02 Ιουλίου 2014

ΣΥΝΤΑΡΑΚΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΣΤΕ ΣΩΤΗΡΗ ΡΙΖΟΥ ΣΤΟΥΣ ΔΙΚΑΣΤΕΣ "ΕΥΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΕ ΕΞΕΛΙΞΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΚΑΤΑΠΤΟΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ..."

ΣτΕ 2114/2014 : “Συνταγματική η διάταξη περί διαφοροποιήσεως του επιτοκίου (6%) για οφειλές του Δημοσίου” ΠΡΟΝΟΜΙΑ ΔΗΜΟΣΙΟΥ

ΣτΕ 2114/2014 : “Συνταγματική η διάταξη περί διαφοροποιήσεως του επιτοκίου (6%) για οφειλές του Δημοσίου” ΠΡΟΝΟΜΙΑ ΔΗΜΟΣΙΟΥ
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Φεβρουαρίου 2013, με την εξής σύνθεση: Κ. Μενουδάκος, Πρόεδρος, Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, Ν. Ρόζος, Χρ. Ράμμος, Δ. Μαρινάκης, Μ. Καραμανώφ, Αικ. Σακελλαροπούλου, Δ. Σκαλτσούνης, Α.Γ. Βώρος, Π. Ευστρατίου, Ε. Νίκα, Γ. Τσιμέκας, Σπ. Μαρκάτης, Φ. Ντζίμας, Β. Καλαντζή, Μ. Παπαδοπούλου, Δ. Κυριλλόπουλος, Ε. Κουσιουρής, Β. Ραφτοπούλου, Κ. Κουσούλης, Κ. Φιλοπούλου, Θ. Αραβάνης, Κ. Πισπιρίγκος, Α. Χλαμπέα, Μ. Πικραμένος, Τ. Κόμβου, Β. Αναγνωστοπούλου – Σαρρή, Σύμβουλοι, Β. Πλαπούτα, Ο. Παπαδοπούλου, Ι. Σύμπλης, Πάρεδροι.
Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Ε. Κουσιουρής και Κ. Κουσούλης, καθώς και ο Πάρεδρος Ι. Σύμπλης μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.
Για να δικάσει την από 7 Ιουνίου 2004 αίτηση: του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με την Χρυσαφούλα Αυγερινού, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους, κατά της ανώνυμης Αυστριακής Εταιρίας με την επωνυμία «….. – …..», που εδρεύει στην Αυστρία (. ……., … …), η οποία δεν παρέστη, αλλά ο δικηγόρος που υπογράφει την αίτηση νομιμοποιήθηκε με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο και κατά της παρεμβαίνουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…. … …..», που εδρεύει στην . …… Αττικής (…. .. …), η οποία δεν παρέστη, αλλά ο δικηγόρος που υπογράφει την αίτηση νομιμοποιήθηκε με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο.
Η πιο πάνω αίτηση παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της 1620/2011 αποφάσεως του ΣΤ΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκειμένου να επιλύσει η Ολομέλεια το ζήτημα που αναφέρεται στην απόφαση. Η υπόθεση εισήχθη εκ νέου στην Ολομέλεια μετά την 3777/2012 αναβλητική απόφασή της.
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Υπουργός επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 119/2004 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Η Εισηγητής, Σύμβουλος Β. Ραφτοπούλου, άρχισε τη συζήτηση της υποθέσεως με την ανάγνωση της παραπεμπτικής αποφάσεως, η οποία αποτελεί και την εισήγηση του Τμήματος.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Υπουργού, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση. Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 26 παρ. 2 (με την οποία προστέθηκαν τέσσερα εδάφια στο τέλος της παρ.1 του άρθρου 8 του π.δ.18/1989, Α΄8) του ν.3719/2008 (Α΄241), λόγω κωλύματος του Συμβούλου Θεοδώρου Αραβάνη, τακτικού μέλους της συνθέσεως που εκδίκασε την υπό κρίση υπόθεση, έλαβε μέρος, αντί αυτού, στη διάσκεψη, ως τακτικό μέλος, ο Σύμβουλος Εμμανουήλ Κουσιουρής, αναπληρωματικό, μέχρι τότε, μέλος της συνθέσεως (βλ. υπ’αριθ. 71Α/8.3.2013 Πρακτικό Διασκέψεως της Ολομελείας του Δικαστηρίου).
2. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται κατά το νόμο καταβολή παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της υπ’αριθ.119/2004 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που με αυτήν έγινε δεκτή αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας και υποχρεώθηκε το Δημόσιο να της καταβάλει, επί διαφοράς που ανέκυψε κατά την εκτέλεση σύμβασης δασοπυρόσβεσης, τόκους, από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση του κεφαλαίου των απαιτήσεών της, υπολογιζόμενους με βάση το γενικώς ισχύον επιτόκιο και όχι το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ. της 26.6/10.7.1944) επιτόκιο 6%. 3. Επειδή, με την υπ’αριθ.1620/2011 απόφαση του ΣΤ΄ Τμήματος του Δικαστηρίου, υπό πενταμελή σύνθεση, παραπέμφθηκε ενώπιον της Ολομελείας, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 περ. β΄ του π.δ.18/1989, προς επίλυση, λόγω μείζονος σπουδαιότητας και της αντίθετης, προς την υπ’αριθ.1663/2009 απόφαση της Ολομελείας του Δικαστηρίου τούτου, νομολογίας του Αρείου Πάγου (βλ.ΑΠ1127,1128/2010), το ζήτημα της συμφωνίας του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου προς το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Με τη διάταξη του ως άνω άρθρου του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ. της 26-6/10-7-1944, Α΄139), το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 109 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984 – Α΄ 164), ορίζεται ότι: «Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής, ορίζεται εις 6% ετησίως, πλην εάν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής».
4. Επειδή, μετά τη δημοσίευση της ως άνω παραπεμπτικής αποφάσεως (30.5.2011), η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την υπ’αριθ.2812/2011 απόφασή της, που δημοσιεύθηκε στις 2.11.2011, έκανε δεκτό ότι η ως άνω επίμαχη διάταξη, με την οποία ορίζεται για τις οφειλές του Δημοσίου, το επιτόκιο, νόμιμο και υπερημερίας, σε ποσοστό 6%, που είναι μικρότερο από το ποσοστό του γενικώς ισχύοντος, αντίστοιχου, επιτοκίου, είναι ανίσχυρη και μη εφαρμοστέα, καθόσον αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής. Λόγω δε της αντιθέσεως των γενομένων δεκτών με την ανωτέρω απόφαση προς τα κριθέντα με τις προαναφερθείσες υπ’αριθ.1127 και 1128/2010 αποφάσεις του Αρείου Πάγου, το Ελεγκτικό Συνέδριο παρέπεμψε το ζήτημα της συνταγματικότητας ή μη της ως άνω διατάξεως, καθόσον αφορά στο θεσπιζόμενο ύψος του επιτοκίου για οφειλές του Δημοσίου, στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, προς άρση της αμφισβητήσεως, σύμφωνα με τα άρθρα 100 παρ. 1 περ. ε΄ του Συντάγματος και 48 παρ. 2 του Κώδικα περί Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου. Κατόπιν αυτού, η Ολομέλεια του Δικαστηρίου, με την υπ’αριθ.3777/2012 απόφασή της, ανέβαλε την εκδίκαση της υπό κρίση αιτήσεως, μέχρι να δημοσιευθεί η απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου. Ήδη δε, η υπόθεση εισάγεται στην Ολομέλεια, μετά την έκδοση της υπ’αριθ.25/2012 αποφάσεως του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου.
5. Επειδή, στο άρθρο 1 παράγραφος 1 του ν.2479/1997 (Α΄67 ) ορίζονται τα ακόλουθα: « α. Σε δίκη ενώπιον … της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας …, στην οποία, εν όψει των ισχυρισμών των διαδίκων ή της τυχόν παραπεμπτικής απόφασης, τίθεται ζήτημα αν διάταξη τυπικού νόμου είναι σύμφωνη προς το Σύνταγμα ή όχι, έχουν το δικαίωμα να ασκήσουν παρέμβαση φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή ενώσεις προσώπων, τα οποία δικαιολογούν έννομο συμφέρον σε σχέση με την κρίση του ζητήματος αυτού, εφόσον το αυτό ζήτημα εκκρεμεί σε δίκη ενώπιον άλλου δικαστηρίου ή δικαστικού σχηματισμού του αυτού κλάδου δικαιοσύνης στην οποία είναι διάδικοι …. β. Ο παρεμβαίνων με βάση το προηγούμενο εδάφιο νομιμοποιείται να προβάλει απόψεις και επιχειρήματα αναφερόμενα αποκλειστικά σε ζητήματα συνταγματικότητας που έχουν τεθεί. Η εκδιδόμενη απόφαση δεν παράγει έννομα αποτελέσματα για τον παρεμβαίνοντα αυτόν. γ. Η κατά το εδάφιο α΄ παρέμβαση ενώπιον… της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας … ασκείται σύμφωνα με το άρθρο… 49 του π.δ/τος 18/1989 (ΦΕΚ 8Α΄) … δ. Για την παράσταση όσων παρεμβαίνουν με βάση την παρούσα παράγραφο, τη νομιμοποίηση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, τα απαιτούμενα τέλη και παράβολα και τη δικαστική δαπάνη εφαρμόζονται αναλόγως οι σχετικές διατάξεις που αφορούν το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ασκήθηκε η παρέμβαση. ε. …».
