21 Φεβρουαρίου 2013

«ΓΙΑ ΜΙΑ ΝΕΑ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ» :ΑΝΑΓΚΑΙΑ Η ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ


«Για μια νέα Μεταπολίτευση»: Αναγκαία η Συνταγματική Αναθεώρηση"

Άρθρο του Αντώνη Π.Αργυρού, τ.Υπουργού Επικρατείας, Δικηγόρου ΑΠ. 
25/02/2013 19:10   

Του Αντώνη Π.Αργυρού
τ.Υπουργού Επικρατείας, Δικηγόρου ΑΠ.
Το Σύνταγμα του 1975 ήταν πραγματικά πρωτοπορικακό Σύνταγμα για την εποχή του.
Δυστυχώς όμως υπήρξε μη συνετή εφαρμογή του σε πολλές περιπτώσεις, οφειλομένη κυρίως σε εκείνους που είχαν ταχθεί να το τηρούν.
Το Σύνταγμα του 1975  υπέστη, εξαιρετικά  άστοχες προσπάθειες αναθεωρήσεως του: Το 1986 [1] προέβη στην παντελή αποδυνάμωση [2] των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας [3] και την μεταβολή του συστήματος σε «Πρωθυπουργοκεντρικό», αλλά και το 2001 η  Συνταγματική Αναθεώρηση,  που ήταν πολύ εκτεταμένη,  δεν είχε τα προσδοκώμενα αποτελέσματα.
Η σημερινή κρίση είναι αδιάψευστος μάρτυρας της αποτυχίας.
Ο Τόπος πλέον χρειάζεται «ΜΙΑ ΝΕΑ ΜΕΤΑΠΟΛΙΤΕΥΣΗ».
Όπως έχει διατυπώσει με τρόπο κλασσικό ο Montesquieu [4], το καλύτερο πολίτευμα είναι εκείνο στο οποίο υπάρχουν θεσμικά όρια στην υπερβολική συγκέντρωση της εξουσίας, και τα καλύτερα όρια είναι όταν τα πράγματα έχουν έτσι διευθετηθεί "ώστε η (μια) εξουσία να αναχαιτίζει την (άλλη) εξουσία".
Σε κάθε περίπτωση, η Αναθεώρηση που ετοιμάζεται, πρέπει να γίνει για την θεραπεία των σοβαρών  προβλημάτων που έχουν ανακύψει και έχουν οδηγήσει στην τρομακτική κρίση που όλοι βιώνουμε και σε καμμιά περίπτωση ΔΕΝ επιτρέπεται να οδηγήσει στην επιβεβαιώση ή καθιέρωση δυσμενών ρυθμίσεων που αφορούν την παρούσα κρίση και λειτουργούν [5] μέσα στο πλαίσιο των εξαιρετικών συνθηκών που διέρχεται ο τόπος  και πρέπει να έχει αποκλειστικό  σκοπό την διεύρυνση και όχι την συρρίκνωση δικαιωμάτων και ελευθεριών. Η Αναθεώρηση δεν επιτρέπεται, ούτε μπορεί να γίνει, για να οδηγηθούμε τελικά σε θεσμική  οπισθοδρόμιση του νομικού μας πολιτισμού.
Η δημοσιονομική κρίση, αλλά και η σοβούσα κοινωνική αναταραχή και ανωμαλία, απεκάλυψε πλήρως την επιτακτική ανάγκη, για την αναμόρφωση του πολιτικού συστήματος μέσω μιάς νέας ουσιαστικής και δραστικής συνταγματικής Αναθεωρήσεως. Υπάρχει ωστόσο και η όχι επικρατούσα άποψη, ότι χρειάζεται κάτι πιο δραστικό της Αναθεωρήσεως του Συντάγματος, όπως η διαδικασία θέσπισης νέου Συντάγματος κι αυτό «θα μπορεί να εξασφαλιστεί» με την άμεση νομιμοποίησή του μέσω της συστηματικής συμμετοχής του λαού στην κατάρτισή του.  
Σε κάθε περίπτωση η Αναθεώρηση  του Συντάγματος πρέπει να έχει κατά την γνώμη μας, τα εξής  ενδεικτικά χαρακτηριστικά :
1.- Την άμεση εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας από το λαό [6], που  μεταβάλλει όμως  το πολίτευμα[7] από Προεδρευόμενη σε Προεδρική Δημοκρατία και προς τούτο απαιτεί Συντακτική και όχι Αναθεωρητική Βουλή. Σύμφωνα με το άρθρο 32§1 του Ελληνικού Συντάγματος η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας γίνεται από τη Βουλή. Η απευθείας εκλογή [8] του Προέδρου από το λαό (άμεση εκλογή) προϋποθέτει συνταγματική αναθεώρηση. Σύμφωνα όμως με το άρθρο 110§1 του Συντάγματος, «Οι διατάξεις του Συντάγματος υπόκεινται σε αναθεώρηση, εκτός από εκείνες που καθορίζουν τη βάση και τη μορφή του πολιτεύματος, ως Προεδρευόμενης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας». Η άμεση εκλογή Προέδρου από το λαό δε φαίνεται εφικτή, αφού όπως έγκυροι συνταγματολόγοι [9] υποστηρίζουν, αυτό δεν είναι εφικτό, ενώ άλλοι υποστηρίζουν ότι θα οδηγούσε σε Συνταγματική εκτροπή. Σε κάθε περίπτωση όμως, χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα μπορούμε να πορευθούμε σε Συνταγματική Αναθεώρηση .
Αποτελεί προϋπόθεση της αναθεωρητικής λειτουργίας, η ενδυνάμωση [10] των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας, όπως αυτές ίσχυαν υπό το αρχικό Σύνταγμα του 1975 (άρθρο 35: Αρμοδιότητες που δεν έχρηζαν υπουργικής υπογραφής, άρθρα 38 παρ. 3, 39 παρ. 1: Σύγκληση του Υπουργικού Συμβουλίου και του Συμβουλίου της Δημοκρατίας υπό τη προεδρία του, άρθρο 42: Κύρωση των νόμων, άρθρο48: Κήρυξη της χώρας σε κατάσταση πολιορκίας, άρθρο 37: διορισμός Πρωθυπουργού, άρθρο 38: παύση της Κυβερνήσεως), με σκοπό την δημιουργία ισορροπίας μεταξύ των αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας και των εκλεγμένων Κυβερνήσεων.
Το πιο εύκολο και όχι όμως το απολύτως αναγκαίο, θα ήταν  να «επανέλθουν» οι αρμοδιότητες που διέθετε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας πριν από την αναθεώρηση του 1985 .
Οι αρμοδιότητες αυτές (προ του 1985) του ΠτΔ ήταν σαφείς, συγκεκριμένες και διατηρούσαν ένα καθεστώς ισορροπίας στη συγκατοίκησή του με τις εκλεγμένες κυβερνήσεις.
Αξίζει όμως να θεραπευθεί το τεράστιο ζήτημα που δημιουργεί η διάταξη του άρθρου 32 Σ που επιτάσσει βουλευτικές εκλογές, αν στην εκλογή του ΠτΔ δεν επιτευχθεί αριθμητική πολιτική συναίνεση στη Βουλή [11].
Το ζήτημα της αλλαγής του τρόπου εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας απασχόλησε τόσο τη Ζ΄ Αναθεωρητική Βουλή του 1996, η οποία διαπίστωσε την ανάγκη αναθεώρησης του άρθρου 32 Σ όσο και την Η΄ Αναθεωρητική Βουλή του 2000, στην οποία δεν επιτεύχθηκε τελικά η απαιτούμενη πλειοψηφία των 180 ψήφων για την αναθεώρησή του.
Ο ΠτΔ να εκλέγεται για μια μόνο θητεία  έξι ετών, χωρίς δικαιώμα επανεκλογής.
2.-Την απόλυτη καθιέρωση της Δικαστικής Ανεξαρτησίας [12] με την επιλογή [13] της Ηγεσίας [14] της Δικαιοσύνης από τις Ολομέλειες [15] των Ανωτάτων Δικαστηρίων, τροποποιουμένου σχετικά του άρθρου 90 παρ. 5 Σ.
3.- Η αναβίβαση του ΑΕΔ, σε Δικαστήριο που θα επιλύει τελικώς τα πάσης φύσεως συνταγματικά ζητηματα, με την χορήγηση δικαιώματος  ατομικής προσφυγής από  οποιονδήποτε πολίτη και την καθιέρωση προληπτικού ελέγχου συνταγματικότητος των νόμων και των κανονιστικών πραξεων από το Συμβούλιο της Επικρατείας. Όλες χωρίς καμμιά εξαίρεση οι πράξεις των άλλων λειτουργιών (Εκτελεστικής και νομοθετικής και των interna corporis - εσωτερικά ζητήματα - της Βουλής), ελέγχονται από τα δικαστήρια (όπως συμβαίνει [16] απαρέγκλητα από τις 18/1871 και 23/1897 απόφασεις του ΑΠ μέχρι σήμερα) κατά το άρθρο 93 παρ. 4Σ. [17] « Ο «διάχυτος» δικαστικός έλεγχος, όπως ισχύει σήμερα (άρθρ. 93 παρ. 4 και 101 παρ.1ε Συντάγματος), επιβάλλεται και, πρέπει, να διατηρηθεί, αφού αυτό αποτελεί, ιστορικό και ουσιαστικώς ορθό επίτευγμα της δημοκρατίας και ειδικότερη έκφραση και εφαρμογή της ιεραρχίας των κανόνων του δικαίου, ουσιαστικό στοιχείο της λειτουργικής ανεξαρτησίας των δικαστών και εν τέλει θεμελιώδη εγγύηση του κράτους δικαίου. Όπως έχει αποκρυσταλλωθεί στη συνείδηση των νομικών και όσων από τους πολίτες έχουν γνώση του θέματος, ο διάχυτος έλεγχος αποτελεί το στολίδι της νομολογίας και της ελληνικής έννομης τάξης και συναρτάται απόλυτα με το δεδικασμένο». [18]

