Ενστάσεις ως προς τη συνταγματικότητα του μεσοπρόθεσμου
Ημερομηνία δημοσίευσης: 03/07/2011
Ισχυρές επιφυλάξεις και πλήθος παρατηρήσεων ως προς τη συνταγματικότητα των διατάξεων, υπό το φως της πλούσιας νομολογίας του ΣτΕ, διατυπώνει το Επιστημονικό Συμβούλιο της Βουλής στην έκθεσή του με ημερομηνία 28.6 επί του εφαρμοστικού νόμου "Επείγοντα μέτρα εφαρμογής Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015”, ο οποίος εισάγει, κατεδαφίζοντας την ισχύουσα νομοθεσία, νέους κανόνες λογικής Φαρ Ουέστ για την "αξιοποίηση" της δημόσιας περιουσίας.
Ειδικότερα, για τη διάταξη η οποία επιτρέπει τη χωροθέτηση "επενδυτικού σχεδίου δημόσιου ακινήτου" σε δάση και δασικές εκτάσεις, στην έκθεση αναφέρεται σαφώς ότι πρόκειται περί επεμβάσεων και αλλαγής χρήσης δασών και δασικών εκτάσεων οι οποίες υπόκεινται σε ιδιαίτερο προστατευτικό καθεστώς ώστε να διατηρηθεί η χρήση κατά τον προορισμό τους και να διαφυλαχθεί η οικολογική ισορροπία.
Εξειδικεύοντας υπενθυμίζει ότι το άρθρο 24 του Συντάγματος κατ' αρχήν απαγορεύει τη μεταβολή προορισμού των δασικών οικοσυστημάτων, εκτός αν επιβάλλεται για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Σύμφωνα δε με τη νομολογία του ΣτΕ οι επιτρεπτές επεμβάσεις πρέπει να προβλέπονται από ειδικές νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις που ορίζουν τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις για την πραγματοποίησή τους.
Όσον αφορά το άρθρο που προβλέπει την κατάργηση με Π.Δ. θεσμοθετημένων ρυθμιστικών σχεδίων, Γενικών Πολεοδομικών Σχεδίων, Ζωνών Οικιστικών Ελέγχων και άλλων σχεδίων χρήσεων γης "για την ολοκληρωμένη ανάπτυξη και την αποτελεσματική αξιοποίηση των δημόσιων ακινήτων" το Επιστημονικό Συμβούλιο της Βουλής υπογραμμίζει ότι οι όποιες τροποποιήσεις "δεν πρέπει να οδηγούν σε επιδείνωση των όρων διαβίωσης και υποβάθμιση του φυσικού ή του προβλεπόμενου από την ισχύουσα πολεοδομική νομοθεσία οικιστικού περιβάλλοντος, π.χ. ΖΟΕ, διά των οποίων επιδιώκεται ο έλεγχος της εκτός πολεοδομικού σχεδιασμού δόμησης ή άλλων εργασιών ή και δραστηριοτήτων" με σκοπό την αποτροπή πραγματικών καταστάσεων που θα επέφεραν δυσχέρειες στον ορθολογικό, χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό, τον οποίο αξιώνει το άρθρο 24 παρ. 2 του Συντάγματος" ΣτΕ 3572/2003.
Αλλά και για τη χωροθέτηση και "κατασκευή έργων ανάπτυξης παραγωγικών και επιχειρηματικών δραστηριοτήτων", πάλι με αλλαγή θεσμοθετημένων σχεδίων, στην έκθεση παρατίθεται η νομολογία του ΣτΕ, η οποία ορίζει ως απαραίτητη προϋπόθεση την τήρηση των κατευθύνσεων και των προτάσεων του οικείου Χωροταξικού Περιφερειακού Σχεδίου και των υποκείμενων σχεδίων πολεοδομικών, ΖΟΕ, ΠΕΡΠΠ, ΠΟΑΠΔ κ.ά. για την υποδοχή συγκεκριμένων δραστηριοτήτων.
Και επεξηγεί: "Κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται, μέσω της βαθμιαίας εξειδίκευσης των προβλεπόμενων κριτηρίων στα διαδοχικά στάδια του χωροταξικού σχεδιασμού, η τήρηση των γενικών επιλογών του, αλλά και να επιτυγχάνεται η συνεκτική διαχείριση του χώρου με τη λειτουργική ολοκλήρωση των χωροταξικών πλαισίων, ώστε η ανάπτυξη που επιδιώκεται με την πραγμάτωση παραγωγικής δραστηριότητας να παραμένει στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας".
