14 Ιανουαρίου 2013

ΟΙ ΔΙΚΑΣΤΕΣ ΣΤΟ ΣΤΕ ΓΙΑ ΤΟ ΜΙΣΘΟ ΤΟΥΣ

ΟΙ ΔΙΚΑΣΤΕΣ ΣΤΟ ΣΤΕ ΓΙΑ ΤΟ ΜΙΣΘΟ ΤΟΥΣ
Όλες οι δικαστικές Ενώσεις και 602 δικαστές από όλο το φάσμα της Δικαιοσύνης προσέφυγαν στο ΣτΕ ενάντια Μνημόνιο 3.
Οι δικαστές ζητούν να κριθεί αντισυνταγματικό και αντίθετο στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου το Μνημόνιο ΙΙΙ, κατά το σκέλος που μειώνει αναδρομικά από την 1η Αυγούστου 2012 τις αποδοχές και τις συντάξεις των δικαστικών λειτουργών και ρυθμίζει τμηματικά τον τρόπο επιστροφής των «αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών» στο Δημόσιο.
Προβλέπεται η τμηματική επιστροφή των επιπλέον πόσων που έλαβαν από την 1.8.2012 μέχρι 31.12.2012, λόγω της αναδρομικής μείωσης των αποδοχών και των συντάξεών των δικαστών και εισαγγελέων.
Τόσο οι δικαστικές Ενώσεις, όσο και οι δικαστές, ζητούν παράλληλα να ακυρωθεί η από 14.11.2012 απόφαση του υπουργού Οικονομικών που προβλέπει την επιστροφή «των αχρεωστήτως καταβληθεισών αποδοχών και συντάξεων» που προκύπτουν από την εφαρμογή του Μνημονίου ΙΙΙ (αναδρομική μείωση αποδοχών και συντάξεων). Ως προς το Μνημονίο ΙΙΙ ζητούν να ακυρωθεί η υποπαράγραφος Γ 1, που αφορά στις μισθολογικές διατάξεις των απασχολουμένων στον δημόσιο τομέα.
Ειδικότερα, στο Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο προσέφυγαν οι Ενώσεις: 1) Δικαστών και Εισαγγελέων, 2) Εισαγγελέων Ελλάδος, 3) Διοικητικών Δικαστών, 4) Δικαστικών Λειτουργών του Ελεγκτικού Συνεδρίου, 5) Μελών του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Επίσης, προσέφυγαν ατομικά όλα τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Ένωσης Δικαστικών Λειτουργών του Συμβουλίου της Επικρατείας (Ι. Γράβαρης, Όλγα Παπαδοπούλου, Φραντζέσκα Γιαννακού, Β. Γκρέστους και Ν. Νικολάκης), 595 δικαστές και εισαγγελείς όλων των βαθμών ομαδικά, αλλά και δύο που προσέφυγαν ανεξάρτητα.
Κατ΄ αρχάς, επισημαίνεται στις ομαδικές αυτές προσφυγές ότι οι δικαστές και οι εισαγγελείς δεν προσέφυγαν στο Μισθοδικείο, γιατί έχει κριθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας ότι στο Μισθοδικείο υπάγονται μόνο ατομικές μισθολογικές, συνταξιοδοτικές και φορολογικές υποθέσεις δικαστών και η προσφυγή του αφορά «ακυρωτική διαφορά» που υπάγεται στη δικαιοδοσία του ΣτΕ.
Υποστηρίζεται ότι οι περικοπές των αποδοχών και των συντάξεων των δικαστικών λειτουργών παραβιάζουν τα άρθρα 26, 87 και 88 του Συντάγματος, καθώς και το δικαίωμά τους στην περιουσία, όπως αυτό κατοχυρώνεται με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Στην έννοια της περιουσίας, όπως είναι γνωστό, περιλαμβάνονται τόσο οι αποδοχές, όσο και οι συντάξεις.
Ακόμη, υπογραμμίζουν ότι οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών, σύμφωνα με τις συνταγματικές επιταγές, πρέπει να είναι ισότιμες με τις αποδοχές των άλλων δύο λειτουργιών (νομοθετικής και εκτελεστικής). Χαρακτηριστικά αναφέρουν ότι οι αποδοχές των πρόεδρων των τριών Ανωτάτων Δικαστηρίων της χώρας ανέρχονται το έτος 2013 στα 3.756 ευρώ, ενώ των βουλευτών οι καθαρές αποδοχές ανέρχονται στα 6.568 ευρώ. Επιπρόσθετα, οι βουλευτές έχουν επιπλέον παροχές, όπως είναι τηλέφωνα, κ.λπ.
Επίσης, υπογραμμίζεται στις προσφυγές ότι το Σύνταγμα προβλέπει πως ο νομοθέτης υποχρεούται να παρέχει στον δικαστή, αφενός μεν αποδοχές, επαρκείς και ανάλογες του λειτουργήματός του, αφετέρου τις κατάλληλες συνθήκες και υποδομές, ώστε αυτός να είναι σε θέση να επιτελεί «το δικαιοδοτικό του έργο» στο υψηλό επίπεδο που επιτάσσουν το Σύνταγμα και οι διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας.
