκδοση απόφασης αναπροσαρμογής των αντικειμενικών αξιών των ακινήτων της Χώρας.
Αναβάλλει την έκδοση οριστικής απόφασης.
Τάσσει στη Διοίκηση εξάμηνη προθεσμία από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης, προκειμένου να προβεί στην άνω οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια, κατά το σκεπτικό.



16 Νοεμβρίου 2014

ΦΟΡΟΛΟΓΗΣΗ ΑΚΙΝΗΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

ΦΟΡΟΛΟΓΗΣΗ ΑΚΙΝΗΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

Η αυξημένη, 7μελής σύνθεσης του Β΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας με την υπ' αριθμ. 3833/2014 απόφασή της έκρινε ότι για τον καθορισμό του ύψος του Φόρου Ακίνητης Περιουσίας (ΦΑΠ) φυσικών προσώπων πρέπει για λόγους φορολογικής ισότητας να συνακτιμάται και η φορολογητέα αξία των ακινήτων όμορων περιοχών.

 

Αριθμός 3833/2014
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2014 με την εξής σύνθεση: Φ. Αρναούτογλου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος, Ν. Μαρκουλάκης, Α.-Γ. Βώρος, Ε. Νίκα, Ηρ. Τσακόπουλος, Σύμβουλοι, Ι. Δημητρακόπουλος, Ο.-Μ. Βασιλάκη, Πάρεδροι. Γραμματέας ο Ι. Μητροτάσιος, Γραμματέας του Β΄ Τμήματος.
Για να δικάσει την από 29 Ιουλίου 2013 αίτηση:
των : 1. κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τη Δέσποινα Γάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. ΠΟΛ. 1131/5.6.2013 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών (ΦΕΚ Β΄ 1499/20.6.2013).
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Ο.-Μ. Βασιλάκη.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση της υπ’ αριθμ. ΠΟΛ: 1131/5.6.2013 αποφάσεως του Υφυπουργού Οικονομικών με τίτλο «Τιμή ανά τετραγωνικό μέτρο οικοπέδου δήμου ή κοινότητας, για τα έτη 2011, 2012 και 2013, στις περιοχές όπου δεν εφαρμόζεται το αντικειμενικό σύστημα, αποκλειστικά για τον προσδιορισμό του φόρου ακίνητης περιουσίας φυσικών προσώπων» (Β’ 1499/20.6.2013), κατά το μέρος που αφορά στην περιφέρεια του πρώην Δήμου Ν. Μάκρης Αττικής.
5. Επειδή, στο Κεφάλαιο Δ του ν. 3842/2010 «Αποκατάσταση φορολογικής δικαιοσύνης, αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και άλλες διατάξεις» (Α’ 58), όπως ο νόμος αυτός ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζονται, υπό τον τίτλο «Φορολογία Ακίνητης Περιουσίας», τα εξής : «Άρθρο 27. Αντικείμενο του φόρου. 1. Από το έτος 2010 και για κάθε επόμενο, επιβάλλεται φόρος στην ακίνητη περιουσία που βρίσκεται στην Ελλάδα και ανήκει σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους. 2. Στην έννοια του όρου ακίνητη περιουσία, για την εφαρμογή του νόμου αυτού, περιλαμβάνονται:…», «Άρθρο 28. Υποκείμενο του φόρου. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ανεξάρτητα από την ιθαγένεια, κατοικία ή έδρα του, φορολογείται για την ακίνητη περιουσία του που βρίσκεται στην Ελλάδα την 1η Ιανουαρίου του έτους φορολογίας, ανεξάρτητα από τις μεταβολές που τυχόν επέρχονται κατά τη διάρκεια του έτους αυτού. Υπόχρεοι σε φόρο είναι:…», «Άρθρο 30. Προσδιορισμός αξίας ακινήτων. Γενικά. 1. Για τον υπολογισμό φόρου ακίνητης περιουσίας λαμβάνεται υπόψη η αξία που έχουν τα ακίνητα ή τα εμπράγματα σε αυτά δικαιώματα, κατά την 1η Ιανουαρίου του έτους φορολογίας. 2…». Περαιτέρω, στην παρ. 1 του άρθρου 32 του ίδιου νόμου [όπως το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου αυτής προστέθηκε με την παρ.1 του άρθρου 24 του Ν.3943/2011,Α΄ 66/31.3.2011, με ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2011] ορίζεται ότι «Ως φορολογητέα αξία των ακινήτων ή των εμπράγματων σε αυτά δικαιωμάτων των φυσικών προσώπων ορίζεται το γινόμενο που προκύπτει από τις τιμές εκκίνησης ή αφετηρίας, που καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 41 και 41Α του ν. 1249/1982, όπως ισχύει, όπου εφαρμόζεται το αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού αξίας ακινήτων, επί τους συντελεστές αυξομείωσης, όπως καθορίζονται κατωτέρω ανά είδος ακινήτου ή κτηρίου… Για τις περιοχές δήμων ή κοινοτήτων όπου δεν εφαρμόζεται το αντικειμενικό σύστημα, η αξία των οικοπέδων καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, με βάση την κατώτερη τιμή ανά τετραγωνικό μέτρο οικοπέδου του δήμου ή της κοινότητας, όπως προκύπτει σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 3 του α.ν. 1521/1950, όπως ισχύει. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται, για τις περιοχές που εντάσσονται στο σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού αξίας ακινήτων για πρώτη φορά, οι συντελεστές αξιοποίησης οικοπέδου, καθώς και κάθε άλλο θέμα για τον προσδιορισμό της αξίας των ακινήτων για τη φορολογία ακίνητης περιουσίας. Για την εφαρμογή των διατάξεων των προηγούμενων εδαφίων ως δήμοι και κοινότητες νοούνται οι δήμοι και κοινότητες του ν. 2539/1997 (ΦΕΚ 244 Α΄).». Ακολούθως, το ίδιο ως άνω άρθρο (άρθρο 32 του ν.3842/2010) προβλέπει στην παρ.2 ότι- με την επιφύλαξη των προβλεπομένων από τον νόμο αυτόν- ο εντοπισμός, η κατάταξη των ακινήτων σε κατηγορία και οι ορισμοί των συντελεστών αυξομείωσης λαμβάνονται κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 41 και 41Α του ν. 1249/1982 και στις κατ’ εξουσιοδότηση των άρθρων αυτών υπουργικές αποφάσεις, στην παρ. 3 ότι η φορολογητέα αξία των ακινήτων εντός συστήματος αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας τους προσδιορίζεται ανά εκάστη κατηγορία ακινήτου (κατοικία-μονοκατοικία-διαμέρισμα, επαγγελματική στέγη, οικόπεδο κλπ) με την εφαρμογή των ρητώς οριζομένων για κάθε κατηγορία συντελεστών και στην παρ. 4 ότι για τα ακίνητα των οποίων η αξία των κτισμάτων τους (πλην των ειδικών) προκύπτει σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 41 Α του ν. 1249/1982 και τα οποία βρίσκονται είτε επί οικοπέδου, η αξία του οποίου προκύπτει σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 3 του 1 του ν 1521/1950, είτε επί αγροτεμαχίου, η φορολογητέα αξία τους προσδιορίζεται ξεχωριστά ανά κατηγορία (οικόπεδο, κατοικία κλπ). Περαιτέρω, το άρθρο 36 του αυτού νόμου, το οποίο φέρει τον τίτλο «Υπολογισμός του φόρου φυσικών προσώπων», προβλέπει στην παρ. 1 