6. Επειδή, εν προκειμένω, στην παρούσα δίκη ενώπιον της Ολομελείας παρεμβαίνει, υπέρ της αναιρεσιβλήτου εταιρείας, με το από 25.8.2011 δικόγραφο, η ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία «. .. …………..», ισχυριζόμενη ότι τίθεται ζήτημα συνταγματικότητας της, παρεμφερούς προς τη διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου, διατάξεως του άρθρου 7 παρ. 2 του ν.δ.496/1974(Α΄204), στη δίκη που εκκρεμεί, με την άσκηση της από 12.2.2009 αγωγής της, ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, κατά του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία « ΝΟΣΗΛΕΥΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ Μ.Τ.Σ.» (Ν.Ι.Μ.Τ.Σ.), με αίτημα να της καταβληθεί συγκεκριμένο ποσό, ως οφειλόμενο τίμημα από την εκτέλεση της υπ’αριθ.59/24.12.2004 συμβάσεως προμηθείας ιατροτεχνολογικού υλικού, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, υπολογιζόμενο σύμφωνα με το π.δ.166/2003, Α΄138 (κατ’ άρθρο 4 παρ.4 του διατάγματος αυτού, δηλαδή «…με βάση το επιτόκιο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα … προσαυξημένο κατά επτά εκατοστιαίες μονάδες, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στη σύμβαση…»). Υπό τα δεδομένα, όμως, αυτά, και ενόψει του ότι η προαναφερθείσα διάταξη του ν. 2479/1997 είναι, λόγω του ειδικού χαρακτήρα της, στενώς ερμηνευτέα (πρβλ. ΣτΕ 1213/2010 Ολομ.), η εν λόγω παρέμβαση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι κατά τα ως άνω εκτεθέντα, στην ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου εκκρεμή δίκη της παρεμβαίνουσας εταιρείας δεν τίθεται το αυτό ζήτημα, αλλά, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ιδίας, ζήτημα συνταγματικότητας άλλης διατάξεως, έστω και παρεμφερούς, που αφορά τα ν.π.δ.δ., δηλαδή του άρθρου 7 παρ. 2 του ν.δ.496/1974 και όχι της, εν προκειμένω, επίμαχης διατάξεως του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου, πέραν του ότι στη δίκη εκείνη, ενόψει του χρόνου συνάψεως της συμβάσεως προμηθείας, υπάρχει πεδίο εφαρμογής του προαναφερθέντος π.δ.166/2003, γεγονός που δεν συντρέχει στην υπό κρίση υπόθεση, η οποία αφορά συμβάσεις παροχής υπηρεσιών συναφθείσες το 2001, δηλαδή προ της ενάρξεως ισχύος του προεδρικού αυτού διατάγματος.
7. Επειδή, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είχαν γίνει δεκτά τα εξής: Η αναιρεσίβλητη εταιρεία, με τις υπ’αριθ.480/2001 και 479/2001 συμβάσεις που συνήψε με το ελληνικό Δημόσιο, μετά τη διενέργεια δημοσίου μειοδοτικού διαγωνισμού, ανέλαβε την παροχή προς αυτό υπηρεσιών δασοπυρόσβεσης με χρήση ελικοπτέρων και υποστήριξης αυτών, κατά την αντιπυρική περίοδο του έτους 2001. Σύμφωνα με τις συμβάσεις αυτές, η παρακολούθηση και η οριστική παραλαβή των υπηρεσιών δασοπυρόσβεσης γινόταν από επιτροπή, που είχε συσταθεί για το σκοπό αυτό, η οποία συνέτασσε τα σχετικά πρωτόκολλα τμηματικής, οριστικής, ποιοτικής και ποσοτικής παραλαβής στο τέλος κάθε μήνα, ενώ η συμβατική αξία, με βάση τα πρωτόκολλα, ήταν καταβλητέα, εξ ολοκλήρου, με την οριστική παραλαβή των υπηρεσιών. Κατ’ εφαρμογή των όρων αυτών των συμβάσεων, η εταιρεία εξέδωσε, μετά την οριστική παραλαβή των υπηρεσιών της, τα τιμολόγια 274/480/05/1.10.2001, 312/480/06/8.11.2001, 274/479/06/1.10.2001, 312/479/07/8.11.2001 και 348/479/Ε102/14.12.2001, για ποσά ανερχόμενα (μετά την αφαίρεση των νομίμων κρατήσεων) σε 2.465.342,61, 2.102.926,17, 1.422.313,04, 1.592.240,79 και 616.335,66 ευρώ, αντιστοίχως. Με την από 16.1.2002 αγωγή της η εταιρεία ζήτησε, αρχικά, να υποχρεωθεί το Δημόσιο να της καταβάλει, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφλησή τους: α) ποσό 9.919.638 ευρώ, που αποτελούσε την αξία επτά τιμολογίων που είχε εκδώσει για την είσπραξη αμοιβής της για την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών, καθώς και β) ποσό 880.411 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική της βλάβη. Όμως, μετά την ικανοποίηση από το Δημόσιο μέρους των απαιτήσεών της, η εταιρεία, με το από 10.11.2003 υπόμνημα, περιόρισε το αρχικό αίτημά της και ζήτησε να υποχρεωθεί το Δημόσιο να της καταβάλει, νομιμοτόκως, από την επίδοση της αγωγής και έως την εξόφλησή του, ποσό 616.335,61 ευρώ, που αφορούσε την αξία του υπ’αριθ.348/479/Ε102/14.12.2001 τιμολογίου, το οποίο δεν είχε εξοφληθεί και ποσό 333.458,12 ευρώ, που αφορούσε τόκους υπερημερίας των εν τω μεταξύ εξοφληθέντων – μετά την από 17.1.2002 επίδοση της ως άνω αγωγής – τεσσάρων τιμολογίων συνολικής αξίας 7.582.822,61 ευρώ, υπολογισθέντες, με βάση το γενικώς ισχύον, κατά την κρίσιμη περίοδο, επιτόκιο, ύψους 11,25%. Επικουρικά δε, ζήτησε, ως τόκους υπερημερίας των ως άνω τιμολογίων, ποσό 177.844,34 ευρώ, υπολογισθέν με βάση το επιτόκιο 6%. Η ανωτέρω αγωγή, όπως περιορίσθηκε το αίτημά της, έγινε εν μέρει δεκτή από το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο. Ειδικότερα, κατά την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, από τα προαναφερθέντα πέντε τιμολόγια το Δημόσιο εξόφλησε τα τέσσερα πρώτα στις 21.6.2002 (τα δύο πρώτα) και στις 21.5.2002 (τα δύο επόμενα), ενώ δεν εξόφλησε το τελευταίο, με την αιτιολογία της ελλείψεως σχετικής πιστώσεως στον προϋπολογισμό. Το εν λόγω τιμολόγιο (υπ’αριθ.348/479/Ε102/14.12.2001) αφορούσε υπηρεσίες δασοπυρόσβεσης παρασχεθείσες από 16.6.2001 έως 26.7.2001, την ορθή εκτέλεση των οποίων διαπίστωσε η αρμόδια τριμελής επιτροπή, η οποία συνέταξε προς τούτο το από 29.11.2001 πρωτόκολλο παραλαβής τους. Την αμοιβή για τις εν λόγω υπηρεσίες, που ανερχόταν στο ποσό των 616.335,61 ευρώ, δεν κατέβαλε το Δημόσιο στην αναιρεσίβλητη εταιρεία, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων και για τούτο, κατά την κρίση της αναιρεσιβαλλομένης, έπρεπε να υποχρεωθεί να την καταβάλει νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και έως την εξόφλησή της. Περαιτέρω, το Διοικητικό Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη ότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου, το ποσοστό του επιτοκίου (υπερημερίας και νόμιμου), που ισχύει για τις οφειλές του Δημοσίου, ανερχόταν σε 6% και ότι, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα (δηλαδή από την επίδοση της αγωγής στις 17.1.2002 και έως την εξόφληση των οφειλών των τεσσάρων τιμολογίων στις 21.5.2002 και 21.6.2002), το ποσοστό του γενικώς ισχύοντος επιτοκίου (υπερημερίας και νόμιμου) ήταν υψηλότερο από το πιο πάνω ποσοστό 6%, συγκεκριμένα, δε, ανερχόταν σε 11,25%, και εκτιμώντας ότι δεν προέκυπτε ότι υπήρχε κάποιος λόγος δημόσιας ωφέλειας που να καθιστούσε ανεκτή τη διαφοροποίηση αυτή, ενώ, ούτε το Δημόσιο επικαλούνταν την ύπαρξη τέτοιου λόγου, έκρινε ότι η επίμαχη διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου αντέκειτο στα άρθρα 4 παρ.1 και 20 παρ.1 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), καθώς και στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ίδιας Σύμβασης και ήταν, ως εκ τούτου, μη εφαρμοστέα. Κατόπιν αυτών, το δικάσαν δικαστήριο, κατά μερική αποδοχή της αγωγής της αναιρεσίβλητης εταιρείας, υποχρέωσε το Δημόσιο να της καταβάλει: α) το ποσό των 331.120,90 ευρώ, ως τόκους υπερημερίας, για την καθυστέρηση εξόφλησης των τεσσάρων τιμολογίων, υπολογιζόμενους, από την επίδοση της αγωγής στο Δημόσιο (17.1.2002) έως την εξόφλησή τους (21.5.2002 και 21.6.2002), με βάση το γενικώς ισχύον, κατά την περίοδο εκείνη, επιτόκιο 11,25%, β) το ποσό των 616.335,61 ευρώ, που αποτελεί την αξία του ανεξόφλητου υπ’ αριθ.348/479/Ε102/14.12.2001 τιμολογίου και γ) τόκους που αφορούν το ως άνω επιδικασθέν ποσό των 616.335,61 ευρώ, από την επίδοση της αγωγής στο Δημόσιο έως την εξόφλησή του, υπολογιζόμενους, με βάση το εκάστοτε γενικώς ισχύον επιτόκιο, ως εξής: 11,25% από 18.1.2002 έως 5.12.2002, 10,75% από 6.12.2002 έως 6.3.2003, 10,50% από 7.3.2003 έως 5.6.2003 και 10% από 6.6.2003 ή με όποιο επιτόκιο υπερημερίας ισχύσει γενικώς στη συνέχεια και έως την εξόφληση του ανωτέρω ποσού. Με την υπό κρίση αίτηση το Δημόσιο ζητεί να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που με αυτήν το Διοικητικό Εφετείο, κρίνοντας αντίθετη προς το Σύνταγμα και το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ και μη εφαρμοστέα τη διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου, δέχθηκε ότι οι οφειλόμενοι τόκοι πρέπει να υπολογισθούν με βάση το γενικώς εκάστοτε ισχύον επιτόκιο υπερημερίας.
