13 Απριλίου 2013

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΙΚΡΑΜΜΕΝΟΣ: ΕΞΟΝΤΩΤΙΚΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΟ ΚΟΣΤΟΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ


ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΙΚΡΑΜΜΕΝΟΣ: ΕΞΟΝΤΩΤΙΚΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΟ ΚΟΣΤΟΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ


ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΙΚΡΑΜΜΕΝΟΣ: ΕΞΟΝΤΩΤΙΚΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΟ ΚΟΣΤΟΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

Ο πρώην υπηρεσιακός πρωθυπουργός και πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας παραθέτει στοιχεία και αποτιμήσεις για το κόστος των καθυστερήσεων απονομής δικαιοσύνης στην Ελλάδα, τα οποία μόνον απογοήτευση προκαλούν
Όταν στην Ελλάδα γίνεται λόγος για τις τιμές των αγαθών και υπηρεσιών, θα έπρεπε να γνωρίζουμε ποιοι παράγοντες διαμορφώνουν το κόστος αυτό και πώς το ύψος τους επηρεάζει και την συνολική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Ένας, λοιπόν, από τους παράγοντες αυτούς είναι το κόστος της δικαιοσύνης στην χώρα μας και ιδιαίτερα από την σκοπιά του χρόνου διεκπεραίωσης μίας δικαστικής υπόθεσης. 
Αποκαλυπτικά πάνω στο θέμα αυτό είναι αυτά που είπε σε πρόσφατη εκδήλωση της «Κίνησης Πολιτών» ο πρώην υπηρεσιακός πρωθυπουργός και επί τιμή πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, κ. Παναγιώτης Πικραμμένος –ο οποίος είναι και το αρμοδιότερο πρόσωπο που μπορεί να μιλήσει για αυτό το σημαντικό από κάθε άποψη θέμα. Και τα όσα είπε μόνον ζοφερές σκέψεις δημιουργούν. 
Ο κ. Παν. Πικραμμένος υπογράμμισε ευθύς εξ αρχής ότι, κατά την διάρκεια λειτουργίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Στρασβούργου, η χώρα μας έχει καταδικαστεί πάνω από 400 φορές για παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της Σύμβασης ως προς τον χρόνο διάρκειας της δίκης. Ο αριθμός αυτός μεταφράζεται σε ποσοστό 48% επί του συνόλου των καταδικαστικών αποφάσεων της χώρας, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος κυμαίνεται σε ποσοστό 26% περίπου. Για τις καταδίκες μας αυτές έχουμε καταβάλει μέχρι σήμερα 8.420.822 ευρώ. Η δε χώρα μας είναι η τέταρτη κατά σειράν μεταξύ των 47 κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης που συστηματικά και κατ’ επανάληψη παραβιάζει τον εύλογο χρόνο στην απονομή της Δικαιοσύνης. Και έτσι φθάσαμε στην απόφαση Αθανασίου κατά Ελλάδας, με την οποία το Δικαστήριο του Στρασβούργου ζήτησε από την χώρα μας την καθιέρωση ενός εσωτερικού ένδικου μέσου το οποίο να έχει την δυνατότητα να αποζημιώνει σε περιπτώσεις διαπίστωσης καθυστερήσεων και να εντέλλεται την επιτάχυνση για τις ακόμα εκκρεμείς δίκες. Το ένδικο αυτό μέσο θεσπίσθηκε με τον ν.4055/2012 και ήδη το Συμβούλιο της Επικρατείας, με μονομελή σύνθεση, εξέδωσε την υπ’ αριθ.4467/2012 απόφαση με την οποία επεδίκασε ως αποζημίωση το ποσόν των 4.800 ευρώ, καθώς το Δικαστήριο καθυστέρησε να εκδώσει την απόφασή του κατά 8 έτη, 6 μήνες και 18 ημέρες. 
Ωστόσο, κατά τον πρώην πρωθυπουργό, ακόμη πιο αποκαρδιωτικοί είναι οι αριθμοί ως προς τις συνέπειες της καθυστερήσεως της δικαιοσύνης στην ανάπτυξη και στην οικονομία γενικότερα. Σύμφωνα με την έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας για το 2012, η Ελλάδα είναι τέταρτη από το τέλος μεταξύ των 27 χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) ως προς τον μέσο χρόνο που απαιτείται προκειμένου να επιλυθεί μία απλή αστική υπόθεση. Και αν αναρωτηθεί κανείς πόσος είναι αυτός ο μέσος χρόνος, η απάντηση είναι ότι, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, απαιτούνται 819 ημέρες από την κατάθεση της αγωγής, ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 548 ημέρες. 
«Προφανώς, η Παγκόσμια Τράπεζα δεν είχε λάβει υπ’ όψιν της τις πρόσφατες κινητοποιήσεις δικαστών, δικηγόρων, δικαστικών υπαλλήλων κλπ, διότι τότε ο αριθμός αυτός θα ήταν απλώς καταθλιπτικός. Στην ίδια έκθεση, η Ελλάδα υπολείπεται κατά πολύ των υπολοίπων αναπτυγμένων χωρών ως προς την εφαρμογή της νομοθεσίας κατά της χρηματιστηριακής απάτης, των μονοπωλιακών δραστηριοτήτων και την αποτελεσματικότητα του πτωχευτικού συστήματος. Οι δείκτες δε αυτοί έχουν ιδιαίτερη σημασία, καθώς αποτυπώνουν με αρκετά αντιπροσωπευτικό τρόπο τις επιπτώσεις του συστήματος απονομής δικαιοσύνης στην επιχειρηματική και εν γένει οικονομική δραστηριότητα», τόνισε ο κ. Παν. Πικραμμένος. 
Η υπογράμμισή του λέει πολλά. Γιατί, όπως επεσήμανε, μπορεί κανείς εύκολα να παρατηρήσει την μείωση, ή ακόμα και την απουσία, ιδιωτικών επενδύσεων στην χώρα μας. Βέβαια, όπως είναι προφανές, το φαινόμενο αυτό δεν οφείλεται μόνο –ούτε καν κυρίως– στην ανεπάρκεια του δικαστικού μας συστήματος, αλλά στην κρίση χρέους που βιώσαμε και συνεχίζουμε να βιώνουμε. Εντούτοις, το περιβάλλον δεν ήταν φιλικό στις ιδιωτικές επενδύσεις ούτε πριν από την κρίση. Και αυτό σε μεγάλο βαθμό οφειλόταν στην περιορισμένη προστασία των επενδυτών από το σύστημα απονομής δικαιοσύνης, το οποίο, με την βραδύτητα και την αναποτελεσματικότητά του, καθιστούσε μη ελκυστική την επιχειρηματική εμπλοκή στην χώρα μας. Η δε απουσία ιδιωτικών επενδύσεων, εγχώριων και κυρίως ξένων, είχε και έχει ως αποτέλεσμα την περιορισμένη ρευστότητα της αγοράς, την αύξηση των τραπεζικών επιτοκίων, την δυσκολία στην χορήγηση δανείων, την επισφάλεια των τραπεζικών και χρηματοοικονομικών συναλλαγών, την απουσία «έξυπνου χρήματος», τον περιορισμό της παραγωγικής ικανότητας της χώρας, την μείωση των εξαγωγών και την εξαφάνιση της καινοτομίας. 