ότι η ακίνητη περιουσία κάθε φυσικού προσώπου φορολογείται χωριστά και στην παρ. 2 [όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 33 παρ.1 Ν.3986/2011 (Α 152/1.7.2011), με ισχύ από 1.1.2011], ότι ο φόρος επιβάλλεται επί της συνολικής [«εκτός αν ορίζεται διαφορετικά», κατ΄άρθρο 71 παρ.2 του Ν.4042/2012 (Α 24/13.2.2012)] αξίας της ακίνητης περιουσίας κάθε προσώπου, με την εφαρμογή των οριζομένων στην παράγραφο αυτήν φορολογικών συντελεστών, ανά κλιμάκιο φορολογητέας αξίας ακίνητης περιουσίας, εκ των οποίων στο πρώτο κλιμάκιο, μέχρι ύψους φορολογητέας αξίας ακίνητης περιουσίας 200.000 ευρώ, επιβάλλεται μηδενικός φόρος. Εξάλλου, το μεν άρθρο 41 του ν. 1249/1982 (Α 43), στο οποίο παραπέμπουν οι ως άνω διατάξεις, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι για τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας των μεταβιβαζομένων με αντάλλαγμα ή αιτία θανάτου, δωρεά, γονική παροχή ή προίκα ακινήτων, λαμβάνονται υπόψη οι τιμές εκκίνησης που είναι καθορισμένες από πριν κατά ζώνες ή οικοδομικά τετράγωνα και κατ΄είδος ακινήτου, ότι οι τιμές αυτές αυξάνονται ή μειώνονται ποσοστιαία ανάλογα με τους παράγοντες που επηρεάζουν την αξία των ακινήτων, ότι οι τιμές εκκίνησης και οι συντελεστές αυξομείωσης καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, μετά από εισήγηση Επιτροπών, ότι οι εν λόγω τιμές αναπροσαρμόζονται το βραδύτερο ανά διετία και ότι με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται, μεταξύ άλλων, ο χρόνος έναρξης ισχύος των διατάξεων του εν λόγω άρθρου «σε ολόκληρη τη χώρα ή ορισμένες περιοχές αυτής ή πόλεις και για όλα τα ακίνητα ή ορισμένη κατηγορία τούτων» καθώς «και η εφαρμογή των διατάξεων του …άρθρου και για τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας των μεταβιβαζόμενων εκτός σχεδίου ακινήτων» , το δε άρθρο 41 Α του αυτού νόμου (προστεθέν με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 2386/1996 Α 43), στο οποίο επίσης παραπέμπουν οι ως άνω διατάξεις, προβλέπει ότι η φορολογητέα αξία των μεταβιβαζομένων με επαχθή αιτία ή αιτία θανάτου, δωρεά ή γονική παροχή ακινήτων, τα οποία βρίσκονται σε περιοχές στις οποίες δεν έχει εφαρμοστεί το αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της αξίας τους είτε αυτές είναι εντός είτε είναι εκτός σχεδίου πόλης υπολογίζεται χωριστά για τα επί του οικοπέδου τυχόν υφιστάμενα κτίσματα, με την εφαρμογή είδους αντικειμενικού συστήματος και χωριστά για το οικόπεδο ή γήπεδο, με την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 3 παρ. 2 του αν 1521/1950. Τέλος, το άρθρο 3 παρ. 2 του, δια του ν. 1587/1950 (Α 294) κυρωθέντος, τροποποιηθέντος και συμπληρωθέντος, αν.ν. 1521/1950 «περί φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων» (Α 245), στο οποίο επίσης παραπέμπουν οι ανωτέρω διατάξεις, ορίζει ότι : "διά τον προσδιορισμόν της αξίας του ακινήτου ή του πραγματικού επί του ακινήτου δικαιώματος ή του πλοίου λαμβάνονται υπ' όψει και συνεκτιμώνται τα στοιχεία μεταβιβάσεων παρομοίων περιουσιακών στοιχείων, τα οποία προκύπτουσιν εξ ετέρων συμβολαίων ή εξ εκτιμήσεως γενομένης διά την επιβολήν του φόρου κληρονομιών, δωρεών και προικών ή εξ άλλων εκτιμήσεων. Εν περιπτώσει καθ' ην ελλείπουν τα στοιχεία ταύτα ή, κατά την κρίσιν του Οικονομικού Εφόρου, τα υπάρχοντα είναι ανεπαρκή ή απρόσφορα ενεργείται υπό τούτου προσδιορισμός της αξίας διά χρήσεως παντός άλλου μέσου”.
6. Επειδή, η προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 32 παρ. 1 του ν. 3842/2010 επιτάσσει, κατά την έννοιά της, την έκδοση της προβλεπόμενης σε αυτήν υπουργικής αποφάσεως για τον καθορισμό της αξίας των οικοπέδων που βρίσκονται σε περιοχές που δεν ισχύει το αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού αξίας ακινήτων προκειμένου να επιβληθεί και σε αυτά ο φόρος ακίνητης περιουσίας, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, επιβάλλεται «από το έτος 2010 και για κάθε επόμενο» στην ευρισκόμενη στην Ελλάδα ακίνητη περιουσία «κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου» (άρθρα 27 και 28). Συνεπώς, η έκδοση της εν λόγω αποφάσεως είναι εκ του νόμου υποχρεωτική, χωρίς στην περίπτωση αυτή να τίθεται ζήτημα μη επιτρεπτής αναδρομικής ρυθμίσεως της εκδοθησόμενης υπουργικής αποφάσεως που θα κατέληγε σε ανεπίτρεπτη απαλλαγή των υπόχρεων φυσικών προσώπων για την καταβολή του. Υπό τα δεδομένα αυτά, ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που αφορά στα έτη 2011 και 2012, παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 26 και 43 του Συντάγματος, βάσει των οποίων είναι ανεπίτρεπτη αναδρομική κανονιστική ρύθμιση, την οποία δεν επιτρέπει και, μάλιστα, ρητώς ο εξουσιοδοτικός νόμος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
7. Επειδή, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι μη νόμιμη, διότι κατά τον καθορισμό της τιμής οικοπέδων ανά τετραγωνικό μέτρο στην επίδικη περιοχή δεν ελήφθησαν υπόψη και δεν συνεκτιμήθηκαν οι προκύπτουσες βάσει του αντικειμενικού συστήματος τιμές οικοπέδων των όμορων πολεοδομικών ενοτήτων(3η,5η,6η, οικισμός Εφημεριδοπωλών),με αποτέλεσμα η προσδιορισθείσα με την προσβαλλόμενη απόφαση τιμή (620 ευρώ ανά τ.μ) να ανέρχεται σε ύψος τριπλάσιο από τις προκύπτουσες, κατ΄εφαρμογήν του αντικειμενικού συστήματος, τιμές οικοπέδων στις όμορες πολεοδομικές ενότητες, κατά παράβαση της αρχής της φορολογικής ισότητας, χωρίς να συντρέχουν αποχρώντες λόγοι (ποιοτικά χαρακτηριστικά της 4ης Π.Ε. έναντι των λοιπών Π.Ε.) που να δικαιολογούν τέτοια υπέρμετρη διαφοροποίηση στον καθορισμό της φορολογητέας αξίας των ακινήτων.
8. Επειδή, το άρθρο 4 του Συντάγματος ορίζει στην παράγραφο 1 ότι «Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου» και στην παράγραφο 5 ότι «Οι ΄Ελληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους». Από τις διατάξεις αυτές, ιδίως δε από την παρ. 5 του ανωτέρω άρθρου, με την οποία θεσπίζεται η αρχή της φορολογικής ισότητας και της καθολικότητας του φόρου, δεν αποκλείεται η διαφορετική φορολογική μεταχείριση κατηγοριών φορολογουμένων, εφ’ όσον η μεταχείριση αυτή δεν είναι αυθαίρετη, αλλά στηρίζεται σε γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, ανταποκρινόμενα στις ιδιαίτερες συνθήκες υπό τις οποίες τελεί κάθε κατηγορία. Παρέχεται δε ευρεία σχετική ευχέρεια στον κοινό νομοθέτη να διαμορφώνει το κατάλληλο, κατά την εκτίμησή του, φορολογικό σύστημα. (ΣτΕ 1685, 2531/2013 Ολομ, 3931/2013 επταμ, 2018/2012 επταμ, 3485/2007, 2974/2001 επταμ., 444/1995 επταμ., 3423/1991, 1135/1991 επταμ., 4912/1987 Ολομ, 4354/1985 κ.ά.).
