27 Δεκεμβρίου 2012

Ο ΜΙΣΘΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΑΞΙΩΜΑΤΑ


Ο μισθός του κυβερνήτη - Καποδίστριας


<<...Ελπίζω όσοι εξ υμών συμμετάσχουν εις την Κυβέρνησιν θέλουν γνωρίσει μεθ' εμού ότι εις τας παρούσας περιπτώσεις, όσοι ευρίσκονται εις δημόσια υπουργήματα δεν είναι δυνατόν να λαμβάνουν μισθούς αναλόγως με τον βαθμό του υψηλού υπουργήματος των και με τας εκδουλεύσεις των, αλλ' ότι οι μισθοί ούτοι πρέπει να αναλογούν ακριβώς με τα χρηματικά μέσα, τα οποία έχει η Κυβέρνησις εις την εξουσίαν της... >> και <<... εφ' όσον τα ιδιαίτερα εισοδήματα μου αρκούν δια να ζήσω, αρνούμαι να εγγίσω μέχρι και του οβολού τα δημόσια χρήματα, ενώ ευρισκόμεθα εις το μέσον ερειπίων και ανθρώπων βυθισμένων εις εσχάτην πενίαν >>.
Ιωάννης Καποδίστριας
Κυβερνήτης της Ελλάδας
προς την Δ' Εθνοσυνέλευση

01 Δεκεμβρίου 2012

ΖΗΤΩ ΤΑΠΕΙΝΑ ΣΥΓΓΝΩΜΗΝ

Αγαπητοί φίλοι,
η συμμετοχή σε συλλογικά όργανα, μας υποχρεώνει κάποιες φορές  προκειμένου να τηρηθεί αυστηρά η νομιμότητα όπως επιβάλλεται,να πειθαρχούμε στον κανόνα της πλειοψηφίας,αλλά και της τυπικής νομιμότητας,  αν και διαφωνούμε.
Έτσι πολλές φορές αυτό πού λέγεται τυπική νομιμότητα, κρύβει μία τεράστια ουσιαστική αδικία.
Εγώ ντρέπομαι γιατί αθέλητα σ εφαρμογή των αρχών αυτών γίνομαι κι εγώ κάποιες φορές   συνεργός σε μια ουσιαστική αδικία.
Η παραίτηση είναι μια λύση όταν αυτό είναι θεσμικά δυνατό, το έκαμα σε μια περίπτωση δυο φορές, μα είχε τα αντίθετα αποτελέσματα.
Λυπάμαι για τις νεανικές καρδιές που αθέλητα μου πίκρανα,τους αξίζει καλύτερη τύχη.
Θα μιλήσω για όλα στην ώρα τους .
ΖΗΤΩ ΤΑΠΕΙΝΑ ΣΥΓΓΝΩΜΗΝ

Για πρώτη φορά πολίτης δικαιώνεται για καθυστέρηση απονομής της Δικαιοσύνης


Για πρώτη φορά, Ελληνικό Δικαστήριο αποζημιώνει πολίτη, λόγω μεγάλης καθυστέρησης στην απονομή της Δικαιοσύνης, σύμφωνα με την απόφαση 4467/2012 του Συμβουλίου της Επικρατείας.
- Αντώνης Π. Αργυρός  σχόλιο:
   
Για πρώτη φορά πολίτης δικαιώνεται για καθυστέρηση απονομής της Δικαιοσύνης1.-Η απόφαση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία ,αφού το Συμβούλιο της Επικρατείας σε μονομελή σύνθεση, εξέδωσε σ’ εφαρμογή του νέου νόμου 4055/2012[1] , την σχολιαζόμενη Απόφαση επί αίτησης πολίτη με την οποία ζητάει να του καταβάλλει το ελληνικό Δημόσιο ως αποζημίωση 30.000 ευρώ, καθώς το δικαστήριο καθυστέρησε να εκδώσει την απόφαση του κατά 8 έτη, 6 μήνες και 18 ημέρες. Το ποσό αυτό το διεκδικούσε  ως δίκαιη ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την παραβίαση του δικαιώματος του σε ταχεία απονομή της Δικαιοσύνης.
Σύμφωνα με την (νέα) ισχύουσα διαδικασία για την καταβολή αποζημίωσης λόγω καθυστέρησης έκδοσης δικαστικής απόφασης από την ελληνική Δικαιοσύνη   προβλέπεται για πρώτη φορά στα άρθρα 53 έως 58 του Ν. 4055/2012. Μέχρι τώρα οι Έλληνες πολίτες προσέφευγαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όταν η ελληνική Δικαιοσύνη καθυστερούσε στην έκδοση απόφασης και οι καταδίκες της χώρας μας είναι ήδη αρκετές. Η χώρα μας καταδικάστηκε το 2011 συνολικά σε πενήντα (50) υποθέσεις για υπερβολική διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας.
Η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο τραγική όπως προκύπτει από τα  στοιχεία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που αφορούν την παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της Σύμβασης. Μέσα στα52 χρόνια λειτουργίας του ΕΔΑΔ, η χώρα μας μετρά συνολικά 403 καταδίκες∙ αριθμός που μεταφράζεται σε ποσοστό 48% επί του συνόλου των καταδικαστικών αποφάσεων, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος κυμαίνεται σε ποσοστό περίπου 26%. Το πρόβλημα της βραδύτητας απονομής της δικαιοσύνης αγγίζει τόσο της Πολιτική όσο και την Διοικητική δικαιοσύνη. Δεν είναι προς τιμήν της Χώρας η καταδίκη της για παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ,λόγω της αδικαιολόγητης βραδύτητας απονομής της Δικαιοσύνης α) Το ΕΔΔΑ . έκρινε ότι σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 της Σύμβασης για τα δικαιώματα του ανθρώπου και τις θεμελιώδεις Ελευθερίες η υπόθεση οποιουδήποτε προσώπου πρέπει να δικάζεται από το δικαστήριο εντός ευλόγου προθεσμίας. Για να καθοριστεί το εύλογο ή μη του χρονικού διαστήματος εκδίκασης των υποθέσεων λαμβάνεται υπόψη το στάδιο στο οποίο βρίσκονταν αυτές την 20/11/1985, οπότε αναγνωρίστηκε το δικαίωμα ατομικής προσφυγής με ελληνική δήλωση. Κρίσιμος όμως και ο χρόνος διάρκειας των διαδικασιών αυτών μέχρι την παραπάνω ημερομηνία. Στον χρόνο αυτό περιλαμβάνεται τόσο αυτός που μεσολάβησε έως την έκδοση αποφάσεων των διοικητικών οργάνων επί των ενστάσεων όσο και αυτός μέχρι την έκδοση δικαστικών αποφάσεων, λαμβανομένων υπόψη της περιπλοκότητας της υπόθεσης, της συμπεριφοράς των μερών και των πραγματικών περιστατικών
 
2.- Με τις διατάξεις του ν 4055/12 (άρθρα 53 έως 60) εισάγεται  νέο ένδικο βοήθημα για την επιδίωξη αποκατάστασης της βλάβης από την αδικαιολόγητη καθυστέρηση εκδίκασης διοικητικής διαφοράς, και ρυθμίζεται η άσκησή του και οι προϋποθέσεις και συνέπειες της αποδοχής του (άρθρα 53 έως 58), καθώς και η δυνατότητα να ζητηθεί επίσπευση της εκδίκασης της διαφοράς  (άρθρα 59, 60). Ειδικότερα:
Η αίτηση για δίκαιη ικανοποίηση δεν μπορεί να ασκηθεί από το ελληνικό δημόσιο, ως διάδικο. O αιτών δίκαιη ικανοποίηση μπορεί να είναι οποιοσδήποτε διάδικος, τόσο ηττηθείς όσο και νικήσας. Η αίτηση υπογράφεται από δικηγόρο. Η αίτηση πρέπει να υποβληθεί για κάθε βαθμό δικαιοδοσίας ξεχωριστά. Η αίτηση ασκείται εντός προθεσμίας έξι μηνών από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης, για την οποία ο αιτών παραπονείται ότι υπήρξε υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης και κατατίθεται στη γραμματεία του εκδόντος την απόφαση δικαστηρίου. Για την κατάθεση της αίτησης προβλέπεται η καταβολή παραβόλου. Η υπόθεση προσδιορίζεται για συζήτηση το αργότερο εντός 5 μηνών από την ημέρα κατάθεσης της αίτησης και η διοίκηση πρέπει να αποστείλει τις απόψεις της και τον σχετικό φάκελο 15 τουλάχιστον μέρες προ της ορισθείσας ημερομηνίας συζήτησης. Δεν επιτρέπεται η  για μη χορήγηση αναβολής σε περίπτωση μη αποστολής των απόψεων του Δημοσίου (από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού), οπότε και η αίτηση συζητείται λαμβανομένων υπόψη μόνο των προσκομισθέντων από τον αιτούντα στοιχείων. Κατά της σχετικής απόφασης, που δημοσιεύεται εντός δύο μηνών, δεν ασκείται ένδικο μέσο. Το δικαστήριο αποφαίνεται, αν πρέπει να επιδικαστεί ποσό για τη δίκαιη ικανοποίηση συνεκτιμώντας τους ισχυρισμούς και την συμπεριφορά των διαδίκων, δεδομένου ότι η καθυστέρηση της δίκης αποτελεί μαχητό τεκμήριο ότι υπήρξε βλάβη (άρθρο 57) και σε καταφατική περίπτωση (δηλ. αν γίνει δεκτή η αίτηση) επιβάλλονται στο Δημόσιο και τα έξοδα του πληρεξούσιου δικηγόρου. Η είσπραξη του ανωτέρω ποσού σε βάρος του Δημοσίου, αν δεν γίνει σύμφωνα με τις διατάξεις περί εντάλματος πληρωμής, μπορεί να επιτευχθεί και με αναγκαστική εκτέλεση, δηλ. με κατάσχεση της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου (άρθρο 58).
 