«Εξάλλου», πρόσθεσε ο πρώην πρωθυπουργός, «στην Ελλάδα της κρίσης, η οποία προσπαθεί απεγνωσμένα να περιορίσει τις κρατικές δαπάνες και να αυξήσει τα δημόσια έσοδα, η καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης κοστίζει τόσο σε χρήμα όσο και σε κοινωνική συνοχή. Εξηγούμαι: στα διοικητικά δικαστήρια και στο Συμβούλιο της Επικρατείας εκκρεμούν δεκάδες, ίσως και εκατοντάδες χιλιάδες φορολογικών υποθέσεων οι οποίες μπορούν δυνητικά να επιφέρουν στα δημόσια ταμεία ένα τεράστιο ποσόν. Η άμεση εκκαθάρισή τους θα είχε ως επιπλέον θετική συνέπεια την ακριβή αποτύπωση της οικονομικής κατάστασης της χώρας και την δυνατότητα ακριβέστερου και άρα αποτελεσματικότερου σχεδιασμού για το μέλλον. Παράλληλα, ο προαναφερθείς περιορισμός των ιδιωτικών, εγχώριων και ξένων, επενδύσεων έχει ως άμεση συνέπεια την μείωση των φορολογικών εσόδων του κράτους και την συνεπαγόμενη ανάγκη αυτού να περιορίσει τις δημόσιες δαπάνες. 
Περαιτέρω, καθίσταται αδύνατη η ανακατανομή του πλούτου, ο οποίος παραμένει συσσωρευμένος σε τράπεζες ή ασφαλείς επενδύσεις στο εξωτερικό. Τέλος, αυξάνεται η ανεργία εξαιτίας, αφ’ ενός, της απουσίας θέσεων εργασίας στον ιδιωτικό τομέα και, αφ’ ετέρου, της ανάγκης περιορισμού των δημοσίων δαπανών που έχουν ως συνέπεια την μείωση των θέσεων εργασίας και στον δημόσιο τομέα. Αύξηση δε της ανεργίας σε μεγάλα μεγέθη συνεπάγεται, ως γνωστόν, διάρρηξη του κοινωνικού ιστού και ανατροπή των κρατικών δομών». 
Η κατάσταση αυτή, όμως, κατά τον κ. Παν. Πικραμμένο, έχει και ένα άλλο αρνητικό αποτέλεσμα. Οδηγεί στην απαξίωση της Δικαιοσύνης, ως μιας εκ των τριών κρατικών λειτουργιών. Πράγματι, όπως προκύπτει από πολλές πρόσφατες έρευνες, η εμπιστοσύνη των πολιτών στη Δικαιοσύνη είναι πλέον πολύ περιορισμένη. «Η μείωση αυτή είναι απολύτως δικαιολογημένη. Ο πολίτης γνωρίζει ότι αν προσφύγει στην Δικαιοσύνη, η πιθανότητα να επιλυθεί η υπόθεσή του εντός ενός ευλόγου χρονικού διαστήματος είναι μηδαμινή. Οπότε αναγκάζεται να στραφεί σε άλλες μεθόδους επίλυσης, οι οποίες πολλές φορές δεν κινούνται εντός των νομίμων πλαισίων, με αποτέλεσμα να εντείνονται τα φαινόμενα διαφθοράς και ανομίας που ήδη μαστίζουν την κοινωνία μας. Παράλληλα, η γενικευμένη καθυστέρηση έχει ως συνέπεια και την ενίσχυση της διαφθοράς εντός του δικαστικού συστήματος: η αποφυγή επιβολής κυρώσεως ή η διατήρηση παράνομων καταστάσεων είναι πολύ εύκολη όταν ο δικαστής, εξαιτίας του τεράστιου φόρτου των υποθέσεων οι οποίες εκκρεμούν ενώπιόν του, καθίσταται κατ’ ουσίαν ανέλεγκτος από πλευράς χρόνου. Με την ίδια ακριβώς μέθοδο ενισχύεται και η διαπλοκή της δικαιοσύνης, τόσο με τις άλλες κρατικές λειτουργίες –ιδίως την εκτελεστική–, όσο και με τα διαφόρων ειδών κέντρα ιδιωτικής εξουσίας. 
Έτσι, η Δικαιοσύνη έχει πάψει πλέον να αποτελεί για τον πολίτη το τελευταίο καταφύγιο στο πλαίσιο μιας οργανωμένης πολιτείας και, αν δεν ενεργήσουμε άμεσα, το μόνο που θα μπορούμε να κάνουμε είναι να παρακολουθούμε τις ζοφερές συνέπειες της απαξίωσης αυτής τόσο στην Δικαιοσύνη όσο και στο κράτος γενικότερα», τόνισε ο κ. Παν. Πικραμμένος. 
Κατά την γνώμη του, προκειμένου να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο αυτό, θεωρεί ότι είναι αναγκαίο να εντοπίσουμε τις αιτίες του. Πού οφείλεται, λοιπόν, αυτή η τεράστια καθυστέρηση; Όπως λέει ο ίδιος: 
α) Κατ’ αρχάς στην κακοδιοίκηση, η οποία, σε συνδυασμό με την δαιδαλώδη πολυνομία, αποτελεί πραγματική μηχανή παραγωγής διαφορών. Ειδικότερα, ο κομματισμός, η διαφθορά, η αναξιοκρατία και η αδιαφορία κυριαρχούν στο ελληνικό Δημόσιο και η αδυναμία ακόμη και του πλέον ικανού υπαλλήλου να συγκεντρώσει την υπάρχουσα νομοθεσία και να την εφαρμόσει σωστά σε κάθε περίπτωση, έχουν ως συνέπεια την γέννηση διαφορών όχι μόνον μεταξύ του ιδιώτη και του κράτους, υπό την ευρεία του έννοια, αλλά και μεταξύ ιδιωτών. Για παράδειγμα, οι αγωγές κατά κατασκευαστικών εταιρειών επειδή τα ακίνητα που πούλησαν είχαν ανεγερθεί βάσει οικοδομικών αδειών που εκδόθηκαν από τις πολεοδομίες και στην συνέχεια ακυρώθηκαν από τα Δικαστήρια, είναι μία μόνον περίπτωση από πολλές ιδιωτικών διαφορών που προέρχονται από την δυσλειτουργία της κρατικής μηχανής και οι οποίες, αθροιζόμενες με τις αντίστοιχες που εκκρεμούν ενώπιον της διοικητικής δικαιοσύνης, καθιστούν το κράτος τον βασικό υπαίτιο του φαινομένου της καθυστερήσεως.
β) Στο πολύ χαμηλό κόστος της Δικαιοσύνης. Στην έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας για το 2012 αναφέρεται ότι το μέσο κόστος για την δικαστική επίλυση μιας απλής αστικής υποθέσεως στην Ελλάδα είναι 5.561 ευρώ, ποσό που αποτελεί το 14,4% του μέσου αγωγικού αιτήματος. Με βάση τα δεδομένα αυτά, η Ελλάδα καθίσταται η έβδομη πιο φτηνή χώρα στην ΕΕ.
γ) Στην αλόγιστη άσκηση ενδίκων βοηθημάτων από το ίδιο το Δημόσιο και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), τα οποία, ως γνωστόν, απαλλάσσονται από όλα τα δικαστικά έξοδα. Η απαλλαγή αυτή, σε συνδυασμό με την απολύτως εσφαλμένη νοοτροπία, η οποία έχει κατά καιρούς αποτυπωθεί και σε εγκυκλίους –ότι το Δημόσιο οφείλει να εξαντλεί τα ένδικα μέσα διότι με τον τρόπο αυτόν εξυπηρετείται καλύτερα το δημόσιο συμφέρον–, έχει ως συνέπεια την κατασπατάληση πόρων με την άσκοπη απασχόληση του προσωπικού του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και των νομικών των ΝΠΔΔ και την επιδίκαση σε βάρους του Δημοσίου των δικαστικών δαπανών των ιδιωτών.
δ) Στην έλλειψη ρυθμίσεων που θα περιόριζαν την δημιουργία διαφορών, θα ενίσχυαν την εξωδικαστική επίλυσή τους και θα απεθάρρυναν ή και θα απέκλειαν την άσκηση προπετών ενδίκων βοηθημάτων ή ένδικων βοηθημάτων με ασήμαντο αντικείμενο.
ε) Στην ύπαρξη τριών διαφορετικών εννόμων τάξεων. Ο δικαστής έχει να αντιμετωπίσει τα προβλήματα από την άποψη της εθνικής νομοθεσίας, από την άποψη της κοινοτικής νομοθεσίας και από την άποψη της ευρωπαϊκής συμβάσεως για τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Είναι λοιπόν σαφές, υπογράμμισε ο κ. Παν. Πικραμμένος, ότι στην Ελλάδα πρέπει να γίνουν βαθύτατες θεσμικές μεταρρυθμίσεις και αναδιαρθρώσεις, με παράλληλο εμπλουτισμό σε συνεχή βάση της νομοθεσίας με νομολογίες των δικαστηρίων. 