Στην πραγματικότητα όμως, αυτό δεν συμβαίνει, σημειώνουν οι δικαστικοί λειτουργοί, καθώς η Πολιτεία αδυνατεί να προσφέρει στους δικαστές την αναγκαία υλικοτεχνική υποδομή, αλλά ούτε «διατηρεί πρόσφορες συνθήκες ομαλής και ορθολογικής άσκησης του δικαιοδοτικού τους έργου».
Για τον λόγο αυτόν, συνεχίζουν στις προσφυγές τους οι δικαστικές Ενώσεις, η Πολιτεία από το 1997 έχει χορηγήσει στους δικαστές ειδικά επιδόματα (αντισταθμιστικό επίδομα, πάγια αποζημίωση, κλπ).
Έτσι, οι αποδοχές των δικαστών μπορούν να περικοπούν μόνο εφόσον αυτό επιβάλλεται από την ανάγκη αντιμετώπισης εξαιρετικά δυσμενών οικονομικών και δημοσιονομικών συνθηκών και μόνο στο απολύτως αναγκαίο μέτρο, μετά από αιτιολογημένο αποκλεισμό άλλων εναλλακτικών λύσεων, αναφέρουν οι λειτουργοί της Δικαιοσύνης.
Επίσης, προσθέτουν ότι το Μνημόνιο ΙΙΙ επιβάλλει μειώσεις στις αποδοχές των δικαστών, σε τέτοιο ύψος που ανατρέπουν το καθεστώς οικονομικής ασφάλειας που πρέπει αυτοί να απολαμβάνουν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, με συνέπεια αυτό να αντίκειται ευθέως στα άρθρα 26, 87 και 88 παράγραφος 2 του Συντάγματος».
Επαναλαμβάνουν ότι οι περικοπές στις αποδοχές και τις συντάξεις των δικαστικών λειτουργών ανέρχονται στο 44%, ενώ το νέο μισθολόγιο των δικαστών συντάχθηκε κατά αντισυνταγματικό τρόπο, αφού έχει ενταχθεί σε άσχετο νόμο που ρυθμίζει και άλλα θέματα, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 88 του Συντάγματος έπρεπε να ρυθμιστεί με ειδικό νόμο.
Οι Ενώσεις τονίζουν ότι η πρόβλεψη του Μνημονίου ΙΙΙ για πεντάμηνη αναδρομικότητα στις περικοπές των αποδοχών των δικαστών παραβιάζει και την ΕΣΔΑ καθώς οι πλήρεις αποδοχές που έλαβαν από 1.8.-31.12.2012 αποτελούν δεδουλευμένες αποδοχές και παράλληλα ανεπίστρεπτο μέρος της περιουσίας των δικαστών. Δηλαδή οι δικαστές αναγκάζονται να επιστρέψουν αμοιβές που είναι «καρπός της εργασίας τους».
Σε άλλο σημείο των προσφυγών τους επισημαίνουν ότι οι αποδοχές της επίμαχης περιόδου (1.8.-31.12.2012) που έλαβαν, αποτελεί «κτηθείσα περιουσία η οποία προστατεύεται από την ΕΣΔΑ» που έχει κυρωθεί από τη χώρα μας με το Νομοθετικό Διάταγμα 53/1974 και αυτό πλέον (Ν.Δ.) αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ελληνικής νομοθεσίας.
Εξάλλου, αναφέρουν ότι με Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου εξαιρέθηκαν από το ενιαίο μισθολόγιο ορισμένες κατηγορίες εργαζομένων, όπως είναι το προσωπικό της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΚΥΠ), το επιστημονικό προσωπικό της ειδικής νομικής υπηρεσίας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το καλλιτεχνικό προσωπικό του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, κλπ.
Οι εξαιρέσεις όμως αυτές, σύμφωνα με τις Ενώσεις, επιφέρουν χαρακτηριστική δυσμενή μεταχείριση των δικαστών, έναντι άλλων κατηγοριών του ειδικού μισθολογίου, ενώ την ίδια στιγμή καταδεικνύουν ολοφάνερα ότι τα μέλη τους (οι δικαστές και οι εισαγγελείς) υπέστησαν διακριτική και άνιση μεταχείριση στη μισθολογική τους κατάσταση.
Πηγή: ΑΜΠΕ
σχολιο:  ΝΟΜΙΖΩ ΟΤΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΆ ΑΡΜΌΔΙΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΜΙΣΘΟΔΙΚΕΙΟ ΑΣ ΔΙΑΒΑΣΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ 1/2005 ΤΟΥ ΜΙΣΘΟΔΙΚΕΙΟΥ,