3.- Κατά δε το άρθρο 932 Α.Κ[2]. «Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική αυτή ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Ηθική βλάβη είναι ή μη περιουσιακή βλάβη ή επερχόμενη στην ηθική, πνευματική και σωματική συγκρότηση του αδικηθέντος. .» Η κρίση του δικαστηρίου [3]ότι επήλθε στη συγκεκριμένη περίπτωση ηθική βλάβη καθώς και ο προσδιορισμός από αυτό του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου (βλ. Σ.τ.Ε. 1042/2007 και Α.Π. 1586/2002, 777/2003, 674/2004, 1194/2005, 11/2005 Ολομ., 122, 319, 1644, 1670/2006, 163, 634/2007, 14/2011,Βλ. Ζέπο, ΈνΔ II σ. 758/9) . Αξιοσημείωτοι ομως και οι ισχυρισμοί του Δημοσίου για την επιδίκαση του ύψους του ποσού ως δίκαιη ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη λόγω της προαναφερόμενης παραβίασης του δικαιώματός του σε ταχεία απονομή της δικαιοσύνης του εν όψει του  σημερινού βιοτικού επιπέδου της Χώρας. Το δικαστήριο  απάντησε με τις ακόλουθες ενδιαφέρουσες  σκέψεις του που βρίσκονται  πλέον στην σταθεροποιημένη γραμμή της  πρόσφατης νομολογίας: «Στο πλαίσιο αυτό, δεν μπορεί να παραγνωρισθεί η προκύπτουσα από τα διαθέσιμα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής πτώση του βιοτικού επιπέδου στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, η οποία είναι απότοκη του σοβαρότατου κλονισμού της δημοσιονομικής ισορροπίας του ελληνικού Κράτους, λόγω της εκτόξευσης σε πρωτοφανή για την ιστορία των δημοσίων οικονομικών της Χώρας επίπεδα του δημοσίου ελλείμματος και του δημοσίου χρέους (το οποίο ανήλθε, το έτος 2011, σε 165,3% επί του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος – ΑΕΠ), καθώς και λόγω της συνεχιζόμενης σοβαρής ύφεσης, η οποία απομειώνει συνεχώς το ΑΕΠ της Χώρας (από 233 δισεκατομμύρια ευρώ το έτος 2008 σε 215 δισεκατομμύρια το έτος 2011) και, συνακόλουθα, το διαθέσιμο κατά κεφαλή εισόδημα.» Το δικαστήριο επεδίκασε αποζημίωση αφού έλαβε υπόψη το ύψος του «σημερινού βιοτικού επιπέδου της Χώρας».  Ο συνυπολογισμός  όμως των δυσμενών οικονομικών συνθηκών του ζημιώσαντος Δημοσίου  δεν πρέπει να οδηγεί στην πλήρη απαλλαγή του από την αξίωση της ηθικής βλάβης, γιατί τότε ματαιώνεται ο σκοπός του νομοθέτη, για την καταβολή αποζημίωσης λόγω καθυστέρησης έκδοσης δικαστικής απόφασης από την ελληνική Δικαιοσύνη που προβλέπεται για πρώτη φορά στα άρθρα 53 έως 58 του Ν. 4055/2012.-


[1] «Δίκαιη δίκη και εύλογη διάρκεια αυτής». Η  βασική αρχή της δίκαιης δίκης, όπως αυτή προσδιορίζεται στο άρθρο 6 τής Ε.Σ.Δ.Α. και έχει εξειδικευθεί από αποφάσεις τού Ε.Δ.Δ.Α., είναι η εύκολη πρόσβαση τού πολίτη στη Δικαιοσύνη, Ο . Ν. 4055/2012 έχει θετικές ρυθμίσεις στα άρθρα 53 έως 60 , όμως με το μέγιστο μέρος του  εμποδίζεται η πρόσβαση τού πολίτη στη Δικαιοσύνη, διά της περαιτέρω, και μάλιστα μεγάλης, αυξήσεως τού κόστους αυτής της προσβάσεως. Παράλληλα, ενώ σ’αυτόν το νόμο προβλέπεται η επιτάχυνση τών διαδικασιών απονομής τής Δικαιοσύνης, ωστόσο, δεν εξασφαλίζεται, το μεν η ποιότητα της αποδιδόμενης Δικαιοσύνης, το δε αυτή καθ’αυτή η ταχύτητα στην απονομή της,.
[2] Βλ:1) Παυλόπουλος Π:Η αστική ευθύνη του Δημοσίου ,1986,19898 τομΙ-ΙΙ- 2)Βεγλερής Φ.Η διοικητική δικαιοσύνη υπό το Σύνταγμα ,1960- 3)Καρακωστας Β «Η ηθική βλάβη στην πολιτειακή αποζημίωση» (ΔΦΟΡΝ 2004/17)
[3] Bλ: ενδεικτική βιβλιογραφία:  1..-Κρητικός Αθ.: Αποζημίωση από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα (1992 και Συμπληρώματα) 2.-Κωσταρά Γ.: Νομική φύσις της χρηματικής ικανοποιήσεως δι’ ηθικήν βλάβην κατ’ ΑΚ ΕΕΝ 43.501 επ. 3.-       Πατεράκης Στ.: Η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (1995)     4.-Σταθόπουλος Μιχ.: Αναλογικότητα, εύλογη αποζημίωση και αναιρετικός έλεγχος, ΝοΒ 58.53
 
 
ΑΝΤΩΝΗΣ Π.ΑΡΓΥΡΟΣ
 
www.argyroslaw.gr

25 Νοεμβρίου 2012

Προσοχή : αποζημίωση για καθυστέρηση δίκης από Ελληνικό Δικαστήριο


Οι τραγικές καθυστερήσεις στην απονομή της δικαιοσύνης περιγράφονται σε πρόσφατη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας το οποίο «τιμώρησε» τον εαυτό του επιδικάζοντας αποζημίωση σε πολίτης που περίμενε 100 μήνες την έκδοση δικαστικής απόφασης!

Είναι η πρώτη φορά που Ελληνας πολίτης δικαιώνεται για την ταλαιπωρία που υπέστη αναμένοντας να εκδοθεί δικαστική απόφαση, περιμένοντας περισσότερα από οκτώ χρόνια! Η αποζημίωση ύψους 4.800 ευρώ επιδικάστηκε από το Γ΄ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας σε δικηγόρο από το Βόλο ο οποίος τον Ιούνιο του 2003 είχε καταθέσει στο ΣτΕ αίτηση για την ακύρωση της απόφασης του Πρυτανικού Συμβουλίου του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, με την οποία επιλέχθηκε για τη θέση του νομικού συμβούλου άλλη συνάδελφός του και όχι ο ίδιος. Η υπόθεση αφού μεσολάβησαν δέκα αναβολές συζητήθηκε τελικά στο Γ’ Τμήμα του ΣτΕ το Φεβρουάριο του 2009, η απόφαση δημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο του 2011 και καθαρογράφτηκε στις αρχές του 2012!

Η απόφαση με την οποία επιδικάστηκε η αποζημίωση εκδόθηκε καθ' εφαρμογήν των διατάξεων του Ν. 4055/2012 για τη «δίκαιη δίκη και εύλογη διάρκεια αυτής». Το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι ο δικηγόρος δε συνέβαλε στην καθυστέρηση της έκδοσης της απόφασης, καθώς οι πολυάριθμες αναβολές συζήτησης της υπόθεσής του δόθηκαν είτε αυτεπαγγέλτως είτε από την πλευρά των αντιδίκων. Ακόμη στην απόφαση υπογραμμίζεται ότι η υπό εκδίκαση υπόθεση δεν ήταν και ιδιαίτερα περίπλοκη νομικά για να απαιτεί τόσο χρόνο και ότι το ζητήματα το οποίο έθετε ο δικηγόρος με την προσφυγή του έχει λυθεί με προηγούμενη νομολογία του ΣτΕ. «Προκάλεσε πράγματι στο δικηγόρο ηθική βλάβη, συνισταμένη στην αγωνία, την ταλαιπωρία και την αβεβαιότητα που υπέστη» σημειώνεται μεταξύ άλλων στην απόφαση.http://www.scribd.com/doc/114381887/%CE%91%CF%81%CE%B9%CE%B8%CE%BC%CF%8C%CF%82-4467-2012-%CE%A3%CE%A4%CE%95-%CE%A0%CE%95%CE%A1%CE%99%CE%9B%CE%97%CE%A8%CE%97-%CE%91%CE%A0%CE%9F%CE%A6%CE%91%CE%A3%CE%97-%CE%93%CE%99%CE%91-%CE%94%CE%99%CE%9A%CE%91%CE%99%CE%97-%CE%99%CE%9A%CE%91%CE%9D%CE%9F%CE%A0%CE%9F%CE%99%CE%97%CE%A3%CE%97-%CE%9B%CE%9F%CE%93%CE%A9-%CE%A5%CE%A0%CE%95%CE%A1%CE%92%CE%91%CE%A3%CE%97%CE%A3-%CE%A4%CE%97%CE%A3-%CE%95%CE%A5%CE%9B%CE%9F%CE%93%CE%97%CE%A3-%CE%94%CE%99%CE%91%CE%A1%CE%9A%CE%95%CE%99%CE%91%CE%A3-%CE%A4%CE%97%CE%A3-%CE%94%CE%99%CE%9A%CE%97%CE%A3

02 Οκτωβρίου 2012

Μεταπτυχιακές σπουδές ΑΕΙ διδακτρα αποφαση ΣΤΕ 2411/2012 ΜΕ ΣΧΟΛΙΟ



Συμβούλιο Επικρατείας
(Ολομέλεια)
Αριθ. 2411/2012

Πρόεδρος: Π. Πικραμμένος
Μέλη: Ε. Σάρπ, Ν. Μαρκουλάκης, Μ. Βηλαράς, Α. Σακελλαροπούλου, Γ. Ποταμιάς, Μ. Γκορτζολίδου, Ι. Γράβαρης, Ε. Αντωνόπουλος, Ι. Ζόμπολας, Σ. Μαρκάτης, Α. Ντέμσιας, Σ. Χρυσικοπούλου, Η. Τσακόπουλος, Β. Καλαντζή, Μ. Σταματελάτου-Μπεριάτου, Β. Αραβαντινός, Α. Καλογεροπούλου, Ε. Κουσιουρής, Α. Σταθάκης, Ο. Ζύγουρα, Β Ραφτοπούλου, Κ. Κουσούλης, Κ. Φιλοπούλου, Θ. Αραβάνης, Κ. Πισπιρίγκος, Δ. Μακρής, Σύμβουλοι, Η. Μάζος, Κ. Κονιδιτσιώτου, Χ. Μπολόφη
Εισηγητής: Γ. Ποταμιάς, Σύμβουλος
Δικηγόροι: Γ.Σ.Π. Κατρούγκαλος, Η. Ψώνης