Παράλληλα, ως προς την καθαυτή επιτάχυνση στην απονομή της Δικαιοσύνης, θεωρεί ότι είναι αναγκαία η υπαγωγή μεγαλύτερου αριθμού υποθέσεων σε διαδικασίες ταχείας εκδικάσεως ή απορρίψεως (φίλτρων), η εξάλειψη παρωχημένων διαδικασιών που δεν έχουν εκσυγχρονισθεί, η απλοποίηση των δικονομικών κανόνων, η καλύτερη διαχείριση του υπάρχοντος ανθρώπινου δυναμικού με τη θεσμοθέτηση ολιγομελών συνθέσεων και την ορθολογικότερη ανάθεση των υπηρεσιακών καθηκόντων, η εφαρμογή της πιλοτικής δίκης στα πολιτικά δικαστήρια, η ολοκλήρωση της μηχανογράφησης όλων των δικαστηρίων σε συνδυασμό με την δημιουργία σε αυτά βάσεων νομολογιακών δεδομένων και η ενίσχυση του ελέγχου της ποσοτικής απόδοσης των δικαστών. 
Ο πρώην πρωθυπουργός και επίτιμος πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας τόνισε ότι τα μέτρα αυτά, που θεσπίστηκαν σε μεγάλο βαθμό για το Συμβούλιο της Επικρατείας με τον ν.3900/2010, είχαν ευεργετικά αποτελέσματα στο δικαστήριο, καθώς μειώθηκαν κατά 26,8% τα κατατεθέντα ένδικα βοηθήματα και μέσα, αυξήθηκαν κατά 66,3% οι συζητηθείσες υποθέσεις και κατά 86,6% οι εκδοθείσες αποφάσεις.