08 Ιανουαρίου 2013

ΜονΠρωτΑθ (ασφ) 136/2013: μη υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου στα ασφαλιστικά μέτρα.


ΜονΠρωτΑθ (ασφ) 136/2013: μη υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου στα ασφαλιστικά μέτρα.


ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ
 
Αριθμός Απόφασης

   136 /2013
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Αποτελούμενο από τον Δικαστή Χριστόφορο Σεβαστίδη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, ο οποίος ορίστηκε μετά από κλήρωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3327/2005.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 3 Δεκεμβρίου 2012, χωρίς τη σύμπραξη Γραμματέα, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αιτούσας:  Π Κ.

Του καθ’ ού η αίτηση: Κ Ν.
Η αιτούσα ζητά να γίνει δεκτή η από 4-7-2012 αίτηση της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 119787/12263/2012 και προσδιορίστηκε για την παραπάνω δικάσιμο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το έκθεμα, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την παρ. ΙΓ παρ. 6α’ του ν. 4093/2012 ορίζεται ότι «Η παράγραφος 1 του άρθρου 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912 αντικαθίσταται ως εξής: Το δικαστικό ένσημο καθορίζεται σε ποσοστό οκτώ τοις χιλίοις (8 ‰ ) επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής ή άλλου δικογράφου που υποβάλλεται σε οποιοδήποτε δικαστήριο του Κράτους και υπόκειται σε δικαστικό ένσημο κατά τις οικείες διατάξεις, εφόσον το αιτούμενο ποσό είναι ανώτερο των διακοσίων (200) ευρώ». Με το άρθρο 2 ν. ΓΠΟΗ/1912 «περί δικαστικών ενσήμων» προβλέφθηκε η καταβολή τέλους επί του αντικειμένου της αγωγής ενώ ρητά εξαιρούνται «αι κατά τον ν. ΓΨ/Ζ (3797) του 1911 ενασκούμενοι αγωγαί περί προσωρινών μέτρων». Τέλος με το άρθρο 70 ν. 3994/2011 που αντικατέστησε το άρθρο 7 παρ. 3 νδ 1544/1942 ορίζεται ότι «Στο τέλος που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912 δεν υπόκεινται οι αγωγές περί εξαλείψεως υποθήκης και προσημειώσεως καθώς και περί ακυρώσεως πλειστηριασμού», ενώ σύμφωνα με το άρθρο 21 ν. 4055/2012 «Στο τέλος που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912 δεν υπόκεινται οι αναγνωριστικές που αφορούν τις διαφορές των άρθρων 663, 677, 681Α και 681Β καθώς και οι αγωγές για την εξάλειψη υποθήκης και προσημείωσης και εκείνες που αφορούν την ακύρωση πλειστηριασμού». Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει κατ’ αρχήν ότι σε τέλος δικαστικού ενσήμου υπόκεινται πλέον και οι αναγνωριστικές αγωγές που δεν εμπίπτουν στις εξαιρέσεις του άρθρου 21 ν. 4055/12. Με την προαναφερόμενη ωστόσο διάταξη του ν. 4093/2012 προστέθηκε για πρώτη φορά στην έννομη τάξη και η υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου για «κάθε άλλο δικόγραφο (πέραν της αγωγής) που υπόκειται σε δικαστικό ένσημο κατά τις οικείες διατάξεις», ενώ εξαλείφθηκε η διάταξη του άρθρου 2 ΓΠΟΗ/1912 που εξαιρούσε τα προσωρινά (ασφαλιστικά) μέτρα. Υπό την έννοια του άρθρου 118 ΚΠολΔ που καθορίζει τα στοιχεία του δικογράφου, του διαδικαστικού δηλαδή εγγράφου που συντάσσεται προς πιστοποίηση διαδικαστικής πράξης των διαδίκων (ΑΠ 334/1974, ΕΕΝ 1975, 38, ΑΠ 674/1982, ΝοΒ 1983, 655), περιλαμβάνονται ακόμα και οι προτάσεις που εμπεριέχουν διαδικαστικές πράξεις (ΑΠ 674/1982,ανωτ, ΕφΘεσ 1312/1983, ΕλλΔνη 1984, 843, Παϊσίδου, Αρμ 1991, 101, Ορφανίδης σε Κεραμέα-Κονδύλη- Νίκα, Πολιτική Δικονομία, άρθρο 118 αριθ. 1). Θα έπρεπε συνεπώς ο διάδικος (ανεξαρτήτως της θέσης του ως ενάγοντος ή εναγομένου) να καταβάλει δικαστικό ένσημο για τις προτάσεις, τις αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, την άσκηση ενδίκων μέσων, τις κλήσεις  που καταθέτει ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου και άρα θα υποχρεώνονταν σε πολλαπλή καταβολή δικαστικού ενσήμου για την ίδια ένδικη υπόθεση. Κάτι τέτοιο όμως