9. Επειδή, ο ν. 3842/2010 προβλέπει στο άρθρο 32 αυτού την εφαρμογή δύο διαφορετικών μεθόδων κανονιστικού προσδιορισμού από τον Υπουργό των Οικονομικών της φορολογητέας αξίας των ακινήτων των φυσικών προσώπων ως βάσης επιβολής του ένδικου φόρου, μιας για τα ακίνητα εντός συστήματος αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας τους και μιας άλλης για τα οικόπεδα εκτός του συστήματος αυτού, κατά την οποία η αγοραία τους αξία προσδιορίζεται βάσει της «κατώτερης τιμής» ανά τετραγωνικό μέτρο συγκριτικού στοιχείου σε επίπεδο «δήμου ή κοινότητας». Και οι δυο αυτές μέθοδοι αποβλέπουν σε κοινό στόχο, τον προσδιορισμό της πραγματικής αγοραίας αξίας των εν λόγω ακινήτων ώστε να μην φορολογείται πλασματική φορολογητέα ύλη. Εν όψει του δεδομένου αυτού, ο Υπουργός των Οικονομικών, κατά την άσκηση της κατά την παρ. 1 του ανωτέρω άρθρου κανονιστικής του αρμοδιότητας προς έκδοση αποφάσεως περί καθορισμού της φορολογητέας αξίας των οικοπέδων σε περιοχές που --λόγω μη εκδόσεως σχετικής προς τούτο αποφάσεώς του-- δεν εφαρμόζεται το αντικειμενικό σύστημα, όπως εν προκειμένω, οφείλει μεν να λαμβάνει υπόψη κατά νόμο την «κατώτερη τιμή» ανά τετραγωνικό μέτρο κατά τα ανωτέρω, δεν μπορεί, όμως, κατά την έννοια της ως άνω εξουσιοδοτικής διατάξεως, να μην συνεκτιμά και τις φορολογητέες αξίες των ακινήτων ομόρων περιοχών στις οποίες εφαρμόζεται το αντικειμενικό σύστημα, τις οποίες (αξίες) ο ίδιος έχει προηγουμένως κανονιστικά καθορίσει, κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 41 του ν. 1249/1982. Και τούτο, για λόγους φορολογικής ισότητας, ώστε να αποφεύγονται περιπτώσεις ευρείας απόκλισης μεταξύ των πραγματικών αγοραίων αξιών ακινήτων που βρίσκονται στον ίδιο ευρύτερο χώρο εξαιτίας της παράλληλης εφαρμογής των δύο ανωτέρω διαφορετικών συστημάτων που, αμφότερα, απολήγουν στον κανονιστικό προσδιορισμό των φορολογητέων αξιών των ακινήτων εκ μέρους του ιδίου Υπουργού. Κατά την αποκλίνουσα, όμως, γνώμη του Παρέδρου Ι. Δημητρακόπουλου, η διάταξη του άρθρου 32 του ν. 3842/2010 η οποία ορίζει ότι «η αξία των οικοπέδων σε περιοχή εκτός αντικειμενικού συστήματος καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, με βάση την κατώτερη τιμή ανά τετραγωνικό μέτρο οικοπέδου του δήμου ή της κοινότητας, όπως προκύπτει σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 3 του α.ν. 1521/1950», ερμηνευόμενη σύμφωνα και με τη συνταγματική αρχή της φορολογικής ισότητας, έχει την έννοια ότι σε περίπτωση, όπως η επίδικη, όπου υπάρχει ένα και μοναδικό επίκαιρο στοιχείο μεταβίβασης περιουσιακού στοιχείου σε ορισμένη περιοχή που δεν ισχύει το αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της αξίας ακινήτων, ο Υπουργός, όταν προβαίνει, με κανονιστική απόφασή του, στον καθορισμό της αξίας των οικοπέδων που βρίσκονται στην εν λόγω περιοχή, δεν μπορεί να στηριχθεί απλώς στο στοιχείο αυτό, που είναι ανεπαρκές για να χρησιμοποιηθεί ως ασφαλής βάση θέσπισης της ρύθμισης, αλλά υποχρεούται να συνεκτιμήσει (και, δη, κατά τρόπο ειδικό) και κάθε άλλο πρόσφορο και επίκαιρο στοιχείο, όπως είναι, ιδίως, οι ισχύουσες βάσει του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 αξίες των ακινήτων ομόρων περιοχών στις οποίες εφαρμόζεται το αντικειμενικό σύστημα, την υποχρέωση δε αυτή έχει και σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση τα σχετικά στοιχεία μεταβιβάσεων παρίστανται ανεπαρκή, ενόψει του πολύ περιορισμένου αριθμού τους. Αντίθετα, εφόσον υπάρχουν επίκαιρα, πρόσφορα και επαρκή στοιχεία μεταβιβάσεων στην επίμαχη, κείμενη εκτός του αντικειμενικού συστήματος, περιοχή, δεν δημιουργείται υποχρέωση λήψης υπόψη των φορολογητέων αξιών των ακινήτων ομόρων περιοχών στις οποίες εφαρμόζεται το αντικειμενικό σύστημα, έστω κι αν προκύπτει σοβαρή απόκλιση μεταξύ των αξιών που ορίζονται για την επίμαχη περιοχή και εκείνων που ισχύουν για τις όμορες περιοχές που έχουν ενταχθεί στο αντικειμενικό σύστημα, αλλά, πάντως, κατά την έννοια του άρθρου 32 του ν. 3842/2010, ερμηνευόμενου υπό το φως των άρθρων 4 (παρ. 1 και 5) και 20 (παρ. 1) του Συντάγματος, ο υπόχρεος στο φόρο μπορεί, κατ΄ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 41 παρ. 6 του ν. 1249/1982, να αμφισβητήσει την εφαρμογή στην περίπτωσή του της σχετικής κανονιστικής ρύθμισης προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας του βαρυνόμενου ακινήτου (πρβλ. ΣτΕ επταμ. 2018/2012, σκέψη 6).
10. Επειδή, εν προκειμένω, με το από 9-5/14-6-1988 προεδρικό διάταγμα (Δ 413 ) είχε εγκριθεί η πολεοδομική μελέτη της Πολεοδομικής Ενότητας (Π.Ε) 4, περιοχής δεύτερης κατοικίας της (τότε) κοινότητας Ν. Μάκρης (Αττικής), με τη δε υπ΄αριθμ. 1009707/58/Γ0013 ΠΟΛ.1015/30.1.1992 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (Β 51), η εν λόγω περιοχή εντάχθηκε στο αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της αξίας των περιλαμβανόμενων σε αυτή ακινήτων [ως μέρος της ζώνης ΙΑ, και εν συνεχεία, με την υπ΄αριθμ. 1108283/383/Γ0013/25.9.1995 απόφαση του αυτού Υπουργού (Β 824), ως μέρος της ζώνης ΙΗ, σύμφωνα με τα συνοδεύοντα τις πιο πάνω υπουργικές αποφάσεις διαγράμματα]. Όμως, με την 1993/1994 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, το πιο πάνω π. δ/γμα ακυρώθηκε, ακολούθως δε, με την υπ΄αριθμ. 1133392/341/Γ0013/23.12.1997 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών με τίτλο «Αναπροσαρμογή τιμών του αντικειμενικού συστήματος προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας των …ακινήτων που βρίσκονται σε περιοχές εντός σχεδίου της Περιφέρειας Αττικής» (Β 1151), η εν λόγω περιοχή εξαιρέθηκε ρητώς της εφαρμογής του αντικειμενικού συστήματος. Με το από 5.4/27.5.2002 π.