Μεταπτυχιακές σπουδές ΑΕΙ. Περιεχόμενο της δωρεάν παιδείας στην ανώτατη εκπαίδευση είναι η ανεξάρτητα από εισοδηματικά κριτήρια μη συμμετοχή των φοιτητών στο κόστος λειτουργίας και παροχής του εκπαιδευτικού έργου διά της καταβολής διδάκτρων καθώς και η δωρεάν προμήθεια και παροχή των αναγκαίων διδακτικών μέσων (βιβλία κ.λπ.). Το εν λόγω δικαίωμα εκτείνεται καθ’ όλη την χρονική διάρκεια των προπτυχιακών σπουδών, οι οποίες περαιώνονται με τη λήψη του πτυχίου. Όταν ο συντακτικός νομοθέτης θέσπισε με το Σύνταγμα του 1975 το εν λόγω κοινωνικό δικαίωμα και για την ανώτατη εκπαίδευση είχε υπόψη του το θεσμικό πλαίσιο και το κόστος λειτουργίας των προπτυχιακών σπουδών ενώ απουσίαζαν σχεδόν από τα ελληνικά πανεπιστήμια οι μεταπτυχιακές σπουδές. Ως προς τις μεταπτυχιακές σπουδές και την εκπόνηση διδακτορικής εργασίας εναπόκειται στην εκτίμηση του κοινού νομοθέτη, να επιβάλλει στους μεταπτυχιακούς φοιτητές εκτός από την κρατική επιχορήγηση και δίδακτρα, για την κάλυψη του κόστους λειτουργίας των προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών. Στην περίπτωση όμως αυτή για τον καθορισμό των διδάκτρων δύναται να λάβει υπόψη του ο νομοθέτης ή κατ’ εξουσιοδότηση η κανονιστικώς δρώσα διοίκηση και εισοδηματικά κριτήρια. Δεν δύναται όμως να καθορίσει δίδακτρα σε τέτοιο ύψος ώστε να καθίσταται αδύνατη ή δυσχερής η συμμετοχή σε ΠΜΣ φοιτητών περιορισμένης εισοδηματικής ικανότητας διότι ένα τέτοιο μέτρο θα παρεβίαζε την γενική ελευθερία προσβάσεως στην παιδεία. Με τα άνω δεδομένα οι διατάξεις των άρθρων 3 § 3 και 8 § 1α του ν. 3685/2008 που προβλέπουν, μεταξύ άλλων και τη δυνατότητα επιβολής διδάκτρων στους μεταπτυχιακούς φοιτητές για την κάλυψη του κόστους λειτουργίας των ΠΜΣ δεν αντίκεινται στη διάταξη του άρθρου 16 § 4 του Συντάγματος παρέχουν δε νόμιμο έρεισμα στη διάταξη του άρθρου 11 § 2 της προσβαλλομένης υπουργικής αποφάσεως με την οποία ορίστηκε ότι το κόστος λειτουργίας του ως άνω προγράμματος μεταπτυχιακών σπουδών θα καλυφθεί, εκτός των άλλων πόρων και από δίδακτρα (Άρθρα 16 Συντ., 26, 27 και 28 ν. 1268/1982 (Α΄, 87), 81 ν. 1566/1985, 10-14 ν. 2083/ 1992).