θα έρχονταν σε ευθεία αντίθεση τόσο με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, όσο και με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, οι οποίες επιτρέπουν μεν στο νομοθέτη τη θέσπιση προϋποθέσεων για την παροχή προστασίας από τα δικαστήρια, οι προϋποθέσεις όμως αυτές πρέπει, αφενός μεν να συνάπτονται και να είναι ανάλογες με την λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης, αφετέρου δε να μην υπερβαίνουν τα όρια εκείνα, πέρα από τα οποία θα συνεπάγονταν την κατάλυση του κατά την προμνησθείσα συνταγματική διάταξη ατομικού δικαιώματος δικαστικής προστασίας (ΑΕΔ 33/1995, ολΣτΕ 601/2012, ΟλΣτΕ 647/2004, ολΣτΕ 3087/2011, ολΕλΣυν 2006/2008, ΕΔΔΑ της 28-10-1998, Ait Mououb κατά Γαλλίας, της 15-2-2000 Garcia Manipardo κατά Ισπανίας, της 19-5-2001 Kreuz κατά Πολωνίας). Ειδικότερα η καταβολή δικαστικού ενσήμου -και μάλιστα σε ποσοστό διπλάσιο από αυτό που ίσχυε μέχρι σήμερα- για κάθε άλλο δικόγραφο πλην της αγωγής θα επιφέρει τεράστια οικονομική επιβάρυνση στον έλληνα πολίτη και ουσιαστικά θα του στερεί τη δυνατότητα παροχής έννομης προστασίας, δεδομένης μάλιστα και της οικονομικής ύφεσης και της τεράστιας συρρίκνωσης των εισοδημάτων.  Εξάλλου η αύξηση του δικαστικού ενσήμου και η επέκτασή του όχι μόνο στα δικόγραφα της αγωγής, αλλά και σε κάθε άλλο δικόγραφο είναι προφανές ότι γίνεται για λόγους εισπρακτικούς και δεν συνάπτεται με την λειτουργία των δικαστηρίων, αφού το λειτουργικό κόστος της δικαιοσύνης όχι μόνο δεν έχει αυξηθεί αλλά αντίθετα έχει περιοριστεί κατά πολύ (όμοια και Γνωμοδότηση Κ. Χρυσόγονου- Α. Καϊδατζή, για τη συνταγματικότητα του σχεδίου νόμου «Έγκριση μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2013-2016» παρ. Γ 7).  Ειδικότερα δε στην έννοια του κάθε «άλλου δικογράφου» δεν μπορεί να περιληφθεί και η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, διότι ως εκ της φύσεώς τους δεν οδηγούν σε οριστική κρίση επί της ένδικης διαφοράς, αλλά παρέχουν προσωρινή δικαστική προστασία και συνήθως ακολουθούνται από την άσκηση αγωγής για την οποία και καταβάλλεται το αντίστοιχο δικαστικό ένσημο. Για το λόγο αυτό εξάλλου είχε εξαιρεθεί ρητά η συγκεκριμένη διαδικασία από την υποχρέωση καταβολής ενσήμου με το ν. ΓΠΟΗ/1912. Τέλος η διάταξη της παρ. ΙΓ παρ. 6α’ του ν. 4093/2012  είναι αόριστη και άρα ανεφάρμοστη κατά το σκέλος που επιβάλει την καταβολή δικαστικού ενσήμου σε κάθε δικόγραφο που υποβάλλεται σε οποιοδήποτε δικαστήριο του Κράτους «και υπόκειται σε δικαστικό ένσημο κατά τις οικείες διατάξεις». Εμφανίζεται έτσι ως προϋπόθεση καταβολής του δικαστικού ενσήμου για κάθε δικόγραφο, αφενός να υποβάλλεται αυτό σε δικαστήριο του Κράτους και αφετέρου να υπόκειται σε ένσημο κατά τις οικείες διατάξεις. Ενώ όμως εξειδικεύονται πλήρως στο άρθρο 21 ν. 4055/2012 τα είδη των αγωγών που εξαιρούνται από την υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου, αντίθετα από πουθενά δεν προκύπτει ποιες είναι οι διατάξεις που υποχρεώνουν σε καταβολή ενσήμου κάθε άλλο δικόγραφο. Ως εκ τούτου είναι παραδεκτή η συζήτηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων χωρίς να υφίσταται ανάγκη καταβολής δικαστικού ενσήμου.
Η αιτούσα επικαλούμενη επείγουσα περίπτωση, ζητά ως ασφαλιστικό μέτρο να διαταχθεί προσωρινά η μετοίκηση του καθ’ ου από τη συζυγική τους οικία και να επιδικαστεί στην ίδια προσωρινά διατροφή σε χρήμα ύψους 725 € μηνιαίως διότι από εύλογη αιτία διέκοψε την έγγαμη συμβίωση και αδυνατεί να αντιμετωπίσει τις ανάγκες της διατροφής της. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η κρινόμενη αίτηση αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ και είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1386, 1391, 1392, 1393, 1496, 1498, ΑΚ, 728, 729, 735 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν, χωρίς να απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη.