4.- Εκλογή λαϊκών δικαστών [19]Στα Ανώτατα Δικαστήρια επιλέγονται (εκτός επετηρίδος) από τις Ολομέλειες τους κατά το 1/10 Δικαστές με ή χωρίς θητεία, που δεν προέρχονται όμως από το Δικαστικό Σώμα, διαθέτουν επαρκή νομική παιδεία και θα μεταφέρουν το λαϊκό αίσθημα στο δικαστήριο (όπως συμβαίνει με το ΑΕΔ στο οποίο συμμετέχουν σήμερα καθηγητές Πανεπιστημίου).
5.-Καθιέρωση θεσμού Γενικού Επιτρόπου [20]: με την μετατροπή της Γενικής Επιτροπείας της Επικράτειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου [21] σε ανεξάρτητο  δικαστικό ελεγκτή νομιμότητας,  για τη διαφύλαξη της σύννομης και χρηστής διοικητικής δράσης που επάγεται δημοσιονομικό αποτέλεσμα και την καταπολέμηση της διαφθοράς. Στο Γενικό Επίτροπο υπάγονται διοικητικά όλοι οι ελεγκτικοί μηχανισμοί του Κράτους.
6.-Η μείωση του αριθμού των βουλευτών σε 200.Τα μέλη της Κυβερνήσεως να μην υπερβαίνουν τους 20.
7.-Η κατάργηση κάθε μορφής προνομίου ή ασυλίας για τους βουλευτές και Υπουργούς.  Η θέσπιση ασυμβίβαστου του αξιώματος του υπουργού με την ιδιότητα του βουλευτή.
8.-Η καθιέρωση μόνιμων Αναπληρωτών Υπουργών: στα Υπουργεία Παιδείας, Άμυνας και Εξωτερικών και επί του Προϋπολογισμού, με 6ετή θητεία και εκλογή τους που θα επιλέγονται από τον Προέδρο  της Δημοκρατίας ή με αυξημένη πλειοψηφία απιο την  Βουλή και θα έχουν την ευθύνη της συνέχισης της εθνικής  πολιτικής .
9.-Η δημιουργία εκλογικών περιφερειών με γνώμονα την διαίρεση σε επίπεδο Περιφερειών, με βουλευτές Περιφέρειας και  μόνιμο εκλογικό σύστημα. Να καθιερωθεί ασυμβίβαστο μεταξύ υπουργικής και βουλευτικής ιδιότητας. Οι υπουργοί να κωλύονται να είναι υποψήφιοι βουλευτές μετά τη λήξη της θητείας τους .
10.-Προτείνεται, επίσης, ανώτατο όριο θητειών για όλα τα αιρετά αξιώματα: Για τους βουλευτές το όριο αυτό θα είναι δύο θητείες. Η διαμόρφωση και η συνεπής εφαρμογή ενός αξιόπιστου και αποτελεσματικού συστήματος ελέγχου των πολιτικών δαπανών και χρηματοδοτήσεων μέσω αποκλειστικά της Δικαιοσύνης, με την ευθύνη του Γενικού Εισαγγελέα.
11.-Η δημιουργία του ΑΣΔΥ (Ανώτατο Συμβούλιο Δημόσιων Υπηρεσιών) με ευθυνη την οργάνωση και τη διοίκηση του προσωπικού των δημοσίων Υπηρεσιών. Αυτό που χρειάζεται σήμερα είναι ένα νέο ΑΣΔΥ, το οποίο (όπως π.χ. η Civil Service Commission στη M. Βρετανία) θα έχει σημαντικούς υλικούς και ανθρώπινους πόρους, ηγεσία με κύρος και αυτονομία από το κομματικοκρατικό κατεστημένο. Ένας τέτοιος οργανισμός θα μπορούσε να ελέγχεται δημοκρατικά από μια διακομματική επιτροπή του Κοινοβουλίου, με δικαστικές εγγυήσεις. Στο μηχανισμό αυτό ν’ απορροφηθεί το ΑΣΕΠ.
Ο Αριστοτέλης πρώτος όρισε το πολίτευμα ως [...την τάξην ταις πόλεσι την περί τας αρχάς, τίνα τρόπον νενέμηνται και τι το κύριον της πολιτείας, και τι το τέλος της εκάστης κοινωνίας εστί..], (Πολιτικ. Γ' 5) ορισμός που ισχύει ακόμα και σήμερα. Η δημοκρατία είναι το πολίτευμα όπου η εξουσία πηγάζει από τον λαό, ασκείται από τον λαό και υπηρετεί τα συμφέροντα του λαού και αυτό γίνεται με κανόνες που το Σύνταγμα επιβαλλει, έτσι η σημερινή κρίση επιβάλλει την προσαρμογή του Συντάγματος μας για την θωράκιση της Ελληνικής Πολιτείας στις καινούργιες πραγματικότητες.
Πρέπει άμεσα να ανοίξει ευρύτατος διάλογος µε όλα τα µέσα ενηµέρωσης και µε το ∆ιαδίκτυο, όπου όλοι οι έλληνες πολίτες θα µπορούν να καταθέτουν τις απόψεις τους.
Η Κυβέρνηση μπορεί και πρέπει ν’ανοίξει ιστοσελίδα στο Διαδίκτυο, όπου οι πολίτες θα καταθέσουν τις απόψεις τους για την Συνταγματική Αναθεώρηση. Ο κατ’ εξοχήν θεσµός της ελληνικής δηµοκρατίας που θα συζητήσει τη συνταγµατική µεταρρύθµιση είναι το ελληνικό Κοινοβούλιο και η αρµόδια Επιτροπή Θεσµών και ∆ιαφάνειας, εκεί πρέπει να ετοιμασθεί η νέα Μεταπολίτευση. Προτείνεται άμεσα στο Υπουργικό Συμβούλιο η συγκρότηση Επιστημονικής Επιτροπής Αναθεώρησης του Συντάγματος από διακεκριμένες προσωπικότητες ανεξαρτήτως ιδεολογικής προέλευσης, στο πλαίσιο της συνταγματικής μεταρρύθμισης και με Πρόεδρο προσωπικότητα εγνωσμένου κύρους και εμπειρίας στον έλεγχο συνταγματικότητας των νόμων. Η Επιτροπή  μπορεί να προχωρήσει στην διεξαγωγή συνεδρίου επί της αναθεωρήσεως με σκοπό να διασφαλιστεί η συμμετοχή της κοινής γνώμης, ιδίως της ειδικής κοινής γνώμης, σε χώρους επιστημονικούς και κοινωνικούς που έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την αναθεώρηση ή για επιμέρους κεφάλαιά της, θα συλλέξει απόψεις μέσω της διαβούλευσης από τα Ανώτατα Δικαστήρια, την Κοινωνία των Πολιτών, τους φορείς, τα κόμματα, τις οργανώσεις των πολιτών, θα τις συστηματοποιήσει και θα τις καταθέσει στην κυβέρνηση, για να τις φέρει στη Βουλή ως πρόταση Αναθεώρησεως του Συνταγματος.
 20/2/2012 

[1] Βλ: Μάνεσης, Αριστόβουλος: Η συνταγματική αναθεώρηση του 1986, Παρατηρητής, 1989
[2] Βλ: ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΦΟΥΝΤΕΔΑΚΗ: Συνταγματικό Δίκαιο ΙΙ (Πολιτικοί Θεσμοί) - Πανεπιστημιακές παραδόσεις 2011ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΙΙ (ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΘΕΣΜΟΙ)«Το εύρος των προεδρικών αρμοδιοτήτων αποτέλεσε το αντικείμενο της αναθεώρησης του 1986, κατά την οποία αυτές μειώθηκαν δραστικά. Η αναθεώρηση κινήθηκε προς την κατεύθυνση του κοινοβουλευτικού χαρακτήρα του πολιτεύματος, αίροντας ρυθμίσεις που ενίσχυαν υπερβολικά τον πολιτευματικό ρόλο του αρχηγού του κράτους, χωρίς όμως να επιτύχει την ενδυνάμωση του Κοινοβουλίου. Προκάλεσε, έτσι, την υπερβάλλουσα ενίσχυση του πρωθυπουργο-κεντρικού στοιχείου του πολιτεύματος, ανατρέποντας κάθε είδους αντίβαρο στην πολιτική εξουσία του Πρωθυπουργού.»
[3] Βλ: Σπυρόπουλος, Φίλιππος: Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ως ‘ρυθμιστής του πολιτεύματος’, Αντ. Ν. Σάκκουλας, 1990
[4] Βλ: σε άρθρο Αντώνη Μακρυδημήτρη: ΒΗΜΑ 04/02/2001«Οι αρμοδιότητες του Προέδρου»« Το καλύτερο πολίτευμα είναι εκείνο στο οποίο υπάρχουν θεσμικά όρια στην υπερβολική συγκέντρωση της εξουσίας» (http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=130421)
[5] Βλ και Αντώνη Π.Αργυρού « ΤΑ "ΠΡΟΝΟΜΙΑ" ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟ" ΔΙΚΑΙΟ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ" ΣΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΥ», σε ειδικο τεύχος ΝΟΒ 60,2012
[6]Το θέμα της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας απευθείας από τον λαό θέτει ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Ευάγγελος Βενιζέλος, σε ανάρτησή του στον προσωπικό του λογαριασμό στο twitter.«Να συζητήσουμε για έναν άλλο ρόλο του Προέδρου της Δημοκρατίας και τον τρόπο εκλογής του. Η άμεση εκλογή από το λαό πρέπει να συζητηθεί», τονίζει χαρακτηριστικά. 
(http://www.voria.gr/index.php?module=news&func=display&sid=121206 )
[7] Η μορφή του πολιτεύματος που θεσπίζει το ισχύον Σύνταγμα είναι αυτή της Προεδρευόμενης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας. Το ζήτημα του αιρετού ή μη αρχηγού του κράτους ρυθμίστηκε οριστικά μετά την κατάρρευση της δικτατορίας (24.7.1974), με το δημοψήφισμα της 8.12.1974, και αποτυπώθηκε στο άρθρο 1 παρ.1 Σ.
[8] Βλ:Μανωλκίδης, Σωτήρης , “Η αναθεώρηση της διαδικασίας της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας. Η συνταγματική υποδοχή της δυνατότητας άμεσης εκλογής του ΠτΔ ως πρόβλημα καθορισμού των ορίων του αναθεωρητικού διαβήματος”, Νομικό Βήμα, 2001, σ. 144-151
[9] Στα Πρακτικά της Ολομέλειας της Βουλής της 5.5.1998 σελ7777 επ, ο καθηγητής Προκόπης Παυλόπουλος θεωρεί ότι η αμεση εκλογή του ΠτΔ δεν είναι οι περιορισμοί του άρθρου 110 Σ αλλά το γεγονός ότι ο ΠτΔ δεν έχει τόσες αρμοδιότητες που να δικαιολογούν την άμεση εκλογή του,βλ:σε υποσημ 1 του Μανωλκίδη, Σωτήρη ,ο.π.-
[10] Στο Συνταγματικό Δίκαιο του καθηγητή Φ.Σπυρόπουλου (εκδ Αντ.Σακκουλα,2006) σελ 348 αναφερεται ότι: «Στην Αναθεώρηση του 2001  δεν τεθηκε ζήτημα  ενίσχυσης των αρμοδιοτήτων του Προέδρου.Σιωπηρώς εγινε δεκτός ο περιορισμός τους το 1986»
[11] βλ. Κ. Μποτόπουλος, Τα Νέα, 22.7.09.
[12] Βλ Αντώνης Π. Αργυρός : «Η Δικαιοσυνη σε δοκιμασία»Ελληνική Δικαιοσύνη, τόμος 48ος, τεύχος 2ο 2007
[13] Βλ:Γ.Κουμάντος: «Δικαιοσύνη:Ο μύθος και πραγματικότητα»,Γ.Κουμάντος,Στόχος :η δημοκρατία ,Αθήναι 1975,152επ
[14]  Ο Πρόεδρος του ΣΤΕ  Κ.Μενουδάκος προτείνει: «Γίνεται μεγάλη συζήτηση για το ποιος επιλέγει τον πρόεδρο και τους αντιπροέδρους των ανώτατων δικαστηρίων. Νομίζω ότι αυτή είναι λάθος συζήτηση, διότι πραγματικά δεν μπορεί να βρεθεί ο ιδανικός τρόπος και το ιδανικό εκλεκτορικό σώμα, το οποίο δεν θα είχε κάποιες αδυναμίες. Αυτό που πρέπει να γίνει -και είναι το τέταρτο σημείο που προτείνω-, είναι να καταργηθεί ο βαθμός του προέδρου». πηγή: www.enet.gr 12 Φεβ 2013
[15] Βλ: 14/1998 Διοικητική Ολομέλεια του Αρείου Πάγου
[16] Με τον ν 3900/2010 νομίζω επιτυγχάνεται περιορισμός του διαχυτου ελέγχου βλ: ΤΑΣΟΣ Γ. ΠΡΟΥΣΑΝΙΔΗΣ: Ο Νόμος 3900/2010 , Οι θεσμικές αλλαγές στη Δικονομία του Συμβουλίου της Επικρατείας. Δημοσιευμένο στην ΕΔΔΔ 2011, σελ.898 επ.
[17] Βλ Νικολάου Κλαμαρή «Ο Ελευθεριος  Βενιζέλος και οι Συνταγματικές Αναθεωρήσεις από χθές στο σήμερα» «¨Δικαστική Ανεξαρτησία και ελεγχος της συνταγματικότητας (1911-2006)Ανάτυπο ημερίδας 27.11.2006
[18] Βλ: Δημήτριος Κυριτσάκης:Αναθεώρηση του Συντάγματος,ΝΟΜΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ Ε.ΝΟ.Β.Ε. - ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΣΑΚΚΟΥΛΑΝΟΕΜΒΡΙΟΣ - ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2006 - ΤΕΥΧΟΣ 40
[19] Αξίζει να σημειωθει οτι το Γερμανικό σύστημα απονομής της Δικαιοσύνης προβλέπει την ύπαρξη «λαικών δικαστών»πχ: Τα πρωτοβάθμια δικαστήρια εργατικών διαφορών (ως δικαστήρια των Länder). Οι υποθέσεις εκδικάζονται σε τμήματα από έναν επαγγελματία δικαστή και δύο λαϊκούς δικαστές, εκ των οποίων ένας εκπροσωπεί τον εργαζόμενο και ένας τον εργοδότη Τα εφετεία εργατικών διαφορών (επίσης δικαστήρια των Länder) αποφασίζουν επί προσφυγών κατά αποφάσεων των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων εργατικών διαφορών. Και στην περίπτωση αυτή, τα τμήματα αποτελούνται από έναν επαγγελματία και δύο λαϊκούς δικαστές. Τα διοικητικά δικαστήρια αποτελούνται από τρεις επαγγελματίες δικαστές και δύο λαϊκούς δικαστές.
[20] Δικαστικοί λειτουργοί που έλαβαν γνώση του άρθρου μου ,επεσημάναν και ορθά ότι γίνεται σύγχιση με τον Εισαγγελέα του ΑΠ.Αλλωστε την πατρότητα του όρου και της ιδέας  «Γενικός Εισαγγελέας» έχει ο Πρωτοδίκης Γρεβενών Μιχαλης Ντόστας βλ : αρθρο του σε "Η επικείμενη Αναθεώρηση του Συντάγματος και η Δικαιοσύνη", το οποίο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στις 27.1.2013 στην ιστοσελίδα "ethemis.gr" και στη συνέχεια (στις 11.2.2013) στην ιστοσελίδα του Ομίλου "Αριστόβουλος Μάνεσης" (constitutionalism.gr)
[21] Μετά το Κεφάλαιο Θ’ του Δεύτερου Μέρους του Πρώτου Τμήματος του ν. 1756/1988 «Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών» (ΦΕΚ Α΄ 35),  στο άρθρο 109 αναφερεται «Ανεξάρτητη δικαστική αρχή 1. Η Γενική Επιτροπεία της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου είναι ανεξάρτητη δικαστική αρχή.2. Δρα ενιαία και αδιαίρετα και έχει ως αποστολή τη διαφύλαξη της σύννομης και χρηστής διοικητικής δράσης που επάγεται δημοσιονομικό αποτέλεσμα και την καταπολέμηση της διαφθοράς.»