(…) Επειδή, στο άρθρο 16 του Συντάγματος, ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής: «... 4. οι Έλληνες έχουν δικαίωμα δωρεάν παιδείας, σε όλες τις βαθμίδες της, στα κρατικά εκπαιδευτήρια. Το Κράτος ενισχύει τους σπουδαστές που διακρίνονται, καθώς και αυτούς που έχουν ανάγκη από βοήθεια ή ειδική προστασία, ανάλογα με τις ικανότητές τους. 5. Η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση. Τα ιδρύματα αυτά τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους, έχουν δικαίωμα να ενισχύονται οικονομικά από αυτό και λειτουργούν σύμφωνα με τους νόμους που αφορούν τους οργανισμούς τους. Συγχώνευση ή κατάτμηση ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων μπορεί να γίνει και κατά παρέκκλιση από κάθε αντίθετη διάταξη, όπως νόμος ορίζει. ... 6. Οι καθηγητές των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων είναι δημόσιοι λειτουργοί. Το υπόλοιπο διδακτικό προσωπικό τους επιτελεί επίσης δημόσιο λειτούργημα, με τις προϋποθέσεις που νόμος ορίζει. Τα σχετικά με την κατάσταση όλων αυτών των προσώπων καθορίζονται από τους οργανισμούς των οικείων ιδρυμάτων ... 8. Νόμος ορίζει τις προϋποθέσεις και τους όρους χορήγησης άδειας για την ίδρυση και λειτουργία εκπαιδευτηρίων που δεν ανήκουν στο Κράτος, τα σχετικά με την εποπτεία που ασκείται πάνω σ’ αυτά, καθώς και την υπηρεσιακή κατάσταση του διδακτικού προσωπικού τους. Η σύσταση ανώτατων σχολών από ιδιώτες απαγορεύεται ...».
Επειδή, οι μεταπτυχιακές σπουδές στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα οργανώθηκαν συστηματικά το πρώτον με τα άρθρα 26, 27 και 28 του ν. 1268/1982 (Α, 87). Με το άρθρο 81 του ν. 1566/ 1985 (Α, 167) οργανώθηκαν εκ νέου οι μεταπτυχιακές σπουδές και καταργήθηκαν οι σχετικές ρυθμίσεις (άρθρα 26, 27 και 28) του ν. 1268/1982. Εν συνεχεία, οι μεταπτυχιακές σπουδές οργανώνονται εκ νέου με τις διατάξεις των άρθρων 10-14 του ν. 2083/1992 (Α, 159). Ειδικότερα, στο άρθρο 12 παρ. 7 του τελευταίου νόμου ορίζεται ότι «7. Με γνώμη της ΓΣΕΣ (Γενικής Συνέλευσης Ειδικής Σύνθεσης) ενός τμήματος και απόφαση της Συγκλήτου του οικείου ΑΕΙ μπορεί να προβλέπεται η καταβολή διδάκτρων για τους μεταπτυχιακούς φοιτητές συγκεκριμένου προγράμματος».
Επειδή, με τον ν. 3685/2008 (Α, 148) κωδικοποιούνται και συμπληρώνονται (βλ. Εισηγ. Έκθεση σ. 1) οι ισχύουσες για τις μεταπτυχιακές σπουδές διατάξεις προκειμένου η ελληνική νομοθεσία να προσαρμοσθεί πλήρως στα ευρωπαϊκά δεδομένα και να οργανωθούν οι μεταπτυχιακές σπουδές με τρόπο σύγχρονο και εξωστρεφή. Ειδικότερα, στο άρθρο 1 του νόμου ορίζεται ότι: «1. Τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (ΑΕΙ) κατά την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3549/2007 (ΦΕΚ 69 Α΄) έχουν την ευθύνη για το σχεδιασμό και την οργάνωση των μεταπτυχιακών σπουδών στην Ελλάδα και χορηγούν Μεταπτυχιακά Διπλώματα Ειδίκευσης (ΜΔΕ). Τα Πανεπιστήμια έχουν επιπλέον την αρμοδιότητα να χορηγούν Διδακτορικά Διπλώματα (ΔΔ). 2. Τμήματα των ΑΕΙ μπορούν να οργανώνουν αυτοδύναμα ή να συνδιοργανώνουν μεταξύ τους ή με ομοταγή ιδρύματα του εξωτερικού Προγράμματα Μεταπτυχιακών Σπουδών (ΠΜΣ) για τη χορήγηση ΜΔΕ. Απαραίτητη προϋπόθεση για την υποβολή αιτήματος έγκρισης ΠΜΣ προς το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων είναι η συνυποβολή της έκθεσης αξιολόγησης του οικείου Τμήματος, σύμφωνα με το ν. 3374/2005 (ΦΕΚ 189 Α΄), από την οποία προκύπτει η ύπαρξη των απαραίτητων προϋποθέσεων για τη λειτουργία του Προγράμματος. 3. α) Τα ΠΜΣ αποσκοπούν στην περαιτέρω προαγωγή της επιστημονικής γνώσης και των τεχνών και στην προώθηση της έρευνας με συνεκτίμηση των αναγκών ανάπτυξης της χώρας. β) … », στο άρθρο 3 ότι: «1. Τα Ιδρύματα στα οποία λειτουργούν ΠΜΣ εκδίδουν Κανονισμό Μεταπτυχιακών Σπουδών, ο οποίος καταρτίζεται από … 2. … 3. Με απόφαση της ΣΕΣ του οικείου ή των οικείων Ιδρυμάτων, μετά από γνώμη της ΓΣΕΣ του Τμήματος ή της ΕΔΕ, μπορεί να προβλέπεται η καταβολή διδάκτρων και το ύψος αυτών για τους μεταπτυχιακούς φοιτητές συγκεκριμένου προγράμματος», στο άρθρο 6 ότι: «1. α) Τα ΠΜΣ καταρτίζονται από τη ΓΣΕΣ του οικείου Τμήματος που διαθέτει την απαραίτητη κτιριακή-υλικοτεχνική υποδομή και το απαραίτητο διδακτικό και λοιπό προσωπικό και υποβάλλονται για έγκριση στη ΣΕΣ του Ιδρύματος. β) Στο ΠΜΣ μπορεί να μετέχουν περισσότερα του ενός Τμήματα του ίδιου ή άλλων ΑΕΙ ή αναγνωρισμένα ερευνητικά Ιδρύματα της ημεδαπής. … γ) Κάθε ΠΜΣ καταλήγει στην απονομή ΜΔΕ και διαρκεί τουλάχιστον ένα πλήρες ημερολογιακό έτος. … 2. Το Σχέδιο ΠΜΣ περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής στοιχεία που εξετάζονται από τη ΣΕΣ: α) … στ) Τον αριθμό των μεταπτυχιακών φοιτητών, τις δυνατότητες και τις ανάγκες του οικείου Τμήματος σε προσωπικό και υλικοτεχνική υποδομή για την απρόσκοπτη λειτουργία του προγράμματος. ζ) Τη χρονική διάρκεια λειτουργίας του ΠΜΣ και αναλυτικά το κόστος της αναγκαίας υλικοτεχνικής υποδομής, της λειτουργίας και τις πηγές χρηματοδότησής του. η) Την έκθεση αξιολόγησης σύμφωνα με την § 2 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου. 3. Η τελική έγκριση του ΠΜΣ γίνεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Μόνο επί των στοιχείων στ΄, ζ΄ και η΄ του προγράμματος ασκεί ο Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων ουσιαστικό έλεγχο. Με πρόταση της ΓΣΕΣ του Τμήματος και έγκριση της ΣΕΣ μπορεί να γίνεται τροποποίηση του προγράμματος των μαθημάτων και ανακατανομή μεταξύ των εξαμήνων. 4. Το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων χρηματοδοτεί κατά προτεραιότητα ΠΜΣ, τα οποία εντάσσονται στο πλαίσιο επιστημονικών τομέων προτεραιότητας, που έχουν καθορισθεί με αποφάσεις του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, για την προώθηση θεμάτων εθνικού ενδιαφέροντος ή στρατηγικής σημασίας, την προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, την ενίσχυση των ανθρωπιστικών σπουδών, την ικανοποίηση κοινωνικών και οικονομικών αναγκών ή άλλων λόγων εθνικών προτεραιοτήτων. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων καθορίζονται επίσης εκάστοτε η διαδικασία, οι όροι και οι προϋποθέσεις χορήγησης κάθε επί μέρους χρηματοδότησης» και στο άρθρο 8 ότι: «1. α) Πόροι των ΠΜΣ μπορεί να είναι δωρεές, παροχές, κληροδοτήματα, χορηγίες φορέων του δημοσίου ή ιδιωτικού τομέα γενικά, νομικών ή φυσικών προσώπων ή πόροι από ερευνητικά προγράμματα, κοινοτικά προγράμματα, επιχορηγήσεις του κρατικού προϋπολογισμού και δίδακτρα. β) Τα ΠΜΣ δικαιούνται χρηματοδότησης από τον τακτικό προϋπολογισμό σύμφωνα με την υπουργική απόφαση έγκρισής τους, η οποία καθορίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις χρηματοδότησής τους βάσει κριτηρίων ποιότητας και των αποτελεσμάτων της αξιολόγησης του οικείου Τμήματος σύμφωνα με το ν. 3374/2005 και του καθενός ΠΜΣ σύμφωνα με το άρθρο 3 του παρόντος νόμου. 2. Η διαχείριση των εσόδων των ΠΜΣ γίνεται από τον Ειδικό Λογαριασμό Κονδυλίων Έρευνας (ΕΛΚΕ) και κατανέμονται ως εξής: α) 65% για λειτουργικά έξοδα του προγράμματος και για αμοιβές - αποζημιώσεις του διδακτικού, τεχνικού και διοικητικού προσωπικού για εργασία που υπερβαίνει τις κατά νόμο υποχρεώσεις τους, καθώς και για τη χορήγηση υποτροφιών σε μεταπτυχιακούς φοιτητές μετά από πρόταση της ΓΣΕΣ ή της Ε.Δ.Ε. β) 25% για κάλυψη λειτουργικών εξόδων του ιδρύματος που αφορούν το ΠΜΣ και γ) 10% κρατήσεις υπέρ του ΕΛΚΕ. Η ανωτέρω κατανομή δεν ισχύει στην περίπτωση χορηγίας ή δωρεάς για συγκεκριμένο σκοπό, καθώς και για κρατικές επιχορηγήσεις, οι οποίες κατανέμονται σύμφωνα με τις ισχύουσες σχετικές διατάξεις. 3. Ο Διευθυντής του ΠΜΣ είναι αρμόδιος για τη σύνταξη του προϋπολογισμού και απολογισμού του Προγράμματος, τους οποίους υποβάλλει στη ΓΣΕΣ, την παρακολούθηση της εκτέλεσης του προϋπολογισμού και την έκδοση των εντολών πληρωμής των σχετικών δαπανών» και στο άρθρο 9 ότι: «1. α) Ο υποψήφιος που ενδιαφέρεται για την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής υποβάλλει σχετική αίτηση στη Γραμματεία του Τμήματος, στο οποίο ενδιαφέρεται να εκπονήσει τη διδακτορική διατριβή, προσδιορίζοντας σε γενικές γραμμές το αντικείμενό της. Η ΓΣΕΣ του Τμήματος εξετάζει αν ο υποψήφιος πληροί τις προϋποθέσεις για την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής με βάση τα κριτήρια που έχουν τεθεί σύμφωνα με τον Κανονισμό Μεταπτυχιακών Σπουδών. β) Δικαίωμα υποβολής αίτησης για την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής έχουν κάτοχοι ΜΔΕ. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις που προβλέπονται από τον Κανονισμό Μεταπτυχιακών Σπουδών και μετά από αιτιολογημένη απόφαση της ΓΣΕΣ μπορεί να γίνει δεκτός ως υποψήφιος διδάκτορας και μη κάτοχος ΜΔΕ Πτυχιούχοι ΤΕΙ, ΑΣΠΑΙΤΕ ή ισότιμων σχολών μπορούν να γίνουν δεκτοί ως υποψήφιοι διδάκτορες μόνο, εφόσον είναι κάτοχοι ΜΔΕ. 2. … 5. α) Οι μεταπτυχιακοί φοιτητές για απόκτηση ΜΔΕ και οι υποψήφιοι διδάκτορες που δεν έχουν υγειονομική κάλυψη δικαιούνται υγειονομικής και νοσοκομειακής περίθαλψης, όπως ισχύει και για τους προπτυχιακούς φοιτητές. β) Οι διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 2640/1998 (ΦΕΚ 206 Α΄) εφαρμόζονται αναλόγως και στους μεταπτυχιακούς φοιτητές για απόκτηση ΜΔΕ ή υποψήφιους διδάκτορες, σε περίπτωση που πραγματοποιούν πρακτική άσκηση σύμφωνα με το πρόγραμμα σπουδών τους. γ) Για τους μεταπτυχιακούς φοιτητές και υποψήφιους διδάκτορες εφαρμόζονται οι διατάξεις της § 8 του άρθρου 43 του ν. 2413/1996 (ΦΕΚ 124 Α΄) για τη χορήγηση φοιτητικών δανείων» και στην § 2 του άρθρου 12 ότι: «Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 4 του ν. 3187/2003 (ΦΕΚ 233 Α΄), όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 3 του ν. 3413/2005 (ΦΕΚ 278 Α΄), από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου καταργούνται οι διατάξεις των άρθρων 10, 11, 12, 13, 14 § 1 και 17 του ν. 2083/1992, όπως ίσχυαν, το άρθρο  23 του ν. 3404/2005, καθώς και κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη που είναι αντίθετη στις διατάξεις του παρόντος νόμου ή αφορά σε θέματα που ρυθμίζονται διαφορετικά από αυτόν».