8. Επειδή, με την υπ’αριθ.25/2012 απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου κρίθηκε ότι η θέσπιση (με το ν. ΧΛ΄/1877, Α΄47 και το ν. ΓΤΟΕ΄/1909, Α΄240) και η διατήρηση σε ισχύ, για μεγάλο χρονικό διάστημα (ουσιαστικά από το 1877), ρυθμίσεως, κατά την οποία το καταβαλλόμενο από το Δημόσιο, με την ιδιότητα του οφειλέτου, ποσοστό τόκου υπερημερίας είναι μικρότερο εκείνου που έχουν υποχρέωση να καταβάλλουν οι ιδιώτες οφειλέτες, δικαιολογείται από το γεγονός ότι, καθ’ όλο το διάστημα αυτό, το Ελληνικό Κράτος έχει διέλθει από διαδοχικές, σοβαρές, δημοσιονομικές κρίσεις, οι οποίες έχουν διαρκέσει για μεγάλα χρονικά διαστήματα και των οποίων οι επιπτώσεις επεκτείνονται και σε περιόδους, κατά τις οποίες η οικονομική κατάσταση βελτιώνεται και οι συγκυρίες είναι ευνοϊκές για την ανάπτυξη της χώρας. Ενόψει τούτου, το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο έλαβε υπόψη αυτεπαγγέλτως, ως κοινώς γνωστά, ιστορικά γεγονότα, και αξιολόγησε τα στοιχεία που προσκομίστηκαν από το Δημόσιο σχετικά με την εύθραυστη και κινδυνεύουσα δημοσιονομική ισορροπία του, προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση αυτή, και δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα των νόμων περί δικών του Δημοσίου εισάγει επιτρεπτή υπέρ του Δημοσίου προνομιακή μεταχείριση, καθόσον, ναι μεν δεν ανάγεται αμέσως στην άσκηση δημοσίας εξουσίας, όμως, αποβλέπει στην ορθή άσκηση αυτής, μέσω της διαφυλάξεως της δημοσιονομικής ισορροπίας και της περιουσίας του Κράτους, με σκοπό την εκπλήρωση των, κατά το Σύνταγμα και τους νόμους, υποχρεώσεών του έναντι των πολιτών. Ως εκ τούτου, η ως άνω διάταξη δεν αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, με το οποίο ορίζεται ότι «Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου», εφόσον, υπό τις ανωτέρω περιστάσεις, η συνταγματική αυτή διάταξη δεν έχει πεδίο εφαρμογής. Ειδικότερα, η εν λόγω διάταξη νόμου, η οποία αποβλέπει στον περιορισμό της αυξήσεως του κρατικού χρέους από τόκους για ληξιπρόθεσμες οφειλές, υπαγορεύεται από την ανάγκη προστασίας της δημοσιονομικής ισορροπίας και της περιουσίας του Κράτους, στη δημιουργία της οποίας συμβάλλουν με την καταβολή φόρων οι φορολογούμενοι πολίτες και στην εξυπηρέτηση των οποίων πρέπει, κατά το Σύνταγμα και τους νόμους, να αποβλέπει η διαχείριση της εν λόγω περιουσίας, δεδομένου και ότι, σε περιόδους σοβαρών δημοσιονομικών κρίσεων, καθίσταται αναγκαία η εξασφάλιση της δυνατότητας υπολογισμού εκ των προτέρων της επιβαρύνσεως του Δημοσίου από τόκους για τις οφειλές του, ώστε να είναι τούτο σε θέση να προβλέψει, με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια, τις επιπτώσεις από την καθυστέρηση εξόφλησης των οφειλών του και να προνοήσει για την εξασφάλιση των αναγκαίων εσόδων για την εξόφλησή τους κατά την κατ’ έτος κατάρτιση του κρατικού προϋπολογισμού.
9. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., το οποίο κυρώθηκε μαζί με τη Σύμβαση, με το άρθρο πρώτο του ν.δ.53/1974(Α΄256) ορίζεται ότι: «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή διά λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους…». Με τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνον τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα περιουσιακής φύσεως, καθώς και τα κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα. Ως εκ τούτου, με τις διατάξεις αυτές καλύπτονται και τα ενοχικά δικαιώματα και, ειδικότερα, απαιτήσεις, είτε έχουν αναγνωρισθεί με δικαστική ή διαιτητική απόφαση είτε έχουν απλώς γεννηθεί κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς, εφόσον, δηλαδή, υφίσταται επαρκής νομική βάση στο εσωτερικό δίκαιο του συμβαλλόμενου κράτους, η προϋπόθεση δε αυτή συντρέχει, ιδίως, όταν η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων του συμβαλλόμενου κράτους (ΣτΕ 1285,668/2012 Ολομ., 730/2010, 6/2010, 2031/2009, 3428/2006, ΑΠ 40/1998 Ολομ., βλ. ΕΔΔΑ, .. …….. και λοιποί κατά Βελγίου, 20.11.1995, σκ. 28επόμ., κατά Γαλλίας, 6.10.2005, σκ.65 επόμ.). Ειδικότερα, περιουσία, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, αποτελεί και η αξίωση για νόμιμους τόκους, οι οποίοι αναλογούν επί του ποσού που επιδικάζεται στο νικήσαντα διάδικο με δικαστική απόφαση (βλ. ΕΔΔΑ, ….. κατά Ελλάδος, 22.5.2008, σκ.28, πρβλ. ΕΔΔΑ, ………. κατά Γαλλίας, 11.2.2010, σκ.28 – 30). Εξάλλου, εναπόκειται στο νομοθέτη να αξιολογήσει τους λόγους δημοσίας ωφέλειας, οι οποίοι μπορούν να δικαιολογήσουν επέμβαση σε περιουσιακής φύσεως αγαθό, κατόπιν σταθμίσεως διαφόρων ζητημάτων πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής φύσεως, αρκεί η εν λόγω εκτίμηση να μη στερείται προδήλως λογικής βάσεως (βλ. ΕΔΔΑ, …… κατά Γαλλίας, σκ.36). Τέλος, σε κάθε περίπτωση επεμβάσεως στην περιουσία, πρέπει να τηρείται δίκαιη ισορροπία μεταξύ του γενικού συμφέροντος και της απαιτήσεως σεβασμού της περιουσίας των προσώπων, ενώ πρέπει να πληρούνται και οι όροι της αρχής της αναλογικότητας (βλ. ΕΔΔΑ, ….. κατά Γαλλίας, σκ.41, ….. κατά Λεττονίας, 18.2.2009,σκ.87).
10. Επειδή, σύμφωνα με τα ήδη κριθέντα με την υπ’αριθ.25/2012 απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, η θέσπιση, με την επίμαχη διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου, επιτοκίου 6% για τις οφειλές του Δημοσίου και η, ως εκ τούτου, διαφοροποίηση αυτού σε σχέση με το υψηλότερο επιτόκιο που εφαρμόζεται στις οφειλές των ιδιωτών, αποβλέπουν στον περιορισμό των οφειλών του Δημοσίου από τόκους και στην αποτροπή αυξήσεως του κρατικού χρέους, δικαιολογούνται δε ενόψει των συνθηκών που ίσχυσαν καθ’ όλη τη διάρκεια ισχύος της διατάξεως αυτής και εξακολουθούν να ισχύουν, όπως επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι ήδη από το 2004 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο είχε διαπιστώσει την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος, που συνιστούσε απειλή για τη δημοσιονομική ισορροπία της χώρας, και είχε ειδοποιήσει να ληφθούν άμεσα μέτρα για την αντιμετώπιση της ανησυχητικής αυτής κατάστασης με τις αποφάσεις 2004/917/ΕΚ, 2005/334/ΕΚ και 2005/441/ΕΚ αυτού. Συνεπώς, με την επίμαχη ως άνω ρύθμιση, με την οποία δεν προκαλείται παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, σύμφωνα με τα κριθέντα από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, δεν παραβιάζεται ούτε το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Τούτο δε, διότι, όπως προαναφέρθηκε, η ρύθμιση αυτή αποβλέπει, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, στην εξυπηρέτηση σκοπού επιτακτικού δημοσίου συμφέροντος, που συνίσταται στην προστασία της δημοσιονομικής ισορροπίας και της περιουσίας του Κράτους, η ζημία δε που υφίστανται οι ιδιώτες από την καταβολή των οφειλών του Δημοσίου με επιτόκιο 6%, αντί του γενικώς ισχύοντος μεγαλύτερου επιτοκίου, δεν είναι τέτοιας εκτάσεως, ώστε να θίγει τον πυρήνα της αξιώσεως.
11.Επειδή, η διάταξη του άρθρου 21 του Κώδικα Νόμων περί δικών του Δημοσίου δεν αποτελεί δικονομική, αλλά ουσιαστική διάταξη. Ως εκ τούτου, από τη διαφοροποίηση του οριζόμενου με αυτήν επιτοκίου, σε σχέση με το εκάστοτε γενικώς ισχύον επιτόκιο για τις οφειλές των ιδιωτών, δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., και 2 παρ. 3 περ. α΄, β΄ και 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, τα οποία κατοχυρώνουν το δικαίωμα δικαστικής προστασίας και δίκαιης δίκης, δεδομένου ότι με την ανωτέρω διάταξη το Δημόσιο δεν εξοπλίζεται, έναντι των ιδιωτών, με προνόμια δικονομικού περιεχομένου (πρβλ. Α.Ε.Δ. 25/2012, Σ.τ.Ε.1663/2009 Ολομ., Ε.Δ.Δ.Α. ……… κατά Ελλάδος 22.5.2008 σκέψεις 34 έως 36).
12. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση προβάλλεται ότι το δικάσαν δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε τις ως άνω διατάξεις και πλημμελώς αιτιολόγησε την κρίση του σχετικά με το ύψος του εφαρμοστέου επιτοκίου, ενόψει του ότι η προβλεπόμενη με την επίμαχη διάταξη ειδική μεταχείριση του Δημοσίου είναι, λόγω της ιδιάζουσας θέσεως και οργανώσεώς του, συνταγματικώς ανεκτή και δεν παραβιάζει την κατ’ άρθρο 4 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, ενώ, εξάλλου, δεν παραβιάζεται και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, εφόσον συντρέχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος, όπως η προστασία των δημοσίων εσόδων και η ομαλή λειτουργία του προϋπολογισμού του Κράτους.
13. Επειδή, σύμφωνα με τα ήδη εκτεθέντα, οι ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως προβάλλονται βασίμως και, ως εκ τούτου, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αφορά τον καθορισμό του ύψους του εφαρμοστέου επιτοκίου, πέραν του ποσοστού 6%, προς υπολογισμό των τόκων για την καθυστέρηση εξόφλησης τόσο του ανεξόφλητου όσο και των ήδη εξοφληθέντων τιμολογίων. Περαιτέρω δε, η υπόθεση, η οποία χρειάζεται διευκρίνιση κατά το πραγματικό, πρέπει να παραπεμφθεί, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος, στο δικάσαν δικαστήριο για νέα νόμιμη κρίση.
14. Επειδή, το Δικαστήριο, εκτιμώντας τις περιστάσεις, κρίνει ότι η αναιρεσίβλητη εταιρεία πρέπει να απαλλαγεί από τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου (άρθρο 39 παρ. 1 του π.δ.18/1989).
Δ ι ά τ α ύ τ α
Δέχεται την υπό κρίση αίτηση.
Αναιρεί εν μέρει, σύμφωνα με το αιτιολογικό, την υπ’αριθ.119/2004 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, στο οποίο και αναπέμπει την υπόθεση για νέα, νόμιμη κρίση.