Αντισυνταγματική και παράνομη Η ΕΦΕΔΡΕΙΑ

Αντισυνταγματική και παράνομη Η ΕΦΕΔΡΕΙΑ




  • Κρίθηκε, κατά πλειοψηφία, από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας, σε διάσκεψη κεκλεισμένων των θυρών, η πρώτηεφεδρεία στο Δημόσιο τομέα που προβλέφθηκε το 2011 με το Μνημόνιο Ι (Ν. 4024/2011), την υπουργική απόφαση ΔΙΔΑΔ/Φ.26.14/56/ ΟΙΚ.1872/8.11.2011 και τη σχετική εγκύκλιο. 

Σύμφωνα με πληροφορίες οι σύμβουλοι Επικρατείας έκριναν αντίθετο στο άρθρο 103 του Συντάγματος το μέτρο της προσυνταξιοδοτικής διαθεσιμότητας (εφεδρεία) για τους υπαλλήλους του αμιγούς δημόσιου τομέα και του ευρύτερου δημόσιου τομέα που απασχολούνται αποκλειστικά με σχέση Δημοσίου δικαίου. 

  •  Οι δικαστές του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου, έκριναν ότι πριν την εφαρμογή του μέτρου της εφεδρείας δεν προηγήθηκε από κυβερνητικής σκοπιάς η κατάλληλη οργάνωση του Δημόσιου τομέα, όπως απαιτούν οι συνταγματικές επιταγές.
  •  Δηλαδή, δεν εξετάστηκε εάν πλήττεται ή όχι η οργανωτική δομή των δημοσίων υπηρεσιών και δεν ερευνήθηκε αν δημιουργούνται προβλήματα στην οργάνωση των δημοσίων υπηρεσιών από την εφαρμογή του καθεστώτος της εφεδρείας, αλλά ούτε ερευνήθηκαν οι ανάγκες, οι οποίες θα δημιουργούν από τα κενά που θα υπάρξουν στο έμψυχο υλικό του Δημοσίου τομέα, κ.λπ.). 
  •  Αντίθετα, οι σύμβουλοι Επικρατείας δεν ασχολήθηκαν με το καθεστώς της εφεδρείας των απασχολούμενων στο Δημόσιο και ευρύτερο Δημόσιο τομέα με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου
  •  Και δεν ασχολήθηκαν, καθώς για τυπικούς λόγους (για λόγους παραδεκτού, όπως λέγεται στην νομική ορολογία) απέρριψαν το σκέλος εκείνο των προσφυγών που αφορούσαν τους απασχολουμένους στο Δημόσιο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Η Ολομέλεια απέρριψε το αίτημα αυτό των προσφευγόντων, καθώς ζητούσαν να ακυρωθεί σχετική υπουργική εγκύκλιος, κάτι που σύμφωνα με την νομολογία του ΣτΕ (παλαιότερες αποφάσεις του) δεν μπορεί να γίνει. 
  •  Στο Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο έχουν προσφύγει η ΑΔΕΔΥ και άλλες συνδικαλιστικές οργανώσεις υποστηρίζοντας ότι ο Ν. 4024/2011 (ενιαίο μισθολόγιο, εργασιακή εφεδρεία, κ.λπ.) όπως και η επίμαχη υπουργική απόφαση, είναι αντίθετη σε ένα πλέγμα διατάξεων του Συντάγματος, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής νομοθεσίας (ευρωπαϊκών οδηγιών). 
  •  Οι δημόσιοι υπάλληλοι υποστήριζαν ότι η προσυνταξιοδοτική διαθεσιμότητα (εφεδρεία) ουσιαστικά συνιστά παύση από τα καθήκοντά τους. Αυτό όμως παραβιάζει το άρθρο 103 του Συντάγματος, το οποίο προβλέπει ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν μπορούν να παυθούν χωρίς προηγούμενη απόφαση του υπηρεσιακού τους συμβουλίου.
  •  Παράλληλα, η ΑΔΕΔΥ υποστήριζε ότι η εφεδρεία παραβιάζει και τα άρθρα 80, 73 και 74 του Συντάγματος, καθώς οι νόμοι που προβλέπουν και χορηγούν συντάξεις και αμοιβές «πρέπει επί ποινή ακυρότητας να είναι ειδικοί», δηλαδή «να εντάσσονται νομοτεχνικά εντός ενός πλαισίου που αποτελείται από συνταξιοδοτικές και μισθολογικές ρυθμίσεις». Αυτό, όμως, δεν συμβαίνει στο Ν. 4024/2011, ο οποίος πλέον των μισθολογικών και συνταξιοδοτικών θεμάτων ρυθμίζει και άλλα άσχετα ζητήματα, σημείωνε η ΑΔΕΔΥ. 
  • Εξάλλου, η ΑΔΕΔΥ υποστήριζε ότι η εφεδρεία έρχεται σε σύγκρουση με τις συνταγματικές αρχές της ισότητας των πολιτών (άρθρο 4), της προστασίας της αξίας του ανθρώπου (άρθρο 2) και του δικαιώματος ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (άρθρο 5), ενώ παράλληλα, προσκρούει στο χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς εισάγει δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος των δημοσίων υπαλλήλων, με βάση μόνο κριτήρια ηλικιακά, προκαλώντας έτσι δυσμενή διάκριση λόγω ηλικίας, ενώ από την άλλη πλευρά παραβιάζεται το άρθρο 15 του Χάρτη που προστατεύει το δικαίωμα στην εργασία. Η δημοσιοποίηση της απόφασης αναμένεται μέσα στο επόμενο δίμηνο. Τέλος, να σημειωθεί ότι ακολούθησε και δεύτερη εφεδρεία με το Μνημόνιο ΙΙ (Ν. 4038/2012).

31 Ιανουαρίου 2013

ΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΕΝΣΗΜΟ – ΕΝΑ ΣΙΡΙΑΛ ΜΕ ΠΟΛΛΑ ΕΠΕΙΣΟΔΙΑ


ΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΕΝΣΗΜΟ – ΕΝΑ ΣΙΡΙΑΛ ΜΕ ΠΟΛΛΑ ΕΠΕΙΣΟΔΙΑ



EDITORIAL


 Επεισόδιο 1ο
Ν 4093/2012 (ΦΕΚ Α 222/12.11.2012)
ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΓ.


§6. Η παράγραφος 1 του άρθρου 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912 (Α`3) αντικαθίσταται ως εξής: «1. Το δικαστικό ένσημο καθορίζεται σε ποσοστό οκτώ τοις χιλίοις (8 %ο) επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής ή άλλου δικογράφου που υποβάλλεται σε οποιοδήποτε δικαστήριο του Κράτους και υπόκειται σε δικαστικό ένσημο κατά τις οικείες διατάξεις, εφόσον το αιτούμενο ποσό είναι ανώτερο των διακοσίων (200) ευρώ. Επί πλέον αυτού, καταβάλλεται ποσοστό 0,8 %ο υπέρ του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (Τομέας Ασφάλισης Νομικών), ποσοστό 0,8 %ο υπέρ του οικείου Ταμείου Προνοίας Δικηγόρων και χαρτόσημο ποσοστού 2,4% επί του ως άνω ποσοστού (0,8 %ο) του δικαστικού ενσήμου. Από την ισχύ της παρούσας διάταξης, παύει να ισχύει κάθε άλλη που αφορά καθορισμό του δικαστικού ενσήμου, κατά τα ανωτέρω ποσοστά εκτός της παραγράφου 1Α περίπτωση η` του άρθρου 10 του ν.δ. 1017/1971»
 Επεισόδιο 2ο
ΠΝΠ  της 4-12-2012 (ΦΕΚ Α 237 5.12.2012)
άρθρο 16. Το εδάφιο (β) της περίπτωσης 6 της παραγράφου ΙΓ του ν. 4093/2012 αντικαθίσταται ως εξής: «Επί πλέον αυτού, καταβάλλεται ποσοστό οκτώ τοις χιλίοις (8/οο) υπέρ του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (Τομέας Ασφάλισης Νομικών), ποσοστό οκτώ τοις χιλίοις (8/οο) υπέρ του οικείου Ταμείου Υγείας Δικηγόρων και χαρτόσημο ποσοστού 2,4% επί του ως άνω ποσοστού (8/οο) του δικαστικού ενσήμου.»
 Επεισόδιο 3ο
Ν 4111/2013  (ΦΕΚ Α 18 25.1.2013)
Άρθρο 40
§16. Το εδάφιο β΄ της περίπτωσης 6 της παραγράφου ΙΓ΄ του ν. 4093/2012 (Α΄222) αντικαθίσταται ως εξής: «Επιπλέον αυτού, καταβάλλεται ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) υπέρ του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (Τομέας Ασφάλισης Νομικών), ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) υπέρ του Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) και χαρτόσημο ποσοστού 2,4%, τα οποία ανωτέρω ποσοστά υπολογίζονται επί του ποσού του δικαστικού ενσήμου.»