8. Επειδή, το κατ’ άρθρο 16 § 4 του Συντάγματος δικαίωμα δωρεάν παιδείας σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, δηλαδή και στην ανώτατη εκπαίδευση που παρέχεται στα κατ’ άρθρο 16 παρ. 5 ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, προβλέπεται το πρώτον με το Σύνταγμα του1975, για όλους ανεξαιρέτως τους έλληνες, οι οποίοι επέτυχαν, μετά από αντικειμενική δοκιμασία προς διαπίστωση της ικανότητάς τους, να εγγραφούν και να συμμετάσχουν στην παρεχόμενη από τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα εκπαίδευση (πρβλ. ΣΤΕ 673/1987, 3140/1980). Περιεχόμενο της δωρεάν παιδείας στην ανώτατη εκπαίδευση είναι η ανεξάρτητα από εισοδηματικά κριτήρια μη συμμετοχή των φοιτητών στο κόστος λειτουργίας και παροχής του εκπαιδευτικού έργου διά της καταβολής διδάκτρων καθώς και η δωρεάν προμήθεια και παροχή των αναγκαίων διδακτικών μέσων (βιβλία κ.λπ.). Το εν λόγω δικαίωμα εκτείνεται καθ’ όλη την χρονική διάρκεια των προπτυχιακών σπουδών, οι οποίες περαιώνονται με τη λήψη του πτυχίου. Το πτυχίο αποδεικνύει και αντιπροσωπεύει ένα περιεχόμενο επιστημονικών γνώσεων οι οποίες έχουν αποκτηθεί από τον κάτοχό του μεθοδικά και με βάση αυτό μπορεί κατ’ αρχήν να ασκήσει αντίστοιχη επαγγελματική δραστηριότητα. Επίσης, το πτυχίο αποτελεί για τον κάτοχό του αφετηρία περαιτέρω επιστημονικής εξελίξεως διά της συμμετοχής του σε προγράμματα μεταπτυχιακών σπουδών ή σε διαδικασία εκπονήσεως διδακτορικής διατριβής. Όταν ο συντακτικός νομοθέτης θέσπισε με το Σύνταγμα του 1975 το εν λόγω κοινωνικό δικαίωμα και για την ανώτατη εκπαίδευση είχε υπόψη του το θεσμικό πλαίσιο και το κόστος λειτουργίας των προπτυχιακών σπουδών ενώ απουσίαζαν σχεδόν από τα ελληνικά πανεπιστήμια οι μεταπτυχιακές σπουδές (βλ. σ. 5 Εισηγητ. Εκθ. ν. 1268/82) και το αντίστοιχο θεσμικό πλαίσιο. Ενόψει αυτού, ως προς τις μεταπτυχιακές σπουδές και την εκπόνηση διδακτορικής εργασίας εναπόκειται στην εκτίμηση του κοινού νομοθέτη, να επιβάλλει στους μεταπτυχιακούς φοιτητές εκτός από την κρατική επιχορήγηση και δίδακτρα, για την κάλυψη του κόστους λειτουργίας των προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών. Στην περίπτωση όμως αυτή για τον καθορισμό των διδάκτρων δύναται να λάβει υπόψη του ο νομοθέτης ή κατ’ εξουσιοδότηση η κανονιστικώς δρώσα διοίκηση και εισοδηματικά κριτήρια. Δεν δύναται όμως να καθορίσει δίδακτρα σε τέτοιο ύψος ώστε να καθίσταται αδύνατη ή δυσχερής η συμμετοχή σε ΠΜΣ φοιτητών περιορισμένης εισοδηματικής ικανότητας διότι ένα τέτοιο μέτρο θα παρεβίαζε την γενική ελευθερία προσβάσεως στην παιδεία. Με τα άνω δεδομένα οι διατάξεις των άρθρων 3 §3 και 8 § 1α του ν. 3685/2008 που προβλέπουν, μεταξύ άλλων και τη δυνατότητα επιβολής διδάκτρων στους μεταπτυχιακούς φοιτητές για την κάλυψη του κόστους λειτουργίας των ΠΜΣ δεν αντίκεινται στη διάταξη του άρθρου 16 § 4 του Συντάγματος παρέχουν δε νόμιμο έρεισμα στη διάταξη του άρθρου 11 § 2 της προσβαλλομένης υπουργικής αποφάσεως με την οποία ορίστηκε ότι το κόστος λειτουργίας του ως άνω προγράμματος μεταπτυχιακών σπουδών θα καλυφθεί, εκτός των άλλων πόρων και από δίδακτρα. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Ι. Ζόμπολας, Α. Ντέμσιας, Η. Τσακόπουλος, Β. Καλαντζή, Ο. Ζύγουρα και Δ. Μακρής, οι οποίοι υποστήριξαν την εξής γνώμη: Από τις αναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος συνάγεται ότι ο συνταγματικός νομοθέτης αναθέτει την αποστολή της παιδείας ευθέως στο Κράτος και κατοχυρώνει σε όλους τους Έλληνες το δικαίωμα δωρεάν παιδείας, σε όλες τις βαθμίδες των κρατικών εκπαιδευτηρίων χωρίς καμμία διάκριση. Το συνταγματικό δικαίωμα της δωρεάν παιδείας είναι διάφορο από την υποχρέωση του Κράτους να ενισχύει τoυς σπoυδαστές πoυ διακρίνoνται, καθώς και αυτoύς πoυ έχoυν ανάγκη από βoήθεια ή ειδική πρoστασία, ανάλoγα με τις ικανότητές τoυς. Άλλωστε η εκ μέρους του Συντάγματος ανεπιφύλακτη κατοχύρωση του δικαιώματος δωρεάν παιδείας σε όλες της βαθμίδες της αποτελεί την εξέλιξη του σχετικού αρχαιότερου κοινωνικού δικαιώματος στην συνταγματική ιστορία της Χώρας. Περαιτέρω με το Σύνταγμα κατοχυρώνεται η ανάπτυξη της ανώτατης παιδείας ως θεμελιώδης σκοπός της Πολιτείας που αποβλέπει στην προαγωγή και μετάδοση της επιστημονικής γνώσεως, με την έρευνα και την διδασκαλία και καθορίζονται οι βασικές προϋποθέσεις και αρχές που διέπουν την παροχή της. Ειδικότερα η παροχή της ανώτατης εκπαιδεύσεως ανατίθεται αποκλειστικά σε ιδρυματικού χαρακτήρα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και σε καθηγητές που έχουν την ιδιότητα του δημόσιου λειτουργού και που υπάγονται στην αρχή της ακαδημαϊκής ελευθερίας που εγγυάται την αδέσμευτη επιστημονική σκέψη, έρευνα και διδασκαλία, οι οποίες αναπτύσσονται με κανόνες που θεσπίζει το Κράτος, το οποίο ασκεί εποπτεία επί των πράξεών τους και με οικονομικά μέσα που παρέχει το ίδιο για την πραγματοποίηση των σκοπών τους (βλ. ΟλΣτΕ 2811/1984). Η κατοχύρωση του δικαιώματος δωρεάν παιδείας και η πρόβλεψη της παροχής από το Κράτος των αναγκαίων οικονομικών μέσων για την πραγματοποίηση των σκοπών τους δεν καλύπτει μόνον προγράμματα σπουδών ορισμένου επιπέδου ή περιεχομένου και δεν περιορίζεται στα υφιστάμενα κατά τον χρόνο θεσπίσεως του Συντάγματος προγράμματα εκπαιδεύσεως που αντιστοιχούν σε ορισμένα μόνον πτυχία, ειδικότερα δε δεν αφορά την παροχή παιδείας από τα πανεπιστήμια μόνον για τα προπτυχιακά προγράμματα σπουδών που ολοκληρώνεται με την χορήγηση σχετικού πτυχίου που υπήρχαν κατά τον χρόνο θεσπίσεώς του, αλλά αφορά όλα εκείνα τα προγράμματα σπουδών που ο νομοθέτης εκάστοτε αναθέτει σε αυτά και προσιδιάζουν στην αποστολή τους κατά τις απαιτήσεις της τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση και σύμφωνα και με τις διεθνείς υποχρεώσεις της και εν όψει των εκάστοτε κρατουσών οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών. Τα αναφερθέντα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, κατά το Σύνταγμα, των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων και των καθηγητών τους συνδέονται αρρήκτως με την δωρεάν παροχή παιδείας σε όλους μέσω των προγραμμάτων σπουδών που προβλέπει ο νομοθέτης και που συνιστούν την αποστολή τους. Επιπροσθέτως, ο Σύμβουλος Δ. Μακρής υποστήριξε και τα εξής: Το κατοχυρούμενο από το Σύνταγμα δικαίωμα δωρεάν παιδείας δεν μπορεί να περιορισθεί σε ορισμένο μόνον βασικό επίπεδο σπουδών χωρίς να θίγεται το περιεχόμενο και το αντικείμενο της ακαδημαϊκής ελευθερίας. Οι προσφερόμενες άλλωστε υπηρεσίες παιδείας από τα εν λόγω ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα που διέπονται από τις αναφερθείσες αρχές δεν είναι επιτρεπτό από το Σύνταγμα να έχουν ως προϋπόθεση την καταβολή χρηματικού ποσού εκ μέρους των φοιτητών. Το Σύνταγμα, κατά την έννοια του, αποκλείει την ύπαρξη οικονομικής σχέσεως μεταξύ των καθηγητών των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων που είναι δημόσιοι λειτουργοί και των φοιτητών σε οποιοδήποτε επίπεδο σπουδών που εντάσσεται στην αποστολή τους και, κατά συνέπεια, είναι αντίθετη προς αυτό η πρόβλεψη καταβολής από τους φοιτητές διδάκτρων για την διδασκαλία και παροχή παιδείας στο πλαίσιο μεταπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών και μάλιστα όταν σημαντικό τμήμα των διδάκτρων αυτών διατίθεται, κατά τον νόμο, για αμοιβή ή αποζημίωση του διδακτικού ερευνητικού προσωπικού. Άλλωστε, κατά τα εκτεθέντα, και πριν από την θέσπιση του Συντάγματος το έτος 1975, είχαν προβλεφθεί από τον νομοθέτη μεταπτυχιακές σπουδές στην Ελλάδα για την χορήγηση διδακτορικού διπλώματος και πτυχίου εξειδικευμένων μεταπτυχιακών σπουδών (ν. 5343/1932 και π.δ. 359/1973) και τούτο ήταν, βέβαια, σε γνώση του συνταγματικού νομοθέτη, ο οποίος με απόλυτο τρόπο διακηρύσσει ότι όλοι οι Έλληνες έχουν δικαίωμα δωρεάν παιδείας σε όλες τις βαθμίδες της στα κρατικά εκπαιδευτήρια. Η ευρύτερη βέβαια λειτουργία προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών στα Τμήματα των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων και η διαδικασία προπαρασκευής και αποκτήσεως διδακτορικού διπλώματος ως δεύτερης φάσεως του μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών προβλέφθηκε μεταγενέστερα με τον ν. 1566/ 1985, χωρίς όμως ούτε και τότε να καθορίζεται ότι η χρηματοδότηση των μεταπτυχιακών προγραμμάτων διενεργείται με την καταβολή διδάκτρων. Η καταβολή διδάκτρων από τους μεταπτυχιακούς φοιτητές προβλέφθηκε με τον ν. 2083/1992 και ήδη με τον ν. 3685/2008. Σημειωτέον ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3685/2008 που διέπουν πλέον την οργάνωση και λειτουργία των μεταπτυχιακών σπουδών, τα μεταπτυχιακά αυτά προγράμματα σπουδών εντάσσονται ρητά στην ανώτατη βαθμίδα της παιδείας που παρέχεται από τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα που λειτουργούν με την μορφή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, λειτουργούν με την ευθύνη των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και έχουν ως σκοπό την περαιτέρω προαγωγή της επιστημονικής γνώσεως και των τεχνών και την προώθηση της έρευνας με συνεκτίμηση των αναγκών αναπτύξεως της Χώρας. Οι σκοποί αυτοί βρίσκονται στον πυρήνα της αποστολής των εκπαιδευτικών αυτών ιδρυμάτων και συνδέονται αρρήκτως με την ακαδημαϊκή ελευθερία και άρα οι σχετικές υπηρεσίες κατά το Σύνταγμα πρέπει να παρέχονται από αυτά δωρεάν. Εν όψει των προεκτεθέντων, κατά την μειοψηφήσασα γνώμη, των ανωτέρω Συμβούλων, οι διατάξεις του άρθρου 3 § 3 και του άρθρου 8 του ν. 3685/2008, σύμφωνα με τις οποίες τα δίδακτρα περιλαμβάνονται μεταξύ των πόρων των προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών, σημαντικό τμήμα των οποίων μάλιστα διατίθεται για αμοιβές-αποζημιώσεις του διδακτικού ερευνητικού προσωπικού, έρχονται σε αντίθεση προς το Σύνταγμα και δεν εφαρμόζονται, με συνέπεια να είναι παράνομο το αντίστοιχο προσβαλλόμενο τμήμα της υπουργικής αποφάσεως που έχει ως έρεισμα τις αναφερθείσες νομοθετικές διατάξεις, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα με τον μοναδικό λόγο ακυρώσεως, ο οποίος, κατά την μειοψηφήσασα αυτή γνώμη, θα έπρεπε ως εκ τούτου να γίνει δεκτός.
Επειδή, σύμφωνα με όσα κρίθηκαν στην προηγούμενη σκέψη πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο μοναδικός λόγος ακυρώσεως, σύμφωνα με τον οποίο είναι ακυρωτέα η διάταξη της § 2 του άρθρου 11 της προσβαλλομένης υπουργικής αποφάσεως, η οποία ορίζει ότι το κόστος λειτουργίας του ως άνω Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών θα καλυφθεί, μεταξύ άλλων, και από δίδακτρα επειδή κατά την άποψη του αιτούντος η ρύθμιση αυτή δεν ευρίσκει νόμιμο έρεισμα στις διατάξεις των άρθρων 3 § 3 και 8 § 1α του ν. 3685/2008.
Απορρίπτει την αίτηση.