του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου
Πηγή: europeanbusiness.gr

12 Απριλίου 2013

ΣτΕ: Απερρίφθη η αίτηση των εργαζομένων στο Μετρό για αναστολή της επίταξης

ΣτΕ: Απερρίφθη η αίτηση των εργαζομένων στο Μετρό για αναστολή της επίταξης
Η Ολομέλεια της Επιτροπής Αναστολών του ΣτΕ απέρριψε την αίτηση των εργαζομένων στο Μετρό για αναστολή των αποφάσεων κήρυξης σε κατάσταση πολιτικής κινητοποίησης του προσωπικού στα μέσα σταθερής τροχιάς.
Με την 118/2013 απόφασή της, απέρριψε την αίτηση του «Σωματείου Εργαζομένων Λειτουργίας Μετρό Αθηνών», με την οποία ζητούσε την αναστολή των αποφάσεων του Πρωθυπουργού και των υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης, για την κήρυξη σε κατάσταση πολιτικής κινητοποίησης του συνόλου των εργαζομένων στα μέσα σταθερής τροχιάς. Σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, στις αποφάσεις γίνεται επίκληση άμεσης και επείγουσας ανάγκης να αποτραπούν οι δυσμενείς συνέπειες στο συγκοινωνιακό έργο στο Λεκανοπέδιο Αττικής, το οποίο είχε πλήρως διαταραχθεί από την παρατεινόμενη απεργία των εργαζομένων στην εταιρεία «Σταθερές Συγκοινωνίες – ΣΤΑΣΥ Α.Ε.», απειλώντας τη δημόσια τάξη και υγεία και προκαλώντας σοβαρή διαταραχή στην κοινωνική και οικονομική ζωή της χώρας. Τέλος, οι σύμβουλοι Επικρατείας επισημαίνουν ότι η βλάβη που επικαλείται το Σωματείο είναι παροδική και επανορθώσιμη καθώς σε σύντομο χρονικό διάστημα, πρόκειται να δικαστεί η κύρια προσφυγήΜε τις αποφάσεις του Πρωθυπουργού και των υπουργών είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πολιτικής κινητοποίησης το προσωπικό στα μέσα σταθερής τροχιάς και είχε προβλεφθεί η επίταξη των υπηρεσιών των εργαζομένων καθώς και η επίταξη της χρήσης του συνόλου των εγκαταστάσεων που είναι απαραίτητες για την εκτέλεση του συγκοινωνιακού έργου.
Οι εργαζόμενοι, από την πλευρά τους, υποστήριζαν ότι η λήψη των ανωτέρω μέτρων έρχεται σε αντίθεση με διατάξεις του Συντάγματος, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και τις Διεθνείς Συμβάσεις Εργασίας.

Ποιά είναι η θέση της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό χάρτη της Δικαιοσύνης ; - LawNet: Το ελληνικό Νομικό Δίκτυο

Ποιά είναι η θέση της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό χάρτη της Δικαιοσύνης ; - LawNet: Το ελληνικό Νομικό Δίκτυο
 ΝΤΕΝΕΚΕΔΕΣ ΞΕΓΑΝΩΤΟΙ !!!!!!!!!!!!!!!!!!!!
Το Υπουργείο της Δικαιοσύνης προβαίνει σε εβδομαδιαια νομοθέτηση ,διαλυοντας πλέον καθε εννοια δικαιου και λογικής ,τι ντροπή!!!!! Δεν βλέπουν και δεν ακούνε τιποτε αφού μάλιστα κάποιοι τους υμνούν και τους θαυμάζουν μια που οι δικάσιμοι αισιως φθάνουν στα ετη 2016 !!!!!!2017!!!!! ΝΤΕΝΕΚΕΔΕΣ ΞΕΓΑΝΩΤΟΙ που ελεγε κι ο Ευάγγελος Γιανόπουλος Δοξάστε τους.

22 Μαρτίου 2013

ΔΣΑ

Ήταν ΚΑΙ ΕΊΝΑΙ μεγάλη μου τιμή να υπηρετώ σ'έναν τόσο μεγάλο σύλλογο όπως τον ΔΣΑ , τον οποίο αγαπώ και αγωνίστηκα και θα αγωνίζομαι για αυτόν με όλη μου την καρδιά. Είμαι περήφανος για τις επιτυχίες αλλά και τις δυσκολίες που περνά.είμαι περήφανος που μετά από τόσα χρόνια βλέπω τα νέα τα παιδιά να δίνουν την ψυχή τους (και η ψυχή τους είναι όχι μονάχα οι αγώνες της επιβίωσης και της διεκδίκησης,αλλά και κυρίως η τέχνη ). Σάς ευχαριστώ πιστεύω πως τα νιάτα του ΔΣΑ θα δώσουν την δροσιά,την αύρα που χρειαζόμαστε σαν επαγγελματίες και σαν ανθρωποι, (μου λείπει απ΄την συντροφιά μας ο πάντα χαμογελαστός Γιαννης Καλογριδάκης)22/3/2013

18 Μαρτίου 2013

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 9Α ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ





Άρθρο 9A Συντάγματος:
Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από την συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων, όπως νόμος ορίζει. Η προστασία των προσωπικών δεδομένων διασφαλίζεται από ανεξάρτητη αρχή, που συγκροτείται και λειτουργεί, όπως νόμος ορίζει.

ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ:

ΣΕ 2279/2001: «..η σύσταση της Αρχής και η συγκρότησή της δεν αντίκειται σε καμιά συνταγματική διάταξη ή αρχή, δοθέντος άλλωστε ότι ως εκ του ειδικού κοινοβουλευτικού ελέγχου για την επιλογή των μελών της Αρχής (πλην του Προέδρου) υπάρχει αναγωγή της συγκρότησής της στην αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. » [=Αρμ (2001), σελ. 1117 επ.]

ΣΕ 2280/2001 (Ολ): Τα στοιχεία που, κατά το άρθρο 2 του Ν.Δ. 127/1969, περιλαμβάνονται στα δελτία ταυτότητας, αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 2 περίπτ. α΄ του Ν. 2472/1997, δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Οι δε προβλεπόμενες από τις διατάξεις του Ν.Δ. 127/1969 και των κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 4 αυτού εκδιδομένων υπουργικών αποφάσεων, εργασίες των αστυνομικών αρχών που αφορούν τα εν λόγω στοιχεία, δηλαδή η συλλογή και η καταχώρισή τους (αναγραφή) στα δελτία ταυτότητας, συνιστούν επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 2 και 3 του Ν. 2472/ 1997, αφού, όπως ρητώς ορίζει το άρθρο 3 του Ν.Δ. 127/1969, τα παραπάνω στοιχεία περιλαμβάνονται σε ειδικό αρχείο. Εφ' όσον όμως, όπως έγινε από την κρατήσασα γνώμη δεκτό σε προηγούμενη σκέψη, η διάταξη της περίπτ. 20 του άρθρου 2 του Ν.Δ. 127/1969, που προβλέπει την αναγραφή του θρησκεύματος στα δελτία ταυτότητας, αντίκειται στο Σύνταγμα, η επεξεργασία του ευαίσθητου αυτού δεδομένου ήταν, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του Ν. 2472/1997, μη νόμιμη [=Αρμ (2001), 1122 επ.]