Tα σχόλια δικά σας. Εμείς  από τη μεριά μας έχουμε να κάνουμε μόνον ένα: από τις 12.11.2012 έως και τις 25.1.2013 ίσχυσαν τρεις διαφορετικές διατάξεις για ένα απλό ζήτημα όπως είναι το δικαστικό ένσημο. Προφανώς ο όρος «ασφάλεια δικαίου» μάλλον στην προκειμένη περίπτωση δεν ισχύει. Ας ευχηθούμε τουλάχιστον (και ας παρακαλέσουμε)  το 2013 να μην επέλθει άλλη τροποποίηση. 

25 Ιανουαρίου 2013

ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΠΙΚΡΑΜΜΕΝΟΥ


Ομιλία κ. Παναγιώτη Πικραμμένου, πρώην Πρωθυπουργού της Ελλάδος και ε.τ. Προέδρου του Συμβουλίου Επικρατείας στη τελετή αναγόρευσής του σε επίτιμο διδάκτορα του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης (7.11.2012)




ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ κ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΠΙΚΡΑΜΜΕΝΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΕΛΕΤΗ ΑΝΑΓΟΡΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΣΕ ΕΠΙΤΙΜΟ ΔΙΔΑΚΤΟΡΑ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΣΧΟΛΗΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΘΡΑΚΗΣ

Κομοτηνή, 7 Νοεμβρίου 2012

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Θυμάμαι ακόμη τη στιγμή, πέρυσι το φθινόπωρο ήταν, που κτύπησε το τηλέφωνό μου κι ένας φίλος καθηγητής, μου ανήγγειλε ότι το Τμήμα Νομικής του Πανεπιστημίου σας είχε λάβει την απόφαση να με ανακηρύξει επίτιμο διδάκτορα.

Ομολογώ ότι στην αρχή αιφνιδιάστηκα. Αναρωτήθηκα τι ήταν αυτό το τόσο σημαντικό που είχα προσφέρει στην νομική επιστήμη, ιδίως στη θεωρία του Δικαίου, ώστε ν’ αξίζω μια τέτοια διάκριση. Βέβαια μετά τα τόσο επαινετικά λόγια που ακούσθηκαν απόψε για το πρόσωπό μου από τον κ. Πρύτανη ομολογώ ότι κλονίσθηκα. Τελικά, σκέπτομαι ότι η απόφαση για την ανακήρυξή μου είναι τελικά μια πολύ σωστή και δίκαιη απόφαση!

Αμέσως μετά όμως ένοιωσα αισθήματα μεγάλης υπερηφάνειας και χαράς. Εξηγούμαι: το Πανεπιστήμιό σας είναι ένα ακριτικό Πανεπιστήμιο που φυλάει Θερμοπύλες. Βρίσκεται σε μια ειδυλλιακή τοποθεσία. Και πάνω απ’ όλα είχα ήδη γνωρίσει και συνεργασθεί με πολλούς από τους καθηγητές της Νομικής -ιδίως του δημοσίου δικαίου- υπό την ιδιότητα του Γενικού διευθυντή της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών που έχει ως δεύτερη έδρα της την Κομοτηνή. Είχαμε οργανώσει από κοινού συνέδρια και είχα εκτιμήσει την αφοσίωση και την αυταπάρνησή τους. Έτσι, γνωρίζοντας δηλαδή τον τόπο και τους ανθρώπους, αισθάνθηκα ότι αποτελούσε για μένα ιδιαίτερη τιμή, η αναγνώριση της όποιας προσφοράς και έργου μου να γίνει από το συγκεκριμένο Πανεπιστήμιο.

Στη ζωή μου και στην επαγγελματική μου διαδρομή με οδηγούσε πάντοτε μια βασική αρχή: να κάνω τη δουλειά μου όσο καλύτερα μπορώ• γρήγορα, αθόρυβα και αποτελεσματικά. Γι’ αυτό, χωρίς να παραβλέπω ότι είχα μια γενικότερη νομική κατάρτιση, τα νομικά που χρειαζόμουνα κάθε φορά ήταν τα νομικά που ήταν απαραίτητα για τη διάγνωση της υποθέσεως. Οι γενικότερες νομικές κατασκευές και θεωρίες με απασχολούσαν μόνο δευτερευόντως. Ωστόσο, μπορώ τώρα να εξομολογηθώ ότι θαυμάζω ορισμένους συναδέλφους που με τις αναλυτικές αγορεύσεις τους, ιδίως μέσα στην Ολομέλεια, έχουν τη δυνατότητα να αναπτύσσουν εξαιρετικά ενδιαφέρουσες θεωρίες και σκέψεις προσπαθώντας να υπαγάγουν την υπόθεση σε κάποια θεωρητική κατασκευή. Εγώ είμαι το ακριβώς αντίθετο. Είμαι πρακτικός άνθρωπος. Μ’ ενδιαφέρει στην υπόθεση να έχει ξεκαθαρίσει το πραγματικό ώστε να μπορεί ο δικαστής να προχωρήσει στη νομική λύση. Εάν γίνει αυτό, τότε ο κανόνας που πρέπει να εφαρμοστεί προκύπτει, τιε περισσότερες φορές, άμεσα. Στο σημείο αυτό οφείλω να ομολογήσω ότι είχα πάντοτε ένα ιδιαίτερο ταλέντο να ξεχωρίζω τι είναι κρίσιμο και τι όχι, ταλέντο που μου αναγνώρισε πολύ νωρίς ο φροντιστής και δάσκαλός μου, Χάρης Βασιλάκης καθώς και ο διαπρεπής Ηλίας Παρασκευάς.

Εκείνο όμως που μ’ ενδιέφερε πάνω απ’ όλα ήταν η απονομή δικαιοσύνης με την πιο ουσιαστική της έννοια. Όταν μιλάμε για απονομή δικαιοσύνης, μιλάμε για ΕΠΙΚΑΙΡΗ απονομή δικαιοσύνης. Η καθυστερημένη διάγνωση της υποθέσεως δεν είναι για μένα απονομή δικαιοσύνης. Είναι κάτι άλλο. Γιατί η απόφαση που εκδίδεται μετά την πάροδο πολύ μεγάλου ή απλώς μεγάλου χρονικού διαστήματος δεν τέμνει τις περισσότερες φορές τη διαφορά. Διότι η διαφορά δεν υπάρχει πια, είτε διότι δεν υπάρχουν οι άνθρωποι, είτε διότι έχουν αλλάξει οι συνθήκες και εν πάση περιπτώσει, διότι ο χρόνος έχει δώσει πια τις δικές του λύσεις. Έτσι μια τέτοια απόφαση μοιάζει πιο πολύ στα μάτια μου με μια γνωμοδότηση, μια οδηγία στο Δημόσιο ως προς το ποια είναι ή ερμηνεία της διατάξεως, ποια είναι η ορθή λύση.

Διακατεχόμενος λοιπόν απ’ αυτές τις απόψεις επιλέχθηκα για να καταλάβω τη θέση του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ενός θεσμού που παρόλο τον ευτελισμό των αξιών στη σύγχρονη εποχή, έχει καταφέρει να κρατήσει υψηλό το κύρος του στην ελληνική κοινωνία. Ενός Δικαστηρίου, που παρά τα όποια παράπονα, πολλά εκ των οποίων είναι δικαιολογημένα, εξακολουθεί ν’ απολαμβάνει της εμπιστοσύνης του Έλληνα πολίτη. Ενός Δικαστηρίου υψηλοτάτου νομικού επιπέδου του οποίου οι αποφάσεις, συχνά πρωτοποριακές, αποτελούν σημείο αναφοράς στη νομική επιστήμη.

Μίλησα προηγουμένως για δικαιολογημένα παράπονα. Αναλαμβάνοντας τα καθήκοντά μου είχα πράγματι πλήρη επίγνωση ότι η αχίλλειος πτέρνα του Δικαστηρίου είναι η καθυστέρηση στην εκδίκαση των υποθέσεων και στην έκδοση των αποφάσεων. Βοηθούσης και της αδυναμίας της Διοικήσεως να δώσει αποτελεσματικές λύσεις στα προβλήματα των πολιτών στο δικό της επίπεδο, αλλά και της επιλογής του Δημοσίου να ασκεί δημοσιονομική πολιτική μέσω των δικών, είχε συσσωρευθεί τεράστιος όγκος υποθέσεων τις οποίες το Δικαστήριο αδυνατούσε να διαχειρισθεί.

Είχα επίσης συναίσθηση ότι το Δικαστήριο πρέπει να εκσυγχρονισθεί σε επίπεδο δομών αλλά και εσωτερικών διαδικασιών ώστε να μπορέσει να αντιμετωπίσει τα υφιστάμενα προβλήματα. Πέραν αυτού όμως είχαν αρχίσει ήδη οι πρώτες συζητήσεις για το δημοσιονομικό έλλειμμα της Χώρας και την ανάγκη λήψεως εκτάκτων μέτρων για τη σταθεροποίηση της εθνικής οικονομίας. Λίγο καιρό αργότερα το Δικαστήριο κλήθηκε να αντιμετωπίσει τις νομικές επιπτώσεις της μείζονος οικονομικής, εργασιακής αλλά και θεσμικής κρίσεως που ενέσκυψε στη Χώρα και στο επίκεντρο της οποίας βρισκόμαστε ακόμη και σήμερα.

Ο ιδρυτής του Συμβουλίου της Επικρατείας, Ελευθέριος Βενιζέλος, είχε χαρακτηρίσει την ημέρα ενάρξεως λειτουργίας του Δικαστηρίου ως την «(…) μεγαλυτέρα από της ελευθερώσεως του Κράτους μας» και κατά την αποχώρησή του από την πολιτική δήλωνε «(…) ευτυχής ότι αφήνει την Χώραν προικισμένη με το Συμβούλιον Επικρατείας». Είναι χρέος λοιπόν κι ημών των νεωτέρων να λαμβάνουμε τα κατάλληλα μέτρα ώστε ν’ αντιμετωπίσουμε τις απαιτήσεις της εποχής και να μπορέσουμε να εξέλθουμε από την κρίση έχοντας διαφυλάξει το υψηλό κύρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, κι έχοντας έτσι καταστήσει το Δικαστήριο ικανό ν’ ανταποκρίνεται στις μεγάλες προσδοκίες του κορυφαίου πολιτικού ανδρός και ιδρυτή του.


Η ΕΠΙΡΡΟΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΕΩΣ ΣΤΟ ΘΕΣΜΟ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

Κύριο χαρακτηριστικό της κρίσεως είναι η απότομη και έντονη εκδήλωση μιας βαθιάς απορρύθμισης. Επέρχεται δηλαδή βίαιη διακοπή της προηγούμενης κατάστασης και κυριαρχεί το αίσθημα της ασυνέχειας και της ανωμαλίας. Οι κανονικότητες της κοινωνικής οργάνωσης υποχωρούν μπροστά σε μια επιτακτική ανάγκη, στην ύπαρξη ενός κινδύνου που απειλεί και εξαναγκάζει το Κράτος να αποκαταστήσει με κάθε κόστος την διαταραγμένη σταθερότητα. Στους στατικούς κανόνες της νομιμότητας, η δημόσια εξουσία αντιτάσσει την ενεργητική αποτελεσματικότητα των έκτακτων μέτρων.

Αναγκαίο στοιχείο της κρίσης είναι η σύγκρουση. Την συνοδεύει απαραίτητα καθώς το γενικότερο συμφέρον επιβάλλει την εγκατάλειψη των συνήθων ρυθμίσεων και την προσβολή συγκεκριμένων επιμέρους συμφερόντων.

Οι περιστάσεις απαιτούν την ανατροπή της ισχύουσας νομιμότητας στο όνομα κάποιων αναγκών που κρίνονται σημαντικότερες. Η απαίτηση όμως για τις αλλαγές αυτές προκύπτει από την πράξη όχι από το δίκαιο. Επιβάλλεται χωρίς κάποιο νομικό έρεισμα διότι εξ ορισμού, η ανάγκη συνεπάγεται την εκτόπιση του μέχρι τότε τεθέντος κανόνα. Είναι η πηγή μιας δράσης της εξουσίας, της οποίας η ορθότητα κρίνεται εκ των αποτελεσμάτων της, δηλαδή από το βαθμό αποκατάστασης της κανονικότητας. Η διαπίστωση της ανάγκης δεν είναι τίποτα άλλο από ένα πραγματικό γεγονός που νομιμοποιεί ή μάλλον δικαιολογεί τη μη εφαρμογή του κανόνα δικαίου, χωρίς ωστόσο να εξηγεί πάντοτε πειστικά τους λόγους για τους οποίους επιβαλλόταν να παραμεριστεί ο συγκεκριμένος κανόνας και όχι κάποιος άλλος.

Όσο σφοδρότερη είναι η κρίση τόσο μεγαλύτερη είναι η απόκλιση από τους συνήθεις κανόνες. Έτσι η κρίση μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την τροποποίηση των ισχυόντων κανόνων μέσω της προβλεπόμενης διαδικασίας (π.χ. νομοθετικές μεταβολές), τον αλλαγή του τρόπου εφαρμογής τους (π.χ. νομολογιακές μεταβολές) ή ακόμη και την άμεση και βίαιη ανατροπή τους (π.χ. κοινωνικές ανατροπές και εξεγέρσεις). Κατά συνέπεια, η πορεία και οι συνέπειες της κρίσης εξαρτώνται απολύτως από την αντίληψη και τη στάση των κέντρων πολιτικής, οικονομικής, δικαστικής και κοινωνικής εξουσίας: εάν τα κέντρα αυτά προβούν εγκαίρως στις αναγκαίες αλλαγές, οι συνέπειες της κρίσης αμβλύνονται και η νομιμότητα διατηρείται προσαρμοζόμενη στις νέες συνθήκες. Εάν αντιθέτως οι αλλαγές καθυστερήσουν, η κρίση οξύνεται και μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση ακόμη και την ίδια την υπόσταση των κέντρων αυτών.

Θεωρώ ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας, ως θεσμός, αποτελεί ένα τέτοιο κέντρο εξουσίας, του οποίου η στάση απέναντι στην κρίση καθόρισε και συνεχίζει να καθορίζει την μορφή και την υπόστασή του.



Ι. Η ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΘΕΣΜΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΣΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ: ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ

Αρκετά χρόνια πριν το ξέσπασμα της σφοδρής οικονομικής κρίσης που βιώνουμε σήμερα, το Συμβούλιο της Επικρατείας βίωνε τη δική του θεσμική κρίση που είχε ένα πολύ συγκεκριμένο όνομα: 31.000 εκκρεμείς υποθέσεις στις αρχές του 2009. Η συσσώρευση εκκρεμών υποθέσεων και η συνεπαγόμενη καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης είχαν φτάσει σε σημείο τέτοιο ώστε να εξομοιώνεται με αρνησιδικία και να αμφισβητείται, εν τοις πράγμασι, η αποτελεσματικότητα του ίδιου του θεσμού του Συμβουλίου της Επικρατείας. Βασική αιτία της αμφισβήτησης αυτής δεν ήταν μόνο το γεγονός ότι, εξαιτίας της υπερβολικής καθυστέρησης στη συζήτηση των υποθέσεων και στην έκδοση αποφάσεων, η λύση στις διαφορές δινόταν από την πράξη ή από άλλους εξωθεσμικούς παράγοντες• δεν ήταν, κατά βάση, ούτε η άποψη που είχε αρχίσει να κυριαρχεί, άλλοτε δικαίως και άλλοτε αδίκως, στα μέσα μαζικής ενημέρωσης περί υπάρξεως ενός ελιτίστικου σώματος, βυθισμένου σε επιστημονικές ομφαλοσκοπήσεις και αποκομμένου από την πραγματικότητα και τις ανάγκες της• ήταν κυρίως ότι είχε δημιουργηθεί στους κόλπους των δικαστών του Συμβουλίου της Επικρατείας μια αίσθηση ατελεσφορίας και ματαιότητας των κοπιωδών, ομολογουμένως, προσπαθειών τους, η οποία περιόριζε, αν όχι κατέπνιγε, τη δημιουργική τους διάθεση και οδηγούσε στην επιδείνωση της κατάστασης.

Η θεσμική αυτή κρίση συνέπεσε, όπως σας προανέφερα, χρονικά με την τοποθέτησή μου σε διοικητικές θέσεις της δικαιοσύνης και, ειδικότερα, στη θέση του Γενικού Διευθυντή της Εθνικής Σχολής Δικαστών και του Αντιπροέδρου και, εν συνεχεία, του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας. Κατά την άσκηση των καθηκόντων μου στις θέσεις αυτές είχα ως κύριο μέλημα την αντιμετώπιση της θεσμικής αυτής κρίσης έστω κι αν, τότε, κάποιοι δεν την εξελάμβαναν ως κρίση και προτιμούσαν ν’ αφήσουν τα πράγματα ως είχαν.

Πρώτη λοιπόν κίνηση ήταν η εκπόνηση ενός νέου νομοθετικού πλαισίου για τη Εθνική Σχολή Δικαστών καθώς είναι νομίζω αυταπόδεικτο ότι εκεί καθορίζεται η μελλοντική φυσιογνωμία της δικαιοσύνης και τίθενται οι βάσεις για τις όποιες αλλαγές. Έτσι με το ν. 3689/2008 έγινε συνειδητή προσπάθεια ώστε η κατάρτιση των μελλοντικών δικαστικών λειτουργών και η επιμόρφωση των ήδη υπηρετούντων να παρέχει τα εφόδια εκείνα που είναι αναγκαία προκειμένου αυτοί να διεκπεραιώσουν γρήγορα και αποτελεσματικά τις υποθέσεις που άγονται ενώπιόν τους. Ιδιαίτερο βάρος δόθηκε στην πρακτική τους άσκηση έτσι ώστε οι νεοδιοριζόμενοι δικαστές να είναι έτοιμοι εξ αρχής να προσφέρουν το μέγιστο των δυνατοτήτων τους. Επίσης, βασική επιδίωξη του νέου νόμου ήταν η πλήρης εξοικείωση τόσο των εκπαιδευόμενων όσο και των επιμορφούμενων με το ευρωπαϊκό νομικό γίγνεσθαι και με ευρωπαίους δικαστές έτσι ώστε να εξαληφθούν πλήρως οι όποιες δυσλειτουργίες και καθυστερήσεις προέκυπταν έως τώρα κατά την εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου και του δικαίου της ΕΣΔΑ. Τέλος, επιδιώχθηκε η ενίσχυση του φρονήματος των δικαστών και η δημιουργία μιας νοοτροπίας αυταπάρνησης για την επίτευξη ενός ανώτερου σκοπού μέσω της εμπέδωσης της ανεξαρτησίας τους και του υψηλού κοινωνικού ρόλου της αποστολής τους.

Παράλληλα με το ν. 3514/2006 εισήχθη ο θεσμός της επιθεώρησης των Παρέδρων και των Εισηγητών του Συμβουλίου της Επικρατείας. Πρόκειται για ένα σύστημα επιθεώρησης το οποίο λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις ιδιαιτερότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας θεωρώ ότι συντελεί ουσιαστικά στην αύξηση της συνολικής αποδοτικότητας του Δικαστηρίου αλλά και στην περαιτέρω ενίσχυση της ποιότητας των μελών του και ταυτόχρονα παρέχει έγγραφα αντικειμενικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η υπηρεσιακή εικόνα των υποψηφίων για προαγωγή.

Σημαντική αλλαγή στη λειτουργία και την αποδοτικότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας θεωρώ ότι επέφερε και η θέσπιση του νέου Κανονισμού του Δικαστηρίου με την 9/2008 απόφαση της Ολομελείας του.

Οι επόμενες μεγάλες αλλαγές προκειμένου να αντιμετωπιστεί η θεσμική κρίση που σας προανέφερα, έγιναν με τον ν. 3900/2010, με τον οποίο επιχειρήθηκαν σημαντικές παρεμβάσεις, όπως η διαδικασία για την εκδίκαση ενδίκων βοηθημάτων που θέτουν ζητήματα συνταγματικότητας ή γενικότερου ενδιαφέροντος απευθείας στο Συμβούλιο της Επικρατείας κατόπιν αιτήσεως οποιουδήποτε από τους διαδίκους ή κατόπιν προδικαστικού ερωτήματος από οποιοδήποτε διοικητικό δικαστήριο. Η πατρότητα αυτής της διάταξης, η οποία απέδειξε τη χρησιμότητά της εντός βραχυτάτου χρονικού διαστήματος, ανήκει στον Αντιπρόεδρο κ. Φ. Αρναούτογλου, στον οποίο είχε ανατεθεί η προεδρία της Επιτροπής που ετοίμασε το νόμο. Συνέπειες αυτής της ρυθμίσεως, που όμως δεν είχαμε τότε άμεσα συνειδητοποιήσει, είναι η συρρίκνωση του διάχυτου ελέγχου της συνταγματικότητας και η ενίσχυση της θέσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας ως του αρμοδίου δικαστηρίου για την επίλυση των συνταγματικών ζητημάτων. ¶λλες παρεμβάσεις ήταν η μεταφορά υποθέσεων στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, η τροποποίηση του περιεχομένου της εκθέσεως του εισηγητή στο ακροατήριο, αλλά και άλλες ρυθμίσεις, σημαντικές για την εσωτερική λειτουργία του ΣτΕ, όπως ο καθορισμός της αρμοδιότητας των Τμημάτων με απόφαση της Ολομέλειας αντί προεδρικού διατάγματος, η επίλυση ζητημάτων αρμοδιότητας μεταξύ των Τμημάτων από τον Πρόεδρο του Δικαστηρίου αντί της Ολομέλειας κ.λπ. Για την ψήφιση του νόμου αυτού υπήρξαν πολλές αντιδράσεις οι οποίες όμως εκάμφθησαν στο τέλος μετά από κοπιαστικές αλλά ουσιαστικές ανταλλαγές απόψεων με τα πολιτικά κόμματα, αλλά και χάρη στη συμπαράσταση του τότε Υπουργού Δικαιοσύνης. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο νόμος ψηφίσθηκε στο μεγαλύτερό του μέρος όπως ακριβώς είχε διαμορφωθεί από την Ολομέλεια του Δικαστηρίου.