ΣΧΟΛΙΟ
Δωρεάν παιδεία και μεταπτυχιακές σπουδές

Το Γ' τμήμα ΣτΕ  με την  με αριθμό 2714/10 Απόφαση  του παρέπεμψε την ανωτέρω  υπόθεση στην Ολομέλεια του ΣτΕ ,λόγο της σπουδαιότητας των ζητημάτων που αφορούν τη δωρεάν παιδεία, στην ανώτατη βαθμίδα εκπαίδευσης. Το ζήτημα που τέθηκε είναι κατά πόσον το Σύνταγμα, κατοχυρώνει ανεπιφύλακτα το δικαίωμα δωρεάν παιδείας[1] σε όλες τις βαθμίδες της ή  ότι είναι συνταγματική η ρύθμιση  που επέβαλε την καταβολή διδάκτρων από μεταπτυχιακούς φοιτητές.
 Η Ολομέλεια του ΣΤΕ με τη με Αριθμό 2411/2012 απόφαση της, κατά πλειοψηφία έκρινε  συνταγματική την ρύθμιση και ότι οι διατάξεις των άρθρων 3 § 3 και 8 § 1α του ν. 3685/2008 που προβλέπουν, μεταξύ άλλων και τη δυνατότητα επιβολής διδάκτρων στους μεταπτυχιακούς φοιτητές για την κάλυψη του κόστους λειτουργίας των ΠΜΣ δεν αντίκεινται στη διάταξη του άρθρου 16 § 4 του Συντάγματος και  ότι η δωρεάν παιδεία καλύπτει μόνο τη βασική αποστολή της, όπως αυτή έχει ιστορικά διαμορφωθεί, δηλαδή μέχρι την απόκτηση πτυχίου, ενώ οι μεταπτυχιακές σπουδές ξεπερνούν την κύρια αποστολή των ΑΕΙ και νόμιμα επιβάλλονται δίδακτρα, αφού παράλληλα προβλέπονται υποτροφίες και φοιτητικά δάνεια.
Η άποψη για την αντισυνταγματικότητα της ρύθμισης επεσήμανε, ότι είναι διαφορετικό ζήτημα η κρατική υποχρέωση για δωρεάν παιδεία από την ενίσχυση όσων διακρίνονται (υποτροφίες) ή όσων έχουν ανάγκη από βοήθεια ή ειδική προστασία. Κατά την ίδια  άποψη, οι μεταπτυχιακές σπουδές συγκαταλέγονται οπωσδήποτε στον πυρήνα της βασικής αποστολής των ΑΕΙ και συνδέονται άρρηκτα με την ακαδημαϊκή ελευθερία, ενώ είχαν προβλεφθεί νομοθετικά από το 1932 και το 1973, και συνεπώς το Σύνταγμα του 1975 τις είχε υπόψη του, όταν διακήρυττε με απόλυτο τρόπο ότι οι Ελληνες έχουν δικαίωμα δωρεάν παιδείας σε όλες τις βαθμίδες. Ειδικότερα:
1.- Το Σύνταγμα ορίζει στο άρθρο 16 τα εξής: «1. … 4. Όλοι οι Έλληνες έχουν δικαίωμα δωρεάν παιδείας, σε όλες τις βαθμίδες της, στα κρατικά εκπαιδευτήρια. Το Κράτος ενισχύει τους σπουδαστές που διακρίνονται, καθώς και αυτούς που έχουν ανάγκη από βοήθεια ή ειδική προστασία, ανάλογα με τις ικανότητές τους. 5. H ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση. Τα ιδρύματα αυτά τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους, έχουν δικαίωμα να ενισχύονται οικονομικά από αυτό και λειτουργούν σύμφωνα με τους νόμους που αφορούν τους οργανισμούς τους. Συγχώνευση ή κατάτμηση ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων μπορεί να γίνει και κατά παρέκκλιση από κάθε αντίθετη διάταξη, όπως νόμος ορίζει. ».
2.- Στο άρθρο 13 του διεθνούς συμφώνου για τα οικονομικά, κοινωνικά και μορφωτικά δικαιώματα που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 1532/1985 (φ. 45) ορίζεται ότι: «1. Τα συμβαλλόμενα κράτη αναγνωρίζουν το δικαίωμα μορφώσεως κάθε προσώπου. Συμφωνούν ότι η μόρφωση, πρέπει να αποβλέπει στην πλήρη ανάπτυξη της ανθρώπινης προσωπικότητας και του αισθήματος της αξιοπρέπειας της και να ενισχύει το σεβασμό προς τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες. Συμφωνούν ακόμη ότι η μόρφωση πρέπει να καθιστά κάθε πρόσωπο ικανό να διαδραματίσει ένα χρήσιμο ρόλο σε μια ελεύθερη κοινωνία, να ευνοεί την κατανόηση, την ανοχή και φιλία μεταξύ όλων των εθνών και όλων των φυλετικών ομάδων, των εθνικών ή θρησκευτικών και να ενθαρρύνει την ανάπτυξη της δραστηριότητας των Ηνωμένων Εθνών για τη διατήρηση της ειρήνης. 2. Τα συμβαλλόμενα κράτη αναγνωρίζουν ότι προς το σκοπό εξασφαλίσεως της πλήρους άσκησης του δικαιώματος αυτού: α),β,. γ) Η ανώτατη εκπαίδευση πρέπει να παρέχεται σε όλους ισότιμα ανάλογα με τις ικανότητες καθενός, με όλα τα κατάλληλα μέσα και μάλιστα με την προοδευτική θέσπιση της δωρεάν παιδείας.».
3. Το Σύνταγμα του 1911 στο αρθρο 16 αναφέρει : «Όλοι οι έλληνες έχουν δικαίωμα δωρεάν παιδείας, σε όλες τις βαθμίδες της,στα κρατικά εκπαιδευτήρια. Το κράτος ενισχύει τους σπουδαστές που διακρίνονται, καθώς και αυτούς που έχουν ανάγκη από βοήθεια ή ειδική προστασία, ανάλογα με τις ικανότητες τους.»
4.Ο ν. 5343/1932 «περί οργανισμού του Πανεπιστημίου Αθηνών» (φ. 85) προέβλεπε στο άρθρο 11 ότι οι σχολές του Πανεπιστημίου απονέμουν πτυχία και διδακτορικά διπλώματα, ενώ με το π.δ. 359/1973 (φ. 264) ορίσθηκε στο άρθρο 1 ότι: «1. Ιδρύονται παρά τη Ανωτάτη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών δύο Τμήματα Μεταπτυχιακών Σπουδών: α) Οικονομικόν, και β) Διοικήσεως Επιχειρήσεων. 2. Σκοπός των Τμημάτων τούτων είναι η επί μεταπτυχιακού επιπέδου ειδίκευσις πτυχιούχων Ανωτάτων Σχολών εις τους βασικούς τομείς της Οικονομικής Επιστήμης και της Διοικήσεως Επιχειρήσεων, προς δημιουργίαν ανωτέρων στελεχών προς κάλυψιν των αναγκών των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, της Δημοσίας Διοικήσεως και της Ιδιωτικής Οικονομίας», στο άρθρο 2 ότι: «Έκαστον των ως άνω Τμημάτων περιλαμβάνει δύο βαθμίδας εκπαιδεύσεως: 1η βαθμίς: Πρόγραμμα Εξειδικευμένων Μεταπτυχιακών Σπουδών. 2α βαθμίς: Πρόγραμμα Διδακτορικών Σπουδών» (οι διατάξεις του τελευταίου άρθρου που αφορούν στην απονομή διδακτορικού διπλώματος καταργήθηκαν με το άρθρο μόνο του π.δ. 521/1975, φ. 171) και στο άρθρο 14 ότι: «Προς αντιμετώπισιν των πάσης φύσεως δαπανών λειτουργίας των Τμημάτων Μεταπτυχιακών Σπουδών εγγράφεται κατ’ έτος ανάλογος πίστωσις εις τον προϋπολογισμόν εξόδων της Ανωτάτης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών, υπό ιδίους Κωδικούς αριθμούς, αυξανομένης κατά το ποσόν των δαπανών των Τμημάτων Μεταπτυχιακών Σπουδών της προς την ανωτέρω Σχολήν παρεχομένης κρατικής επιχορηγήσεως».
5.- Ο ν. 1566/1985 (φ. 167) όρισε στο άρθρο 81 τα εξής: «Α. Μεταπτυχιακές σπουδές: 1. Σε κάθε τμήμα μπορεί να λειτουργεί με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών που θα περιέχει επιμέρους ειδικεύσεις. Η απόφαση εκδίδεται μετά από εισήγηση του τμήματος και ύστερα από γνώμη της συγκλήτου και του ΣΑΠ. Κάθε μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών οδηγεί σε μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης. 2. … 5. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και του τυχόν συναρμόδιου υπουργού και μετά από γνώμη του ΣΑΠ και των συγκλήτων των ΑΕΙ, καθορίζονται ανάλογα και με τις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε επιστημονικού κλάδου: α) … ια) Τα σχετικά με τη χρηματοδότηση των μεταπτυχιακών προγραμμάτων σπουδών, την αξιοποίηση πόρων, τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού τομέα και τους όρους και προϋποθέσεις για την αξιοποίηση αυτή, την κατάρτιση του προϋπολογισμού μεταπτυχιακών σπουδών και έρευνας κάθε ΑΕΙ. 6. … 7. Οι μεταπτυχιακοί φοιτητές έχουν όλα τα προνόμια και τις διευκολύνσεις των προπτυχιακών φοιτητών. 8. … Β. Διδακτορικά διπλώματα. 1. Κάθε τμήμα απονέμει διδακτορικό δίπλωμα. … 2. Η διαδικασία προπαρασκευής και απόκτησης διδακτορικού διπλώματος αποτελεί τη δεύτερη φάση του μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών. 3. … 5. Οι υποψήφιοι διδάκτορες είναι μεταπτυχιακοί φοιτητές σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος. 6. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του αρμόδιου υπουργού και μετά από γνώμη του ΣΑΠ και των συγκλήτων των ΑΕΙ, καθορίζονται ανάλογα και με τις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε επιστημονικού κλάδου: α) Οι προϋποθέσεις και τα κριτήρια εγγραφής των υποψήφιων διδακτόρων, β) … ». Ακολούθησε ο ν. 2083/1992 (φ. 159) ο οποίος όρισε στο άρθρο 10 ότι: «1. Τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα έχουν την κύρια ευθύνη της οργάνωσης και λειτουργίας προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών (ΠΜΣ), τα οποία έχουν επιστημονική ενότητα και πληρούν προϋποθέσεις, που εγγυώνται υψηλό επίπεδο σπουδών. 2. Τα ΠΜΣ βρίσκονται μέσα στο πλαίσιο των σκοπών και των στόχων των ΑΕΙ, αναφέρονται σε συγγενείς ειδικότητες και αποσκοπούν στην προαγωγή της επιστημονικής γνώσης και στην ικανοποίηση των εκπαιδευτικών, ερευνητικών και αναπτυξιακών αναγκών της χώρας. … » και στο άρθρο 12 ότι: «1. … 7. Με γνώμη της ΓΣΕΣ ενός τμήματος και απόφαση της Συγκλήτου του οικείου ΑΕΙ μπορεί να προβλέπεται η καταβολή διδάκτρων για τους μεταπτυχιακούς φοιτητές συγκεκριμένου προγράμματος. 8. … ». Τέλος ο ν. 3685/ 2008 (φ. 148) σύμφωνα με την αιτιολογική του έκθεση, εν όψει της ανάγκης να προσαρμοσθεί το θεσμικό πλαίσιο για τις μεταπτυχιακές σπουδές και την πανεπιστημιακή έρευνα που θεσπίσθηκε με τον ν. 2083/1992 στα νέα εκπαιδευτικά δεδομένα της εποχής και να παρακολουθεί τις ευρωπαϊκές εξελίξεις στην ανώτατη εκπαίδευση και τις νέες διαμορφούμενες διεθνώς συνθήκες και προοπτικές, οργάνωσε τις μεταπτυχιακές σπουδές με τρόπο σύγχρονο προς τον σκοπό της ευελιξίας της οργανώσεως και λειτουργίας των προγραμμάτων μεταπτυχιακών σπουδών και της περαιτέρω αναπτύξεως και αναβαθμίσεως των μεταπτυχιακών σπουδών στην Χώρα. Ειδικότερα ο ν. 3685/2008 όρισε στο άρθρο 1 ότι: «1. Τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (ΑΕΙ) κατά την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3549/2007 (ΦΕΚ 69 Α΄) έχουν την ευθύνη για το σχεδιασμό και την οργάνωση των μεταπτυχιακών σπουδών στην Ελλάδα και χορηγούν Μεταπτυχιακά Διπλώματα Ειδίκευσης (ΜΔΕ). Τα Πανεπιστήμια έχουν επιπλέον την αρμοδιότητα να χορηγούν Διδακτορικά Διπλώματα (ΔΔ). 2. Τμήματα των ΑΕΙ μπορούν να οργανώνουν αυτοδύναμα ή να συνδιοργανώνουν μεταξύ τους ή με ομοταγή ιδρύματα του εξωτερικού Προγράμματα Μεταπτυχιακών Σπουδών (ΠΜΣ) για τη χορήγηση ΜΔΕ. Απαραίτητη προϋπόθεση για την υποβολή αιτήματος έγκρισης ΠΜΣ προς το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων είναι η συνυποβολή της έκθεσης αξιολόγησης του οικείου Τμήματος, σύμφωνα με το ν. 3374/2005 (ΦΕΚ 189 Α΄), από την οποία προκύπτει η ύπαρξη των απαραίτητων προϋποθέσεων για τη λειτουργία του Προγράμματος. 