δ/γμα, με τίτλο «Εγκριση πολεοδομικής μελέτης τμήματος της πολεοδομικής ενότητας 4, περιοχής δεύτερης κατοικίας του δήμου Νέας Μάκρης (ν. Αττικής )» (Δ 433) εγκρίθηκε το πολεοδομικό σχέδιο και ο πολεοδομικός κανονισμός τμήματος της ως άνω Πολεοδομικής ενότητας, δεν ακολούθησε όμως επανυπαγωγή της στο αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της αξίας των περιλαμβανόμενων σε αυτήν ακινήτων. Έτσι, κατ’ εξουσιοδότηση της παραγράφου 1 του άρθρου 32 του ν. 3842/2010, με την μεν από 16.11.2010 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (B΄ 1811/18.11.2010), με την οποία καθορίστηκαν, για το έτος 2010, για όλη την Επικράτεια, οι τιμές ανά τετραγωνικό μέτρο οικοπέδου δήμου ή κοινότητας στις περιοχές όπου δεν εφαρμόζεται το αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της αξίας, αποκλειστικά και μόνο για τις ανάγκες επιβολής του φόρου ακίνητης περιουσίας (ΦΑΠ) στα φυσικά πρόσωπα, η τιμή οικοπέδων ως προς τον Δήμο Ν.Μάκρης Αττικής ορίσθηκε σε 370 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, με την δε ήδη προσβαλλόμενη ΠΟΛ:1131/5.6.2013 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών (Β 1499), ορίσθηκε σε 620 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο. Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, για τον καθορισμό αυτό της τιμής των οικοπέδων ειδικώς για τον (πρώην) δήμο της Νέας Μάκρης στο πιο πάνω ύψος (των 620 ευρώ ανά τμ), ελήφθη υπόψη ένα μόνο συγκριτικό στοιχείο, περιλαμβανόμενο σε πίνακα, που συνοδεύει το υπ΄ αριθμ. 15701/27.6.2011 έγγραφο του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Παλλήνης προς το Υπουργείο Οικονομικών και αφορά σε ακίνητο εντός της 4ης Π.Ε. Ν.Μάκρης, που μεταβιβάσθηκε με την 1502/2010 δήλωση Φ.Μ.Α. Όπως δε, περαιτέρω, μνημονεύεται στο, μεταγενέστερο της προσβαλλόμενης πράξης, υπ΄αριθμ. 34280/17/09/2013/18-9-2013 έγγραφο του ιδίου Προϊσταμένου προς το Υπουργείο Οικονομικών, το προαναφερθέν ακίνητο ευρίσκεται ειδικότερα στο ΟΤ 573 της πιο πάνω Π.Ε. (το δεύτερο, όπως αναφέρεται, οικοδομικό τετράγωνο από την περιμετρική περιτοίχιση του Νεκροταφείου Ν. Μάκρης), με πρόσοψη επί της οδού 203, εντός δε αυτού υπάρχει ισόγεια οικία επιφανείας 43,18 τμ, πρόχειρης κατασκευής. Εξ άλλου, όπως επίσης προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, η ως άνω 4η Π.Ε του πρώην Δήμου Ν.Μάκρης στην οποία φέρεται να έχουν εμπράγματα δικαιώματα οι αιτούντες, είναι όμορη με τις Π.Ε 3, 5 και 6, καθώς και τους οικισμούς «Λιβίσι» και «Εφημεριδοπώλες», όπου εφαρμόζεται αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας των ακινήτων, η δε προκύπτουσα τιμή οικοπέδων στις εν λόγω περιοχές (ανάλογα με την Τ.Ζ και τον Σ.ΑΟ.) κατ΄εφαρμογήν του τελευταίου αυτού συστήματος (βλ. τον οικείο πίνακα της υπ΄αριθμ. 1020564/487/00ΤΥ/Δ’/27-2-2007 αποφάσεως του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών «Αναπροσαρμογή τιμών του συστήματος αντικειμενικού προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας των με οποιαδήποτε αιτία μεταβιβαζομένων ακινήτων, που βρίσκονται σε περιοχές εντός σχεδίου όλων των περιφερειών της χώρας», Β 269) ανέρχεται πράγματι, όπως προβάλλεται, σε ύψος υποπολλαπλάσιο της καθορισθείσας με την προσβαλλόμενη απόφαση τιμής οικοπέδων στις εκτός αντικειμενικού συστήματος περιοχές του ίδιου ως άνω Δήμου (λχ. για οικόπεδο 500 τ.μ: 227 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο στην 6η Π.Ε., 274 στην 5η Π.Ε., 203,75 στην 3η Π.Ε., 184,5 στον οικισμό «Εφημεριδοπώλες» κλπ). Έτσι, όμως, μεταξύ των αξιών που καθόρισε ο Υπουργός Οικονομικών βάσει των δύο διαφορετικών συστημάτων παρουσιάζεται μια ευρεία απόκλιση χωρίς, ούτε από την προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε από άλλα στοιχεία του φακέλου να προκύπτει ότι ο νεότερος διοικητικός καθορισμός, στο πιο πάνω ύψος, της τιμής των οικοπέδων ανά τετραγωνικό μέτρο στις περιοχές του πρώην Δήμου Ν.Μάκρης στις οποίες δεν εφαρμόζεται το αντικειμενικό σύστημα, έγινε μετά από συνεκτίμηση και των προκυπτουσών κατ΄εφαρμογήν του αντικειμενικού συστήματος φορολογητέων/αγοραίων αξιών των ακινήτων που βρίσκονται στις λοιπές όμορες περιοχές του αυτού Δήμου, στις οποίες εφαρμόζεται το τελευταίο αυτό σύστημα, είτε, εν πάση περιπτώσει, ότι, παρά την κατά τα ανωτέρω ευρεία απόκλιση, ελήφθησαν εν τέλει υπόψη και συναξιολογήθηκαν και άλλα στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι συντρέχουν πράγματι, αποχρώντες λόγοι που την δικαιολογούν, καθώς και τα δύο πιο πάνω διαφορετικά συστήματα προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας των ακινήτων οφείλουν να αποβλέπουν στην πραγματική αγοραία τους αξία. Με τα δεδομένα αυτά, δεν προκύπτει το έρεισμα της επίμαχης ρύθμισης της προσβαλλόμενης κανονιστικής απόφασης, κατά το μέρος που αυτή παραδεκτά προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση, ώστε να δύναται να ελεγχθεί αν εξεδόθη εντός των ορίων της παραπάνω νομοθετικής εξουσιοδότησης .Συνεπώς, για το λόγο αυτό και εν όψει των όσων εκτέθηκαν στη σκέψη 9, πρέπει να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών, κατά το μέρος που αναφέρεται στον καθορισμό τιμής ανά τετραγωνικό μέτρο των οικοπέδων για τις ανάγκες επιβολής του ΦΑΠ στην περιφέρεια του πρώην Δήμου Νέας Μάκρης Αττικής, παρέλκει δε η εξέταση των λοιπών προβαλλομένων λόγων ακυρώσεως. Κατά την ειδικότερη συγκλίνουσα άποψη του Παρέδρου Ι. Δημητρακόπουλου και σύμφωνα με τη γνώμη που υποστήριξε στην προηγούμενη σκέψη, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί κατά το επίδικο μέρος της, διότι αυτή στηρίχθηκε σε ένα μοναδικό και, συνεπώς, ανεπαρκές, στοιχείο μεταβίβασης ακινήτου, ενώ δεν (προκύπτει ότι) συνεκτιμήθηκαν και άλλα πρόσφορα και επίκαιρα στοιχεία, όπως οι ισχύουσες βάσει του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 αξίες των ακινήτων ομόρων περιοχών στις οποίες εφαρμόζεται το αντικειμενικό σύστημα.
Δια ταύτα
…..Δέχεται την αίτηση ως προς τους λοιπούς αιτούντες και ακυρώνει εν μέρει την υπ’ αριθμ. ΠΟΛ: 1131/5.6.2013 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών (Β 1499) κατά το σκεπτικό.
……