ΣΕ 2281/2001 (Ολ.): η συλλογή του προσωπικού δεδομένου της ιθαγένειας και η αναγραφή της στο δελτίο ταυτότητας, που προβλέπεται στο άρθρο 2 περ. 18 του ν.δ. 127/ 1969, εξυπηρετεί τον πιο πάνω σκοπό του δελτίου ταυτότητας ως ταξιδιωτικού εγγράφου, κατά ρητή επιταγή διατάξεων του κοινοτικού δικαίου που έχουν εισαχθεί και στην εσωτερική έννομη τάξη. Συνεπώς η επεξεργασία του προσωπικού αυτού δεδομένου είναι σύμφωνη με τις αρχές του νόμιμου σκοπού και της αναλογικότητας, οι οποίες καθιερώνονται με την οδηγία 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και το ν. 2472/1977 (άρθρ. 4 παρ. 1)

ΣΕ 2282/2001 (Ολ.): η συλλογή του προσωπικού δεδομένου του ονόματος του (της) συζύγου και η αναγραφή του στο δελτίο ταυτότητας, που προβλέπεται στο άρθρο 2 περ. 7 του ν.δ. 127/1969, δεν είναι σύμφωνη με την αρχή του σκοπού που καθιερώνεται, κατά τα εκτεθέντα, με την οδηγία 95/46/ΕΚ και το ν. 2472/1997 (άρθρ. 4 παρ. 1), καθόσον δεν αποτελεί πρόσφορο ή αναγκαίο στοιχείο για την εξυπηρέτηση των σκοπών της ταυτότητας [Αρμ (2001), σελ. 1135 επ.]

ΣΕ 2283/2001 (Ολ): ... όταν εκτελείται από δημόσια αρχή επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, πρέπει αυτή να προβλέπεται ειδικώς από διάταξη νόμου, σύμφωνη με το Σύνταγμα, άλλως η επεξεργασία είναι μη νόμιμη και επιβάλλεται η διακοπή της, ανεξάρτητα από τυχόν παρέμβαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα [ΤοΣ (2001), σελ. 1026 επ.]

ΣΕ 2284/2001 (Ολ.): ... προκειμένου τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα να τύχουν νόμιμης επεξεργασίας, απαιτείται σε κάθε περίπτωση, ασυνδέτως δηλαδή προς συγκεκριμένο πρόσωπο, να συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 2472/1997, που, μεταξύ άλλων, ορίζει ότι τα δεδομένα πρέπει να συλλέγονται κατά τρόπο θεμιτό και νόμιμο για σαφείς και νόμιμους σκοπούς. Συνεπώς, όταν εκτελείται από δημόσια αρχή επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, πρέπει αυτή να προβλέπεται ειδικώς από διάταξη νόμου, σύμφωνη με το Σύνταγμα, άλλως η επεξεργασία είναι μη νόμιμη και επιβάλλεται η διακοπή της, ανεξάρτητα από τυχόν παρέμβαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Μόνο δε εάν συντρέχουν οι παραπάνω βασικές προϋποθέσεις έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 5 και 7 του Ν. 2472/1997, οι οποίες επιβάλλουν ως περαιτέρω πρόσθετη, κατ' αρχήν, προϋπόθεση νόμιμης επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα συγκεκριμένου προσώπου, τη συγκατάθεση αυτού. Ειδικώς όσον αφορά την επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων, όπως το θρήσκευμα, απαιτείται επιπλέον και η προηγούμενη άδεια της Αρχής (άρθρ. 7) [ΤοΣ (2001), σελ. 1048 επ.]

ΣΕ 25/2007: ... η γνωμοδότηση της Αρχής απαιτείται για ρυθμίσεις που αφορούν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των φυσικών προσώπων. Εξ άλλου, όπως προεκτέθηκε, κατά την έννοια της προσβαλλομένης αποφάσεως, στην Ενωση Ιδιοκτητών Ημερησίων Εφημερίδων Α κοινοποιείται μόνο το πόρισμα της εκθέσεως ελέγχου την οποία συντάσσει ο ΟΕΛ, δηλαδή μόνο η διαπίστωση της συνδρομής ή μη των νομίμων προϋποθέσεων για τον χαρακτηρισμό μιας εφημερίδας ως οικονομικής, και όχι το πλήρες κείμενο της εκθέσεως αυτής και τα στοιχεία βάσει των οποίων συντάσσεται. Το κοινοποιούμενο πόρισμα, με το περιεχόμενο αυτό, δεν συνιστά επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, κατά την έννοια του ν. 2472/1997. Ενόψει τούτων, αβασίμως, εν πάση περιπτώσει, προβάλλει η αιτούσα ότι πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης κανονιστικής πράξεως θα έπρεπε να ζητηθεί η γνώμη της Αρχής, διότι, κατά τους ισχυρισμούς της, η έκθεση του ΟΕΛ που κοινοποιείται στην ΕΙΗΕΑ περιέχει επιχειρηματικά απόρρητα του εκδότη, αλλά και προσωπικά δεδομένα για το προσωπικό της επιχειρήσεως. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός ότι, με την κοινοποίηση της εκθέσεως του ΟΕΛ στην ΕΙΗΕΑ, κοινοποιούνται "ευαίσθητα δεδομένα" σε φορέα άλλον από εκείνον για τον οποίο συλλέγονται κατά παράβαση του άρθρου 9 Α του Συντάγματος, είναι, κατόπιν των γενομένων δεκτών ανωτέρω, απορριπτέος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως [ΕΔΔΔ (2009), σελ. 1048 επ.]