22 Ιουνίου 2014

ΚΑΤΑΣΧΕΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΚΑΤΑΘΕΣΕΩΝ ΧΩΡΙΣ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ ΣΤΟΝ ΟΦΕΙΛΕΤΗ!

ΣτΕ 2080/2014 (Τμήμα Στ΄, Επταμελής Σύνθεση): Νόμιμη η διάταξη του άρθρου 30 του ν.δ/τος 356/1974 (ΚΕΔΕ) δυνάμει του οποίου, γίνεται κατάσχεση εις χείρας τρίτων απαιτήσεως οφειλέτου του Δημοσίου, χωρίς να απαιτείται η κοινοποίηση στον τελευταίο του κατασχετηρίου εγγράφου.

Αριθμός 2080/2014
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Στ΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Μαΐου 2014, με την εξής σύνθεση: Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Στ΄ Τμήματος, Μ. Παπαδοπούλου, Β. Αραβαντινός, Κ. Φιλοπούλου, Α. Χλαμπέα, Σύμβουλοι, Δ. Τομαράς, Π. Χαλιούλιας, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ελ. Γκίκα, Γραμματέας του Στ΄ Τμήματος.
Για να δικάσει την από 28 Δεκεμβρίου 2011 αίτηση:
του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρέστη με τη Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
κατά του ___________ του ___________, κατοίκου Αμαρουσίου Αττικής (___________, Ν. Φιλοθέη), ο οποίος δεν παρέστη.
Με την αίτηση αυτή το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 1347/2011 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Η αντιπρόσωπος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου δήλωσε, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσει.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Δ. Τομαρά.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά το Νόμο