15 Νοεμβρίου 2014

ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΤΑΡΓΗΘΕΙ Η ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΗ

ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΤΑΡΓΗΘΕΙ Η ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΗ

ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ ΝΕΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

Καταργείται η επ’ ακροατηρίω διαδικασία στις αστικές διαφορές με την επερχόμενη τροποποίηση του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, Η διαδικασία θα διεξάγεται εγγράφως, με ακροαματική διαδικασία μόνον σε περίπτωση, που κρίνει ότι χρειάζεται ο δικαστής.

η

 Είναιι γνωστόν στην πολιτική δίκη  εφαρμόζονται οι αρχές:
Α) Η αρχή της αμεσότητας,
Β) η αρχή της προφορικότητας και
Γ) η αρχή της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων.
Δ) ) η αρχή της έγγραφης απόδειξης
Ενώ προέχει η αρχή της έγγραφης απόδειξης, τελικά αποκλείεται πλέον η αμεσότητα και στην προφορικότητα που θα τεθούν  σε ήσσονα μοίρα  ενώ το έγγραφο, το οποίο αποτελεί και τη βάση της αστικής δίκης θα γίνει αποκλειστικά κυρίαρχος της υποθέσεως.
Οι προτάσεις , οι οποίες θα κατατίθενται και θα αποτελούν τα σημαντικά δικόγραφα επί των οποίων θα στηριχθεί η δικανική κρίση, αλλά ετσι στην πραγματικότητα αποκλείεται παντελώς η  εξέταση των μαρτύρων. Οι μάρτυρες στην αστική δίκη δεν θέλω να πω ότι έχουν μεγαλύτερη σημασία απ' ό,τι στην ποινική. Την ίδια σημασία έχουν και είναι εξαιρετικά σημαντική η κατάθεση τους. Εκεί ο δικαστής και οι δικηγόροι των πλευρών «βλέπουν» την ουσία της υποθεσεως
Σημασία έχει η εικόνα που σχηματίζει ο δικαστής από το μάρτυρα, σημασία έχουν κι εκείνα τα οποία συμπεραίνει ο δικαστής μόνος του από την παρουσία του μάρτυρος και των διαδίκων στο δικαστήριο και η απόφασή του βγαίνει στηριγμένη στην εικόνα, δηλαδή στην αμεσότητα και στην προφορικότητα.