06 Ιανουαρίου 2013

Πανάκριβη η προσφυγή στη δικαιοσύνη. Συνεχείς αυξήσεις στα παράβολα της δίκης


Πανάκριβη η προσφυγή στη δικαιοσύνη. Συνεχείς αυξήσεις στα παράβολα της δίκης

images
Του δικηγόρου Γιώργου Δ. Καζολέα
Ολοένα ακριβότερη γίνεται η προσφυγή του πολίτη στη δικαιοσύνη για την προάσπιση των δικαιωμάτων του. Σε αντιστρόφως ανάλογη πορεία με τη δραματική μείωση και περικοπή των εισοδημάτων του, τα δικαστικά παράβολα αυξήθηκαν κατακόρυφα ιδιαίτερα το 2012, που μόλις μας άφησε.
Όσο αφορά την ποινική δικαιοσύνη, ήδη τα παράβολα για την κατάθεση μήνυσης έχουν αναπροσαρμοστεί από τα τέλη του 2010 από 10 σε 100 ευρώ και το παράβολο για τη δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής από 5 σε 50 ευρώ. Δηλαδή από τα 15 ευρώ φτάσαμε στα 150!
Στις αστικές διαδικασίες, με τις τροποποιήσεις που έφερε ο Ν.4055/2012 περί "δίκαιης δίκης" στην πολιτική δικονομία, η κατάθεση της έφεσης απαιτεί παράβολο 200 ευρώ, η κατάθεση της αναίρεσης 300 ευρώ και η κατάθεση της αίτησης αναψηλάφησης 400 ευρώ, διαφορετικά το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Να σημειωθεί πάντως ότι σε περίπτωση νίκης επιστρέφεται το παράβολο αλλιώς το δικαστήριο διατάζει την εισαγωγή του στο δημόσιο ταμείο, καθώς επίσης και ότι τα παράβολα δεν ισχύουν για τις εργατικές διαφορές , για τις διαφορές από αμοιβές για την παροχή εργασίας και για τις διαφορές διατροφών, γονικής μέριμνας και χρήσης οικογενειακής στέγης.  Επίσης η αίτηση εξαίρεσης κοστίζει πλέον 100 ευρώ.
Επιπλέον με το τρίτο μνημόνιο, τον περασμένο Δεκέμβριο, διπλασιάστηκε το ποσοστό του δικαστικού ενσήμου επί του ζητούμενου κεφαλαίου με την άσκηση της αγωγής. Για παράδειγμα αν κάποιος ζητάει με την αγωγή του να του επιδικασθεί το ποσό των 200.000 ευρώ θα πρέπει να καταβάλει μόνο για δικαστικό ένσημο ποσό περίπου 200 ευρώ ενώ μέχρι πρότινος κατέβαλε τα μισά!
Λαμβανομένου υπόψη ότι και τα παράβολα των διοικητικών δικαστηρίων αναπροσαρμόζονται συνεχώς τα δύο τελευταία έτη προς τα πάνω, είναι προφανής η προσπάθεια τόσο της σημερινής όσο και των προηγούμενων κυβερνήσεων αφενός να περιορίσουν δραστικά το δικαίωμα του πολίτη να προσφεύγει ενώπιον της δικαιοσύνης, αφετέρου να μεγιστοποιήσουν τα εισπρακτικά οφέλη από τις παράλογες αυτές αυξήσεις