Η σημαντικότερη όμως αλλαγή που έγινε με τον νόμο αυτό αφορά τα οικονομικά της Δικαιοσύνης. Θεωρώ ότι θεμελιώδες στοιχείο για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης είναι η οικονομική της ανεξαρτησία. Η Δικαιοσύνη έχει τους δικούς της πόρους και νομίζω ότι κανένας δεν αμφισβητεί την ικανότητά της να τους διαχειρίζεται η ίδια. Πιστεύω λοιπόν ότι τόσο τα οικονομικά όσο και τα ποσοτικά αποτελέσματα θα είναι πολύ καλύτερα εάν τη διαχείριση όλων των οικονομικών της Δικαιοσύνης, συμπεριλαμβανομένων και των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών, την επωμιζόταν ένα ανεξάρτητο όργανο. Η κατάρτιση ενός ιδιαίτερου προϋπολογισμού για τη Δικαιοσύνη και η διαχείρισή του από ένα ανεξάρτητο όργανο, συμβαδίζει με την αρχή του αυτοδιοίκητου της Δικαιοσύνης και περιορίζει τον κίνδυνο άσκησης πιέσεων στους δικαστές από την πολιτική εξουσία. Ταυτόχρονα όμως αυξάνει και το μερίδιο ευθύνης των τελευταίων και συντελεί, με τον τρόπο αυτό, στην αύξηση της αποδοτικότητάς τους με αποτέλεσμα την επιτάχυνση στην απονομή της δικαιοσύνης. Η αλλαγή στη νοοτροπία του Δικαστή ως προς τον τρόπο εργασίας του είναι, κατά την άποψή μου, επιβεβλημένη στην παρούσα συγκυρία. Οι δικαστικοί λειτουργοί δεν πρέπει να φοβούνται την αξιολόγηση της απόδοσής τους διότι είναι, και αυτοί, εργαζόμενοι. Προς την κατεύθυνση λοιπόν αυτή θεωρώ ότι θα πρέπει να συνδεθεί το ύψος των αποδοχών τους με την απόδοσή τους, όπως γίνεται π.χ. στο Conseil d’Etat. Μου είναι πράγματι αδιανόητο να αμείβονται με τον ίδιο τρόπο εκείνοι που κυριολεκτικά δίνουν κάθε ικμάδα των δυνάμεών τους για την άσκηση του λειτουργήματός τους με αυτούς που δεν εργάζονται χρησιμοποιώντας μύρια όσα προσχήματα. Είμαι λοιπόν πραγματικά υπερήφανος που κατά τη διάρκεια της θητείας μου έγινε ένα πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση αυτή με το ν. 3900/2010, ο οποίος δίνει στα Δικαστήρια μια πάγια προκαταβολή για τα τρέχοντα έξοδά τους και τα αναλώσιμα. Προκαταβολή την οποία διαχειρίζονται μόνα τους τα Δικαστήρια. Βέβαια τόσο η ψήφιση όσο και η εφαρμογή της διατάξεως αυτής συνάντησαν την λυσσώδη αντίδραση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους. Τελικά όμως, με την συμπαράσταση της τότε πολιτικής ηγεσίας τα καταφέραμε και το σύστημα αυτό πλέον λειτουργεί κανονικά. Εύχομαι ολόψυχα ν’ ακολουθήσουν γρήγορα και τα επόμενα βήματα ώστε ν’ απελευθερωθεί η Δικαιοσύνη και οι Λειτουργοί της και να σταματήσει αυτή η μεμψίμοιρη κουβέντα με το Υπουργείο Οικονομικών για τις αποδοχές, οι οποίες θα κατανέμονται δίκαια αλλά παράλληλα να σταματήσουν και οι Δικαστικοί Λειτουργοί να διεκδικούν τα δικαιώματά τους με κινητοποιήσεις που οδηγούν μάλλον σε οιονεί υπαλληλοποίηση του κλάδου. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να κάνω μία έκκληση: δεν είναι νοητό οι δικαστικοί λειτουργοί να στερούν τον έλληνα πολίτη από το υπέρτατο αγαθό και θεμελιώδες δικαίωμά του που είναι η απονομή της δικαιοσύνης. Τους παρακαλώ να αναλογιστούν ότι σε τελευταία ανάλυση, έτσι πράττοντας η Δικαιοσύνη στρέφεται τελικά κατά του ίδιου της του εαυτού και αυτοκαταργείται.

Τέλος, με τον ν. 4055/2012 επιχειρήθηκαν περαιτέρω παρεμβάσεις στη διαδικασία ενώπιον του ΣτΕ, κυρίως στη διαδικασία σε συμβούλιο, η οποία επεκτάθηκε και σε προδήλως βάσιμα ένδικα βοηθήματα ή μέσα, προβλέφθηκε δε η δυνατότητα παραπομπής υποθέσεων που ανήκουν στην αρμοδιότητα άλλων δικαστηρίων με πράξη του Προέδρου του δικαστικού σχηματισμού. Προς το σκοπό της ταχύτερης εκδίκασης υποθέσεων θεσμοθετήθηκαν δύο αιτήσεις για την ταχύτερη εκδίκαση υποθέσεων (αίτηση επιτάχυνσης άρθρου 59 και αίτηση προτίμησης από τον Υπουργό, άρθρο 62 Ν. 4055/2012) και η δημοσίευση του διατακτικού των αποφάσεων επί αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων. Σημαντικότατη είναι επίσης η ρύθμιση με την οποία προβλέφθηκε η εκδίκαση αιτήσεων ακυρώσεως κατά πράξεων που εκδίδονται κατά την εφαρμογή του Ν. 3894/2010 (FAST TRACK) από την Ολομέλεια ή από ένα Τμήμα στο σύνολό τους. Με τον τρόπο αυτό εκτονώθηκε, κατά τρόπο νομίζω επιτυχή, η πίεση που ησκείτο στο Συμβούλιο της Επικρατείας προκειμένου να ιδρυθεί ειδικό Τμήμα για την εκδίκαση των υποθέσεων που σχετίζονται με τις μεγάλες επενδύσεις, τις συμβάσεις κ.λπ. Η λύση αυτή εύρισκε αντίθετο το Δικαστήριο. Μένει να δούμε αν θα γίνουν στη Χώρα μας επενδύσεις ώστε να εφαρμοσθεί η διάταξη.

Δεν είχαν ακόμη προλάβει τα μέτρα αυτά να αποδώσουν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα για την αντιμετώπιση της θεσμικής κρίσης στους κόλπους του Συμβουλίου της Επικρατείας και το Δικαστήριο αναγκάσθηκε λόγω του θεσμικού του ρόλου να έρθει αντιμέτωπο με μια διαφορετική κρίση, πολυεπίπεδη και καταλυτική, την οποία έχουμε να συνηθίσει ν’ αποκαλούμε «οικονομική κρίση».

ΙΙ. Η ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ: ΝΟΜΟΛΟΓΙΑΚΕΣ ΕΠΙΛΟΓΕΣ


Η οικονομική κρίση νοείται ως μία αιφνίδια επιδείνωση όλων ή των περισσοτέρων οικονομικών δεικτών (δείκτες επιτοκίου, τιμές μετοχών, ακινήτων και της εγγείου ιδιοκτησίας) σε συνδυασμό με την απώλεια της πίστης και συνεπώς και της δανειοληπτικής ικανότητας, τη μείωση στην παροχή χρήματος, την ύπαρξη φόβων χρεοκοπίας χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, την μετατροπή υλικών ή άυλων αξιών σε χρήμα κ.λπ.

Οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης είναι άμεσες και πολυεπίπεδες. Η επίδραση, ειδικώς των οικονομικών κρίσεων που οφείλονται στον υπερβολικό κρατικό δανεισμό και στην ανεπάρκεια των μακροοικονομικών επιδόσεων, όπως στην περίπτωση της Ελλάδας, είναι καθολική και καταλυτική, δεδομένου του κυρίαρχου ρόλου του σύγχρονου κοινωνικού Κράτους σε όλους τους τομείς όχι μόνο της ανθρώπινης δραστηριότητας αλλά και της ανθρώπινης ζωής γενικότερα. Κατ’ ακολουθίαν, θίγονται όχι μόνο τα «οικονομικά» αγαθά που προστατεύονται από το δίκαιο, όπως η εργασία, οι μισθοί, οι συντάξεις και η περιουσία των πολιτών αλλά ακόμη και οι πιο θεμελιώδεις αξίες όπως η ασφάλεια, η υγεία, και, εντέλει, η ίδια η ανθρώπινη ζωή με την έννοια της αξιοπρεπούς διαβιώσεως.

Ενόψει αυτών των σφοδρών ανατροπών και των νέων δεδομένων, το Συμβούλιο της Επικρατείας και τα Διοικητικά Δικαστήρια κλήθηκαν και καλούνται να επιλύσουν διαφορές με τελείως διαφορετικό χαρακτήρα από αυτές αντιμετώπιζαν μέχρι πρόσφατα. Στις δίκες ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας για τις ρυθμίσεις που προβλέπουν αύξηση της φορολόγησης, περικοπές σε μισθούς, συντάξεις, επιδόματα, αλλαγές στα εργασιακά, στην κοινωνική ασφάλιση, στη δικαιοσύνη, στην υγεία, στην παιδεία, στην προστασία του περιβάλλοντος, οι νομικοί ισχυρισμοί έχουν αρχίσει να περιορίζονται και οι διάδικοι προβάλλουν πλέον οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά επιχειρήματα προκειμένου να στηρίξουν ορθότητα των αιτημάτων τους. Πρέπει να πω ότι όταν θεσπίσθηκε η ρύθμιση του άρθρου 1 του ν. 3900/2010 πιστεύαμε ότι θα έχουμε ν’ αντιμετωπίσουμε το πολύ δέκα υποθέσεις το χρόνο. Αντιθέτως, ως συνέπεια της κρίσεως, το Δικαστήριο έχει κατακλυσθεί από δεκάδες αιτήματα για την υπαγωγή υποθέσεων στην εν λόγω διαδικασία.

Το Δικαστήριο χρησιμοποιώντας τις διάφορες θεωρίες που συνδέουν το δίκαιο και την οικονομία, τη θεωρία των «εξαιρετικών περιστάσεων» αλλά και συνταγματικές αρχές που διέπουν παγίως τη νομολογιακή του στάση όπως η αρχή της ισότητας, της αναλογικότητας και της προστασίας του πυρήνα των συνταγματικών δικαιωμάτων προσπάθησε και προσπαθεί να επιτελέσει το ρόλο του που δεν είναι άλλος από τη διασφάλιση της εφαρμογής των κανόνων που έχουν ως στόχο τη διατήρηση της τάξης, της λειτουργικότητας, της αποτελεσματικότητας αλλά και της κοινωνικής ειρήνης στη Χώρα.