 Αλλωστε εάν δεν έχει συγκεκριμενοποιηθεί το αντικείμενο της απόδειξης, το οποίο στην αστική δίκη παίζει πάρα πολύ μεγάλο ρόλο, τελικά θα φτάσουμε να γίνεται μια δίκη εκ των ενόντων και να βγαίνει μια απόφαση εκ των ενόντων. Αυτά πιστεύω ότι αποτελούν, τολμώ να πω νόθευση του χαρακτήρα της αστικής δίκης και θα πρέπει να είμαστε πάρα πολύ προσεκτικοί ενώ  υπάρχουν αγαθές προθέσεις για την επίσπευση της διαδικασίας- αλλά κινδυνεύσουμε να μετατρέψουμε την αστική δίκη σε διοικητική δίκη και νομίζω ότι αυτό δεν είναι σωστό και για τους διαδίκους και για την απονομή της δικαιοσύνης και επιτέλους για την ακεραιότητα του νομικού μας συστήματος.-

10 Νοεμβρίου 2014

Ο ΦΑΠ ΣΤΟ ΣΤΕ

 Ο ΦΑΠ ΣΤΟ ΣΤΕ 
Η αυξημένη, 7μελής σύνθεσης του Β΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας με την υπ' αριθμ. 3833/2014 απόφασή της έκρινε ότι για τον καθορισμό του ύψος του Φόρου Ακίνητης Περιουσίας (ΦΑΠ) φυσικών προσώπων πρέπει για λόγους φορολογικής ισότητας να συνακτιμάται και η φορολογητέα αξία των ακινήτων όμορων περιοχών.
Αναλυτικότερα, ο υπουργός Οικονομικών στις 5.6.2013 προσδιόρισε για τα έτη 2011, 2012 και 2013 στα 620 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο τον ΦΑΠ φυσικών προσώπων στο Δήμο Νέας Μάκρης, όπου δεν εφαρμόζεται το αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού του ΦΑΠ.
Κατόπιν αυτού κάτοικοι της Νέας Μάκρης προσέφυγαν στο ΣτΕ ζητώντας να ακυρωθεί η επίμαχη υπουργική απόφαση ως αντίθετη στην συνταγματική αρχή της ισότητας, αλλά και σε άλλες Συνταγματικές διατάξεις, καθώς είχε καθοριστεί η τιμή των οικοπέδων σε 620 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ενώ οι αντικειμενικές αξίες των όμορων περιοχών κυμαίνονται από 180 έως 250 ευρώ/τ.μ.
Το ΣτΕ έκρινε ότι έκρινε ότι ο υπουργός των Οικονομικών οφείλει μεν να λαμβάνει υπόψη κατά νόμο την «κατώτερη τιμή» ανά τετραγωνικό μέτρο, «δεν μπορεί όμως να μην συνεκτιμά και τις φορολογητέες αξίες των ακινήτων όμορων περιοχών στις οποίες εφαρμόζεται το αντικειμενικό σύστημα, τις οποίες (αξίες) ο ίδιος έχει προηγουμένως κανονιστικά καθορίσει, κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 41 του νόμου 1249/1982».
Και αυτό, για «λόγους φορολογικής ισότητας, ώστε να αποφεύγονται περιπτώσεις ευρείας απόκλισης μεταξύ των πραγματικών αγοραίων αξιών ακινήτων που βρίσκονται στον ίδιο ευρύτερο χώρο εξαιτίας της παράλληλης εφαρμογής των δύο ανωτέρω διαφορετικών συστημάτων που, αμφότερα, απολήγουν στον κανονιστικό προσδιορισμό των φορολογητέων αξιών των ακινήτων εκ μέρους του ίδιου υπουργού».

 

05 Νοεμβρίου 2014

Απόφαση του ΣτΕ: Αποζημιώνονται τα θύματα της Ασπίς Πρόνοια


Απόφαση του ΣτΕ: Αποζημιώνονται τα θύματα της Ασπίς Πρόνοια

04.11.2014 10:14

 ΣτΕ 3783/2014 Α΄Τμήμα - Πλημμελής άσκηση εποπτικής δραστηριότητας του Κράτους επί ασφαλιστικών εταιρειών και αποκατάσταση της σχετικής ζημίας των ασφαλισμένων

Με την 3783/2014 απόφαση του Α΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας επιλύθηκαν, με την κατ’ άρθρο 1 του ν. 3900/2010 διαδικασία της πιλοτικής δίκης, τα μείζονος σπουδαιότητας ζητήματα αστικής ευθύνης του Δημοσίου από πλημμελή άσκηση κρατικής εποπτείας επί ασφαλιστικών επιχειρήσεων, τα οποία ετίθεντο στο πλαίσιο εκδικάσεως αγωγής αποζημιώσεως κατόχων ασφαλιστηρίων συμβολαίων της εταιρείας «Ασπίς Πρόνοια - Ανώνυμη Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων (Α.Ε.Γ.Α.)» κατά του Ελληνικού Δημοσίου.