29 Δεκεμβρίου 2012

Η ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΥΠΟΥΡΓΩΝ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ "ΠΑΡΑΓΡΑΦΗΣ"





Η ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΥΠΟΥΡΓΩΝ - ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ "ΠΑΡΑΓΡΑΦΗΣ"

1.-Ο πρώτος νόμος περί ευθύνης υπουργών ήταν ο ΦΠΣτ του 1876, όπως τροποποιήθηκε από τον N. XE του 1873.Το νομοθετικό αυτό καθεστώς διατηρήθηκε σε ισχύ για έναν αιώνα μέχρι την έκδοση του ΝΔ 802/1971.Οι ρυθμίσεις του τελευταίου, οι οποίες πάντως επαναλαμβάνουν τις ως τότεισχύουσες αρχές, διατηρήθηκαν σε ισχύ και από το Σύνταγμα του 1975 με ρητή μεταβατική διάταξη (άρθρο 115 παρ.1) «ώσπου να εκδοθεί ο από το άρθρο 86 παρ. 1 προβλεπόμενος νόμος».Ο νόμος αυτός εκδόθηκε τον Ιούλιο του 1997 (N. 2509/1997) .ι διατάξεις όμως εκείνες είχαν επικριθεί έντονα και έτσι κρίθηκε η ανάγκη τροποποιήσεώς τους με τον Ν. 3126 (ΦΕΚ Α' 66/19.03.2003)Το σχετικό άρθρο 86 του Συντάγματος αναθεωρήθηκε το 2001. Αντί να βελτιώσει τη κατάσταση την χειροτέρεψε.H νέα ρύθμιση του άρθρου 86 Σ είναι ατυχέστατη και σκοπεί δυστυχώς στο ακαταδίωκτο αφού θεσμοθετήθηκε μια εξαιρετικά πολύπλοκη διαδικασία για την ποινική δίωξη των υπουργών, η οποία πιστεύω ότι είναι αδύνατο ή μάλλον ανέφικτο, να καταλήξει στην παραπομπή τους στο ακροατήριο. Συγκεκριμένα, χρειάζεται να αποφασίσει το Κοινοβούλιο δύο φορές, με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, ώστε να ασκηθεί ποινική δίωξη!!!Την πρώτη φορά, για να συσταθεί η ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης και την δεύτερη, όταν το πόρισμα της επιτροπής αυτής εισαχθεί στην Ολομέλεια, η οποία τελικά αποφασίζει για την άσκηση ή μη διώξεως.Είναι προφανές ωστόσο ότι αν ο «εγκαλούμενος» υπουργός ανήκει στο κόμμα που διαθέτει την πλειοψηφία στη Βουλή, τότε η λήψη αποφάσεως της Βουλής, τόσο για τη σύσταση της ειδικής κοινοβουλευτικής επιτροπής που θα διενεργήσει την προκαταρκτική εξέταση όσο και την τελική κρίση για τη δίωξη, καθίσταται σχεδόν αδύνατη. Αξίζει να σημειωθεί ότι με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού του βουλευτών, η Βουλή μπορεί να ανακαλέσει την απόφασή της ή να αναστείλει τη δίωξη, την προδικασία ή την κύρια διαδικασία, οποτεδήποτε, δηλαδή και αν ακόμη έχει περαιωθεί η ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου και αναμένεται η έκδοση της αποφάσεώς του. Το πλέον όμως σκανδαλώδες είναι το προτελευταίο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 86Σ, σύμφωνα με το οποίο «η Βουλή μπορεί να ασκήσει την κατά την παράγραφο 1 αρμοδιότητά της (να συστήσει δηλαδή επιτροπή και να ασκήσει δίωξη) μέχρι το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση του αδικήματος». Με τη διάταξη αυτή η ατιμωρησία καθίσταται σχεδόν βεβαία για τα αδικήματα που τελέστηκαν κατά την τελευταία σύνοδο της προηγούμενης βουλευτικής περιόδου εφόσον το ίδιο κόμμα κερδίσει τις εκλογές. H προθεσμία αυτή είναι ασφυκτική και οδηγεί στην εξάλειψη του αξιόποινου των πράξεων μέσα σε ελάχιστα χρόνια από την τέλεσή τους . 