Επί του άρθρου 17 & 1, το οποίο επιχειρεί να νομιμοποιήσει αυθαίρετες τουριστικές εγκαταστάσεις, κτηριακές και λιμενικές του ΕΟΤ, η έκθεση παρατηρεί ότι εξαίρεση από τον κανόνα της κατεδάφισης, κατά παράβαση των καθορισθέντων για ορισμένη περιοχή όρων και περιορισμών δόμησης, έχει κριθεί ανεκτή από το Συμβούλιο της Επικρατείας μόνο για τις "ασήμαντες από πολεοδομικής άποψης παραβάσεις".
Ως προς τις συνταγματικές αρχές του κράτους δικαίου και του σεβασμού και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου, όπως και της συνταγματικής αρχής της ισότητας, παραπέμπει στην απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ 3500/2009, αλλά και σε προγενέστερες εκθέσεις της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής (1993).
Αντιρρήσεις εκφράζονται και για την παραχώρηση χρήσης αιγιαλού και παραλίας και του δικαιώματος εκτέλεσης, χρήσης και εκμετάλλευσης λιμενικών έργων ή επέκτασης ήδη υφιστάμενων στην περιοχή λιμενικών εγκαταστάσεων.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, μπορεί να παραχωρούνται τέτοια δικαιώματα υπό την προϋπόθεση ότι "εξακολουθεί να εξυπηρετείται ή, τουλάχιστον, δεν αναιρείται η κοινή χρήση" και σε κάθε περίπτωση η επιδίωξη "ταμιευτικού σκοπού" επιτρέπεται "δευτερευόντως" και εφόσον δεν ακυρώνεται η κοινή χρήση.
Η επιστημονική επιτροπή δεν αντιλαμβάνεται τον όρο "πολεοδομική ωρίμανση" και "επενδυτική ταυτότητα" των προς εκποίηση δημοσίων ακινήτων και κομψά παρατηρεί: "Θα ήταν ενδεχομένως σκόπιμο, για λόγους σαφήνειας, να διευκρινιστούν".
Επιπλέον υπενθυμίζει ότι, εκτός από το υπουργείο Οικονομικών, υπάρχει και το ΥΠΕΚΑ, καθ' ύλην αρμόδιο για τον σχεδιασμό. Θα ήταν σκόπιμο, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, λόγω αρμοδιότητας, η έγκριση των ειδικών σχεδίων χωρικής ανάπτυξης ακινήτου να γίνεται με Προεδρικά Διατάγματα κατόπιν προτάσεως του υπουργού Οικονομικών και του ΥΠΕΚΑ. Υποδεικνύει ακόμη και το απαραίτητο της συνυπογραφής από το ΥΠΕΚΑ υπουργικών αποφάσεων για τη μεταβολή της έκτασης και των ορίων των ειδικών σχεδίων... H ΑΥΓΗ 6/7/11
Ειδικότερα, για τη διάταξη η οποία επιτρέπει τη χωροθέτηση "επενδυτικού σχεδίου δημόσιου ακινήτου" σε δάση και δασικές εκτάσεις, στην έκθεση αναφέρεται σαφώς ότι πρόκειται περί επεμβάσεων και αλλαγής χρήσης δασών και δασικών εκτάσεων οι οποίες υπόκεινται σε ιδιαίτερο προστατευτικό καθεστώς ώστε να διατηρηθεί η χρήση κατά τον προορισμό τους και να διαφυλαχθεί η οικολογική ισορροπία.
Εξειδικεύοντας υπενθυμίζει ότι το άρθρο 24 του Συντάγματος κατ' αρχήν απαγορεύει τη μεταβολή προορισμού των δασικών οικοσυστημάτων, εκτός αν επιβάλλεται για λόγους δημοσίου συμφέροντος. Σύμφωνα δε με τη νομολογία του ΣτΕ οι επιτρεπτές επεμβάσεις πρέπει να προβλέπονται από ειδικές νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις που ορίζουν τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις για την πραγματοποίησή τους.
Όσον αφορά το άρθρο που προβλέπει την κατάργηση με Π.Δ. θεσμοθετημένων ρυθμιστικών σχεδίων, Γενικών Πολεοδομικών Σχεδίων, Ζωνών Οικιστικών Ελέγχων και άλλων σχεδίων χρήσεων γης "για την ολοκληρωμένη ανάπτυξη και την αποτελεσματική αξιοποίηση των δημόσιων ακινήτων" το Επιστημονικό Συμβούλιο της Βουλής υπογραμμίζει ότι οι όποιες τροποποιήσεις "δεν πρέπει να οδηγούν σε επιδείνωση των όρων διαβίωσης και υποβάθμιση του φυσικού ή του προβλεπόμενου από την ισχύουσα πολεοδομική νομοθεσία οικιστικού περιβάλλοντος, π.χ. ΖΟΕ, διά των οποίων επιδιώκεται ο έλεγχος της εκτός πολεοδομικού σχεδιασμού δόμησης ή άλλων εργασιών ή και δραστηριοτήτων" με σκοπό την αποτροπή πραγματικών καταστάσεων που θα επέφεραν δυσχέρειες στον ορθολογικό, χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό, τον οποίο αξιώνει το άρθρο 24 παρ. 2 του Συντάγματος" ΣτΕ 3572/2003.