Με την απόφαση κρίθηκε ότι οι περί κρατικής εποπτείας διατάξεις της νομοθεσίας περί ιδιωτικής ασφαλίσεως, οι οποίες, πέραν της διασφαλίσεως της φερεγγυότητας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, της εύρυθμης λειτουργίας της ασφαλιστικής αγοράς και της χρηματοπιστωτικής της σταθερότητας, προστατεύουν εξ αντανακλάσεως και τα συμφέροντα των ασφαλισμένων, δεν αποτελούν διατάξεις τεθείσες αποκλειστικώς χάριν του γενικού συμφέροντος, ώστε να αποκλείεται, εξ αυτού και μόνον του λόγου, η εφαρμογή του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ στην προκειμένη περίπτωση. Δεν άγει στο αντίθετο συμπέρασμα το γεγονός ότι οι οικείες διατάξεις της ασφαλιστικής νομοθεσίας αποτελούν μεταφορά αντίστοιχων διατάξεων του ενωσιακού δικαίου, διότι με τις κοινοτικές αυτές διατάξεις δεν ρυθμίζεται το ζήτημα της αποζημιώσεως των ασφαλισμένων ασφαλιστικών εταιρειών σε περίπτωση πλημμελούς κρατικής εποπτείας της ασφαλιστικής αγοράς, αλλά το ζήτημα αυτό καταλείπεται στην ευχέρεια του εθνικού νομοθέτη (βλ. και την από 12.10.2004 απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, C-222/02, Peter Paul κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας). Κρίθηκε, επίσης, ότι τυχόν ευθύνη του Δημοσίου από πλημμελή άσκηση εποπτείας σε ασφαλιστικές επιχειρήσεις μπορεί να τεθεί μόνον στο πλαίσιο των ειδικών περί ασκήσεως εποπτείας επί των ασφαλιστικών επιχειρήσεων διατάξεων του ν.δ/τος 400/1970 και όχι στο πλαίσιο των γενικών διατάξεων του κ.ν. 2190/1920, που αφορούν την άσκηση κρατικής εποπτείας επί των ανωνύμων εταιρειών. Έγινε, περαιτέρω, δεκτό ότι ο εθνικός νομοθέτης, κινούμενος εντός του πλαισίου των κατευθύνσεων της από 12.7.2010 Λευκής Βίβλου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τα συστήματα εγγυήσεως των ασφαλίσεων, προέβη στην κατάστρωση ενός πάγιου μηχανισμού εγγυήσεων στον τομέα των ασφαλίσεων ζωής (άρθρα 4 επ. του ν. 3867/2010), ο οποίος επιτελεί λειτουργία ανάλογη με τους αντίστοιχους μηχανισμούς που ισχύουν στο χρηματοπιστωτικό και επενδυτικό τομέα. Ο μηχανισμός αυτός, η χρηματοδότηση του οποίου γίνεται από παρακρατηθείσες εισφορές των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και των ασφαλισμένων τους, διαρθρώνεται σε δύο στάδια, στο πρώτο εκ των οποίων αναζητείται ανάδοχος του χαρτοφυλακίου ζωής της ασφαλιστικής επιχειρήσεως, ενώ στο δεύτερο στάδιο επέρχεται η καταβολή του συνόλου ή, κατά περίπτωση, τμήματος των εξ ασφαλίσεως απαιτήσεων που δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της, κατά τα ανωτέρω, αναδοχής. Τα ποσά αυτά, τα οποία δεν μπορούν να υπερβαίνουν τα εκ του νόμου καθοριζόμενα ανώτατα όρια, καταβάλλονται από το νεοσυσταθέν εγγυητικό κεφάλαιο, το οποίο, κατά ρητή πρόβλεψη του νόμου, υποκαθίσταται στα δικαιώματα των ασφαλισμένων. Από τις ίδιες διατάξεις, οι οποίες τυγχάνουν εφαρμογής επί περιπτώσεων ασφαλιστικών εταιρειών, των οποίων η άδεια λειτουργίας ανακαλείται σε χρόνο μεταγενέστερο της ενάρξεως ισχύος του νεότερου νόμου, συνάγεται, περαιτέρω, ότι ο μηχανισμός εγγυήσεων καλύπτει περιπτώσεις αφερεγγυότητας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, ανεξαρτήτως αν αυτή επήλθε συνεπεία σκόπιμων ή εσφαλμένων ενεργειών και παραλείψεων της διοικήσεώς τους, πλημμελούς ασκήσεως κρατικής εποπτείας ή αντικειμενικών παραγόντων, όπως, επί παραδείγματι, απρόβλεπτων και μεγάλης εκτάσεως οικονομικών και χρηματοπιστωτικών κρίσεων. Με τις διατάξεις, εξάλλου, του άρθρου 2 του ν. 3867/2010 εισήχθησαν, παραλλήλως, μεταβατικού χαρακτήρα ρυθμίσεις για τις εκκρεμείς, κατά το χρόνο δημοσιεύσεως του νόμου αυτού, διαδικασίες αναζητήσεως αναδόχου χαρτοφυλακίου ζωής ασφαλιστικών επιχειρήσεων, των οποίων η άδεια λειτουργίας είχε ήδη ανακληθεί και είχε ορισθεί επόπτης χαρτοφυλακίου ζωής. Επρόκειτο, κατ’ ουσίαν, για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις του ομίλου «Ασπίς Πρόνοια» (Ασπίς Πρόνοια και Commercial Value), η ανάγκη περιορισμού των συνεπειών της καταρρεύσεως των οποίων υπαγόρευσε, όπως προκύπτει και από τις προπαρασκευαστικές εργασίες ψήφισης του ν. 3867/2010, τη θέσπιση των εξαιρετικών αυτών ρυθμίσεων. Κατά τις ειδικότερες προβλέψεις των διατάξεων αυτών, με τις οποίες επιδιώκεται «η οριστική διευθέτηση των εκκρεμοτήτων μέσα σε σύντομη προθεσμία» (βλ. αιτιολογική έκθεση), σε περίπτωση αποτυχίας της διαδικασίας ανευρέσεως αναδόχου, για τη μεταβίβαση του χαρτοφυλακίου ζωής τίθενται σε εφαρμογή οι λοιπές περί αναδοχής διατάξεις των παραγράφων 2-5 του άρθρου 2 του ν. 3867/2010. Κατά τις ειδικότερες προβλέψεις των τελευταίων αυτών διατάξεων, σε περίπτωση μη ευδοκιμήσεως της απόπειρας αναδοχής του συνόλου του χαρτοφυλακίου ζωής, ακολουθεί το στάδιο της ασφαλιστικής εκκαθαρίσεως, υπό το καθεστώς της οποίας τίθεται το σύνολο του μη μεταβιβασθέντος χαρτοφυλακίου ζωής της υπό εκκαθάριση τελούσης ασφαλιστικής επιχειρήσεως. Κατόπιν, εξάλλου, της περατώσεως της διαδικασίας ασφαλιστικής εκκαθαρίσεως, ενεργοποιείται υποχρεωτικώς ο μηχανισμός εγγυήσεων, ο οποίος παρέχει το μεν στενότερη, το δε ευρύτερη προστασία από εκείνη που παρέχεται από τις πάγιες διατάξεις του ως άνω νόμου, καθόσον ναι μεν καλύπτει το 70 % των απαιτήσεων (ενώ με την πάγια ρύθμιση καλύπτεται ολόκληρο το ποσό, εφόσον αυτό είναι κατώτερο, κατά περίπτωση, των 30.000 ή των 60.000 ευρώ), η περιορισμένη, όμως, αυτή προστασία παρέχεται χωρίς καθ’ ύψος περιορισμό του καταβαλλόμενου ποσού, σε αντίθεση με τις πάγιες διατάξεις με τις οποίες θεσπίζονται ανώτατα όρια καλύψεως (30.000 και 60.000 ευρώ). Κατ’ αυτόν τον τρόπο, στην περίπτωση που η διαδικασία ανευρέσεως αναδόχου αποβεί άκαρπη, οι σχετικές απαιτήσεις καλύπτονται, μετά το πέρας της εκκαθαρίσεως, υποχρεωτικώς από το εγγυητικό κεφάλαιο, το οποίο, στην περίπτωση του μεταβατικού μηχανισμού, δεν χρηματοδοτείται από τις εισφορές των ασφαλισμένων και των υπαγομένων στη ρύθμιση ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Κρίθηκε, περαιτέρω, ότι η ευθύνη προς αποζημίωση από τυχόν πλημμελή άσκηση κρατικής εποπτείας επί των ασφαλιστικών επιχειρήσεων δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί από τις διατάξεις του άρθρου 105 του ΕισΝΑ.