Ανοιχτή επιστολή προς τους αρχηγούς των κομμάτων και τον πρόεδρο της Βουλής έστειλε η Εθνική Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΕΔΑ), παρεμβαίνοντας δημόσια στο θέμα της βουλευτικής ασυλίας.
Η ΕΕΔΑ ζητεί να αλλάξει ο σημερινός, απαράδεκτος τρόπος εφαρμογής του θεσμού, καθώς με τη συλλήβδην απόρριψη όλων των αιτήσεων των δικαστικών αρχών εκτίθεται η χώρα μας διεθνώς. Η Επιτροπή καλεί την πολιτική ηγεσία του τόπου να αναλάβει τις απαραίτητες, σκόπιμες και κατάλληλες πρωτοβουλίες, ώστε η πλήρης και απαρέγκλιτη εφαρμογή του Κανονισμού της Βουλής να γίνεται κατά τρόπο σύμφωνο προς το γράμμα και το πνεύμα των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Αυτό που προβλημάτισε ιδιαίτερα τα μέλη της Επιτροπής είναι οι δύο αποφάσεις του Ευρωδικαστηρίου του Στρασβούργου (υποθέσεις Τσαλκιτζή και Συγγελίδη κατά Ελλάδος), που καταδίκασαν τη χώρα μας για την πρακτική της στο θέμα της ασυλίας των βουλευτών.
Οι δύο αποφάσεις, αναφέρεται στην επιστολή, εκθέτουν μια προβληματική πτυχή, από τη σκοπιά των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της πρακτικής του ελληνικού Κοινοβουλίου σχετικά με το θέμα αυτό. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο θέτει προ των ευθυνών του το σώμα του ελληνικού Κοινοβουλίου, κάνοντας λόγο στην ουσία για παραβίαση του ίδιου του Συντάγματος αλλά και του Κανονισμού της Βουλής. Ιδίως στον βαθμό που αυτό αρνείται την άρση της βουλευτικής ασυλίας για πράξεις οι οποίες δεν συνδέονται με τα βουλευτικά καθήκοντα των εμπλεκομένων προσώπων και κατά συνέπεια παρεμποδίζει την πρόσβαση σε δικαστήριο των αντιδίκων τους.
Σύμφωνα με το σκεπτικό των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, «ο σκοπός που επιτελεί ο θεσμός της βουλευτικής ασυλίας είναι η διασφάλιση της ελευθερίας του λόγου των κοινοβουλευτικών εκπροσώπων και η μη παρεμπόδιση της λειτουργίας του Κοινοβουλίου λόγω μεροληπτικών καταγγελιών, και όχι η αφαίρεση από τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων μιας κατηγορίας υποθέσεων».
Στην υπόθεση Τσαλκιτζή (αφορούσε τον βουλευτή της Ν.Δ. και νυν γραμματέα της Κοινοβουλευτικής Ομάδας Κ. Τασούλα), το Ευρωδικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι επίμαχες πράξεις (κατηγορίες για εκβίαση, παράβαση καθήκοντος και δωροδοκία κατά την περίοδο που ο βουλευτής ήταν δήμαρχος), δεν ήταν δυνατό να σχετίζονται με την άσκηση κοινοβουλευτικών καθηκόντων.
Στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Συγγελίδη (αφορά τη βουλευτή του ΠΑΣΟΚ Μ. Αποστολάκη), το Δικαστήριο του Στρασβούργου επισήμανε την έλλειψη αιτιολόγησης για τη μη άρση της ασυλίας από την Επιτροπή Δεοντολογίας. Υπήρχε απλώς, αναφέρεται, μια γενική αναφορά στον Κανονισμό της Βουλής, χωρίς να συγκεκριμενοποιείται αν το αδίκημα για το οποίο ζητούνταν η άρση ασυλίας σχετιζόταν με την πολιτική δραστηριότητα της βουλευτού, εάν η δίωξη υπέκρυπτε πολιτική σκοπιμότητα ή αν αποσκοπούσε στην υποβάθμιση του Κοινοβουλίου.
Κύκλοι της κυβέρνησης επέμεναν ότι δεν τίθεται θέμα αλλαγής του Συντάγματος ή του Κανονισμού της Βουλής αλλά της πρακτικής που ακολουθούν τα κόμματα. Παρέπεμπαν έτσι τη λύση του προβλήματος στην αλλαγή στάσης των κομμάτων (κυρίως των δύο μεγάλων) και στην πιστή εφαρμογή των ισχυουσών διατάξεων, σύμφωνα με το πνεύμα των αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.