1. Επειδή, δια την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως δεν απαιτείται κατά νόμον καταβολή παραβόλου.  
 2. Επειδή, δια της κρινομένης αιτήσεως ζητείται η αναίρεση της υπ’ αρ. 1347/2011 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, δια της οποίας απερρίφθη έφεση του αναιρεσείοντος Δημοσίου κατά της υπ’ αρ. 1942/2009 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεχθέν την από 19.06.2007 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, ακύρωσε την υπ’ αρ. 13512/08.08.2006 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Β.Ε. Αθηνών, δια της οποίας είχε επιβληθεί κατάσχεση χρηματικών απαιτήσεων του αναιρεσιβλήτου κατά του Ι.Κ.Α. εκ συντάξεων, για την είσπραξη χρεών προς το Δημόσιο ύψους 565.392,73 ευρώ.
 4. Επειδή, νομίμως συζητείται η υπό κρίση αίτηση και μη παρισταμένου του καθ’ ού, δοθέντος ότι προκύπτει εκ των στοιχείων της δικογραφίας (βλ. το από 17.03.2014 αποδεικτικό επιδόσεως) νομότυπη επίδοση προς αυτόν της υπ’ αρ. 366/2014 παραπεμπτικής αποφάσεως μετά μνείας της νέας δικασίμου.
 5. Επειδή, δια του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 213), που άρχισε να ισχύει σύμφωνα με το άρθρο 70 του ιδίου νόμου από 1.1.2011, αντικατεστάθησαν οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ/τος 18/1989 (Φ.Ε.Κ. Α΄ 8) ως εξής: «3. Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. 4. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως, όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ,……». Εξ άλλου, κατ’ άρθρον 2 του ιδίου νόμου : «Κατ’ αποφάσεως διοικητικού δικαστηρίου που κρίνει διάταξη τυπικού νόμου αντισυνταγματική ή αντίθετη σε άλλη υπερνομοθετική διάταξη, χωρίς το ζήτημα αυτό να έχει κριθεί με προηγούμενη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, χωρεί ενώπιον αυτού, κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη, αίτηση αναιρέσεως, αν πρόκειται για διαφορά ουσίας,…».
 6. Επειδή, το αντικείμενο της διαφοράς, το οποίον εισάγεται δια της κρινομένης αιτήσεως, κατατεθείσης (02.01.2012) μετά την ισχύν του ν. 3900/2010 (01.01.2011), είναι ανώτερο των 40.000 ευρώ. Περαιτέρω, δια του εισαγωγικού δικογράφου το αναιρεσείον προβάλλει ότι η κρινομένη αίτηση ασκείται παραδεκτώς, συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 2 του ν. 3900/2010, δεδομένου ότι δια της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως εκρίθη ότι η διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 του Κ.Ε.Δ.Ε. αντίκειται στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, χωρίς το ζήτημα αυτό να έχει κριθεί με προηγουμένη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να γίνει δεκτός ως βασίμως προβαλλόμενος και, επομένως, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να εξετασθεί ως προς τον αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως και κατ’ ουσίαν.
 7. Επειδή, κατ’ άρθρον 1 του ν.δ/τος 356/1974 περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε. – Φ.Ε.Κ. Α΄ 90) : «1. Η είσπραξις των εκ πάσης αιτίας δημοσίων εσόδων ενεργείται κατά τας διατάξεις του παρόντος νομοθετικού διατάγματος. 2……», ενώ κατ’ άρθρον 2 αυτού : «1. Η είσπραξις των δημοσίων εσόδων ανατίθεται εις τα Δημόσια Ταμεία, τα λοιπά επί της εισπράξεως όργανα και τους ειδικούς ταμίας, εις ούς έχει ανατεθή η είσπραξις ειδικών εσόδων, ενεργείται δε δυνάμει νομίμου τίτλου………..2. Νόμιμος τίτλος είναι : α) Η κατά τους κειμένους νόμους βεβαίωσις και ο υπό των αρμοδίων Διοικητικών ή ετέρων αρμοδίων κατά νόμον Αρχών προσδιορισμός του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας δι’ ήν οφείλεται……». Περαιτέρω, κατ’ άρθρον 4 παρ. 1 του ιδίου νομοθετήματος : «Άμα τη βεβαιώσει ποσού τινος εις το Δημόσιον Ταμείον ως δημοσίου εσόδου ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείου υποχρεούται … να αποστείλη προς τον οφειλέτην ατομικήν ειδοποίησιν, … περιέχουσαν τα στοιχεία του οφειλέτου, το είδος και το ποσόν του χρέους, το οικονομικόν έτος εις ό ανήκει τούτο, τον αριθμόν και την χρονολογίαν του τριπλοτύπου βεβαιώσεως και την χρονολογίαν πληρωμής του χρέους ή εκάστης δόσεως εις περίπτωσιν καταβολής εις δόσεις….».Επίσης, κατ’ άρθρον 7 αυτού : «Από της επομένης ημέρας καθ’ ήν κατά το άρθρον 5 του παρόντος νομοθετικού διατάγματος τα χρέη προς το Δημόσιον καθίστανται ληξιπρόθεσμα ο Διευθυντής του Ταμείου δικαιούται εις την λήψιν αναγκαστικών μέτρων κατά των οφειλετών δια το καθυστερούμενον μέρος του χρέους». Εκ δε του άρθρου 10 παρ. 2 και 6 αυτού προκύπτει ότι, επί κατασχέσεως κινητών εις χείρας του οφειλέτου, συντάσσεται έκθεσις κατασχέσεως, αντίγραφο της οποίας, εάν ο οφειλέτης είναι παρών, του παραδίδεται υπό του κατασχόντος, ενώ εάν ο οφειλέτης είναι απών, του επιδίδεται εντός τεσσάρων ημερών από της ημέρας της κατασχέσεως. Εξ άλλου, κατ’ άρθρον 30 του ιδίου ν.δ/τος : «1. Η κατάσχεσις εις χείρας τρίτων των εις χείρας αυτών ευρισκομένων χρημάτων, καρπών και άλλων κινητών πραγμάτων του οφειλέτου του Δημοσίου ή των οφειλομένων εν γένει προς αυτό, ενεργείται υπό του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου διά κατασχετηρίου εγγράφου μη κοινοποιουμένου εις τον οφειλέτην, περιέχοντος δε : α) το όνομα, επώνυμον, όνομα πατρός του οφειλέτου, β) το ονοματεπώνυμον του τρίτου εις χείρας του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεσις, γ) πίνακα χρεών του οφειλέτου και δ) χρονολογίαν και υπογραφή του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου. 2. Διά του κατασχετηρίου εγγράφου προσκαλείται ο τρίτος όπως τα μεν υπ` αυτού εις τον οφειλέτην του Δημοσίου οφειλόμενα χρήματα, καταθέση εντός οκτώ ημερών εις το Δημόσιον Ταμείον, τα δε παρ` αυτώ ευρισκόμενα κινητά πράγματα παραδώση εις τον εν τω κατασχετηρίω οριζόμενον συμβολαιογράφον ή φύλακα, εφαρμοζομένων περαιτέρω των εν άρθροις 14 -19 και επόμενα του παρόντος Ν. Διατάγματος οριζόμενα…..3. Από της ημέρας κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου εις τον τρίτον δεν δύναται ούτος να αποδώση προς τον οφειλέτην του Δημοσίου τα κατασχεθέντα χρήματα ή πράγματα……4……5……6…..». Τέλος, κατ’ άρθρον 217 παρ. 1 του Κώδικος Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ., ν. 2717/1999 – Φ.Ε.Κ. Α΄ 97) : «Ανακοπή χωρεί κατά κάθε πράξης που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης και, ιδίως, κατά : α) της πράξης της ταμειακής βεβαίωσης του εσόδου, β) της κατασχετήριας έκθεσης, γ) του προγράμματος πλειστηριασμού, δ) της έκθεσης πλειστηριασμού και ε) του πίνακα κατάταξης». Με τις ανωτέρω διατάξεις οργανώνεται συνεκτικό σύστημα εισπράξεως δημοσίων εσόδων, με σκοπό το μεν να καθίσταται δυνατή και να μη ματαιώνεται η, συνταγματικώς άλλωστε επιβαλλομένη (άρθρο 4 παράγραφος 5 του Συντάγματος), είσπραξη των χρεών προς το Δημόσιο, με παράλληλη, όμως, έγκαιρη ενημέρωση του οφειλέτη του Δημοσίου, ο οποίος δύναται να ασκεί επικαίρως τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που του παρέχει ο νόμος. Στο πλαίσιο αυτό, ο οφειλέτης του Δημοσίου, εις βάρος του οποίου έχει ήδη γίνει η εν ευρεία εννοία βεβαίωση του οφειλομένου ποσού, την οποία μπορεί, κατά κανόνα, να αμφισβητήσει δικαστικώς, με την διεξαγωγή διαγνωστικής δίκης, πληροφορείται, με κοινοποίηση προς αυτόν της ταμειακής βεβαιώσεως του χρέους ή της ατομικής ειδοποιήσεως, την νομιμότητα της οποίας δύναται, βεβαίως, να αμφισβητήσει δικαστικώς, με την διεξαγωγή δίκης περί την εκτέλεση, ότι υπάρχει πλέον εις βάρος του νόμιμος τίτλος (εν στενή εννοία βεβαίωση) και ότι έχει ήδη καταστεί οφειλέτης. Εννοείται ότι, χωρίς την κοινοποίηση αυτή, δεν μπορεί να χωρήσει εγκύρως η περαιτέρω διαδικασία (βλ. ΣτΕ 1566/2012, 4417/2011). Έννομη συνέπεια τούτου είναι το μεν ότι ο οφειλέτης γνωρίζει ευθέως εκ του νόμου (άρθρο 5 ΚΕΔΕ) πότε το βεβαιωμένο χρέος του