2.-Το Σύνταγμα προβλέπει ρητά ότι η Βουλή μπορεί να ασκήσει δίωξη μέχρι το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση του αδικήματος, ενώ η Βουλή μπορεί οποτεδήποτε να ανακαλέσει την απόφασή της ή να αναστείλει την δίωξη, την προδικασία ή την κύρια διαδικασία. Η βουλευτική περίοδος είναι ανάμεσα σε δυο εκλογές και περιλαμβάνει τέσσερις κοινοβουλευτικές συνόδους. Αν και οι συνταγματολόγοι διχάζονται, ωστόσο είναι ισχυρά τα επιχειρήματα σύμφωνα με τα οποία αν και μεσολάβησε η Βουλή «της μιας ημέρας», ανάμεσα στις δυο εκλογικές αναμετρήσεις του Μαίου και Ιουλίου 2012, δεν υφίσταται θέμα παρέλευσης της προαναφερθείσας αποσβεστικής προθεσμίας, καθώς δεν υπήρξε Βουλή που να διήρκεσε τουλάχιστον δυο τακτικές συνόδους. Υπενθυμίζεται, εξάλλου, ότι προ της αναθεώρησης του 2001, προβλεπόταν για την παρέλευση της αποσβεστικής προθεσμίας η ολοκλήρωση μιας τακτικής συνόδου, κάτι που άλλαξε ώστε να υπάρχει επέκταση και διεύρυνση της σχετικής αποσβεστικής προθεσμίας προς αποφυγή παραγραφής τυχόν αδικημάτων πολιτικών προσώπων. Έτσι, σύμφωνα με την άποψη αυτή, εφόσον δεν συμπληρώθηκαν τουλάχιστον δυο τακτικές σύνοδοι στην διάρκεια της Βουλής που προέκυψε από τις εκλογές του περασμένου Μαίου, καθώς διαλύθηκε αμέσως μετά την ορκωμοσία της, υπάρχει η δυνατότητα της παρούσας Βουλής να κινήσει τη διαδικασία του νόμου περί ευθύνης υπουργών και ως εκ τούτου τα όποια αδικήματα δεν παραγράφονται.
3.-Προσοχη το ζητημα εχε  αντιμετωπισθεί  με την Αποφαση  1/2011 ΕΙΔ ΔΙΚ ΥΠ(ΠΟΙΝΔ/ΝΗ 2011/293)Υπόθεση Βατοπεδίου. Κακουργηματική απιστία περί την υπηρεσία εις βάρος του Δημοσίου άνω των 73.000 € κατά αυτουργία, κατά συναυτουργία και κατ΄εξακολούθηση. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος.  Αποκλειστική αρμοδιότητα της Βουλής για άσκηση ποινικής δίωξης κατά Υπουργών και αποσβεστική προθεσμία για την άσκηση αυτή. Εξάλειψη του αξιοποίνου. Ο χρόνος, ο οποίος αρχίζει από την τέλεση του αδικήματος και διαρκεί μέχρι του πέρατος της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου.
ΑΝΤΩΝΗΣ Π.ΑΡΓΥΡΟΣ

27 Δεκεμβρίου 2012

ΑΕΔ 25/2012: Λόγω της οικονομικής κρίσης, το Δημόσιο μπορεί να πληρώνει χαμηλότερους τόκους από ό,τι οι ιδιώτες


ΑΕΔ: Λόγω της οικονομικής κρίσης, το Δημόσιο μπορεί να πληρώνει χαμηλότερους τόκους από ό,τι οι ιδιώτες