3. α) Τα ΠΜΣ αποσκοπούν στην περαιτέρω προαγωγή της επιστημονικής γνώσης και των τεχνών και στην προώθηση της έρευνας με συνεκτίμηση των αναγκών ανάπτυξης της χώρας. β) … », στο άρθρο 3 ότι: «1. Τα Ιδρύματα στα οποία λειτουργούν ΠΜΣ εκδίδουν Κανονισμό Μεταπτυχιακών Σπουδών, ο οποίος καταρτίζεται από … 2. … 3. Με απόφαση της ΣΕΣ του οικείου ή των οικείων Ιδρυμάτων, μετά από γνώμη της ΓΣΕΣ του Τμήματος ή της ΕΔΕ, μπορεί να προβλέπεται η καταβολή διδάκτρων και το ύψος αυτών για τους μεταπτυχιακούς φοιτητές συγκεκριμένου προγράμματος», στο άρθρο 6 ότι: «1. α) Τα ΠΜΣ καταρτίζονται από τη ΓΣΕΣ του οικείου Τμήματος που διαθέτει την απαραίτητη κτιριακή-υλικοτεχνική υποδομή και το απαραίτητο διδακτικό και λοιπό προσωπικό και υποβάλλονται για έγκριση στη ΣΕΣ του Ιδρύματος. β) Στο ΠΜΣ μπορεί να μετέχουν περισσότερα του ενός Τμήματα του ίδιου ή άλλων ΑΕΙ ή αναγνωρισμένα ερευνητικά Ιδρύματα της ημεδαπής. … γ) Κάθε ΠΜΣ καταλήγει στην απονομή ΜΔΕ και διαρκεί τουλάχιστον ένα πλήρες ημερολογιακό έτος. … 2. Το Σχέδιο ΠΜΣ περιλαμβάνει τουλάχιστον τα εξής στοιχεία που εξετάζονται από τη ΣΕΣ: α) … στ) Τον αριθμό των μεταπτυχιακών φοιτητών, τις δυνατότητες και τις ανάγκες του οικείου Τμήματος σε προσωπικό και υλικοτεχνική υποδομή για την απρόσκοπτη λειτουργία του προγράμματος. ζ) Τη χρονική διάρκεια λειτουργίας του ΠΜΣ και αναλυτικά το κόστος της αναγκαίας υλικοτεχνικής υποδομής, της λειτουργίας και τις πηγές χρηματοδότησής του. η) Την έκθεση αξιολόγησης σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου. 3. Η τελική έγκριση του ΠΜΣ γίνεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Μόνο επί των στοιχείων στ΄, ζ΄ και η΄ του προγράμματος ασκεί ο Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων ουσιαστικό έλεγχο. Με πρόταση της ΓΣΕΣ του Τμήματος και έγκριση της ΣΕΣ μπορεί να γίνεται τροποποίηση του προγράμματος των μαθημάτων και ανακατανομή μεταξύ των εξαμήνων. 4. Το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων χρηματοδοτεί κατά προτεραιότητα ΠΜΣ, τα οποία εντάσσονται στο πλαίσιο επιστημονικών τομέων προτεραιότητας, που έχουν καθορισθεί με αποφάσεις του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, για την προώθηση θεμάτων εθνικού ενδιαφέροντος ή στρατηγικής σημασίας, την προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, την ενίσχυση των ανθρωπιστικών σπουδών, την ικανοποίηση κοινωνικών και οικονομικών αναγκών ή άλλων λόγων εθνικών προτεραιοτήτων. Με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων καθορίζονται επίσης εκάστοτε η διαδικασία, οι όροι και οι προϋποθέσεις χορήγησης κάθε επί μέρους χρηματοδότησης» και στο άρθρο 8 ότι: «1. α) Πόροι των ΠΜΣ μπορεί να είναι δωρεές, παροχές, κληροδοτήματα, χορηγίες φορέων του δημοσίου ή ιδιωτικού τομέα γενικά, νομικών ή φυσικών προσώπων ή πόροι από ερευνητικά προγράμματα, κοινοτικά προγράμματα, επιχορηγήσεις του κρατικού προϋπολογισμού και δίδακτρα. β) Τα ΠΜΣ δικαιούνται χρηματοδότησης από τον τακτικό προϋπολογισμό σύμφωνα με την υπουργική απόφαση έγκρισής τους, η οποία καθορίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις χρηματοδότησής τους βάσει κριτηρίων ποιότητας και των αποτελεσμάτων της αξιολόγησης του οικείου Τμήματος σύμφωνα με το ν. 3374/2005 και του καθενός ΠΜΣ σύμφωνα με το άρθρο 3 του παρόντος νόμου. 2. Η διαχείριση των εσόδων των ΠΜΣ γίνεται από τον Ειδικό Λογαριασμό Κονδυλίων Έρευνας (ΕΛΚΕ) και κατανέμονται ως εξής: α) 65% για λειτουργικά έξοδα του προγράμματος και για αμοιβές - αποζημιώσεις του διδακτικού, τεχνικού και διοικητικού προσωπικού για εργασία που υπερβαίνει τις κατά νόμο υποχρεώσεις τους, καθώς και για τη χορήγηση υποτροφιών σε μεταπτυχιακούς φοιτητές μετά από πρόταση της ΓΣΕΣ ή της ΕΔΕ. β) 25% για κάλυψη λειτουργικών εξόδων του ιδρύματος που αφορούν το ΠΜΣ και γ) 10% κρατήσεις υπέρ του ΕΛΚΕ. Η ανωτέρω κατανομή δεν ισχύει στην περίπτωση χορηγίας ή δωρεάς για συγκεκριμένο σκοπό, καθώς και για κρατικές επιχορηγήσεις, οι οποίες κατανέμονται σύμφωνα με τις ισχύουσες σχετικές διατάξεις. 3. Ο Διευθυντής του ΠΜΣ είναι αρμόδιος για τη σύνταξη του προϋπολογισμού και απολογισμού του Προγράμματος, τους οποίους υποβάλλει στη ΓΣΕΣ, την παρακολούθηση της εκτέλεσης του προϋπολογισμού και την έκδοση των εντολών πληρωμής των σχετικών δαπανών» και στο άρθρο 9 ότι: «1. α) Ο υποψήφιος που ενδιαφέρεται για την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής υποβάλλει σχετική αίτηση στη Γραμματεία του Τμήματος, στο οποίο ενδιαφέρεται να εκπονήσει τη διδακτορική διατριβή, προσδιορίζοντας σε γενικές γραμμές το αντικείμενό της. Η ΓΣΕΣ του Τμήματος εξετάζει αν ο υποψήφιος πληροί τις προϋποθέσεις για την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής με βάση τα κριτήρια που έχουν τεθεί σύμφωνα με τον Κανονισμό Μεταπτυχιακών Σπουδών. β) Δικαίωμα υποβολής αίτησης για την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής έχουν κάτοχοι ΜΔΕ. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις που προβλέπονται από τον Κανονισμό Μεταπτυχιακών Σπουδών και μετά από αιτιολογημένη απόφαση της ΓΣΕΣ μπορεί να γίνει δεκτός ως υποψήφιος  διδάκτορας  και  μη  κάτοχος  ΜΔΕ,  Πτυχιούχοι ΤΕΙ, ΑΣΠΑΙΤΕ ή ισότιμων σχολών μπορούν να γίνουν δεκτοί ως υποψήφιοι διδάκτορες μόνο, εφόσον είναι κάτοχοι ΜΔΕ. 2. … 5. α) Οι μεταπτυχιακοί φοιτητές για απόκτηση ΜΔΕ και οι υποψήφιοι διδάκτορες που δεν έχουν υγειονομική κάλυψη δικαιούνται υγειονομικής και νοσοκομειακής περίθαλψης, όπως ισχύει και για τους προπτυχιακούς φοιτητές. β) Οι διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 2640/1998 (ΦΕΚ 206 Α΄) εφαρμόζονται αναλόγως και στους μεταπτυχιακούς φοιτητές για απόκτηση ΜΔΕ ή υποψήφιους διδάκτορες, σε περίπτωση που πραγματοποιούν πρακτική άσκηση σύμφωνα με το πρόγραμμα σπουδών τους. γ) Για τους μεταπτυχιακούς φοιτητές και υποψήφιους διδάκτορες εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 43 του ν. 2413/1996 (ΦΕΚ 124 Α΄) για τη χορήγηση φοιτητικών δανείων» και στην § 2 του άρθρου 12 ότι: «Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 4 του ν. 3187/2003 (ΦΕΚ 233 Α΄), όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 3 του ν. 3413/2005 (ΦΕΚ 278 Α΄), από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου καταργούνται οι διατάξεις των άρθρων 10, 11, 12, 13, 14 § 1 και 17 του ν. 2083/1992, όπως ίσχυαν, το άρθρο 23 του ν. 3404/ 2005, καθώς και κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη που είναι αντίθετη στις διατάξεις του παρόντος νόμου ή αφορά σε θέματα που ρυθμίζονται διαφορετικά από αυτόν».
Επειδή με τις προδιαληφθείσες συνταγματικές διατάξεις κατοχυρώνεται η ανάπτυξη της ανωτάτης παιδείας ως θεμελιώδης σκοπός της πολιτείας που αποβλέπει στη προαγωγή και μετάδοση της επιστημονικής γνώσης, με την έρευνα και τη διδασκαλία και καθορίζονται οι βασικές προϋποθέσεις και αρχές, που διέπουν την παροχή της. Ειδικώτερα, κατά την έννοια των εν λόγω διατάξεων η παροχή της ανώτατης παιδείας, ανατίθεται σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, πλήρως αυτοδιοικούμενα, αποφασίζοντα για τις υποθέσεις τους αποκλειστικά με δικά τους συλλογικά ή ατομικά όργανα. Το κράτος διατηρεί την εξουσία να καθορίζει την αρμοδιότητα τους και να προβαίνει στην οργάνωση τους, εντός των διαγραφομένων υπό του Συντάγματος πλαισίων. Ασκώντας δε έλεγχο νομιμότητος επί των διοικητικών τους πράξεων υποχρεούται ταυτόχρονα στην οικονομική ενίσχυση τους. Διά τους ανωτέρω λόγους κατοχυρώνονται συνταγματικά οι αρχές της ακαδημαϊκής ελευθερίας και η ελευθερία της επιστήμης της έρευνας και της διδασκαλίας. Η κατοχύρωση αυτή δεν καλύπτει μόνο τη συλλογική δραστηριότητα, αλλά αφορά και σε κάθε ατομική δράση. Συνέπεια της ελευθερίας της αυτοδυνάμου διδασκαλίας ως ατομικού δικαιώματος, που αναφέρεται σε όλο το διδακτικό προσωπικό είναι το δικαίωμα μαθήσεως των φοιτητών, που στα σύγχρονα πανεπιστήμια δεν είναι απλοί χρήστες της παρεχομένης υπηρεσίας, αλλά παράγοντες συμμετέχοντες στην άσκηση της.(βλ ΣτΕ2805/1984). Το συνταγματικό δικαίωμα της δωρεάν παιδείας σε όλες της βαθμίδες της αποτελεί την εξέλιξη του σχετικού αρχαιότερου κοινωνικού δικαιώματος στην  ελληνική συνταγματική ιστορία . «Η κατοχύρωση του δικαιώματος δωρεάν παιδείας και η πρόβλεψη της παροχής από το Κράτος των αναγκαίων οικονομικών μέσων για την πραγματοποίηση των σκοπών τους δεν καλύπτει μόνον προγράμματα σπουδών ορισμένου επιπέδου ή περιεχομένου και δεν περιορίζεται στα υφιστάμενα κατά τον χρόνο θεσπίσεως του Συντάγματος προγράμματα εκπαιδεύσεως που αντιστοιχούν σε ορισμένα μόνον πτυχία, ειδικότερα δε δεν αφορά την παροχή παιδείας από τα πανεπιστήμια μόνον για τα προπτυχιακά προγράμματα σπουδών που ολοκληρώνεται με την χορήγηση σχετικού πτυχίου που υπήρχαν κατά τον χρόνο θεσπίσεώς του, αλλά αφορά όλα εκείνα τα προγράμματα σπουδών που ο νομοθέτης εκάστοτε αναθέτει σε αυτά και προσιδιάζουν στην αποστολή τους κατά τις απαιτήσεις της τριτοβάθμιας εκπαιδεύσεως στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση και σύμφωνα και με τις διεθνείς υποχρεώσεις της και εν όψει των εκάστοτε κρατουσών οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών»[2]  
Αλλωστε  και από τη άποψη της μειοψηφίας στη Ολομέλεια του ΣΤΕ συνάγεται ότι: «ο συνταγματικός νομοθέτης αναθέτει την αποστολή της παιδείας ευθέως στο Κράτος και κατοχυρώνει σε όλους τους Έλληνες το δικαίωμα δωρεάν παιδείας, σε όλες τις βαθμίδες των κρατικών εκπαιδευτηρίων χωρίς καμμία διάκριση» και οπωσδήποτε και δεν είναι συμφωνη με το  Σύνταγμα η ρύθμιση, που επέβαλε την καταβολή διδάκτρων από μεταπτυχιακούς φοιτητές, αν και τα αντίθετα έκρινε η σχολιαζομένη απόφαση. Το άρθρο 16, λοιπόν, καθιερώνει συνταγματική αρχή παροχής δωρεάν ανώτατης παιδείας και στα ΑΕΙ , όπως δέχονται,  και οι Ν. Αλιβιζάτος και Αντ. Μανιτάκης (βλ. κείμενό τους « Πανεπιστήμια: Ας κατεβάσουμε λίγο τους τόνους », στην "Καθημερινή", 17.7.2011, σελ. 19).