καθίσταται ληξιπρόθεσμο, το δε, ευθέως πάλι εκ του νόμου (άρθρο 7 ΚΕΔΕ), ότι από την επομένη της ημέρας κατά την οποία το χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο, είναι δυνατή η λήψη εις βάρος του αναγκαστικών μέτρων για την είσπραξη του χρέους. Ένα από τα αναγκαστικά αυτά μέτρα είναι, κατά το άρθρο 9 του ΚΕΔΕ, η κατάσχεση κινητών και απαιτήσεων του οφειλέτη του Δημοσίου εις χείρας τρίτου. Η διαδικασία λήψεως του μέτρου αυτού οργανώνεται στα άρθρα 30 και επόμενα του ΚΕΔΕ. Προς τούτο συντάσσεται κατασχετήριο έγγραφο, κοινοποιούμενο στον τρίτο και όχι στον οφειλέτη. Η μη κοινοποίηση στον οφειλέτη οφείλεται στον προφανή λόγο ότι, αν αυτός επληροφορείτο την επικειμένη λήψη του μέτρου, θα έσπευδε να εισπράξει από τον τρίτο τα οφειλόμενα σ’ αυτόν χρήματα ή απαιτήσεις ή θα ανελάμβανε τα εις χείρας τρίτου κινητά του, με συνέπεια, βεβαίως, να καθίσταται αδύνατη η εξ αυτών ικανοποίηση της αξιώσεως του Δημοσίου. Κατά παρόμοιο, άλλωστε, τρόπο οργανώνεται στον ΚΕΔΕ και η διαδικασία κατασχέσεως εις χείρας του ιδίου του οφειλέτη (άρθρα 10 και επόμενα ΚΕΔΕ), αφού η κατάσχεση αυτή διενεργείται από δικαστικό επιμελητή, δυνάμενο να εισέρχεται και στην οικία του οφειλέτη (άρθρο 11), χωρίς να προηγείται νέα κοινοποίηση σ’ αυτόν για την επικειμένη κατάσχεση, για τον αυτό, προδήλως, λόγο. Βεβαίως, ο οφειλέτης δεν παραμένει ούτε κατά το στάδιο αυτό απροστάτευτος, αφού δύναται να ασκεί κατά των πράξεων της διαδικασίας κατασχέσεως, τις οποίες εκ των υστέρων πληροφορείται, την ανακοπή που προβλέπει το άρθρο 217 του Κ. Δ. Δ. και το άρθρο 73 παρ. 2 του ΚΕΔΕ για την περίπτωση αρξαμένης ήδη εκτελέσεως.
Εξ άλλου, με το άρθρο 228 του Κ. Δ. Δ. οργανώνεται σύστημα αποτελεσματικής προσωρινής προστασίας στην κατηγορία αυτή διαφορών, αφού παρέχεται, με τις εκτιθέμενες στο νόμο προϋποθέσεις, η δυνατότητα αναστολής εκτελέσεως από δικαστήριο των πράξεων της εν λόγω διαδικασίας. Το όλο αυτό σύστημα διατηρεί μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στην αξίωση του Δημοσίου να μπορεί να εισπράττει τα οφειλόμενα σε αυτό ποσά με αποτελεσματικό τρόπο και στην αξίωση του οφειλέτη για παροχή έγκαιρης και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, τόσο πριν όσο και μετά την κατάσχεση των οφειλομένων εις χείρας τρίτου. Συνεπώς, η μη πρόβλεψη στο νόμο και πρόσθετης υποχρεώσεως για μία τρίτη, ενδιάμεση, κοινοποίηση προς τον οφειλέτη πριν από την ενεργοποίηση του δικαιώματος του Δημοσίου να λάβει εις βάρος του μέτρα αναγκαστικής εκτελέσεως, δεν παραβιάζει συνταγματικές διατάξεις ούτε, ειδικώτερον, την διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος, αφού καθιδρύεται, πάντως, στο νόμο πλήρες και αποτελεσματικό σύστημα έννομης προστασίας του οφειλέτη του Δημοσίου. Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται από την πρόβλεψη, στο άρθρο 30 παράγραφος 3 του ΚΕΔΕ, της υποχρεώσεως του τρίτου να μην αποδίδει, από την ημέρα κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου σ’ αυτόν, τα κατασχεθέντα στον οφειλέτη, διότι η ρύθμιση αυτή συνιστά μία πρόσθετη απλώς εξασφάλιση για το Δημόσιο, που δεν αναιρεί την δυνατότητα του νομοθέτη να εισαγάγει το προπεριγραφέν σύστημα, πολλώ μάλλον αφού η τυχόν κοινοποίηση του κατασχετηρίου στον οφειλέτη πριν από την αντίστοιχη κοινοποίηση στον τρίτο ή τυχόν ακυρότητες της κοινοποιήσεως στον τρίτο θα μπορούσαν να οδηγήσουν, κατά τα ήδη εκτεθέντα, στην ανάληψη των οφειλομένων, αφού ο τρίτος δεν θα δεσμευόταν, στην περίπτωση αυτή, από υποχρέωση μη αποδόσεως, και στην, κατ’ αυτό τον τρόπο, ματαίωση της ικανοποιήσεως του συνταγματικού σκοπού της εισπράξεως των οφειλομένων στο Δημόσιο ποσών. Αν και κατά την γνώμη του Παρέδρου Δ. Τομαρά, εκ της διατάξεως του άρθρου 30 παρ. 1 ΚΕΔΕ συνάγεται ότι, εν περιπτώσει κατασχέσεως εις χείρας τρίτων απαιτήσεως οφειλέτου του Δημοσίου, αποκλείεται παντελώς η κοινοποίηση του κατασχετηρίου εγγράφου στον οφειλέτη. Όμως η διάταξη αυτή είναι ανίσχυρη ως αντικειμένη στην διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, διότι η παράλειψη αυτή έχει ως συνέπεια ο οφειλέτης να μη λαμβάνει γνώση ή να λαμβάνει τυχαίως και καθυστερημένα γνώση της εις βάρος του επισπευδομένης αναγκαστικής εκτελέσεως, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να αμυνθεί αποτελεσματικώς προ της ολοκληρώσεως της εκτελεστικής διαδικασίας, λαμβάνοντας τα κατάλληλα μέτρα είτε για την ακύρωση είτε για την αναστολή της πράξεως εκτελέσεως. Η κοινοποίηση του κατασχετηρίου εγγράφου στον οφειλέτη ουδαμώς βλάπτει τα συμφέροντα του Δημοσίου, αφού κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 30 ΚΕΔΕ, από της κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου εις τον τρίτον ο τελευταίος δεν δύναται να αποδώσει προς τον οφειλέτη του Δημοσίου τα κατασχεθέντα.
 8. Επειδή, εν προκειμένω, ως προκύπτει εκ της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, δια της υπ’ αρ. ____/08.08.2006 εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Β.Ε. Αθηνών επεβλήθη εις χείρας του Ι.Κ.Α. ως τρίτου και επί της υπ’ αυτού χορηγουμένης στον αναιρεσίβλητο μηνιαίας συντάξεως αναγκαστική κατάσχεση υπέρ του Δημοσίου για την ικανοποίηση απαιτήσεων τούτου έναντι του αναιρεσιβλήτου, ως τελευταίου διευθύνοντος συμβούλου της ήδη λυθείσης ανωνύμου εταιρείας υπό την επωνυμία «Μίστερ Τσιπς», μέχρι του ποσού των 565.392,73 ευρώ, το οποίον είχε βεβαιωθεί εις το όνομα αυτού με αντίστοιχες πράξεις ταμειακής βεβαιώσεως. Το Ι.Κ.Α. δια της υπ’ αρ. ____/07.09.2006 δηλώσεώς του ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών γνωστοποίησε την απόφασή του να προβεί δυνάμει του προαναφερομένου κατασχετηρίου εγγράφου στην παρακράτηση ποσοστού ¼ της μηνιαίας συντάξεως λόγω γήρατος του αναιρεσιβλήτου, ανερχομένης εις το ποσό των 17.683,37 ευρώ μέχρι καλύψεως του ποσού της οφειλής. Κατά της πράξεως αυτής ο αναιρεσίβλητος άσκησε την από 19.06.2007 ανακοπή, ως αυτή συνεπληρώθη δια του από 31.07.2008 δικογράφου των προσθέτων λόγων, δια της οποίας ζήτησε την ακύρωσή της, ισχυριζόμενος, μεταξύ άλλων, ότι εξ αιτίας της μη κοινοποιήσεως εις αυτόν της επιδίκου πράξεως, της οποίας έλαβε γνώση τυχαίως μετά την εκτέλεσή της και συγκεκριμένα τον Μάϊο του έτους 2007, όταν μετέβη στην τράπεζα ΑΛΦΑ ΜΠΑΝΚ Α.Ε., όπου διατηρούσε λογαριασμό συντάξεώς του από το Ι.Κ.Α., προκειμένου να πραγματοποιήσει ανάληψη ποσού, απώλεσε στάδιο δικονομικής προστασίας. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ερμηνεύον τις διατάξεις του άρθρου 30 παρ. 1 του Κ.Ε.Δ.Ε. υπό το φως του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, εδέχθη ότι η έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως εις χείρας τρίτου και εις βάρος οφειλέτου του Δημοσίου πρέπει να κοινοποιείται και στον καθ’ ού η εκτέλεση, ούτως ώστε αυτός να δυνηθεί να στραφεί με τα ένδικα μέσα που του παρέχει ο νόμος κατά της οικείας πράξεως, επιδιώκων την ακύρωση ή την μεταρρύθμιση αυτής ή να προβεί στην ρύθμιση του χρέους και ότι ενδεχομένη παράλειψη της κοινοποιήσεως αυτής οδηγεί στην ακύρωση της πράξεως εκτελέσεως, εφ’ όσον ο οφειλέτης επικαλεσθεί το γεγονός της μη εγκαίρου περιελεύσεως εις γνώση του τού περιεχομένου αυτής και ακύρωσε την ανωτέρω έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως. Έφεση του Δημοσίου κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως απερρίφθη δια της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως με την αυτή αιτιολογία. Η κρίση αυτή του δικάσαντος Εφετείου είναι, κατά την ανωτέρω εκτεθείσα κρατήσασα γνώμη, μη νόμιμη και για τον λόγο αυτόν πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, η δε υπόθεση, της οποίας το πραγματικό χρήζει περαιτέρω διευκρινίσεως, να παραπεμφθεί ενώπιον του δικάσαντος Εφετείου για νέα νόμιμη κρίση.