Χαρακτηριστική είναι η απόφαση 3536/2009 για τη συνταγματικότητα των ρυθμίσεων περί του κλειστού επαγγέλματος του ιδιοκτήτη βυτιοφόρου φορτηγού. Ειδικότερα, στην υπόθεση αυτή αμφισβητήθηκε η συνταγματικότητα των υπουργικών αποφάσεων που καθόριζαν ανώτατο επιτρεπτό όριο χορηγήσεως αδειών κυκλοφορίας βυτιοφόρων αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσεως σε εταιρίες εμπορίας πετρελαιοειδών καυσίμων. Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο επίδικος περιορισμός ήταν αντίθετος με την κατοχυρωμένη στο άρθρο 5 του Συντάγματος αρχή της οικονομικής ελευθερίας. Το Δικαστήριο, αντιλαμβανόμενο τις εξελίξεις που είχαν επέλθει στο οικονομικό επίπεδο, την ανάπτυξη και τον ιδιαιτέρως ανταγωνιστικό χαρακτήρα της αγοράς καυσίμων χρησιμοποίησε τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων προκειμένου να εναρμονίσει το δίκαιο στις νέες οικονομικές απαιτήσεις και να επιτρέψει στην αγορά να λειτουργήσει αποτελεσματικά.

Σχετική με την άρση των περιορισμών στην άσκηση ορισμένων επαγγελμάτων είναι η πρόσφατη απόφαση 411/2012 της Επιτροπής Αναστολών του Συμβουλίου της Επικρατείας που αφορούσε στην συνταγματικότητα των νομοθετικών ρυθμίσεων σύμφωνα με τις οποίες τα φαρμακεία μπορούν να λειτουργούν κατά τις απογευματινές ώρες από Δευτέρα έως Παρασκευή, καθώς και το Σάββατο. Στην περίπτωση λοιπόν αυτή, εκρίθη τουλάχιστον σε επίπεδο προσωρινής δικαστικής προστασίας ότι η ευχερέστερη πρόσβαση του κοινού στην αγορά φαρμάκων είναι αποτελεσματικότερη κοινωνικά και οικονομικά από τη προστασία των ιδιωτικών συμφερόντων των φαρμακοποιών.

Μια άλλη, πολύ ενδιαφέρουσα απόφαση που αποτυπώνει την στάση του Δικαστηρίου ως προς τις σχέσεις δικαίου και οικονομίας είναι η 469/2012. Η υπόθεση αυτή αφορούσε στην νομιμότητα της επιβολής υπέρ της ΔΕΗ ενός τέλους σε όλες της εταιρίες που παρείχαν ηλεκτρική ενέργεια στην Ελλάδα. Το τέλος αυτό είχε ως σκοπό την κάλυψη των ζημιών που είχε η ΔΕΗ από την πώληση ηλεκτρικού ρεύματος σε χαμηλές τιμές στα μη διασυνδεδεμένα με το εθνικό δίκτυο παροχής ρεύματος νησιά. Το Δικαστήριο, έκρινε ότι για όσο χρονικό διάστημα στα μη διασυνδεδεμένα νησιά διατηρείται το μονοπώλιο προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας από την ΔΕΗ, η παροχή στην τελευταία οικονομικού ανταλλάγματος σε αντιστάθμιση του κόστους, που αντιπροσωπεύει γι’ αυτήν (την ΔΕΗ) η εκπλήρωση της επίμαχης υποχρεώσεώς της για παροχή ρεύματος σε χαμηλή τιμή στους καταναλωτές των μη διασυνδεδεμένων νησιών, και, περαιτέρω, η επιβάρυνση με το αντάλλαγμα αυτό όλων των επιχειρήσεων, που προμηθεύουν με ηλεκτρική ενέργεια τους καταναλωτές στην υπόλοιπη Χώρα (ήτοι στην ηπειρωτική Χώρα και στα διασυνδεδεμένα με αυτήν νησιά), αντιβαίνει προς τις διατάξεις της οδηγίας 2003/54/ΕΚ. Τούτο δε διότι το επίμαχο αντάλλαγμα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι προσδιορίζεται με «αμερόληπτο» τρόπο, όπως αξιώνει η οδηγία, διότι αντιστοιχεί σε κόστος, το οποίο προκύπτει για την ΔΕΗ στο πλαίσιο λειτουργίας της σε τομέα της αγοράς όχι ανοικτού στον ανταγωνισμό, αλλά υπό συνθήκες παράνομου κατά τα εκτεθέντα μονοπωλίου.

Πολύ ενδιαφέρον είναι και το 285/2011 πρακτικό επεξεργασίας της Ολομελείας στο οποίο ενόψει συστάσεως νέων οργανικών θέσεων Ελληνικής Αστυνομίας γίνεται δεκτό ότι το υπό επεξεργασία σχέδιο προεδρικού διατάγματος δεν προτείνεται νομίμως διότι δεν υπάρχει βεβαίωση ότι η δαπάνη συστάσεως των θέσεων αυτών ανταποκρίνεται στο Μεσοπρόθεσμο πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής

Σημαντική για τον τρόπο άσκησης του δικαιώματος της απεργίας σε περίοδο κρίσεως είναι η 1623/2012 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 22 του Συντάγματος που καταχυρώνει το ατομικό δικαίωμα της ελευθερίας της εργασίας, υπό την αρνητική του μορφή και αυτή της παρ. 2 του άρθρου 23 που κατοχυρώνει, ως εκδήλωση της συνδικαλιστικής ελευθερίας, το δικαίωμα της απεργίας των εργαζομένων, έχουν μεν διαφορετικό πεδίο εφαρμογής, δεν αποκλείεται όμως να διασταυρωθούν στην περίπτωση κατά την οποία ορισμένη απεργιακή κινητοποίηση προκαλεί κατάσταση που απειλεί τη δημόσια υγεία. Στην περίπτωση αυτή η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 4 εδ. β΄ του Συντάγματος εισάγει εξαίρεση από τον κανόνα του άρθρου 23 παρ. 2 του Συντάγματος, κατά τον οποίο η απεργία αποτελεί δικαίωμα, δυνάμενο μεν να περιορισθεί από το νόμο, όχι όμως και να καταργηθεί, επιτρέποντας την επίταξη των προσωπικών υπηρεσιών και των απεργών. Ομοίως, από τις διατάξεις των διεθνών συμβάσεων υπ’ αρ. 29 και 105 της Διεθνούς Οργανώσεως Εργασίας, της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης και των άρθρων 1 και 30 του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, συνάγεται ότι στην έννοια της αναγκαστικής εργασίας που απαγορεύεται απολύτως δεν εμπίπτει η εργασία που αξιώνεται από τα όργανα του Κράτους, όταν συντρέχει «οιαδήποτε περίστασις θέτουσα εν κινδύνω ή απειλούσα να θέση εν κινδύνω την ζωήν ή τας ομαλάς συνθήκας διαβιώσεως του συνόλου ή μέρους του πληθυσμού», ή «περίπτωσις κρίσεων ή θεομηνιών, αι οποίαι απειλούν την ζωήν ή την ευδαιμονίαν του συνόλου», ή «σε περίπτωση πολέμου ή δημόσιου κινδύνου που απειλεί τη ζωή του έθνους».

Η διαφοροποίηση του επιτοκίου νομίμου και υπερημερίας για τις οφειλές δημοσίου και ιδιωτών σε περίοδο κρίσεως ήταν το αντικείμενο της 1620/2011 παραπεμπτικής στην Ολομέλεια αποφάσεως του Στ΄ Τμήματος. Στην απόφαση αυτή εκρίθη ότι το ελληνικό Κράτος διαχρονικά είναι, χωρίς αμφιβολία, πλέον αξιόπιστος οφειλέτης σε σχέση με τους ιδιώτες οφειλέτες και, συνεπώς, ενόψει και της εκτεταμένης και μοναδικής διάστασης για τα ευρωπαϊκά δεδομένα, φοροδιαφυγής και εισφοροδιαφυγής, η διαφοροποίηση του τόκου, νόμιμου ή υπερημερίας, που αφορά τις οφειλές του Δημοσίου και του αντίστοιχου γενικώς ισχύοντος τόκου που εφαρμόζεται στις οφειλές των ιδιωτών, είναι, χωρίς αμφιβολία, κατ’ αρχήν, δικαιολογημένη. Περαιτέρω, δε σύμφωνα με την απόφαση αυτή, η επίδικη διαφοροποίηση μπορεί να δικαιολογηθεί από αποχρώντα λόγο δημόσιου ή γενικού συμφέροντος που είναι η μείωση του δημοσίου χρέους, η οποία δεν συνιστά έναν απλώς δημοσιονομικό στόχο, αλλά συμβάλλει στην επίτευξη ενός μείζονος εθνικού συμφέροντος σκοπού, εκείνου της διασφάλισης της δημοσιονομικής ισορροπίας αρχικά, ήδη δε της αποτροπής της οικονομικής κατάρρευσης της Χώρας. Το ζήτημα αυτό εκκρεμεί πλέον ενώπιον του ΑΕΔ μετά από αντίθετες αποφάσεις του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Κράτησα για το τέλος την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (668/2012) για το πρώτο Μνημόνιο στην οποία βάση αλλά και αντικείμενο είναι η εθνική οικονομία. Το Δικαστήριο, στηριζόμενο σε όλα τα οικονομικά δεδομένα που συνόδευαν το μνημόνιο αλλά και στους στόχους τους οποίους το ίδιο έθετε, έκρινε ότι «η θεσπισθείσα περικοπή αποδοχών, επιδομάτων και συνταξιοδοτικών παροχών αποσκοπεί τόσο στην αντιμετώπιση της άμεσης ανάγκης καλύψεως οικονομικών αναγκών της χώρας όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής της καταστάσεως, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν κατ' αρχήν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος. Τα μέτρα δε αυτά δεν παρίστανται απρόσφορα, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκομένων με αυτά σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθούν ότι δεν ήταν αναγκαία, λαμβανομένου, άλλωστε, υπόψη ότι η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της υπ' αυτού διαπιστωθείσης κρίσιμης δημοσιονομικής καταστάσεως υπόκειται σε οριακό μόνον δικαστικό έλεγχο.». Περαιτέρω, το Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό ότι ο νομοθέτης παρέλειψε να εξετάσει το ενδεχόμενο υιοθετήσεως εναλλακτικών λύσεων, ηπιότερων με την αιτιολογία ότι η αντιμετώπιση της δυσμενούς οικονομικής καταστάσεως της Χώρας δεν στηρίζεται μόνον στην μείωση των δαπανών μισθοδοσίας και των δαπανών των κοινωνικοασφαλιστικών οργανισμών, αλλά στη λήψη και άλλων μέτρων, οικονομικών, δημοσιονομικών και διαρθρωτικών. Το Δικαστήριο απέρριψε επίσης τον ισχυρισμό ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, δεν προσδόθηκε προσωρινός χαρακτήρας στα επίμαχα μέτρα διότι με το σύνολο των μέτρων επιδιώκεται όχι μόνον η αντιμετώπιση της οξείας δημοσιονομικής κρίσεως, αλλά και η εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών, κατά τρόπο που θα διατηρηθεί και στο μέλλον. Αλλωστε, με τα επίμαχα μέτρα, τα οποία αναφέρονται σε κατάργηση ή μείωση ορισμένων μόνον επιδομάτων ή συνταξιοδοτικών παροχών εξασφαλίζεται, κατά το Δικαστήριο, ισορροπία ανάμεσα στις απαιτήσεις του γενικού συμφέροντος και την ανάγκη προστασίας των περιουσιακών δικαιωμάτων των εργαζομένων και συνταξιούχων. Πάντως το Δικαστήριο δεν παρέλειψε να θέσει και τα όρια της δράσης του νομοθέτη, τόσο στην παρούσα όσο και σε μελλοντικές φάσεις της κρίσεως. Σχετικά λοιπόν αναφέρει ότι σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσεως δύναται ο νομοθέτης να θεσπίσει μέτρα περιστολής δαπανών που συνεπάγονται οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού, πλην η δυνατότητα αυτή έχει ως όριο την καθιερούμενη από το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος αρχή της ισότητας στα δημόσια βάρη αναλόγως των δυνάμεων εκάστου, καθώς και την καθιερούμενη στο άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Τούτο σημαίνει ότι η επιβάρυνση αυτή πρέπει να κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών απασχολουμένων τόσο στον δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, καθώς και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα. Και τούτο διότι, εν όψει και της καθιερουμένης στο άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος αξιώσεως του Κράτους να εκπληρώνουν όλοι οι πολίτες το χρέος της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση από τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας να κατανέμεται πάντοτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, οι οποίοι, κατά κανόνα, είναι συνεπείς προς τις υποχρεώσεις τους, και να ευνοούνται άλλες κατηγορίες από την ασυνέπεια των οποίων - κυρίως στο πεδίο της εκπληρώσεως των φορολογικών τους υποχρεώσεων - προκαλείται σε μεγάλο ποσοστό η δυσμενής αυτή συγκυρία.