Κ, όπως αυτές έχουν μέχρι σήμερα ερμηνευθεί, διότι οι ιδιαιτερότητες του εποπτικού έργου της ασφαλιστικής αγοράς, όπως θεσπίζεται και οργανώνεται από τις διατάξεις του ν.δ/τος 400/1970, οι οποίες διακρίνονται για την πολυπλοκότητά τους, σε συνδυασμό με το αβέβαιο του αποτελέσματος του εποπτικού ελέγχου, η διενέργεια του οποίου αποβλέπει προεχόντως στην εύρυθμη λειτουργία της ασφαλιστικής αγοράς με τη διασφάλιση της φερεγγυότητας των ασφαλιστικών εταιρειών, αντανακλαστικά δε, μέσω αυτού, καταλήγει να προστατεύει εμμέσως και τους ασφαλισμένους, διαφοροποιεί ουσιωδώς την εποπτική λειτουργία της διοικήσεως από τις λοιπές κρατικές δραστηριότητες. Κατά τις ειδικότερες κρίσεις του Δικαστηρίου, η ευθύνη προς αποζημίωση που τυχόν προκαλείται από τη συγκεκριμένη κρατική δραστηριότητα, η οποία ασκείται στην ασφαλιστική αγορά, σε πεδίο, δηλαδή, που ενέχει σημαντικούς οικονομικής φύσεως κινδύνους για όσους, εκουσίως, άλλωστε, εκτίθενται σε αυτούς, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η άσκηση της ιδιότυπης αυτής κρατικής δραστηριότητας, κατά κανόνα, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια των εποπτικών αρχών, οι οποίες απολαμβάνουν μεν ευρείας και ουσιαστικής εξουσίας, πλην, όμως, η εκπλήρωση της αποστολής τους απαιτεί πολύπλοκες οικονομικοτεχνικής φύσεως σταθμίσεις, δεν προσιδιάζει με την αντικειμενική ευθύνη των οργάνων του κράτους που καθιερώνεται από τις διατάξεις του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, οι οποίες, όπως έχουν καταστρωθεί από το νομοθέτη και ερμηνευθεί από τα δικαστήρια, δεν αποτελούν στην περίπτωση αυτή κατάλληλο μηχανισμό αποζημιώσεως. Οι ιδιαιτερότητες αυτές της ως άνω κρατικής δραστηριότητας δεν συνάδουν, περαιτέρω, ούτε με την αρχή της πλήρους αποζημιώσεως η οποία, κατ΄ αρχήν, καθιερώνεται από το άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ, διότι τυχόν αναγνώριση υποχρεώσεως περί πλήρους αποζημιώσεως των εκουσίως εκτιθεμένων στους κινδύνους της ασφαλιστικής αγοράς ασφαλισμένων ασφαλιστικών επιχειρήσεων, οι οποίες κατέστησαν αφερέγγυες και λόγω πλημμελούς ασκήσεως εποπτείας από τα όργανα του κράτους, θα ισοδυναμούσε με ανεπίτρεπτη υποκατάσταση του κράτους στη θέση της αφερέγγυας ασφαλιστικής επιχειρήσεως, κατ’ ουσίαν δε με ανεπίτρεπτη μετακύλιση των υποχρεώσεών της σε αυτό και στους φορολογούμενους πολίτες. Έγινε, επίσης, δεκτό ότι οι ανωτέρω εκτεθείσες ιδιαιτερότητες στην άσκηση της κρατικής εποπτείας επί των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, οι οποίες τη διαφοροποιούν ουσιωδώς σε σχέση με τις λοιπές μορφές κρατικής δραστηριότητας, θα επέβαλλαν, προκειμένου να ικανοποιηθεί η συνταγματική επιταγή του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος και να μην μείνει άνευ αποκαταστάσεως η ζημία που προκαλείται σε ασφαλισμένους ασφαλιστικής επιχειρήσεως από πλημμελή άσκηση εποπτείας (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 1501/2014), την ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, υπό την έννοια ότι, για μεν τη θεμελίωση της αστικής ευθύνης του κράτους θα απαιτείτο η συνδρομή πρόσθετων προϋποθέσεων (πρόδηλο και βαρύ σφάλμα των εποπτικών οργάνων), η δε αποζημίωση που θα ήταν δυνατόν να επιδικασθεί στις περιπτώσεις αυτές δεν θα μπορούσε να είναι πλήρης. Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση θα ήταν δυνατόν να γεννηθεί όχι από οποιαδήποτε παρανομία της διοικήσεως, αλλά μόνον από πρόδηλο ή βαρύ σφάλμα των εποπτικών οργάνων, από προφανή, δηλαδή, και σοβαρή παράβαση της νομοθεσίας περί ιδιωτικής ασφάλισης, και με την επιδίκαση στους πληττόμενους ασφαλισμένους εύλογης μόνον αποζημιώσεως. Κατ’ εκτίμηση τούτων, της δυσχέρειας, δηλαδή, θεμελιώσεως της, έστω και κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, αστικής ευθύνης του κράτους για άσκηση πλημμελούς εποπτείας επί της ασφαλιστικής αγοράς, η οποία, κατά τα ήδη εκτεθέντα, δεν περιλαμβάνει την πλήρη αποκατάσταση της προκληθείσης ζημίας, καθώς και της, κατά τα ανωτέρω, υποχρεωτικής ενεργοποιήσεως του ειδικού μηχανισμού εγγυήσεων εκ μόνης της αποτυχίας της διαδικασίας ανευρέσεως αναδόχου του χαρτοφυλακίου ζωής ασφαλιστικής επιχειρήσεως, της οποία ανεκλήθη η άδεια λειτουργίας για λόγους νομιμότητας, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο κατ’ άρθρο 2 του ν. 3867/2010 ειδικός μηχανισμός αποζημιώσεως αποτελεί κατάλληλο και πρόσφορο μηχανισμό για την αποκατάσταση της ζημίας που, μεταξύ άλλων, προκαλείται στους ασφαλισμένους ασφαλιστικών επιχειρήσεων των οποίων η άδεια λειτουργίας ανακαλείται, λόγω πλημμελούς ασκήσεως της ως άνω κρατικής δραστηριότητας. Δεδομένου, εξάλλου, ότι ο μηχανισμός αυτός, όπως οργανώνεται από το νομοθέτη, δεν προσκρούει σε καμία συνταγματική διάταξη, η θέσπισή του αποκλείει, κατά την έννοια των σχετικών διατάξεων, όχι μόνον την ευθεία, αλλά και την ανάλογη, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εφαρμογή του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, ερμηνευτική εκδοχή που επιβεβαιώνεται και από την αιτιολογική έκθεση του ν. 3867/2010, στην οποία αναφέρεται ότι, με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 2, αποκλείεται «η χρηματοδότηση του ανοίγματος από το Δημόσιο, είτε με τη μορφή εγγυήσεως είτε με οποιαδήποτε άλλη μορφή», με αποτέλεσμα η αντίστοιχη «ζημία [να] επιβαρύνει κατά ένα σημαντικό μέρος τους ίδιους τους ασφαλισμένους και κατά το υπόλοιπο μέρος το εγγυητικό κεφάλαιο ζωής»

ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

  ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ -ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΕΝ ΟΨΕΙ   ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ (4...