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
 Δέχεται την υπό κρίση αίτηση
 Αναιρεί την υπ’ αρ. 1347/2011 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, εις το οποίον και παραπέμπει την υπόθεση για νέα νόμιμη κρίση.
 Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο την δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος Δημοσίου, η οποία ανέρχεται στο ποσό των εννιακοσίων είκοσι (920) ευρώ.
 Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2014 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 4ης Ιουνίου του ίδιου έτους.
Ο Πρόεδρος του Στ' Τμήματος  Η Γραμματέας του Στ' Τμήματος
Αθ. Ράντος           Ελ. Γκίκα
Σχολιο: Δυστυχώς το ΣτΕ μας εξεπληξε δυσαρεστα για μια ακόμη φορα τελευταίως.

19 Ιουνίου 2014

Ο Χάρτης του Δικηγορικού Επαγγέλματος

Ο Χάρτης του Δικηγορικού Επαγγέλματος


Ο Χάρτης του Δικηγορικού Επαγγέλματος στον 21ο αιώνα, όπως έχει διαμορφωθεί με το ψήφισμα της Διεθνούς Ένωσης Δικηγόρων:


1. Ο ρόλος των δικηγόρων είναι να παρέχουν νομική προστασία σε όλα τα πρόσωπα που υπό¬κεινται στο νόμο, με την υποχρέωση να ασκούν το επάγγελμα με πνεύμα παράλληλης διασφάλισης της καλύτερης εφαρμογής του νόμου.

2. Η αναγνώριση του ρόλου των δικηγόρων από την κοινωνία και από όλους τους φορείς νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας αποτελεί δικαίωμα των δικηγόρων, αλλά συνιστά και την υποχρέωση να τη διασφαλίσουν με την παροχή έντιμων και υψηλού επιπέδου υπηρεσιών.