ΣΕ 2683/2010: Η κρίση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα πρέπει να περιορίζεται στον κύκλο των αρμοδιοτήτων της ως διοικητικού οργάνου και να μην επεκτείνεται και επί ζητημάτων που αποτελούν αντικείμενο δικαιοδοτικής κρίσεως και εκκρεμούν ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων [ΝοΒ (2011), 150]

ΣΕ 2629/2006: Επειδή, η γνωστοποίηση εξαγγελλόμενης διερευνήσεως για την διαπίστωση της νομιμότητος ή μη διοικητικών πράξεων, με τις οποίες χορηγήθηκε απαλλαγή από την υποχρέωση στρατεύσεως για λόγους υγείας, έστω και αν αφορούν πρόσωπα γνωστά στο ευρύτερο κοινό, δεν συνιστά επεξεργασία ευαίσθητων δεδομένων δυνάμενη να επιτραπεί με βάση το άρθρο 7 του ν. 2472/1997, διότι δεν εμπίπτει σε καμία από τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες προβλέπεται, από την παράγραφο 2 περίπτωση ε΄ του άρθρου αυτού, η δυνατότητα της κατ’ εξαίρεση επεξεργασίας τέτοιων δεδομένων από δημόσια αρχή, και ειδικώτερα δεν αφορά επεξεργασία δεδομένων που είναι αναγκαία ούτε για λόγους εθνικής ασφαλείας ούτε για την εξυπηρέτηση των αναγκών εγκληματολογικής ή σωφρονιστικής πολιτικής, εφόσον δεν αφορά τη διακρίβωση εγκλημάτων ούτε ποινικές καταδίκες ή μέτρα ασφαλείας [ΕΔΔΔ (2008), 1035]

ΣΕ 749/2005: … η αποδοθείσα στην αιτούσα παράβαση σχετικά με την παράνομη επεξεργασία προσωπικών στοιχείων του ανωτέρω καταγγείλαντος, δηλαδή την διαβίβαση από αυτήν προσωπικών στοιχείων του, τα οποία περιείχοντο στο αρχείο της, στην ανωτέρω Τράπεζα για την έκδοση πιστωτικής κάρτας χωρίς την συγκατάθεσή του, πράγμα το οποίο η ίδια η αιτούσα αποδέχεται, αιτιολογείται νομίμως και επαρκώς. Η παράβαση αυτή δεν αίρεται, κατά τον νόμο, από την ύπαρξη ενδεχομένως σχετικού λάθους ή σχετικής αμελείας της αιτούσας, διότι, κατά τα ανωτέρω, αυτή έχει ιδιαίτερη υποχρέωση επιμελούς διαφυλάξεως των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του καταγγείλαντος που περιλαμβάνονται στο αρχείο της, ώστε να αποφεύγεται κάθε μη επιτρεπτή επεξεργασία τους. Επομένως ο προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως ότι η Αρχή δεν έλαβε υπ’ όψη τον ισχυρισμό της αιτούσας ότι η επεξεργασία των δεδομένων του καταγγείλαντος χωρίς την συγκατάθεσή του οφείλεται σε λάθος «πληκτρολόγηση» του αριθμού του συμβολαίου του και ότι η ίδια προέβη σε συνεργασία με την Τράπεζα στις 3.8.2000 στην ακύρωση της πιστωτικής κάρτας, διορθώνοντας το σφάλμα της, μετά την από 25.7.2000 επιστολή του καταγγείλαντος, πρέπει να απορριφθεί διότι οι ισχυρισμοί δεν είναι νομικά κρίσιμοι και δεν αίρουν κατά νόμο την συντελεσθείσα παράβαση [ΕλΔνη (2006), 1286]

ΣΕ 2255/2005: Η διαβίβαση πληροφοριών που προέρχονται από το τηρούμενο αρχείο Τράπεζας για την οικονομική συμπεριφορά αστυνομικού προσωπικού στην αρμόδια για τον πειθαρχικό έλεγχο αστυνομική υπηρεσία, προκειμένου να εξαναγκασθούν οι αστυνομικοί υπάλληλοι να εκπληρώσουν τις οικονομικές υποχρεώσεις τους προς την Τράπεζα δεν συνιστά επεξεργασία που εμπίπτει στον σκοπό που προσδιορίζεται στην διενεργηθείσα ενημέρωση από αυτήν και η επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που περιέχονται στο εν λόγω αρχείο διενεργείται προς άλλο σκοπό και δεν είναι θεμιτή και σύννομη με τις διατάξεις του νόμου 2472/1997. Η σχετική επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων την οποία διενήργησε η Τράπεζα δεν είναι νόμιμη, αδιαφόρως αν η επεξεργασία είναι όντως αναγκαία για την εκτέλεση έργου δημοσίου συμφέροντος ή έργου κατ’ ενάσκηση δημόσιας εξουσίας που ενεργείται από δημόσια αρχή ή έχει ανατεθεί από αυτήν στον υπεύθυνο επεξεργασίας ή σε τρίτο στον οποίο γνωστοποιούνται τα δεδομένα, ή αν είναι απολύτως αναγκαία για την ικανοποίηση εννόμου συμφέροντος της Τράπεζας ή του εν γένει πιστωτικού συστήματος.

ΣΕ 2254/2005: H διαβίβαση των επίμαχων προσωπικών δεδομένων υπαξιωματικών του Ναυστάθμου από την αιτούσα προς τον Διοικητή της Μονάδος αυτής αποτελούσε επεξεργασία αναγκαία για την εξυπηρέτηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος, αλλά και για την άσκηση δημοσίας εξουσίας από την δημοσία αρχή στην οποία διαβιβάσθηκαν τα δεδομένα, αφού χωρίς αυτήν θα καθίστατο ανέφικτη η άσκηση του επιβεβλημένου κατά νόμον πειθαρχικού ελέγχου επίμεμπτης συμπεριφοράς των εν λόγω υπαξιωματικών.