Κάτω από τις μνημονιακές επιταγές και τις παρούσες οικονομικές συγκυρίες δεν προσκρούει στις συνταγματικές επιταγές η νομοθετική εκείνη ρύθμιση, που προβλέπει ότι το Δημόσιο για τις οφειλές του πρέπει να καταβάλει τόκο υπερημερίας 6%, ενώ οι ιδιώτες που οφείλουν στο Δημόσιο πρέπει να πληρώνουν μεγαλύτερο επιτόκιο (περίπου από 8,75% έως 12,25%), αποφάνθηκε το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (ΑΕΔ), κάνοντας δεκτή την εισήγηση του συμβούλου Επικρατείας Παναγιώτη Ευστρατίου.
Το επίμαχο ζήτημα απασχόλησε το ΑΕΔ, μετά τις αντίθετες αποφάσεις που είχαν εκδοθεί από το Ελεγκτικό Συνέδριο και τον Άρειο Πάγο.

Ειδικότερα, το ΑΕΔ με την υπ' αριθμ. 25/2012 απόφασή του, με ισχυρότατη πλειοψηφία, έκρινε κατ' αρχάς, ότι λόγοι δημοσίου συμφέροντος δεν δικαιολογούν τη διαφοροποίηση του ύψους του επιτοκίου μεταξύ Δημοσίου και ιδιωτών. Όμως, συνιστούν λόγους δημοσίου συμφέροντος η ανάγκη διασφαλίσεως της δημοσιονομικής ισορροπίας του κράτους και η αντιμετώπιση της διαπιστωθείσας από τον νομοθέτη, οξείας δημοσιονομικής κρίσεως την οποία διέρχεται η Ελλάδα.
Για τη αντιμετώπιση της κρίσης αυτής και για την αποκατάσταση της δημοσιονομικής ισορροπίας, συνεχίζει η δικαστική απόφαση, έχουν ήδη ληφθεί διάφορα μέτρα με σκοπό τη μείωση των δαπανών και την αύξηση των δημοσίων εσόδων. Μεταξύ των άλλων μέτρων, που έχουν ληφθεί, είναι οι περικοπές των αποδοχών και των συντάξεων, η αύξηση των φόρων, η επιβολή έκτακτων φόρων, η επιβολή εκτάκτου ειδικού τέλους ηλεκτροδοτούμενων δομημένων επιφανειών (χαράτσι) κ.λπ.
Μετά τα δεδομένα αυτά, υπογραμμίζεται στην απόφαση, η διαφοροποίηση αυτή στο ύψος του τόκου, που προβλέπει ο Κώδικας Νόμων περί Δικών του Δημοσίου, δεν αντίκειται στα άρθρα 4 του Συντάγματος (ισότητα) και 25 (αρχή αναλογικότητας), λόγω «των συντρεχουσών περιστάσεων» και του σκοπού της επίμαχης διάταξης του εν λόγω Κώδικα.
Σε άλλο σημείο της απόφασης, το ΑΕΔ τονίζει ότι η διαφοροποίηση αυτή στο ύψος του τόκου δεν αντίκειται στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 4 παράγραφος 5 του Συντάγματος, που αφορά την ισότητα ενώπιον των δημοσίων βαρών, ενόψει του γεγονότος, καθώς προς αντιμετώπιση της οξείας δημοσιονομικής κρίσεως έχουν ληφθεί μέτρα που επιβαρύνουν οικονομικώς διάφορες και μεγάλες κατηγορίες πολιτών.
Υπενθυμίζεται ότι η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου (απόφαση 2812/2011) έκρινε ότι είναι αντισυνταγματική και αντίθετη στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) η επίμαχη διάταξη που προβλέπει τη διάκριση μεταξύ Δημοσίου και ιδιωτών ως προς το ύψος του τόκου και παρέπεμψε το όλο θέμα προς οριστική κρίση στο ΑΕΔ, λόγω της διχογνωμίας (αντίθετων αποφάσεων) μεταξύ των δύο Ανωτάτων Δικαστηρίων.
Από την άλλη πλευρά, ο Άρειος Πάγος, με σειρά αποφάσεών του (1127/2010, 1128/2010 κ.λπ.), έχει κρίνει ότι είναι συνταγματική η επίμαχη διάκριση για την επιβολή του τόκου και δεν αντιβαίνει στην ΕΣΔΑ.

Ετσι ξηλώνεται κάθε νομολογιακή κατάκτηση και τα προνόμια του Δημοσίου καλά κρατούν!!!!!!!!!!!!!!!!!

ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

  ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ -ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΕΝ ΟΨΕΙ   ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ (4...