ΑΝΤΩΝΗΣ Π.ΑΡΓΥΡΟΣ
argyrospa@yahoo.com


[1] Το πρώτο νομοθέτημα στον κόσμο για παροχή δωρεάν παιδείας είναι έργο τού σπουδαίου νομοθέτη Χαρωνδα. Πράγματι, στην Κατάνη τής Κάτω Ιταλίας, τον 6° αιώνα π.Χ., ο Χαρωνδας πρώτος ενομοθέτησε ότι «όλα τα παιδιά τών πολιτών πρέπει να μαθαίνουν γράμματα και η πόλη να πληρώνει τους μισθούς τών δασκάλων, διότι θεώρησε ότι οι άποροι, οι οποίοι δεν μπορούσαν από μόνοι τους να πληρώνουν μισθούς, θα στερούνταν τις ευγενέστερες επιδιώξεις.» (ενομοθέτησε γαρ των πολιτών τους υιείς άπαντας μανθάνειν γράμματα, χορηγούσης της πόλεως τους μισθούς τοις διδασκάλοις...). (Διόδωρος Σικελιώτης, 12,12,4,3).Στην προκήρυξη τής Πελοποννησιακής Γερουσίας (Τριπολιτσά, 16 Μαρτίου 1822) αναφέρεται ρητώς ότι «προσκαλείται η φιλομαθής νεολαία αφ’ όλην την Πελοπόννησον να συντρέξη εδώ διά να διδαχθή αμισθί, κηρύττουσα ότι κάθε μαθητής δεν θα εξοδεύση άλλο τι παρά δια τα βιβλία του και δια την ζωοτροφίαν του. Διατάττει δε τους γονείς να μη παραμελήσουν το ιερόν χρέος των αλλά να φροντίσουν επιμόνως δια την παιδείαν τών τέκνων των».
[2]  Όπως ορθότατα αναφέρει η μειοψηφια της παραπέμπτικης, με αριθμό 2714/10 Απόφασης του Γ  Τμηματος ΣτΕ


Πικραμμένος: Nα εξεταστεί η συνταγματικότητα των μέτρων του δεύτερου Μνημονίου


Από τον Βόλο ο υπηρεσιακός πρωθυπουργός και τέως πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας, Παν. Πικραμμένος, προτρέπει τους συναδέλφους του στο Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο να κάνουν «το επόμενο βήμα» και να εξετάσουν σε βάθος τη συνταγματικότητα των νέων «οριζόντιων μέτρων» που επιβάλλει το δεύτερο Μνημόνιο, καθώς δεν είναι επιτρεπτό η οικονομική επιβάρυνση από τα φορολογικά μέτρα να κατανέμεται σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών (μισθωτών, συνταξιούχων κ.λπ.), ενώ την ίδια στιγμή να ευνοούνται άλλες κατηγορίες ασυνεπών πολιτών.
Ειδικότερα, στο πλαίσιο των εορτασμών του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτη, προστάτη του δικαστικού σώματος, θα πραγματοποιηθεί σήμερα το βράδυ, στις 8 μ.μ., εκδήλωση στο Πνευματικό Κέντρο της Μητροπόλεως του Βόλου σε συνεργασία με το Δικηγορικό Σύλλογο Βόλου, με κεντρικό ομιλητή τον κ. Πικραμμένο. Το θέμα της ομιλίας είναι: «Δίκαιο και Οικονομία, συγκοινωνούντα δοχεία ή αυθύπαρκτες κοινωνικές συνιστώσες».
Ο τέως πρωθυπουργός αρχικά θα αναλύσει τις θεωρίες δύο αντίθετων νομικοφιλοσοφικών Σχολών που αναπτύχθηκαν για την είσοδο ή μη του δικαίου στα κοινωνικά συστήματα (οικονομία, πολιτική, πολιτισμός κ.λπ.) και στις ανθρώπινες κοινωνικές συμπεριφορές.
Ερχόμενος στην ελληνική πραγματικότητα, ο κ. Πικραμμένος θα αποτυπώσει τις σχέσεις οικονομίας και δικαίου έτσι όπως έχουν διαμορφωθεί μέσα από τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (τη λεγόμενη νομολογία).
Ειδική αναφορά θα κάνει ο κ. Πικραμμένος στη γνωστή απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ (668/2012), που έκρινε συνταγματικές και νόμιμες τις περικοπές αποδοχών, συντάξεων, επιδομάτων κ.λπ. οι οποίες επιβλήθηκαν με το πρώτο Μνημόνιο.
Πάντως, θα επισημάνει ότι το ΣτΕ σε ό,τι αφορά την επίμαχη αυτή απόφαση για το πρώτο Μνημόνιο, «δεν παρέλειψε να θέσει και τα όρια της δράσης του νομοθέτη, τόσο στην παρούσα όσο και σε μελλοντικές φάσεις της κρίσεως».
Συγκεκριμένα, η απόφαση αυτή, όπως θα επισημάνει ο Π. Πικραμμένος, αναφέρει ότι «σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσεως δύναται ο νομοθέτης να θεσπίσει μέτρα περιστολής δαπανών που συνεπάγονται οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού, πλην η δυνατότητα αυτή έχει ως όριο την καθιερούμενη από το άρθρο 4 παράγραφος 5 του Συντάγματος αρχή της ισότητας στα δημόσια βάρη αναλόγως των δυνάμεων εκάστου, καθώς και την καθιερούμενη στο άρθρο 2 παράγραφος 1 του Συντάγματος αρχή του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας».
Στο σημείο αυτό ο τέως υπηρεσιακός πρωθυπουργός θα τονίσει: «Τούτο σημαίνει ότι η επιβάρυνση αυτή πρέπει να κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών, απασχολουμένων τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα, καθώς και των ασκούντων ελευθέριο επάγγελμα. Και τούτο διότι, εν όψει και της καθιερουμένης στο άρθρο 25 παράγραφος 4 του Συντάγματος αξιώσεως του κράτους να εκπληρώνουν όλοι οι πολίτες το χρέος της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση από τα μέτρα που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας να κατανέμεται πάντοτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, οι οποίοι, κατά κανόνα, είναι συνεπείς προς τις υποχρεώσεις τους, και να ευνοούνται άλλες κατηγορίες από την ασυνέπεια των οποίων -κυρίως στο πεδίο της εκπληρώσεως των φορολογικών τους υποχρεώσεων- προκαλείται σε μεγάλο ποσοστό η δυσμενής αυτή συγκυρία».
Κατόπιν αυτών ο κ. Πικραμμένος θα τονίσει ότι σε ανάλογες περιπτώσεις «το δικαστήριο ελέγχει σ' ένα πρώτο επίπεδο τη συμβατότητα μέσων και σκοπών, στη συνέχεια ελέγχει τη συνταγματικότητα των επίδικων κανόνων χρησιμοποιώντας, μάλιστα, ακόμη ένα «μηχανισμό διαρθρωτικής σύζευξης», ήτοι την αρχή της αναλογικότητας, περαιτέρω επισημαίνει το τεράστιο οικονομικό και κοινωνικό κόστος της φοροδιαφυγής και τέλος λειτουργεί, κατά την ανάλυση του Habermas (Σ.σ.: Jurgen Habermas, Γερμανός κοινωνιολόγος), ως ένα μέσο αντιστροφής της πορείας των πραγμάτων με τη θέσπιση ορίων στην ανεξέλεγκτη δράση της εξουσίας σε βάρος συγκεκριμένων ομάδων του πληθυσμού, οι οποίες αποτελούν και την πλειοψηφία των κατοίκων αυτής της χώρας».
Ο πρώην πρόεδρος του ΣτΕ θα κλείσει την ομιλία του απευθυνόμενος ουσιαστικά στους συναδέλφους του λέγοντας: «Ίσως έφτασε η ώρα το δικαστήριο να κάνει το επόμενο βήμα κατά τον έλεγχο των νέων οριζόντιων μέτρων, εξαρτώντας τη νομιμότητα αυτών σε σχέση και με την τήρηση των λοιπών υποχρεώσεων που είχαν προβλεφθεί από τους εφαρμοστικούς των μνημονίων νόμους».

ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

  ΟΙ ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΕΣ ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ -ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΕΝ ΟΨΕΙ   ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ (4...