ΣΕ 3908/2008: Δεν επιτρέπεται η κατ' εξαίρεσιν επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που διενεργείται χωρίς τη συγκατάθεση του ενδιαφερομένου για τους συγκεκριμένους σκοπούς του συγκροτηθέντος αρχείου όταν γίνεται εκτεταμένη παρακολούθηση της ιδιωτικής ζωής του ενδιαφερομένου έστω και αν αυτό δικαιολογείται από την άσκηση πειθαρχικού ελέγχου [ΝοΒ (2005), 962]

ΣΕ 94/2003: Η σύμβαση εργασίας μεταξύ των καταγγελλόντων και της εταιρείας που τους απασχολούσε δεν αίρει την παράβαση κατ' άρθρο 5 § 2 εδ. α΄ του ν. 2472/1997, εφ' όσον η εκ μέρους χρηματιστηριακής εταιρείας επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα χωρίς τη συγκατάθεση των ενδιαφερομένων, διενεργήθηκε για σκοπό μη σχετιζόμενο αναγκαίως με την εκτέλεση της μεταξύ των ανωτέρω συμβάσεως εργασίας, ήτοι για το άνοιγμα μερίδων στο Χρηματιστήριο Αξιών [ΕλΔνη (2003), 1065]

ΣΕ 96/2003: Η σύσταση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, ως ανεξάρτητης αρχής, δεν αντίκειται σε κανένα νομικό κανόνα. Προσβολή πράξεων της Αρχής αυτής. Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, κατά την άσκηση της αρμοδιότητας εξετάσεως παραπόνων ή αιτήσεων κατ' άρθ. 19 § 1 του ν. 2472/97, έχει τη δυνατότητα να διερευνά και ελέγχει σχετικώς την συγκεκριμένη υπόθεση και να διαπιστώνει, εφ' όσον συντρέχει περίπτωση, παραβάσεις του νόμου, από την επεξεργασία δεδομένων, εκδίδοντας εκτελεστή διοικητική πράξη (Αντίθετη μειοψηφία). Δεν είναι νόμιμη πράξη της Αρχής αυτής με την οποία διαπιστώθηκε παράβαση των διατάξεων σχετικά με τη νομιμότητα της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων, αν δεν προηγήθηκε ακρόαση του ενδιαφερομένου [ΔιΔικ 2005, 647]

10 Μαρτίου 2013

ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΗΣ ΗΓΕΣΙΑΣ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ


ΓΙΑ ΜΙΑ ΝΕΑ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ» :ΑΝΑΓΚΑΙΑ Η ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ(2)
Του Αντώνη Π. Αργυρού.
τ.Υπουργού Επικρατείας,Δικηγόρου ΑΠ.
ΑΠΟΛΥΤΗ ΚΑΘΙΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ ,ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΛΟΓΗ  ΤΗΣ ΗΓΕΣΙΑΣ  ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΟΛΟΜΕΛΕΙΕΣ  ΤΩΝ ΑΝΩΤΑΤΩΝ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ.
Είναι όνειρο μακρινό  αλλά όχι ακατόρθωτο η απονομή της Δικαιοσύνης να γίνεται στον τόπο μας δίκαια ,γρήγορα, αποτελεσματικά και κυρίως  κάτω από ανθρώπινες συνθήκες, σήμερα η κατάσταση που επικρατεί αποτελεί «εφιάλτη» για όλους και κυρίως για τους πολίτες. Το όνειρο δεν φαίνεται άπιαστο ,έτσι ώστε ή Δικαιοσύνη να γίνεται το καταφύγιο και η ασπίδα προστασίας κάθε αδικούμενου πολίτη ,χρειάζονται  όμως ριζικά μέτρα εκσυγχρονισμού της .
Η Δικαιοσύνη αντιμετωπίζεται  τις περισσότερες φορές από τους  εκάστοτε κρατούντες σαν την  Λειτουργία  εκείνη που  είναι στη εξουσία χρήσιμη όταν είναι «αρεστή», ενώ οι δαπάνες για την αναβάθμιση των υπηρεσιών της είναι είδος πολυτελείας για το Ελληνικό Δημόσιο. Οι παρεμβάσεις της Εκτελεστικής Εξουσίας στη  επιλογή της Ηγεσίας  της Δικαιοσύνης  γίνονται πολλές φορές έτσι ώστε να  επιλέγονται εκάστοτε οι εκλεκτοί της, χωρίς  όμως να το επιτυγχάνει πάντοτε.  Το χειρότερο όμως είναι  η άδικη έως υβριστική  κριτική πολιτικών και οικονομικών παραγόντων, σε μη αρεστές δικαστικές Αποφάσεις (Βλ αποφάσεις  ΑΠ 8- 9/1998 Το Σ /1998,410)ή ενέργειες.
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, επί κυβερνήσεως του οποίου ιδρύθηκε και άρχισε να λειτουργεί το Συμβούλιο της Επικρατείας , είχε τονίσει, εισηγούμενος ήδη από το 1911 τη δημιουργία του ΣτΕ, «Ζητούμε διά του θεσμού τούτου, όπως το Κράτος του Δικαίου, την Πολιτείαν του Δικαίου, καταστήσωμεν όντως τοιαύτην περιορίζοντες την υπερβασίαν των οργάνων αυτής». Και συνέχιζε με μια παρότρυνση στους μελλοντικούς δικαστές του ΣτΕ: «Θέσατε υπέρ τον Υπουργόν όχι την Αρχήν του ΣτΕ..., θέσατε υπέρ τον Υπουργόν τον Νόμον. Διότι ο Νόμος πρέπει να είναι ανώτερος και του μικρού υπαλλήλου και του ανωτέρου, ανώτερος πασών των Αρχών, ανώτερος και του Υπουργού και του Βασιλέως ακόμη».
Αξίζει να σημειωθεί ότι η Συνταγματική αναθεώρηση του 2001 προσέθεσε σημαντικά  και ενδιαφέροντα στο τομέα της υπερασπίσεως των ατομικών δικαιωμάτων ,χωρίς όμως να βελτιώσει  τα προβλήματα απονομής της δικαιοσύνης και επιλογής της Ηγεσίας της, πλην της θεσπίσεως  τετραετούς θητείας για τους Προέδρους των Ανωτάτων Δικαστηρίων. Σήμερα κοινωνία που πιστεύει ,ότι το σημερινό σύστημα επιλογής της Ηγεσίας της Δικαιοσύνης είναι διαβλητό ,υπάρχει δε όχι για εξυπηρετεί στο σύνολο του την Δικαστική Ανεξαρτησία ,αλλά για εξυπηρετεί  εκάστοτε άλλες προθέσεις της πολιτικής . Η αποτυχία της καθυπόταξης της Ηγεσίας της Δικαιοσύνης στα κελεύσματα της πολιτικής ,επιβεβαιώνει την  ανάγκη της αλλαγής του συστήματος.
Σε κάθε περίπτωση η Συνταγματική Αναθεώρηση  θα μπορούσε να δώσει πολλά περισσότερα και μάλιστα στον κρίσιμο τομέα της απονομής της δικαιοσύνης ,θα μπορούσε  να αποκόψει τη  επέμβαση της Πολιτικής εξουσίας  στα ζητήματα εσωτερικής οργάνωσης της Δικαιοσύνης (όπως στη επιλογή από το Υπουργικό Συμβούλιο της Ηγεσίας της) που έχει σαν συνέπεια την άμεση σχέση  με την δικαστική ανεξαρτησία . Η Ελληνική Βουλή στην Αναθεωρητική Λειτουργία της κατά την τελευταία Συνταγματική αναθεώρηση, δεν θέλησε ν’ ακούσει την σώφρονα πρόταση του Συμβουλίου της Επικρατείας για τον τρόπο επιλογής της Ηγεσίας της Δικαιοσύνης ,όπως η πρόταση αυτή διατυπώνεται στη  Απόφαση της Ολομέλειας 6/2000,ούτε έκανε τον κόπο να λάβει υπ’ όψη της την εισήγηση της Επιτροπής του ΣτΕ  για τη Αναθεώρηση με αριθμό 3/2000 Απόφαση της Ολομέλειας  του ΣτΕ (βλ και την  14/1998 Διοικητική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου ).Αν επιθυμούν οι εκάστοτε κυβερνώντες  να καταστήσουν την δικαιοσύνη πραγματικά Ανεξάρτητη τότε πρέπει να αποφασίσουν να αφήσουν την επιλογή της Ηγεσίας της στην ίδια και στο μοναδικό και αλάνθαστο κριτήριο επιλογής :την Αρχαιότητα  Όλοι  πλέον εισηγούνται  τροποποίηση της διαδικασίας επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης του άρθρου 90 Σ. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο τρόπος που σήμερα εφαρμόζεται, δηλαδή η επιλογή να γίνεται από το Υπουργικό Συμβούλιο, με την παρεμβολή της διαδικασίας της Βουλής, έχει πολλές φορές επικριθεί λόγω επιλογών, που έγιναν με καθαρά πολιτικά κριτήρια ή κατά βάναυση παραβίαση της ιεραρχίας, στο απώτερο παρελθόν. Για τον εξορθολογισμό αυτής της διαδικασίας προτείνεται: Ι) η επιλογή Αντιπροέδρων των Ανωτάτων Δικαστηρίων να γίνεται από την ολομέλεια του οικείου δικαστηρίου, όμως να περιορίζεται μεταξύ των αρχαιότερων δικαστών του οικείου δικαστηρίου. ακολούθως δε ο Πρόεδρος να επιλέγεται από την ολομέλεια του οικείου δικαστηρίου, μεταξύ των τριών πρώτων Αντιπροέδρων του δικαστηρίου αυτού. Το αυτό κατ’ αναλογίαν  θα πρέπει να ισχύσει και για τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Ερώτημα τίθεται αν θα πρέπει να θεσπισθεί θητεία και για τους Αντιπροέδρους των Ανωτάτων Δικαστηρίων. Ήδη με συνταγματική διάταξη ορίζεται ότι η θητεία του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, καθώς και του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και των Γενικών Επιτρόπων των Διοικητικών Δικαστηρίων και του Ελεγκτικού Συνεδρίου δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη των τεσσάρων ετών, ακόμη και αν ο δικαστικός λειτουργός, που κατέχει τη θέση, δεν καταλαμβάνεται από το όριο ηλικίας.
Σε άλλη  περίπτωση προτείνεται ΙΙ) θα προκριθεί ως λύση η επιλογή της Ηγεσίας  να γίνεται τελικά μετά από πρόταση της οικείας Ολομέλειας μεταξύ των αρχαιότερων δικαστών του οικείου δικαστηρίου σε διπλάσιο αριθμό των κενουμένων θέσεων ,τότε την  επιλογή να κάνει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. ΙΙΙ) Εάν και πάλι η πρόταση αυτή δεν επικρατήσει να ακολουθεί μεταξύ των προκριθέντων κλήρωση.
Τελικά αν πράγματι ,όλοι θέλουμε γρήγορη και αποτελεσματική Δικαιοσύνη, νομίζω ότι καλόν είναι να την αφήσουμε ήσυχη ,να επιτελέσει την Αποστολή της  , αφού πρώτα, την εξοπλίσουμε με τα μέσα που απαιτούνται, την προικοδοτήσουμε με πόρους και την στελεχώσουμε επαρκώς ,εξαφανίζοντας ταυτόχρονα τα δεινά που την ταλανίζουν .
28/2/2013.

ΑΡΧΙΣΑΝΕ ΤΑ ΔΙΚΑΣΤΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ:



ΑΡΧΙΣΑΝΕ ΤΑ ΔΙΚΑΣΤΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ: Η άσκηση ποινικής δίωξης της Εισαγγελίας Πρωτοδικών της Αθήνας στο πρώην Δ.Σ. της ΔΕΗ,μετα τις καταδίκες Τζοχατζόπουλου και Δημάρχου Παπαγεωργόπουλου,δίνει σαφές στίγμα του τι θα ακολουθήσει.Οι δικαστές φαίνεται πώς αρχίζουν και αντιδρούν σε όσα συμβαίνουν,ΕΊΝΑΙ ΤΟ ΜΟΝΟ ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΟ ΤΜΗΜΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΛΕΓΞΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΑΠΟΛΥΤΩΣ

ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

  ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ -ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΕΝ ΟΨΕΙ   ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ (4...