Αλλά και για τη χωροθέτηση και "κατασκευή έργων ανάπτυξης παραγωγικών και επιχειρηματικών δραστηριοτήτων", πάλι με αλλαγή θεσμοθετημένων σχεδίων, στην έκθεση παρατίθεται η νομολογία του ΣτΕ, η οποία ορίζει ως απαραίτητη προϋπόθεση την τήρηση των κατευθύνσεων και των προτάσεων του οικείου Χωροταξικού Περιφερειακού Σχεδίου και των υποκείμενων σχεδίων πολεοδομικών, ΖΟΕ, ΠΕΡΠΠ, ΠΟΑΠΔ κ.ά. για την υποδοχή συγκεκριμένων δραστηριοτήτων.
Και επεξηγεί: "Κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται, μέσω της βαθμιαίας εξειδίκευσης των προβλεπόμενων κριτηρίων στα διαδοχικά στάδια του χωροταξικού σχεδιασμού, η τήρηση των γενικών επιλογών του, αλλά και να επιτυγχάνεται η συνεκτική διαχείριση του χώρου με τη λειτουργική ολοκλήρωση των χωροταξικών πλαισίων, ώστε η ανάπτυξη που επιδιώκεται με την πραγμάτωση παραγωγικής δραστηριότητας να παραμένει στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας".
Επί του άρθρου 17 & 1, το οποίο επιχειρεί να νομιμοποιήσει αυθαίρετες τουριστικές εγκαταστάσεις, κτηριακές και λιμενικές του ΕΟΤ, η έκθεση παρατηρεί ότι εξαίρεση από τον κανόνα της κατεδάφισης, κατά παράβαση των καθορισθέντων για ορισμένη περιοχή όρων και περιορισμών δόμησης, έχει κριθεί ανεκτή από το Συμβούλιο της Επικρατείας μόνο για τις "ασήμαντες από πολεοδομικής άποψης παραβάσεις".
Ως προς τις συνταγματικές αρχές του κράτους δικαίου και του σεβασμού και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου, όπως και της συνταγματικής αρχής της ισότητας, παραπέμπει στην απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ 3500/2009, αλλά και σε προγενέστερες εκθέσεις της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής (1993).
Αντιρρήσεις εκφράζονται και για την παραχώρηση χρήσης αιγιαλού και παραλίας και του δικαιώματος εκτέλεσης, χρήσης και εκμετάλλευσης λιμενικών έργων ή επέκτασης ήδη υφιστάμενων στην περιοχή λιμενικών εγκαταστάσεων.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, μπορεί να παραχωρούνται τέτοια δικαιώματα υπό την προϋπόθεση ότι "εξακολουθεί να εξυπηρετείται ή, τουλάχιστον, δεν αναιρείται η κοινή χρήση" και σε κάθε περίπτωση η επιδίωξη "ταμιευτικού σκοπού" επιτρέπεται "δευτερευόντως" και εφόσον δεν ακυρώνεται η κοινή χρήση.
Η επιστημονική επιτροπή δεν αντιλαμβάνεται τον όρο "πολεοδομική ωρίμανση" και "επενδυτική ταυτότητα" των προς εκποίηση δημοσίων ακινήτων και κομψά παρατηρεί: "Θα ήταν ενδεχομένως σκόπιμο, για λόγους σαφήνειας, να διευκρινιστούν".
Επιπλέον υπενθυμίζει ότι, εκτός από το υπουργείο Οικονομικών, υπάρχει και το ΥΠΕΚΑ, καθ' ύλην αρμόδιο για τον σχεδιασμό. Θα ήταν σκόπιμο, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, λόγω αρμοδιότητας, η έγκριση των ειδικών σχεδίων χωρικής ανάπτυξης ακινήτου να γίνεται με Προεδρικά Διατάγματα κατόπιν προτάσεως του υπουργού Οικονομικών και του ΥΠΕΚΑ. Υποδεικνύει ακόμη και το απαραίτητο της συνυπογραφής από το ΥΠΕΚΑ υπουργικών αποφάσεων για τη μεταβολή της έκτασης και των ορίων των ειδικών σχεδίων... H ΑΥΓΗ 6/7/11