3. Οι δικηγόροι δικαιούνται να ασκούν το επάγγελμα τους ανεξάρτητα, χωρίς να υπόκεινται σε πίεση ή διακρίσεις οποιασδήποτε μορφής, οφείλουν όμως και να αποφεύγουν καταστάσεις στις οποίες συμφέροντα διαφορετικά από των πελατών τους θα μπορούσαν να θέσουν τη δραστηριότητα τους υπό αμφισβήτηση.

4. Έχουν καθήκον να κάνουν κάθε αναγκαία ενέργεια για να διασφαλίσουν τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίσουν γι' αυτούς μία δίκαιη δίκη ενώπιον των δικαστηρίων ή άλλων αρχών.

5. Έχουν δικαίωμα να αναγνωρίζεται από τους δικαστές ο ρόλος τους ως ουσιαστικού παράγοντα εγγύησης μιας δίκαιης δίκης, αλλά και την υποχρέωση να συμπεριφέρονται κόσμια στις δικαστικές αίθουσες τιμώντας τους δικαστές.

6. Έχουν το δικαίωμα να αποδεχτούν ή να αρ¬νηθούν κάποια υπόθεση σύμφωνα με τη συνείδηση τους και το καθήκον να αρνηθούν να αναλάβουν υπόθεση, αν εκτιμούν ότι δεν θα μπορέσουν να τη φέρουν σε πέρας με ανεξαρ¬τησία κινήσεων, πληρότητα και αξιοπρέπεια.

7. Η διατήρηση του επαγγελματικού απορρήτου αποτελεί δικαίωμα και υποχρέωση των δικηγόρων.

8. Δεν μπορούν οι δικηγόροι να υποχρεωθούν να αναφέρουν γεγονότα που ανακαλύπτουν σε βάρος των πελατών τους. Έχουν όμως καθήκον, αν ανακαλύψουν έγκλημα ή παράνομη δραστηριότητα, να αρνηθούν να συμμετέχουν σ' αυτό και να αποσυρθούν από την υπόθεση, αν ο πελάτης τους δεν προτίθεται να αποστεί από τη δραστηριότητα αυτή.

9. Ανάλογα με τη νομοθεσία κάθε κράτους έ¬χουν το δικαίωμα ή την υποχρέωση να εγγρά¬φονται σε δικηγορικούς συλλόγους ή ενώσεις δικηγόρων. Παράλληλα έχουν καθήκον να αναγνωρίζουν τις αποφάσεις των δικηγορικών συλλόγων στο βαθμό που συμμορφώνονται με το Χάρτη των βασικών αρχών του ρόλου των Δικηγορικών Συλλόγων που υιοθετήθηκε από τον ΟΗΕ το 1990.

10. Μπορούν να ασκούν το επάγγελμα τους με όποιο τρόπο θεωρούν καταλληλότερο (ατομικά ή συλλογικά) σύμφωνα με τους νόμους κάθε κράτους, διατηρώντας όμως τον προσωπικό χαρακτήρα της σχέσης με τους πελάτες, ακόμα και αν δραστηριοποιούνται σε δικηγορικές εταιρίες.

11. Έχουν το δικαίωμα να διατηρούν ιστοσελίδες στο διαδίκτυο (Internet) τηρώντας τις βασικές αρχές του δικηγορικού επαγγέλμα¬τος, αλλά και την υποχρέωση να εξασφαλίζουν την εμπιστευτικότητα και τον απόλυτο χαρακτήρα των πληροφοριών που ανταλλάσσουν με τους πελάτες τους μέσω του διαδικτύου, διαφορετικά να προτιμούν άλλα μέσα μετάδοσης πληροφοριών.

12. Η αμοιβή θα πρέπει να συμφωνείται εκ των προτέρων είτε αμείβονται για τις υπηρεσίες τους πάγια, κατ' αποκοπή, με χρονοχρέωση ή ανάλογα με το αποτέλεσμα των ενεργειών τους, ενώ έχουν υποχρέωση να ασκούν το επάγγελμα τους με πνεύμα παροχής υπηρεσιών, αποδεικνύοντας ότι ο κύριος στόχος τους δεν είναι εμπορικός ή οικονομικός.

13. Έχουν το καθήκον να καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για την καλύτερη εκπροσώπηση του πελάτη τους, διεκδικώντας κάθε αναγκαίο στοιχείο από τις αρχές, γιατί κάθε μειονέκτημα στην ποιότητα της εκπροσώπησης μπορεί να καταλήξει σε παραβίαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων του πελάτη τους.

14. Έχουν το δικαίωμα και την υποχρέωση να συνεργάζονται και να δείχνουν αλληλεγγύη στους συναδέλφους τους ανεξαρτήτως προέλευσης τους.

11 Ιουνίου 2014

Εάν το άλας μωρανθή;…

«Υμείς εστέ το άλας της γης,
εάν δε το άλας μωρανθή, εν τίνι αλισθήσεται;»

Ματ.5, στίχ.13

Οι "κραυγές" δυστυχώς αποτελούν ουσιώδες κριτήριο στην επιλογή προβολής προσώπων σε καίριες και υψηλές θέσεις και ιδιως σε τηλεοπτικές παρουσίες παραληρηματικού τύπου.Αλλά οι κραυγές και η "σπέκουλα" του ανθρώπινου πόνου φαίνεται οτι είναι ουσιώδες προσόν,παρά την υποκρυπτόμενη αγραμματοσύνη και ανεπιτηδειότητα, για την ψηφοθηρία και την βεβαία εκλογή .
Ιδετε τι συνέβη με τον νουνεχή ιατροδιδάσκαλο στις πρόσφατες Ευροεκλογές ή τον συμπαθέστατο και σοβαρότατο υποψήφιο Περιφερειάρχη, δια μήν αναφερθώ εις άλλα ονόματα και προσωπικότητες. Εδοξάσθησαν πλείστοι τιμηθέντες "κύμβαλα αλαλαζοντα".Τέλος επειδή γνωρίζεις τα πράγματα επίτρεψε μου το ερώτημα: πότε ακούσθηκε και απο πού ο νηφάλιος λόγος του Ράμφου ή γνωστών προσωπικοτήτων και σοβαρών ανθρώπων όπως ενδεικτικά του σεβαστού μου Σίμου Σιμόπουλου Πρύτανη του ΕΜΠ ή του Χρήστου Κίττα τ Πρύτανη του ΕΚΠΑ κλπ,κλπ . 
Υπάρχουν οι κραυγές και δημαγωγοί γιατί πέραν των αλλων ιδιαιτεροτήτων γιατί 'οι αλαλαζοντες" δυστυχώς "πουλάνε".Το ήθος μιας πόλης που δεν επιθυμεί να ακολουθήσει το κοπιώδες εξυγιαντικό συλλογικό πρόγραμμα για την πνευματική αύξηση και ωρίμανση των πολιτών, και χαϊδεύει τα αφτιά τους με την ικανοποίηση μόνο κάποιων και των κατώτερης ποιότητας αξιών (αγαθών), οδηγεί στην αμετάκλητη ελαφρότητα και στον κίνδυνο εκκολαψης των πάσης μορφγής και φύσεως φαινομένων του σκότους. 
Όμως, η φαυλοκρατία αυτή που διαφθείρει και το ήθος τών πολιτών, προέρχεται πάλι από αυτό το ήθος τής πόλης. Γι’ αυτό, όταν ρώτησαν τον Σόλωνα αν θεωρούσε πως έδωσε στους Αθηναίους τούς καλύτερους νόμους, αυτός απάντησε: «Όχι, αλλ’ αυτούς που τους ταιριάζουν».


ΥΓ Δέν θα ηταν φαινόμενο πλέον, να δούμε  κάποιο "αστέρι" υποψήφιο ΠτΔ ! 
Έλεος!!! 

ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

  ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ -ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΕΝ ΟΨΕΙ   ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ (4...