Είναι νομίζω σαφές ότι στην απόφαση αυτή καταγράφονται πλήρως οι πολύπλοκες σχέσεις οικονομίας και δικαίου και χρησιμοποιούνται για την επίλυση της επίδικης διαφοράς τόσο η θεωρία των εξαιρετικών περιστάσεων όσο και οι συνταγματικές αρχές της ισότητας, της αναλογικότητας και της προστασίας του πυρήνα των συνταγματικών δικαιωμάτων.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ


Όταν αποχώρησα από την υπηρεσία, το Δικαστήριο είχε ήδη κατακλυσθεί από σημαντικές υποθέσεις που αφορούσαν μέτρα που είχαν ληφθεί για την αντιμετώπιση της κρίσεως. Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι εκκρεμούσαν πάνω από 200 προσφυγές κατά του PSI. Επίσης εκκρεμούσαν προσφυγές κατά του δευτέρου μνημονίου, κατά των φορολογικών μέτρων που είχαν ληφθεί όπως έκτακτες εισφορές κ.λπ., κατά νέων θεσμών του υπαλληλικού δικαίου όπως η εφεδρεία, κατά των μέτρων που αφορούσαν την κοινωνική ασφάλιση, την εργασία, τη δημόσια υγεία, τα αυθαίρετα κ.λπ., κ.λπ. Κοντολογίς εκκρεμούν ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας όλα τα μείζονα ζητήματα που απασχολούν την ελληνική κοινωνία.

Είναι λοιπόν προφανές ότι το χρονικό διάστημα που θα ακολουθήσει είναι απολύτως κρίσιμο για την υπόσταση και τη φυσιογνωμία του Συμβουλίου της Επικρατείας δεδομένου ότι το Δικαστήριο θα κληθεί να αντιμετωπίσει σοβαρότατες υποθέσεις σε σύντομο χρονικό διάστημα και να κάνει δυσχερείς σταθμίσεις. Πέραν αυτών, πρέπει να ληφθούν υπόψη και οι γενικότερες εξελίξεις. Οι πολιτικές, οικονομικές και εμπορικές σχέσεις μεταβάλλονται ραγδαία. Το νομικό καθεστώς από αποκλειστικά εθνικό που ήταν έχει μεταβληθεί σε ευρωπαϊκό και διεθνές. Επιπλέον και ενόψει των υποθέσεων που άγονται ενώπιόν του και οι οποίες έχουν να κάνουν όλο και περισσότερο με την οικονομία και τη λειτουργία της αγοράς, το Δικαστήριο πρέπει να διαθέτει δικαστές με εξειδικευμένες τεχνικές γνώσεις. Γεννάται συνεπώς το ερώτημα: μπορεί το Δικαστήριο ν’ αντιμετωπίσει την κατάσταση με τις υπάρχουσες δομές; Θεωρώ ότι από τις κινήσεις που θα γίνουν τόσο σε οργανωτικό και διαρθρωτικό επίπεδο όσο βέβαια και από τις νομολογιακές λύσεις που θα δοθούν, θα κριθεί εάν θα συνεχίσει να αποτελεί ένα λειτουργικό και αποτελεσματικό θεσμό με κοινωνική απήχηση ή θα εξελιχθεί σε ανασταλτικό παράγοντα των αναγκαίων αλλαγών και εξελίξεων.


Είναι για μένα μεγάλος ο πειρασμός να μιλήσω για τη μελλοντική εξέλιξη του Δικαστηρίου όπως την έχω σχεδιάσει στο μυαλό μου. Όμως θα τον αποφύγω. Θεωρώ ότι θα βγάλουμε χρήσιμα συμπεράσματα μετά από τις παρεμβάσεις των συναδέλφων και τις συζητήσεις που θα γίνουν ώστε να μπορέσουμε να ανταλλάξουμε απόψεις και ιδέες στο τέλος του συνεδρίου. Ωστόσο σε πολύ γενικές γραμμές θα ήθελα να πω ότι οι οργανωτικές λύσεις θα πρέπει, κατά την άποψή μου, να κινούνται στους εξής άξονες: α) τη χορήγηση αρμοδιότητας στο Δικαστήριο να γνωμοδοτεί και για σχέδια νόμου, β) την ενίσχυση του χαρακτήρα του Δικαστηρίου ως συνταγματικού, η οποία ήδη ξεκίνησε με το ν. 3900/2010, γ) την απαλλαγή του Δικαστηρίου από το μεγάλο όγκο υποθέσεων και δ) τη εξασφάλιση της άμεσης επίλυσης των διαφορών που άγονται ενώπιόν του, η οποία νομίζω ότι πρέπει πλέον να λάβει και χαρακτηριστικά ποσοτικής στοχοθεσίας. Τέλος, πιστεύω ότι το Δικαστήριο με τη ταχύτατη εκδίκαση των υποθέσεων και την έκδοση των σχετικών αποφάσεων θα δημιουργήσει το αναγκαίο περιβάλλον για την ουσιαστική εφαρμογή των κρατικών μέτρων ανάκαμψης αλλά και την ενεργοποίηση των απαραίτητων ιδιωτικών πρωτοβουλιών για την επίτευξη της πολυπόθητης ανάπτυξης και την αποκατάσταση της κοινωνικής ισορροπίας κι ευημερίας.

19 Ιανουαρίου 2013

Δεν αρκεί η μονογραφή για έκδοση διαταγής πληρωμής από τιμολόγια

Δεν αρκεί η μονογραφή για έκδοση διαταγής πληρωμής από τιμολόγια (της Χρύσας Μιχαλοπούλου*)






Πηγή: Express.gr  19/01/13-07:00
 ΣΚΟΠΙΜΟ είναι να υπάρξει μία ενδελεχής ενημέρωση των επιχειρηματιών και των εν γένει συναλλασσομένων για τη δυνατότητα διεκδίκησης των απαιτήσεών τους, που προκύπτουν από εκδοθέντα τιμολόγια, μέσω της υποβολής, ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου, μιας αίτησης για την έκδοση διαταγής πληρωμής. Να διευκρινιστεί ωστόσο ότι η αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής δεν είναι ο μοναδικός τρόπος προστασίας του εκδότη του τιμολογίου - πωλητή (ή του παρέχοντος τις υπηρεσίες) αλλά είναι η λιγότερο χρονοβόρα διαδικασία αφού εντός ολίγων μηνών δύναται να εφοδιαστεί, ο έχων την απαίτηση, με εκτελεστό τίτλο. Αν μάλιστα αναλογιστεί κανείς ότι οι δικάσιμες που δίδονται από το Πρωτοδικείο Αθηνών είναι για τα έτη 2015 και εκείθεν!

Ωστόσο, για να επιτύχουμε την έκδοση διαταγής πληρωμής η οποία δεν θα πάσχει από τυπικούς και ουσιαστικούς λόγους ακυρότητας θα πρέπει οι συναλλασσόμενοι να είναι ιδιαιτέρως προσεκτικοί τόσο κατά τη σύναψη της σύμβαση πώλησης (ή της σύμβασης παροχής υπηρεσιών) όσο και κατά την έκδοση των παραστατικών στοιχείων, δηλαδή των τιμολογίων.

Καταρχάς σκόπιμο κρίνεται να μην περιορίζονται οι συναλλασσόμενοι στην προφορική κατάρτιση μιας σύμβασης πώλησης (ή παροχής υπηρεσιών) αλλά να φροντίζουν να αποτυπώνουν τοιαύτη εγγράφως αναγράφοντας τουλάχιστον τους πιο ουσιώδεις όρους. Διαφορετικά ο έχων την απαίτηση πωλητής (ή παρέχων τις υπηρεσίες) ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπος με την αμφισβήτηση της απαίτησής του ή τη γενεσιουργό αιτία αυτής από τον αντισυμβαλλόμενό του.

Επιπλέον, ο πωλητής (ή ο παρέχων τις υπηρεσίες) που, εις εκπλήρωση της από μέρους του υποχρέωσης, εκδίδει το σχετικό επί πιστώσει τιμολόγιο πώλησης (ή παροχής υπηρεσιών), θα πρέπει να απαιτεί την ιδιόχειρη υπογραφή του τιμολογίου από τον αγοραστή (ή αντίστοιχα τον αποδέκτη των υπηρεσιών) ή τον νόμιμο εκπρόσωπό του γιατί μόνον τότε τεκμαίρεται ότι πράγματι καταρτίστηκε η σύμβαση πώλησης και ότι παρελήφθησαν τα εμπορεύματα. Η υπογραφή ωστόσο ορισμένου προσώπου αποτελείται από το πλήρες ονοματεπώνυμο αυτού που υπογράφει με αλφαβητικά στοιχεία ενώ η μονογραφή δεν αρκεί.

Δηλαδή συμπεραίνουμε ότι τα τιμολόγια πώλησης που εκδίδονται στην αγορά για φορολογικούς, κυρίως, λόγους, δεν μπορούν να έχουν αποδεικτική ισχύ αν δεν φέρουν την υπογραφή του φερομένου ως αγοραστή για το νόμιμο της εκδόσεώς τους ή για την κατάρτιση της συμβάσεως πωλήσεως ή για την παραλαβή των εμπορευμάτων που αναφέρονται σ' αυτά.

Τέλος, ακόμα και στην περίπτωση που δεν φέρουν τα τιμολόγια πώλησης την ιδιόχειρη υπογραφή του αγοραστή αρκείται η νομολογία μας στην υπογραφή έστω των συνοδευτικών των τιμολογίων εγγράφων δηλαδή των δελτίων αποστολής από τον αγοραστή.

ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

  ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ -ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΕΝ ΟΨΕΙ   ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ (4...